«Ταυτόχρονα εργαζόμενη, μητέρα, σύντροφος. Μέχρι που έσπασα»

Τα «μικρά τελετουργικά» που μας βοηθούν να αντεπεξέλθουμε στα πολλαπλά πρόσωπα και τους ρόλους που όλοι έχουμε
Επί χρόνια, τα πρωτοσέλιδα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μας παρότρυναν «να φέρνουμε στη δουλειά ολόκληρο τον εαυτό μας» – και εγώ προσπάθησα να το κάνω. Εφερνα ολόκληρο τον εαυτό μου παντού: στη δουλειά, στον ύπνο, στα ραντεβού. Αλλά δεν ένιωθα ολόκληρη· ένιωθα κατακερματισμένη, διαλυμένη – και κάποια μέρα έσπασα.
Η κατάληξη αυτή δεν ήρθε με δραματικό τρόπο. Καθόμουν σε μια ντουλάπα που την είχα μετατρέψει σε δωμάτιο θηλασμού στο γραφείο μου κοντά στη Wall Street, προσπαθώντας να ισορροπήσω ταυτόχρονα ένα θήλαστρο ακουμπισμένο πάνω στα πόδια μου, το μωρό μου στο ένα χέρι και το τηλέφωνό μου στο άλλο. Επειτα έφυγα τρέχοντας για ένα meeting, ύστερα για τον παιδικό σταθμό και μετά πίσω στο σπίτι, όπου ξεκίνησε η συνήθης νυχτερινή σκυταλοδρομία: φτιάξε μακαρόνια, κάνε μπάνιο, βάλε πιτζάμες στα παιδιά, διάβασε «Τα τρία γουρουνάκια», ψάξε να βρεις πού έχει εξαφανιστεί το λούτρινο αρκουδάκι.
Τα διλήμματα και τα ερωτήματα
Οταν επιτέλους επικράτησε ησυχία στο σπίτι, άνοιξα την εφαρμογή των Σημειώσεων και πληκτρολόγησα: «Μπορείς. Να. Τα. Εχεις. Ολα.». Τα λόγια έμοιαζαν θριαμβευτικά – και λάθος. Ποιος από τους εαυτούς μου, ακριβώς, υποτίθεται ότι μπορούσε να τα έχει όλα;
Στη δουλειά ένιωθα μονίμως ένοχη που δεν ήμουν με τα παιδιά μου· όταν ήμουν με τα παιδιά, σκεφτόμουν τι επιλογές έπρεπε να κάνω για να προχωρήσω στην καριέρα μου· με τον σύντροφό μου ήμουν παρούσα σωματικά, αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού.
Οι γκουρού της αυτοβοήθειας και τα τμήματα ανθρώπινου δυναμικού μάς διδάσκουν ότι το να επιδιώκουμε να βρούμε «ολόκληρο τον εαυτό μας» είναι ένας ευγενής στόχος με βαθιά ουσία. Εκείνο το βράδυ, όμως, συνειδητοποίησα ότι κανένας δεν έχει έναν μοναδικό εαυτό.
Ολοι μας εμπεριέχουμε πολλαπλά πρόσωπα και ρόλους, καθένας από τους οποίους έχει διαφορετικούς στόχους και αξίες. Είναι αδύνατον όλοι αυτοί – το στέλεχος, ο φροντιστής, ο σύντροφος, ο τύπος με τις καλλιτεχνικές ανησυχίες – να βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο ταυτόχρονα.
Πώς με βοήθησαν τα «κουτάκια»
Ετσι, σταμάτησα να προσπαθώ να είμαι ολόκληρος ο εαυτός μου παντού και πάντα και επέτρεψα στον εαυτό μου να ιεραρχεί και να δημιουργεί στεγανά, να φτιάχνει «κουτάκια». Οταν είμαι στέλεχος, λύνω προβλήματα. Οταν είμαι μητέρα, ασχολούμαι με τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες των παιδιών μου, όχι μόνο με τα προγράμματά τους. Ως ερωτική σύντροφος, γελάω, φλερτάρω και σκύβω να δώσω ένα φιλί χωρίς να υπάρχει ένα laptop μες στη μέση.
