πηγή εικόνας: maxmag

 

«Εσύ τι θες να γίνεις;» Στα δεκαοκτώ μάς το ρωτάνε αυτό, τότε που δεν ξέρεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι. Ούτε στα τριάντα ξέρεις. Ούτε μετά. Ελλείψει φιλοσοφικής και λογοτεχνικής παιδείας, νομίζουμε πως ο άνθρωπος μένει ίδιος και απαράλλαχτος και πως μάλιστα στα δεκαοκτώ θα διαλέξει έναν εαυτό σαν ρούχο.

Στη Νομική Αθήνας γνώρισα αμέτρητους δυστυχισμένους φοιτητές που δεν ήθελαν να βρίσκονται εκεί. Τα μαθήματα τούς φαίνονταν μίζερα. Και πού να δεις τη δουλειά του δικηγόρου μετά! Αρκετοί από δαύτους δεν είχαν καμία όρεξη να κάνουν μια τέτοια δουλειά. Όλοι, όμως, υποτίθεται πως έπρεπε να κάνουν αυτή τη δουλειά. Οι Πανελλήνιες μεταφράζουν την οικονομική αναγκαιότητα σε «επιλογή», το ελληνικό πανεπιστήμιο –με την απίστευτη ρηχότητά του και τη γραφειοκρατική λογική– κάνει τη δουλειά ταυτότητα.Συνεχίστε την ανάγνωση

Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: lavart.gr

 

Ένας ακόμη τρόπος για να κερδίζει χρήματα ήταν οι δημόσιες αναγνώσεις. Ο Χανκ πίστευε πως η γραφή δεν είχε απολύτως ουδεμία σχέση με το να πηγαίνει κάνεις και να διαβάζει ποιήματά του δημοσίως. Θεωρούσε πως αυτό ήταν έκφραση ματαιοδοξίας, ήταν κάτι στημένο και δεν είχε καμία σχέση με την πράξη της ποιητικής δημιουργίας. Μπουκόφσκι: «Η πράξη της δημιουργίας έχει να κάνει με τη γραφή των ποιημάτων στη γραφομηχανή». Συνεπώς, έκανε δημόσιες αναγνώσεις μόνο και μόνο επειδή χρειαζόταν τα χρήματα και απεχθανόταν κάθε λεπτό αυτής διαδικασίας. Είπε στον Ουίλιαμ Τζ. Ρόμπσον και τη Τζόσετ Μπράισον: «Κατέληξα να γίνω αυτό που θα ονόμαζε κανείς απατεώνας λογοτέχνης. Τώρα κάνω πράγματα που παλαιότερα δεν θα μπορούσα να κάνω -ένα απ’ αυτά είναι να κάνω δημόσιες αναγνώσεις. Αυτό το πράγμα δεν μου αρέσει καθόλου». Συνεχίστε την ανάγνωση

Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: iefimerida.gr

 

Στο Post Office ο Μπουκόφσκι συνέχισε τη φόρμα που χρησιμοποιούσε στις στήλες του, εκείνη της αυτοβιογραφικής εξιστόρησης, χρησιμοποιώντας τις προσωπικές του εμπειρίες ως βάση της αφήγησης την οποία εξέλιξε σαν πικαρέσκο μυθιστόρημα: ήταν μια ιστορία δίχως αυστηρή δομή, δίχως την ανάπτυξη χαρακτήρων, δίχως εξέλιξη και δίχως κατακλείδα. Πρόκειται για την παλαιότερη φόρμα εξιστόρησης: τη χρησιμοποίησε ο Τσόσερ στο Canterbury Tales, ο Βοκάκιος στο Δεκαήμερον -που ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία του Μπουκόφσκι-, ο Ραμπελέ στο Gargantua and Pantagruel -το οποίο είναι βέβαιο πως άρεσε στο Μπουκόφσκι-, ο Σαντ, ο Σουίφτ και πολλοί άλλοι. Στην Ιαπωνία η βασική φόρμα της νουβέλας είναι το σισόσετσου ή αλλιώς «νουβέλα πρώτου προσώπου», η οποία είναι απολύτως αυτοβιογραφική, όμως περιέχει ορισμένα φανταστικά επεισόδια· δηλαδή ήταν ακριβώς η μέθοδος του Μπουκόφσκι την οποία ακολουθούσε ως επί το πλείστον στις νουβέλες: «Προσθέτω κάποια ελάχιστα φανταστικά στοιχεία, κάνω βελτιώσεις. Μπορεί σχεδόν καθετί να είναι βιωμένο αλλά δεν μπορώ να μην το τροποποιήσω ελαφρώς με κάτι που θα του δώσει περισσότερη ζωντάνια. Η ιδέα είναι η εξιστόρηση να μην περιστρέφεται γύρω από μένα». Ο Μπουκόφσκι δημιουργεί κάποια απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και στον αφηγητή δίνοντας στον πρωταγωνιστή το όνομα Χένρι Τσινάσκι, προσφέροντας στον εαυτό του ένα περιθώριο ελευθερίας όπου η φαντασία του μπορεί να ξετυλιχτεί αχαλίνωτη και τα πραγματικά γεγονότα μπορούν να τροποποιηθούν και να αλλάξουν προς όφελος της λογοτεχνίας ή για δικούς του λόγους. Μπουκόφσκι: «Ο Μπουκόφσκι όπως και να ’χει να διακρίνεται μέσα σ’ όλα. Καταλαβαίνεις, «έκανα αυτό». Ειδικά εάν αυτό που κάνεις είναι κάτι καλό ή σπουδαίο ή μοιάζει έστω σπουδαίο και φέρει το όνομά σου. Αυτό είναι υπερβολικό. Εάν όμως αυτό το κάνει ο Τσινάσκι, ίσως να μην το έχω κάνει εγώ, καταλαβαίνεις, πρόκειται για επινόηση». Συνεχίστε την ανάγνωση

Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899 – 1986). Πηγή: Ο αναγνώστης

 

Μπορχεσιανά θέματα

– Πότε, πού και γιατί εμφανίζεται το θέμα του λαβυρίνθου;

– Θυμάμαι ένα βιβλίο μέ μιά ἀναπαράσταση τῶν ἑπτά θαυμάτων τοῦ κόσμου. Μιά ἀπ’ αὐτές ἦταν ὁ λαβύρινθος τῆς Κρήτης. Ἕνα οἰκοδόμημα ποὺ ἔμοιαζε μέ ἀρένα ταυρομαχιῶν, μέ παράθυρα πολύ μικρά, θά ἔλεγα μέ χαραμάδες. Ἀπό μικρό παιδί σκεφτόμουν πώς ἄν εἶχα κοιτάξει παλιά αὐτό τό σχέδιο, μέ τή βοήθεια ἑνός φακοῦ, θά εἶχα καταφέρει νά δῶ τόν Μινώταυρο. Ἐξάλλου ὁ λαβύρινθος εἶναι ἕνα ἔκδηλο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς, καί ἡ περιπλοκή, ἡ ἔκπληξη απ’ ὅπου βγαίνει ἡ μεταφυσική κατά τόν Ἀριστοτέλη, ὑπῆρξε μιά ἀπ’ τίς πιό κοινές συγκινήσεις τῆς ζωῆς μου ὅπως καί τοῦ Τσέστερτον ποὺ εἶπε: «ὅλα περνοῦν, μένει ὅμως πάντοτε ἡ ἔκπληξη, προπάντων ἡ ἔκπληξη τῆς κάθε μέρας». Ἐγώ, γιά νά ἐκφράσω αὐτήν τήν περιπλοκή ποὺ μέ συνόδευσε σ’ ὅλη μου τή ζωή καί μ’ ἔκανε νά μή μπορῶ νά ἐξηγήσω τίς ἴδιες μου τίς πράξεις, διάλεξα τό σύμβολο τοῦ λαβυρίνθου ἤ μᾶλλον ὁ λαβύρινθος μοῦ ἐπιβλήθηκε, ἐπειδή ἡ ἔννοια ἑνός οἰκοδομήματος πού κατασκευάστηκε μέ σκοπό κάποιος νά χαθεῖ ἐκεῖ μέσα, εἶναι τό ἀναπόφευκτο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς. Πειραματίστηκα μέ διάφορες παραλλαγές πάνω σ’ αὐτό τό θέμα πού μέ ὁδήγησαν στόν Μινώταυρο καί σέ διηγήματα ὅπως τό Ἡ κατοικία τοῦ Ἀστερίονα. Ἀστερίονας εἶναι ἕνα ἀπό τά ὀνόματα τοῦ Μινώταυρου. Ἐπιπλέον τό θέμα τοῦ λαβυρίνθου ὑπάρχει μέ ἰδιαίτερο τρόπο στό διήγημα Ὁ θάνατος καί ἡ πυξίδα καί σέ ἀρκετά ποιήματα τῶν τελευταίων μου βιβλίων.Συνεχίστε την ανάγνωση