Τόλης Καζαντζής, Παραλειπόμενα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Γιώργος Θεοτοκάς και Γιώργος Σεφέρης

 

Αιθέρια αερικά «εποχής», με καλοτυλιγμένα κι ευκίνητα κορμιά σε μουσελίνες, με μπουκετάκι «μιγκέ» στο ντεκολτέ τους, εκεί ακριβώς που αρχινάει η σκιερή χαράδρα των τροφαντών μαστών, περιφέρονται -ίδιες «Ατθίδες αύρες»*- μέσα στη νοσταλγικά διατηρημένη «ανατολίτικη» ατμόσφαιρα του σαλονιού πετώντας πού και πού, εμβόλιμα, κάποιο χαριτωμένο, γαργα­λιστικό γαλλικό. Προσφέρουνε, υπό τους ήχους του ταγκό, «μαρασκινό», μέσα σε κείνα τα λιλιπούτεια -επάργυρα- κολονάτα ποτηράκια, στους νέους της συντροφιάς, με το νωχελικό και ατημέλητό τους κάθι­σμα και τα καλοζυγισμένα -αεράτα- τους κοστούμια σε χρώμα σαμπανί από «σαντακρούτα»*.

Στα πιο άβολα καθίσματα κάτι ροδομάγουλα ακόμη επαρχιωτάκια κρύβουν αδέξια την πείνα τους για τα αερικά, που λέγαμε, και τα υπολείμματα της «πάστα φλόρας», ανοιχτομάτηδες, με μυαλουδάκι κοφτερό και εύστοχο και με μια στήλη, προπαντός, σε μια εφημερίδα. Κι αυτά τα επαρχιωτάκια απαλλοτρίωσαν τ’ αναμφισβήτητα προσόντα τους προς όφελος των άλλων, επί ισαξία αντιπαροχή, εδραιώνοντας και το μεγάλο λόγο· «Η άτρωτη, η αειθαλής, η αθάνατη γενιά του τριάντα είναι μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα στα γράμματά μας».

Ύστερα από δέκα, περίπου, χρόνια, μέσα στα οποία η συντεχνία επανδρώθηκε, οργανώθηκε κι ανδρώθηκε, συναντάμε δυο απ’ τους κύριους εκπροσώπους της ν’ ανηφορίζουν ένα σκιερό δρομάκι, απ’ αυτά τα πανο­μοιότυπα, απωθητικά δρομάκια που βγάζουνε στην οδό Πανεπιστημίου. Προορισμός τους το Πανεπιστήμιο ή η Ακαδημία ή η Βιβλιοθήκη (ποτέ μου δεν κατάφερα -ο αθεράπευτος επαρχιώτης- να ξεχωρίσω τα νεο­κλασικά αυτά αριστουργήματα). Πάντως αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Σημασία έχει ότι οι περί ων ο λόγος έχουνε μόλις βγει από κάποιο εστιατόριο, που προς μεγάλη τιμή του ιδιοκτήτη του -ενός αυτοδημιούργητου λουστραρισμένου Καρπενησιώτη- επι­τρέπει και την είσοδο ευπρεπών φαντάρων. Γιατί, κοί­τα να δεις που θα το ξέχναγα! Ο ένας απ’ τους δυο είναι φαντάρος και, βέβαια, ευπρεπής και μάλιστα εθε­λοντής και σε εμπόλεμη περίοδο.

Χειμώνας του «σαράντα». Και, φυσικά, παντού χει­μώνας εκτός απ’ την Αθήνα.

