Ν. Καζαντζάκης (1883-1957) πηγή: Βικιπαίδεια

 

Νίκος Καζαντζάκης, Η Νέα Παιδαγωγική

 

Ενότητες και περιεχόμενο

(α) Από την αρχή … — Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

Στο πρώτο μέρος ο αφηγητής ξετυλίγει τις σκέψεις και την ψυχική του κατάσταση, καθώς ο πατέρας του τον οδηγεί για πρώτη φορά στο σχολείο.

(β) Από το Δημοτικό Σκολειό απομένει ακόμα στη θύμησή μου ένας σωρός παιδικά κεφάλια … όποιος δεν έχει αυγό, ας φέρει βούτυρο!».

Στο δεύτερο μέρος ο αφηγητής ανθολογεί μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά για να δείξει το κλίμα που επικρατούσε στο σχολείο την εποχή του.

 

Συναισθήματα 

Τα συναισθήματα του μικρού αφηγητή είναι αντικρουόμενα: από τη μια είναι περήφανος που ξεκινά η σχολική ζωή του και από την άλλη νιώθει φόβο, ο οποίος κορυφώνεται, όταν αντικρίζει την είσοδο του σχολείου:

μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιάν αυλή, με τέσσερις μεγάλες κάμαρες στις γωνιές κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα· το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.

 

Η στάση του πατέρα

Αρχικά, προσπαθεί να καθησυχάσει τον γιο του: του κρατά σφιχτά την παλάμη και τον χαϊδεύει για να του σώσει κουράγιο μπροστά στο σχολείο. Όταν όμως αντικρίζει τον δάσκαλο, μιλά με σκληρότητα, αφού του επιτρέπει ακόμη και να δέρνει το παιδί.

 

Παλαιά και Νέα Παιδαγωγική

Η βαναυσότητα του δασκάλου είναι χαρακτηριστική: όχι μόνο επιδεικνύει τον βούρδουλα ως φόβητρο, αλλά τον χρησιμοποιεί κιόλας μέχρι τραυματισμού των μαθητών. Μια μέρα ο μικρός αφηγητής, με δυσκολία είναι αλήθεια («έδεσα κόμπο την καρδιά μου»), κάνει μια διφορούμενη ερώτηση στον δάσκαλο: Πού είναι, κυρ δάσκαλε, η Νέα Παιδαγωγική; Ο μικρός θέλει να δει επιτέλους την κυρία αυτή, για την οποία τόσα άκουσαν. Ο δάσκαλος όμως αντιλαμβάνεται την ειρωνεία: ο μικρός φαίνεται να ζητά άλλες μεθόδους, όχι τόσο σκληρές και προφανώς αποτελεσματικότερες σε σχέση με την απαράδεκτη κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουν καθημερινά τα παιδιά.  

 

Αφηγηματικοί τρόποι

(α) αφήγηση: τα περισσότερα γεγονότα μας δίνονται από τη φωνή του μικρού αφηγητή. π.χ.:

O πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάδεψε· τινάχτηκα· ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαδέψει· σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του…

Από το Δημοτικό Σκολειό απομένει ακόμα στη θύμησή μου ένας σωρός παιδικά κεφάλια, κολλητά το ένα πλάι στο άλλο, σαν κρανία· τα πιο πολλά θα ’χουν γίνει κρανία. Μα απάνω από τα κεφάλια αυτά απομένουν μέσα μου αθάνατοι οι τέσσερις δασκάλοι.

(β) διάλογος: σε αρκετά σημεία ακούμε τη φωνή των προσώπων σε α΄ πρόσωπο. Τα σημεία αυτά δηλώνονται είτε με παύλες είτε με εισαγωγικά.

— Ετούτος είναι ο γιος μου, του ’πε ο πατέρας μου.
Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παρέδωκε στο δάσκαλο.
— Το κρέας δικό σου, του ’πε, τα κόκαλα δικά μου· μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.
— Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους…

«Δε θωράς, μωρέ, τα πόδια του», λέγαμε ο ένας στον άλλο σιγά να μη μας ακούσει, «δε θωράς, μωρέ, πώς τυλιγαδίζουν τα πόδια του; και πώς βήχει; Δεν είναι Κρητικός».

(γ) περιγραφή: με σύντομες περιγραφές βλέπουμε πιο καθαρά την εμφάνιση του μικρού αφηγητή την πρώτη μέρα στο σχολείο, το ίδιο το σχολείο και την εμφάνιση του δασκάλου.

Με τα μαγικά πάντα μάτια, με το πολύβουο, γεμάτο μέλι και μέλισσες μυαλό, μ’ ένα κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια…

O δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι· κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα· μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.

Στην Τετάρτη Τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του Δημοτικού. Κοντοπίθαρος, μ’ ένα γενάκι σφηνωτό, με γκρίζα πάντα θυμωμένα μάτια, στραβοπόδης.