Συνήθως όταν ακούω για πολύωρες παραστάσεις τις αποφεύγω επιμελώς. Στην παράσταση της Ιλιάδας όμως μετάνιωσα που είδα τη συντομευμένη εκδοχή της των τεσσάρων ωρών. Άνετα καθόμουν άλλες τέσσερις. Η ενέργεια που έβγαζαν οι ηθοποιοί ήταν το κάτι άλλο. Έχω ευτυχήσει και άλλες παραστάσεις του Λιβαθινού αλλά σε αυτήν ένιωθες την από τραγωδίας (βλ. έπους) ηδονήν… στο πετσί σου. Αυτός ήταν Αχιλλέας…τι να συγκριθεί μαζί του ο Μπραντ Πιτ σε εκείνη την αλησμόνητη κακοποίηση του έπους; Αυτός ήταν Αγαμέμνονας, αλλά και ο Πάρης ωραίος σαν Έλληνας…
Οι θεατές χειροκρότησαν με την καρδιά τους ενώ τα μπράβο ακούγονταν ηχηρά.
Ευτυχής συγκυρία η παρουσία του Δ. Μαρωνίτη στην παράσταση, ο οποίος καταχειροκροτήθηκε επίσης για την πολυβραβευμένη του μετάφραση.
Σκεφτόμουν τελικά ότι οι φιλόλογοι είμαστε τυχεροί για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Οτι αντλούμε ευχαρίστηση από τέτοια απλά πράγματα, ένα κείμενο, μία μουσική, μία παράσταση.
Ίσως τελικά δεν έκανα εντελώς λάθος στον επαγγελματικό μου προσανατολισμό.
Το 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Animation της Αθήνας (Athens ANIMFEST) θα πραγματοποιηθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από 13 έως 19 Μαρτίου 2014, προσφέροντας στους λάτρεις της τέχνης του animation, ένα πανόραμα ταινιών από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Είκοσι ένας Ιάπωνες φοιτητές (12 κορίτσια και 9 αγόρια), με τη διακριτική συμβολή του καθηγητή τους Dino Sato, προσέγγισαν τον τιμώμενο Αλεξανδρινό, δημιουργώντας σύντομες ταινίες animation, βασισμένες σε ποιήματά του, που οι ίδιοι επέλεξαν να εικονοποιήσουν, με το σύγχρονο αισθητικό ιδίωμα του animation.
Οι φοιτητές, μη γνωρίζοντας τίποτα για τον Κ. Π. Καβάφη, αναζήτησαν τα ποιήματά του, που είναι μεταφρασμένα στη γλώσσα τους, από τον Hisao Nakai, “Cavafy, C.P., C.P. Cavafy Complete Poems”, Misuzu Shobo, 1991 και ξεκίνησαν τη δημιουργική ενασχόλησή τους με αυτά.
Ο Dino Sato, αναφερόμενος στη διαδικασία, αναφέρει:
«Μέχρι εκείνη τη στιγμή εγώ και οι μαθητές μου δεν ξέραμε τίποτα για τον Καβάφη. Πολλοί μαθητές δεν γνώριζαν ιδιαιτέρως την ελληνική ιστορία. Έτσι, μας δόθηκε η ευκαιρία να ενημερωθούμε για τον συγκεκριμένο ποιητή και να διαβάσουμε τα ποιήματά του, μαθαίνοντας ταυτόχρονα μέσα από αυτά, για την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία. Παρακινηθήκαμε μάλιστα να αναζητήσουμε τους διάσημους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους ποιητές. Στη συνέχεια, ο καθένας επέλεξε ένα ποίημα του Καβάφη, που του άρεσε και ξεκινήσαμε να κάνουμε σκίτσα, χαρακτήρες και storyboards για να ολοκληρώσουμε τις ταινίες, σύμφωνα με την πάγια τακτική δημιουργίας ταινιών animation. Στα έργα τους, οι φοιτητές προσπάθησαν να συμπεριλάβουν τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιαπωνία. Ένας μάλιστα είπε, ότι η αρχαία Ελλάδα έχει πολλούς θεούς, όπως και η Ιαπωνία! Τα ερωτήματα που ετίθεντο εξ αρχής ήταν: Πώς οι Ιάπωνες φοιτητές του σήμερα μπορούν να προσλάβουν τα ποιήματα του Καβάφη, γραμμένα περίπου 100 χρόνια πριν, και πώς οι Έλληνες θα μπορέσουν να κατανοήσουν τα κινούμενα σχέδια των Ιαπώνων φοιτητών. Νομίζω, ότι αυτή η ανταλλαγή στο χώρο των τεχνών, μεταξύ των δύο χωρών είναι πολύ σημαντική».
Η Ρίτα Πίρσον, δασκάλα επί 40 χρόνια, άκουσε κάποτε μια συνάδελφο να λέει: «Δεν με πληρώνουν για να συμπαθώ τα παιδιά». Η απάντησή της ήταν πως «τα παιδιά δεν μαθαίνουν από ανθρώπους που δεν συμπαθούν.» Μια έντονη παρακίνηση προς τους δασκάλους να πιστέψουν στους μαθητές τους και να επικοινωνήσουν μαζί τους σε ένα αληθινό, ανθρώπινο και προσωπικό επίπεδο.Η ανθρώπινη επαφή στη διδασκαλία είναι κάτι που σπάνια συζητείται και ακόμα πιο σπάνια μπαίνει σε εφαρμογή. Και όμως, είναι ένα σπουδαίο εργαλείο που καλλιεργεί τόσο την ενσυναίσθηση όσο και τη διαδικασία της μάθησης. Η Πίρσον με την ομιλία της στα TED παρακινεί τους δασκάλους να επικοινωνήσουν με τα παιδιά αληθινά σε ανθρώπινο και προσωπικό επίπεδο, να νιώσουν την αξία και τη σημασία της ανθρώπινης επαφής και να τη βάλουν σε εφαρμογή.
Σε έναν κόσμο υπερ-συνδεδεμένο ψηφιακά όπου όλα συμβαίνουν όλο και πιο γρήγορα, η σχέση μας με τον χρόνο συνοψίζεται συνήθως στην αίσθηση ότι μας λείπει… […] Δεν κερδίζουμε πλέον χρόνο αλλά διαθέτουμε όλο και λιγότερο. Γιατί αυτό το παράδοξο; Εξοπλισμένοι με τις ψηφιακές συσκευές μας τρέχουμε από τη μια συνάντηση στην άλλη, ενώ τα πραγματικά σημαντικά πράγματα όπως είναι οι φίλοι, η οικογένεια δεν χωρούν πια σ” αυτό.
Στην ταινία Speed — Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ο κινηματογραφιστής Florian Opitz εξερευνά το ζήτημα. Με ένα βλέμμα υποκειμενικό και σαρκαστικό, καταφέρνει να προσεγγίσει το σύνθετο θέμα της επιτάχυνσης της καθημερινότητας με έναν τρόπο διασκεδαστικό και πολύ οπτικό. Θέτει ερωτήσεις σε ειδικούς της διαχείρισης του χρόνου και της εξάρτησης απο τον ψηφιακό κόσμο, σε θεραπευτές και επιστήμονες σχετικά με τα αίτια και τις επιπτώσεις της χρόνιας έλλειψης χρόνου, μιλά με συμβούλους επιχειρήσεων και πρόσωπα της χρηματοπιστωτικής αγοράς (finance). Συναντά αυτούς που ωθούν τους άλλους προς την επιτάχυνση του χρόνου τους αλλά και αυτούς που σε βοηθούν να ανακαλύψεις εκ νέου τα ευεργετήματα του αργού ρυθμού.
Την περασμένη Κυριακή στα BAFTA, η Ελεν Μίρεν βραβεύθηκε για το σύνολο της προσφοράς της στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Την παραμονή της τελετής απονομής των βραβείων BAFTA, όπου η Ελεν Μίρεν τιμήθηκε με την ύψιστη διάκριση της βρετανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας (BAFTA fellowship) για το σύνολο της προσφοράς της στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, η ηθοποιός μίλησε στον Observer εκφράζοντας τη χαρά της για τη βράβευση, αλλά και την ανησυχία της για τη βία που έχει κατακλύσει τα τελευταία χρόνια τη μεγάλη και τη μικρή οθόνη.
Επισήμανε ιδιαίτερα τη μεγάλη αύξηση των δολοφονιών γυναικών στις τηλεοπτικές ταινίες. Οπως είπε, συμφωνεί με τον θεατρικό συγγραφέα Ντέιβιντ Χέαρ, ο οποίος πρόσφατα διαμαρτυρήθηκε για την αιμοδιψή φύση των περισσότερων δραματικών σειρών που προβάλλονται στη βρετανική τηλεόραση. Και πρόσθεσε ότι υπάρχει μια σαφής «σεξιστική» διαφορά όσον αφορά τα πτώματα: «Τα περισσότερα θύματα είναι νεαρές γυναίκες», είπε.
