Η χρυσή σφραγίδα του ποιητή με το μονόγραμμα στο κέντρο είχε γραμμένη περιμετρικά τη φράση
“VERUM AMO VERUM VOLO” (= Την αλήθεια αγαπώ, την αλήθεια θέλω). πηγή: Ψηφίδες για την Ελληνική Γλώσσα

 

Στο κείμενο που ακολουθεί ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Κώστας Καιροφύλας (1881-1961, για τη ζωή και το έργο του διαβάστε περισσότερα εδώ κι εδώ) δίνει μερικές πληροφορίες για την προσωπική ζωή του Διονύσιου Σολωμού. Πρόκειται για δημοσίευμα της αθηναϊκής εφημερίδας Ελεύθερον Βήμα και είναι πιθανόν απόσπασμα (δείτε και την υποσημείωση 5) από το βιβλίο Ο άγνωστος Σολωμός που, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη βάση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), είχε εκδώσει ο Καιροφύλας το 1911. Φωτοτυπία του δημοσιεύματος μπορείτε να δείτε εδώ.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Γρ. Ξενόπουλος (1867-1951)

 

Διάπλαση των παίδων

 

Μαθητάκος ήμουν, όταν μια θεία μου, έτσι για δώρο στα γενέθλιά μου, μ’ έγραψε συνδρομητή στη “Διάπλαση των παίδων” …

Θυμάμαι ακόμα και τώρα το χτυποκάρδι μου, όταν ξεκίνησε από τη γειτονιά μου για να πάω στα γραφεία της Διαπλάσεως και να γνωρίσω από κοντά τον Φαίδωνα, τον Ανανία, τη Μάρθα, την οικογένεια της Διαπλάσεως, όπως την ξέραμε και όπως τη σκιτσάριζε ο Αντώνης Βώττης, που στην ουσία ήταν ένας και μόνο, ο Γρηγόρης ο Ξενόπουλος. Η καρδιά μου φτερούγιζε περίεργα έτσι καθώς ανέβαινα τρία-τρία τα ξύλινα σκαλιά του παλιού μεγάρου της οδού Ευριπίδου, όπου ήταν τα γραφεία της Διαπλάσεως. Σκοτεινή ήταν, θεοσκότεινη η είσοδος, σκοτεινά ήταν και τα σκαλιά, που τα έκανε ακόμα πιο σκοτεινά το σκούρο γκρενά χρώμα των τοίχων. Σε αυτούς τους γκρενά τοίχους είχαν χαράξει με σουγιαδάκι τα διάφορα κακομαθημένα διαπλασόπουλα τα ψευδώνυμά τους.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Κ. Π. Καβάφης (1863-1933)

 

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Ένας ποιητής

Είναι νέος, αλλ’ όχι εις την πρώτην νεότητα. Βαθειά μελαχροινός ως γηγενής της Αιγύπτου, με μαύρον μουστακάκι, με γυαλιά μύωπος, με περιβολής αλεξανδρινού κομψευομένου, αγγλίζουσαν ελαφρότατα, και με φυσιογνωμίαν συμπαθή, η οποία όμως εκ πρώτης όψεως δεν λέγει πολλά πράγματα. Υπό το εξωτερικόν εμπόρου, γλωσσομαθούς κ’ ευγενεστάτου και κοσμικού, κρύπτεται επιμελώς ο φιλόσοφος και ο ποιητής. Η ομιλία του η ζωηρά, η σχεδόν στομφώδης και υπερβολική, και οι τρόποι του οι πάρα πολύ αβροί, και όλες εκείνες οι ευγένειές του και οι τσιριμόνιες, εκπλήττουν κάπως ένα Αθηναίον, συνειθισμένον με την σεμνήν απλότητα και την δειλήν αφέλειαν και την αγαθήν αδεξιότητα των λογίων μας. Ο κ. Καβάφης, υπό την έποψιν αυτήν, είναι ο αντίπους του κ. Πορφύρα. Πρέπει να τον γνωρίσει κανείς αρκετά, δια να πεισθή ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε τα ωραία εκείνα ποιήματα. Διότι σιγά-σιγά θ’ αναγνωρίση, ότι αυτά που λέγει ο αλεξανδρινός έμπορος με τόσον παράξενον τρόπον, είναι γεμάτα γνώσιν και παρατήρησιν, και κάπου-κάπου θα συλλάβη και μερικά αστραπάς των μαύρων ματιών, από τα γυαλιά, που διανοίγουν ολόκληρον κόσμον, και προδίδουν –δόξα σοι ο Θεός!– τον άνθρωπον της ευρείας σκέψεως και της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας…

από το ιστορικό άρθρο του Γρ. Ξενόπουλου, το πρώτο που γράφηκε για τον Καβάφη, 

δημοσιευμένο στα «Παναθήναια» στις 30 Νοεμβρίου 1903.

 

Συνεχίστε την ανάγνωση