Άρθουρ Μπρουκς (πηγή: Καθημερινή)

 

Διδάσκει στο Χάρβαρντ, αρθρογραφεί στο Atlantic, συνυπογράφει βιβλία με την Όπρα Γουίνφρεϊ: ο Άρθουρ Μπρουκς μιλάει στην «Κ» για τους μύθους και τις αλήθειες της ευτυχίας, στην ερμηνεία της οποίας έχει αφοσιωθεί από όλα του τα πόστα

 

Μοιάζει να είναι η μεγαλύτερη ανάγκη μας και συγχρόνως το πιο άπιαστο όνειρο. Η ευτυχία έχει προσπαθήσει διαχρονικά να αρθρώσει την υπόστασή της πίσω σχεδόν από κάθε μικρή και μεγάλη κίνησή μας, υποβόσκει πίσω από κάθε μας απόφαση, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούμε πάντα. Πότε τα καταφέρνουμε, πότε όχι. Άλλοτε είμαστε χαρούμενοι και άλλοτε όχι και τόσο, ενώ άλλοτε νομίζουμε ότι είμαστε, για να διαψευστούμε γρήγορα. Πάντως, η ιδέα της ευτυχίας μοιάζει με μια κορυφή που πρέπει να κατακτηθεί, ένας απόλυτος στόχος της ζωής.Συνεχίστε την ανάγνωση

Αφίσα της αμερικανικής αντικομμουνιστικής προπαγάνδας (δεκαετία του 1950). Πηγή: Wikipedia

 

Ο Μίκυ Νοξ (Abraham “Mickey” Knox, 1921−2013) ήταν αμερικανός ηθοποιός και σεναριογράφος. Τη δεκαετία του 1950 ανακάλυψε ότι το όνομά του αναφερόταν στη Μαύρη Λίστα, δηλαδή στους καταλόγους των ατόμων που χαρακτηρίζονταν κομμουνιστές και άρα εχθροί των ΗΠΑ. Τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο δεν έδιναν δουλειά στα πρόσωπα αυτά και έτσι αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Ευρώπη, όπου έζησε και εργάστηκε (στο Παρίσι και στη Ρώμη) για πολλά χρόνια. Στο παρακάτω απόσπασμα από τα απομνημονεύματά του (Hollywood, Οι καλοί, οι κακοί και η dolce vita, εκδ. Ηλέκτρα) εξηγεί πώς ξεκίνησε το κυνήγι των κομμουνιστών στον χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου και πώς ο ίδιος ανακάλυψε ότι ήταν γραμμένος στη Μαύρη Λίστα. Συνεχίστε την ανάγνωση

Εθνολογικός χάρτης της Κύπρου το 1973. Το κίτρινο χρώμα υποδηλώνει τις περιοχές των Ελληνοκυπρίων, το μοβ τους τουρκοκυπριακούς θύλακες και το κόκκινο τις βρετανικές βάσεις. πηγή: Βικιπαίδεια

 

 

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΩ ΟΤΙ ΕΔΩ ΔΕΝ ΓΡΑΦΩ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΜΟΥ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΩΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΑ, ΚΟΡΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, ΜΕ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ, ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΑΚΟΜΗ ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΤΑ ΟΣΤΑ…

Στο άρθρο του με τίτλο «Εργολάβοι λήθης» («ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ» 27/9/2008) ο κ. Κώστας Γεωργουσόπουλος, απαντώντας σε προηγούμενο άρθρο της κ. Μαρίας Ρεπούση σχετικά με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο και το θέμα της ιστορικής μνήμης («ΤΑ ΝΕΑ» 17/9/2008), παραθέτει φωτογραφία Ελληνοκύπριας μητέρας αγνοουμένου και τη συνοδεύει με την εξής λεζάντα-ερώτημα: «Έχετε εσείς διαπιστώσει Τουρκοκύπριες μανάδες με τις φωτογραφίες των παιδιών τους να απαιτούν να βρουν τους αγνοουμένους τους;».

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ελληνολατινικό λεξικό τυπωμένο στη Βασιλεία (πηγή: Βικιπαίδεια)

 

Ο εκ Μονάχου λατινιστής Wilfried Stroh εξέδωσε ένα βιβλίο με τον προβοκατόρικο τίτλο «Η Λατινική πέθανε − ζήτω η Λατινική» −για γλωσσολογικό-φιλολογικό έργο σχεδόν μπεστσέλερ! Με ορμή που συνεπαίρνει τάσσεται υπέρ της χρήσης των λατινικών ως προφορικής γλώσσας. Όταν μιλάμε για τη Λατινική ή την Αρχαία Ελληνική, γίνεται συνήθως λόγος περί «νεκρών γλωσσών». Όμως τι σημαίνει αυτό αλήθεια; Είναι η Λατινική πραγματικά νεκρή γλώσσα; Πότε μια γλώσσα είναι κλινικά νεκρή; Ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμος, ή μπορούμε να προσπαθήσουμε να της εμφυσήσουμε νέα ζωή;Συνεχίστε την ανάγνωση

Άρθρο δημοσιευμένο στο Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 11, 13-44 (1995).

 



Λήψη αρχείου

 

Άρθρο δημοσιευμένο στο Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 12, 13-29 (1997).

 



Λήψη αρχείου

 

Διονύσης Σαββόπουλος (περιοδικό ΦΑΝΤΑΖΙΟ, 1971). Πηγή: LiFO

 

Υπήρχαν δύο μεγάλα στέκια στην Αθήνα: το ένα ήταν το Κολωνάκι και το άλλο ήταν η Φωκίωνος Νέγρη. Στο Κολωνάκι πήγαινε ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Λυκουρέζος, ο Γκάτσος, ο Βασιλικός και άλλοι. Μία διανόηση γύρω από την ελληνικότητα. Ήταν η κεντρική παρέα και γύρω απ’ αυτή δημιουργούνταν άλλες παρέες μικρότερες, που είχαν ανάλογο πνεύμα. Νεότεροι ζωγράφοι, νεότεροι μουσικοί. Πηγαίναμε και εμείς στην κεντρική παρέα, της προσκολλήσεως βέβαια.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867 − 1951). Πηγή: Βικιπαίδεια

 

Για την Κυβέλη1 τον ίδιο χρόνο2 έγραψα τη «Ραχήλ». Είναι ένα τρίπρακτο δράμα, γραμμένο απευθείας -όχι δηλαδή από μυθιστόρημα σαν τα δύο προηγούμενα- κι εμπνευσμένο από τα «εβραϊκά» της Ζακύνθου, τις αντισημιτικές ταραχές του 1891, που της εξιστόρησα αργότερα και στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Περιπέτεια», δημοσιευμένο στ’ «Αθηναϊκά Νέα» το 1937.

Η Κυβέλη είχε αφήσει πια το «Πανελλήνιο» κι έπαιζε στο θέατρο της, το ιστορικό, στην οδό Πεσμαζόγλου. Στο θίασό της, εκτός από τον Παπαγεωργίου, είχαν προσληφθεί ο Εδμόνδος Φυρστ, ο Λεπενιώτης, ο Χρυσομάλλης κι άλλοι καλοί ηθοποιοί. Και θυμούμαι ακόμα τον ενθουσιασμό τους, όταν τους διάβασα το νέο μου έργο· με σήκωσαν στα χέρια! Κι ο ίδιος ο Λεπενιώτης, ο εχθρός των «ελληνικών», είχε ενθουσιαστεί. Κι η Κυβέλη, που βαρέως έφερε την επιτυχία της Μαρίκας3 στη «Στέλλα Βιολάντη», είδε με χαρά πως η «Ραχήλ» θα την έβαζε κάτω. «Κι έτσι πρέπει, μου έλεγε· κάθε νέο σας έργο, να είναι ανώτερο από τα προηγούμενα».Συνεχίστε την ανάγνωση

Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951). Πηγή: Βιβλιονέτ

 

