↑ Επιστροφή σε Φιλαναγνωσία

Εκτύπωσέ το Σελίδα

…γιατί το «φως» των βιβλίων δε σβήνει ποτέ! (Αγγελική Βαρελλά)

…γιατί το «φως» των βιβλίων δε σβήνει ποτέ!

(Αγγελική Βαρελλά)

 

 
 
 
 
 
 
 
Υπόθεση

Ο Γρηγόρης απεχθάνεται το σχολείο τόσο πολύ, που στην έκτη δημοτικού έχει μείνει δύο φορές στην ίδια τάξη. Το μόνο μέρος που αγαπάει, το καταφύγιό του, είναι η αποθήκη του παππού του, του Λεόν. Εκεί περνάνε ώρες πολλές μαζί μαστορεύοντας. Ωστόσο, όταν ο παππούς Λεόν μαθαίνει ότι απέβαλαν το Γρηγόρη από το σχολείο θυμώνει. Αρνείται να παρηγορήσει τον εγγονό του, αρνείται να τον προστατεύσει. Πιστεύει ότι είναι καιρός πια ο Γρηγόρης να μεγαλώσει…

 

 

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης

Συγγραφέας: Άννα Γκαβάλντα (Anna Gavalda)

Μεταφραστής: Μελίνα Καρακώστα

Τίτλος πρωτοτύπου: 35 kilos d’ espoir

ISBN: 960-16-1337-4

Έτος Έκδοσης: 2002 (στα ελληνικά 2005)

Σελίδες: 65

Τάξεις: Δ’, Ε’, Στ’

 

Κριτική

Κοφτή και άμεση γλώσσα, απουσία μακροσκελών περιγραφών (αλλά και εικονογράφησης) και γρήγορη πλοκή χωρισμένη σε σύντομα κεφάλαια που δεν κουράζουν τον αναγνώστη. Προσωπικά λυπήθηκα που τελείωσε τόσο γρήγορα γιατί μου θύμιζε ταινία ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Η μετάφραση πολύ καλή, δεν αδικεί το κείμενο και μεταφέρει το ύφος δηκτικό και ζωντανό.

Ηλικιακά είναι κατάλληλο για παιδιά Δ’, Ε’ και Στ’ τάξης, διαβάζεται πάντως άνετα και από γονείς, όπως και από τους εκπαιδευτικούς.

Εξαιρετικό βιβλίο, που μας δίνει μέσα από το σκοτεινό χιούμορ του συγγραφέα την οπτική γωνία του μαθητή που ΜΙΣΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, υστερεί και βαριέται σε όλα τα μαθήματα. Ο ήρωας είναι ευθύς σε αυτά που λέει και αισθάνεται, ένας «μάγκας» με την καλή έννοια. Σκληρός, πεισματάρης αλλά και συναισθηματικός ταυτόχρονα, διαμορφώνει έναν χαρακτήρα με τον οποίο πολλοί μαθητές που το σχολείο αφήνει στο περιθώριο θα μπορούσαν να ταυτιστούν. Δυστυχώς, συνήθως οι μαθητές αυτοί ανακαλύπτουν τη βιβλιοθήκη όταν είναι ήδη αργά.

 

Αξίες – Θέματα

Ακεραιότητα, Ανθρωπισμός.

Απόσπασμα

Μέχρι τα τρία μου μπορώ να πω ότι ήμουν ευτυχισμένος. Είναι αλήθεια πως δε θυμάμαι και πολύ καλά, όμως νομίζω ότι όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Έπαιζα, κοίταζα την κασέτα μου, του Καφέ Μικρού Αρκούδου, δέκα φορές, τη μία πίσω απ’ την άλλη, ζωγράφιζα και σκάρωνα χιλιάδες περιπέτειες του Χοντρούλη, του γούνινου σκύλου μου, που λάτρευα. Η μητέρα μου μου διηγήθηκε ότι περνούσα ώρες ολόκληρες στο δωμάτιό μου φλυαρώντας μόνος μου. Συμπεραίνω, λοιπόν, πως ήμουν ευτυχισμένος.

Αυτή την περίοδο της ζωής μου αγαπούσα όλο τον κόσμο και πίστευα ότι οι πάντες αγαπούσαν τους πάντες. Κι έπειτα, όταν έγινα τριών χρονών και πέντε μηνών, μπανταμπούμ! Το σχολείο.

Απ’ ό,τι φαίνεται, εκείνο το πρωί ξεκίνησα για το σχολείο πολύ χαρούμενος. Οι γονείς μου πρέπει να μου είχαν φάει τ’ αυτιά μ’ αυτό σ’ όλες τις διακοπές: «Πόσο τυχερός είσαι, αγάπη μου! Θα πας στο σχολείο, με τα μεγάλα παιδιά…» «Κοίταξε αυτή την ωραία τσάντα! Είναι για να πας στο ωραίο σου σχολείο!» Και μπλα μπλα μπλα… Απ’ ό,τι φαίνεται, επιπλέον, δεν έκλαψα. (Είμαι απ’ τη φύση μου περίεργος, νομίζω πως ήθελα να δω πόσα παιχνίδια είχαν εκεί και πόσα Λέγκο…) Φαίνεται επίσης ότι επέστρεψα ενθουσιασμένος την ώρα του φαγητού, ότι έφαγα καλά και πήγα στο δωμάτιό μου, για να διηγηθώ στο Χοντρούλη το υπέροχο πρωινό που είχα περάσει.

Ε λοιπόν, αν το ήξερα, θα είχα απολαύσει πιο πολύ αυτά τα τελευταία λεπτά ευτυχίας, επειδή αμέσως μετά η ζωή μου εκτροχιάστηκε.

– Άντε, πάμε πάλι, είπε η μητέρα μου.

– Πού;

– Τι πού; Στο σχολείο!

– Όχι.

– Όχι τι;

– Δεν ξαναπάω.

– Μπα… Και γιατί;

– Γιατί, εντάξει, είδα πώς είναι και δε μ’ ενδιαφέρει. Έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω στο δωμάτιό μου. Είπα στο Χοντρούλη πως θα του φτιάξω ένα ειδικό μηχάνημα, για να τον βοηθήσω να ξαναβρεί όλα τα κόκαλα που έχει θάψει κάτω απ’ το κρεβάτι μου, οπότε δε μου περισσεύει χρόνος να πάω στο σχολείο.

Η μητέρα μου γονάτισε κι εγώ κούνησα το κεφάλι.

Εκείνη επέμεινε κι εγώ έβαλα τα κλάματα.

Εκείνη με σήκωσε κι εγώ άρχισα να ουρλιάζω.

Κι εκείνη μου έδωσε ένα χαστούκι.

Ήταν το πρώτο της ζωής μου.

Ορίστε.

Αυτό ήταν, λοιπόν, το σχολείο.

Η αρχή του εφιάλτη.

-2-

Ο παππούς Λεόν, αφήνοντάς με μπροστά στο σπίτι, επέμεινε πάλι:

– Λοιπόν, θα κάνεις όπως είπαμε;

– Ναι, ναι.

– Μη σε νοιάζουν τα ορθογραφικά λάθη ούτε το ύφος ούτε καν τα ορνιθοσκαλίσματα. Μη σε νοιάζει τίποτα. Θα γράψεις μόνο αυτά που σκέφτεσαι, όπως τα σκέφτεσαι, εντάξει;

– Ναι, ναι…

Το ίδιο βράδυ στρώθηκα στη δουλειά. Δεν ήμουν και τόσο αδιάφορος, το ξανάγραψα έντεκα φορές.

Ωστόσο, το γράμμα μου ήταν αρκετά μικρό. Σας το αντιγράφω:

Κύριε διευθυντά του σχολείου Γκραν Σαν,

Θα ήθελα να με δεχτείτε στο εκπαιδευτήριό σας, όμως ξέρω πως αυτό δε γίνεται, επειδή τ’ αποτελέσματά μου είναι άθλια.

Είδα στο διαφημιστικό σας φυλλάδιο ότι έχετε εργαστήρια μηχανικής, ξυλουργικής, αίθουσες πληροφορικής, ένα θερμοκήπιο…

Πιστεύω ότι οι βαθμοί δεν είναι το παν στη ζωή. Πιστεύω ότι μετράει πολύ και η διάθεση. Θα ήθελα να έρθω στο Γκραν Σαν, επειδή πιστεύω πως εκεί θα είμαι πιο ευτυχισμένος.

Δεν είμαι πολύ χοντρός, ζυγίζω 35 κιλά ελπίδα.

Σας χαιρετώ, Γρηγόρης Ντιμπόσκ

Υ.Γ.1: Είναι η πρώτη φορά που ικετεύω κάποιον για να πάω στο σχολείο. μήπως είμαι άρρωστος;

Υ.Γ.2: Σας στέλνω τα σχέδια για μια μηχανή που καθαρίζει πατάτες. Την έφτιαξα όταν ήμουν εφτά χρονών.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/vpapagiann/?page_id=473

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Yπενθυμίζουμε ότι η μηδενική χρέωση μέσω κινητής τηλεφωνίας ισχύει μόνο για τον παρόντα ιστότοπο και για τους ιστότοπους που αναφέρονται στο δελτίο τύπου του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων.
Η προβολή περιεχομένου από άλλο ιστότοπο που έχει ενσωματωθεί στον παρόντα ιστότοπο (π.χ. video youtube) ή το άνοιγμα συνδέσμων που οδηγούν σε εξωτερικό περιεχόμενο δεν υπάγονται στη μηδενική χρέωση.
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων