Ο Γίρι Μέντζελ γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου στην Πράγα. Είναι ξακουστός Τσέχος σκηνοθέτης κινηματογράφου και θεάτρου, ηθοποιός και σεναριογράφος. Έγινε διάσημος το 1967 με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν κερδίζοντας το Βραβείο Καλύτερης Ξένης Ταινίας, σε μια εποχή που προανήγγελλε την «Άνοιξη της Πράγας» και το πείραμα ενός σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία, το οποίο, όμως, καταπνίγηκε στο αίμα με την εισβολή των τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Άλλη μια ταινία του, η μαύρη κωμωδία My Sweet Little Village ήταν υποψήφια για την ίδια κατηγορία βραβείων. Το 1969 το σοβιετικής καθοδήγησης καθεστώς απαγόρευσε την προβολή της ταινίας του με τίτλο Larks on a String που προβλήθηκε τελικά 20 χρόνια μετά όταν η Βελούδινη Επανάσταση έφερε το τέλος του καθεστώτος. Οι ταινίες του διαπνέονται από ένα συνδυασμό ανθρωπιστικής αντίληψης και σαρκασμού.
Στη Σταλινική Πράγα τη δεκαετία του ’50, μια ομάδα ανθρώπων που διαφωνούν με το καθεστώς βρίσκονται έγκλειστοι σε ένα κέντρο ‘εθελοντικής εργασίας’, μια ειδική φυλακή πολιτικής αναμόρφωσης. Ανάμεσά τους είναι ένας δημόσιος κατήγορος, ένας ‘παρακμιακός’, ένας παραγωγός γαλακτοκομικών και ένας μάγειρας.
Όλοι τους δουλεύουν μέσα στο αναμορφωτήριο, ενώ δίπλα τους βρίσκεται και η αντίστοιχη γυναικεία φυλακή. Σε μια κοινή συνάντηση όλων των κρατουμένων, ο νεαρός μάγειρας Πάβελ γνωρίζει μια όμορφη κρατούμενη, την Γίτκα και ερωτεύονται αμέσως.
Τώρα πρέπει να βρουν έναν τρόπο να ζήσουν την αγάπη τους και να παντρευτούν, ενώ τους χωρίζει ο τοίχος της κοινής τους φυλακής…
Ενώ οι γυναίκες προτιμούν να «ποστάρουν» φωτογραφίες από κοινωνικές συγκεντρώσεις, οι άνδρες «αναρτούν» συνήθως φωτογραφίες από χόμπι ή links που παραπέμπουν σε άρθρα πολιτικού περιεχομένου.
Νέα έρευνα έρχεται να αντικρούσει την αντίληψη αρκετών ότι τα social media -όπως το περίφημο Facebook- δεν ενισχύουν τους προσωπικούς δεσμούς. Σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τέξας η ταχύτατη διάδοση του Facebook (με 500 εκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως) φαίνεται να μην υποβαθμίζει την αλληεπίδραση μεταξύ φίλων και συναδέλφων.
«Στην πραγματικότητα, πιστεύουμε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι τα social media προσφέρουν νέες δυνατότητες έκφρασης φιλίας, αμεσότητας και κοινωνικοποίησης», δήλωσε χαρακτηριστικά ο S. Craig Watkins, αναπληρωτής καθηγητής ραδιοφώνου, τηλεόρασης και κινηματογράφου στο πανεπιστήμιο του Τέξας και επικεφαλής της έρευνας.
Σε δείγμα 900 φοιτητών και αποφοίτων, περισσότερο από το 60% των χρηστών Facebook είπε ότι στην κορυφή των αγαπημένων του δραστηριοτήτων ήταν το status update. Την ίδια στιγμή, ένα ποσοστό της τάξης του 60% έγραφε σχόλια στο προφίλ των προηγούμενων ενώ το 49% «πόσταρε» μηνύματα και σχόλια σε «φίλους».
Η χρήση του Facebook, σύμφωνα με την έρευνα, εμφανίζει διαφορές τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. «Βρήκαμε ότι το περιεχόμενο για το γυναικείο φύλο είναι πιο συναισθηματικό· αποζητούν περισσότερο τη γνωριμία», λέει ο Watkins και συνεχίζει: «Για τους άνδρες, είναι περισσότερο λειτουργικό».
Ενώ οι γυναίκες προτιμούν να «ποστάρουν» φωτογραφίες από κοινωνικές συγκεντρώσεις, οι άνδρες «αναρτούν» συνήθως φωτογραφίες από χόμπι ή links που παραπέμπουν σε άρθρα πολιτικού περιεχομένου ή ποπ-κουλτούρας. Όπως και να ‘χει η αυξανόμενη χρήση του Facebook αναδεικνύει νέες προκλήσεις για τους εφήβους καθώς χρειάζεται να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους σ’ έναν κοινωνικό κύκλο που μεγαλώνει συνέχεια.
ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ (In The Mood For Love)
Χονγκ Κονγκ, 1962. Ο Τσάου, αρχισυντάκτης μιας τοπικής εφημερίδας, μετακομίζει με τη σύζυγό του σ’ένα καινούργιο σπίτι. Εκεί γνωρίζεται με τη Λι-Ζεν, την όμορφη γυναίκα της διπλανής πόρτας, σύζυγο ενός αντιπροσώπου μεγάλης ιαπωνικής εταιρείας, ο οποίος βρίσκεται συνήθως σε επαγγελματικό ταξίδι. Η σύζυγος του Τσάου λείπει, επίσης, συχνά από το σπίτι κι έτσι εκείνος συνηθίζει όλο και περισσότερο την παρουσία της γειτόνισσάς του, Λι-Ζεν. Γίνονται φίλοι και κάποτε θα συνειδητοποιήσουν ότι οι σύζυγοί τους είναι εραστές. Ίσως κι εκείνοι μεταξύ τους; Εάν όχι ήδη, θα αφεθούν τελικά στο παράξενο αυτό παιχνίδι της μοίρας;
Το κλίμα της εποχής είναι τέλεια φωτογραφημένο με κοντινά υγρά πλάνα. Ο φακός του Κρίστοφερ Ντόιλ παρακολουθεί ηδονοβλεπτικά και πάντα από τις πιο απίθανες γωνιές, πίσω απ’ τα κάγκελα, μέσ’ από τρύπες, από θέσεις αθέατες, συνωμοτώντας στην ερωτική ασφυξία και την ηδονική απραξία του ζεύγους.
Πρώτο Βραβείο πανελλήνιου Διαγωνισμού ΕΡΤ “Ενας πλανήτης μία ευκαιρία για το περιβάλλον”. Μία παραγωγή του Λουκά Λελόβα, μαθητή του 2ου Γυμνασίου Πρέβεζας.
Κάπως έτσι πρέπει να ήταν και τότε, όταν οι κάτοικοι της καταδικασμένης πόλης επέμεναν να ζουν τις ζωές τους όπως πριν, ανίκανοι να ερμηνεύσουν τα σήματα που τους έστελνε το ηφαίστειο – το τόσο οικείο, στη σκιά του οποίου ζούσαν αυτοί και οι πρόγονοί τους, στις πλαγιές του οποίου καλλιεργούσαν τα αμπέλια των παππούδων τους. Η ανθρώπινη συνήθεια –η κατανόηση της αλληλουχίας ζωής και θανάτου– αφόπλισε τα ένστικτα επιβίωσης του καθενός και της κοινωνίας. Από τη μια στιγμή στην άλλη, οι άνθρωποι, τα ζώα τους, οι περιουσίες τους, πέρασαν από την καθημερινότητα στην καταστροφή.
Σήμερα κανείς δεν ξέρει πώς αυτή η κρίση –η προσωπική, η εθνική, η παγκόσμια– θα αλλάξει εμάς και τον κόσμο. Δεν μπορούμε να πούμε (εκτός από τους καθ’ έξιν καταστροφολόγους ανάμεσα μας) ότι ήρθε το τέλος. Αυτό που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Στην καλύτερη περίπτωση, καταλάβαμε καλά ότι ούτε η δική μας εποχή εξαιρείται από τους βίαιους κανόνες της φύσης, ούτε εμείς από τις συνέπειες των λαθών μας. Κρατάμε ακόμα τα στοιχεία της καθημερινότητας, προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα με τις στάχτες που άρχισαν να πέφτουν πάνω μας, αλλά βλέπουμε άλλους να πέφτουν και να δυσκολεύονται να σηκωθούν, και για πρώτη φορά αισθανόμαστε ότι ίσως η τέφρα θα γίνει ο τάφος μας.
Ισως είναι σύμπτωση ότι στην ίδια την Πομπηία τον τελευταίο μήνα κατέρρευσε ένα κτίριο και μέρος ενός άλλου – οι σημαντικότερες απώλειες απ’ όταν η πόλη θάφτηκε στις στάχτες του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. Ισως, όμως, είναι απόδειξη ότι, στις μέρες μας, η οικονομική κρίση, η κρατική ανικανότητα σε τόσα πράγματα και αδιαφορία (σε μικρό ή μεγάλο βαθμό) προς τη διαχείριση της ιστορικής κληρονομιάς, καθώς και οι συνέπειες της αλλαγής του κλίματος, αποτελούν ένα τοξικό μείγμα το οποίο δηλητηριάζει το σήμερα και καταδικάζει το χθες και το αύριο.
Σε παγκόσμια κλίμακα, τι βλέπουμε, πέρα από τα οικονομικά αδιέξοδα και τις κλιματικές αλλαγές που αναφέραμε; Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται στη σοβαρότερη κρίση από την ίδρυσή της, με ηγέτες ανίκανους να την ωθήσουν προς την ισχυρότερη ένωση και τη σωτηρία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βυθίζονται στην αυτοκαταστροφή της ανόητης εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης και της εμπλοκής σε πολλές ατελέσφορες διεθνείς κρίσεις. Δεν φαίνονται να πετυχαίνουν τη δική τους ανάκαμψη ούτε αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο στην αναμόρφωση του διεθνούς οικονομικού και πολιτικού συστήματος εν όψει των όλο και μεγαλύτερων κρίσεων που αυτό αντιμετωπίζει. Εάν δεν γίνουν σοβαρές προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση, αν αποτύχει η σημερινή παρέμβαση της Ε.Ε. και του ΔΝΤ στην Ευρώπη, σύντομα όποια χώρα αντιμετωπίζει πρόβλημα δεν θα μπορεί να βρει στήριγμα πουθενά. Με όλα αυτά, ο πολίτης αισθάνεται πιο ευάλωτος, πιο γυμνός, από ποτέ.
Και εμείς εδώ –ζαλισμένοι φύλακες αυτών των βράχων μέσα στη θάλασσα– τι κάνουμε; Αρχίσαμε να βλέπουμε τις πραγματικές διαστάσεις του κινδύνου: η συσσώρευση χρεών και κάθε είδους σκουπιδιών, και η σχεδόν καθολική αδιαφορία για το κοινό καλό, σχημάτισαν όχι ένα βουνό, αλλά ένα ηφαίστειο που ελευθέρωσε δυνάμεις ικανές να μας αφανίσουν. Ποτέ δεν ήταν τόσο μόνος αυτός ο λαός – είτε σαν κράτος στην κοινωνία των κρατών είτε σαν πολίτης μέσα στη χώρα του. Οχι ότι η ελληνική ιστορία δεν είναι μια αλυσίδα από πολέμους, ξένες κατοχές, επαναστάσεις, πραξικοπήματα, εμφύλιες συρράξεις, αδικίες, λοιμούς, φυσικές καταστροφές και ανυπέρβλητα χρέη. Η διαφορά σήμερα είναι ότι αισθανόμαστε πως δεν έχουμε πια τους εσωτερικούς πόρους για να αντιμετωπίσουμε την κρίση ούτε τους φίλους που είχαμε. Δεν ζούμε πια σε κοινωνία όπου ο ένας μπορεί να βοηθήσει τον άλλον· αφήσαμε το χωριό γι’ αυτό που πιστεύαμε ότι ήταν σύγχρονο κράτος, αλλά το υπονομεύσαμε οι ίδιοι με τις συμπεριφορές μας. Την ίδια ώρα, δεν υπάρχουν ξένες δυνάμεις οι οποίες –για όποιους λόγους– θα μας βοηθήσουν την κρίσιμη στιγμή, όπως έκαναν τόσες φορές στο παρελθόν.
Σήμερα η βοήθεια από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να περιμένουμε, με όλες τις δυσκολίες που αυτή δημιουργεί για την κοινωνία μας. Εχοντας προκαλέσει μόνοι μας την καταστροφή, δεν μπορούμε να περιμένουμε περισσότερα από κανέναν. Σαν τους γείτονές μας στην Πομπηία, δεν γνωρίζουμε αν όποια προσπάθεια διαφυγής και σωτηρίας έχει κανένα νόημα πλέον. Αλλά πρέπει να την κάνουμε.
Το μέλλον του Τύπου είναι ψηφιακό, λένε πολλοί. Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν γαλατικά χωριά όπου το χαρτί αντιστέκεται, όμως το ερώτημα δεν είναι «μέχρι πότε;», αλλα μέχρι πότε θα υπάρχει η έννοια της απαιτητικής, της «βαθιάς», όπως συχνά τη χαρακτηρίζουν, ανάγνωσης, μέχρι πότε θα υπάρχει η έννοια της δημιουργικής δημοσιογραφίας (που δεν είναι παραλλαγή της δημιουργικής λογιστικής).
Η κυκλοφορία των εφημερίδων μετριέται με ακρίβεια από τα πρακτορεία, όμως οι μετρήσεις τηλεθέασης είναι μια πονεμένη ιστορία. Η περιοδική αμφισβήτησή τους δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, ενώ η πιο συνηθισμένη αντίρρηση αφορά την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος. Ωστόσο, η συναίνεση (διαφημιστών και καναλιών) ως προς την αποδοχή των «επίσημων» ποσοστών τηλεθέασης βαραίνει περισσότερο από την ακρίβεια, λένε κάποιοι ειδικοί. Ομως το πεδίο στο οποίο δεν υπάρχει συναίνεση ως προς την ακρίβεια των μετρήσεων είναι το Διαδίκτυο, που αρχικά χαιρετίστηκε σαν «το πιο μετρήσιμο μέσο όλων των εποχών.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες δύο είναι οι μεγάλες εταιρείες μετρήσεων στο Διαδίκτυο, τις οποίες εμπιστεύονται οι διαφημιστές, η comScore και Νielsen, που όμως συχνά δίνουν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα ως προς τη δημοτικότητα των διάφορων ιστότοπων. Π. χ., το site της Washington Post δέχτηκε φέτος τον Μάιο 17 εκατ. επισκέπτες σύμφωνα με τη μια εταιρεία και 10 εκατ. σύμφωνα με την άλλη. Αυτή η αριθμητική αβεβαιότητα επηρεάζει άμεσα τη διαδικτυακή διαφήμιση, που γενικά παραμένει πολύ χαμηλή.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα της Σχολής Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια, το πρόβλημα με τις μετρήσεις στο Διαδίκτυο είναι το πλήθος των πραγμάτων που μπορούν να μετρηθούν. Ετσι, μεμονωμένα sites εισάγουν και άλλες παραμέτρους, όπως την «πυκνότητα της χρήσης», τον «χρόνο που διατίθεται στην ανάγνωση», τον «βαθμό διάδρασης» κ. ά. Κάποια sites πειραματίζονται με ένα άλλο εργαλείο ανάλυσης, το ChartBeat που επικεντρώνεται στις δραστηριότητες που αναπτύσσονται κατά τα τελευταία 15 δευτερόλεπτα της επίσκεψης: τι βλέπει, τι διαβάζει ο επισκέπτης, τι σχολιάζει, πού κάνει link, τι τυπώνει, τι στέλνει σε άλλους μέσω e-mail ή Τwitter κ. λπ. Εδώ σημειώθηκε μια εντυπωσιακή ανακάλυψη, δηλαδή ότι «σχεδόν όλοι οι αναγνώστες εγκαταλείπουν τα μεγάλα κείμενα προτού καν φτάσουν στη μέση». Και αυτή η διάγνωση θέτει ακανθώδη ερωτήματα ως προς τον ρόλο και τον αντίκτυπο της ψηφιακής δημοσιογραφίας.