Στην ομιλία της μεταξύ άλλων ευχαριστεί τους δασκάλους της…
Η «Nebraska» είναι μια αντί-Οδύσσεια του εικοστού πρώτου αιώνα που αναδεικνύει τον καταπιεσμένο ηρωισμό του ανθρώπου που μοιάζει εσαεί εγκλωβισμένος στη στατική, αντί-ηρωική ζωή κάθε επαρχίας. Και είναι μια αντί-Οδύσσεια διότι στο πρώτο μισάωρο δεν υπάρχει τίποτα που να προμηνύει την έλευση του ηρωικού στοιχείου. Ο «Οδυσσέας» της «Nebraska», ο Γούντι Γκραντ (έξοχος στον ρόλο του ο καρατερίστας Μπρους Ντερν), είναι ένας απότομος, ανισόρροπος, απλησίαστος και πεισμωμένα μοιρολάτρης αλκοολικός σε προχωρημένη ηλικία. Αυτός ο φαινομενικά πεπειραμένος σκιέρ των αναποδιών της ζωής είναι, εντούτοις, αρκετά αφελής να πιστεύει ότι έχει κερδίσει ένα εκατομμύριο δολάρια στο λαχείο, αψηφώντας τον ανυπόμονα οργισμένο ψόγο των αγαπημένων του προσώπων που φυσικά γνωρίζουν ότι πρόκειται για τυπική διαφημιστική απάτη.
Η ξεροκεφαλιά του Γούντι παρασύρει τον Ντέιβιντ, τον έναν από τους δυο γιους του, σε ένα ταξίδι 1.450 χιλιομέτρων, με αφετηρία το Μπίλινγκς της Μοντάνα και προορισμό το Λίνκολν της Νεμπράσκα. Οι ενδιάμεσοι σταθμοί δεν είναι τα «μαγικά νησιά» για τα οποία μιλούσε ο Γέιτς, αλλά οι απαράλλαχτα μονότονες πόλεις της αμερικανικής ενδοχώρας. Προτού φτάσουν στο Λίνκολν, οι δυο συνοδοιπόροι καταλύουν για το Σαββατοκύριακο στη γενέτειρα του Γούντι, το Χόθορν της Νεμπράσκα, μια πόλη που υπάρχει μονάχα στη φαντασία του σεναριογράφου της ταινίας, Μπομπ Νέλσον. Η μυθική Ιθάκη του Γούντι Γκραντ. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, ο υποψιασμένος θεατής καθίσταται δέσμιος των συνειρμών του. Ο Γούντι, μόνος, μαζί με τον Ντέιβιντ ή με τη συνοδεία της οικογένειάς του (έχουν καταφτάσει στην πόλη η σύζυγος και ο έτερος γιος του), επισκέπτεται τους νεκρούς συγγενείς και φίλους του στο νεκροταφείο έξω από την πόλη, αλλά και στα μπαρ και στο συνεργείο που διατηρούσε κάποτε. Ο Ντέιβιντ πληροφορείται έκπληκτος από μια παλιά αγαπημένη του πατέρα του ότι ο Γούντι είχε πολεμήσει στην Κορέα, τη δική του Τροία, γεγονός που είχε καταφέρει να κρατήσει κρυφό από τους γιους του. Και στη σεκάνς του φινάλε, όπου ο Γούντι επιστρέφει στο Χόθορν μετά το κάζο του Λίνκολν, οδηγώντας το φορτηγό που μόλις αγόρασε –φυσικά όχι με τα χρήματα του ανύπαρκτου λαχείου–, ο «Οδυσσέας» παίρνει την εκδίκησή του από τους παλιούς συνεργάτες, τους συμπολίτες και τους συγγενείς του που τον χλεύασαν για την αποκοτιά του να διεκδικήσει την τελευταία του πιθανότητα να κερδίσει τα χρήματα που λαχταρούσε να αφήσει κληρονομιά στην οικογένειά του.
Στην «Ποιητική» ο Αριστοτέλης γράφει ότι ο Ομηρος παρουσιάζει ανθρώπους καλύτερους από εμάς. Ο Γούντι σίγουρα δεν είναι ο καλύτερος άνθρωπος στη «Νεμπράσκα». Ομως η εκδίκησή του είναι η εκδίκηση ενός καλού, περήφανου και βαθιά τρυφερού ανθρώπου.
