Γιώργος Θεοτοκάς και Γιώργος Σεφέρης

 

Αιθέρια αερικά «εποχής», με καλοτυλιγμένα κι ευκίνητα κορμιά σε μουσελίνες, με μπουκετάκι «μιγκέ» στο ντεκολτέ τους, εκεί ακριβώς που αρχινάει η σκιερή χαράδρα των τροφαντών μαστών, περιφέρονται -ίδιες «Ατθίδες αύρες»*- μέσα στη νοσταλγικά διατηρημένη «ανατολίτικη» ατμόσφαιρα του σαλονιού πετώντας πού και πού, εμβόλιμα, κάποιο χαριτωμένο, γαργα­λιστικό γαλλικό. Προσφέρουνε, υπό τους ήχους του ταγκό, «μαρασκινό», μέσα σε κείνα τα λιλιπούτεια -επάργυρα- κολονάτα ποτηράκια, στους νέους της συντροφιάς, με το νωχελικό και ατημέλητό τους κάθι­σμα και τα καλοζυγισμένα -αεράτα- τους κοστούμια σε χρώμα σαμπανί από «σαντακρούτα»*.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Εγώ που ξέρω πρόσωπα και πράγματα σ’ αυτή τη μουχλιασμένη πόλη και που προπάντων δεν ξεχνώ, όποτε περνώ απ’ την πιο κεντρική λεωφόρο, κοιτάζω πάντα σ’ ένα σπίτι γωνιακό, να δω αν φαίνονται ακόμα τα σημάδια, εκεί στον τρίτο όροφο κοντά στο δεύτερο μπαλκόνι. Είναι τώρα κάτι μπαλώματα στον τοίχο αδιόρατα σχεδόν, σουβάδες κάπως πιο καινούριοι, που όμως κανένα βάψιμο δεν έχει καταφέρει να τους αφομοιώσει εντελώς με την παλιά επιφάνεια. Σίγουρο πως οι σημερινοί ένοικοί του δεν έχουνε ιδέα για τους λεκέδες αυτούς, ίσως να μην τους έχουνε προσέξει κιόλας. Άλλωστε, αμφιβάλλω ζωηρά, αν υπάρχει άλλος κανείς, που να θυμάται τίποτε για το μπαλκόνι αυτό. Και φοβούμαι πως, όταν οι λεκέδες εξαφανιστούν, κάτι θα γίνει.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανώτατων αξιωματικών του γερμανικού στρατού κατοχής στην Ακρόπολη. Μόνο στους πρώτους οκτώ μήνες της Κατοχής, 120.000 Γερμανοί επισκέφθηκαν την Ακρόπολη

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του ιστορικού Χάγκεν Φλάισερ Στέμμα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η ομάδα των απαγωγέων: (από αριστερά) Γεώργιος Τυράκης, Μπίλι Μος, Λη Φέρμορ, Εμμανουήλ Πατεράκης και Αντώνιος Παπαλεωνίδας (οι Βρετανοί φορούν γερμανική στολή)

 

Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο της Άρτεμις Κούπερ, Πάτρικ Λη Φέρμορ, μια περιπέτεια (εκδ. Μεταίχμιο, 2013) δίνει μια εικόνα της κρητικής αντίστασης και των λόγων για τους οποίους οι Γερμανοί προχωρούσαν σε αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Τα γεγονότα που αναφέρονται ακολουθούν την περίφημη απαγωγή του στρατηγού Κράιπε, που έγινε την 24 Απριλίου 1944 και συντονίστηκε από τον Πάτρικ Λη Φέρμορ (ή Πάντι, όπως αναφέρεται στο κείμενο), τον Μπίλι Μος και μέλη της κρητικής αντίστασης.

Παρακολουθήστε εδώ μια ιστορική εκπομπή του Ν. Μαστοράκη, στην οποία ο γηραιός πια στρατηγός Κράιπε συναντά στο στούντιο τους απαγωγείς του μετά σχεδόν 30 χρόνια!

