Κεφάλαιο 40
| Αρχαίο κείμενο | Μετάφραση |
| Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ’ εὐτελείας | Ἀγαποῦμε τὸ ὡραῖο, ἀλλά μένομε ἁπλοὶ |
| καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας· | καὶ φιλοσοφοῦμε χωρὶς νὰ εἴμαστε νωθροί. |
| χρώμεθα πλούτῳ τε ἔργου μᾶλλον καιρῷ | Τὸν πλοῦτο μας τὸν ἔχομε γιὰ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦμε σὲ ἔργα |
| ἢ λόγου κόμπῳ, | καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν καυχιόμαστε. |
| καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, | Δὲν θεωροῦμε ντροπὴ τὴ φτώχεια. |
| ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον. | Ντροπὴ εἶναι νὰ μὴν τὴν ὰποφεύγη κανεὶς δουλεύοντας. |
| ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, | Οἵ ἴδιοι, ἐμεῖς, φροντίζομε καὶ τὶς ἰδιωτικὲς μας ὑποθέσεις καὶ τὰ δημόσια πράγματα |
| καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις | κ’ ὲνῶ ὁ καθένας μας φροντίζει τὶς δουλειές του, |
| τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι· | τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ κατέχωμε καὶ τὰ πολιτικά. |
| Mόνοι γὰρ νομίζομεν τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ’ ἀχρεῖον, | Μόνο ἐμεῖς θεωροῦμε πὼς εἶναι ὄχι μόνον ἀδιάφορος, ἀλλὰ καὶ ἄχρηστος ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται στὰ πολιτικά. |
| καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, | Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κρίνομε κι ἀποφασίζομε γιὰ τὰ ζητήματά μας |
| οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, | καὶ θεωροῦμε πὼς ὁ λόγος δὲν βλάφτει τὸ ἔργο. |
| ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. | Ἀντίθετα, πιστεύομε πὼς βλαβερὸ εἶναι τὸ νὰ ἀποφασίζη κανεὶς χωρὶς νὰ ἔχει φωτιστῆ. |
| διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν | Διαφέρομε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ σὲ τοῦτο. |
| ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι· | Εἴμαστε τολμηροί, κι ὅμως ζυγίζομε καλὰ τὴν κάθε ἐπιχείρησή μας, |
| ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. | ἐνῶ τοὺς ἄλλους ἡ ἄγνοια τοὺς κάνει θρασεῖς κ’ ἡ γνῶση ἀναποφάσιστους. |
| κράτιστοι δ’ ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν | Ἐκεῖνοι πρέπει νὰ κρίνωνται γενναιότεροι, |
| οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες | ὅσοι ξέρουν καλὰ ποιὸ εἶναι τὸ εὐχάριστο καὶ ποιὸ τὸ φοβερὸ |
| καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων. | κι ὅμως δὲν προσπαθοῦν ν’ ἀποφύγουν τὸν κίνδυνο. |
| καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς· | Καὶ στὴν διάθεση μας ἀπέναντι στοὺς ξένους διαφέρομε ἀπ’ τοὺς πολλούς, |
| οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. | γιατὶ ἀποκτοῦμε φίλους εὐεργετώντας τους καὶ ὄχι περιμένοντας ἀπ’ αὐτοὺς κάποιο καλό. |
| βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν | Ἡ φιλία τοῦ εύεργέτη εἶναι πιὸ σταθερή, |
| ὥστε ὀφειλομένην δι’ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν· | γιατὶ προσπαθεῖ νὰ διατηρήση τὸν δεσμό του μὲ τὰν ἄλλο, |
| ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, | ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ χρωστάει χάρη εἶναι λιγότερο πρόθυμος, |
| εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ’ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. | θεωρώντας τὴν εὐγνωμοσύνη του σὰν χρέος κι ὄχι σάν αἴσθημα. |
| καὶ μόνοι ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν | Μόνοι ἐμεῖς σκορποῦμε ἁπλόχερα τὶς εὐεργεσίες μας, |
| οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ. | ὄχι ὰπὸ συμφεροντολογικούς ὑπολογισμούς, ἀλλὰ ἀπὸ φιλελεύθερη γενναιοδωρία. |
Μετάφραση Άγγελου Βλάχου από το βιβλίο Θουκυδίδη Περικλέους Επιτάφιος, Γ΄ Γενικού Λυκείου, ΥΠΑΙΘ, ΙΤΥΕ Διόφαντος