Η αλήθεια δεν χωράει πάντα σε 17 λεξεις, σε 160 χτυπήματα. Οχι μόνο η αναζήτηση αλλά και η διατύπωσή της. Η δημοσιογραφία που δεν είναι fast food απαιτεί χρόνο όχι απλώς για τη διασταύρωση της είδησης, αλλά για το ζύγισμα, την αξιολόγηση, την ανάλυση και την παρουσίαση των «αληθινών ειδήσεων», οι οποίες, όπως είχε πει ένας κορυφαίος Αμερικανός δημοσιογράφος, ο Ρίτσαρντ Ριβς, «είναι αυτές που χρειαζόμαστε για να διατηρήσουμε τις ελευθερίες μας». Δευτερεύουσα σημασία έχει το αν αυτές οι ειδήσεις παρουσιάζονται στο χαρτί ή στην οθόνη.
Οι ελευθερίες δεν είναι δοσμένες μια για πάντα, ενώ κανείς δεν είναι ισόβιος και αδιαμφισβήτητος κάτοχος της αλήθειας. Η αναζήτηση της αλήθειας εκ μέρους του δημοσιογράφου απαιτεί χρόνο και κόπο, συχνά και ρίσκο, ενώ η παρουσίασή της δεν έχει σχέση με το μέσο (χαρτί ή οθόνη), αλλά και με κάποιους παλιομοδίτικους παράγοντες, όπως την ανεξαρτησία απέναντι στις κυβερνητικές και άλλες εξουσίες, την καλλιέργεια, την ακεραιότητα, το ύφος.
Μεγάλα λόγια και εύκολα; Ομως τα λόγια, ο λόγος, οι ιδέες μάς κράτησαν όρθιους σε δύσκολες στιγμές και ίσως θα μπορούσαν να μας κρατήσουν και σήμερα.
O Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στη LIFO:
Τον τελευταίο καιρό, η έγνοια της δουλειάς και η ατμόσφαιρα της πόλης με έχουν απομακρύνει από ό,τι κάνει ωραία τη ζωή: την Τέχνη, τους φίλους, τα ταξίδια. Αλλά, μια σύμπτωση, συχνά με αποζημιώνει. Στο μάρμαρο του μπάνιου, δεν ξέρω πώς, βρέθηκε ξανά παρατημένο ένα παλιό μου CD: Τα τέσσερα τελευταία τραγούδια του Ρίχαρντ Στράους με την Ελίζαμπεθ Σβάρτσκοπφ, στην κλασική ηχογράφηση του Szell (1966).
Αν και δεν έχει τον απαλό ίλιγγο (τόσο απαλό που μοιάζει με τρέμισμα του αέρα) στην κορυφαία εκτέλεση της Γκούντουλα Γιάνοβιτς με τον Κάραγιαν (1973), αυτή εδώ είναι η εκτέλεση που αγάπησα – και τώρα την ξανακούω καταλαβαίνοντας καλύτερα. Διότι αυτά τα τέσσερα ποιήματα που μοιάζουν με αποχαιρετισμό στη ζωή καθώς πέφτει η νύχτα (η πατρίδα του ρομαντισμού) αλλιώς τα καταλαβαίνει ένα παιδί κι αλλιώς ένας προχωρημένος ενήλιξ.
Τα έγραψε ο Ρίχαρντ Στράους στα 86 χρόνια του, για να παιχτούν μετά την αποδημία του. Τα τρία βασίζονται σε ποιήματα του Χέρμαν Έσσε, το τέταρτο και καλύτερο είναι πάνω σε στίχους ενός πιο άδοξου ρομαντικού ποιητή, του Γιόζεφ φον Άιχεντορφ. Μιλούν για την κούραση της περιπλάνησης, τη βροχή του Σεπτέμβρη σε έναν κήπο που πεθαίνει (η «σπασμένη σέρα» του Καρυωτάκη), την ήσυχη ενατένιση της μέρας που τελειώνει, διπλώνοντας τον κόσμο σαν λουλούδι (ολόιδια αίσθηση ανακαλεί η «Πρωτομαγιά» του Βιζυηνού και όλοι σχεδόν οι Έλληνες της «Χαμηλής Φωνής») – με λίγα λόγια: είναι το αντίο του κόσμου, με αξιοπρέπεια, αποδοχή, γαλήνη.
Τα έγχορδα (σαν θάλασσα, βαθύς κυματισμός), το όμποε και το κόρνο αναπτύσσουν τεράστιες μουσικές προτάσεις που εκρήγνυνται και σβήνουν με την υπόκωφη δύναμη του παφλασμού – σαν να ακούς από μακριά τον ωκεανό. Δημιουργούν την αίσθηση της καστανής, βρεγμένης γης στις άδειες εκτάσεις της Μεσευρώπης, την «έρημη κι άδεια θάλασσα» του Τριστάνου και της Ιζόλδης που αναφέρει ο Έλιοτ -τοπία που ο Φρίντριχ έκανε ζωγραφική και ο Γκέοργκ Τρακλ στίχους. Πάνω από αυτό το βαθύ, πυκνό ύφασμα, η γυάλινη φωνή της σοπράνο λάμπει σαν ακτίνα λέιζερ: κάτι σκληρό και ολόφωτο. Όπως η ζωή.
Ακούω, λοιπόν, σχεδόν κάθε πρωί αυτό το CD και κατά κάποιον τρόπο παρηγοριέμαι. Θα περάσει κι αυτό!
Σας μεταφράζω βιαστικά (από τα αγγλικά) τους στίχους του Άιχεντορφ για το τέταρτο και τελευταίο τραγούδι.
Στη Δύση – Im Abendrot
Περάσαμε μέσα από χαρές και λύπες
χέρι χέρι
Τώρα μπορούμε να ξεκουραστούμε από την περιπλάνηση
“Cadavre Exquis” είναι το όνομα μιας τεχνικής που επινοήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τους Σουρεαλιστές και αφορά τη συνένωση λέξεων ή εικόνων που προέρχονται από πολλούς συνδημιουργούς, με τελικό στόχο τον σχηματισμό ενός ενιαίου έργου. Ο γνωστός αμερικάνος σκηνοθέτης Τιμ Μπάρτον μεταφέρει την παραπάνω μέθοδο στον κόσμο του διαδικτύου και ζητά από τους χρήστες του Twitter tweets. να συνθέσουν από κοινού μια συλλογική ιστορία, χρησιμοποιώντας tweets.
Στο εγχείρημα μπορεί να συμμετάσχει οποιοσδήποτε πηγαίνοντας στη σελίδα #BurtonStory και συνεχίζοντάς την ιστορία από το τελευταίο tweet. Για να συμπεριληφθεί το tweet του στην σελίδα, αρκεί να προσθέσει στο τέλος του το hashtag #BurtonStory. Ο κάθε χρήστης μπορεί να στείλει όσα tweets θέλει, αλλά μόνο τα καλύτερα από αυτά θα επιλεγούν για το χτίσιμο της ιστορίας.
Το “Tim Burton’s Cadavre Exquis” ξεκίνησε στις 22 Νοεμβρίου και θα ολοκληρωθεί στις 6 Δεκεμβρίου 2010. Το «πείραμα» διεξάγεται στα πλαίσια έκθεσης που θα πραγματοποιήσει ο σκηνοθέτης στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο (TIFF).
Στη σελίδα burtonstory.com μπορείτε να παρακολουθήσετε την εξέλιξη της ιστορίας αλλά και να διαβάσετε όλα τα tweets που έχουν υποβληθεί.
Πείτε μου αν το κάνετε αυτό: αρχίζετε να περπατάτε κάπου, βγάζετε το smartphone, τσεκάρετε τα e-mail, το Facebook και το Twitter, ξαναβάζετε το κινητό στην τσέπη σας, το ξαναβγάζετε ένα λεπτό αργότερα και επαναλαμβάνετε.
Εγώ το κάνω αυτό, όπως και πολλοί άλλοι. Αν συνδυάσουμε αυτή την έλλειψη αυτοελέγχου με τις όλο και συχνότερες «ενημερώσεις» (ή αλλιώς, updates), το αποτέλεσμα είναι μια ανώφελη περίσπαση. Γιατί όλες αυτές οι «ενημερώσεις» δεν είναι πληροφόρηση. Αντί για την Εποχή της Πληροφορίας, ζούμε στην Εποχή της Φλυαρίας.
Μερικές φορές η «πληροφορία» είναι απλώς ψεύτικη, όπως στην περίπτωση του «αγοριού με το αερόστατο» πέρυσι: Οι γονείς ενός παιδιού ανέφεραν ότι ο γιος τους βρισκόταν μόνος, ψηλά στον ουρανό, με αερόστατο· έπειτα από πολλές ώρες φρενιτωδών εκδηλώσεων ανησυχίας στην τηλεόραση και στο Twitter, αποκαλύφθηκε ότι η όλη ιστορία ήταν φάρσα. Αν επέστρεφες στον υπολογιστή σου λίγο αργότερα, όπως έκανα εγώ, τα έβλεπες όλα να έρχονται από αντίθετη κατεύθυνση: μηνύματα στο Twitter που σου έλεγαν ότι η ιστορία ήταν κάλπικος πανικός, ενώ υπήρχαν ακόμη τα e-mail που μιλούσαν για την τραγωδία. Δεν ήταν ένα σπάνιο περιστατικό. Υπάρχει ένα ολόκληρο οικοσύστημα αφιερωμένο στο να δημιουργεί και να διαδίδει μη πληροφορίες. Αν αναβάλατε επί μήνες ν’ αγοράσετε ένα καινούργιο κινητό, επειδή το iPhone επρόκειτο, «όπου να ’ναι», να βγει σε νέα, βελτιωμένη εκδοχή, θα νιώσατε ίσως τις συνέπειες αυτής της διαδικτυακής φλυαρίας. Πολλά μπλογκ διαβεβαίωναν εμπιστευτικά ότι σύντομα θα έβγαινε στην αγορά το «Verizon iPhone 2010».
Αυτό ήταν θόρυβος, δεν ήταν πληροφόρηση.
Συχνά, αυτή η μη πληροφόρηση αποκτά πολιτικό χρώμα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την ιατρική περίθαλψη το καλοκαίρι του 2009, πολλοί Αμερικανοί έλαβαν e-mail με τον ισχυρισμό ότι το νομοσχέδιο των Δημοκρατικών για την υγεία θα περιλάμβανε την υποχρέωση να συμμετέχουν όλοι οι ηλικιωμένοι σε συμβουλευτικές συνεδρίες για την ευθανασία. Αυτό προκάλεσε έναν γύρο «αντι-διαδόσεων» καθώς διάφορες ιστοσελίδες ανέλαβαν να διαψεύσουν αυτές τις φήμες. Πιο πρόσφατα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοήθησαν να διαδοθεί η (ανακριβής) φήμη ότι, «αν περάσεις παράνομα τα σύνορα των ΗΠΑ, παίρνεις αμέσως κάρτα κοινωνικής ασφάλισης».
Αναπόφευκτα, πολλοί άνθρωποι βγήκαν για να διαψεύσουν και αυτήν τη φήμη. Είναι όμως παράλογο, όταν ευφυείς άνθρωποι αισθάνονται υποχρεωμένοι να απαντούν σε αβάσιμες φήμες που αποκτούν κύρος μόνο και μόνο επειδή κυκλοφορούν τόσο γρήγορα. Στη διάρκεια της πρόσφατης εκλογικής περιόδου, είδα μια ατελείωτη σειρά από μηνύματα που επιχειρηματολογούσαν με πάθος για τα αίτια της αποτυχίας των Δημοκρατικών: εξαιτίας των φόρων, επειδή ο πρόεδρος δεν πρόβαλε αρκετά την πολιτική του, επειδή ο κόσμος ήταν δυσαρεστημένος για τη μεταρρύθμιση στην υγεία.
Κι ωστόσο, το βασικό θέμα είναι απλό και καλά τεκμηριωμένο: Αν η οικονομία δεν πάει καλά την τελευταία χρονιά, ο κόσμος καταψηφίζει το κόμμα που έχει την εξουσία· αν πάει καλά, επανεκλέγουν τους υποψήφιους. Ολα τα άλλα είναι θόρυβος, που το αποτέλεσμά του είναι η συνεχής εστίαση στα βραχυπρόθεσμα σκαμπανεβάσματα παρά στη μακροπρόθεσμη κατάσταση.
Καθώς το μυαλό μας γεμίζει με φλυαρία, υπάρχει κάθε λόγος να σκεφτούμε ότι αυτό δεν μπορεί παρά να χειροτερέψει. Και η τεχνολογία δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Τα καλύτερα φίλτρα και οι διάφορες άλλες εφαρμογές, σαν το LeechBlock και το Freedom, δεν πρόκειται να λύσουν το πρόβλημα.
Αν πράγματι προτιμάμε την Εποχή της Πληροφορίας από την Εποχή της Φλυαρίας, μία μόνο λύση υπάρχει: να μάθουμε και πάλι τον αυτοέλεγχο.
Το «έγκλημα» είναι συχνότατα οφθαλμοφανές. Μια απλή ματιά στα δύο «επιστημονικά» κείμενα, μία «κατ’ αντιπαράσταση» εξέτασή τους, φτάνει για να αποκαλυφθεί η αντιγραφή, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις, ο «θύτης» δεν αλλάζει ούτε ένα κόμμα ούτε μια τελεία. Και όμως, πολλά ελληνικά ΑΕΙ –εκεί λαμβάνει χώρα το όργιο της λογοκλοπής– επιλέγουν να καλύπτουν με πέπλο σιωπής τις σχετικές υποθέσεις, αφήνοντας ατιμώρητους τους ένοχους καθηγητές και εκτεθειμένους όσους ξεσκεπάζουν το πρόβλημα. «Εάν επρόκειτο για φοιτητές, θα είχε εξαντληθεί η αυστηρότητα του συστήματος. Οταν πρόκειται για καθηγητές, το σύστημα ξέρει να κάνει καλά τα στραβά μάτια», λέγεται χαρακτηριστικά στους διαδρόμους των πανεπιστημίων.
Καταγγελία
Είναι απίστευτο, κι όμως από το 2005, οπότε έγινε η πρώτη καταγγελία για κραυγαλέα υπόθεση λογοκλοπής σε μεγάλο ΑΕΙ της Βόρειας Ελλάδας, η ΕΔΕ διετάχθη μόλις πρόσφατα και μάλιστα αφού το αδίκημα κινδυνεύει να παραγραφεί και ο «θύτης» έχει συνταξιοδοτηθεί! Ο τελευταίος είχε προσκομίσει σε διαδικασία εκλογής για τη θέση του αναπληρωτή καθηγητή την πτυχιακή εργασία του φοιτητή του, τότε, κ. Αγγελου Ροδαφηνού, ο οποίος και προχώρησε σε όλες τις προβλεπόμενες ενέργειες για ακύρωση της εκλογής (η θέση είχε κατοχυρωθεί στον θύτη) και δικαίωσή του. Ομως, όπως λέει ο ίδιος στην «Κ», οι πόρτες που χτύπαγε παρέμεναν κλειστές και οι διαδικασίες δυσκίνητες. Την ίδια ώρα, κι ενώ σε σχετικό πόρισμά του το Σώμα Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης αναφέρει ότι η διαδικασία εκλογής υπήρξε παράνομη, ακόμη εκκρεμεί η εκδίκαση της υπόθεσης από τα δικαστήρια… «Είναι σαφές ότι αποθαρρύνεται η καταγγελία τέτοιων υποθέσεων. Αντί να υπάρξει οποιαδήποτε κύρωση στην πλευρά που ενοχοποιείται για τη λογοκλοπή και τη διοίκηση που συγκαλύπτει τις παρανομίες, έχω εμπλακεί σε έναν γραφειοκρατικό κυκεώνα», σχολιάζει στην «Κ» ο κ. Ροδαφηνός.
Εν τω μεταξύ, τα κρούσματα πληθαίνουν. «Καθηγητές συμπληρώνουν το βιογραφικό τους κυριολεκτικά με τη μέθοδο του copy paste», λένε χαρακτηριστικά στην «Κ» μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αστείρευτη είναι άλλωστε η παγκόσμια δεξαμενή συγγραμμάτων. Ενώ όμως το υπουργείο Παιδείας δέχεται καθημερινά καταγγελίες από θιγόμενους καθηγητές, αλλά και από φοιτητές για αντιγραφές σχεδόν «λέξη προς λέξη», διαμηνύεται επισήμως ότι το θέμα της λογοκλοπής «εκφεύγει του ελέγχου νομιμότητας του υπουργείου… που δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας». «Σε περίπτωση που κριθεί από τα ποινικά δικαστήρια ότι ο καθ’ ου η καταγγελία – κατηγορούμενος σε αυτά έχει πράγματι διενεργήσει λογοκλοπή ή απάτη, όπως υποστηρίζει ο καταγγέλλων, τότε η αρμοδιότητα του υπουργού συνίσταται στη μετά την κοινοποίηση της καταδικαστικής για τον ανωτέρω ποινικής αποφάσεως έκδοση απόφασης αποχής από τα καθήκοντα αυτού στο ΑΕΙ, των δε πρυτανικών αρχών στην άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατ’ αυτού». Οσο βέβαια… αναμένουν τις αποφάσεις των δικαστηρίων, οι όποιοι λογοκλόποι συνεχίζουν να στήνουν την καριέρα τους πάνω στον κόπο συναδέλφων τους από το εξωτερικό –ή και φοιτητών–, εισπράττοντας από το κράτος τα έσοδα πώλησης των βιβλίων τους.
«Για ποια “θέματα ουσίας” μιλάμε όταν η λογοκλοπή είναι αυτούσια μετάφραση, σε τέτοιο βαθμό που και μικρό παιδί θα έβλεπε;» αναρωτιούνται φοιτητές σε εκπαιδευτικό φόρουμ, με αφορμή έτερη υπόθεση αντιγραφής από καθηγητή του ίδιου ΑΕΙ ο οποίος «μετέφρασε» ξένη εργασία περίπου «λέξη προς λέξη» (και οι δύο εργασίες βρίσκονται στη διάθεση της «Κ»). Οπως όμως επισήμανε κάποιος άλλος, το Τμήμα του πήρε ήδη δραστικά μέτρα για να τον τιμωρήσει και παράλληλα να δώσει και το παράδειγμα για τυχόν άλλους που θα σκέφτονταν να πράξουν το ίδιο: πριν από δύο εβδομάδες, τον εξέλεξε αναπληρωτή καθηγητή, παρότι οι εκλέκτορες είχαν λάβει την ημέρα της εκλογής αντίγραφα των λογοκλοπών…
Στους Διαλόγους των Αθηνών, που οργάνωσε το Ιδρυμα Ωνάση, κατά την έναρξή του ετέθησαν ενδιαφέροντα ερωτήματα για το πώς η αρχαιοελληνική κληρονομιά μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ανάγνωση του παρόντος. Η τραγωδία, η ιστοριογραφία, η ρητορική, η φιλοσοφία, η δημοκρατική πράξις προσφέρουν πλούσιο οπλοστάσιο εννοιών και στοχασμού, εντοπιζόμενα όλα στον πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ιδίως στην εποχή της βαθιάς και διαρκούς κρίσης που διανύουμε, έννοιες όπως Υβρις, Νέμεσις, Κάθαρσις, Λόγος, Μέτρο, Μέτοικος, Ικέτης, Ξένος, Μήτις κ.λπ., πυρηνικές όχι μόνο στην τραγωδία, αλλά και στο έπος και στη ρητορική και στη φιλοσοφία, μάς βοηθούν να ξαναδούμε τον καιρό μας, τις αντινομίες των κοινωνιών, τις ανεπάρκειες των πολιτικών συστημάτων, το ηθικό έλλειμμα, τις ιδεοληψίες που παραμερίζουν βίαια τον αναστοχασμό.
Οι ομιλητές, και ιδίως ο κινηματογραφούμενος σπουδαίος Γερμανός δημιουργός του θεάτρου, ο Πέτερ Στάιν, επεσήμαναν ότι η τραγωδία, ως αναστοχασμός της ανθρώπινης κατάστασης, μάς βοηθάει να αντέξουμε την ανθρώπινη μοίρα, σαν γενναίοι, σαν ήρωες, και επιπλέον μας βοηθάει να δούμε τον κόσμο πολιτικά: εγγεγραμμένο στη μακρά διάρκεια αλλά και στο ενοχλητικό, κάποτε αμείλικτο, παρόν.
