H Mαριάννα Tζιαντζή στην Καθημερινή

Το μέλλον του Τύπου είναι ψηφιακό, λένε πολλοί. Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν γαλατικά χωριά όπου το χαρτί αντιστέκεται, όμως το ερώτημα δεν είναι «μέχρι πότε;», αλλα μέχρι πότε θα υπάρχει η έννοια της απαιτητικής, της «βαθιάς», όπως συχνά τη χαρακτηρίζουν, ανάγνωσης, μέχρι πότε θα υπάρχει η έννοια της δημιουργικής δημοσιογραφίας (που δεν είναι παραλλαγή της δημιουργικής λογιστικής).

Η κυκλοφορία των εφημερίδων μετριέται με ακρίβεια από τα πρακτορεία, όμως οι μετρήσεις τηλεθέασης είναι μια πονεμένη ιστορία. Η περιοδική αμφισβήτησή τους δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, ενώ η πιο συνηθισμένη αντίρρηση αφορά την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος. Ωστόσο, η συναίνεση (διαφημιστών και καναλιών) ως προς την αποδοχή των «επίσημων» ποσοστών τηλεθέασης βαραίνει περισσότερο από την ακρίβεια, λένε κάποιοι ειδικοί. Ομως το πεδίο στο οποίο δεν υπάρχει συναίνεση ως προς την ακρίβεια των μετρήσεων είναι το Διαδίκτυο, που αρχικά χαιρετίστηκε σαν «το πιο μετρήσιμο μέσο όλων των εποχών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες δύο είναι οι μεγάλες εταιρείες μετρήσεων στο Διαδίκτυο, τις οποίες εμπιστεύονται οι διαφημιστές, η comScore και Νielsen, που όμως συχνά δίνουν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα ως προς τη δημοτικότητα των διάφορων ιστότοπων. Π. χ., το site της Washington Post δέχτηκε φέτος τον Μάιο 17 εκατ. επισκέπτες σύμφωνα με τη μια εταιρεία και 10 εκατ. σύμφωνα με την άλλη. Αυτή η αριθμητική αβεβαιότητα επηρεάζει άμεσα τη διαδικτυακή διαφήμιση, που γενικά παραμένει πολύ χαμηλή.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα της Σχολής Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια, το πρόβλημα με τις μετρήσεις στο Διαδίκτυο είναι το πλήθος των πραγμάτων που μπορούν να μετρηθούν. Ετσι, μεμονωμένα sites εισάγουν και άλλες παραμέτρους, όπως την «πυκνότητα της χρήσης», τον «χρόνο που διατίθεται στην ανάγνωση», τον «βαθμό διάδρασης» κ. ά. Κάποια sites πειραματίζονται με ένα άλλο εργαλείο ανάλυσης, το ChartBeat που επικεντρώνεται στις δραστηριότητες που αναπτύσσονται κατά τα τελευταία 15 δευτερόλεπτα της επίσκεψης: τι βλέπει, τι διαβάζει ο επισκέπτης, τι σχολιάζει, πού κάνει link, τι τυπώνει, τι στέλνει σε άλλους μέσω e-mail ή Τwitter κ. λπ. Εδώ σημειώθηκε μια εντυπωσιακή ανακάλυψη, δηλαδή ότι «σχεδόν όλοι οι αναγνώστες εγκαταλείπουν τα μεγάλα κείμενα προτού καν φτάσουν στη μέση». Και αυτή η διάγνωση θέτει ακανθώδη ερωτήματα ως προς τον ρόλο και τον αντίκτυπο της ψηφιακής δημοσιογραφίας.

Η αλήθεια δεν χωράει πάντα σε 17 λεξεις, σε 160 χτυπήματα. Οχι μόνο η αναζήτηση αλλά και η διατύπωσή της. Η δημοσιογραφία που δεν είναι fast food απαιτεί χρόνο όχι απλώς για τη διασταύρωση της είδησης, αλλά για το ζύγισμα, την αξιολόγηση, την ανάλυση και την παρουσίαση των «αληθινών ειδήσεων», οι οποίες, όπως είχε πει ένας κορυφαίος Αμερικανός δημοσιογράφος, ο Ρίτσαρντ Ριβς, «είναι αυτές που χρειαζόμαστε για να διατηρήσουμε τις ελευθερίες μας». Δευτερεύουσα σημασία έχει το αν αυτές οι ειδήσεις παρουσιάζονται στο χαρτί ή στην οθόνη.

Οι ελευθερίες δεν είναι δοσμένες μια για πάντα, ενώ κανείς δεν είναι ισόβιος και αδιαμφισβήτητος κάτοχος της αλήθειας. Η αναζήτηση της αλήθειας εκ μέρους του δημοσιογράφου απαιτεί χρόνο και κόπο, συχνά και ρίσκο, ενώ η παρουσίασή της δεν έχει σχέση με το μέσο (χαρτί ή οθόνη), αλλά και με κάποιους παλιομοδίτικους παράγοντες, όπως την ανεξαρτησία απέναντι στις κυβερνητικές και άλλες εξουσίες, την καλλιέργεια, την ακεραιότητα, το ύφος.

Μεγάλα λόγια και εύκολα; Ομως τα λόγια, ο λόγος, οι ιδέες μάς κράτησαν όρθιους σε δύσκολες στιγμές και ίσως θα μπορούσαν να μας κρατήσουν και σήμερα.

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων