Αρχείο για Αύγουστος 1st, 2012

λατρεμένη σκηνή

Comments 0 σχόλια »

«Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του ο άνθρωπος πεθαίνοντας είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές, δυο τρεις νότες κυμάτων την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι. Ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες. Ένα τραγούδι βάρυθμο σαν βράχος μαύρος. Και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα με αλλά λόγια κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.» Ελύτης

Comments 0 σχόλια »

Η Σοφία Νικολαΐδου αποχαιρετά το δάσκαλό της. Τα Νέα 1/8/2012

Οι μαθητές του στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τον αποκαλούσαν “φωταδιστή”. Ήταν ο φιλόλογος που μνημονεύουν με αγάπη μέχρι και σήμερα. Ο καθηγητής που τους έφερνε στο σχολείο αξημέρωτα, στις 6:30 το πρωί, και τους έκανε μάθημα: Σύγχρονη ποίηση, έως ότου να χτυπήσει το κουδούνι στις 8:00, για να αρχίσει η κανονική διδασκαλία. Κανείς δεν βαρυγκομούσε. Όλοι τους έμαθαν γράμματα.

Ο Τσολάκης ήταν παθιασμένος δάσκαλος. Φιλόλογος με βαθιά γνώση των κειμένων, κινούνταν με άνεση στο σύνολο της ελληνικής γραμματείας και τη μνημόνευε από στήθους. Ανήκε στην κατηγορία εκείνη των πανεπιστημιακών δασκάλων που πέρασαν πρώτα από τη διδασκαλία στη μέση εκπαίδευση. Γνώριζε την εκπαιδευτική πράξη όσο κανείς. Δε φλόμωνε τους φοιτητές με αβάσιμες θεωρίες και σχέδια επί χάρτου. Ήξερε πολύ καλά την πραγματικότητα του ελληνικού σχολείου. Ανήκε στη γενιά των φιλολόγων που πίστευαν ότι η μόρφωση είναι το πιο βασικό, το πιο στέρεο εφόδιο, το οποίο μπορεί να έχει κανείς. Έκανε τα λόγια του πράξη.

Αρχιτέκτονες, οδοντίατροι, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, δάσκαλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες. Οι μαθητές του Τσολάκη ήξεραν τα αρχαία ελληνικά που δεν τους δίδαξε κανείς από τους γλωσσαμύντορες που τα είχανε (τάχα) περί πολλού. Παιδιά του παλαιότερου Πρακτικού ή της περίφημης Α΄Δέσμης διάβαζαν με άνεση αρχαία ελληνικά και μελετούσαν τους αρχαίους σοφούς. Ήξεραν όμως πως μάνα τους είναι η μητρική γλώσσα.

Γιατί αγαπούσαν τον Τσολάκη οι εκπαιδευτικοί; Στα συνέδρια που διοργάνωνε στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δεν έπεφτε καρφίτσα. Παλαίμαχοι εκπαιδευτικοί και φιντάνια δίπλα δίπλα παρακολουθούσαν με προσοχή. Δεν έχω ξαναδεί τόσο λαοφιλή συνέδρια. Ο Τσολάκης κατάφερνε το ακατόρθωτο. Μοίραζε τις βεβαιώσεις παρακολούθησης με την εγγραφή των συνέδρων. Όσοι γνωρίζουν τα εκπαιδευτικά πράγματα, θα προέβλεπαν, ίσως, ότι οι εκπαιδευτικοί που συνέρρεαν θα παρακολουθούσαν την έναρξη των εργασιών και στη συνέχεια θα εξαφανίζονταν, εφόσον πήραν το πολυπόθητο χαρτί. Όχι, βέβαια. Παρακολουθούσαν με εξημμένη προσοχή τα λεγόμενα μέχρι το τελευταίο βράδυ. Σημείωναν, συζητούσαν, αντιδρούσαν. Ήταν παρόντες. Εκεί. Τρεισήμιση χιλιάδες σύνεδροι το 2012: δυόμιση χιλιάδες εκπαιδευτικοί και χίλιοι φοιτητές. Καμιά φορά, τα νούμερα είναι πιο ομιλητικά από τις τις λέξεις.

Ο Τσολάκης ήταν η ψυχή του «Φιλολόγου», του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πρώτος μεταξύ ίσων ανάμεσα σε ψυχωμένους εκπαιδευτικούς, που διοργάνωναν ημερίδες, συνέδρια για τη γλώσσα και τη διδασκαλία της (οκτώ τον αριθμό, τα συνέδρια που λέγαμε), μορφωτικές εκδρομές, λογοτεχνικές βραδιές και χίλια μύρια άλλα. Εβδομαδιαία φιλολογικά βραδινά, έκδοση ομώνυμου περιοδικού (www.philologos.gr, από το 1964, με δημοσιευμένα άρθρα του Μανόλη Ανδρόνικου, του Λίνου Πολίτη, του Εμμανουήλ Κριαρά και πολλών άλλων διαπρεπών επιστημόνων – και όχι μόνο), Πρακτικά Συνεδρίων, εκδόσεις της «Βιβλιοθήκης του Φιλολόγου».

Οι εκπαιδευτικοί αγαπούσαν τον Τσολάκη, γιατί ήταν σάρκα από την σάρκα τους. Γιατί ποτέ δεν ξέχασε την εκπαίδευση, αυτή ήταν η έγνοια και ο καημός του. Γιατί έκανε την εκπαιδευτική του θεωρία πράξη, δε μιλούσε από καθέδρας, είχε την ευφρόσυνη γείωση του ανθρώπου που πατά στην εμπειρία του, αλλά μπορεί να δει πέρα και έξω από τον εαυτό του. Γιατί ο Τσολάκης ήταν από τους δασκάλους που δεν ήθελε τους μαθητές απότυπά του. Και αυτό είναι, ίσως, το πιο δύσκολο. Να διαμορφώνεις προσωπικότητες, χωρίς να τους στριμώχνεις σε καλούπια. Να βγαίνουν απ’ τα χέρια σου άνθρωποι, που σχηματίζουν τη δική τους ταυτότητα. Που τους αφήνεις το χώρο να την ανακαλύψουν και να την υπερασπιστούν.

Γιατί αγαπούσε τον Τσολάκη η Θεσσαλονίκη; Γιατί ήταν άνθρωπος της πόλης. Την περπατούσε καθημερινά. Αν ήσουν κάτοικος του κέντρου, τον έβλεπες σίγουρα, πρωί, μεσημέρι ή απόγευμα, να κυκλοφορεί στους δρόμους με την τσάντα του, σκυφτό κεφάλι, πάντα σκεφτικός, να πηγαίνει ή να επιστρέφει από το γραφείο του στο Πανεπιστήμιο. Ο Τσολάκης πίστευε στο δημόσιο λόγο του εκπαιδευτικού. Μιλούσε στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τις εφημερίδες. Όχι παντί το επιστητώ, για πράγματα της εκπαίδευσης και της γλώσσας, πάντα. Είχε, παλαιότερα, εκπομπή στο ραδιόφωνο (στον 9.58 της ΕΡΤ3). Θέμα του: η γλώσσα.

Ο Τσολάκης ανήκε στις φυσιογνωμίες της πόλης. Αυτές που διαμόρφωσαν την ιδιοπροσωπεία της. Άνθρωπος της μελέτης και της ακαταπόνητης εργασίας, είχε πολλά να προσφέρει ακόμα. Άφησε όμως μαγιά: τους μαθητές και τους συνεργάτες του.

Θα τον θυμόμαστε, θα τον μνημονεύουμε, θα τον αγαπάμε.

Comments 0 σχόλια »


Στην εισαγωγή του ο Ταρέτο κινηματογραφεί την αρχιτεκτονική του Μπουένος Άιρες, ένα σωρό διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, κτίρια που είναι φτιαγμένα έτσι δίπλα σε κτίρια που είναι φτιαγμένα αλλιώς, κτίρια ψηλά δίπλα σε κτίρια χαμηλά, κτίρια νέα δίπλα σε κτίρια παλιά. Δείχνει και μιλά (με τη φωνή του ήρωά του, του Μαρτίν) όχι τόσο για ταξικές ανισότητες, όσο κυρίως για ένα χαώδες και χύμα πράγμα, για μια εντελώς πυκνοκατοικημένη μεγαλούπολη μέσα σε μια εντελώς αραιοκατημένη χώρα, για μια μεγαλούπολη που αναπτύχθηκε και χτίσθηκε χωρίς οργάνωση, χωρίς τάξη, χωρίς σχέδιο. Ωστόσο όση τυχόν κριτική και αν κάνει, το βλέμμα του είναι ξεκάθαρα αγαπητικό. Ακόμη κι αν τον ενοχλεί αυτή η δημιουργική αταξία, ταυτόχρονα τον γοητεύει και μας μεταδίδει τη γοητεία που ο ίδιος εισπράττει. Οι εικόνες είναι υπέροχες, η πρόζα από κάτω είναι υπέροχη και ταιριαστή. Είναι ένα γράμμα αγάπης στο απείθαρχο αρχιτεκτονικά Μπουένος Άιρες (ακόμη και στο σάιτ της ταινίας υπάρχει τμήμα με φωτογραφίες του για την πόλη), σαν αυτό του Γούντι Άλεν στο πειθαρχημένο αρχιτεκτονικά Μανχάταν (σκηνές του οποίου εννοείται θα δούμε στη διάρκεια της ταινίας, μέσα από κάποια τηλεόραση). Όταν η ταινία μας εξηγήσει το νόημα του τίτλου της, όταν μιλήσει για τις μεσοτοιχίες, λέγοντάς μας πως οι άνθρωποι στο Μπουένος Άιρες για να ξεφύγουν από τα διαμερίσματα κλουβιά τους, ανοίγουν παρατύπως τρύπες – παράθυρα στις μεσοτοιχίες, δείχνει πως μια πόλη τελικά μπορεί να αναπνέει και αλλιώς, έξω από τα πολεοδομικώς προβλεπόμενα. Μια ανάσα που έρχεται σε αντιδιαστολή με την ασφυξία την οποία προξενεί μια προηγούμενη σκηνή, που μας δείχνει ένα αγοράκι να κάνει ποδήλατο σε ένα μπαλκόνι τόσο μικρό και τόσο στενό, ώστε έχει χώρο για να κάνει μόνο δυο πεταλιές μπροστά και δύο πίσω, δυο πεταλιές μπροστά και δυο πίσω.

Comments 0 σχόλια »

Comments 0 σχόλια »

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων