Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: lavart.gr

 

Ένας ακόμη τρόπος για να κερδίζει χρήματα ήταν οι δημόσιες αναγνώσεις. Ο Χανκ πίστευε πως η γραφή δεν είχε απολύτως ουδεμία σχέση με το να πηγαίνει κάνεις και να διαβάζει ποιήματά του δημοσίως. Θεωρούσε πως αυτό ήταν έκφραση ματαιοδοξίας, ήταν κάτι στημένο και δεν είχε καμία σχέση με την πράξη της ποιητικής δημιουργίας. Μπουκόφσκι: «Η πράξη της δημιουργίας έχει να κάνει με τη γραφή των ποιημάτων στη γραφομηχανή». Συνεπώς, έκανε δημόσιες αναγνώσεις μόνο και μόνο επειδή χρειαζόταν τα χρήματα και απεχθανόταν κάθε λεπτό αυτής διαδικασίας. Είπε στον Ουίλιαμ Τζ. Ρόμπσον και τη Τζόσετ Μπράισον: «Κατέληξα να γίνω αυτό που θα ονόμαζε κανείς απατεώνας λογοτέχνης. Τώρα κάνω πράγματα που παλαιότερα δεν θα μπορούσα να κάνω -ένα απ’ αυτά είναι να κάνω δημόσιες αναγνώσεις. Αυτό το πράγμα δεν μου αρέσει καθόλου». Συνεχίστε την ανάγνωση

Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: iefimerida.gr

 

Στο Post Office ο Μπουκόφσκι συνέχισε τη φόρμα που χρησιμοποιούσε στις στήλες του, εκείνη της αυτοβιογραφικής εξιστόρησης, χρησιμοποιώντας τις προσωπικές του εμπειρίες ως βάση της αφήγησης την οποία εξέλιξε σαν πικαρέσκο μυθιστόρημα: ήταν μια ιστορία δίχως αυστηρή δομή, δίχως την ανάπτυξη χαρακτήρων, δίχως εξέλιξη και δίχως κατακλείδα. Πρόκειται για την παλαιότερη φόρμα εξιστόρησης: τη χρησιμοποίησε ο Τσόσερ στο Canterbury Tales, ο Βοκάκιος στο Δεκαήμερον -που ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία του Μπουκόφσκι-, ο Ραμπελέ στο Gargantua and Pantagruel -το οποίο είναι βέβαιο πως άρεσε στο Μπουκόφσκι-, ο Σαντ, ο Σουίφτ και πολλοί άλλοι. Στην Ιαπωνία η βασική φόρμα της νουβέλας είναι το σισόσετσου ή αλλιώς «νουβέλα πρώτου προσώπου», η οποία είναι απολύτως αυτοβιογραφική, όμως περιέχει ορισμένα φανταστικά επεισόδια· δηλαδή ήταν ακριβώς η μέθοδος του Μπουκόφσκι την οποία ακολουθούσε ως επί το πλείστον στις νουβέλες: «Προσθέτω κάποια ελάχιστα φανταστικά στοιχεία, κάνω βελτιώσεις. Μπορεί σχεδόν καθετί να είναι βιωμένο αλλά δεν μπορώ να μην το τροποποιήσω ελαφρώς με κάτι που θα του δώσει περισσότερη ζωντάνια. Η ιδέα είναι η εξιστόρηση να μην περιστρέφεται γύρω από μένα». Ο Μπουκόφσκι δημιουργεί κάποια απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και στον αφηγητή δίνοντας στον πρωταγωνιστή το όνομα Χένρι Τσινάσκι, προσφέροντας στον εαυτό του ένα περιθώριο ελευθερίας όπου η φαντασία του μπορεί να ξετυλιχτεί αχαλίνωτη και τα πραγματικά γεγονότα μπορούν να τροποποιηθούν και να αλλάξουν προς όφελος της λογοτεχνίας ή για δικούς του λόγους. Μπουκόφσκι: «Ο Μπουκόφσκι όπως και να ’χει να διακρίνεται μέσα σ’ όλα. Καταλαβαίνεις, «έκανα αυτό». Ειδικά εάν αυτό που κάνεις είναι κάτι καλό ή σπουδαίο ή μοιάζει έστω σπουδαίο και φέρει το όνομά σου. Αυτό είναι υπερβολικό. Εάν όμως αυτό το κάνει ο Τσινάσκι, ίσως να μην το έχω κάνει εγώ, καταλαβαίνεις, πρόκειται για επινόηση». Συνεχίστε την ανάγνωση

Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899 – 1986). Πηγή: Ο αναγνώστης

 

Μπορχεσιανά θέματα

– Πότε, πού και γιατί εμφανίζεται το θέμα του λαβυρίνθου;

– Θυμάμαι ένα βιβλίο μέ μιά ἀναπαράσταση τῶν ἑπτά θαυμάτων τοῦ κόσμου. Μιά ἀπ’ αὐτές ἦταν ὁ λαβύρινθος τῆς Κρήτης. Ἕνα οἰκοδόμημα ποὺ ἔμοιαζε μέ ἀρένα ταυρομαχιῶν, μέ παράθυρα πολύ μικρά, θά ἔλεγα μέ χαραμάδες. Ἀπό μικρό παιδί σκεφτόμουν πώς ἄν εἶχα κοιτάξει παλιά αὐτό τό σχέδιο, μέ τή βοήθεια ἑνός φακοῦ, θά εἶχα καταφέρει νά δῶ τόν Μινώταυρο. Ἐξάλλου ὁ λαβύρινθος εἶναι ἕνα ἔκδηλο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς, καί ἡ περιπλοκή, ἡ ἔκπληξη απ’ ὅπου βγαίνει ἡ μεταφυσική κατά τόν Ἀριστοτέλη, ὑπῆρξε μιά ἀπ’ τίς πιό κοινές συγκινήσεις τῆς ζωῆς μου ὅπως καί τοῦ Τσέστερτον ποὺ εἶπε: «ὅλα περνοῦν, μένει ὅμως πάντοτε ἡ ἔκπληξη, προπάντων ἡ ἔκπληξη τῆς κάθε μέρας». Ἐγώ, γιά νά ἐκφράσω αὐτήν τήν περιπλοκή ποὺ μέ συνόδευσε σ’ ὅλη μου τή ζωή καί μ’ ἔκανε νά μή μπορῶ νά ἐξηγήσω τίς ἴδιες μου τίς πράξεις, διάλεξα τό σύμβολο τοῦ λαβυρίνθου ἤ μᾶλλον ὁ λαβύρινθος μοῦ ἐπιβλήθηκε, ἐπειδή ἡ ἔννοια ἑνός οἰκοδομήματος πού κατασκευάστηκε μέ σκοπό κάποιος νά χαθεῖ ἐκεῖ μέσα, εἶναι τό ἀναπόφευκτο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς. Πειραματίστηκα μέ διάφορες παραλλαγές πάνω σ’ αὐτό τό θέμα πού μέ ὁδήγησαν στόν Μινώταυρο καί σέ διηγήματα ὅπως τό Ἡ κατοικία τοῦ Ἀστερίονα. Ἀστερίονας εἶναι ἕνα ἀπό τά ὀνόματα τοῦ Μινώταυρου. Ἐπιπλέον τό θέμα τοῦ λαβυρίνθου ὑπάρχει μέ ἰδιαίτερο τρόπο στό διήγημα Ὁ θάνατος καί ἡ πυξίδα καί σέ ἀρκετά ποιήματα τῶν τελευταίων μου βιβλίων.Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο Ίταλο Καλβίνο (1923 – 1985) ήταν Ιταλός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα. (πηγή: Βικιπαίδεια)

 

Με πάγο; Ναί; Πάω μιά στιγμή στήν κουζίνα νά πάρω τόν πάγο. Κι ἀμέσως ἡ λέξη «πάγος» διαστέλλεται ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί σ’ ἐμένα καί μᾶς χωρίζει ἤ ἴσως μᾶς ἐνώνει, ὅπως μιά εὔθραυστη κρούστα ἐνώνει τίς δύο ὄχθες μιᾶς παγωμένης λίμνης. Ἄν ὑπάρχει κάτι πού ἀπεχθάνομαι, εἶναι νά ἑτοιμάζω τόν πάγο. Μ’ ἀναγκάζει νά διακόψω μιά συζήτηση πού μόλις ἄρχισε, στήν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή πού τή ρωτάω: θά πιεῖς λίγο οὐίσκι; κι ἐκείνη: εὐχαριστῶ, λέει, μιά σταλιά, κι ἐγώ: μέ πάγο; Καί ἤδη προχωρῶ πρός τήν κουζίνα ὅπως πηγαίνει κανείς ἐξορία, ἤδη μέ βλέπω νά παλεύω μέ τά παγάκια πού δέν ἐννοοῦν νά ξεκολλήσουν ἀπό τή θήκη τους. Μή χολοσκᾶς, λέω, εἶναι θέμα ἑνός λεπτοῦ, κι ἐγώ πίνω πάντα τό οὐίσκι μου μέ πάγο. Εἶναι ἀλήθεια, τό ντιντίνισμα τοῦ ποτηριοῦ μοῦ κάνει παρέα, μέ ἀπομονώνει ἀπό τήν ὀχλαγωγία στίς γιορτές μέ τόν πολύ κόσμο, μ’ ἐμποδίζει νά χαθῶ μέσα στόν κυματισμό τῶν φωνῶν καί τῶν ἤχων, αὐτόν τόν κυματισμό ἀπό τόν ὁποῖο ἐκείνη ἀποκόπηκε μόλις ἐμφανίστηκε γιά πρώτη φορά στό ὀπτικό μου πεδίο, στό ἀνεστραμμένο κιάλι τοῦ ποτηριοῦ μου μέ τό οὐίσκι: τά χρώματά της ἀναδύονταν μέσα ἀπό ἐκεῖνο τό διάδρομο ἀνάμεσα σέ δύο δωμάτια γεμάτα καπνό καί μουσική στή διαπασῶν, κι ἐγώ στεκόμουνα ἐκεῖ μέ τό ποτήρι μου χωρίς νά πηγαίνω οὔτε ἐδῶ οὔτε ἐκεῖ, κι ἐκείνη μέ ἔβλεπε ἐπίσης σέ μιά παραμορφωτική σκιά μέσα ἀπό τή διαφάνεια τοῦ γυαλιοῦ τοῦ πάγου τοῦ οὐίσκι, δέν ξέρω ἄν ἄκουγε ὅσα τῆς ἔλεγα, γιατί ἦταν ὅλη αὐτή ἡ χάβρα, ἤ ἴσως κιόλας νά μήν τῆς εἶχα μιλήσει, ἴσως εἶχα κουνήσει μόνο τό ποτήρι καί ὁ πάγος ταλαντεύτηκε καί ἔκανε ντλίν ντλίν ἐνῶ ἐκείνη ἔλεγε κάτι μέ τό κουδούνισμα τοῦ πάγου της πάνω στό γυαλί, βέβαια δέν μποροῦσα ἀκόμα νά φανταστῶ ὅτι θά ἐρχόταν τό ἴδιο αὐτό βράδι στό σπίτι μου. Ἀνοίγω τήν κατάψυξη, ὄχι, κλείνω τήν κατάψυξη, πρῶτα πρέπει νά βρῶ τό μπώλ γιά τά παγάκια. Κάνε ὑπομονή μιά στιγμή, ἐπιστρέφω ἀμέσως. Ἡ κατάψυξη εἶναι πολική σπηλιά ποὺ στάζει κρύσταλλα πάγου, μιά κρούστα πάγου ἔχει κολλήσει τή θήκη μέσα στήν κατάψυξη, τήν ξεκολλάω μέ μεγάλη προσπάθεια, οἱ ρόγες τῶν δακτύλων μου γίνονται ἄσπρες. Στό ἰγκλοῦ, ἡ Ἐσκιμώα νυφούλα περιμένει τόν κυνηγό τῆς φώκιας ποὺ ἔχει χαθεῖ σ᾿ ἕνα κομμάτι πάγου. Γιά νά ξεκολλήσουν τώρα τά παγάκια ἀπό τά τοιχώματα τῶν διαμερισμάτων τους, ἀρκεῖ μιά ἐλαφριά πίεση: κι ὅμως δέν γίνεται τίποτα, εἶναι ἕνας συμπαγής ὄγκος, ἀκόμα κι ἄν ἀναποδογυρίσω τή θήκη δέν πέφτει, τή βάζω κάτω ἀπό τή βρύση τοῦ νεροχύτη, ἀνοίγω τό ζεστό νερό, ἡ ὁρμή του τσιτσιρίζει στή λαμαρίνα τή σκεπασμένη μέ πάχνη, τά δάκτυλά μου γίνονται ἀπό ἄσπρα κόκκινα. Ἔβρεξα τό ἕνα μανίκι τοῦ πουκαμίσου μου, αὐτό εἶναι κάτι πολύ ἐνοχλητικό, ἄν ὑπάρχει κάτι ποὺ ἀπεχθάνομαι εἶναι νά αἰσθάνομαι κολλημένο στόν καρπό τοῦ χεριοῦ μου τό βρεγμένο πανί. Βάλε στό μεταξύ ἕνα δίσκο, ἐγώ ἔρχομαι ἀμέσως μέ τόν πάγο, μ᾿ ἀκούς; Δέν μέ ἀκούει ὅσο δέν κλείνω τή βρύση, ὑπάρχει πάντα κάτι ποὺ μᾶς ἐμποδίζει ν᾿ ἀκουγόμαστε καί νά βλεπόμαστε. Ἀκόμα καί σ᾿ ἐκεῖνο τό διάδρομο μιλοῦσε μέσα ἀπό τά μαλλιά ποὺ ἔκρυβαν τό μισό πρόσωπό της, μιλοῦσε στό χεῖλος τοῦ ποτηριοῦ κι ἐγώ ἔνιωθα τά δόντια της νά γελοῦν στό γυαλί, στόν πάγο, ἐνῶ ἐκείνη ἐπαναλάμβανε: πα-γε-τώ-νας; λές καί ἀπ᾿ ὅλη τήν κουβέντα ποὺ τῆς εἶχα κάνει ἔφτανε σ᾿ αὐτήν μονάχα τούτη ἡ λέξη, εἶχα κι ἐγώ τά μαλλιά μου πεσμένα μπροστά στά μάτια μου καί μιλοῦσα στόν πάγο ποὺ ἔλιωνε ἀργά. Χτυπῶ τή θήκη στήν ἄκρη τοῦ νεροχύτη, ξεκολλᾶ μονάχα ἕνα παγάκι, πέφτει ἔξω ἀπό τό νεροχύτη, θά κάνει μιά λιμνούλα στό πάτωμα, πρέπει νά τό μαζέψω, πῆγε καί χώθηκε κάτω ἀπό τόν μπουφέ, πρέπει νά σκύψω, ν᾿ ἀπλώσω τό χέρι μου ἐκεῖ κάτω, γλιστρᾶει μέσα ἀπό τά δάκτυλά μου, νά ἐπιτέλους ποὺ τό ἔπιασα, τό ρίχνω στό νεροχύτη, ξαναφέρνω τή θήκη ἀντεστραμμένη κάτω ἀπό τή βρύση. Ἤμουν ἐγώ αὐτός ποὺ μίλησε γιά τόν μεγάλο παγετῶνα ποὺ πρόκειται νά καλύψει πάλι τή γῆ, ὅλη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία δημιουργήθηκε σ᾿ αὐτό τό διάστημα ἀνάμεσα σέ δύο περιόδους παγετώνων ποὺ τώρα πιά τελειώνει, οἱ μουδιασμένες ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καταφέρνουν μέ δυσκολία νά φτάσουν μέχρι τό γήινο φλοιό ποὺ λάμπει ἀπό πάχνη, οἱ κόκκοι τοῦ κριθαριοῦ συσσωρεύουν τήν ἡλιακή ἰσχύ πρίν αὐτή ἐξανεμιστεῖ καί τήν ἀναπαράγουν στή ζύμωση τοῦ ἀλκοόλ, στό βάθος τοῦ ποτηριοῦ ὁ ἥλιος δίνει ἀκόμα τή μάχη του ἐνάντια στούς πάγους, στόν κυρτό ὁρίζοντα τοῦ Μαέλστρομ* ταξιδεύουν τά παγόβουνα. Ξαφνικά τρία τέσσερα παγάκια ξεκολλοῦν καί πέφτουν στό νεροχύτη, πρίν προφτάσω νά γυρίσω τή θήκη πέφτουν ὅλα μαζί σφυροκοπώντας τόν τοῖχο. Χώνω τά χέρια μου στό νεροχύτη γιά νά τ᾿ ἁρπάξω καί νά τά βάλω στό μπόλ, τώρα πιά δέν ξεχωρίζω τό παγάκι ποὺ εἶχε πέσει στό πάτωμα καί εἶχε βρωμίσει, εἶναι καλύτερα νά τά πλύνω ὅλα ἕνα πρός ἕνα, μέ τό ζεστό νερό, ὄχι, μέ τό κρύο, ἤδη λιώνουν, στό βάθος τοῦ μπόλ ἀρχίζει καί διαμορφώνεται μιά χιονοσκεπασμένη λιμνούλα. Στ᾿ ἀνοιχτά τῆς ἀρκτικῆς θάλασσας τά παγόβουνα δημιουργοῦν ἕνα ἄσπρο κέντημα κατά μῆκος τοῦ ρεύματος τοῦ κόλπου, ὕστερα τό ξεπερνοῦν, προχωροῦν πρός τούς τροπικούς σάν ἕνα κοπάδι γιγάντιων κύκνων, φθάνουν τό στόμιο τῶν λιμανιῶν, ἀνεβαίνουν στίς στροφές τῶν ποταμῶν, κι ἔτσι ψηλά ποῦ εἶναι σάν οὐρανοξύστες μπήγουν τά αἴχμηρά τους σπηρούνια στούς πραγματικούς οὐρανοξύστες γρατζουνίζοντας τούς τζαμένιους τοίχους. Ἡ σιωπή τῆς πολικῆς νύχτας διασχίζεται ἀπό τή βοή τῶν ρηγμάτων ποῦ ἀνοίγουν καταβροχθίζοντας ὁλόκληρες μητροπόλεις, καί ἀπό τόν ὑπόκωφο ἦχο τῶν χιονοστιβάδων ποῦ ἠρεμοῦν μαλακώνουν σβήνουν. Ποιός ξέρει τί κάνει ἐκείνη μέσα, τόσο σιωπηλή, δέν δίνει σημεῖα ζωῆς, μποροῦσε βέβαια νά ἔρθει νά μέ βοηθήσει, εὐλογημένο κορίτσι, οὔτε κάν ποῦ τῆς πέρασε ἀπό τό μυαλό νά μοῦ πεῖ: θέλεις νά σέ βοηθήσω; Εὐτυχῶς τέλειωσα, σκουπίζω τά χέρια μ’ αὐτή τήν πετσέτα τῆς κουζίνας, δέν θά ἤθελα ὅμως νά μοῦ μείνει ἡ μυρωδιά, καλύτερα νά ξαναπλύνω τά χέρια μου, τώρα ὅμως ποῦ θά σκουπιστῶ; Τό πρόβλημα εἶναι ἄν τούτη ἡ ἡλιακή ἐνέργεια ποῦ συσσωρεύτηκε στό γήινο φλοιό θά εἶναι ἀρκετή γιά νά διατηρήσει τή θερμοκρασία τῶν σωμάτων κατά τή διάρκεια τῆς προσεχοῦς ἐποχῆς τῶν παγετώνων, τήν ἡλιακή θερμοκρασία τοῦ ἀλκοόλ τοῦ ιγκλού τῆς Ἐσκιμώας νύφης. Νά, τώρα θά γυρίσω κοντά της καί θά μπορέσουμε νά πιοῦμε ἥσυχοι τό οὐίσκι μας. Βλέπεις τί ἔκανε τόση ὥρα σιωπηλή; Ἔχει βγάλει τά ροῦχα της, εἶναι γυμνή στόν δερμάτινο καναπέ. Θά ἤθελα νά προχωρήσω πρός τό μέρος της ἀλλά τό δωμάτιο ἔχει καταληφθεῖ ἀπό τούς πάγους· κρύσταλλα ἑνός ἐκτυφλωτικοῦ λευκοῦ ἔχουν μαζευτεῖ πάνω στό χαλί, πάνω στά ἔπιπλα· ἡμιδιαφανεῖς σταλακτίτες κρέμονται ἀπό τό ταβάνι, στερεοποιοῦνται σέ διάφανες κολόνες, ἀνάμεσα σ’ ἐμένα καί σ’ ἐκείνη ἔχει ὑψωθεῖ μιά συμπαγής κάθετη πλάκα, εἴμαστε δυό κορμιά φυλακισμένα μέσα στόν ὄγκο ἑνός παγόβουνου, καταφέρνουμε μετά βίας νά βλέπει ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέσα ἀπό ἕνα τεῖχος γεμάτο αἰχμηρά ἀγκάθια ποῦ λαμπυρίζουν στίς ἀκτῖνες ἑνός ἀπόμακρου ἥλιου. [1975]

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Χάρτης, τχ. 11 (Μάιος 1984), σ. 552-554 

Μετάφραση γιά τόν Χάρτη: Ἀνταῖος Χρυσοστομίδης

[διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη της αρχικής δημοσίευσης]

 

* Το Μαέλστρομ (maelstrom) ή αλλιώς Moskstraumen (ή Moskenstraumen) είναι ένα σύστημα παλιρροιακών δινών και στροβίλων, ένα από τα ισχυρότερα στον κόσμο, που σχηματίζεται στο αρχιπέλαγος Lofoten της Νορβηγίας.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (φωτογραφία του Παύλου Νιρβάνα) [πηγή: Βικιπαίδεια]

 

Κάθε φορά που το ημερολόγιο βαδίζει προς μια κορύφωση θρησκευτικής γιορτής μέσα στο χρόνο, συνηθίζω να επιστρέφω σε μια παπαδιαμαντική ανάγνωση. Είναι κάτι σαν εσωτερικός εκκλησιασμός, σαν προσκύνημα σε ένα μυστικό ξωκκλήσι. Η γραφή του μεγάλου μας κοσμοκαλόγερου έχει κάτι από αυτό το ιδανικά λιτό, το χαμηλόφωνα ταπεινό που έχουν τα ξωκκλήσια: oύτε δυσθεώρητα, αλαζονικά ύψη καθεδρικών, ούτε χρυσόλαμπρους πολυελαίους και μαρμαρένιους θρόνους μεγαλόπρεπων ναών· τίποτε το κραυγαλέο και το εκκωφαντικό.

Η γραφή του ανοίγει ένα ερημοκκλήσι, όπου τη σκοτεινάδα του τρυπούν οι αχτίνες μέσα από τα μικρά θυρώματα και τους σιδερένιους σταυρούς των οφθαλμών στους ασβεστωμένους τοίχους του, και όπου οι αγιογραφίες των παλιών μαυρισμένων εικονισμάτων του σε κοιτούν με εκείνη την οικεία, προγονική σοφία τους μέσα από το παλιό δρύινο εικονοστάσι.Συνεχίστε την ανάγνωση

Εποχές και Συγγραφείς – Οδυσσέας Ελύτης (Αρχείο ΕΡΤ)

Οι ενότητες:

Το ντοκιμαντέρ ξεκινά με κάποιες γενικές κρίσεις για το έργο του από τον Δ. Δημηρούλη, τον Στ. Ροζάνη και τον Δ. Καλοκύρη.
7′ 30” Ο Ελύτης μιλά για το νόμπελ.
11′ Βιογραφικά στοιχεία.
Βασικά χαρακτηριστικά της ποίησής του.
23′ 30” Επιστράτευση και ασθένεια.
Σημαντικές ποιητικές συλλογές. 
28′ 50” Περίοδοι του έργου του. 
34′ Ο Ελύτης και το Αιγαίο.
39′ Το έργο του πριν και μετά το Άξιον Εστί.
43′ Τελευταίες ποιητικές συλλογές.

 

Ένα σχόλιο για τη συλλογή “Οι ρεμπέτες του ντουνιά”

1  05΄ 52΄΄ – 1  12΄ 25΄΄

Σ. Α.: Διάβασα σε μία συνέντευξή σας όπου χαρακτηρίζατε ρεμπέτες τον Παπαδιάμαντη, τον Κάφκα και τον Μεγαλέξανδρο. Θα σας παρακαλούσα λοιπόν να δώσετε αυτόν τον ορισμό του ρεμπέτη, έτσι όπως εσείς τον αντιλαμβάνεστε.Συνεχίστε την ανάγνωση

 

Ο κ. Τιμόθεος, γόνος βυζαντινής οικογένειας που ανά­γονταν στους τελευταίους Κομνηνούς, συμμαθητής και μάλιστα συγκάτοικος με τον πατριάρχη Αθηναγόρα όταν σπούδαζαν στη Χάλκη, δε ντρέπονταν να γυρνάει στους δρόμους με ξηλωμένο παλτό. Ο πατέρας μου, απλοϊκός άνθρωπος, σκανδαλίζονταν κάθε φορά που τον έβλεπε, και δεν μπορούσε να το χωνέψει, πώς ένας τόσο σπου­δαίος γυμνασιάρχης γυρνούσε σα σελέμης. Και καλά αυτός —αμ οι κόρες του; δεν μπορούσαν να του ράψουν ένα κου­μπί; Η μάνα μου όμως, που τον ήξερε καλά από την Πόλη, έλεγε πως τέτοιος ήταν ανέκαθεν. Δεκαεφτά χρονώ, λέει, είχε γίνει καλόγερος και πήγαινε για δε­σπότης, αλλά αρρώστησε βαριά και μπήκε στο νοσοκο­μείο. Εκεί ερωτεύτηκε μια νοσοκόμα, που του έχυνε το τσουκάλι. Πετάει, που λες, ο καλός σου, τα ράσα και μια και δυο την παντρεύεται με φουσκωμένη κοιλιά. Τέσσε­ρα χρόνια έζησαν στεφανωμένοι, πέντε παιδιά πρόλαβαν κι έκαναν. Κι απάνω στον πέμπτο, η νοσοκόμα του άφη­σε χρόνους. Ύστερα απ’ αυτά ο Τιμόθεος παραμέλησε εντελώς τον εαυτό του. Ούτε για φαΐ νοιάζονταν ούτε για ντύσιμο, ένας θεός ξέρει πώς μεγάλωσαν αυτά τα παι­διά.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Διονύσης Σαββόπουλος (περιοδικό ΦΑΝΤΑΖΙΟ, 1971). Πηγή: LiFO

 

Υπήρχαν δύο μεγάλα στέκια στην Αθήνα: το ένα ήταν το Κολωνάκι και το άλλο ήταν η Φωκίωνος Νέγρη. Στο Κολωνάκι πήγαινε ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Λυκουρέζος, ο Γκάτσος, ο Βασιλικός και άλλοι. Μία διανόηση γύρω από την ελληνικότητα. Ήταν η κεντρική παρέα και γύρω απ’ αυτή δημιουργούνταν άλλες παρέες μικρότερες, που είχαν ανάλογο πνεύμα. Νεότεροι ζωγράφοι, νεότεροι μουσικοί. Πηγαίναμε και εμείς στην κεντρική παρέα, της προσκολλήσεως βέβαια.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867 − 1951). Πηγή: Βικιπαίδεια

 

Για την Κυβέλη1 τον ίδιο χρόνο2 έγραψα τη «Ραχήλ». Είναι ένα τρίπρακτο δράμα, γραμμένο απευθείας -όχι δηλαδή από μυθιστόρημα σαν τα δύο προηγούμενα- κι εμπνευσμένο από τα «εβραϊκά» της Ζακύνθου, τις αντισημιτικές ταραχές του 1891, που της εξιστόρησα αργότερα και στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Περιπέτεια», δημοσιευμένο στ’ «Αθηναϊκά Νέα» το 1937.

Η Κυβέλη είχε αφήσει πια το «Πανελλήνιο» κι έπαιζε στο θέατρο της, το ιστορικό, στην οδό Πεσμαζόγλου. Στο θίασό της, εκτός από τον Παπαγεωργίου, είχαν προσληφθεί ο Εδμόνδος Φυρστ, ο Λεπενιώτης, ο Χρυσομάλλης κι άλλοι καλοί ηθοποιοί. Και θυμούμαι ακόμα τον ενθουσιασμό τους, όταν τους διάβασα το νέο μου έργο· με σήκωσαν στα χέρια! Κι ο ίδιος ο Λεπενιώτης, ο εχθρός των «ελληνικών», είχε ενθουσιαστεί. Κι η Κυβέλη, που βαρέως έφερε την επιτυχία της Μαρίκας3 στη «Στέλλα Βιολάντη», είδε με χαρά πως η «Ραχήλ» θα την έβαζε κάτω. «Κι έτσι πρέπει, μου έλεγε· κάθε νέο σας έργο, να είναι ανώτερο από τα προηγούμενα».Συνεχίστε την ανάγνωση