Από τους πρώτους που ο Μιχαηλίδης1 ζήτησε συνεργασία ήμουν κι εγώ. Και του υποσχέθηκα ένα μεγάλο διήγημα για το πρώτο τεύχος. Ήταν ο «Έρως Εσταυρωμένος», το δράμα της Στέλλας Βιολάντη. Εκείνο τον καιρό, είχε συμβεί κάτι τέτοιο σ’ ένα αστικό αθηναίικο σπίτι: ψιθυριζόταν πως έν’ από τα κορίτσια αυτού του σπιτιού δεν πέθανε από αρρώστια, όπως είπαν, παρ’ από την κακομεταχείριση που της έκαναν οι γονείς της και τ’ αδέρφια της, επειδή επέμενε να πάρει κάποιον που αγαπούσε. Ήξερα πως στην Πάτρα, λίγο παλιότερα, έν’ άλλο δυστυχισμένο κορίτσι πέθανε φυλακισμένο, για την ίδια αιτία, στη σοφίτα του πατρικού σπιτιού. Τέτοια, τον παλιό καιρό, ήταν συνηθισμένα και στη Ζάκυνθο. Υπήρχαν αστικά, κι αριστοκρατικά ακόμα σπίτια, που όταν ένα ερωτευμένο κορίτσι, με κάποια θέληση, τολμούσε ν’ αντισταθεί στους γονείς που εννοούσαν να το παντρέψουν με άλλον, υπόφερε μαρτύρια. Απ’ όλ’ αυτά, που μου τα θύμισε το περιστατικό που είπα, μου ήρθε η ιδέα να πλάσω μια ανάλογη ζακυνθινή ιστορία. Για το σκληρό πατέρα, τον Παναγή Βιολάντη, είχα μοντέλο κάποιον Ζακυνθινό που ήξερα. Και για τη μητέρα, την υποταγμένη τέλεια στη θέληση του αντρός της, και για την καλή θεία Νιόνια, και για τον κακό αδερφό, και για το δειλό και άπιστο Χρηστάκη Ζαμάνο, βρήκα μοντέλα στις ζακυνθινές μου αναμνήσεις. Μόνο για το κορίτσι δεν είχα. Πώς έπρεπε να είναι η ηρωίδα μου; ποιον τύπο ταίριαζε να της δώσω;Συνεχίστε την ανάγνωση

.jpg

πηγή: περιοδικό ΘΕΑΤΡΟ, τχ. 10 (1963)

 

Η ΤΕΧΝΗ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ

ΙΣΤΟΡΕΙ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ ΣΠΑΘΑΡΗΣ

 

Γνωστός για την τέχνη του και έξω από την Ελλάδα, ο παλιός, καλός καραγκιοζοπαίχτης Σωτήρης Σπαθάρης έγινε ακόμα πιο γνωστός με τ’ «Απομνημονεύματά» του, που για το γνήσιο λαϊκό τους ύφος εγκωμιάστηκαν από κορυφαίους πνευματικούς μας ανθρώπους. Τελευταία έγραψε για το «Θέατρο» μερικά ακόμα κομμάτια απ’ τη ζωή και την τέχνη του.

 

Στο σπίτι μου, το καλοκαίρι που έπαιζα Καραγκιόζη, όλα πήγαιναν καλά γιατί το εισιτήριο το είχα μια πεντάρα, κι όσο έπαιζα τόσο περισσότερος κόσμος ερχότανε, κι οι 10 πεντάρες που μάζευαν γινότανε 20, 30 και τις γιορτές και τα Σαββατοκύριακα 50 και 60. Μόλις έφευγε το καλοκαίρι, εγώ σκεφτόμουνα τι καλύτερα σαράγια και καραγκιόζηδες να φτιάξω κ’ έπαιρνα πάντα για παρέα τον αχώριστο φίλο και γείτονά μου το Χρήστο Κουμούση, που του ’χαν κολλήσει το παρατσούκλι «κουρέλας», γιατ’ ήτανε φτωχόπαιδο σαν και μένα κ’ η μάνα του ξενόπλενε σαν τη δική μου.

Συνεχίστε την ανάγνωση