Η ΦΛΟΓΙΤΣΑ – ένα παραμύθι του Μπάμπη Κοιλιάρη

Στα πλαίσια του προγράμματος Π.Ε. για τη φωτιά το νηπιαγωγείο μας επισκέφτηκε ο εικαστικός κ. Μπάμπης Κοιλιάρης, ο οποίος έγραψε για εμάς μια πολύ όμορφη ιστορία με τίτλο «Η Φλογίτσα», την οποία και μας αφηγήθηκε:

H Φλογίτσα

ένα παραμύθι του Μπάμπη Κοιλιάρη

«Ήταν µια φορά κι ένα καιρό ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Προμηθέα. Αυτός έκλεψε τη φωτιά απ’ τους 12 θεούς και την έφερε στους ανθρώπους. Τους έδωσε τη γνώση… »

Ας πάµε στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι ζούσαν σε σπηλιές, φορούσαν προβιές αντί για ρούχα και μόλις σκοτείνιαζε πήγαιναν για ύπνο γιατί δεν είχαν φως ούτε και ζεστασιά.

Τότε λοιπόν, εκεί μέσα σε ένα μεγάλο χωράφι ζούσε ένα δέντρο, ένα μοναχικό δένδρο. Χρόνια στεκόταν εκεί µόνο του, όµως τουτη τη χρονιά τα έφερνε δύσκολα. Έπεσε μεγάλη ξηρασία και ζέστη. Έτσι το δέντρο µας έμενε απότιστο και ήταν έτοιμο να ξεραθεί.

Ένα βράδυ, καθώς σουρούπωνε, μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν στον ορίζοντα. Γύρισε το δέντρο, τα κοίταξε και ήλπιζε να μαζευτούν περισσότερα για να βρέξει και να ποτιστούν τα χωράφια. Έτσι και το δέντρο θα έβγαζε φύλα, λουλούδια και καρπούς. Κι αυτά µε τη σειρά τους θα γεννούσαν μικρά καινούρια δεντράκια.

Εκείνο λοιπόν το βράδυ, το πιο σκοτεινό του τελευταίου χρόνου, ο συννεφιασμένος ουρανός άρχισε να βροντά και να αστράφτει. Φαινόταν τόσο θυμωμένος θαρρείς και µάλωνε µε τη γη. Ή ατμόσφαιρα μύριζε περίεργα. Οι αστραπές και οι βροντές που δυνάμωναν, έδειχναν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κι όλο πιο άγρια γινόταν η κατάσταση.

Το δέντρο προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει, αλλά μάταια. Μέχρι που ένας κεραυνός έσκασε μέσα στο χωράφι, λίγα μέτρα πιο κάτω. Το δέντρο τρόμαξε!! Δεν είχε προλάβει να συνέλθει καθώς ένας δεύτερος κεραυνός έπεσε πιο κοντά κι ένας τρίτος έσκασε στα πιο ψηλά κλαδιά της κορυφής του, που έπεσαν στο χώμα. Έσκυψε να κοιτάξει τη ζημιά, όμως µε μεγάλη του έκπληξη είδε µια μικρή φλογίτσα να ανάβει ανάμεσα στα σπασμένα κλαδιά.

Το μοναχικό δέντρο νόμισε πως η Φλογίτσα ήταν ένα κόκκινο λουλούδι και πως απ αυτό θα ξεκινούσε η νέα ζωή. Πίστεψε πως η φλογίτσα ήταν παιδί του. Έτσι την κοίταζε µε συμπάθεια και της ζήτησε να πάει κοντά. -Καλώς ήλθες λουλούδι µου, της είπε. -Καλώς όρισες παιδί µου.

Η Φλογίτσα, που δεν είχε ακόμα καταλάβει πως βρέθηκε εκεί, ένοιωθε σαστισµένη. Πολύ περισσότερο, όταν είδε από πάνω της εκείνο το δέντρο να νομίζει πως είναι η μαµά της. Ήταν ξαφνικό και γι’ αυτήν. Είχε γουρλώσει τα µάτια και δεν ήξερε τι να πει.

Όταν το δέντρο άπλωσε τα κλαδιά του να την αγκαλιάσει, η φλόγα τρόμαξε και έκανε ένα βήμα πίσω. Αλλιώς περίµενε τη μαµά της κι αλλιώς την βρήκε. Ήθελε να την αγκαλιάσει αλλά τότε, τι θα γινόταν άραγε; Το δέντρο θα έπαιρνε φωτιά και γρήγορα θα γινόταν µια στοίβα στάχτη. Παρ όλα αυτά η μικρή Φλόγα δεν έμεινε ασυγκίνητη από της επιμονή του δένδρου να την χαϊδέψει.

Κάτι σκίρτησε μέσα της. -Μαμά!!! Μαμά… Φώναξε και έκαμε μερικά βήματα προς τη ρίζα του δέντρου. Οι βροντές και οι αστραπές συνέχιζαν να φωτίζουν το θυμωμένο ουρανό, και τα αστροπελέκια τον έσκιζαν σε άπειρα κομμάτια. Αμέτρητες φωτεινές φλέβες έκαναν τα σύννεφα να μοιάζουν σαν µια γιγάντια καρδιά που χτυπούσε ολοένα και πιο δυνατά.

Ο ουρανός άρχισε να στέλνει µια υγρασία και ένα μέτριο αεράκι έδειχνε πως σύντομα θα βρέξει. Πράγματι!! Οι πρώτες ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν εδώ κι εκεί μέσα στο χωράφι. Το δέντρο κοίταξε ψηλά και το έπιασε πανικός. Όσο και να την ήθελε τη βροχή, τώρα θαήταν ζημιά για την μικρή φλογίτσα. Θα την έσβηνε πριν μεγαλώσει. Τα κλαδιά του δέντρου δεν ήταν αρκετά να την σκεπάσουν και να την προστατέψουν.

-Μη!!! Μην πλησιάζεις άλλο. Είπε το δένδρο στη Φλόγα. Μη παιδί µου, φύγε!! Πήγαινε γρήγορα και κρύψου σ’ εκείνη τη σπηλιά. Εκεί θα σωθείς από τη βροχή. Πράγματι υπήρχε µια σπηλιά στην άκρη του χωραφιού, ακριβώς στο σημείο που αρχίζει το βουνό µε το πυκνό δάσος. Εκεί η Φλόγα θα ήταν ασφαλής από την βροχή που ολοένα δυνάμωνε. Χοντρές σταγόνες άρχισαν πια να πέφτουν µε δύναμη όλο και πιο κοντά στη Φλόγα και να ποτίζουν το χωράφι.

Τα μάζεψε λοιπόν η φλογίτσα και έτρεξε προς τη σπηλιά. Προσπάθησε να αποφύγει τις στάλες όσο μπορούσε για να µη χάσει πολλή από τη δύναμή της. Μόλις έφτασε, στάθηκε στην είσοδο και κοίταζε τη βροχή παίρνοντας βαθιές ανάσες. –Ουφ!!! Φτηνά τη γλύτωσα, σκέφτηκε. Όμως χρειάζομαι μερικά ξύλα για να μεγαλώσω και να ζήσω περισσότερο. Κάπου μέσα στο χωράφι υπήρχε και εκείνο το μοναχικό δέντρο που νόµιζε πως η φλόγα ήταν το λουλούδι του. Ίσως θα μπορούσε να του στείλει μερικά κλαδιά… -Θα του ζητήσω το πρωί… σκέφτηκε και προσπάθησε να ηρεμήσει.

Δεν πρόλαβε να ξεκουραστεί για πολύ όταν γύρισε το κεφάλι και είδε ένα τσούρμο ανθρώπους να έρχονται βιαστικά προς τη σπηλιά. Ήταν όλοι βρεγμένοι από τη βροχή και ο αέρας δυσκόλευε το περπάτηµά τους. Υπήρχαν και μικρά παιδιά, και μερικά ζώα στην παρέα τους. Την είχαν δει από μακριά και όλο πλησίασαν. Η φλόγα φοβήθηκε. Προσπάθησε να τους αποφύγει αλλά μάταια.

Ένα από τα παιδιά ήρθε κοντά και άρχισε να την περιεργάζεται. Πήρε ένα ξύλο και την σκάλιζε. Το ξύλο όµως έπιασε φωτιά και το παιδί τρόμαξε. Έτρεξε προς τους γονείς του κρατώντας το αναμμένο ξύλο, που σκόρπιζε φως σε όλη τη σπηλιά. Όλοι τότε που το είδαν, έτρεξαν στην φλόγα. Πήραν από ένα δαδί, το άναβαν και ξάφνου η σπηλιά έγινε σαν μέρα. -Μη φοβάσαι φλογίτσα, της είπαν. Δεν θα σου κάνουμε κακό. Απλά σε χρειαζόμαστε..

Αφού άναβαν φωτιά σε µια στοίβα µε ξύλα που υπήρχε στη µέση, κάθισαν τριγύρω της να ζεσταθούν και να στεγνώσουν τα βρεγµένα ρούχα τους. Κάποιοι άρχισαν να μαγειρεύουν και να τρώνε. Και όλοι περνούσαν πολύ ωραία γύρω από τη φωτιά, λέγοντας ιστορίες και διασκεδάζοντας.

Η μικρή Φλογίτσα καθόταν στην άκρη και τους κοίταζε. Ήταν υπερήφανη που φάνηκε τόσο χρήσιμη στη ζωή των ανθρώπων. Χάρηκε που ήταν αιτία να αλλάξει η διάθεση τους, όµως ήθελε να φύγει να πάει και αλλού. Ήθελε να ταξιδέψει μακριά. Την επόμενη μέρα λοιπόν, κύλησε μέχρι την άκρη της σπηλιάς και πήγε προς την πλευρά του μεγάλου δάσους.

Τι θα γινόταν όµως, αν εξ αιτίας της θα έπαιρνε φωτιά το δάσος; Θα καιγόταν όλα τα δένδρα. Ακόμα κι εκείνο το μοναχικό δέντρο στη μέση του χωραφιού που τόσο την καµάρωνε και την είχε σαν παιδί του. Την έπιασε πανικός και άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Οι άνθρωποι που αντιλήφθηκαν έγκαιρα πως η φλογίτσα τους την κοπάνισε έτρεξαν και την έφεραν πίσω. Έσβησαν και τα λίγα χόρτα που ήδη είχαν ανάψει για να είναι σίγουροι. Την μάζεψαν και έβαλαν γύρω της μεγάλες πέτρες ώστε να μείνει για πάντα εκεί.

Σε λίγο καιρο, µε αυτή τη φλόγα οι άνθρωποι κατάφεραν να λιώσουν τα μέταλλα και να κάνουν εργαλεία. Έτσι καλλιεργούσαν τη γη πιο εύκολα. Κι άλλα εργαλεία για κυνήγι, μαγείρεµα.. Έκαμαν πιάτα µε πηλό που τα έψησαν µε τη φλόγα για να σκληρύνουν. Τούβλα για να χτίζουν σπίτια…. και κεραμίδια να τα σκεπάζουν. Έκαμαν ψωμί και φαγητό!! Και τόσα άλλα χρήσιμα πράγµατα.

Αργότερα οι άνθρωποι µε αυτή τη φλογίτσα έκαμαν τραίνα και καράβια για να ταξιδεύουν μακριά. Έκαμαν εργοστάσια µε ψηλές καμινάδες, τρακτέρ και άλλα εργαλεία που τους βοηθούσαν να δουλεύουν πιο ξεκούραστα. Έψηναν του κόσμου τα φαγητά και τα γλυκίσματα, ζέσταιναν τα σπίτια τους, και φώτιζαν µε φανάρια τους δρόµους. Με αυτή τη φλογίτσα άναβαν το καντήλι και ευχαριστούσαν το Θεό που τους την έστειλε από ψηλά.

Κι αυτή, αυτή άναβε ακοίµητη όλο το βράδυ για να φωτίζει το δωμάτιο που κοιμόταν τα παιδιά. Άναβε για να µη φοβούνται το σκοτάδι, για να µη φοβούνται το άγνωστο. Γιατί η φλογίτσα είναι γνώση, είναι πνεύμα, Πολιτισμός. Είναι η εξέλιξη της ανθρωπότητας.

 

Στη συνέχεια, τα παιδιά τη ζωγράφισαν σε πίνακα και ο κ. Κοιλιάρης τους ζωγράφισε μια φλογίτσα στα χέρια, γεγονός που τα ενθουσίασε ακόμη περισσότερο.