Τι σημαίνει σήμερα Μικρασιάτης;

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ

Πέντε πρόσωπα, πέντε γενιές μιλούν για τις οικογενειακές μνήμες τους και ορίζουν τη μικρασιατική ταυτότητα

Τι σημαίνει σήμερα Μικρασιάτης;

Ζητήσαμε από τους αναγνώστες μας να μας στείλουν φωτογραφίες με τους Μικρασιάτες προγόνους τους. Σε κάποιες από αυτές αντικατοπτρίζονται άθελά τους και οι ίδιοι. Καθώς τράβηξαν τη λήψη αποτύπωσαν και το δικό τους είδωλο πάνω στο τζάμι της κορνίζας με τον παππού, τη γιαγιά, τον θείο, τα ανίψια, τους γείτονες και τους συντοπίτες.

Αυτοί που ζουν και αυτοί που «έφυγαν» μαζί, αξεδιάλυτοι με μαγικό τρόπο στην ίδια εικόνα. Σαν να συνεχίζεται η ιστορία που τελείωσε βίαια στην άλλη όχθη του Αιγαίου, στον Πόντο, στην Ανατολική Θράκη, στην Καππαδοκία.

«Κάτσε μισό λεπτό να κατεβάσω τον πατέρα μου από το κάδρο, να σ’ τον φωτογραφίσω», μου είπε συγκινημένη η Ντίνα Συκουτρή για τον Σμυρνιό γονιό της που έγινε ένας από τους καλύτερους λουκουμοποιούς της Σύρας.

Τη φαντάστηκα σβέλτη και ευέλικτη παρά τα 79 της χρόνια να βγάζει τη μορφή του από κάποιο «εικονοστάσι» ενθυμήσεων μέσα στη βιοτεχνία τους. Λες και ο Γιώργης Συκουτρής είναι ακόμα εκεί για να επιβλέπει την τρίτη γενιά στη δουλειά που αυτός ξεκίνησε με τόσο κόπο.

Μικρασιατικά γονίδια δεν έχω ούτε για δείγμα. Ισως αυτό με κάνει να ανιχνεύω αμέσως τα χούγια όσων προέρχονται από τις παλιές πατρίδες.

Ξέρουν να εκτιμούν την ομορφιά όπου τη βρουν έτοιμη, ξέρουν όμως και να τη δημιουργούν γύρω τους, από το σπίτι και την παρέα μέχρι στο πιάτο φαγητό που θα σου προσφέρουν.

Είναι γενναιόδωροι ψυχικά και υλικά, ίσως γιατί ξέρουν κυτταρικά πως η ζωή έχει τις πίκρες και τις ανατροπές της, είναι μάταιο να κρατάς πράγματα για σένα μόνο.

Είναι φτιαγμένοι από άλλα υλικά, πολύτιμα, που έκαναν και εμάς τους Ελλαδίτες πιο πλούσιους. Η μνήμη της Μικρασίας είναι σπουδαία, είτε έχουμε καταγωγή από εκεί είτε όχι. Και είναι πολύ συγκινητικό να βρίσκει κανείς μικρά σπαράγματά της σε ανθρώπους που συναντάει και με τους οποίους συνδέεται, ανακαλύπτοντας το νήμα ενός χαμένου πια κόσμου.

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, βυζαντινολόγος – ιστορικός

Γεννήθηκα στον Βύρωνα το 1926, το έκτο παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας προσφύγων και το πρώτο από τα αδέλφια που είδε το φως στην Ελλάδα. Με θεωρούσαν κακορίζικο και γρουσούζικο, γιατί την ημέρα που ήρθα στον κόσμο στις 30 Αυγούστου, τα δύο καΐκια του πατέρα μου βουλιάξανε στις Φλέβες της Βουλιαγμένης. Ολη η παιδική μου ηλικία ήταν Μικρασία. Ημασταν πάμφτωχοι, αλλά υπερήφανοι για την καταγωγή μας. Τα σπίτια μας τότε συνόρευαν αυλή με αυλή. Οι δικοί μου δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν γλάστρες, αλλά φρόντιζαν να φυτεύουν τα παρτέρια. Στο πεζοδρόμιο βάζανε ευκάλυπτους για να μεγαλώσουν γρήγορα και να διώχνουν τα κουνούπια. Εμαθα όλα τα λουλούδια εκείνη την εποχή. Ετσι με το τίποτα έφτιαχναν κήπους.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ: 

Σμύρνη 1922, η αλήθεια έχει σημασία

ΑΠΟΨΕΙΣ

Κανείς δεν θα επιβιβαζόταν σε ένα αεροπλάνο με πιλότους που δεν πιστεύουν στην αλήθεια. Θέλουμε πιλότους ταγμένους στην αλήθεια της ταχύτητας, της ασφάλειας και του αν το αεροπλάνο πετάει παράλληλα με το έδαφος. Ωστόσο, όταν πρόκειται για την Ιστορία, πολλοί άνθρωποι δεν πιστεύουν στην αλήθεια ή αμφιβάλλουν ότι μπορεί να τη μάθουμε ποτέ. Μια τέτοια περίπτωση είναι η λεηλασία και η πυρπόληση της Σμύρνης στην Τουρκία το 1922. Ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί («The Ottoman Endgame») εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι η προέλευση της πυρκαγιάς είναι αμφισβητήσιμη, επειδή οι τουρκικές πηγές αποδίδουν την ευθύνη, ως επί το πλείστον, σε Ελληνες ή Αρμένιους και αντιστρόφως.

Αλλά η αλήθεια για το ποιος έκαψε τη Σμύρνη είναι εδώ και καιρό προφανής στους σοβαρούς παρατηρητές. Ενας από αυτούς ήταν ο Τζορτζ Χόρτον, ο Αμερικανός πρόξενος στην πόλη την εποχή της καταστροφής της. Καθώς αυτόν τον μήνα τιμούμε την εκατονταετηρίδα από την καταστροφή της Σμύρνης, αξίζει να θυμηθούμε τον Χόρτον και το βιβλίο του «Η μάστιγα της Ασίας». Ο Βρετανός πρόξενος, Χάρι Λαμπ, συμβούλευσε τον Χόρτον να μην το εκδώσει, λέγοντάς του σε επιστολή του ότι δεν ήταν «σκόπιμο» ούτε «υποχρεωτικό» να πει «όλη την αλήθεια» για το τι συνέβη (η έμφαση δική του). Ο Χόρτον διαφώνησε, περιγράφοντας στο βιβλίο του πώς οι εθνικιστές του Κεμάλ έκαψαν την πόλη στο πλαίσιο της πολιτικής «Η Τουρκία στους Τούρκους», ενός σχεδίου γενοκτονικής ομογενοποίησης, που εφάρμοσαν αμείλικτα διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις.

Πρόσφατες μελέτες τεκμηριώνουν την αφήγηση του Χόρτον, τόσο για την πυρπόληση της Σμύρνης όσο και για τις γενοκτονίες των χριστιανών στη Μικρά Ασία. Γερμανικά αρχεία που αποκαλύφθηκαν πρόσφατα αποδεικνύουν ότι οι Τούρκοι «αποφάσισαν την οριστική εξόντωση του αρμενικού λαού και υλοποίησαν αυτό το σχέδιο» (στοιχεία από τα γερμανικά αρχεία), κάτι που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ πραγματικά. Πιο πρόσφατα και ευρύτερα, μελετητές που διερευνούν τα εθνικά αρχεία των εμπόλεμων μερών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου υποστηρίζουν ότι είναι «αδιαμφισβήτητο» ότι οι Τούρκοι ηγέτες επιδίωξαν την εθνοκάθαρση και τη γενοκτονία όλων των χριστιανών («The Thirty Year Genocide», «Massacres, Resistance, Protectors»). Πρόσφατα έγκυρα ιστορικά κείμενα για την καταστροφή της Σμύρνης περιγράφουν λεπτομερώς πώς οι στρατιώτες του Κεμάλ έκαψαν την πόλη («Paradise Lost», «America’s Black Sea Fleet», «The Great Fire») στο πλαίσιο του σχεδίου «αποχριστιανοποίησης» της Μικράς Ασίας.

