Τα Άγια Πάθη
δια χειρός Θεοφάνους του Κρητός.
Από τις τοιχογραφίες στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους. Έκδοση Ι. Μ. Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1986. [πηγή: Εικαστικόν]

 

Παντελής Καλιότσος, Πασχαλινή ιστορία

 

Βασικά σημεία

 

Τα περιστατικά

Στο συγκεκριμένο διήγημα ο συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα με έναν απλό και συνηθισμένο τρόπο: ξεκινά από την αρχή της ιστορίας και προχωρά την αφήγηση ως το τέλος της, την κορύφωσή της. Ας δούμε τα βασικά περιστατικά με βάση τις χρονικές ενδείξεις:

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και κριτικός
Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900)

 

Όσκαρ Ουάιλντ, Ο πιστός φίλος

 

Βασικά σημεία

 

1η ενότητα (αρχή … «είναι ολοφάνερο», σελ. 175)

Πρωταγωνιστές του αφηγήματος είναι ο μικρούλης Χάνς και ο μυλωνάς:

(α) ο μικρούλης Χανς είναι ένας φιλότιμος, καλός αλλά και κάπως αφελής νεαρός, που ζει σ’ ένα χωριό. Ασχολείται με τον κήπο του και πουλάει φρούτα και λουλούδια για να ζήσει. Όμως, είναι φτωχός και το σπίτι του είναι κρύο τον χειμώνα.

(β) ο μυλωνάς ζει στο ίδιο χωριό, φαίνεται πλούσιος και ενώ ισχυρίζεται ότι είναι φίλος του Χάνς, στην ουσία τον εκμεταλλεύεται, γιατί είναι εγωιστής και υποκριτής: του βάζει συνέχεια δουλειές χωρίς να του προσφέρει αντάλλαγμα. Είναι άνθρωπος που θέλει να παίρνει, αλλά όχι να δίνει.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο σερ Τσαρλς Σπένσερ «Τσάρλι» Τσάπλιν (1889−1977) σε φωτογραφία του 1920.
Πηγή: Βικιπαίδεια

 

 

Ντίνος Δημόπουλος, Ο Σαρλό και το αθάνατο νερό

 

Βασικά σημεία

 

Ο συναισθηματικός κόσμος του Πέτρου

Ο συγγραφέας ζωγραφίζει με λεπτομέρειες τον συναισθηματικό κόσμο του Πέτρου. Είναι λογικό, γιατί η πρώτη φορά στο σινεμά είναι πρωτόγνωρη εμπειρία και γεννά ποικίλα συναισθήματα στον μικρό. Έτσι, ο Πέτρος την προηγούμενη νύχτα μένει ξάγρυπνος, γιατί η αγωνία και η ανυπομονησία του δεν τον αφήνουν να κοιμηθεί.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Πετρόχτιστο αρχοντικό με σαχνισιά (τώρα Ενδυματολογικό Μουσείο Καστοριάς) [πηγή: about Kastoria]

 

Νίκος Θέμελης, Η αφήγηση του αρχιμάστορα

 

Βασικά σημεία:

 

1. Οι χτίστες στα τέλη του 19ου αιώνα

(α) οι συνθήκες εργασίας

Από το απόσπασμα φαίνεται ότι οι χτίστες δούλευαν ομαδικά: με κάποιον επικεφαλής συγκροτούσαν συνεργείο και αναλάμβαναν το χτίσιμο μικρών και μεγάλων σπιτιών αλλά και εκκλησιών. Μπορούσαν να εργαστούν και σε τόπους που ήταν μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Οι καιρικές συνθήκες δεν τους επηρέαζαν, αλλά κοιτούσαν να εκμεταλλευτούν κατά το δυνατόν την καλοκαιρία. Ζητούσαν δίκαιη αμοιβή για τη δουλειά τους και φρόντιζαν ώστε ο πελάτης να τους εξασφαλίσει διατροφή και διαμονή για όσον καιρό επρόκειτο να εργαστούν.

Λίγο μετά τα Θεοφάνια του 1886, με το που πιάσανε οι πρώτες Αλκυονίδες, κινήσαμε ξανά όλοι μαζί από Ήπειρο για Μυτιλήνη. Μαζί με τον αδερφό μου ήμασταν επτά, εγώ έκανα κουμάντο. […] Oύτε η απόσταση μας τρόμαζε ούτε το καταχείμωνο, ήμασταν συνηθισμένοι. Μ’ ένοιαζε μόνο να προκάνουμε να εκμεταλλευτούμε τις Αλκυονίδες όλες, πράγμα σημαντικό για το ξεκίνημα, να θεμελιώσουμε και να σηκώσουμε στα δύο μέτρα. […]

Χτίζαμε σπίτια όπου κι αν μας καλούσανε. Σπίτια αρχοντικά, σπίτια απλών ανθρώπων, μέχρι και εκκλησίες, αρκεί να εξασφαλίζαμε όσο καλά γινόταν μια δίκαιη αμοιβή και την αποπληρωμή της. Στη συμφωνία πάντα έμπαινε η εξασφάλιση τροφής και στέγης.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ν. Καζαντζάκης (1883-1957) πηγή: Βικιπαίδεια

 

Νίκος Καζαντζάκης, Η Νέα Παιδαγωγική

 

Ενότητες και περιεχόμενο

(α) Από την αρχή … — Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

Στο πρώτο μέρος ο αφηγητής ξετυλίγει τις σκέψεις και την ψυχική του κατάσταση, καθώς ο πατέρας του τον οδηγεί για πρώτη φορά στο σχολείο.

(β) Από το Δημοτικό Σκολειό απομένει ακόμα στη θύμησή μου ένας σωρός παιδικά κεφάλια … όποιος δεν έχει αυγό, ας φέρει βούτυρο!».

Στο δεύτερο μέρος ο αφηγητής ανθολογεί μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά για να δείξει το κλίμα που επικρατούσε στο σχολείο την εποχή του.

 

Συναισθήματα 

Τα συναισθήματα του μικρού αφηγητή είναι αντικρουόμενα: από τη μια είναι περήφανος που ξεκινά η σχολική ζωή του και από την άλλη νιώθει φόβο, ο οποίος κορυφώνεται, όταν αντικρίζει την είσοδο του σχολείου:

μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιάν αυλή, με τέσσερις μεγάλες κάμαρες στις γωνιές κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα· το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.

 

Η στάση του πατέρα

Αρχικά, προσπαθεί να καθησυχάσει τον γιο του: του κρατά σφιχτά την παλάμη και τον χαϊδεύει για να του σώσει κουράγιο μπροστά στο σχολείο. Όταν όμως αντικρίζει τον δάσκαλο, μιλά με σκληρότητα, αφού του επιτρέπει ακόμη και να δέρνει το παιδί.

 

Παλαιά και Νέα Παιδαγωγική

Η βαναυσότητα του δασκάλου είναι χαρακτηριστική: όχι μόνο επιδεικνύει τον βούρδουλα ως φόβητρο, αλλά τον χρησιμοποιεί κιόλας μέχρι τραυματισμού των μαθητών. Μια μέρα ο μικρός αφηγητής, με δυσκολία είναι αλήθεια («έδεσα κόμπο την καρδιά μου»), κάνει μια διφορούμενη ερώτηση στον δάσκαλο: Πού είναι, κυρ δάσκαλε, η Νέα Παιδαγωγική; Ο μικρός θέλει να δει επιτέλους την κυρία αυτή, για την οποία τόσα άκουσαν. Ο δάσκαλος όμως αντιλαμβάνεται την ειρωνεία: ο μικρός φαίνεται να ζητά άλλες μεθόδους, όχι τόσο σκληρές και προφανώς αποτελεσματικότερες σε σχέση με την απαράδεκτη κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουν καθημερινά τα παιδιά.  

 

Αφηγηματικοί τρόποι

(α) αφήγηση: τα περισσότερα γεγονότα μας δίνονται από τη φωνή του μικρού αφηγητή. π.χ.:

O πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάδεψε· τινάχτηκα· ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαδέψει· σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του…

Από το Δημοτικό Σκολειό απομένει ακόμα στη θύμησή μου ένας σωρός παιδικά κεφάλια, κολλητά το ένα πλάι στο άλλο, σαν κρανία· τα πιο πολλά θα ’χουν γίνει κρανία. Μα απάνω από τα κεφάλια αυτά απομένουν μέσα μου αθάνατοι οι τέσσερις δασκάλοι.

(β) διάλογος: σε αρκετά σημεία ακούμε τη φωνή των προσώπων σε α΄ πρόσωπο. Τα σημεία αυτά δηλώνονται είτε με παύλες είτε με εισαγωγικά.

— Ετούτος είναι ο γιος μου, του ’πε ο πατέρας μου.
Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παρέδωκε στο δάσκαλο.
— Το κρέας δικό σου, του ’πε, τα κόκαλα δικά μου· μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.
— Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους…

«Δε θωράς, μωρέ, τα πόδια του», λέγαμε ο ένας στον άλλο σιγά να μη μας ακούσει, «δε θωράς, μωρέ, πώς τυλιγαδίζουν τα πόδια του; και πώς βήχει; Δεν είναι Κρητικός».

(γ) περιγραφή: με σύντομες περιγραφές βλέπουμε πιο καθαρά την εμφάνιση του μικρού αφηγητή την πρώτη μέρα στο σχολείο, το ίδιο το σχολείο και την εμφάνιση του δασκάλου.

Με τα μαγικά πάντα μάτια, με το πολύβουο, γεμάτο μέλι και μέλισσες μυαλό, μ’ ένα κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια…

O δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι· κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα· μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.

Στην Τετάρτη Τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του Δημοτικού. Κοντοπίθαρος, μ’ ένα γενάκι σφηνωτό, με γκρίζα πάντα θυμωμένα μάτια, στραβοπόδης. 

 

 

Λέων Τολστόι, Ο παππούς και το εγγονάκι

 

Δείτε σε αυτόν τον σύνδεσμο την παρουσίαση που χρησιμοποιήσαμε στην τάξη για να γνωριστούμε καλύτερα με τον κορυφαίο Ρώσο πεζογράφο.

Συνεχίστε την ανάγνωση

 

Λάμπρος Πορφύρας, Το στερνό παραμύθι

 

Σχόλιο:

Ένα συμβολιστικό σονέτο από τον Λάμπρο Πορφύρα (το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Σύψωμος, 1879 – 1932). Περισσότερες πληροφορίες εδώ: https://bit.ly/2JDrLtw και εδώ: https://bit.ly/2JGaQXn

Συνεχίστε την ανάγνωση

Καραγκιόζης (πηγή: Βικιπαίδεια)

 

Αντώνης Μόλλας, H πείνα του Καραγκιόζη

 

Βασικά σημεία:

 

1. Η προέλευση του θεάτρου σκιών

Το θέατρο σκιών, το γνωστό αυτό είδος του λαϊκού θεάματος, έχει αφετηρία του την Άπω Ανατολή. Με τη μεσολάβηση των Αράβων και των Τούρκων φτάνει στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα. Στον εξελληνισμό του τουρκικού Karagöz σημαντικό ρόλο έπαιξε, γύρω στα 1880, ο Πατρινός καραγκιοζοπαίχτης Μίμαρος. Κορυφαία είναι και η συμβολή του Αντώνη Μόλλα, ο οποίος εμπλούτισε τον Καραγκιόζη με αντιπροσωπευτικούς ελληνικούς τύπους (γύρω στα 1920). 

Το λαϊκό θέατρο αποτελεί ενδιάμεση κατηγορία ανάμεσα στο πρωτογενές θέαμα και στο θέατρο. Ο Καραγκιόζης ως λαϊκή παράσταση είχε ομοιογενές και ευρύ λαϊκό κοινό που συμμετείχε με το νου και το συναίσθημα στο θέαμα. 

