Ας φρόντιζαν
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933)
Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τα ’φαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.
Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τί ρήτορας, τί ποιητάς, τί ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κι έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κι είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παλιανθρωπιές, και τα λοιπά.
Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.
Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους —
τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τί φταίω εγώ.
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.
Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.
Κι είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
Αλλά, κατεστραμμένος άνθρωπος, τί φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.
[1930*]
ΘΕΜΑ Γ
Ποια πολιτική συμπεριφορά υιοθετεί το ποιητικό υποκείμενο του ποιήματος;
Πιστεύετε ότι η περίπτωση του νέου στο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη έχει αναλογίες με σύγχρονες πολιτικές συμπεριφορές;
Ας φρόντιζαν
Ο Κ .Π. Καβάφης μέσα από ένα ψεύτικο προσωπείο της ελληνιστικής εποχής καυτηριάζει την πολιτική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από καιροσκοπισμό και αμοραλισμό. Το ποιητικό υποκείμενο σε α’ ενικό ξετυλίγει τη νοοτροπία του, τα κίνητρά του και την πολιτική φιλοσοφία του. Αρχικά μας παρουσιάζει «τα προσόντα του»: κατασπατάλησε την περιουσία του σε διασκεδάσεις, έχει πολύ καλή υγεία, γνωρίζει ελληνικά και ρητορική και φιλοσοφία. Από τον στρατιωτικό τομέα έχει φίλους κάποιους αρχηγούς των μισθοφόρων και από τον διοικητικό έχει επαφές στην Αλεξάνδρεια με ανθρώπους ύποπτους και ανέντιμους.
Με όλα αυτά «τα προσόντα » πιστεύει ότι θα μπορούσε να υπηρετήσει τη Συρία με τον καλύτερο τρόπο. (Έντονος ο σαρκασμός στο σημείο αυτό, αφού ως προσόντα εμφανίζει και στοιχεία όχι έντιμου βίου).
Υπόσχεται λοιπόν ότι θα αγωνιστεί να προσφέρει στη χώρα. Αυτή όμως η διαβεβαίωση υπονομεύεται από τους επόμενους στίχους: το σύστημα που κυριαρχεί δεν θα του επιτρέψει να προσφέρει, άρα ο ίδιος δεν φέρει καμμιά ευθύνη.
Επίσης θα χτυπήσει την πόρτα όλων των πολιτικών αρχηγών, για τους οποίους όμως δεν έχει την καλύτερη άποψη «μωρός… ηλίθιος». Δεν τον ενδιαφέρει τίποτε άλλο παρά η προσωπική του ανάδειξη, άρα δεν έχει ούτε πολιτικά ούτε ηθικά κριτήρια για την ενασχόληση με την πολιτική.
Επιπλέον γνωρίζει ότι κανένας ηγέτης δεν βοηθά την πατρίδα του. Ο κυνισμός του κορυφώνεται στους τελευταίους στίχους όπου δηλώνει ξεκάθαρα το σκοπό του: να αποκατασταθεί οικονομικά «να μπαλωθώ»(μεταφορά), αφού έχει πια ξοδέψει την περιουσία του. Τέλος δεν αισθάνεται ούτε υπεύθυνος για την κατάσταση ούτε ένοχος για τις επιλογές του, τώρα φταίνε οι θεοί που δεν έχουν αναδείξει κάποιον καλύτερο ηγέτη από τους υπάρχοντες (ειρωνεία).
Όλα τα παραπάνω στοιχεία πολιτικής συμπεριφοράς, ο καιροσκοπισμός, ο τυχοδιωκτισμός, η ιδιοτέλεια, η ανευθυνότητα, δυστυχώς μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα. Πολιτικά πρόσωπα αλλάζουν εύκολα γνώμη, αναιρούν τις υποσχέσεις τους, ακόμα μεταπηδούν από το ένα κόμμα στο άλλο με κύριο στόχο την πολιτική τους επιβίωση ή και ανέλιξη. Τέτοια φαινόμενα όμως τα αντιλαμβάνεται ο αφανάτιστος και ο αντικειμενικός πολίτης, ειδικά ο νέος και για αυτό πολλές φορές οδηγείται στον πολιτικό μηδενισμό και στην πολιτική αποστασιοποίηση. Είναι χρέος λοιπόν των πολιτικών να υιοθετήσουν γνήσια δημοκρατική στάση και των πολιτών να ξεχωρίζουν τους έντιμους από τους ιδιοτελείς, να αναδεικνύουν τους πρώτους και να αποδοκιμάζουν τους τελευταίους.
