 

 

Όσοι Κρητικοί είχαν συμμετάσχει στην απαγωγή συνόδευσαν τον στρατηγό στην Αίγυπτο, εκτός από τον Αντώνη Ζιωδάκη, ο οποίος αποφάσισε να μείνει πίσω και να συνεχίσει τον αγώνα. Προτού φτάσουν στο σκάφος, όσοι θα έφευ­γαν από την Κρήτη άφησαν τα άρβυλα, τα τζάκετ και τα όπλα τους σε αυτούς που θα έμεναν πίσω. Σύντομα βρέθηκαν πάνω στο πλοίο, σε κατάσταση έξαλλης ευφορίας, καταναλώνοντας απεριό­ριστες ποσότητες ουίσκι, αγγλικά τσιγάρα και σάντουιτς με αστα­κό· ήταν όλοι σε τρομερή υπερένταση για να μπορέσουν να κοιμη­θούν. Ο στρατηγός ήταν πολύ ήσυχος και παρέμεινε μακριά από τη θορυβώδη παρέα. Καθώς το σκάφος πλησίαζε στην Αίγυπτο ανέβηκε στο κατάστρωμα και πέρασε κάμποση ώρα χαζεύοντας τη θάλασσα.[1]

Karl Heinrich Georg Ferdinand Kreipe (1895 – 1976)

Το σκάφος μπήκε στη Μάρσα Ματρούχ [λιμάνι της Αιγύπτου] κατά τα μεσάνυχτα και τον στρατηγό Κράιπε υποδέχθηκε αποδίδοντας τον πρέποντα χαιρετι­σμό ο ταξίαρχος Μπάρκερ-Μπένφιλντ, ο οποίος μιλούσε έξοχα γερμανικά. Ο στρατηγός ικανοποιήθηκε από αυτή την υποδοχή και, τρώγοντας σαρδέλες και δαμάσκηνα, μαζί με τον Μπάρκερ-Μπένφιλντ συζήτησαν τις εξελίξεις του πολέμου. Ο Κράιπε περιέγραψε επίσης γλαφυρά την ιστορία της απαγωγής του αλλά εξέφρασε τη λύπη του για την απώλεια του Σταυρού των Ιπποτών. (Ο ταξίαρχος ανταποκρίθηκε άμεσα και είπε ότι θα ανακοίνωνε αμοι­βή 5 λιρών σε όποιον τον έβρισκε και τον επέστρεφε.) Ο στρατηγός συνέχισε λέγοντας ότι ο Πάντι και ο Μπίλι του φέρθηκαν «ιπποτικά και με ευγένεια».

Τώρα που η όλη επιχείρηση είχε τελειώσει, ο Πάντι πίστευε ότι η υγεία του μπορεί να βελτιωνόταν· όμως ούτε οι ευτυχισμένες επανασυνδέσεις στην Τάρα ούτε η είδηση της άμεσης παρασημοφόρησής του με το Μετάλλιο των Διακεκριμένων Υπηρεσιών δεν μπορούσαν να ξεγελάσουν το γεγονός ότι η κατάστασή του επιδει­νωνόταν. Την επόμενη νύχτα, σε δείπνο με τον βασιλιά της Ελλά­δας, ο πρίγκιπας Πέτρος χρειάστηκε να βοηθήσει τον Πάντι να κόψει το φαγητό του με το μαχαίρι καθώς το δεξί του χέρι είχε παραλύσει εντελώς. Σε αυτήν τη φάση πλέον, υπέφερε από πυρε­τό, ενώ οι κλειδώσεις στο χέρι του πονούσαν αφόρητα.

Στις 19 Μαΐου, εισήχθη στο 150 (Σκοτσέζικο) Γενικό Νοσοκο­μείο. Είχε υψηλό πυρετό και τα συμπτώματα τώρα είχαν εξαπλωθεί στα πόδια του. Στην αρχή, οι γιατροί νόμιζαν ότι είχε προσβληθεί με πολιομυελίτιδα· καθώς όμως οι καρποί, οι ώμοι και οι αστράγα­λοί του είχαν πρηστεί και πονούσαν, η τελική διάγνωση έδειξε ότι επρόκειτο για πολυαρθρίτιδα. «Με εντατική θεραπεία» έγραψε ένας γιατρός στην καρτέλα του ασθενούς «η κατάσταση στις κλει­δώσεις θα βελτιωθεί σταδιακά και η μυϊκή δύναμη στα άκρα του θα επανέλθει». Ωστόσο, του πήρε αρκετό καιρό: Ο Πάντι έμεινε στο νοσοκομείο σχεδόν τρεις μήνες. Κατά τη διάρκεια της νοση­λείας του τον επισκέφθηκε ο στρατηγός Πάτζετ και καρφίτσωσε το παράσημο στο χιτώνιό του, το οποίο φορούσε πάνω από τις πιτζάμες του.

Ο Μπίλι Μος, στον οποίο είχε απονεμηθεί ο Στρατιωτικός Σταυ­ρός για τη συμμετοχή του στην επιχείρηση, επισκέφθηκε τον Πάντι στο νοσοκομείο γεμάτος σχέδια για το τι θα έκαναν μετά. Ο Μπίλι ήθελε να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι στην Κρήτη βρίσκο­νταν πολλοί ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου· θα τους εκπαίδευε στον ανταρτοπόλεμο και μετά θα τους χρησιμοποιούσε σε μια σειρά συντονισμένων επιδρομών σε γερμανικές αποθήκες καυσίμων. Επίσης, είχε στα σκαριά ένα ακόμα μυστικό σχέδιο, να απαγάγει τον διάδοχο του στρατηγού Κράιπε.

Στον χάρτη φαίνονται μερικά από τα χωριά στα οποία οι Γερμανοί προχώρησαν σε αντίποινα (από το βιβλίο της Άρτεμις Κούπερ, Πάτρικ Λη Φέρμορ, μια περιπέτεια)

Ο Μος επέστρεψε στην Κρήτη στις 6 Ιουλίου. Έχοντας ως έδρα τα ορεινά κρησφύγετα του Μιχάλη Ξυλούρη κοντά στα Ανώγεια σχημάτισε μια μονάδα που περιλάμβανε αντάρτες από την ομάδα του Ξυλούρη και λίγους ρώσους αιχμαλώτους πολέμου. Η πιο δρα­ματική τους στιγμή ήταν η ενέδρα σε ένα γερμανικό απόσπασμα στη Δαμαστό. Τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτή την επιδρομή ξεκίνησαν στις 7 Αυγούστου, όταν μια γερμανική μονάδα μπήκε πεζή στα Ανώγεια απαιτώντας εργατικό προσωπικό. Η μονάδα δέχθηκε την επίθεση ομάδας μαχητών του ΕΛΑΣ, οι οποίοι αιχμα­λώτισαν περίπου δέκα Γερμανούς. Ήλπιζαν να τους ανταλλάξουν ως ομήρους με κρητικούς αιχμαλώτους, όταν όμως το σχέδιο δεν κατέληξε πουθενά, τους εκτέλεσαν. Συνειδητοποιώντας ότι οι Γερ­μανοί θα επέστρεφαν σύντομα για να καταστρέψουν τα Ανώγεια, οι κάτοικοί τους εκκένωσαν το χωριό.

Την επομένη, στις 8 Αυγούστου, ο Μπίλι Μος και μια μονάδα οκτώ Ελλήνων και έξι Ρώσων έλαβαν θέσεις ενέδρας κάτω από μια γέφυρα στη Δαμαστό, στον δρόμο που ενώνει το Ηράκλειο με το Ρέθυμνο, βόρεια των Ανωγείων. Καθώς οι Γερμανοί περνούσαν οδικώς τη γέφυρα, ο Μος και η ομάδα του ακινητοποίησαν τρία φορτηγά τριών τόνων και ένα μικρότερο. Ακολούθησε ένα ακόμα φορτηγό που μετέφερε απόσπασμα γερμανών στρατι­ωτών, συνοδευόμενο από τεθωρακισμένο όχημα. Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες σκοτώθηκαν, ενώ ο Μος κατέστρεψε ο ίδιος το τεθωρακισμένο ρίχνοντας μια χειροβομβίδα μέσα από τον πυρ­γίσκο.

Για αυτήν του την πράξη, ο Μος προσέθεσε μία ακόμα μπάρα στον Στρατιωτικό του Σταυρό, ενώ στη Δαμαστό, ένα μνημείο έχει στηθεί αφιερωμένο στο γεγονός, πλάι στη γέφυρα. Φαίνεται ότι ο Πάντι επιδοκίμασε αυτή την επιχείρηση. Σε μία επιστολή του στον Ίεν Μόνκρεϊφ περιγράφει τον Μπίλι να εμφανίζεται μπροστά του με «καθαρή, καλοσιδερωμένη στολή και μία ακόμα μπάρα στον Στρατιωτικό του Σταυρό, έχοντας στήσει ενέδρα σε μια φάλαγγα των Ούννων· εξουδετέρωσε δέκα φορτηγά, αιχμαλώτισε δεκαπέντε στρατιώτες, σκότωσε άλλους πενήντα, ρίχνοντας επιπλέον μέσα από τον πυργίσκο ενός ακινητοποιημένου τεθωρακισμένου οχή­ματος χειροβομβίδες Μιλς μέχρις ότου το πυροβόλο έπαψε να βάλ­λει. Είχαμε σχεδιάσει μαζί την επιχείρηση, αλλά εγώ ήμουν ακόμη πολύ άρρωστος για να πάρω μέρος».[2]

Χρόνια αργότερα ωστόσο, η θέση του Πάντι απέναντι σε αυτό το επεισόδιο έγινε πιο αμφίσημη. «Μακάρι η ενέδρα στη Δαμαστό να μην είχε γίνει!» έγραψε έπειτα από δεκαετίες στον Ραλφ Στόκμπριτζ. Στο περιθώριο της επιστολής, ο Ραλφ έγραψε «Και για μένα: μιλάμε για την απολύτως μη θεμιτή επίθεση του Μος στους Γερμανούς στη Δαμαστό, η οποία πρέπει να συνέβαλε καθοριστικά στην καταστροφή των Ανωγείων».

Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ (φωτογραφία του Δημήτρη Παπαδήμου)

Το χωριό είχε ήδη εκκενωθεί από τους κατοίκους του· αλλά στις 13 Αυγούστου οι Γερμανοί επέστρεψαν και το ισοπέδωσαν, μαζί με μερικά ακόμα περιμετρικά χωριά. Η Δαμαστός επίσης καταστρά­φηκε και τριάντα άνδρες εκτελέστηκαν. Αυτή ήταν η αφετηρία μιας σειράς κρουσμάτων συστηματικής βίας, η οποία κράτησε εβδομάδες και εξαπλώθηκε στην Κρήτη. Από εκεί που ο κατακτητής επεδείκνυε μια σχετικά παθητική στάση, ξαφνικά αποφάσισε να επιφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή ζημιά σε όσα χωριά υποπτευό­ταν ότι βοηθούσαν τους Συμμάχους.

Μεταξύ της 22ης και της 30ής Αυγούστου, οι Γερμανοί ξεχύθη­καν στην πλευρά του Αμαρίου όπου βρισκόταν ο Κέδρος και ξεκί­νησαν τη συστηματική καταστροφή. Στις 25 Αυγούστου, κι ενώ οι εκτελέσεις, οι εμπρησμοί, οι ανατινάξεις, το πλιάτσικο και οι βασανισμοί βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, η υπό γερμανική έλεγχο ελληνική εφημερίδα Παρατηρητής δημοσίευσε την ακόλουθη ανακοίνωση.

Τον Απρίλιο του 1944, ο γερμανός στρατηγός Κράιπε απήχθη από δύναμη βρετανών κομάντο με τη συνδρομή ελλήνων συμ­μοριτών.Ο Διοικητής του Οχυρού Κρήτη ζήτησε από ολόκληρο τον πληθυσμό… να βοηθήσει στις ανακρίσεις προκειμένου να εντο­πιστούν οι ένοχοι. Η έκκληση αυτή ωστόσο δεν είχε κανένα αποτέλεσμα… Έχει αποδειχθεί ότι αυτή η δύναμη βρετανών κομάντο έτυχε υποστήριξης όχι μόνον ελλήνων συμμοριτών αλλά και του πληθυσμού των χωριών Ανώγεια, Γερακάρι, Γουργούθι, Βρύσες, Άνω Μέρος, Κυρά Βρύση και Σακτούρια κοντά στα οποία οι ένοχοι έκρυβαν τον στρατηγό, καθιστώντας τα χωριά αυτά εξίσου ένοχα αφού είχαν λάβει γνώση του γεγονό­τος. Τα χωριά αυτά και οι κάτοικοί τους έτυχαν της ανάλογης τιμωρίας.

Παρότι αυτή η άποψη έχει τη βάση της, η αλήθεια είναι ότι οι Γερ­μανοί χρησιμοποίησαν την Επιχείρηση Κράιπε ως δικαιολογία για να διαπράξουν αυτές τις αγριότητες. Τα πραγματικά τους κίνητρα δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν μέσω του Παρατηρητή και τα χωριά του Αμαρίου δεν ήταν τα μόνα που δέχθη­καν επίθεση εκείνη την περίοδο. Όπως είπε ο Τομ Ντανμπάμπιν, «η καταστροφή εξαπλώθηκε σε όλη τη δυτική και την ανατολική Κρήτη. Αυτή ήταν η τελευταία πράξη γερμανικής βαρβαρότητας στο μεγαλύτερο κομμάτι του νησιού. Ο αντικειμενικός τους σκο­πός ήταν να διασφαλίσουν την επικείμενη αποχώρησή τους εξου­δετερώνοντας περιοχές με αντιστασιακή δράση και την ίδια στιγμή να εμπλέξουν τους γερμανούς στρατιώτες σε πράξεις τρομοκρατίας ώστε να έχουν υπόψη τους ότι σε περίπτωση παράδοσης ή λιποταξίας δεν θα υπήρχε έλεος για αυτούς».

Ο ταλαιπωρημένος στρατηγός Κράιπε (κέντρο) παίρνει ανάσες κατά τη διάρκεια πορείας στον Ψηλορείτη. Δεξιά του ο Λη Φέρμορ (από το βιβλίο της Άρτεμις Κούπερ, Πάτρικ Λη Φέρμορ, μια περιπέτεια)

Όντως οι Γερμανοί ανησυχούσαν για τον αυξανόμενο αριθμό κρουσμάτων λιποταξίας και παράδοσης στις τάξεις τους, συνεπώς, μετατρέποντας κάθε στρατιώτη σε πλιατσικολόγο και δολοφόνο εξασφάλιζαν ότι κανένας γερμανός λιποτάκτης δεν θα έβρισκε βο­ήθεια από τους Κρητικούς. Την ίδια στιγμή, μια οργανωμένη αποχώρηση από κατεχόμενη περιοχή θα λάμβανε χώρα κάτω από πιο ομαλές συνθήκες αν ο άμαχος πληθυσμός ήταν τρομοκρατημένος και κακοποιημένος. Κατά την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, οι Κρητικοί παρακολούθησαν τους Γερμανούς να αποσύρονται από την ανατολική και την κεντρική Κρήτη, ανατινάζοντας δρόμους και γέφυρες πίσω τους καθώς έφευγαν.

Παρά τη βία των αντιποίνων, ο Πάντι ανακουφίστηκε από τα λόγια του Αλέξανδρου Κοκονά, του γυμνασιάρχη από το Γερακάρι, ο οποίος είδε το χωριό του να καταστρέφεται και ο ίδιος να χάνει εννέα μέλη της οικογένειάς του. Όπως θυμόταν ο Πάντι σε μια επιστολή του προς τον Ραλφ Στόκμπριτζ: «Πάντοτε με συγκινούσε το γεγονός ότι [ο Αλέξανδρος Κοκονάς] μου έγραψε ότι, παρότι δεν ήταν υπέρ της απαγωγής του στρατηγού Κράιπε, δεν θα είχε γλι­τώσει ούτε ένα σπίτι και ούτε ένας κάτοικος παραπάνω από το Αμάρι αν η απαγωγή δεν είχε γίνει».

Άρτεμις Κούπερ, Πάτρικ Λη Φέρμορ, μια περιπέτεια, σελ. 296-301

Σημειώσεις:

[1] Ο στρατηγός στάλθηκε στο Λονδίνο για ανάκριση και στη συνέχεια σε στρατόπεδο αιχμαλώτων κοντά στο Κάλγκαρι του Καναδά. Επέστρεψε στην Αγγλία όπου νοσηλεύθηκε για διαβήτη και μετά στάλθηκε στο Ειδικό Στρατόπεδο Άιλαντ Φαρμς, κοντά στο Μπρίτζεντ της Ουαλίας. Επαναπατρίστηκε στη Γερμανία τον Οκτώβριο του 1947. (βλέπε www.specialcampII.fsnet.co.uk)

[2] Πιθανώς ο Πάντι αναφέρεται εδώ στον σχηματισμό της μονάδας και τη χρησιμότητά της για τις αποθήκες καυσίμων, διότι κανένας τους δεν είχε προβλέψει την επίθεση στα Ανώγεια ούτε την επιδρομή στη Δαμαστό.