Πήρανε, που λες, την ανηφοριά βαδίζοντας αργά και σημαντικά, καθώς αρμόζει σε ημέρα Κυριακή και στη σοβαρότατη κουβέντα που ’χουνε πιάσει αποσώνοντας το χορταστικότατο και γευστικότατο γεύμα τους. «Ανησυχούνε», γενικά, «για την τύχη του έθνους». Ανη­συχούνε… Ο ένας τις παραμονές της αναχώρησής του για τη νέα του θέση στο εξωτερικό κι ο άλλος υπηρε­τώντας την αγωνιζόμενη πατρίδα δυο, τρία τετράγωνα μακριά απ’ το σπίτι του. Διασχίζοντας, λοιπόν, την Πανεπιστημίου και λοιπά κι υπόλοιπα, που λέγαμε, λέει ο πολίτης του φαντάρου·

—Κάμνουμε μια φωτογραφία; Και κείνος,

—Κάμνουμε, του απαντάει, πάντα πειθήνιος ο φου­καράς. Ύστερα, χώθηκε το κεφάλι του υπαίθριου φω­τογράφου μέσα στο ξασπρισμένο-μαυρο κάμπουτο της μηχανής του κι όλα, σε μια στιγμούλα, εντάξει. Κόβουνε ύστερα μερικές βολτίτσες μες στη γεμάτη γλυκύτητα και θάλπος χειμωνιάτικη λιακάδα (αχ, αυτή η χω­νευτική αθηναϊκή λιακάδα) κι οι φωτογραφίες, υγρές ακόμη, έτοιμες.

Κι έτσι, τους βλέπουμε να στέκονται στο οπισθό­φυλλο του σχετικού βιβλίου, όπου περιέχεται η θλιβε­ρή (ου του παρόντος) αλληλογραφία τους: Η αττική, που λέγαμε, λιακάδα -έμπλαστρο κολλημένο επάνω στις πεντελικές πλάκες και στις ιωνικού, μου φαίνεται, ρυθμού κολόνες- ο πολίτης με τη γνωστή φτυαριστή ματιά του, με εμφανέστατο το υπόστρωμα της μετέπειτα λαμπρής κοιλιάς του και θαλερές τις κρεατοελιές του. Πλάι του ο φαντάρος· σολντατίνος του «σαράντα», με το λιγωμένο βλέμμα του λες κι είχε καταπιεί έναν κουβά «μπελαντόνα»*, σα να ’τανε κάνας δραπέτης κά­ποιου πλουμιστού θεατρικού προγράμματος του «Βαφτιστικού», καλοκουμπωμένος και πεντακάθαρος, πε­ριμένεις πως, όπου να ’ναι, θα χυθούνε καταγής νταντέλες απ’ τα πέτα και τις μανσέτες της χλαίνης του.

Όμως, είπαμε· «Ανησυχούνε για την τύχη του έ­θνους». Μόνον που τώρα πια το ξέρουμε· ανησυχούσαν πιο πολύ για τη δικιά τους τύχη. Βολεύανε, χρόνια και χρόνια, τη φήμη και την υστεροφημία τους και τώρα, ύστερ’ από δενξερωπόσα χρόνια, ποζάρουνε αυτάρεσκοι στη φωτογραφία, έτσι που να παίρνουν φόρα οι διάκοι τους και να λένε·

—Τούς βλέπετε; ανησυχούνε για την τύχη του έ­θνους!

Στο μεταξύ, έβρεχε-χιόνιζε όλα αυτά τα χρόνια, αυτοί σφιχτοδεμένοι και πιστοί στη «φιλική τους εται­ρεία», αλληλολιβανίζονταν αλλάζοντας σαν τις σουμπρέτες* των θεατρικών επιθεωρήσεων το ρόλο του άγιου και του παπά και μας γεμίζαν τσίμπλες τα μα­τάκια μας, έτσι που να μην έχουμε άλλο γκαϊλέ, ξετσιμπλιαζόμασταν συνέχεια. Όσο γι’ αυτούς, ε, αυτοί, καλοκαθισμένοι πάντα στις μαλακές τους πρωτοκαθε­δρίες, περνάγανε τα «σώσε» που γινότανε σ’ αυτό τον έρμο τόπο, χωρίς να βρέχουν καν τα ακριβά τους δίσολα «σεβρό»*.

Πρέπει, όμως, να ’μαστε και δίκαιοι και να το μο­λογάμε και του στραβού το δίκιο· στην επιβίωσή τους συντέλεσαν τα μέγιστα και οι άμεσοι επίγονοί τους. Με το να γεμίζουνε αβέρτα-κουβέρτα τους απανταχού της χώρας λάκκους με τ’ απερίσκεπτα κορμιά τους ή οι πιο τυχεροί, τα ξερονήσια ή οι τυχεροί των τυχερών, οι τυχεράκηδες, τα αδιαχώρητα πια περιθώρια της ζωής του τόπου. Κι όσοι απ’ αυτούς κατάφεραν -με τα χίλια ζόρια- να επιζήσουν ή θα ’χουν πάθει μόνιμη αγκύλωση ή αφυδάτωση ή θα παριστάνουνε τις πριμα­ντόνες επικεφαλής μυστικών και φανερών θιάσων με κόλακες, αυλοκόλακες και «ζητωκραυγαστές» που, ευ­τυχώς, έδωσ’ ο Θεός και δε μας λείψανε ποτέ.

Όσο για μας; ε, εμείς μάτια για να βλέπουμε, αυτιά για ν’ ακούμε, πετσιά για ν’ ανατριχιάζουμε σαν ξε­πουπουλιασμένα και καψαλιασμένα κοτόπουλα και στόμα για να σωπαίνουμε. Κι έτσι γινήκαμε οι άσοι της «σάμπας» και της «ρούμπας». Καταβροχθίσαμε με τη σέσουλα όλες τις αηδίες που μας έφερε στη μάπα η ΟΥΝΡΑ* της αμερικάνικης κουλτούρας, εισάγοντας και κείνες τις περίφημες γραβάτες με τις χουρμαδιές, τα παραδείσια πτηνά και τους τροπικούς χάνους ή, στην πιο καλή περίπτωση, με τις αμφίπλευρες και αμφίστομες μούντζες, που μούντζωνες αλλά και μουντζωνόσουνα ταυτόχρονα.

Φυσικά, εκείνοι οι, θέλαμε δε θέλαμε, κολλητοί μας της φωτογραφίας, αλώνιζαν όλ’ αυτά τα χρόνια, ερήμην των φυσικών διαδόχων τους, μέχρι που γίνανε στο τέλος οι ακλόνητοι βιομήχανοι της λογοτεχνίας μας με τα προστατευμένα από χίλιες μπάντες μονοπώλια.

Έτσι περνούσαν και περνούν τα χρόνια μας και περνάμε και μεις μαζί τους και κείνοι γέροι ή τεθνεώτες απομένουν εν ζωή και εν ενεργεία, μιας και φρόντισαν να εκπαιδεύσουνε εγκαίρως πιστούς, χρυσοδάχτυλους ζογκλέρ που καταφέρνουν να κάνουν τους υπέργηρους ή τους αποθαμένους να μιλούν μέσα από κάτι κατασκο­νισμένα και ποντικοχεσμένα σαπιοσέντουκα. Καρύδια πέφτουν τα λογάκια τους στις καρδούλες του κοσμάκη· βάλσαμο, λάβδανο, λάδι και λιναρόσπορος. «Ανησυχούνε» πάντα, τζάνε μ’, «για την τύχη του έθνους», αφού η δικιά τους τύχη είναι διπλοκουμπωμένη κι ασφαλισμένη με διπλές και τρίδιπλες ασφάλειες. Κι ύ­στερα αυτοί, οι κατά τα άλλα κι άλλοτε λαλίστατοι, μόλις ωοτοκήσουν προς χάριν μας το χρυσό τ’ αυγό τους, «ξαναγυρνάνε στη σιωπή τους»* επίσημα θλιμμέ­νοι.

Όμως σιγά σιγά και ένας ένας τους εκλείπουν. Τους «συνοδεύουν» λόγοι προέδρων και αντιπροέδρων (κωλυομένων των προέδρων), νεκρολογίες παντού σπαρα­ξικάρδιες και επικήδειοι σε ζηλευτά «αντάντε»*, ολόφτυστοι μ’ εκείνον του υπέροχου πεζογράφου μας Ιωάννη Κονδυλάκη·

Ιδού και άλλο λείψανον
του ιερού αγώνα,
οπού εις Τούρκων καύκαλα
το ξίφος του ακόνα.

Κι ύστερα, ποιος πρώτος, οι βαστάζοι τους, οι αφοσιωμένοι εν ζωή και εις τους αιώνας των αιώνων, τους κόφτουνε τιμητικά επ’ ώμου τους, ενώ ρέουν ποταμοί ειλικρινέστατων δακρύων, ακούγονται ευπρεπέστατα χειροκροτήματα προς το βαρύτιμο φέρετρο με την ελ­ληνική σημαία για «κουβρ λι» του.

Ο Τόλης Καζαντζής (1938-1991) ήταν συγγραφέας, που γεννήθηκε και έζησε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος.

Φυσιολογικά, λοιπόν, η πολύτιμη αυτή συνομοταξία θα ’πρεπε, ούτως η άλλως, να εκλείψει εντελώς υπο­ταγμένη, αν όχι σε τίποτ’ άλλο βρε αδερφέ, στους φυσικούς νόμους. Όμως ένα τέτοιο ακατάρριπτο ρεκόρ μακροζωίας, ένα τέτοιο «μέγιστον μάθημα» καπατσοσύνης, θα ’τανε κρίμας κι άδικο να μην παραδειγματίσει, να μη βρει την ευτυχή συνέχειά του μες στο χρόνο. Και ω του θαύματος! Παραδειγμάτισε τους νεότερους, μα αλί τους όχι και τόσο νέους πια. Χρειάστηκαν, βέ­βαια, μερικές μικροαλλαγές και εκσυγχρονισμοί -επουσιώδη μερεμέτια- ως καθώς το καλούσε η στο μεταξύ επελθούσα εξέλιξη. Κι έτσι, αλλάξανε τις «μουσελίνες» με «τζιν», τα «μαρασκινό» με άλλα ποι­κιλώνυμα και πολύχρωμα πιοτά, τις κουλτουριάρες-αερικά, με κουλτουριάρες-αμφισβητήτριες, τα γαλλικά μαϊμουδίσματα με μαϊμουδίσματα ρετρό ρεμπέτικων και τα επαρχιωτάκια, που λέγαμε, με κάτι άλλα σαΐνια, που αντί για κριτικές, σου ζωγραφίζουνε εξαίσια και περιεκτικότατα «σλόγκανς». «Η γενιά του Πολυτε­χνείου εισβάλλει στη λογοτεχνία». Στη Λογοτεχνία, ναι. Εισβάλλει και παραεισβάλλει, απ’ το Πολυτεχνείο, όμως, πέρασε και δεν ακούμπησε. «Κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες», δηλαδή.

Κοίτα, όμως, που μ’ αυτά και κείνα τους, τα σαΐνια και κάτι άλλοι παλίμπαιδες του κερατά, καθώς και κάτι ξεμωραμένες καρακάξες, κρατούν γερά τις πατε­ρίτσες των εισβολέων, των «σέντερ φορ» της λογοτε­χνίας μας, όπου, κατά τα λοιπά κι υπόλοιπα, της βρίσκεις ολόφτυστα τα σουσούμια και τα χαρακτηριστικά των εκλιπόντων, πια, «μετρ» του είδους. Και τους αλληλολιβανωτούς, δηλαδή, και τις αστραπιαίες αλλαγές των ρόλων.

Και μεις; τι εμείς; Για μας επιφυλάχτηκε ένας απλούστατος και αξιολάτρευτος ρόλος· θα προαχθούμε, μετά θάνατόν μας όμως, από λοχίες, που είμαστε, σε ταξίαρχους. Γιατί, ως γνωστόν, ακόμη και στα νήπια, οι πεθαμένοι δε μιλάν και δε δαγκώνουνε κι ούτε είναι δυνατό να βγει τίποτα από τα χεράκια τους. Ό,τι ελέχθη, δηλαδή, ελέχθη και πάει σκόλασε.

Τότε αποκαλύπτεται η απρονοησία, η ακηδία μας. Βάζουμε γκοτζάμ διάσημους ανθρώπους να ψάχνουνε και πού να βρούνε; φωτογραφία μας ενδεικτική του είδους του έργου μας και μάλιστα μέσα στη βιασύνη τους να πάρουνε, ποιος πρώτος, το καϊμάκι της θλίψης για τον πάντα αδόκητο χαμό μας.

Γι’ αυτό και γω το έχω πάρει απόφαση να προετοι­μαστώ μεθοδικά. Εκείνος ο γουρσούζης ο Αρμένης, που χάριν συντομίας τον φωνάζουν «Σούζη», ζει ευτυ­χώς ακόμη κι έχει εκείνο το λαδομπογιατισμένο του χάρβαλο, τη μηχανή του, στημένη πλάι στο Λευκό Πύργο. Όσο όμως και να τον παρακαλέσεις, όσα πα­νωπροίκια κι αν του τάξεις να σε βγάλει και σένα σαν άνθρωπο με φόντο τον Πύργο δε λέει, ο στούρνος του κερατά, να τη γυρίσει προς τα κει. Έχει, λοιπόν, βγά­λει τη μισή και βάλε Θεσσαλονίκη με φόντο τα δημό­σια αποχωρητήρια εκεί δίπλα.

Εκεί λέω και γω, μόλις αδειάσω αυτές τις μέρες, να ενδυθώ το επίσημο και ντεμοντέ ένδυμά μου και βρίσκοντας το σημαντικό μου ύφος, να βγάλω μια φω­τογραφία-μέγκλα, χωρίς να παραλείψω να σημειώσω στα οπίσθιά της και τη μεταθανάτια λεζάντα μου: «Μπροστά στ’ αποχωρητήρια του Λευκού Πύργου, ανησυχεί για την τύχη της λογοτεχνίας».

 

Σημειώσεις:

Ατθίδες αύρες (1883): τίτλος ποιητικής συλλογής του Γεώργιου Βιζυηνού (1849-1896)· Ἀτθίς, -ίδος, η Ατθίδα· ως ουσ. (ενν. γῆ), η Αττική.

σατακρούτα & σαντακρούτα, η: παλαιά ονομασία χοντρού μεταξωτού υφάσματος για ανδρικά ρούχα.

αποσώνω: αποτελειώνω κάτι που έχω αρχίσει.

μπελαντόνα, η: ποώδες και πολυετές δηλητηριώδες φυτό που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική ως διεγερτικό ή ως καταπραϋντικό.

σουμπρέτα, η: το πρόσωπο της υπηρέτριας ή της ακόλουθης σε οπερέτα ή σε κωμωδία.

σεβρό, το: είδος λεπτού και μαλακού δέρματος.

✽ ΟΥΝΡΑ ή UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration): Oργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών· ήταν ένας διεθνής οργανισμός περίθαλψης, στον οποίο κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτιζαν οι Η.Π.Α, αλλά εκπροσωπούσε 44 έθνη. Ιδρύθηκε το 1943 και σκοπός του ήταν η φροντίδα των θυμάτων πολέμου. Δραστηριοποιήθηκε και στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

λάβδανο: θαμνώδες φυτό και το κολλώδες έκκριμά του, που χρησιμοποιούνταν στη φαρμακευτική.

«ξαναγυρίζω στη σιωπή μου»: φράση του Σεφέρη από τη ραδιοφωνική δήλωσή του κατά της δικτατορίας των Συνταγματαρχών που μεταδόθηκε στις 28 Μαρτίου 1969 από την Ελληνική Υπηρεσία του B.B.C., τον ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και την Ντόιτσε Βέλε. Αντιδρώντας το καθεστώς των Συνταγματαρχών του αφαίρεσε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου.

αντάντε (μουσικός όρος): αργά, λίγο αργά.

 

 

Αφήστε μια απάντηση