Ο Δημήτριος Μακρής (1772 – 1841) ήταν Έλληνας αγωνιστής της Επανάστασης του 1821. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένας από τους ισχυρότερους οπλαρχηγούς του αγώνα στην δυτική Στερεά Ελλάδα. [πηγή: Βικιπαίδεια]

 

Παντελής Μπουκάλας, Τα κλέφτικα τραγούδια σαν «στρατιωτικές εφημερίδες»

«Τα τραγούδια τα έκαμναν οι χωριάτες, οι στραβοί με τες λύρες» λέει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στη «Διήγησιν συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836», υπαγορευμένη στον Γεώργιο Τερτσέτη. Η πληροφορία αυτή εμπεριέχεται σε μια φράση του Κολοκοτρώνη που περιγράφει αδρά, σαν προφορικός λόγος περισσότερο παρά σαν γραπτός, τον βίο των αρματολών και των κλεφτών: «Οι πρώτοι αξιωματικοί εγίνοντο διά την ανδρείαν των ή διά την φρόνησίν των⋅ ο μισθός των όταν ήσαν αρματολοί, το μοίρασμα των λαφύρων όταν ήσαν κλέπται⋅ εδίδοντο και βραβεία εις τους αριστεύοντας. Όταν έσφαλλον ήτον το κόψιμον των μαλλιών, το ξαρμάτωμα⋅ σέβας προς τας γυναίκας⋅ εδίωχναν όποιον ήθελε βιάσει καμία γυναίκα⋅ παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ηρωικά, τες αμάδες⋅ τα τραγούδια τα έκαμναν οι χωριάτες, οι στραβοί με τες λύρες⋅ τα τραγούδια ήσαν ύμνοι, εφημερίδες στρατιωτικές».

Συνεχίστε την ανάγνωση

Όποιο περιεχόμενο κι αν έχουν τα παιγνίδια ανταγωνισμού που προβάλλονται στα ιδιωτικά κανάλια, ένα γνώρισμα τα εξομοιώνει: το απόλυτο δικαίωμα των κριτών να εξευτελίζουν τους παίχτες. Αυτούς δηλαδή που βιάζονται να πιστέψουν πως είναι παίχτες, ελπίζοντας ότι η πίστη τους αυτή θα θεραπεύσει τα τραύματα της αξιοπρέπειάς τους. Στην πραγματικότητα είναι πιόνια. Για λίγες μονάδες τηλεθέασης, οφείλουν να συμμορφωθούν, να ανεχθούν τις λοιδορίες των κριτών. Αυτός είναι ο κανόνας, είτε για διαγωνισμούς μαγειρικής πρόκειται είτε για την «επιβίωση σε άγρια νησιά» ή την επιλογή σούπερ μοντέλου.

 

Volume 1 No. 1 of ‘Television’ monthly magazine, 1928 | Science Museum Group Collection» από undefined διατίθεται με άδεια χρήσης CC by-nc-sa-undefined

Αν οι παίχτες δεν δείξουν εξαρχής υπακοή σε αυτούς τους όρους, αν δεν αποδεχτούν τους κριτές σαν παιδονόμους, δεν θα περπατήσει το «πρότζεκτ», όπως το αποκαλούν οι παραγωγοί του, για να του δώσουν κάτι από δυτικό αέρα. Και οι κριτές, απολαμβάνοντας σαδιστικά την εξουσιούλα τους, ανταγωνίζονται ποιος θα φανεί ειρωνικότερος και προσβλητικότερος. Γιατί ξέρουν ότι, από επεισόδιο σε επεισόδιο, η προσοχή θα στρέφεται όλο και σαφέστερα στον ωμότερο. Αυτός θα αβγατίσει τις πιθανότητες να κληθεί και σε επόμενο παιχνίδι. Αν βέβαια δεν σπεύσει να ανοίξει μπαρ για να τοκίσει τη φήμη του. Ο αντίλογος; Ο ίδιος πάντα: «Κι εσένα τι σε νοιάζει αν κάποιοι δέχονται να τους ειρωνεύονται αγρίως σε κοινή θέα; Ενήλικοι άνθρωποι είναι, ξέρουν τι κάνουν». Κατ’ αρχάς στα παιχνίδια αυτά δεν βλέπουμε μόνο τυπικά ενηλίκους, αλλά και παιδιά, συρμένα από γονείς που τα κριτήριά τους τα τάραξαν οι σειρήνες της δημοσιότητας: «Μάνα ταλέντου», «Πατέρας μίνι σεφ» κ.ο.κ. Και ύστερα, η κυνική αντιμετώπιση των πραγμάτων, το δόγμα «κι εμένα τι με νοιάζει», διευκολύνει την ηθική διάβρωση, την καλλιέργεια και διάδοση ελεεινών προτύπων: «Αν είναι να “πετύχεις”, άσ’ τους να σε τσαλακώσουν, θα σου περάσει». Γίνε πιονάκι, γίνε μαριονέτα, γίνε ρεντίκολο, αρκεί να δεις το «όνειρό» σου να παίρνει σάρκα και οστά. Μα υπάρχει όνειρο που συγχωρεί το τσαλάκωμα;

Το δόγμα της κυνικής αδιαφορίας για όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, με πρόσχημα την ηλικία των τηλεοπτικώς ανταγωνιζομένων, σε θέλει τηλεθεατή της διάλυσης της κοινωνίας σε μονάδες παγερά αδιάφορες η μία για την άλλη ή υποχρεωτικά αλληλοεχθρευόμενες. Το δίδυμό του; «Άλλαξε κανάλι». Όταν όμως όλα γύρω σου, σε εφημερίδες, περιοδικά, Διαδίκτυο, διαύλους, παρέες, είναι Νομάδες, Νεξτ Τοπ Μόντελ, Σαρβάιβορ κτλ., τα βλέπεις ακόμη κι αν έχεις κλειστή την τηλεόρασή σου.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή την 9-11-2018