Η αμεσότητα, το χιούμορ, η σάτιρα, η παιδαγωγική πρόθεση είναι τα συστατικά του λαϊκού θεάτρου, και ειδικότερα του θεάτρου σκιών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αμεσότη­τα της επικοινωνίας καραγκιοζοπαίχτη – κοινού. 

Στο απόσπασμα από την κωμωδία του Αντώνη Μόλλα εμφανίζονται τρεις από τους χαρακτηριστικότερους τύπους του θεάτρου αυτού: ο Καραγκιόζης, ο Χατζηαβάτης και ο Μπαρμπαγιώργος. 

 Βιβλίο του καθηγητή, σελ.21

 

2. Οι χαρακτήρες των ηρώων 

«Ο Καραγκιόζης: Είναι ένας θεόφτωχος, μα αιώνια ζωηρός και κεφάτος άνθρωπος του λαού, που κατοικεί με την οικογένειά του σε μια μεγάλη σύγχρονη ελληνική πόλη, Αθήνα μάλλον ή Πειραιά. Η κατοικία του είναι μια ετοιμόρροπη όσο και περίφημη καλύβα. Απέναντι της, πάντως, λάμπει το σαράι του πασά […]. Ο ίδιος ο Καραγκιόζης είναι κακομούτσουνος, σαν σάτυρος-σκυλομούτρης, όπως τον λέει ο ωραιοπαθής Βεληγκέκας. Επιπλέον παρουσιάζει και λίγη ή πολλή καμπούρα […]. Ο Καραγκιόζης δεν ξέρει καλά καμιά τέχνη, είναι όμως πρόθυμος ν’ ανακατευτεί παντού, ακόμα και σε επιστημονικές δουλειές, γιατί αποτυχαίνοντας δεν έχει τίποτε να χάσει. Το ξύλο, εξάλλου, δεν το φοβάται, το έχει συνηθίσει. Από αυτή την τάση του, να χώνεται με κάθε ευκολία σε όλες τις δουλειές, έχουν πηγάσει ένα σωρό κωμωδίες, όπου διά του Καραγκιόζη γελοιοποιούνται αγρίως διάφορα επαγγέλματα, επιστήμες και ιδιότητες […]. φυσικά, στα επαγγέλματα αυτά πάντα αποτυχαίνει, κάνει ζημιές, αποκαλύπτεται, και τέλος, ύστερα από πανηγυρικούς ξυλοδαρμούς, καταλήγει στην καλύβα του πεινασμένος όσο και πρώτα. Αυτή η αιώνια πείνα του, που διαλαλεί με όλους τους τόνους και τους τρόπους, είναι το σπαραχτικότερο μα και αληθινότερο παράπονο και ψυχικό τραύμα του ελληνικού λαού […]».

 

Χατζηαβάτης (πηγή: Σπαθάρειο Μουσείο)

 

«Ο Χατζηαβάτης: Εξωτερικά, τουρκοφέρνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα πρόσωπα του θεάτρου σκιών. Σαν φιγούρα έμεινε σχεδόν ανεξέλικτος. Φορεί πάντα την τούρκικη φορε­σιά και μια σκούφια […]. Επίσης, είναι λίγο κουλός απ’ το αριστερό χέρι, γι’ αυτό συνή­θως εικονίζεται να κρατάει το γενάκι του. Σαν χαρακτήρας είναι ακόμα πιο αντιλεγόμενος κι απ’ τον Καραγκιόζη. Άλλοτε πονηρός και κλέφτης – πάντα όμως σοβαροφανής […]. Όπως και να έχει το πράγμα, έξω απ’ τον Καραγκιόζη, στο στόμα του ελληνικού λαού σήμερα, το όνομά του είναι συνώνυμο με τον κόλακα, τον δουλοπρεπή, τον αιώνια συμβι­βαστικό και τον συνεργαζόμενο πάντα με τις δυνάμεις κατοχής της εξουσίας, όποιες κι αν είναι αυτές. Αλλά και μέσα στο θέατρο του Καραγκιόζη συχνά έτσι παρουσιάζεται, με την διαφορά ότι τις γαλιφιές του και τις ασυνειδησίες του τις κάνει για να βοηθήσει όχι μόνο τον εαυτό του, μα και τους συνανθρώπους του, το φίλο του Καραγκιόζη, ιδίως […]». 

 

Μπαρμπα-Γιώργος (πηγή: Σπαθάρειο Μουσείο)

 

«Ο Μπαρμπαγιώργος: Ο τύπος αυτός είναι ασφαλώς η κορυφαία δημιουργία των ελλήνων καραγκιοζοπαιχτών. Εκπροσωπεί το Ρουμελιώτη και γενικά τον πρωτόγονο και αφελή, αλλά σχετικά αχάλαστο στην ψυχή Έλληνα […]. Πότε πότε “ροβολάει” στην πολιτεία είτε για δουλειές του είτε και για να γλιτώσει τον Καραγκιόζη απ’ τα ατέλειωτα μπλεξίματά του. Εντούτοις, δεν έχει καθόλου καλή ιδέα για τον ανεψιό του, και «λουμποδύτ» τον ανεβάζει και τον κατεβάζει. Αλλά και ο Καραγκιόζης, σαν γνήσιος εξαθλιωμένος προλετάριος, τον ποτίζει διαρκώς με το φαρμάκι της αχαριστίας. Διαρ­κώς του κάνει “χουνέρια”, κι ο Μπαρμπαγιώργος μετά τα παθήματά του αγρίως του τις βρέχει […]. Ο Μπαρμπαγιώργος μιλάει τα ρουμελιώτικα κι έχει, βέβαια, κι αυτός ένα σωρό αδυναμίες, που καθόλου δεν αποκρύβονται. Είναι τσιγκούνης, προληπτικός και για τα καλά ερωτιάρης. Όταν είναι να “ροβολήσει” απ’ τα βουνά στην πολιτεία, κάνει τέτοιες απίθανες και για όλες τις περιπτώσεις ετοιμασίες, που η περιγραφή τους είναι απ’ τα ωραιότερα και αστειότερα κομμάτια του θεάτρου σκιών […]». 

Βιβλίο του καθηγητή, σελ.22

 

 

Πλατύτερη ενημέρωση για τον Καραγκιόζη και γενικότερα για το θέατρο σκιών μπορείτε βρείτε στις εξής ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

(α) στην ιστοσελίδα Ένα ταξίδι του θεάτρου σκιών στο χώρο και το χρόνο [πηγή: Ιστοσελίδα Ντορίνας Παπαλιού].

(β) στο Σπαθάρειο Μουσείο.

(γ) στο σχετικό άρθρο της Βικιπαίδειας.

 

 

Γιώργος Θεοτοκάς, Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 1940

 

Το απόσπασμα έχει την αξία του περισσότερο ως αυθεντική μαρτυρία και λιγότερο ως λογοτεχνικό κείμενο, χωρίς ωστόσο να στερείται αισθητικών αρετών. άλλωστε, το ημερολογιακό είδος, εκτός από την ιστορική αξία που έχει, χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και ζωντάνια. Η ανάγλυφη παρουσίαση των διαφορετικών αντιδράσεων του πλήθους (αγωνία, πόνος, συγκίνηση, πανικός, ψυχραιμία), τα κλιμακούμενα συναισθήματα του αφηγητή (έξαψη, απάθεια, ενθουσιασμός, υπερηφάνεια κ.λπ.), οι συχνές αναφορές στον ωραίο καιρό και τις περιοχές της Αθήνας, δημιουργούν ένα ζωντανό σκηνικό μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται μια σημαντική σελίδα της νεότερης ιστορίας μας.

Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, βιβλίο εκπαιδευτικού, σελ. 61

 

 

Βασικά σημεία

 

1. Οι διαφορετικές αντιδράσεις των ανθρώπων

(α) ο αφηγητής: τον ξυπνούν οι καμπάνες και οι σειρήνες που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου. Φαίνεται ευχαριστημένος που η Ελλάδα θα πάρει μέρος και νιώθει έξαψη. Στο λεωφορείο δείχνει να ξεχνιέται, αλλά μόλις βλέπει στρατιώτες συγκινείται. Μπλέκεται με τον κόσμο στους δρόμους, περήφανος που οι συμπολίτες του είναι πειθαρχημένοι.

(β) η γριά προσφυγίνα: την έχει καταλάβει ο πανικός και η απόγνωση, γιατί έχει ζήσει τον πόλεμο και τα αποτελέσματά του στην καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβρη του 1922. Προφανώς, φοβάται μήπως ξαναζήσει τα ίδια.

(γ) οι επιβάτες του λεωφορείου: παρόλο που θέμα της κουβέντας τους είναι φυσικά ο πόλεμος, ο αφηγητής τους βρίσκει ήρεμους και εύθυμους. Κάποιες γυναίκες όμως βάζουν τα κλάματα, όταν αντικρίζουν κάποιους στρατιώτες.

(δ) οι στρατιώτες: είναι χαρούμενοι και κάνουν σαν παιδιά.

(ε) ο κόσμος στους δρόμους: κυκλοφορεί, φαίνεται εύθυμος, αλλά όχι φοβισμένος. Σε λίγο θα κυριαρχήσει ο ενθουσιασμός. Κάποιοι νέοι που διαδηλώνουν καταστρέφουν τα γραφεία μιας ιταλικής αεροπορικής εταιρείας.

… οι άνθρωποι ανάλογα με τα βιώματα και τον χαρακτήρα τους αντιδρούν διαφορετικά στο άκουσμα του πολέμου. Η γυναίκα, π.χ., που έζησε τη Μικρασιατική καταστροφή, πανικοβάλλεται, η μάνα αγωνιά για τα παιδιά της, οι νεαροί και άπειροι από πόλεμο στρατιώτες διασκεδάζουν και ο αφηγητής περνά από διάφορες συναισθηματικές φάσεις.

Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, βιβλίο εκπαιδευτικού, σελ. 61

 

2. Πόλεμος και καθημερινή ζωή

Η κήρυξη του πολέμου βγάζει τους Αθηναίους στους δρόμους. Ο καιρός είναι εξαιρετικός και η ατμόσφαιρα παθιασμένη, με σημαίες, μουσικές και πανηγυρισμούς, που θυμίζουν τους εορτασμούς των εθνικών επετείων.

 

3. Η εθνική ομοψυχία

Ο αφηγητής μέσα στη γιορτινή ατμόσφαιρα νιώθει ότι οι συμπολίτες του, αντιμέτωποι με το συγκλονιστικό γεγονός του πολέμου, έχουν ξεχάσει τις διαφορές τους. Τώρα ξυπνά το φιλότιμο, η διάθεση να ενισχύσει ο καθένας την δοκιμαζόμενη πατρίδα. Αισθάνονται ενωμένοι αυτές τις στιγμές: η ομοψυχία κυριαρχεί.

 

 

Παράλληλο κείμενο

Άγγελος Τερζάκης, Έξω ξημέρωνε η 28η Οκτωβρίου…

Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα. Ήταν η ώρα 6 όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στους δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακρυά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνοντας στον ουρανό, έψαχναν. Όμως σ’ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωινό αγέρι που κολπώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρύζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτές βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πώς έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.

Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιία 1940-41, Αθήνα 1964, σελ. 39-40.

 

Ο Ορφέας Περίδης υπογράφει τους στίχους και τη μουσική αυτού του όμορφου τραγουδιού με τίτλο Παραμύθι.

 


 

 Λαϊκό παραμύθι, Το πιο γλυκό ψωμί

 

Βασικά σημεία: 

1. Γιατί είναι σημαντικά τα παραμύθια;

(α) ήταν βασικό μέσο ψυχαγωγίας του λαού,

(β) αύξαναν τις γνώσεις και διεύρυναν τη φαντασία του κοινού,

(γ) μέσα στα παραμύθια βρίσκουμε πολλά παραδείγματα λαϊκής σοφίας και πείρας,

(δ) επίσης, μέσα από τα παραμύθια μπορούμε να μάθουμε πολλά για τον χαρακτήρα, τη νοοτροπία και τον πολιτισμό ενός λαού.

Συνεχίστε την ανάγνωση