Αστείρευτη δεξαμενή σοφίας, λοιπόν, και διαρκές όφελος, η αρχαίων ονομάτων επίσκεψις. Τι γίνεται όμως με τα νεότερα ονόματα, τα σημερινά; Τι γίνεται με τη σύγχρονη Ελλάδα; Τι μάθημα έχει να προσφέρει στη συγγενή της Ευρώπη, στον κόσμο, η Ελληνική Δημοκρατία του 2010, ευρισκόμενη σε βαθιά οικονομική κρίση, μα και σε κρίση αυτοαναγνώρισης, κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού;
Η κρίση της, το πάθημά της, είναι το μάθημα που μπορεί να προσφέρει. Το ’χει ξαναπροσφέρει αυτό το μάθημα στην Ευρώπη· σε όλη τη νεότερη ιστορία, από τον Αγώνα του ’21 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Πόλεμο του ’40 και την Κατοχή, έως τη μοντέρνα δικτατορία του 1967, η Ελλάδα προσφέρει στους λαούς και στα έθνη της Ευρώπης το μαρτύριό της, τον αγώνα της, την ντροπή, την ήττα της και την καταστροφή της, σαν παράδειγμα, προς μίμηση ή προς αποφυγή.
Πρόσφερε ένα μάθημα ηρωισμού. Το Μεσολόγγι ίδρυσε τη νεότερη Ελλάδα στα μάτια του Σολωμού και στα μάτια του Μπάιρον, και ταυτόχρονα έδωσε υπόσταση στη ρομαντική σύλληψη της ελευθερίας, του έθνους, της μάχης με την τυραννία, υποστασίωσε την είσοδο στη νεωτερικότητα, με τρόπο δραματικό, τον τρόπο κατά τον οποίο ζωγράφιζαν το νεωτερικό πολιτικό ο Γκόγια και ο Ντελακρουά, οι μεγάλοι ρομαντικοί.
Στην ώριμη μετανεωρικότητα, τύχη χαλεπή φέρνει πάλι την Ελλάδα ως δυνάμει παράδειγμα. Το πάθημά της οφείλεται εν πολλοίς στην ίδια, δηλαδή στους ανθρώπους της, αλλά και στην ευρωπαϊκή, διεθνή παθογένεια. Την αφροσύνη, την απληστία, την Υβριν δεν την διέπραξαν μόνοι οι Ελληνες, αυτονομημένοι και ανέπαφοι από την ξέφρενη κυκλοφορία κεφαλαίων και τον ραγδαίο μετασχηματισμό του καταμερισμού εργασίας, από τη λήξη του διπολικού κόσμου και την αναδιανομή σφαιρών επιρροής και αγορών. Η ασήμαντη οικονομική Ελλάδα, μονοψήφιο πολλοστημόριο του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, διά του τρόπου καταρρεύσεως και της τιμωρίας της, λειτουργεί και πάλι ως παράδειγμα. Προς ονειδισμό και αποφυγή. Από τέτοια διαδικασία ενοχοποίησης, χλεύης και αυτολοιδορίας πέρασαν οι Ελληνες προτού τεθούν υπό επιτήρηση και υποθηκεύσουν την εθνική τους κυριαρχία.
Εξι μήνες αργότερα, την τύχη της Ελλάδος φαίνεται να ακολουθούν και άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, οι μικρές Ιρλανδία, Πορτογαλία, ενώ πιέζεται η μεγάλη Ισπανία, ακόμη και το Βέλγιο, έδρα της κλονιζόμενης ευρωπαϊκής ομοσπονδίας. Ιδού, λοιπόν, το ελληνικό μάθημα: οι αδύναμοι φορείς του ισχυρού νομίσματος, αδύναμοι τροφοδότες πλέον των βορείων πλεονασμάτων, μετατρέπονται σε παρίες. Η ευρωπαϊκή ιδέα, μια πρωτοφανής ιστορικά ένωση ελευθέρων κρατών, φτιαγμένη για να αποτρέψει πολέμους σαν του 20ού αιώνα, υπονομεύεται από την απληστία, τις ιδεοληψίες, την κατίσχυση του χρήματος επί της πολιτικής, των υπερεθνικών τραπεζών επί των εθνικών κυβερνήσεων.
Το στερεότυπο της ατίθασης, πονηρής, «ανατολικής» Ελλάδος, που δολίως και χαριστικά εισήλθε στο ευρωπαϊκό κλαμπ, ήταν πρώτης τάξεως παράδειγμα προς αποφυγή. Τόσο ισχυρό στερεότυπο που το πίστεψαν και οι ίδιοι οι Ελληνες, και όχι μόνο το πίστεψαν αλλά επαναπαύθηκαν στο οριενταλιστικό στερεότυπο και έκαναν τα πάντα για να το ενισχύσουν, κατατρώγοντας τον δημόσιο χώρο, τους εθνικούς πόρους, το συλλογικό φρόνημα. Επισπεύδοντας τη χρεοκοπία και την υποδούλωση.
Δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα, την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν… Ιδού το εκκρεμές: από μάθημα ηρωισμού για τη ρομαντική Ευρώπη του 19ου αι., μάθημα εξευτελισμού και υποταγής για τη μεταμοντέρνα Ευρώπη του χρήματος στον 21ο αιώνα. Η Ελλάδα πάλι διδάσκει τα παθήματά της. Εως την κάθαρση.
Χτες είδα το φιλμ την ταινία “Μια χρονιά ακόμα” η οποία αφήνει μια πικρή επίγευση χάρη στην εξαιρετική ερμηνεία της Λέσλι Μάνβιλ.
Η ζωή είναι ένα δέντρο, οι άνθρωποι τα κλαδιά του και οι συναισθηματικές εποχές καθρεφτίζονται στα φύλλα που αλλάζουν χρώμα, πέφτουν και ξαναφυτρώνουν. Οι τέσσερις εποχές διαδέχονται η μία την άλλη σαν κεφάλαια μιας απλής, συνηθισμένης ιστορίας.
Ενα σύντομο πέρασμα της ηθοποιού Imelda Stauntonμας θύμισε τη συγκλονιστική ερμηνεία της στο “Μυστικό της Βέρας Ντρέικ”.
Οι ταινίες του Βρετανού Μάικ Λι είναι δράματα σε μικρή κλίμακα, αλλά με υπαρξιακό βάθος. Στην πρόσφατη, «Μια χρονιά ακόμα», οι εποχές του χρόνου διαδέχονται η μία την άλλη σαν κεφάλαια μιας αποσπασματικής ιστορίας, απλής και συνηθισμένης, όπως η ζωή. Ο Λι είναι διακριτικός, μεθοδικός και εύστοχος σε αυτή την αναπαράσταση του «απλού» και του «συνηθισμένου».
Πρώτο κεφάλαιο σε αυτό το κοντσέρτο των τεσσάρων εποχών είναι η «άνοιξη» και τελευταίο ο «χειμώνας». Με τον ερχομό της άνοιξης, μια υπερκινητική μοναχική πενηντάρα, η Μέρι, που πίνει διαρκώς και μιλάει σαν πολυβόλο, εμφανίζεται σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά και πως η ζωή της θα αλλάξει χάρη σε ένα αυτοκίνητο, που μόλις της κόστισε 600 λίρες. Προς τα μέσα του χειμώνα θα πέσει από τα σύννεφα. Η ψευδαίσθηση της ευτυχίας της δεν αξίζει παρά 20 λίρες, όσο και ένα μπουκάλι φτηνής σαμπάνιας. Το ντελαπάρισμα στη σκληρή πραγματικότητα είναι ένα γεγονός και η απελπισμένη γυναίκα αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η βαθιά επιθυμία της για μιαν άλλη ζωή πρέπει να αντιμετωπιστεί από την ίδια με πιο αποτελεσματικό τρόπο.