Παρατήρησα ότι υπήρχαν κάποια μικρά τελετουργικά που με βοηθούσαν να κλείνω το ένα νοητικό κουτάκι και να ανοίγω ένα άλλο. Ενα μπάνιο με βοηθά να μεταβώ από τη λειτουργία εργασίας στη λειτουργία μαμάς. Το να ακούω μουσική ενώ κάνω ντους πριν βγω ραντεβού το βράδυ με βοηθά να βγάλω από πάνω μου τη φόρτιση από τη δουλειά.
Το να αλλάζω ρούχα μετά τη γυμναστική, να βγάζω τη φόρμα και να φοράω το τζιν μου δεν είναι πια για εμένα τόσο θέμα αισθητικής αλλά πιο πολύ ένας τρόπος για να περάσω από τον έναν ρόλο στον άλλο. Το ζήτημα δεν είναι η ρουτίνα· είναι το μήνυμα που παίρνει ο εγκέφαλός μου. Μια παύση – που μπορεί να κρατήσει 30 δευτερόλεπτα ή 3 λεπτά – επιτρέπει στον προηγούμενο ρόλο να φύγει από το προσκήνιο ώστε να μπορέσει να κάνει την είσοδό του ο επόμενος και να κλέψει την παράσταση.
Εξακολουθούν τα πράγματα να έρχονται σε σύγκρουση; Διαρκώς. Το άρρωστο παιδί μού τηλεφωνεί κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης συνάντησης· την ώρα του φαγητού ξεσπά μια επαγγελματική κρίση. Αλλοτε ερμήνευα αυτές τις διενέξεις ως αποτυχία – ως απόδειξη της ανισορροπίας μου. Πλέον τις βλέπω ως μια απλή κατάσταση όπου δύο διαφορετικοί ρόλοι διεκδικούν ταυτόχρονα να είναι στο επίκεντρο. Επιλέγω συνειδητά τον έναν από τους δύο και αργότερα επιστρέφω στον άλλον μέσω μιας διαδικασίας μετάβασης.
Η ζωή μας ως ταινία και ο μοναδικός ηθοποιός
Φέρνοντας «ολόκληρο τον εαυτό μου» σε κάθε περίσταση, στο τέλος γινόμουν ράκος. Αφήνοντας τους διαφορετικούς εαυτούς μου να επικρατούν εκ περιτροπής μπορώ να δίνω το 100% στη δουλειά και το 100% στο σπίτι – όχι ταυτόχρονα, αλλά επιλέγοντας τον ρόλο που ταιριάζει σε κάθε σκηνή. Η ζωή μπορεί να μοιάζει με ταινία όπου ο μοναδικός ηθοποιός είσαι εσύ. Αλλά δεν χρειάζεται να παίζεις όλους τους ρόλους ο ίδιος – κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη, όρισε τις σκηνές και μοίρασε τους διάφορους ρόλους στα κομμάτια του εαυτού σου που εξυπηρετούν την ιστορία που θέλεις πραγματικά να πεις.
Το καινούργιο βιβλίο της Amanda Goetz με τίτλο «Toxic Grit: How to Have It All and (Actually) Love What You Have» [«Τοξική αντοχή: Πώς να τα έχετε όλα και να σας αρέσει (πραγματικά) αυτό που έχετε»] κυκλοφόρησε στις 21 Οκτωβρίου από τον εκδοτικό οίκο Sourcebooks.
Μανάδες, «καλά να πάθετε»…
Μάνα, µητέρα, μαμά. Οι λέξεις περιγράφουν κάτι που όλοι οι άνθρωποι στη Γη μπορούν να συσχετίσουν με τον εαυτό τους. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει μητέρα. Ακόμα και όσοι την έχασαν, ακόμα και όσοι δόθηκαν για υιοθεσία. Η λέξη μητέρα όμως στις εποχές που διανύουμε είναι μια λέξη διφυής και διφορούμενη. Από τη μια η εξιδανικευμένη, η μητέρα στο πρόσωπο της Παναγίας, η καρτερική, δοτική, που δίνει το αίμα και το σώμα της για τη ζωή του παιδιού της. Από την άλλη, η μητέρα που χρεώνεται στο ασυνείδητο των κοινωνιών όλα τα δεινά. Ο άνθρωπος ευκολότερα συγχωρεί τον υπόλοιπο πλανήτη, αλλά η μάνα θα στέκει πάντα ως αγκάθι αν κάτι δεν πήγε καλά. Γιατί οι προσδοκίες στο πρόσωπό της είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με το φορτίο που αντέχει να κουβαλήσει μια γυναίκα που γίνεται μητέρα. Και από την άλλη, βρίσκεται με κάθε τρόπο στο στόχαστρο, συνειδητό ή ασυνείδητο, νομικό, κοινωνικό, ανδρών και γυναικών. Φαντασιακά η μητέρα εξιδανικεύεται, κοινωνικά η μητέρα πού στέκεται; Αυτό πραγματεύεται η Zακλίν Ρόουζ στη μελέτη της με τίτλο «Mothers» από τις εκδόσεις Faber and Faber. Οπως επίσης βλέπουμε αντίστοιχα τη θέση της μητέρας στην κοινωνία στην εξαιρετική σειρά «Maid» στο Netflix.
Πολλοί θεωρούν ότι το θέμα «μητρότητα» είναι εξαντλημένο. Μερικά θέματα άλλωστε είναι ήδη φορτισμένα πριν καλά καλά ξεκινήσει η συζήτηση, άλλωστε είναι πιο δύσκολο να μιλήσουμε για κάτι που –θέλουμε δεν θέλουμε– μας αγγίζει όλους και φέρνει στο επίκεντρο τη δική μας ζωή. Για αιώνες τα θέματα της δημόσιας συζήτησης τα επέβαλαν άνδρες. Και εμείς οι γυναίκες, σε όσες επιτρεπόταν να συμμετέχουν ισότιμα, χειροκροτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι ταυτιζόμενες με ό,τι είναι σημαντικό για τους άνδρες. Πόσες συζητήσεις δεν έχουμε παρακολουθήσει για τον πόλεμο; Για τις χαμένες πατρίδες; Για τα οικονομικά; Ακόμα και για την πολιτική, αλλά με τους όρους που επιβάλλει η αρσενική σκέψη. Γιατί η πολιτική ασκείται ακόμα με έναν συγκεκριμένο τρόπο, σίγουρα υπάρχουν και άλλοι. Είναι δύσκολο όμως να βάλουμε όλα αυτά τα θέματα στο τραπέζι και να τα συζητήσουμε με ειλικρίνεια από τη σκοπιά της μητρότητας. Γιατί οι περισσότεροι θα πουν: τι σχέση έχει η μητρότητα με όλα αυτά;
Δεν είναι καθόλου ξένο το βίωμα ότι πάρα πολλές εταιρείες προσ-λαμβάνουν γυναίκες ρωτώντας τις εάν σκοπεύουν να γίνουν σύντομα μητέρες.
Η ηρωίδα στο «Maid» είναι μια ταλαιπωρημένη μητέρα που βρίσκει εναντίον της όλο το κοινωνικό και νομικό σύστημα. Την τιμωρούν μέσα από την ακαμψία του συστήματος οι πάντες και μαζί και το παιδί της. Η Ζακλίν Ρόουζ επιχειρεί –και τα καταφέρνει– να ανοίξει σε βάθος όλα αυτά τα ζητήματα μέσα από τη θεώρηση που έχουν οι κοινωνίες για τη μητρότητα. Πώς διαμορφώνονται οι σύγχρονες κοινωνίες; Πώς αντιμετωπίζει η Δύση τη μητρότητα; Πώς αντιμετωπίζει τις μητέρες που έρχονται από χώρες που πλήττονται; Τι θέση φανταζόμαστε ότι έχει η μητέρα και ποια τελικά στις πράξεις είναι η πραγματική της θέση; Γιατί συνεχίζουν οι μητέρες να είναι τόσο εξουθενωμένες; Γιατί συνεχίζουν να είναι ανικανοποίητες; Και πώς το αντιμετωπίζει αυτό η κοινωνία; Επί παραδείγματι, ένας από τους πρώτους νόμους του Τόνι Μπλερ το 1997 στη Μεγάλη Βρετανία ήταν να κόψει το επίδομα στις ανύπαντρες μητέρες. Διότι όταν δεν βγαίνουν τα νούμερα η μητρότητα είναι ιδιωτικό γεγονός, και όταν κινδυνεύει μια χώρα με γήρανση τα προσεχή χρόνια, τότε γίνεται ένα θέμα που μας αφορά όλους.
Πώς εργάζεται μια γυναίκα πριν να γίνει μητέρα και τι απαιτήσεις έχει η εταιρεία αφού γίνει μητέρα; Δεν είναι καθόλου ξένο το βίωμα ότι πάρα πολλές εταιρείες προσλαμβάνουν γυναίκες ρωτώντας τις εάν σκοπεύουν να γίνουν σύντομα μητέρες ή τις απολύουν όταν πλησιάζει η ώρα της μητρότητας. Επίσης, ο ιδιωτικός τομέας είναι εξαιρετικά απαιτητικός και ζητάει από τις γυναίκες που έγιναν μητέρες να επιστρέψουν σύντομα στην εργασία, αδιαφορώντας για το τι θα γίνουν αυτά τα παιδιά. Είναι σαν να τιμωρούνται όσες αποφάσισαν να φέρουν παιδιά στον κόσμο. Οι σύγχρονες κοινωνίες κρατούν σε απόσταση τις δύο όψεις της μητρότητας. Από τη μια συνεχίζουν να φαντασιώνονται ότι η υγεία των ανθρώπων, ψυχική και βιολογική, εξαρτάται από αυτή τη μητέρα, από την άλλη όταν εκείνη γίνεται αδύναμη η κοινωνία βγάζει το μένος πάνω της. Σαν να μην μπορεί να αντέξει το συλλογικό ασυνείδητο την ευαλωτότητα της μητέρας. Εχουμε ανάγκη από τη μητέρα να μας προστατεύει αλλά αδυνατούμε ως κοινωνία να προστατεύσουμε τη μητέρα. Δεν είναι τυχαίο πώς αντιμετωπίζουμε τις γυναίκες πρόσφυγες, ή τις γυναίκες που μεγαλώνουν μόνες το παιδί τους. Το ζούμε και στο παρόν με τον νόμο της συνεπιμέλειας, έναν νόμο προς τη λάθος κατεύθυνση, που δεν κοιτάζει στην ουσία το πρόβλημα.
Οπως πολύ εύστοχα γράφει η Ζακλίν Ρόουζ: «Μας τρομάζει η μητρότητα γιατί μας θυμίζει ότι εξαρτιόμαστε από μια γυναίκα». Η μητέρα ως φορτισμένο πρόσωπο μας υπενθυμίζει ότι πριν από εκείνη δεν υπήρχαμε. Βάζει ένα φρένο στην αχαλίνωτη παντοδυναμία, ένα όριο που κρατάει την αλαζονεία στο κατώφλι πριν να κοιτάξει η μητέρα στα μάτια το παιδί της. Γιατί δεν αντιμετωπίζει η Δύση την ευαλωτότητα της μητέρας; Αντιθέτως, σε ταραγμένους καιρούς, όπως αυτοί που ζούμε, οι ευάλωτοι είναι οι πιο εύκολοι στόχοι του μίσους. Είναι σαν να λέει η κοινωνία «καλά να πάθεις». Δεν είναι τυχαίο ότι οι μητέρες περιμένουν πώς και πώς να μεγαλώσουν και να φύγουν τα παιδιά τους. Αυτά τα παιδιά ως τι τα εκτοξεύουν στην κοινωνία; Ως αστέρια; Ή ως βέλη;
Και όλοι αυτοί που παίρνουν αποφάσεις για τις τύχες των λαών, αναρωτιέμαι ποια ήταν η μητέρα τους; Και τι σχέση είχαν μαζί της;
Οι νέες μάχες στον πόλεμο των φύλων
Το πλειοψηφικό ποσοστό πασχίζει να βεβαιώσει το υπερισχύον γυναικείο βάρος. Ομως αυτό δεν αποτυπώνεται στην πραγματική ζωή, μόνο στην ετήσια έκδοση του περιοδικού Time με τους 100 πιο επιδραστικούς ανθρώπους στον κόσμο… Οι 54 εξ αυτών είναι γυναίκες.
Επελέγησαν πρόσωπα παγκοσμίως γνωστά: Κάμαλα Χάρις, Μέγκαν Μαρκλ, Λιζ Τσέινι, Κέιτ Γουίνσλετ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Μπίλι Αϊλις, Μπρίτνεϊ Σπίαρς, Σιμόν Μπάιλς, Ναόμι Οζάκα… Αλλά και λιγότερο διάσημα, όμως εξέχοντα: πολιτικοί (Μάματα Μπάνερτζι, Στέισι Εϊμπραμς), οικονομολόγοι (Νγκόζι Οκόντζο-Ιουεάλα), ακτιβίστριες (η Αφγανή Μαχμπούμπα Σεράτζ, η Χιλιανή Ελίζα Λονκόν Αντίλεο, η Παλαιστίνια Μούνα Ελ-Κούρντ), ερευνήτριες (Ροσέλ Βαλένσκι, Αντι Ουταρίνι, Λίντια Μοράβσκα, Κάταλιν Κάρικο), περιβαλλοντολόγοι, υπερασπίστριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ, σχεδιάστριες διαστημικών σκαφών και τεχνητής νοημοσύνης, κυνηγοί αρχαιοκαπήλων, πυλώνες της οικονομίας αφρικανικών φυλών, διευθύντριες πολυεθνικών, επιχειρηματίες, εικαστικοί καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, τραγουδοποιοί, συγγραφείς, σεναριογράφοι, δημοσιογράφοι…
Μοιάζει σαν να έχουν κερδίσει, μετά 200 χρόνια μαχών, οι γυναίκες τον πόλεμο των φύλων. Ομως όχι. Σε 136 χρόνια, υπολογίζει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ότι θα καλυφθεί το χάσμα μεταξύ των δύο φύλων· σε 268 χρόνια στην οικονομία, σε 146 στην πολιτική (μόνο το 26,1% των κοινοβουλευτικών εδρών και το 22,6% των υπουργικών θέσεων παγκοσμίως κατέχουν γυναίκες), σε 14 στην εκπαίδευση. Μεγάλες οι ανισότητες στη χρηματοδότηση της καινοτομίας, μικρή η συμμετοχή στους τομείς αιχμής – στο cloud computing οι γυναίκες αποτελούν το 14% του εργατικού δυναμικού, στη μηχανική υπολογιστών το 20%, στα δεδομένα και στην τεχνητή νοημοσύνη το 32%. Οι γυναίκες εξακολουθούν να υφίστανται την αρσενική μεροληψία, τον μισογυνισμό, τα στερεότυπα, τις σεξιστικές συμπεριφορές, τις παρενοχλήσεις, τις κακοποιήσεις, τα φονικά – περίπου 50 γυναίκες χάνουν τη ζωή τους λόγω ενδοοικογενειακής βίας κάθε εβδομάδα στην Ε.Ε.
Ομως να που το κατακερματισμένο φεμινιστικό κίνημα με τις δεκάδες συγκρουόμενες αποχρώσεις, το οποίο ψυχορραγεί δυο-τρεις δεκαετίες τώρα στη σκιά του μεταφεμινισμού, σήμερα αναβαπτίζεται παντού – σε ΗΠΑ, Χιλή, Πολωνία, Ελλάδα, Τουρκία… Και οικοδομεί, παρά τις διαφωνίες και τους διχασμούς, συμπράξεις και συνασπισμούς ενάντια σε δομικές αδικίες και κοινούς εχθρούς. Σε αναγεννημένες μισαλλοδοξίες και υπερσυντηρητισμούς. Πριν από 50 χρόνια οι φεμινίστριες θεωρούσαν την πορνογραφία ως το ιδεολογικό έδαφος εκπαίδευσης της ανδρικής υπεροχής («η πορνογραφία είναι η θεωρία και ο βιασμός η πρακτική», δήλωνε το 1974 η Ρόμπιν Μόργκαν). Σήμερα, η πορνογραφία είναι ακόμη εκεί – το δημοφιλέστατο pornHub γαλουχεί και νουθετεί. Το ολιγοετές #MeToo, θαλερό ρεύμα αντίστασης.
Επειτα, πολλά κορίτσια σήμερα επιλέγουν τις σπουδές φύλου (gender studies), τη μελέτη των έμφυλων ρόλων, σε αναζήτηση ατομικών, αλλά και συλλογικών ταυτοτήτων όταν διαπιστώνουν, όπως έλεγε η Τζούλιετ Μίτσελ το 1971, ότι η «ατομική υπόθεση είναι μια κοινωνική κατάσταση και ως εκ τούτου ένα πολιτικό πρόβλημα». Και κάπου εκεί ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχει μία και μόνο «γυναικεία εμπειρία», αλλά πολλές, που επηρεάζονται από κοινωνικές, φυλετικές, θρησκευτικές πραγματικότητες, από το αν είναι κάποια cis (από την ίδια μεριά) ή trans (από την άλλη μεριά), straight ή gay, από το πώς τοποθετούνται απέναντι στην εξουσία, στην τεχνολογία, στον κίνδυνο, στην ελευθερία, στην αγάπη, στην επιθυμία. Και ενίοτε κατηγορούν τις μητέρες τους, οι οποίες έζησαν τον μύθο της εξίσωσης, ότι δεν έκαναν αρκετά.
Χτίζουν το τέταρτο πολυφωνικό φεμινιστικό κύμα, προϊόν μιας φλογερής ανασύνθεσης, που πολεμά τον μεταφεμινισμό, ξεγυμνώνει τη λειψή ισότητα, φανερώνει την ένταση της καταπίεσης και της βίας (πρώτο κύμα, μέσα 18ου έως αρχές 20ού, δεύτερο κύμα, 1960 έως 1980, τρίτο κύμα, 1980 έως σήμερα). Αποτελεί μια νέα τομή στο πώς οι νέοι αντιλαμβάνονται τις έννοιες θηλυκότητα και αρρενωπότητα, που ορίζουν κάθε φορά οι κοινωνίες, την απαγκίστρωση του κοινωνικού φύλου από το βιολογικό, τη νεανική αποπολιτικοποίηση και την καλπάζουσα κοινωνική σύγχυση, τα εθνικά και τα παγκόσμια δεινά.
Η πορεία διαφαίνεται μακριά και δεν είναι διόλου γραμμική: γυναικεία κεκτημένα ακυρώνονται από φονταμενταλισμούς, υπερεθνικισμούς, νεοφασισμούς και ακραίους λαϊκισμούς. Ομως μέσα από τα βαριά σύννεφα των νέων σκοταδισμών διαφαίνονται μερικές λαμπερές γυναικείες αχτίδες.
