Πρέπει όμως να μας ενδιαφέρει κάτι που συνέβη πριν από τόσο πολύ καιρό; Εχει πλέον σημασία; Ναι, έχει. Η αλήθεια έχει πάντα σημασία, και όχι μόνο για τους πιλότους, αλλά και για τους ιστορικούς και την κοινωνία. Χωρίς την αλήθεια σχετικά με το τι συνέβη στο παρελθόν, είναι αδύνατο να κατανοήσουμε γιατί συνέβη και, συνεπώς, να λάβουμε σοφές αποφάσεις για το τι πρέπει να κάνουμε στη συνέχεια. Αν δεν γνωρίζουμε γιατί συνέβησαν τρομερά γεγονότα, η αποτροπή της επανάληψής τους είναι πολύ πιο δύσκολη. Αυτό που συνέβη στη Σμύρνη και στη Μικρά Ασία είναι ένα μάθημα ακριβώς γι’ αυτό το θέμα.

Μελετητές των αρχείων των εμπολέμων του Α΄ Παγκοσμίου υποστηρίζουν ότι είναι «αδιαμφισβήτητο» ότι οι Τούρκοι ηγέτες επιδίωξαν την εθνοκάθαρση και τη γενοκτονία όλων των χριστιανών.

Η αλήθεια είχε σημασία τη δεκαετία του 1920, καθώς οι ψευδείς πληροφορίες που διακινούνταν από Αμερικανούς και Γάλλους αξιωματούχους, μεταξύ άλλων, έδωσαν στον Κεμάλ διπλωματική κάλυψη και εμπόδισαν την επέμβαση που θα μπορούσε να σώσει αμέτρητες ζωές. Η αλήθεια συνέχισε να έχει σημασία για χρόνια μετά. Η Γερμανία συγκάλυψε και συγχώρεσε τις οθωμανικές σφαγές πριν και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επειδή οι Τούρκοι ήταν σημαντικός σύμμαχος. Μετά τον πόλεμο, Γερμανοί πάστορες και άλλοι καταδίκασαν τις γενοκτονίες, αλλά τους αποσιώπησαν κάποιοι άλλοι Γερμανοί που θαύμαζαν τους Τούρκους επειδή αντιστάθηκαν στις σκληρές μεταπολεμικές συνθήκες, νίκησαν τις συμμαχικές δυνάμεις και εξολόθρευσαν τους «εσωτερικούς εχθρούς» για να δημιουργήσουν μια ομοιογενή, ενιαία τουρκική εθνική οντότητα. Οταν οι ναζί ήρθαν στην εξουσία, όχι μόνο θαύμαζαν το τουρκικό παράδειγμα, αλλά το μιμήθηκαν («Ataturk in the Nazi Imagination», «Justifying Genocide»). Εφαρμόζοντας το τουρκικό μοντέλο, ο Χίτλερ αφόπλισε τους Εβραίους, χρησιμοποίησε την προπαγάνδα για να τους στιγματίσει ως επικίνδυνους παρείσακτους, τους συγκέντρωσε, τους λήστεψε και κατάσχεσε την περιουσία τους, τους απέλασε δήθεν σε στρατόπεδα εργασίας, αλλά μακριά από τα πληθυσμιακά κέντρα, ώστε η πραγματική τους μοίρα να μπορεί να κρυφτεί καλύτερα, και τους δολοφόνησε μαζικά. Μετά την εισβολή στην Πολωνία, ο Χίτλερ ενημέρωσε τους διοικητές του ότι τάγματα της Μεραρχίας της Νεκροκεφαλής των SS (Totenkopfverbände) θα «σκότωναν χωρίς οίκτο ή έλεος όλους τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά πολωνικής φυλής ή γλώσσας». Και τότε είπε το περιβόητο «Αλλωστε, ποιος θυμάται τους Αρμένιους;» (The Decline of Eastern Christianity).

Ακόμη και εκατό χρόνια αργότερα η αλήθεια για τις γενοκτονίες της Μικράς Ασίας εξακολουθεί να έχει σημασία. Σήμερα η Κίνα αντιγράφει το τουρκικό παράδειγμα, διώκοντας περισσότερους από ένα εκατομμύριο Ουιγούρους, σε μια προσπάθεια για πλήρη εθνική ομοιογένεια. Οι χώρες αγνοούν τη συνεχιζόμενη γενοκτονία στην Κίνα για να προστατεύσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα, όπως ακριβώς αγνόησαν τις χριστιανικές γενοκτονίες έναν αιώνα νωρίτερα. Η αλήθεια έχει σημασία και για άλλους λόγους. Ο Ταγίπ Ερντογάν, ο σημερινός ηγέτης της Τουρκίας, μιμείται τις αυταρχικές μεθόδους του Κεμάλ και επιδιώκει νέες εδαφικές κατακτήσεις. Εποφθαλμιά ανοιχτά περισσότερα εδάφη στο Αιγαίο και την Ευρώπη (Euronews). Μια παλιά παροιμία λέει: «Αν θέλεις περισσότερα από κάτι, επιδότησέ [δηλαδή επιβράβευσε] το – αν θέλεις λιγότερα από κάτι, φορολόγησέ [δηλαδή τιμώρησε] το». Προς μεγάλη φρίκη του Τζορτζ Χόρτον, ο κόσμος, όχι μόνο ανέχτηκε αλλά και επιβράβευσε τις τουρκικές γενοκτονίες πριν από έναν αιώνα, με αποτέλεσμα να πετύχει περισσότερες από αυτές. Αν θέλουμε λιγότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, πρέπει να τα τιμωρούμε. Η αφετηρία είναι να πούμε την αλήθεια για το τι συνέβη πριν από εκατό χρόνια στη Μικρά Ασία.

* Η κ. Ισμήνη Λαμπ είναι διευθύντρια του Προγράμματος Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Georgetown. Η βιογραφίατου Τζορτζ Χόρτον, με τίτλο «The Gentle American», την οποία συνυπογράφει, διατίθεται από τις εκδόσεις Gorgias Press σε σκληρό εξώφυλλο (ISBN 978-1-4632-4449-1)και από τον εκδοτικό εταίρο της Gorgias, De Gruyter, σε έκδοση eBook (doi.org/10.31826/9781463244507): σκληρό εξώφυλλο – έκδοση eBook.

Η ελληνική στρατιωτική επιχείρηση και προέλαση προς τον Σαγγάριο.

ΚΟΣΜΟΣ

Η στρατιωτική επιχείρηση του Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 1921 ήταν η κορύφωση της προσπάθειας της χώρας μας να καταβάλει την αντίσταση των Τούρκων εθνικιστών και να διασφαλίσει την παρουσία της στα εδάφη της Μικράς Ασίας, που της είχε προσπορίσει η Συνθήκη των Σεβρών

Η ελληνική στρατιωτική επιχείρηση και προέλαση προς τον Σαγγάριο

Η στρατιωτική επιχείρηση του Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 1921 ήταν η κορύφωση της προσπάθειας της χώρας μας να καταβάλει την αντίσταση των Τούρκων εθνικιστών και να διασφαλίσει την παρουσία της στα εδάφη της Μικράς Ασίας, που της είχε προσπορίσει η Συνθήκη των Σεβρών. Οι περιστάσεις ήταν δυσμενείς. Ο εθνικός διχασμός, η αντιπαλότητα ανάμεσα στους υποστηρικτές του Βενιζέλου και τους φιλοβασιλικούς που είχε πάρει διαστάσεις εμφυλίου πολέμου τα προηγούμενα χρόνια, εξακολουθούσε να μαστίζει τη χώρα. Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο του Βρετανού επιτετραμμένου στην Αθήνα λόρδου Γκράνβιλ τον Μάιο του 1921: «Η νοοτροπία της (αντιβενιζελικής) πλειοψηφίας στη Βουλή γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο εμφανής. Θέματα εθνικής σημασίας όπως η κατάσταση στο μέτωπο, οι σχέσεις της Ελλάδας με άλλες χώρες, η κατάσταση της οικονομίας προκαλούν ελάχιστο ενδιαφέρον. Ο μόνος αντικειμενικός στόχος είναι να εκδικηθούν όλους τους βενιζελικούς και να δοθούν αποζημιώσεις στα θύματα της βενιζελικής τυραννίας». Ενας βουλευτής είχε προτείνει οι λιποτάκτες στη διάρκεια της θητείας της προηγούμενης κυβέρνησης να απαλλαγούν από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις γιατί «είχαν παράσχει την ύψιστη υπηρεσία στη χώρα τους μετά την κατοχή της από τον Βενιζέλο», ενώ ο Τύπος πρότεινε οι παραλίγο δολοφόνοι του Βενιζέλου (είχε γίνει απόπειρα κατά της ζωής του στο Παρίσι τον προηγούμενο χρόνο) να ανακηρυχθούν εθνικοί ήρωες. Η εξασφάλιση του απαραίτητου πολεμικού υλικού για την επικείμενη επιχείρηση ήταν επίσης πολύ δύσκολη λόγω του εμπάργκο στην πώληση όπλων που είχαν επιβάλει οι Μεγάλες Δυνάμεις και στους δύο εμπολέμους τον Απρίλιο του 1921. Η αυστηρή τήρηση της απαγόρευσης από τους Βρετανούς δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στους Ελληνες, που τα αντιμετώπισαν αναζητώντας άλλους προμηθευτές όπως η Ρουμανία, αλλά και Γάλλους εμπόρους που δεν αντιμετωπίζονταν από την κυβέρνησή τους με την ίδια αυστηρότητα.

Τις παραμονές της επίθεσης ο ελληνικός στρατός, που αριθμούσε πάνω από 200.000 άνδρες, ήταν επαρκώς εξοπλισμένος και έτοιμος να αναλάβει δράση. Αυτή ήταν και η γνώμη του Βρετανού στρατιωτικού ακολούθου στην Αθήνα, συνταγματάρχη Νάιρν, που έφτασε στη Σμύρνη στις 4 Ιουνίου 1921 και επιθεώρησε τις ελληνικές δυνάμεις. Ο Βρετανός αξιωματικός ανέφερε πως ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον ελληνικό στρατό σε τόσο καλή κατάσταση. Το ηθικό ήταν εξαίρετο, ενώ η διοίκηση και η αποτελεσματικότητα του επιτελείου είχαν σημαντικά βελτιωθεί.

Τα πρώτα ελληνικά τμήματα κινήθηκαν στις 3 Ιουλίου και μέχρι τις 14 Ιουλίου οι δύο στρατοί είχαν εμπλακεί σε σφοδρή σύγκρουση. Οι Τούρκοι πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση αλλά υποχώρησαν, αφήνοντας πίσω 40 πυροβόλα και 4.000 αιχμαλώτους. Μέχρι τις 19 Ιουλίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν καταλάβει το Αφιόν Καραχισάρ, την Κιουτάχεια και το Εσκί Σεχίρ. Οι Βρετανοί εντυπωσιάστηκαν. Ο στρατηγός Χάρινγκτον, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων στην Τουρκία, χαρακτήρισε την ελληνική νίκη «μια σημαντική επιτυχία», προσθέτοντας πως οι Ελληνες θα μπορούσαν να καταλάβουν την Αγκυρα χωρίς απώλειες. Ο λόρδος Γκράνβιλ διεμήνυσε στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ότι «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος ήταν έτοιμη να δεχθεί αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών προς όφελος της Ελλάδας, με την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα δεν θα πρόβαλε υπερβολικές αξιώσεις». Οταν το θέμα της ελληνοτουρκικής διαφοράς συζητήθηκε σε διασυμμαχική διάσκεψη στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1921, ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ, δήλωσε ότι «η Συνθήκη των Σεβρών δεν μπορεί να αναμένεται πλέον ότι ικανοποιεί τις ελληνικές φιλοδοξίες».

Οι εντυπώσεις των Αγγλων αξιωμα- τούχων για την προετοιμασία και τη δράση του ελληνικού στρατού, όπως προκύπτουν από τα βρετανικά αρχεία.

Στην ίδια διάσκεψη ο Λόιντ Τζορτζ έθεσε το θέμα της απαγόρευσης πώλησης όπλων στους εμπολέμους. Το μέτρο αυτό έθιγε κυρίως τους Ελληνες, αφού οι Βρετανοί το τηρούσαν με αυστηρότητα κι έτσι απέκλειε τους Ελληνες από την πολύτιμη βρετανική αγορά. Οι Τούρκοι, αντίθετα, εξοπλίζονταν χωρίς περιορισμούς από τους Μπολσεβίκους. Αποφασίστηκε έτσι να δοθεί η δυνατότητα σε Βρετανούς, Γάλλους και Ιταλούς ιδιώτες να προμηθεύουν με όπλα τους εμπολέμους, αλλά χωρίς την ανάμειξη των κυβερνήσεών τους. Η προσπάθεια όμως των Βρετανών να δοθεί στα ελληνικά πολεμικά πλοία το –σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο– δικαίωμα νηοψίας στα εμπορικά πλοία των Συμμάχων, δεν ευοδώθηκε. Με διάφορα προσχήματα και σαθρά επιχειρήματα Γάλλοι και Ιταλοί αρνήθηκαν, διευκολύνοντας έτσι το λαθρεμπόριο όπλων με τους Τούρκους εθνικιστές. Η χρήση πλοίων υπό ιταλική και γαλλική σημαία για τον εφοδιασμό των κεμαλικών δυνάμεων καταγράφεται σε μακροσκελείς αναφορές τόσο των ελληνικών όσο και των βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1921 οι Βρετανοί είχαν απτές αποδείξεις για την ανάμειξη της γαλλικής κυβέρνησης στο εμπόριο όπλων με τους κεμαλικούς, όπως προκύπτει από αναφορά του λόρδου Χάρντινγκ, πρέσβη της Βρετανίας στο Παρίσι. Ο εφοδιασμός των τουρκικών δυνάμεων από τους Γάλλους και τους Ιταλούς συνεχίστηκε και εντάθηκε. Στη μεγάλη επίθεση του Κεμάλ κατά των ελληνικών θέσεων στο τέλος Αυγούστου 1922 συμμετείχαν εκατό αεροπλάνα γαλλικής κατασκευής.

Στις 13 Αυγούστου η ελληνική προέλαση συνεχίστηκε, με κατεύθυνση την Αγκυρα, το κέντρο του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος. Οι ελληνικές δυνάμεις πέρασαν τον ποταμό Σαγγάριο, απείλησαν την Αγκυρα, αλλά εξαντλημένες από την ιδιαίτερα επίπονη επιθετική τους προσπάθεια δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν. Μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου είχαν επιστρέψει στις θέσεις απ’ όπου είχαν ξεκινήσει έναν μήνα νωρίτερα, ανατολικά του Εσκί Σεχίρ. Η αποτυχία της ελληνικής επίθεσης να καταφέρει ένα αποφασιστικό πλήγμα στον στρατό του Κεμάλ, αποδόθηκε από το βρετανικό Γενικό Επιτελείο στους εξής παράγοντες: α) υπερβολική εμπιστοσύνη της ελληνικής ανώτατης διοίκησης στην ισχύ του στρατού της, β) μια μέτρια υπηρεσία πληροφοριών που φαίνεται να είχε δώσει ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τον εχθρό, γ) το επιχειρησιακό σχέδιο για τη μάχη του Σαγγάριου ήταν υπερβολικά περίπλοκο, πράγμα που οδήγησε σε πολλές απρόβλεπτες καταστάσεις, μη διαχειρίσιμες από τις ελληνικές δυνάμεις, δ) προβληματικά μέσα επικοινωνίας, ε) ανεπαρκή μέσα μεταφοράς και ελαττωματική γραμμή εφοδιασμού, στ) κακό επιτελικό έργο στα χαμηλότερα κλιμάκια, ζ) ελαττωματικός εφοδιασμός με πυρομαχικά, η) αποτυχία στο να πληγεί αποφασιστικά ο τουρκικός στρατός στα αρχικά στάδια της επιχείρησης. Αυτό ανάγκασε τους Ελληνες να χρησιμοποιήσουν στον Σαγγάριο μεγαλύτερες δυνάμεις απ’ όσες μπορούσαν επιτοπίως να υποστηρίξουν. Η έκθεση βέβαια επαινούσε την ελληνική στρατιωτική ηγεσία για την υποδειγματική διεξαγωγή της πρώτης φάσης των επιχειρήσεων και τους Ελληνες στρατιώτες «που είχαν βαδίσει και πολεμήσει αξιοθαύμαστα, παρά τις μεγάλες στερήσεις».

* Ο κ. Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το άρθρο αυτό βασίζεται σε αρχειακό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή της διδακτορικής του διατριβής με τίτλο «Anglo-Greek relations, 1920-1922» Cambridge University, 1990.

Η μάχη που έριξε τον Ντούτσε

ΒΙΒΛΙΟ

Η σημασία του Υψώματος 731 στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο

i-machi-poy-erixe-ton-ntoytse-561554164

«Το Υψωμα 731, όπου βρίσκεται το τάγμα μου, σείεται συνεχώς. Σκόνη, φωτιά και καπνός, η ατμόσφαιρα είναι βαριά, δύσκολα αναπνέει κανείς από τα αέρια των εκρήξεων, κόλασις πυρός, μας περιβάλλουν οι καπνοί και οι φλόγες, δεν μπορούμε να διακρίνωμεν τι γίνεται εις απόστασιν δέκα μέτρων».

Η στακάτη περιγραφή του ταγματάρχη Δημητρίου Κασλά, διοικητή του 2ου Τάγματος του 52ου Συντάγματος της 1ης Μεραρχίας που βρίσκονταν πάνω στο Υψωμα 731, μαρτυρεί στο ελάχιστο τον καταιγισμό πυρός που εξαπέλυσαν οι ιταλικές δυνάμεις εναντίον του ελληνικού στρατού στα βουνά της Τρεμπεσίνας. Η ιταλική ομοβροντία ξεκίνησε στις 6.20 το πρωί της 9ης Μαρτίου 1941 και το έδαφος στο ύψωμα σταμάτησε να τρέμει μετά δύο ώρες και ενώ είχαν εκτοξευθεί περίπου 100.000 οβίδες πάνω στις ελληνικές θέσεις.

Το Υψωμα 731 ήταν ένας μικρός λόφος αλλά με μεγάλη στρατηγική σημασία, γιατί βρισκόταν στη φυσική είσοδο που οδηγούσε στην κωμόπολη της Κλεισούρας, την οποία ήθελαν να ανακαταλάβουν οι Ιταλοί. Ο Μπενίτο Μουσολίνι παρακολουθούσε αυτοπροσώπως την ιταλική επιχείρηση στην οποία πόνταρε την αξιοπιστία του απέναντι στον Χίτλερ, την ώρα που ο Κασλάς διέταζε να καλυφθούν τα ελληνικά όπλα με κουβέρτες για να προστατευθούν από τις πέτρες και τα χώματα που έπεφταν πάνω τους στον λόφο, που είχε αποκτήσει κρατήρες όπως ένα ηφαίστειο. Ηξερε όμως τι έπρεπε να κάνει. «Επί των θέσεών σας θα αμυνθείτε μέχρις εσχάτων», ήταν οι διαταγές του συνταγματάρχη Θεμιστοκλή Κετσέα.

Αυτές τις διαταγές ακολούθησαν ο Κασλάς και οι ελληνικές δυνάμεις που αμύνθηκαν νικηφόρα στο Υψωμα 731, σε ένα από τα φονικότερα και πιο αιματοβαμμένα επεισόδια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, το οποίο περιγράφει αναλυτικά ο συγγραφέας Τζον Σ. Καρ στο βιβλίο του «Η ήττα του Μουσολίνι στο Υψωμα 731» (εκδ. Ψυχογιός) και υποστηρίζει ότι η αποτυχία κατάληψης της ορεινής θέσης, που είχε στρατηγική σημασία, σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τον Ιταλό δικτάτορα.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι παρακολουθούσε αυτοπροσώπως την ιταλική επιχείρηση, στην οποία πόνταρε την αξιοπιστία του απέναντι στον Χίτλερ.

«Ηταν η τελευταία του ευκαιρία. Στοιχημάτισε πολλά σε αυτήν τη μάχη και επειδή ήξερε ότι ο Χίτλερ παρακολουθούσε ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ακόμα ηγέτης αλλά όταν ηττήθηκε το ιταλικό στρατιωτικό κατεστημένο στράφηκε εναντίον του», μας λέει ο Καρ για τον Μουσολίνι και τη μάχη του Υψώματος. «Ηταν το αποκορύφωμα μιας σειράς σφαλμάτων που ξεκίνησαν με την εισβολή της 28ης Οκτωβρίου, που δεν έπρεπε ποτέ να έχει γίνει», συμπληρώνει.

Συναντήσαμε τον συγγραφέα στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας, εκεί όπου πέρασε αρκετές ώρες ψάχνοντας στα αρχεία και στη βιβλιοθήκη του μουσείου για αναφορές και μαρτυρίες που θα του επέτρεπαν να ξαναζωντανέψει, όπως λέει στην εισαγωγή του βιβλίου, «την τεράστια ένταση και, ναι, τη φρίκη της διάρκειας ενός μηνός μάχης του Υψώματος 731» που δεν είχε περιγραφεί ποτέ πριν επαρκώς, όπως επισημαίνει, στα αγγλικά. «Στην ευρωπαϊκή ή στην αμερικανική ιστοριογραφία δεν υπάρχουν πολλές αναφορές στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο διότι ήταν στο περιθώριο των ευρύτερων πολεμικών συγκρούσεων και δεν είχαν εμπλακεί οι μεγάλοι παίκτες, όπως η Βρετανία, η Γερμανία, η Ρωσία και η Αμερική», συμπληρώνει ο Βρετανός συγγραφέας με την ελληνική καταγωγή. Αυτό το κενό προσπάθησε, μας λέει, να καλύψει με το τελευταίο του βιβλίο και παλαιότερα με το χρονικό της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης («Η άμυνα και η πτώση της Ελλάδας, 1940-1941», εκδ. Ψυχογιός).

Ηρωισμός και σκληρότητα

Στο βιβλίο ο Καρ περιγράφει το χρονικό της επίθεσης στο Υψωμα 731, τη στρατηγική των δύο πλευρών, τις πράξεις ηρωισμού των δύο πλευρών αλλά και πρωτοφανούς σκληρότητας, όπως οι διαταγές του στρατηγού Βραχνού να βάλλεται κάθε απόπειρα των Ιταλών να βοηθήσουν τους τραυματίες τους στο πεδίο της μάχης. Η νίκη, ωστόσο, ήταν πικρή, όπως επισημαίνει, αφού τον Απρίλιο του ’41 ξεκίνησε η ναζιστική εισβολή. Πέρα από τις επίσημες αναφορές και τα ημερολόγια των αξιωματικών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι μαρτυρίες των απλών στρατιωτών, όπως αυτή του οπλίτη Ματέο Πεκοράρο, που ξεκίνησε τα Χριστούγεννα του ’40 από το Σαλέρνο της Νάπολης με υψηλό ηθικό για να γράφει, ένα μήνα μετά, για τον άνεμο που «ουρλιάζει σαν την ψυχή ενός καταραμένου» καθώς περπατούσε μαζί με συναδέλφους του σε μια ομιχλώδη κοιλάδα φορώντας μουσκεμένες χλαίνες ενώ γύρω του έσκαγαν όλμοι του ελληνικού στρατού. «Είσαι σε υπηρεσία και περιμένεις τον θάνατο», έγραφε.

Στο τέλος του βιβλίου ο Καρ θίγει το μεγάλο ζήτημα των στρατιωτών που χάθηκαν στα βουνά της Αλβανίας, αλλά τα οστά τους δεν έχουν βρεθεί ή δεν έχουν ταυτοποιηθεί με τους απογόνους τους, μια πικρή ιστορία που ακόμη δεν έχει τελειώσει για την ελληνική πλευρά. Τα οστά του Πεκοράρο, ο οποίος τελικά πέθανε στην Αλβανία, επέστρεψαν στην πατρίδα του στις αρχές του 2000.

i-machi-poy-erixe-ton-ntoytse0
Στο τέλος του βιβλίου ο Καρ θίγει το μεγάλο ζήτημα των στρατιωτών που χάθηκαν στα βουνά της Αλβανίας.

Το μαρτύριο του Χρυσοστόμου: «Το πρόσωπό του από το άφθονο τρέξιμο του αίματος έγινε κατακίτρινο»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αγνωστη μαρτυρία για το μαρτύριο του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου φέρνει στο φως έκδοση του ΥΠΕΞ και του ΑΠΘ

Το μαρτύριο του Χρυσοστόμου: «Το πρόσωπό του από το άφθονο τρέξιμο του αίματος έγινε κατακίτρινο»

Στις 2 Ιανουαρίου 1923, η Μαρία Χ. Ρουσάνογλου, πρόσφυγας από το προάστιο Ανω Καρατάς της Σμύρνης, κατέθεσε ενώπιον της ειδικής Επιτροπής Ερεύνης Κεμαλικών Ωμοτήτων όσα είχε αντικρίσει το πρωινό της Κυριακής 10 Σεπτεμβρίου 1922 (νέο ημερολόγιο) και αφορούσαν το μαρτυρικό τέλος του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου Καλαφάτη: «Διέκρινα τον Μητροπολίτην μας Χρυσόστομον μετά δύο άλλων ιερέων εν τω μέσω ενός εξαγριωμένου και μανιώδους τουρκικού όχλου προπηλακιζόμενον, δερόμενον, υβριζόμενον. […] Ηκούοντο απαίσιαι φωναί και κραυγαί: “Με τέτοιο Κωνσταντίνο, με τέτοιο βασιλιά, θα πάρουμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά. Να λοιπόν γκιαούρ, χινζήρ, Αγιά Σοφιά, να Πόλη”. Και διαρκώς λέγοντες αυτά ανεβοκατέβαινον επί της κεφαλής και του σώματος του Μητροπολίτου μας χιλιάδες χειρών οπλισμένων διά ροπάλων, ξύλων, λίθων και σιδήρου… Τότε ο Δεσπότης ήγειρε με υπερηφάνεια την σκυμμένην κεφαλήν του [και] είπε: “Δεν πειράζει κι αν θυσιαστώ διά το πολυάριθμον ποίμνιόν μου. Κάμετε ό,τι θέλετε”.

Ηκούσθη τότε η βροντώδης φωνή ενός απαισίου την ψυχήν και την μορφήν Τούρκου αστυνομικού (κομισαρίου) ο οποίος απευθυνόμενος προς το πλήθος, “κάθεστε και καμαρώνετε ακόμη”, είπε, “αυτόν τον μαύρον άπιστον (καρά κιαφήρ)”. Τότε όρμησε προς τον Μητροπολίτην ένας μελαψός και άγριος Τούρκος αράπης ανασύρων τα μανίκια του υποκαμίσου του, τον ήρπασε από τας τρίχας της κεφαλής του, τον εξήπλωσε καταγής και κτυπών κατόπιν την κεφαλήν του Δεσπότη μας επάνω στο χώμα, έλεγε ελληνικά ειρωνευόμενος: “Με τρόπο κάνουν όλα τα πράγματα”.

Αισθανθείς το τέλος του, ο Μητροπολίτης εζήτησε δύο λεπτά άδειαν διά να δυνηθή να κάμη δια τελευταίαν φοράν την προσευχήν του και άρχισε σιγανά – σιγανά να ψιθυρίζη μερικάς ευχάς και το “Μνήσθητί μου κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου”. Επανέλαβε τρεις την ευχήν ταύτην. Εκείνην ακριβώς την στιγμήν εξετελέσθη μπροστά στα μάτια μου η αποτρόπαιος και φρικαλέα σκηνή του φρικτού του μαρτυρίου.

Ο αράπης του έσυρε απότομα το αριστερό του το χέρι και κραδαίνων μίαν πελώριαν μάχαιραν, το απέκοψε.

Επειτα το άλλο, κατόπιν το ένα πόδι, έπειτα το άλλο από τας κνήμας του. Ο Δεσπότης μας δεν έβγαλε μιλιά. Μόνον το πρόσωπό του από το άφθονο τρέξιμο του αίματος έγινε κατακίτρινο σαν λεμόνι.

Ο αράπης τον ετράβηξε έπειτα από τα μαλλιά, όπως θα ετραβούσε ένα αρνί, και του έσφαξε σιγά – σιγά τον λαιμό για να βασανίζεται περισσότερο.

[…] Ο κομισάριος, αποτεινόμενος κατόπιν προς τους δύο άλλους συνοδούς του Μητροπολίτου, “Τι σας γίνετε αυτός” είπε δεικνύων το σώμα του κατακρεουργηθέντος Μητροπολίτου. Εκείνοι απήντησαν, ο αρχηγός μας. Εν τοιαύτη περιπτώσει, πάρτε το ένα πόδι του αρχηγού σας ο ένας και το άλλο ο άλλος και βάλλετέ τα επάνω του. Οι δυστυχείς έσπευσαν να συμμορφωθούν προς την διαταγή του κομισαρίου και ενώ έσκυβαν εδέχθησαν από μίαν σφαίραν και έπεσαν επάνω εις τον αρχηγόν των νεκροί.

Το κάρο που είχε το πτώμα του συζύγου μου παρέλαβε και τα πτώματα του Μητροπολίτου και των δύο παπάδων και τα έριξε κατόπιν εις ένα λάκκον παρά το εκεί πλησίον κεραμοποιείον. Ο λάκκος ήταν πλήρης από τα πτώματα των φονευθέντων παρά των Τούρκων νέων τη προτεραία».

H συγκλονιστική μαρτυρία της Μαρίας Ρουσάνογλου είναι μία από τις ελάχιστες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων που έχουν διασωθεί και περιγράφουν το μαρτύριο του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου. Δόθηκε στην Επιτροπή Ερεύνης Κεμαλικών Ωμοτήτων, την οποία συνέστησε το ελληνικό κράτος λίγες μόλις ημέρες μετά την Καταστροφή, με σκοπό τη συλλογή μαρτυριών προσφύγων για τις τουρκικές θηριωδίες.

Αγνωστη έως σήμερα, εντυπωσιάζει με τη λεπτομερή περιγραφή του δράματος του Ελληνα ιεράρχη. πρόκειται, δε, να συμπεριληφθεί σε ειδική έκδοση μαρτυριών που αφορούν τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία θα εκδοθεί σύντομα από την Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων του Ημερησίου και του Εσπερινού Γενικού Λυκείου για το σχολικό έτος 2022-2023

 

 ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Α’ ΚΑΙ Β’ ΛΥΚΕΙΟΥ


Λήψη αρχείου

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ


Λήψη αρχείου

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Λήψη αρχείου

ΛΑΤΙΝΙΚΑ


Λήψη αρχείου

ΙΣΤΟΡΙΑ


Λήψη αρχείου

 

Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο για το σχολικό έτος 2022-23

https://dide-new.flo.sch.gr/odigies-didaskalias-kai-didaktea-yli-ton-mathimaton-sto-gymnasio-gia-to-2022-2023/

Α. ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Λήψη αρχείου

Β. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ


Λήψη αρχείου

Γ. ΙΣΤΟΡΙΑ


Λήψη αρχείου

1919-1922, Πρόσωπα της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Η διαχείριση μιας εκστρατείας σε τέλμα Π. Πρωτοπαπαδάκης, πρωθυπουργός λίγο πριν από την κατάρρευση

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

1919-1922, Πρόσωπα της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Η διαχείριση μιας εκστρατείας σε τέλμα

«Η προ μικρού ανακοινωθείσα ημίν υπό του κ. Προέδρου της Συνελεύσεως Κυβέρνησις, ης έχω την τιμήν να προΐσταμαι, συνεκροτήθη εκ των Συναδέλφων ων τα ονόματα ανεκοινώθησαν Υμίν, και των οποίων συμπίπτουσιν αι γνώμαι περί του τρόπου τής όσον ένεστιν αποτελεσματικωτέρας εξυπηρετήσεως των ανωτέρω σκοπών. Εν τω έργω αυτής η Κυβέρνησις έχει ανάγκην της εμπιστοσύνης της Συνελεύσεως, ην και ελπίζει ότι θα παράσχητε». Με τα λόγια αυτά ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης παρουσίασε στις 9 Μαΐου 1922 στην Εθνοσυνέλευση την υπ’ αυτόν συγκροτηθείσα κυβέρνηση, ζητώντας παράλληλα την ψήφο εμπιστοσύνης του σώματος – την οποία και έλαβε.

Ο εξηνταδυάχρονος τότε Πρωτοπαπαδάκης γεννήθηκε στη Νάξο και σπούδασε μηχανικός στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εργάστηκε ως μηχανικός του Δήμου Αθηναίων και καθηγητής στις σχολές Ευελπίδων και Ναυτικών Δοκίμων, ενώ συμμετείχε από διευθυντική θέση στη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου και της σιδηροδρομικής γραμμής Καβάλας – Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη). Εργάστηκε επίσης ως ελεύθερος επαγγελματίας, ενώ το διάστημα 1889-90 διετέλεσε καθηγητής στο Σχολείο Βιομηχάνων Τεχνών (Πολυτεχνείο).

Η ενασχόλησή του με την πολιτική χρονολογείται από το 1902, οπότε εξελέγη βουλευτής Κυκλάδων με το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη. Το 1906-1908 συμμετείχε στην «ομάδα των Ιαπώνων», αρχικά μέλη της οποίας ήταν ο ίδιος, ο Δ. Γούναρης και ο Στ. Δραγούμης. Στη συνέχεια, συνέδεσε στενά την πορεία του με τον Δ. Γούναρη, χρημάτισε δε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή του (1915) και υπήρξε συνιδρυτής του Λαϊκού Κόμματος.

Μετά τη νίκη των αντιβενιζελικών (1/11/1920), θα αναλάβει το υπουργείο των Οικονομικών στην κυβέρνηση Καλογερόπουλου (Ιανουάριος 1921). «Το φορτίον των οικονομικών υπηρεσιών και του επισιτισμού του Κράτους», θα πει στη Δίκη των Εξι, «το οποίον ανέλαβον από της 28ης Ιανουαρίου 1921 ήτο τόσον βαρύ, ώστε δεν μου επέτρεπε να παρακολουθώ ποσώς τας υπηρεσίας οιουδήποτε εκ των συναδέλφων μου». Θα διατηρήσει αυτή τη θέση στις κατοπινές δύο κυβερνήσεις Γούναρη, έως ότου σχηματίσει ο ίδιος κυβέρνηση.

Λόγω της θέσης του, είχε από νωρίς συνείδηση των οικονομικών βαρών που δημιουργούσε η Μικρασιατική Εκστρατεία στα δημόσια οικονομικά. Αυτό και η σχέση του με τον Γούναρη επηρέασαν τη στάση του.

«Το φορτίον των οικονομικών υπηρεσιών και του επισιτισμού του Κράτους», θα πει στη Δίκη των Εξι, «το οποίον ανέλαβον από της 28ης Ιανουαρίου 1921 ήτο τόσον βαρύ».

Στα τέλη Μαρτίου 1921, μετά την αποτυχία των επιχειρήσεων εκείνης της φάσης, είχε ενεργό ανάμειξη στις συζητήσεις μεταξύ Γούναρη και Μεταξά, που αποσκοπούσαν να πεισθεί ο δεύτερος να αναλάβει την αρχιστρατηγία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης υποστήριξε ότι η Αγγλία θα υποχρέωνε την Ελλάδα να αποσυρθεί και από τη Θράκη και ότι, σε περίπτωση αποχώρησης από τη Μικρασία, «θα μας συνεπάρη η οργή του κόσμου» – «δεν εννοώ την κυβέρνησιν, εννοώ το καθεστώς». Πάντα κατά τον Μεταξά, είχε συσχετίσει τον χαρακτήρα των στρατιωτικών επιχειρήσεων με τα δημόσια οικονομικά: «Πόσον καιρόν θα μείνωμεν ακόμη εν αμύνη; Ημείς δεν έχομεν χρήματα διά πολύν καιρόν. Εις δύο τρεις μήνας πρέπει να τελειώνομεν». Σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921, στη Δίκη των Εξι είπε ότι «η διαταγή εδόθη εκ Λονδίνου, κατόπιν διαβεβαιώσεως, ως μοι ελέχθη, του διαμένοντος εν Λονδίνω υπαρχηγού του Επιτελείου της Μ. Ασίας, ότι ο στρατός μ’ ένα περίπατο θα έφθανεν εις το τέρμα, εις το οποίον ήτο προωρισμένος να φθάση, δηλαδή εις το Δορύλαιον» [Εσκί Σεχίρ].

Ενα χρόνο αργότερα, είχαν καταληφθεί Εσκί Σεχίρ, Αφιόν Καραχισάρ και Κιουτάχεια, ωστόσο η προέλαση προς την Αγκυρα δεν τελεσφόρησε και οι ελληνικές δυνάμεις παρέμεναν καθηλωμένες δυτικά του Σαγγαρίου. Ταυτοχρόνως, εξελίσσονταν δυσμενείς για την ελληνική πλευρά διπλωματικές διεργασίες (πρόταση Διάσκεψις Παρισίων περί εκκένωσης της Μικρασίας κ.λπ.) και κορυφώνονταν (μετά και τη μη εξασφάλιση διεθνούς δανεισμού) τα οικονομικά προβλήματα.

Απότοκο όλων αυτών ήταν η διάσπαση του πολιτικού μετώπου που οδήγησε στην εκλογική νίκη του 1920. Προς στιγμήν αυτό αντιμετωπίστηκε με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης υπό τον Δ. Γούναρη (2/3/1922). Νέα κρίση, λίγους μήνες αργότερα, οδήγησε σε παραίτησή της, διερεύνηση του ενδεχομένου κυβέρνησης υπό τον Ν. Στράτο και τελικά στον σχηματισμό της κυβέρνησης Πρωτοπαπαδάκη, με συμμετοχή οπαδών τόσο του Γούναρη όσο και το Στράτου, η οποία, λόγω και των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί, είχε να διαχειριστεί μια περίπλοκη και τελματωμένη κατάσταση.

Τελικώς, στις 25 Αυγούστου 1922, λίγες ημέρες μετά τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου, η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της: Η «Καθημερινή» (26/8/1922) έγραφε: «Από ημερών ήδη οι κυριώτεροι παράγοντες της Κυβερνήσεως, εις τας ιδιαιτέρας των συνομιλίας, ετόνιζαν ότι έπρεπε να αποχωρήσουν της αρχής μόνον εφ’ όσον η δυσφορία της κοινής γνώμης θα έφθανεν εις τοιούτον σημείον εξάψεως, ώστε να μη υπολείπετο παρά μόνον το έναυσμα προς θορυβώδη εκδήλωσιν της δυσφορίας ταύτης. Μέχρι της εσπέρας της προχθές η Κυβέρνησις δεν έκρινεν ότι η κατάστασις είχε παρέλθει εις τοιούτον σημείον και ότι τα γεγονότα ηπείλουν την διατάραξιν της τάξεως. Τα νεώτερα όμως γεγονότα τα οποία προσετέθησαν κατά την διάρκειαν της προχθεσινής νυκτός εκρίθησαν υπό της Κυβερνήσεως ως επιδεινούντα τα μέγιστα την κατάστασιν. Εν δε εκ των σημαντικωτέρων γεγονότων ήτο και η αναγγελθείσα αιχμαλωσία των στρατηγών Τρικούπη και Διγενή και των τεσσάρων συνταγματαρχών».

Δύο περίπου μήνες αργότερα, ο Πρωτοπαπαδάκης θα οδηγηθεί ενώπιον του Εκτακτου Στρατοδικείου (Δίκη των Εξι), όπου θα καταδικαστεί σε θάνατο. Θα εκτελεστεί, μαζί με τους Γούναρη, Χατζανέστη, Θεοτόκη, Στράτο και Μπαλτατζή, στις 15 Νοεμβρίου 1922, λίγες ώρες μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης.

Οικονομικός αποκλεισμός

Ενα από τα ζητήματα στα οποία τοποθετήθηκε ο Πρωτοπαπαδάκης στη Δίκη των Εξι ήταν εάν η επάνοδος του βασιλιά είχε ως συνέπεια τον οικονομικό αποκλεισμό της χώρας από τις διεθνείς πιστώσεις. «Ο οικονομικός αποκλεισμός», υποστήριξε, «δεν συνίσταται στο ότι αι Δυνάμεις δεν μας έδωκαν τα ποσά τα οποία μας ώφειλαν εκ των 850 εκατ. (των επί Βενιζέλου συναφθέντων δανείων το 1918 και 1919). Ο οικονομικός αποκλεισμός είνε η υποχρέωσις την οποίαν ανέλαβε το Ελληνικό Κράτος (κατά τη σύναψη εκείνων των δανείων) να μη δύναται να δώση ουδεμίαν εγγύησιν διά νέον δάνειον πριν ή εξοφληθεί το δάνειον των 850 εκατ. Βεβαίως οικονομικός αποκλεισμός ήτο και το ότι αι Δυνάμεις μας είπον ότι τα υπόλοιπα τα οφειλόμενα εκ του δανείου των 850 εκατ. (η Γαλλία δεν είχε δώσει τίποτα, η Βρετανία λίγο περισσότερο από τα μισά και οι ΗΠΑ περίπου το ένα τρίτο) τα κρατούμεν και δεν σας τα δίδομεν, αλλ’ αυτό δεν ήτο ο καθ’ αυτό οικονομικός αποκλεισμός. Ητο άρνησις των Δυνάμεων λόγω δήθεν της ελεύσεως του βασιλέως Κωνσταντίνου εις την Ελλάδα να δώσουν τα υπολοιπόμενα χρήματα. […] η αφορμή ήτο η έλευσις του βασιλέως Κωνσταντίνου».

Tο αναγκαστικό δάνειο για τη χρηματοδότηση του πολέμου

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Λέλα Καραγιάννη: Η ηρωίδα κατάσκοπος της Εθνικής Αντίστασης

Λέλα Καραγιάννη: Η ηρωίδα κατάσκοπος της Εθνικής Αντίστασης

in.gr

Γιάννης Θ. Διαμαντής

«Μητέρα επτά παιδιών είχεν κατορθώσει να εισαγάγη εις την Γκεστάπο και τα Ες – Ες πράκτορας, που της διαβίβαζαν πολυτίμους πληροφορίας»

Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1944, λίγες μόλις εβδομάδες πριν την απελευθερώση της Ελλάδας από τα ναζιστικά στρατεύματα, 71 μέλη της Αντίστασης εκτελούνται στο Άλσος Δαφνίου.

Ανάμεσά τους η Λέλα Καραγιάννη, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της Εθνικής Αντίστασης.

Η αντιστασιακή δράση

Η Λέλα Καραγιάννη είχε ιδρύσει, ήδη από τον Οκτώβριο του 1941, την αντιστασιακή οργάνωση «Μπουμπουλίνα» (το επίθετο της μητέρας της ήταν Μπούμπουλη και λέγεται ότι καταγόταν από την ιστορική οικογένεια που πρωταγωνίστησε στην επανάσταση το 1821) με βασικό στόχο, τη φυγάδευση βρετανών στρατιωτών στο Κάιρο, τη διενέργεια σαμποτάζ και δημιουργία δικτύου κατασκοπίας εις βάρος του γερμανού κατακτητή.

Ο άγγλος αξιωματικός και συγγραφέας, Ουίλφρεντ Μπάιφορντ – Τζόουνς γράφει το 1946: «Ο καθηγητής Λούρος με έφερεν είς επαφήν με την οικογένειαν μιας ηρωίδος της αντιστάσεως της νοσοκόμου Λέλας Καραγιάννη, που από το 1941 εβοήθησεν εκτοντάδας Βρετανών αξιωματικών και ανδρών να δραπετεύσουν. (…) Η περίπτωσις της Λέλας Καραγιάννη είνε πραγματικά μοναδική. Μητέρα επτά παιδιών είχεν κατορθώσει να εισαγάγη εις την Γκεστάπο και τα Ες – Ες πράκτορας, που της διαβίβαζαν πολυτίμους πληροφορίας.

«ΤΑ ΝΕΑ»,8.9.1946, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«Όταν οι Γερμανοί ήλθαν εις τας Αθήνας, χωρίς να ειδοποιήση τον άνδρα της, επούλησε τα κοσμήματά της και ηγόρασε δύο σπίτια, ένα εις την οδόν Φυλής 226 και δεύτερον εις την οδόν Λήμνου 1. Τα δύο αυτά εχρησιμοποιούντο ως κρυψώνες ή καλύτερα ενδιάμεσοι σταθμοί φυγαδεύσεως Άγγλων στρατιωτικών και Ελλήνων πατριωτών. (…) Όταν τα μέλη της οικογενείας της έμαθαν τον ρόλον που έπαιζε, έσπευσαν να γίνουν μέλη της μυστικής οργανώσεως της και μαζί με έναν αστυνομικόν ονόματι Γεώργιον Μήτσου που εξέδιδε πλαστές ταυτότητες και ένα αρτοποιόν του στρατοπέδου συγκεντρώσεως αιχμαλώτων Κοκκινιάς ηλευθέρωναν, υπό την καθοδηγήσιν της μητέρας των , αιχμαλώτους και τους έστελναν εις την Αίγυπτον, ύστερα από μικράν παραμονήν εις τα σπίτια της. Εχρησιμοποιούσαν μάλιστα διά την φυγάδευσιν το ιδιόκτητον καϊκι της Λέλας Καραγιάννη με καπετάνιον τον Ηλίαν Χρυσίνην».