Η άνοιξη του Μάικ Λι είναι τυπικά βρετανική, περιγράφεται με μουντά χρώματα και αποτελεί την εισαγωγή σε μια ταινία άλλοτε ανάλαφρη και άλλοτε καταθλιπτική. Ο χειμώνας, που είναι και αυτός μουντός, μοιάζει με το τέλος μιας ψυχαναλυτικής συνεδρίας. Η νευρωτική, υποχόνδρια και ολίγον αστεία Μέρι, από περιφερειακός χαρακτήρας μιας αποσπασματικής ταινίας, καταλήγει να γίνει το κεντρικό πρόσωπο σε ένα δράμα ανοιχτό στη ζωή, ανεπαίσθητα μελαγχολικό και αισιόδοξο.
Ηρεμία στον πυρήνα
Στο μικρό σύμπαν του Λι συναντάμε ποικιλία χαρακτήρων και συμπεριφορών: νευρωτικοί (όπως η Μέρι) καταθλιπτικοί, τσακισμένοι ή συμβιβασμένοι, άνθρωποι σε σύγχυση ή με συσσωρευμένο θυμό, αλλά και άνθρωποι χαρούμενοι με πάθος για ζωή. Ενας μικρόκοσμος, που βρίσκεται σε συνεχή κυκλική τροχιά, όπως οι δορυφόροι, γύρω από ένα σταθερό σημείο που συγκρατεί ισορροπίες. Κέντρο αυτού του μικρού σύμπαντος είναι ένα ευτυχισμένο μεσήλικο ζευγάρι, ο Τομ και η Τζέρι(!), που αντιμετωπίζουν τα πάντα στωικά. Γι’ αυτούς, η ζωή και ο θάνατος, η ευτυχία και η δυστυχία αποτελούν μια ενότητα σε έναν αέναο κύκλο.
Στον πυρήνα της ταινίας επικρατεί ηρεμία, σαν και αυτή που συναντάμε στον κινηματογράφο του Γιασουτζίρο Οζου. Στο κέλυφός της επικρατεί ταραχή, μια σειρά από τραγικές και κωμικές καταστάσεις που συνθέτουν το μόνιμο και αγαπημένο θέμα του Λι: την πραγματικότητα. Ο Τομ και η Τζέρι είναι το αντίστοιχο του συμβιβαστικού φωτογράφου Μορίς στα «Μυστικά και ψέματα» ή του κυνικού περιθωριακού Τζόνι στον «Γυμνό», που καθιέρωσε τον Λι το 1993.
Εμπιστοσύνη
Ο Μάικ Λι, ο Κεν Λόουτς και ο Στίβεν Φρίαρς ανήκουν στην ίδια γενιά, που έδωσε πνοή στον αγγλικό κινηματογράφο μετά το τέλος του φρι σίνεμα. Ο Λόουτς μετέπλασε την εικόνα της πραγματικότητας, το ντοκιμαντέρ, σε κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο. Ο Φρίαρς ακολούθησε σταθερά και με συνέπεια τον ρεαλισμό, επιδεικνύοντας, ενίοτε, τη δεξιοτεχνία του. Ο Μάικ Λι, ο οποίος επηρεάστηκε αρκετά από το θέατρο του Πίτερ Μπρουκ, ανακάλυψε στον ρεαλισμό τον πιο κατάλληλο βατήρα για τη βουτιά του στο δράμα του σύγχρονου ανθρώπου. Το υπαρξιακό βάθος της πραγματικότητας και η εμπιστοσύνη στον ηθοποιό καθόρισαν εδώ και πολλά χρόνια τη μορφή και το περιεχόμενο, το ύφος και το ήθος των ταινιών του. Η κάμερα μπορεί να σε ταξιδέψει και να σε πάει μακριά, όμως, μόνον ο ηθοποιός μπορεί να σε οδηγήσει στο βάθος των πραγμάτων με μιαν ανεπαίσθητη σύσπαση του προσώπου.
Οι ταινίες του Λι από την εποχή που δούλευε για το BBC μέχρι σήμερα είναι καθημερινές, οικογενειακές ιστορίες ανθρώπων που συνθλίβονται ανάμεσα σε καλά κρυμμένα μυστικά και ψέματα της ζωής τους. Ιστορίες ανθρώπων, που φοβούνται την αλήθεια και που αναρωτιούνται αν ζουν πραγματικά. Η μοναδικότητα αυτών των ταινιών οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται ο Λι το κατεξοχήν εκφραστικό εργαλείο του: τον ηθοποιό που παρακινείται να αυτοσχεδιάσει ελεύθερα μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά οργανωμένο από την ίδια τη ζωή. Αυτός είναι ο ρεαλισμός του Μάικ Λι.
Οι σινεφίλ θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν την υπέροχη μουσική του Νίνο Ρότα που σε ταξιδεύει στους τόπους και στους ανθρώπους για τους οποίους μιλούν οι ταινίες του Φελίνι. Ραντεβού λοιπόν στις 12 Δεκεμβρίου, Κυριακή, σε δύο παραστάσεις, μεσημέρι 12.30 και βράδυ 20.30 – ναι! Οκτώμισι, όπως του Φελίνι –στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ο ανιψιός του Ρότα, αρχιμουσικός Μαρτσέλο Ρότα θα διευθύνει τη Νέα Συμφωνική Ορχήστρα της Σόφιας.
Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους, εσύ το ίδιο. Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά.
Πιάσανε πολλοί πατριώτες μας καπετάνιοι να με συμβουλέψουνε. Αλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Με πήρε το φιλότιμο. Ετοιμάστηκα να πάρω του τρίτου. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδελφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ‘δινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. Του τα ‘πα. Να γίνεις μαρκονιστής, μου ‘πε. Απ’ το να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο.
Νίκος Καββαδίας, Βάρδια
Εκατό χρόνια πέρασαν από τη γέννηση ενός από τους σημαντικότερους και πιο εμπνευσμένους Ελληνες ποιητές του 20ού αιώνα, του Νίκου Καββαδία, και είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των εκδηλώσεων που έγιναν προς τιμήν του, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε αρκετές πόλεις του εξωτερικού, αποδεικνύοντας πως ο «ποιητής της θάλασσας» κατατάσσεται πλέον στη χορεία των «σύγχρονων κλασικών». Ο «Μαραμπού», προσωνύμιο με το οποίο καθιερώθηκε από το 1933 όταν εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή, άφησε πολύ περιορισμένο σε έκταση έργο· ανήκει σχηματικά στη γενιά του ’30, στον χώρο της οποίας όμως κατέχει μια ιδιότυπη θέση. Η πρώτη του ποιητική συλλογή θα γίνει δεκτή με ανάμεικτα συναισθήματα στους λογοτεχνικούς κύκλους. Μόνον ο Φώτος Πολίτης και ο Κώστας Βάρναλης θα μιλήσουν με ενθουσιασμό για τον νέο ποιητή. Ο ποιητικός του λόγος εξέφρασε την ανάγκη απόδρασης από τη σύγχρονη του ποιητή ελληνική πραγματικότητα, κυρίως μέσα από τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού και του εξωτισμού, και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία προς την αφαίρεση και τα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως στο πλαίσιο της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής.
Η βιωματική του ποίηση, που αρδεύεται από την ιδιωματική γλώσσα των ναυτικών, και η άψογη δημοτική του με τον ομοιοκατάληκτο στίχο, δυσχεραίνουν την κατάταξή του σε μία από τις σχολές της ελληνικής ποίησης και τον αφήνουν έξω απ’ όλες τις ποιητικές ανθολογίες· ο Καββαδίας ακολουθεί μέχρι και τον θάνατό του έναν μοναχικό δημιουργικό δρόμο. Το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, πράγμα που εξηγεί ίσως γιατί συνδέουμε συνήθως τον Καββαδία με έμμετρα ποιήματα, με χαρακτηριστικό «εξωτικό» λεξιλόγιο, και όχι με τα εξαιρετικού ενδιαφέροντος πεζά του.
Η έκταση του έργου, βέβαια, είναι αντιστρόφως ανάλογη της απήχησης που είχε και συνεχίζει να έχει. Η απήχηση του Καββαδία και του έργου του εκτοξεύτηκε τη δεκαετία του 1980, με τις πρώτες μελοποιήσεις των ποιημάτων του από διαφόρους συνθέτες, κυρίως με τον Σταυρό του Νότου του Θάνου Μικρούτσικου, ενώ ακολούθησαν Οι γραμμές των Οριζόντων από τον ίδιο συνθέτη. Σπάνια το πλατύ κοινό «κατάλαβε» και αγάπησε έναν ποιητή τόσο ερμητικό. Γιατί, μολονότι ο Καββαδίας κατά καιρούς χαρακτηρίστηκε εύκολος, ελάσσων και εξωτικός, οι στίχοι μέσα από τους οποίους εκφράζεται ο ιδιαίτερος προσωπικός του μύθος είναι συχνά δυσνόητοι. Παραδόξως, όσο πιο κρυπτική είναι η ποίησή του τόσο μεγαλύτερη είναι η μαγεία της. Οσο περισσότερα εμπόδια ορθώνει η μορφή τόσο μεγαλύτερη γοητεία ασκεί το περιεχόμενο. Γιατί μπορεί το καράβι να ταξιδεύει στον κόσμο, το βλέμμα του Καββαδία όμως στρέφεται μέσα του. Οι μνήμες οργανώνουν τον ποιητικό περίπλου πάνω σ’ έναν χάρτη πολύ προσωπικό και το ταξίδι εσωτερικεύεται.
Πού οφείλει λοιπόν ο Καββαδίας το εύρος και τη διάρκεια της απήχησής του; Μήπως στον μύθο του ταξιδιού και στην πραγμάτωσή του; Μήπως στο mal du depart, στην επιθυμία φυγής, στην κοινή «ασθένεια» όλων των εφήβων, άρα κοινή εμπειρία όλων των ανθρώπων; Ή μήπως στο σημαντικό όχημα που πρόσφεραν στην ποίησή του οι πολυάριθμες μελοποιήσεις; Και ποιο είναι το μέλλον του τώρα που πέρασε για τα καλά στον 21ο αιώνα;
Οι Sineterrae κλώθουν διαδραστικά! Φυσικά και θα έχει περιπέσει στην αντίληψη σας ότι αλλάξαμε σελίδα στην εκπαίδευση! Ζούμε … ιστορικές στιγμές! Οι διαδραστικοί πίνακες είναι πια γεγονός και ζωή μας αλλάζει και …διαδραστικά! Όχι πως είναι κακό! Αλλά… τα λύσαμε τα προβλήματά μας; Θυμίζουμε μήπως τον …κόμη Δελατσίμπιλα στο «λαός και Κολωνάκι»; Όσοι είστε λίγο πριν εγκαταλείψετε την …γαλέρα, σφυρίξτε αδιάφορα! Όσοι όμως φύγατε, απο το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με τα φτερά κατεβασμένα, κοιτάξτε να πηδήξετε στο τρένο! Γιατί έρχονται κι άλλα!
Το περασμένο Σάββατο, έγινε στη Θεσσαλονίκη μια συνάντηση με αντικείμενο ένα βιβλίο-βοήθημα για την πολύπλευρη θεώρηση και διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας. Το συνέγραψαν περισσότεροι από εξήντα Βαλκάνιοι ακαδημαϊκοί που εργάστηκαν επί δέκα και πλέον έτη, αξιοποιώντας, με τη βοήθεια εκατοντάδων εκπαιδευτικών, χιλιάδες τεκμηριωμένες πηγές απ’ όλες τις χώρες της περιοχής.
Σκοπός τους; Να δώσουν στην εκπαιδευτική κοινότητα ένα βοήθημα ώστε τα μέλη της να κατανοήσουν καλύτερα και να διδάξουν στους μαθητές του Λυκείου την Ιστορία όχι με βάση αυτά που χωρίζουν τους λαούς της Βαλκανικής, άλλα όσα τους ενώνουν, χωρίς βεβαίως να αποσιωπούν συγκρούσεις και αντιπαλότητες στην ιστορική τους διαδρομή. Ποια αναγκαιότητα επέβαλε την πρωτοβουλία αυτή του Κέντρου για τη Δημοκρατία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, που χρηματοδοτήθηκε από 27 φορείς (κυβερνήσεις, ιδρύματα κ.λπ.), μεταξύ των οποίων και η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης; Να γεφυρωθούν μέσω της Ιστορίας οι διαφορές μεταξύ των λαών.
Το πώς βλέπουμε εμείς τους γείτονές μας και πώς εκείνοι εμάς μέσα από τα επίσημα βιβλία της Ιστορίας το ξέρουμε λίγο πολύ όλοι μας. Και αν αμφιβάλλει κανείς, δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά στα σχολικά εγχειρίδια για να αισθανθεί ότι η Ελλάδα περιβάλλεται από αρπακτικά έτοιμα να μας χυμήξουν. Τα ίδια μαθαίνουν οι μαθητές και σε Τουρκία, Αλβανία, Βουλγαρία, ΠΓΔΜ κ.α.
Το πείραμα δεν είναι καινούργιο. Εγινε με επιτυχία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν Γάλλοι και Γερμανοί, οι πιο μισητοί εχθροί στην Ευρώπη, κάθισαν και έγραψαν ξανά την Ιστορία τους, ξεκινώντας από τα σχολεία, ώστε οι λαοί τους να γνωρίσουν την πραγματική αλήθεια και όχι εκείνη που υπαγορευόταν από το «εθνικό συμφέρον» του καθενός και τους έσυρε σε δύο καταστροφικούς για την Ευρώπη και την ανθρωπότητα πολέμους.
Και ενώ το εναλλακτικό αυτό βοήθημα το βρίσκει κανείς στις σχολικές βιβλιοθήκες οκτώ βαλκανικών χωρών, στη δική μας, μολονότι μεταφράστηκε στα Ελληνικά και εγκρίθηκε ως κείμενο από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, στο υπουργείο Παιδείας δεν έδωσαν τη σχετική άδεια. Δεν χρειάζεται να βασανίσει κανείς τη σκέψη του για να καταλάβει το γιατί. Οι κατά καιρούς κυβερνώντες δεν τόλμησαν και εξακολουθούν και σήμερα να μην τολμούν, αν και αντιλαμβάνονται τη λογική και τη σημασία του εγχειρήματος, να συγκρουστούν με τους γνωστούς σκοταδιστικούς κύκλους, που επιμένουν ότι για να γίνουν «γνήσιοι Ελληνες» και «καλοί πατριώτες» τα παιδιά μας πρέπει να μεγαλώσουν με μύθους, φοβίες και ταμπού.
Το πολιτικό κόστος υπεράνω όλων, λοιπόν. Και ως μια απλή ένδειξη επ’ αυτού σημειώνω το γεγονός ότι ουδείς εκπρόσωπος της πολιτείας παραβρέθηκε στην ενδιαφέρουσα εκδήλωση της Θεσσαλονίκης, στην οποία άλλες χώρες (π.χ. Σερβία) έστειλαν (υφ)υπουργούς Παιδείας!
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.