Ποιος δεν θα δάκρυζε με την ιστορία μιας μητέρας που της αποσπούν βίαια το τρίχρονο αγόρι της για να το δώσουν σε μια παρένθετη οικογένεια, ενώ εκείνη, νεαρή κοπέλα, σπαράζει πάνω στην κλειστή σιδερένια πύλη του μοναστηριού στο οποίο φιλοξενείται, ως «έκπτωτη γυναίκα»;
Η σκηνή είναι μία από τις αιχμές του δράματος που χειρίζεται ο Βρετανός Στίβεν Φρίαρς στην τελευταία του ταινία «Φιλομένα» (θα προβάλλεται από την ερχόμενη Πέμπτη). Είχα παρακολουθήσει την ταινία σε μια κατάμεστη αίθουσα, χωρητικότητας περίπου 1.000 ατόμων, τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Τορόντο, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ της πόλης. Ηταν μια ανοιχτή πρωινή προβολή για κοινό, το οποίο στη συντριπτική πλειονότητά του ήταν Καναδοί συνταξιούχοι, άντρες και γυναίκες. Παρατηρούσα τα πρόσωπα. Συγκινημένα αλλά όχι δακρυσμένα.
Ο Φρίαρς, αξιοποιώντας το υποκριτικό μέγεθος της Τζούντι Ντεντς, γυρίζει μια ταινία πάνω στη συγχώρηση (βασισμένη στο βιβλίο του Μάρτιν Σίξσμιθ «The lost child of Philomena Lee – A mother, her son and a 50 year search», το οποίο με τη σειρά του στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός). Η ηρωίδα, Φιλομένα Λι, έφηβη ακόμη, τη δεκαετία του ’50, έμεινε έγκυος, και η οικογένειά της την έστειλε σε καθολικό μοναστήρι για να την προσέχουν. Μετά την αγοραπωλησία του παιδιού της από τις μοναχές, εξαναγκάζεται να υπογράψει ότι «ποτέ δεν θα ψάξει να μάθει» τι έκανε η εκκλησία με τον γιο της. Υστερα από 50 χρόνια άκαρπων ερευνών, ηλικιωμένη πια, ξεκινάει ένα ταξίδι στην Ουάσιγκτον, όπου ενδεχομένως να βρίσκεται ο γιος της, μαζί με ένα δημοσιογράφο που ενδιαφέρεται να γράψει την ιστορία της.
Με άλλη φόρμα στην Grande Belezza, λιγότερο μπαρόκ αλλά αναλόγως φαντασμαγορική και πολυπρισματική, ο Σορεντίνο κινηματογραφεί πλονζέ και κοντρ-πλονζέ, σε ομόκεντρους κύκλους, την ψυχή της Ρώμης, της Ιταλίας, της Ευρώπης. Σήμερα. Την ψυχική πτώση, την ηθική παρακμή, το πνευματικό γήρας, τη μοναξιά, τον ναρκισσισμό, τον εγωτισμό του Ευρωπαίου διανοούμενου, του αστού, του ανέστιου. Η Ευρώπη υψώνεται σαν σωρός ερειπίων προς το μέλλον· στη βάση του σωρού απομένει το μεταφυσικό ρίγος, η αναζήτηση του απολεσθέντος ιερού, μέσα από οράματα και αμφισημίες.
Εδώ ο ιδιοφυής Ναπολιτάνος προεκτείνει τους κινηματογραφικούς διδάχους της italianità, οι οποίοι μέσα απ’ τις «ιταλικές» ταινίες τους έδωσαν αισθητό σχήμα στην ευρωπαϊκότητα, στην ψυχή της Ευρώπης. Ταυτοχρόνως, ανατρέχει και πάλι στους μαέστρους της Αναγέννησης· μετά τον Μακιαβέλι, στον νεοπλατωνικό Μπαλτασάρε Καστιλιόνε. Μα προπάντων ζωγραφίζει την Αιωνία Πόλη, λίκνο της ελληνορωμαϊκής-χριστιανικής Ευρώπης, σαν ενιαίο χώρο ζώντων και νεκρών, όπου η τέχνη είναι πιο δραστική από τους ανθρώπους. Χωρίς να θρηνεί όμως: ο κόσμος αυτός τελειώνει με έναν γδούπο, όχι μ’ έναν λυγμό. Ο Ματέο Ρέντσι χορεύει κάτω από την φωτεινή επιγραφή Martini το ρεμίξ της Ραφαέλα Καρρά.
Ένα πολύ καλό βίντεο από την RoyalSociety of Arts και τον Κέβιν Ρόμπινσον, που εκθέτει το πρόβλημα της σύγχρονης εκπαίδευσης πιάνοντάς το από τη ρίζα του.
Οι βασικές γραμμές του.
1. Οι αλλεπάλληλες «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις», που λαβαίνουν πλέον χώρα παντού στον κόσμο, αγνοούν το γεγονός ότι το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα έχει στηθεί στη βάση των νοησιαρχικών αντιλήψεων του Διαφωτισμού για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της βιομηχανικής κοινωνίας.
2. Αυτό το σύστημα, που οργανώνει το σχολείο κατά το πρότυπο του εργοστασίου και αποβλέπει στην εξατομίκευση και τον κομφορμισμό, ταξινομεί τα παιδιά σε αυτά που «πιάνουν τα γράμματα» (από τα οποία επανδρώνει τα ανώτερα στρώματα) και σε αυτά που «δεν πιάνουν τα γράμματα» (από τα οποία επανδρώνει τις τάξεις των απλών εργατών και εργαζόμενων) έχοντας για κριτήριο την ικανότητα για επαγωγική σκέψη και για αποστήθιση των Κλασικών.
3. Έτσι, εκατομμύρια παιδιά, που έχουν ένα σωρό άλλα ταλέντα αλλά όχι αυτό που ανταποκρίνεται στο παραπάνω «ακαδημαϊκό κριτήριο», καταλήγουν στα σκουπίδια −απ’ όπου και η σύγχρονη «επιδημία» των «μαθησιακών δυσκολιών», και ειδικότερα της «διαταραχής συγκέντρωσης» και της «υπερκινητικότητας», τις οποίες ελαφρά τη καρδία αντιμετωπίζουν ποτίζοντας τα παιδιά με φάρμακα, που τα κάνουν ζόμπι ενώ μερικά από τα οποία είναι και επικίνδυνα.
4. Είναι παλαβό, τη στιγμή που γεμίζουμε τον κόσμο των παιδιών με τηλεοράσεις, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ipads, iphones, διαφημίσεις, έναν ασταμάτητο καταρράκτη που τους αποσπά διαρκώς την προσοχή, να τα κατηγορούμε ότι «δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν» σε μια σχολική διδασκαλία, η οποία όπως είδαμε στηρίζεται σε ένα στενόμυαλο κριτήριο και επιπλέον έχει καταντήσει αφόρητα βαρετή.
5. Στο καθαρά εκπαιδευτικό πεδίο, πρώτο θύμα αυτής της νοοτροπίας είναι η Τέχνη, η οποία δεν εδράζεται σε μια διανοητική-εγκεφαλική απλώς προσέγγιση στα πράγματα αλλά, επιπλέον, σε μια προσέγγιση αισθητηριακή, συγκινησιακή και αισθητική, δηλαδή πληρέστερη, δημιουργική και ζωντανή.
6. Απέναντι σε αυτό το σύστημα λοιπόν, πρέπει να υπάρξει «αλλαγή παραδείγματος» και προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να βοηθήσει η ανάδειξη ενός ουσιώδους στοιχείου της δημιουργικότητας, που διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι και είναι η αποκλίνουσα σκέψη, δηλαδή η ικανότητα να σκεφτεί κανείς πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις και απαντήσεις για την επίλυση ενός προβλήματος.
7. Πρόκειται για μια ικανότητα που διαθέτουν τα παιδιά, καθώς έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας διαθέτουν αποκλίνουσα σκέψη σε ποσοστό 98%, το οποίο πέφτει στο 30% για τα ίδια παιδιά στο τέλος του Δημοτικού σχολείου, και ακόμα περισσότερο στο 12% στις ηλικίες 11-15 χρονών −πράγμα που ασφαλώς σχετίζεται με το κοινό σε όλα αυτά τα παιδιά γεγονός, ότι αλέστηκαν στο μύλο του σημερινού εκπαιδευτικού συστήματος.
Νικήτρια του Fellowship Αward στα φετινά BAFTA, η Ελεν Μίρεν παρέλαβε το βραβείο της από τον Πρίγκιπα Γουίλιαμ, μίλησε για τους δασκάλους που καθορίζουν την πορεία των ανθρώπων, για τη φιλόλογό της που της αποκάλυψε τη μαγεία της λογοτεχνίας και απήγγειλε Σαίξπηρ… μεγαλοπρεπώς.
Παρότι θεωρητικά «δράσεις ενημέρωσης και επαγρύπνησης» (π.χ. της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ., της μη κερδοσκοπικής εταιρείας Safer Internet Hellas) αποσκοπούν στην παράλληλη καλλιέργεια της ψηφιακής εγγραμματοσύνης, λειτουργούν συντριπτικά υπέρ της αποκάλυψης των κινδύνων του Διαδικτύου. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει την ύπαρξη δύο διακριτών κόσμων, του απτού και του (ύπουλου) δυνητικού, που εκθέτει στο ανίδεο κοινό.
Οταν (άλλο σποτ) ένα αγόρι περνάει με κλικ από βιντεοπαιχνίδι σε chat, μια κοπέλα με μπικίνι εμφανίζεται σαν τζίνι στο σαλόνι, ενώ ο πατέρας δίπλα διαβάζει αμέριμνα την εφημερίδα. Σε πιο ακραίο βίντεο, πτώμα επιπλέει στην πισίνα την ώρα της προπόνησης και σωριάζεται στο οικογενειακό τραπέζι, αλλά με το άνοιγμα του υπολογιστή ανασταίνεται σαν ζόμπι.
Τα αντιθετικά ζεύγη μεταφέρουν σαφές ηθικολογικό μήνυμα: ασφαλής/ανασφαλής, υγιής παιδικότητα/διεστραμμένα ενήλικα «παιχνίδια» (τζόγος, πορνό), αληθινός/τεχνητός, ζωή/θάνατος (εθισμός). Υπονοείται επίσης ότι το Διαδίκτυο επιτρέπει στον έξω κόσμο (μπαρ, κακόφημες γειτονιές, «δρόμος») να διεισδύει στους τακτοποιημένους χώρους της μεσοαστικής ζωής, εξοβελίζοντας ευεργετικές δραστηριότητες (μελέτη, άθληση, πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία). Ανάλογη κινδυνολογία προϋπήρξε για το βινύλιο, τον κινηματογράφο, τα κόμικς, τα αυτοκίνητα (και, παλαιότερα, για τα μυθιστορήματα που καταβρόχθιζαν οι γυναίκες αναγνώστριες). Η στοχοποίηση νέων μορφών τεχνοκοινωνικότητας δικαιολογεί την επιτήρηση (γονεϊκή, κρατική) της σεξουαλικότητας, επικοινωνίας και έκφρασης κυριαρχούμενων υποκειμένων που επιχειρούν «δραπέτευση» από την καθημερινότητα και την κανονικότητα.
To αφήγημα περί «ασφαλούς πλοήγησης», όπως τα επιχειρήματα υπέρ των «φίλτρων προστασίας» στην Αγγλία, προβάλλει το αναμενόμενο οικογενειακό δράμα. Ευάλωτοι πρωτάρηδες πέφτουν θύματα κάθε διαδικτυακής απάτης. Τεχνολογικά αναλφάβητοι γονείς αποδεικνύονται ανίκανοι να τους προστατεύουν. Η παρέμβαση του πατερναλιστικού κράτους και των ιδιωτικών εταιρειών (με νομοθεσία, νέες τεχνολογίες ελέγχου) επιβάλλεται.
Συναντώντας αντιρρήσεις στις φιλελεύθερες Δημοκρατίες, η ρύθμιση του Διαδικτύου προωθείται μέσα από τον ηθικό πανικό (παιδεραστία, εθισμός, πειρατεία, εκφοβισμός). Σε μια ιστορική συγκυρία σκληρής διαμάχης γύρω από την ελευθερία στην ανταλλαγή πληροφοριών, τη συλλογή προσωπικών δεδομένων από κράτη και εταιρείες και τις πολιτικές διεκδικήσεις δικτυωμένων συλλογικοτήτων, είναι δύσκολο να πιστεύουμε ότι ο λόγος περί «ασφαλούς Διαδικτύου» αφορά πρωτίστως την «προστασία των παιδιών».
Αν προβληματίζει κάτι, δεδομένου ότι οι τεράστιες δυνατότητες για δημιουργικότητα, πειραματισμό, συμμετοχή και συνεργασία που προσφέρει το Διαδίκτυο ελάχιστα αξιοποιούνται στην παιδαγωγική διαδικασία, αφορά λιγότερο τι βρίσκει ο Γιωργάκης «συνδεδεμένος», παρά τι δεν θα βρει ποτέ.
H κ. Πηνελόπη Παπαηλία διδάσκει Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.