Ο δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής Γιώργος Γάτος γράφει στα «ΝΕΑ» της 8ης Σεπτεμβρίου 1980: «Στην αρχή ήταν το κρύψιμο των Εγγλέζων στρατιωτών που ξεμείνανε στη χώρα, μετά τη ραγδαία προέλαση των Γερμανών και τη συνθηκολόγηση της επίσημης ηγεσίας του μετώπου. Περισσότεροι από εκατόν πενήντα Εγγλέζοι στρατιώτες και Έλληνες καταδιωγμένοι πατριώτες κρυφτήκανε και τροφοδοτηθήκανε έτσι και στο τέλος ξεφύγανε σώοι και πήρανε το μυστικό δρόμο της φυγάδευσης προς τη Μέση Ανατολή…»

«ΤΑ ΝΕΑ»,8.9.1980, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το έργο της Λέλας Καραγιάννη δεν πέρασε απαρατήρητο από τις αγγλικές αρχές.

«Ύστερα έγινε η επίσημη σύνδεση με τις Μυστικές Αγγλικές Υπηρεσίες και μαζί με το παράνομο και επικίνδυνο εκείνο δρομολόγιο οδός Φυλής – μοναστήρι Αγίου Ιερόθεου Μεγάρων – Μέση Ανατολή άρχισε σιγά σιγά να υφαίνεται και οικοδομείται ένα πολύπλευρο και ισχυρό δίκτυο κατασκοπίας, σαμποτάζ και πληροφοριών»

Η οργάνωση της Λέλας Καραγιάννη «συνδέει» τον Ναπολέοντα Ζέρβα με τη Μέση Ανατολή.

«Στήνεται ακόμα και ένα από τα σίγουρα κανάλια σύνδεσης του αντάρτικου του Ζέρβα με τη Μέση Ανατολή – με κεντρικό σύνδεσμο σύνδεσμο Αθήνας – βουνό το μεγαλύτερο παιδί των Καραγιανναίων, τον Γιώργο. Η μικρή αλλά γερή και αποφασιστική οργάνωση της Αντίστασης «Μπουμπουλίνα» είναι μια από τις σημαντικότερες κατασκοπευτικές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ελλάδα. Πληροφοριοδότες της, αντιναζιστές Γερμανοί και αντιφασίστες Ιταλοί κυρίως. Και ιδρυτής οργανωτής, καθοδηγητής και ψυχή της η Λέλα Καραγιάννη».

Η Καραγιάννη φυλακίζεται

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Επανάσταση του 1922

Η Επανάσταση του 1922

Η συμφορά ήταν τεράστια, ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη της Αλώσεως

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, στη Χίο, στο νεοκλασικό ξενοδοχείο «Το Κύμα», στην άκρη της προκυμαίας της χιακής πρωτεύουσας, συγκεντρώθηκαν αξιωματικοί του ηττημένου Ελληνικού Στρατού και κήρυξαν έκπτωτο το πολιτικό καθεστώς της Αθήνας. Επικεφαλής τους ήταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς και ο αντιπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς. Οι Τούρκοι είχαν ήδη εισβάλει στη Σμύρνη, σφαγιάζοντας εκατοντάδες χιλιάδων Μικρασιατών Ελλήνων, ενώ στις 27 Αυγούστου κατακρεουργήθηκε από τον τουρκικό όχλο ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Καλαφάτης (ήδη Αγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας). Στις 13 οι Τούρκοι θα προχωρούσαν και στον εμπρησμό της πόλης, ώστε να εξαφανιστούν τα ίχνη της κυρίαρχης ελληνικής παρουσίας.

Η συμφορά ήταν τεράστια, ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη της Αλώσεως. Αν με την Αλωση του 1453 το ελληνικό έθνος απώλεσε την πολιτική ελευθερία του, το 1922 υπέστη φρικαλέα γενοκτονία, με αριθμό θυμάτων που κυμαίνονταν σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις από 600.000 έως 1.000.000 νεκρούς. Ενώ 2.800.000 πρόσφυγες διασώθηκαν στην Ελλάδα υπό τρομακτικές συνθήκες. Ο Ελληνισμός απώλεσε τις προαιώνιες ιωνικές κοιτίδες του και ακρωτηριάστηκε εδαφικά. Την ώρα που οι αξιωματικοί ελάμβαναν τις οριστικές αποφάσεις τους στο ξενοδοχείο «Το Κύμα», οι σφαγές συνεχίζονταν και εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων προσπαθούσαν να περάσουν το Αιγαίο για να σωθούν. Ασφαλώς οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να περιορισθούν στην πτώση της κυβέρνησης Πρωτοπαπαδάκη και στη σπασμωδική αντικατάστασή της από την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, που έγινε στις 28 Αυγούστου. Στις 12 Σεπτεμβρίου ο στόλος έπλευσε προς την Αττική, ενώ ήδη αεροπλάνα έριχναν στην Αθήνα προκηρύξεις με τα αιτήματα της επαναστατικής επιτροπής, που ήταν η παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου υπέρ του διαδόχου, η διάλυση της Βουλής, ο σχηματισμός υπερκομματικής κυβέρνησης που θα έχαιρε της εμπιστοσύνης των Συμμάχων και η ενίσχυση της Θράκης. Οταν ο στόλος έφτασε στο Λαύριο, άρχισαν να αποβιβάζονται αγήματα και, καθώς πλέον επαπειλείτο εμφύλιος πόλεμος, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε και αποχώρησε για το εξωτερικό.

Η Επανάσταση του 1922 (Πλαστήρας ως αρχηγός του επαναστατικού καθεστώτος, Κροκιδάς και μετά Γονατάς ως πρωθυπουργοί), παραλαμβάνοντας τη χώρα κυριολεκτικά στα πρόθυρα της διάλυσης, ανέλαβε και διεκπεραίωσε με επιτυχία τιτάνιο έργο: ανασυγκρότησε τον στρατό στον Εβρο με διοικητή τον Πάγκαλο, διασφαλίζοντας την ακεραιότητα του ελληνικού κράτους. Εμπέδωσε την πειθαρχία και την τάξη στο εσωτερικό. Εγκατέστησε εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων σε προσφυγικούς συνοικισμούς και τους αποκατέστησε παραχωρώντας τους γεωργικές εκτάσεις. Ανέθεσε στον Ελευθέριο Βενιζέλο την εκπροσώπηση της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν το 1923 στη Συνθήκη της Λωζάννης. Συνέλαβε, δίκασε και εξετέλεσε τους υπευθύνους της Καταστροφής, πράξη φρικαλέα και ίσως άδικη, αλλά ανάλογη του μεγέθους του δράματος και αναγκαία για να αποτραπεί ο εμφύλιος πόλεμος. Αφού, μετά από μόλις ενάμιση χρόνο, το επαναστατικό καθεστώς θεώρησε ότι ολοκλήρωσε το έργο του, που ήταν η διάσωση της πατρίδας από την Καταστροφή, προκήρυξε εκλογές για τον Δεκέμβριο του 1923 και τον Ιανουάριο παρέδωσε την εξουσία στην Εθνοσυνέλευση που προέκυψε.

Για αυτό ακριβώς και τους ανιδιοτελείς και έντιμους πρωταγωνιστές της Επανάστασης συνόδευσε τεράστια αίγλη και λαϊκή αναγνώριση. Ο Πλαστήρας έγινε πρωθυπουργός τον Ιανουάριο – Μάρτιο 1945 και υπέγραψε τη Συμφωνία της Βάρκιζας, που έβαλε τέλος στην αλληλοσφαγή με το ΕΑΜ. Το 1950 πολιτεύθηκε επικεφαλής κεντρώου κόμματος με σύνθημα την εθνική συμφιλίωση και διετέλεσε πρωθυπουργός μέχρι το 1952. Αυτά ασφαλώς δικαιώνουν τον χαρακτηρισμό της σωτήριας πρωτοβουλίας του 1922 ως Επανάστασης.

Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης. Από τις εκδόσεις Καπόν κυκλοφορεί το βιβλίο του «Παναγιώτης Κανελλόπουλος: ο πολιτικός, ο διανοούμενος και η εποχή του»

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση