ΓΛΩΣΣΑ

Το lockdown και η ελληνική γλώσσα

29.10.2020, 14:05  ΤΟ ΒΗΜΑ

Είναι γνωστό ότι η βασική πηγή του νεοελληνικού λεξιλογίου είναι η αρχαία ελληνική γλώσσα, με ιδιαίτερη έμφαση στην ελληνιστική περίοδο. Αυτό αποδεικνύεται από λέξεις που έμειναν αναλλοίωτες στο πέρασμα τόσων αιώνων, αλλά και από λέξεις που έχουν την ετυμολογική τους αναφορά στην αρχαία ελληνική, ανεξάρτητα από τις μορφολογικές μεταβολές και τις αλλαγές που υπέστησαν στον τρόπο κλίσης τους.

Eίναι, επίσης, γνωστό ότι η αναφορά και η αναζήτηση αντίστοιχων εκφραστικών μέσων στον γλωσσικό θησαυρό και πλούτο της αρχαίας ελληνικής εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, κυρίως σε περιπτώσεις απόδοσης νέων εννοιών και περιεχομένων. Bεβαίως, στην πορεία της γλωσσικής μας διαδρομής, η αρχαία γλώσσα, εκτός από την άμεση αξιοποίησή της, χρησιμοποιήθηκε στον σχηματισμό των διάφορων σύνθετων λέξεων αλλά και των αντίστοιχων λόγιων και μεταπλασμένων λέξεων.

Eπίσης, συνέβαλε ουσιαστικά στην απόδοση των νοημάτων που εξέφραζε η χριστιανική θρησκεία, η οποία αποτέλεσε από μόνη της μια σημαντική πηγή εμπλουτισμού του νεοελληνικού λεξιλογίου και κατ’ επέκταση της ίδιας της γλώσσας μας.

Kατά συνέπεια, με την αξιοποίηση τόσο της πρωταρχικής και αυτούσιας μορφής του αρχαίου λεξιλογίου, όσο και των επόμενων γλωσσικών μορφών και φάσεων που αυτό γνώρισε, καθίσταται σαφές ότι το αρχαίο λεξιλόγιο αποτελεί πράγματι μια καθοριστική πηγή και ένα ανεξάντλητο κεφάλαιο για το νεοελληνικό λεξιλόγιο.

Ομως είναι, επίσης, γνωστό ότι οι Ελληνες, από την αρχαία εποχή, ήταν ένας λαός που ταξίδευε συχνά και ότι στο πλαίσιο αυτής της ευρείας και ανοιχτής επικοινωνίας ήταν λογικό αφενός να δανείζει γλωσσικά στοιχεία στους διάφορους λαούς, με τους οποίους ερχόταν σε επικοινωνία, και αφετέρου να δανείζεται από αυτούς, είτε από γλωσσική αναγκαιότητα, είτε και από μια ανεπαίσθητη ένταξη αυτών των στοιχείων στην ελληνική γλώσσα.

Βεβαίως, από τη θέση του κατακτημένου, για τετρακόσια ολόκληρα χρόνια, ο Ελληνας ήταν αναγκασμένος να εντάξει στη μητρική του γλώσσα μια σειρά λέξεων και όρων από το λεξιλόγιο του κατακτητή. Aνάλογα γλωσσικά κατάλοιπα έχουν αφήσει στη γλώσσα μας και οι διάφοροι επιδρομείς, είτε με τη μορφή τοπωνυμίων, είτε με άλλες παρεμφερείς εκφάνσεις.

Κατά συνέπεια, η αδυναμία της ελληνικής γλώσσας, ύστερα από την απελευθέρωση, για έκφραση και διατύπωση όλων των ανακαλύψεων, εφευρέσεων και πνευματικών δημιουργημάτων που είχαν συντελεστεί στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον κατά τη μακραίωνη αυτή περίοδο οδήγησε σε ευρύτερες επαφές με τις ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες διακρίνονταν τόσο στον πολιτιστικό όσο και στον τεχνολογικό τομέα, με συνέπεια να ενταχθεί στη γλώσσα μας ένα νέο λεξιλόγιο που προερχόταν από τις χώρες αυτές. Tο μεγαλύτερο μέρος του λεξιλογίου αυτού προερχόταν και εξακολουθεί να προέρχεται από τη γαλλική, την αγγλική, την ιταλική και τη γερμανική γλώσσα.

Ωστόσο, οι νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις, που γίνονται ταχύτατα γνωστές και χρησιμοποιούνται επίσης με την ίδια ταχύτητα από ολόκληρο τον κόσμο, δηλώνονται, κατ’ εξοχήν, με ξενόγλωσσους όρους, οι οποίοι κυριαρχούν, με παραπλήσια μορφή, στις διάφορες γλώσσες. Oι γλώσσες αυτές, και κατά συνέπεια και η ελληνική, δεν προλαβαίνουν πάντοτε να αναπτύξουν εκείνους τους μηχανισμούς οι οποίοι θα οδηγούσαν στην αντίστοιχη απόδοση όλων αυτών των ξενικών λέξεων και φράσεων.

Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η εγρήγορση και η άμεση αντιμετώπιση, ώστε να αρχίζει η προσπάθεια απόδοσης των όρων αυτών προτού οι όροι αυτοί επικρατήσουν με την ξενική τους μορφή. H ελληνική λέξη πρέπει να έχει σχηματιστεί σωστά και να μην είναι πολυσύλλαβη, ώστε να μπορεί να συναγωνιστεί την ξένη. Aκόμη πρέπει να είναι εύηχη, σύντομη, ευκολονόητη, ώστε να γίνεται χωρίς δυσκολία κτήμα της γλωσσικής κοινότητας. H χρησιμοποίηση των λέξεων αυτών από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και η παρουσία τους στον Τύπο και στα σχολικά εγχειρίδια συντελούν καθοριστικά στην επικράτησή τους και, κατά συνέπεια, στον ευρύτερο εμπλουτισμό της γλώσσας μας.

Χωρίς να αναφερθώ στη θέση και στη λειτουργία παλιότερων λέξεων στη γλώσσα μας, γενικότερα, και στην κοινωνική λειτουργία τους, λέξεις όπως το έιτζ, οι τρελές αγελάδες κ.λπ., θα ήθελα να περιοριστώ στο σήμερα και στον τρόπο που εμφανίζεται στον ηλεκτρονικό και γραπτό Τύπο, και όχι μόνο, η λέξη «κορονοϊός». Αρχικά υπήρχε διχογνωμία και διπλοτυπία για το αν πρέπει να λέγεται και να γράφεται ως «κωραναϊός» ή «κορωνοϊός». Το θέμα αυτό αντιμετωπίστηκε σχετικά σύντομα και σωστά, αφού το συνδετικό φωνήεν στη γλώσσα μας, στην περίπτωση αυτή, είναι το όμικρον και όχι το άλφα. Αλλωστε, το άλφα είναι η κατάληξη του πρώτου συνθετικού και όχι το αρχικό φωνήεν του δεύτερου συνθετικού, που δεν θα απαιτούσε την παρουσία του συνδετικού όμικρον.

Το δεύτερο ζήτημα εξακολουθεί να υφίσταται, αφού όσοι κρατούν την πρωταρχική γραφή μιας λέξης στα αντιδάνεια γράφουν τη λέξη «κορωνοϊός» με ωμέγα, από το αρχαίο «κορώνα, κορώνη», ενώ όσοι ακολουθούν την απλοποιημένη γραφή που έχει πλέον το αντιδάνειο γράφουν τη λέξη με όμικρον. Βέβαια συναντούμε, επίσης, την επιστημονική γραφή της λέξης ως COVID-19, που σίγουρα η αισθητική της λειτουργία σε ένα κείμενο ελληνικής δεν δημιουργεί μια θετική εικόνα. Εκείνα, ωστόσο, που χρησιμοποιούνται συχνότερα κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, χωρίς να συνάδουν με την αισθητική και σημασιολογική λειτουργία της ελληνικής, είναι το lockdown και το mini lockdown, τα οποία, προφανώς, και θέλουμε να αποφύγουμε όλοι!

Πρόκειται για δύο φράσεις που θα μπορούσαν να αποδοθούν εξαιρετικά στην ελληνική με το «απαγόρευση» και το «μερική απαγόρευση», λέξεις που ενδεχομένως μας φοβίζουν περισσότερο από τις αντίστοιχες ξενόγλωσσες που αναφέραμε παραπάνω και για τον λόγο αυτόν τις αποφεύγουμε. Σε κάθε περίπτωση, επειδή οι λέξεις λένε τις δικές τους αλήθειες, επιβάλλεται οργανωμένα και μεθοδικά, μικροί και μεγάλοι, να ακολουθήσουμε τις οδηγίες και τις προτροπές των ειδικών ώστε να αποφύγουμε και τα lockdown και τις απαγορεύσεις.

Ο κ. Γεώργιος Δ. Καψάλης είναι πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πέρα από το γλωσσικό η νέα αγλωσσία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.06.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Φασίστας καλείται όποιος δεν είναι αριστερός. Ας είναι και φιλελεύθερος. Ρατσιστής καλείται όποιος τολμάει να υπερασπιστεί τα σύνορα της χώρας, όποιος θεωρεί ότι η συρροή μεταναστών δημιουργεί κοινωνικό πρόβλημα. Λέξεις των οποίων η σημασία είναι πληθωριστική, άρα έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος της αξίας της. Η κατάχρηση τις κάνει να μοιάζουν περισσότερο με νευρικούς σπασμούς, παρά με λέξεις που φέρουν σημασιολογικό φορτίο το οποίο έχει και μνήμη και ιστορικές καταβολές.

[…]

Το ίδιο θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί και για τις λέξεις «φασίστας» και «ρατσιστής». Κάποτε είχαν πολύ συγκεκριμένη σημασία. Σήμερα είναι λέξεις γενικής χρήσεως που λειτουργούν ως ύστατο επιχείρημα στο αδιέξοδο του διαλόγου. Και το ερώτημα που τίθεται είναι εύλογο. Πώς θα ξεχωρίσεις τους πραγματικούς φασίστες ή τους πραγματικούς ρατσιστές μέσα στο πλήθος το οποίο έχει δημιουργήσει η κατάχρηση; Και πώς θα ξεχωρίσεις τον πραγματικό σεξιστή αν θεωρείς πως όλοι οι άνδρες είναι κατά βάθος σεξιστές; Και πώς θα ξεχωρίσεις τον πραγματικό ομοφοβικό αν χαρακτηρίζεις έτσι όποιον υποστηρίζει ότι εκτός από την «έμφυλη ταυτότητα» υπάρχει και η ταυτότητα του φύλου που μας έδωσε η φύση; Θα μου πείτε η φύση μπορεί να έκανε λάθος όμως, τι να κάνουμε, φύση είναι.

Η πληθωριστική χρήση της σημασίας βλάπτει καίρια την οικονομία της γλώσσας. Προκαλεί ένα νέο είδος αγλωσσίας που μετατρέπει την κοινωνία σε Βαβυλωνία. Αναφέρομαι στην υπέροχη κωμωδία του Βυζάντιου που περιγράφει απολαυστικά το συστατικό χάος της νεοελληνικής κοινωνίας. Σε μια λοκάντα του Ναυπλίου, λίγο μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, οι πελάτες προσπαθούν να καταλάβουν τον κατάλογο για να παραγγείλουν και να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Η ελληνική γλώσσα, την οποία όλοι μιλάνε, είναι μια κουρελού από διαλέκτους. Ο Κρητικός με τη λέξη «κουράδια» εννοεί τα πρόβατα, ενώ ο Αρβανίτης ό,τι εννοούμε και σήμερα –  «σκωρ» κατά τον Λογιότατο της παρέας. Η παρεξήγηση οδηγεί σε καβγά, τραυματισμό του Κρητικού από τον Αρβανίτη και εμφάνιση του Επτανήσιου αστυνόμου –«αστρονόμο» τον αποκαλούν– ο οποίος μιλάει «λιάνικα»- ιταλιάνικα. Το ενδιαφέρον με το έργο του Βυζάντιου είναι ότι παρ’ όλ’ αυτά και να παραγγείλουν καταφέρνουν και να φάνε και να πιουν και να τραγουδήσουν. Το χάος αθωώνεται και η Νεότερη Ελλάδα έχει γεννηθεί. Είναι η κωμική πλευρά της τραγικής της ύπαρξης.

Το χάος κωδικοποιήθηκε στην εμφύλια διαμάχη ανάμεσα στην καθαρεύουσα και τη δημοτική η οποία έληξε με τη νίκη της δεύτερης. Πώς άραγε θα διαχειρισθεί το ζήτημα η επιτροπή για τον εορτασμό των 200 ετών; Υποτίθεται ότι, ακρωτηριάζοντάς την από την καθαρεύουσα, καταφέραμε να συνεννοηθούμε ποια είναι η ελληνική γλώσσα, όμως το χάος της ασυνεννοησίας δεν μπορέσαμε να το αποφύγουμε, τουλάχιστον στον δημόσιο λόγο. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε πια με τις διαλέκτους της εντοπιότητας. Εχουμε να κάνουμε με τις διαλέκτους διαφόρων κοινωνικών ή πολιτικών ομάδων οι οποίες χρησιμοποιούν τη γλώσσα κατά βούλησιν.

Και το χειρότερο: η αγλωσσία νέας κοπής που οφείλεται στην εξασθένηση της σημασίας των λέξεων δεν αφορά μόνον την ελληνική. Λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά σε όλες τις γλώσσες – τουλάχιστον του δυτικού πολιτισμού. Υπάρχουν βέβαια και τα μονοπωλιακά προνόμια. Επαιρόμεθα ότι η λέξη φιλότιμο δεν είναι μεταφράσιμη. Ισως θα έπρεπε να προσθέσουμε και τη λέξη «μαλάκας» με τον πλούτο της σημασίας που έχει στην ελληνική.

Τη χαμένη, ή έστω πληθωριστική, σημασία των λέξεων την αντικαθιστούν τα στερεότυπα. Φασίστας, ρατσιστής, σεξιστής, ομοφοβικός, με την κατάχρηση, από λέξεις έχουν μετατραπεί σε λεκτικά αντανακλαστικά που προκαλούν τον βιασμό της γλώσσας από την πολιτική ορθότητα. Φτάσαμε στο σημείο ακόμη και η λέξη «ποδηλάτης» να δηλώνει έναν ανθρώπινο τύπο με στερεότυπη συμπεριφορά και όχι αυτόν που κυκλοφορεί με ποδήλατο.

Η αγλωσσία οδηγεί στην κατάργηση της σκέψης. Η ηγεμονία των στερεοτύπων στην κατάργηση της ελευθερίας.

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Γιατί φοβόμαστε την καθαρεύουσα;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 14.06.2020

Την καθαρεύουσα δεν τη γελοιοποίησε ο Μποστ. Τον γοήτευε αφού του έδινε την ευκαιρία να παίζει μαζί της. Κάτι σαν τη γοητεία που ασκεί το θύμα στο πειραχτήρι του. Την καθαρεύουσα τη διέσυρε η δικτατορία. Το πολύτομο «Πιστεύω» του Παπαδόπουλου θα άξιζε να μελετηθεί κάποτε από γλωσσική άποψη. Και δεν εννοώ τις ασυνταξίες ή τους σολοικισμούς. Εννοώ τον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιούσε κυρίως στις ομιλίες του, τις αγωνιώδεις προσπάθειες που κατέβαλε για να βρει το τέλος της πρότασης, τους τύπους που χρησιμοποιούσε και όσα φαινόμενα βοηθούν στην ψυχολογική αλλά και κοινωνιολογική ερμηνεία του φαινομένου.

Στη μεταπολίτευση η κοινοβουλευτική πολιτική τάξη την εξόρισε από την εκπαίδευση. Το πιστοποιητικό θανάτου εκδόθηκε το 1976 από τον Γεώργιο Ράλλη. Κι ας συνέχιζε να υπογράφει «Γεώργιος», κι ας συνέχιζε να τη χρησιμοποιεί στη ρητορεία του, όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοί του. Οσοι είχαν σπουδάσει, στην καθαρεύουσα έκαναν τις σπουδές τους. Ομως ήθελαν να λυτρώσουν τις επερχόμενες γενιές από τα δεσμά της. Είχε έρθει η ώρα να απαλλαγούν ο δημόσιος λόγος και η πολιτική σκηνή, από την τρίτη κλίση και τη χρήση μετοχών οι οποίες αντιμετωπίζονταν ως κύτταρα της «ελιτίστικης στάσης». Τους απελευθέρωσε η ηγεμονία της πασοκικής διαλέκτου.

Η συνέχεια είναι γνωστή οπότε δεν χρειάζεται να την περιγράψω. Η Ελλάδα γλίτωσε από ένα φάντασμα που τη στοίχειωνε με τίμημα την αγλωσσία. Χαρακτηριστικότερο σύμπτωμά της η αδυναμία του Ελληνα μαθητή, και κατά συνέπεια του πολίτη, να κατανοήσει ένα κείμενο, κοινώς να το μεταφράσει σε «δικά του λόγια».

Χαρακτηριστική επίσης και η αδυναμία συνεννόησης στην καθημερινότητα που μας επιτρέπει να υπερηφανευόμαστε πως είμαστε μονίμως εκνευρισμένοι, σταθερά θυμωμένοι και καχύποπτοι.

Δεν ισχυρίζομαι ότι η κατάσταση πριν από την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρεύουσας ήταν καλύτερη. Ο γλωσσικός διχασμός δεν βοηθάει την επικοινωνία. Οσοι μιλούσαν καθαρεύουσα φοβούνταν όσους μιλούσαν δημοτική και αντιστρόφως. Διαφορά μορφωτικού επιπέδου, κοινωνικής τάξης, διαφορά νοοτροπίας. Η καθαρεύουσα φόβιζε επιπλέον επειδή ήταν η γλώσσα της δημόσιας διοίκησης. Χωρίς να υπολογίζουμε ότι η δημόσια διοίκηση φοβίζει είτε στην καθαρεύουσα είτε στη δημοτική. Φοβίζει λόγω της αναξιοπιστίας της και της αδούλωτης αυθαιρεσίας της.

Εννοείται ότι από τον διχασμό εξαιρούνται οι ποιητές και οι πεζογράφοι. Αυτοί δεν έγραφαν ούτε δημοτική ούτε καθαρεύουσα. Εγραφαν ελληνικά.

Η λύση στο πρόβλημα του γλωσσικού διχασμού δόθηκε με την καρατόμηση της καθαρεύουσας. Τα επιχειρήματα είναι γνωστά. Είναι μια γλώσσα που κανείς δεν τη μιλάει πια – μάλλον κανείς δεν «πρέπει» να τη μιλάει πια. Είναι μια γλώσσα τεχνητή που φτιάχτηκε για να εκφράσει τους λόγιους – εχθρούς του λαού και της δημοκρατίας.

Κατά συνέπεια ενεπλάκη και σε πολιτικές συγκρούσεις. Ολα ήταν εναντίον της και πάνω απ’ όλα η γελοιοποίησή της από τη δικτατορία.

Πριν από τρία χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο όπου πρότεινα την επαναφορά της διδασκαλίας της καθαρεύουσας. Εννοείται ότι δεν πίστευα ότι η πρόταση θα συζητηθεί καν. Εντυπωσιάστηκα όμως από το πόσοι αναγνώστες αυτής της εφημερίδας συμφωνούσαν. Φαντάζομαι τις αντιδράσεις της ΟΛΜΕ. «Πώς να διδάξουμε κάτι που δεν ξέρουμε;». Εννοείται δεν θα το έλεγαν έτσι. Θα ζητούσαν «επίδομα καθαρεύουσας», ο δε Φίλης θα αγόρευε ότι θέλουν «να κλέψουν το μέλλον των εφήβων» με το πνεύμα του πονηρού, την τρίτη κλίση.

Εννοείται ότι προσυπογράφω το άρθρο του Γιώργου Μαυρογορδάτου στην «Κ» της περασμένης Κυριακής όπου υποστηρίζει ότι αντί για τα λατινικά έπρεπε να επιστρέψει η καθαρεύουσα. Εχει σημασία ότι αυτό το λέει ένας πρώην καθηγητής πανεπιστημίου και ικανός συγγραφέας Ιστορίας. Αν είχαμε να διαλέξουμε ανάμεσα στα λατινικά ή την καθαρεύουσα θα έπρεπε να διαλέξουμε τη δεύτερη.

Η καθαρεύουσα δεν συνδέει μόνον τη γλώσσα που μιλάμε σήμερα με το βάθος του ιστορικού σπηλαίου της ελληνικής. Η καθαρεύουσα συνδέει τη σημερινή Ελλάδα με τον ίδιο της τον εαυτό. Πώς μπορείς να αγνοήσεις ότι το μεγαλύτερο μέρος της νεοελληνικής γραμματείας έχει γραφτεί στην καθαρεύουσα; Θέλεις να αποκόψεις τον σημερινό Ελληνα από τη λογοτεχνία που γράφτηκε όχι 2.500 χρόνια πριν αλλά εκατό χρόνια πριν. Κοινώς περιορίζεις ασφυκτικά τον γλωσσικό του ορίζοντα. Και μετά απορείς πώς δεν τα καταφέρνει στην κατανόηση κειμένου.

Μπορεί να διαβάσει σήμερα ένας έφηβος ολόκληρο διήγημα του Βιζυηνού; Και πώς θα τον αγγίξει το γλωσσικό αίσθημα του Εμπειρίκου;

Μια πρόταση: Αντί να μιλάμε για διδασκαλία της καθαρεύουσας που κάνει το κρύσταλλο της προόδου να ραγίζει από φρίκη, μήπως θα έπρεπε να μιλάμε για διδασκαλία της λόγιας ελληνικής γλώσσας; Εκεί είναι το πρόβλημα. Ο σημερινός έφηβος είναι αποκομμένος από τη γλώσσα της νεοελληνικής λογιότητας – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Και δεν είναι τυχαίο ότι η καταδίκη της καθαρεύουσας έγινε την εποχή κατά την οποία οι λόγιοι δεν κρίνονταν από το έργο τους, αλλά από την εκλογή τους στο πανεπιστήμιο, κοινώς από τις σχέσεις τους με το φοιτητικό κίνημα.

 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Απ’ τη «Βαβυλωνία» στην ανέκφραστη δημοτική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 16.02.2020

 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Την κωμωδία του Βυζάντιου «Βαβυλωνία» την είχα δει στην παράσταση του Κουν. Θυμάμαι ακόμη τη διανομή, τον Λαζάνη, τον Καρακατσάνη, τον φίλο Ηλία Λογοθέτη στον ρόλο του Επτανήσιου αστυνόμου. Ακόμη κι όσους ξεχνώ τους θυμάμαι ως χαρακτήρες επί σκηνής, τον Σοφολογιότατο, τον Κρητικό, τον Αρβανίτη. Είναι η δύναμη του μεγάλου θεάτρου: η παράσταση μπορεί να κρατάει δύο ώρες το πολύ, όμως το αποτύπωμά της μένει. Και, βέβαια, στην περίπτωση αυτή μένει και το κείμενο.

Το επεισόδιο διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο του Ναυπλίου, όπου συναντιούνται όλες οι φυλές του αρτιγέννητου νεοελληνικού κράτους και αναπαράγουν το πρωταρχικό γλωσσικό χάος. Ολοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ελληνικά, όμως τα ελληνικά τού ενός διαφέρουν τόσο από τα ελληνικά τού άλλου, ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Για τον Κρητικό τα κουράδια είναι τα πρόβατα, για τον Αρβανίτη έχουν τη σημασία που έχουν και για εμάς σήμερα. Παρεξήγηση, πυροβολισμός, τραυματισμός του Κρητικού και παρέμβαση του αστυνόμου στα ελληνοϊταλικά: «Ηταν caso pensato ή caso accidente»;
Ηθογραφία; Γραφική αναπαράσταση του γλωσσικού χάους που επικρατούσε στην Ελλάδα του 1832; Αυτό το πρωταρχικό χάος που οι λόγιοι εργάσθηκαν για να το κωδικοποιήσουν στον εμφύλιο της καθαρεύουσας με τη δημοτική; Αυτό και κάτι παραπάνω. Η «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου είναι η απόδειξη ότι το πρωταρχικό χάος συνυπάρχει με τη δυνατότητα αναπαράστασής του. Ο Κωνσταντινουπολίτης αγιογράφος και δημόσιος υπάλληλος με τα δικά του ελληνικά ανεβάζει το χάος επί σκηνής. Δεν είναι ο περιηγητής που αντιμετωπίζει με συγκατάβαση τους Ελληνες οι οποίοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν ούτε στη γλώσσα τους, ο ίδιος όμως για να καταγράψει την ασυνεννοησία τους γράφει γαλλικά ή αγγλικά.

Γράφει ελληνικά και τα ελληνικά τα οποία γράφει καταδεικνύουν την αδυναμία συνεννόησης στα ελληνικά. Πλάθει μια μήτρα που θα επιτρέψει στο γλωσσικό χάος να γίνει οργανισμός. Δείχνει τη δυναμική του χάους. Η δυναμική προκύπτει από τις κωμικές καταστάσεις. Η σύγχρονη Ελλάδα δημιουργείται μέσα από την αναπαράσταση του εαυτού της. Και στο κάτω κάτω, η αναπαράσταση υπήρξε μια από τις συστατικές χειρονομίες του ελληνικού πολιτισμού από τα χρόνια του Ομήρου και των Κούρων.

Το γλωσσικό υπήρξε ένα από τα στερεότυπα της νεοελληνικής ύπαρξης. Δεν μπορούμε να μπούμε στο εργαστήριο της συλλογικής μας ταυτότητας χωρίς να το συναντήσουμε. Υποθέτω, κατά συνέπεια, ότι στις τελετές της αυτογνωσίας για τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση δεν θα αγνοηθεί ως ένα από τα σημαντικά κεφάλαια της κοινής μας υπόθεσης. Ενδιαφέρουσες οι ιδεολογικές διαμάχες των ιστορικών, δεν λέω. Ηταν «φιλελεύθερη» η Επανάσταση, ήταν νεωτερική, ήταν εθνικοπατριωτική, ήταν αντιιμπεριαλιστική; Τη συγκρίνουν με τη γαλλική ή την αμερικανική επανάσταση. Ομως, τα έθνη που τις ολοκλήρωσαν δεν είχαν πρόβλημα γλώσσας, και μάλιστα τόσο βαθύ ώστε να συνεχίσει να τα ταλανίζει ακόμη και μετά την απελευθέρωσή τους ή την ανεξαρτησία τους. Αν θέλουμε να εντοπίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ελληνικής Επανάστασης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γλωσσικό. Εμάς το «γλωσσικό» μάς ταλαιπώρησε έως τα τέλη του 20ού αιώνα. Ποια γλώσσα θα διδάσκουμε στα παιδιά μας ως ελληνική; Ενας ακόμη εμφύλιος ανάμεσα στους τόσους που διακρίνουν τη συνύπαρξή μας. Εκλεισε με την οριστική νίκη της δημοτικής επί της καθαρευούσης, σαν να κόβαμε το μέλος που απειλούσε με γάγγραινα τον οργανισμό. Εκτοτε ψάχνουμε γλώσσα για να εκφραστούμε.

Εύκολη διαφυγή ο εμφύλιος. Εχει και ιστορικό βάθος. «Αθήνα εναντίον Σπάρτης», «δημοκρατικοί εναντίον αριστοκρατών», «οπλαρχηγοί και φαναριώτες», «λαός και κοτζαμπάσηδες», «αριστεροί εναντίον δεξιών», «μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί», «καθαρευουσιάνοι και δημοτικιστές». Παίρνεις θέση, δηλώνεις ταυτότητα και έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Η κατάσταση περιπλέκεται όταν αρχίζεις να βλέπεις το πρωταρχικό χάος που κρύβεται πίσω από τις διχοτομίες. Γιατί συγκρούονται οι αγωνιστές στη διάρκεια της επανάστασης, όσο ακόμη ο Ιμπραήμ αλωνίζει στην Πελοπόννησο; Δεν συγκρούονται για τη μορφή της πολιτείας που θα προκύψει. Συγκρούονται για το ποιος θα τη διαφεντεύει. Η σύγκρουση είναι ανάμεσα σε δυνάμεις του πρωταρχικού χάους, στα «εγώ» που μπορεί να αναγνωρίζουν κοινή «θρησκεία και πατρίδα», όμως δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Η «Βαβυλωνία» αυτό το πρωταρχικό χάος αναπαριστά. Οι χαρακτήρες πιστεύουν στον ίδιο θεό, αναγνωρίζουν την ίδια πατρίδα, όμως δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο. Η συνθήκη μάς είναι γνώριμη. Τα διακόσια χρόνια που μας χωρίζουν από το 1821 είναι μια συνεχής προσπάθεια οργάνωσης του πρωτογενούς χάους από το οποίο γεννηθήκαμε. Το ερώτημα είναι αν η σημερινή ανέκφραστη δημοτική μπορεί να το χειραγωγήσει.

 

 

 

 

 

 

 

Η αποξένωση από την εικόνα τής λέξης – Τα Greeklish και οι επιπτώσεις τους

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

5 Οκτωβρίου 2014

Μια συχνή ερώτηση στους γλωσσολόγους είναι αν η χρήση τού ηλεκτρονικού τρόπου γραφής των κειμένων στο Διαδίκτυο και ειδικότερα η γραφή με λατινικούς χαρακτήρες, τα Greeklish, επηρεάζουν αρνητικά τη γνώση και, γενικότερα, την ποιότητα χρήσης τής γλώσσας. Θα θέσω στην κρίση των αναγνωστών μερικές σκέψεις επί τού θέματος χωρίς προσπάθεια εξαγιασμού ή δαιμονοποίησης τής γραφής στον υπολογιστή και, κυρίως, τού ελληνοαγγλικού (Greeklish) τρόπου γραφής σε υπολογιστές, τηλέφωνα κ.λπ.

Η γνώση κάθε λέξης στη γλώσσα είναι μια σύνθετη γνώση πολλών γλωσσικών πληροφοριών. Η γνώση μιας λέξης προϋποθέτει υποχρεωτικά γνώση τής σημασίας της και γνώση των ηχητικών στοιχείων που τη δηλώνουν (τής «μορφής» ή τού «τύπου» τής λέξης, ό,τι ονόμασε ο Saussure «ακουστική εικόνα»). Από τα χρόνια που η γραφή αποτελεί κοινό κτήμα η γνώση τής λέξης έχει για τον σύγχρονο άνθρωπο ένα επιπλέον στοιχείο: τη γνώση τού τρόπου γραπτής και ορθογραφικής παράστασης τής λέξης («οπτική εικόνα»). Άρα, γνωρίζω μια λέξη σημαίνει για τους περισσότερους ανθρώπους ότι έχω μια τριμερή γνώση: τής σημασίας, τής ακουστικής εικόνας (πώς προφέρεται / ακούγεται) και τής οπτικής εικόνας (πώς γράφεται και ορθογραφείται) κάθε λέξης. Για λόγους οικονομίας τού χώρου δεν επεκτείνομαι εδώ σε εξειδικεύσεις· ότι η σημασία λ.χ. έχει διπλή, γνωστική και βιωματική, υφή· ότι η γνώση τής σημασίας περιλαμβάνει και τα περιβάλλοντα (γλωσσικά και εξωγλωσσικά) όπου χρησιμοποιείται, δηλαδή ότι είναι συγχρόνως γνώση τής χρήσης τής λέξης· ότι η γνώση τής ηχητικής δήλωσης μιας λέξης αφορά τόσο στους ήχους που τη δηλώνουν («φωνήματα») όσο και στους ήχους που την πραγματώνουν κατά την προφορά της («φθόγγους»)· ότι η γνώση τής σημασίας δεν είναι παρά αναφορά σε συγκεκριμένο ή αφηρημένο αντικείμενο έξω από τη λέξη κ.λπ.

Ειδικότερα, η οπτική εικόνα τής λέξης αφορά στη γραπτή παράσταση τής λέξης, γραφή και ορθογραφία. Η εικόνα αυτή αποκτάται, εδραιώνεται και συντηρείται από τη συνεχή επαφή με τη γλώσσα μας σε δύο επίπεδα: στο οπτικό και στο κιναισθητικό.

Σε οπτικό επίπεδο τα διαβάσματά μας, η ανάγνωση κάθε είδους κειμένων, γραμμένων στα Ελληνικά, όταν είναι έγκαιρη (από τις πρώτες τάξεις τού σχολείου), συστηματική και συχνή και όταν υποστηρίζεται από συναφείς γλωσσικές γνώσεις (π.χ. βασικούς κανόνες ορθογραφίας), ενισχύει και διατηρεί αλώβητο το οπτικό ίνδαλμα τής λέξης, συντηρεί στο μυαλό μας τη γραπτή εικόνα τής λέξης, τη γνώση για το πώς γράφεται συμβατικά η λέξη μέσα και σε σχέση με το σύστημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας.

Σε κιναισθητικό επίπεδο η γνώση τής εικόνας κάθε λέξης ενισχύεται σημαντικά από τη δεξιότητα που αποκτούμε από παιδιά στο να γράφουμε τη λέξη. Οι κινήσεις τού χεριού για την ενεργοποίηση και τον σχεδιασμό των γραμμάτων που απεικονίζουν τη γραπτή παράσταση κάθε λέξης και η αίσθηση που απορρέει από τη διαδικασία αυτή αποτελούν μιαν άλλη βασική πηγή γνώσης τής εικόνας, δηλαδή τού τρόπου γραφής και ορθογραφίας τής λέξης. Ας θυμηθούμε πόσο συχνά – σε περιπτώσεις αμφιβολίας ως προς την ορθογραφία μιας λέξης – ζητάμε να τη γράψουμε, για να θυμηθούμε τον ορθό τρόπο γραφής της, δηλαδή την οπτική εικόνα της.

Τι συμβαίνει στην εποχή μας; Σ’ έναν «πολιτισμό τού γραπτού λόγου» που είναι ο πολιτισμός μας η δεύτερη αυτή γνώση έχει περιοριστεί σε μεγάλο ή μεγαλύτερο βαθμό για όσους έχουν περάσει να γράφουν κυρίως ή αποκλειστικά στον υπολογιστή, αφού η δεξιότητα τού σχεδιασμού των γραμμάτων έχει αντικατασταθεί από χτυπήματα σε πλήκτρα. Αυτό αλλάζει ριζικά τη δεξιότητα τής γραφής και είναι μια πρώτη απομάκρυνση από την εικόνα τής λέξης.

Η δεύτερη αιτία απομάκρυνσης που, αν συνεχισθεί για καιρό σε συνδυασμό και με την πρώτη, καταλήγει πλέον σε αποξένωση από την εικόνα τής λέξης είναι η εγκατάλειψη τής γραφής και τής ορθογραφίας των λέξεων για μια δήθεν ευκολία που παρέχει η μιγαδική γραφή που είναι γνωστή ως Greeklish. I psevdesthisi 2 na nomizis oti to xeperasma ton diskolion egkite (i enkite ? i egkeitai?) sti κhrisi (i chrisi ? i xrisi ?) tis latinikis anti tis elinikis (I ellenikes ?) grafis (i graphes?). Γράφοντας συχνά και για πολύ έτσι σιγά-σιγά όλο και περισσότερο απoξενώνεσαι από την εικόνα τής λέξης και όλο λιγότερο είσαι εύκολα εις θέση να ανακαλέσεις στη μνήμη και στο γράψιμό σου την εικόνα τής ορθογραφίας των λέξεων. Κι επειδή η ιστορική ορθογραφία των λέξεων δεν είναι πολυτέλεια ή κάτι περιττό, αλλά άμεση (έστω και μη πάντοτε συνειδητή) σύνδεση με τη σημασία και τη γλωσσική (ετυμολογική) οικογένεια και τη γλωσσική (γραμματικοσυντακτική) σχέση κάθε λέξης, η αποξένωση καταλήγει σε σοβαρές απώλειες στη γνώση και γραπτή χρήση τής γλώσσας. Εν ονόματι μιας χρηστικής, προκλητικά χρησιμοθηρικής, αντίληψης τού αξιακού συστήματος που συνιστά τη γλώσσα αφήνεις να ατονήσουν ή να χαθούν πολύτιμα συστατικά μιας ποιοτικής λειτουργίας τής γλώσσας.

Ηθικόν δίδαγμα (σε δύο εκδοχές): μην παίζουμε «εν ου παικτοίς»· εκτός αν sinidita epilegume na pezume en u pektis. Και γιατί προτιμούμε, αλήθεια, το εκ τού ελληνικού αλφαβήτου (μέσω Ετρουσκικής) προελθόν λατινικό αλφάβητο αντί τού ελληνικού που χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα από τον 8ο π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα; Μήπως (μέσα στην ξενομανία μας) νομίζουμε ότι χρησιμοποιούμε αγγλικό αλφάβητο;

 

 

 

 

 

 

Πού πάνε τα ελληνικά του 21ου αιώνα;

Μπορεί η ελληνική γλώσσα να ανταποκριθεί στις ανάγκες της ζωής σήμερα; Γλωσσολόγοι και μεταφραστές τοποθετήθηκαν τις εβδομάδες που πέρασαν στο ερώτημα που έθεσε «Το Βήμα»

Πού πάνε τα ελληνικά του 21ου αιώνα; | tovima.gr

Mπορεί η ελληνική γλώσσα να ανταποκριθεί στις νέες έννοιες, στα νέα αντικείμενα, στις νέες πραγματικότητες του 21ου αιώνα – και μάλιστα με την αμεσότητα και την ταχύτητα που απαιτεί η ανάγκη επικοινωνίας σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο; Ηταν ένα ερώτημα που θέσαμε σε πεπειραμένους μεταφραστές και μεταφράστριες από τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες – Μαργαρίτα Ζαχαριάδου (αγγλικά), Ρίτα Κολαΐτη (γαλλικά), Κώστα Κοσμά (γερμανικά) – και σε τέσσερις καθηγητές γλωσσολογίας με εμπειρία στην έκδοση λεξικών και στη συγκρότηση σωμάτων κειμένων – Διονύση Γούτσο (Σώμα Ελληνικών Κειμένων), Γεώργιο Μπαμπινιώτη (λεξικά Κέντρου Λεξικολογίας), Γιώργο Παπαναστασίου (λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη), Χριστόφορο Χαραλαμπάκη (Χρηστικό Λεξικό Ακαδημίας Αθηνών). Από την Κυριακή 4 Αυγούστου και μέχρι την περασμένη Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου, περνώντας ο ένας τη σκυτάλη στον άλλον, μας έδωσαν μια καλειδοσκοπική εικόνα των παραμέτρων του ερωτήματος σε μια συζήτηση που παραμένει ανοιχτή.

Συμπερασματικά, όλοι συμφώνησαν ότι νεολογισμοί και λέξεις που δανειζόμαστε από άλλες γλώσσες μαζί με ξενόφερτα αντικείμενα και έννοιες αποτελούν πλούτο και ένδειξη δύναμης της Ελληνικής και την κρατούν ζωντανή, δίνοντας αρκετά παραδείγματα από δάνεια του παρελθόντος τόσο στην καθημερινή όσο και στη λογοτεχνική γλώσσα (Χαραλαμπάκης, Κολαΐτη). Υπήρξαν στιγμές που η συζήτηση διολίσθησε σε γνωστά και παλιά θέματα και φόβους, αλλά είχαμε τη διαβεβαίωση ότι κίνδυνος ριζικής αλλοίωσης της γλώσσας από τη χρήση ξένων λέξεων δεν υπάρχει (Χαραλαμπάκης), ούτε κίνδυνος να εξαφανιστεί η Ελληνική από τον παγκόσμιο γλωσσικό χάρτη (Παπαναστασίου).

Ομοιογενοποίηση και διεθνοποίηση

Φαίνεται όμως να διαγράφεται αφενός μια τάση «ομοιογενοποίησης» του νεοελληνικού λόγου, καθώς οι ομιλητές των νεοελληνικών διαλέκτων μειώνονται συνεχώς χρόνο με τον χρόνο (Παπαναστασίου). Ταυτόχρονα εντοπίστηκε μια τάση «διεθνοποίησης» των γλωσσών, όχι μόνο στον λόγο της καθημερινής επικοινωνίας αλλά και στον λόγο της λογοτεχνίας (Κολαΐτη), καθώς σε αρκετές περιπτώσεις τα ξενόφερτα αντικείμενα, ήθη και λέξεις, κυρίως οι αμερικανόφερτες, αποδεικνύονται πολύ ανθεκτικά, όχι μόνο στην ελληνική αλλά και σε άλλες γλώσσες. Πράγμα που δεν είναι ασύνδετο με την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ηγεμονία των ΗΠΑ. Αν κάποτε οι (αρχαίοι) Ελληνες είχαν μια ανάλογη θέση, με την Ελληνική να επιβάλλεται στον τότε δυτικό κόσμο – γι’ αυτό και οι Αγγλοσάξονες όταν αργότερα αναζητούσαν λέξη για να αποδώσουν μια νέα έννοια έλεγαν «The Greeks must have a word for it» -, τώρα επιβάλλονται οι Αμερικάνοι, και η δική τους γλώσσα.

Δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με την άποψη ότι «πλούσια είναι η γλώσσα που ανταποκρίνεται διαρκώς, άμεσα και με τις περισσότερες δυνατές αποχρώσεις σε όλα τα ερεθίσματα της ζωής, υλικά και πνευματικά, που παράγει πολιτισμό και ταυτόχρονα τον μεταφράζει, που έχει την ευλυγισία ώστε να σχηματίζει με οικονομία πολυσύνθετες εικόνες ή έννοιες» και ότι οι αγγλικές λέξεις «συχνότατα μονοσύλλαβες, αποτελούν εξαιρετικά εύχρηστα δομικά υλικά», βλέπε για παράδειγμα το «car» απέναντι στο πεντασύλλαβο «αυτοκίνητο» ή το «man» απέναντι στο τρισύλλαβο «άνθρωπος» (Ζαχαριάδου). Τι κάνουμε λοιπόν με τις νέες ανακαλύψεις, αντικείμενα και καταστάσεις, που γεννιούνται κάπου μακριά από την Ελλάδα και φτάνουν σ’ εμάς με τη διαμεσολάβηση άλλων γλωσσών;

Μια άποψη ήταν ότι δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να τους δώσουμε ένα όνομα, να τις «λεξικοποιήσουμε», διότι υπάρχουν στη γλώσσα «δομικές προτιμήσεις που επιβάλλουν τις λεξικές μας επιλογές» – για παράδειγμα στην Ελληνική δεν υποχρεωνόμαστε να δηλώσουμε αν τα δάχτυλα είναι των χεριών ή των ποδιών, ενώ στην Αγγλική πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε fingers και toes. Κάπως έτσι «διαμορφώνεται ένας γενικός χαρακτήρας της γλώσσας προς σημασίες που εξαρτώνται περισσότερο από το περικείμενο ή προς εκείνες που είναι εν πολλοίς ανεξάρτητες από αυτό» (Γούτσος).

Για τις ξενόφερτες λέξεις προτάθηκε (Μπαμπινιώτης) να μιλάμε όσο και όπου μπορούμε Ελληνικά. Πράγματι, το εικονική πραγματικότητα έχει επικρατήσει πλέον του βίρτσουαλ, αλλά θα λέγαμε ότι είναι αμφίβολο αν το φορητό έγγραφο θα αντικαταστήσει το pdf, το βραχυμήνυμα το twit και ο εντοπιστής ή ανευρετής θέσεως το GPS, όπως το συμπαγής ψηφιακός δίσκος δεν μπόρεσε να εκτοπίσει το CD και η τηλεομοιοτυπία επικράτησε του fax μόνο στα έντυπα της κρατικής γραφειοκρατίας.

Νέες θεωρητικές και κοινωνικές πραγματικότητες, όπως αυτή του βιολογικού και του κοινωνικού και του ρευστού φύλου, επιβάλλουν έναν «διαφοροποιημένο», ποικιλόμορφο, πλουραλιστικό λόγο που να τις εκφράζει, έναν λόγο που ήδη υιοθετείται από άλλες γλώσσες και άλλες χώρες ακόμη και στη δημόσια διοίκηση, και μας δόθηκε το παράδειγμα της Γερμανίας (Κοσμάς).

Ο καθοριστικός ρόλος της τεχνολογίας

Οι νέες τεχνολογίες, που στον αγγλόφωνο κόσμο αποκαλούνται ευρηματικά disruptive technologies (ανατρεπτικές, διασπαστικές, μετασχηματιστικές, επιλέγετε όποια απόδοση προτιμάτε), επηρεάζουν και το πεδίο της γλώσσας και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης φαίνεται πως καθορίζουν τις κυρίαρχες τάσεις στη γλώσσα (Γούτσος). Δεν έλειψαν βέβαια και οι προτάσεις για την παρέμβαση παραδοσιακών φορέων. Ετσι, για τους νεολογισμούς που χρειάζεται συχνά να επινοήσουμε, προτάθηκε η Ακαδημία Αθηνών να παρεμβαίνει «τόσο για τη συγκέντρωση των απαραίτητων γλωσσικών πόρων και εργαλείων (όπως σώματα κειμένων) όσο και με προτάσεις για έννοιες καίριας σημασίας που αναμένεται να κυριαρχήσουν στον δημόσιο διάλογο» (Γούτσος) και με τη «δημιουργία νεολογισμών καλά γλωσσικώς πλασμένων, ώστε να είναι κατά το δυνατόν εύκολα κατανοητοί, τους οποίους να προωθεί εν συνεχεία σε συνεργασία με την Πολιτεία (δημόσια διοίκηση, Εκπαίδευση, Μέσα ενημέρωσης κ.λπ.)» (Μπαμπινιώτης).

Εδώ όμως έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς αντιμετωπίζει εκδοτικά η λεξικογραφία αυτή την πληθώρα νέων λέξεων. «Στην έντυπη μορφή ενός λεξικού που θα συντασσόταν τώρα ίσως να διστάζαμε να συμπεριλάβουμε λέξεις που συνδέονται άμεσα με τρέχουσες διατροφικές-μαγειρικές και ενδυματολογικές συνήθειες -όπως καλώς δεν κατέγραψαν παλιότερα λεξικά λέξεις όπως Κομαντατούραυριανισμόςθατσερισμός, που η παρουσία τους στην ελληνική αποδείχθηκε, για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά, πρόσκαιρη» (Παπαναστασίου). Πράγματι, ένα έντυπο λεξικό δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις καταιγιστική εμφάνιση νέων λέξεων στην εποχή μας. Ηρθε μάλλον ο καιρός να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τα ψηφιακά εργαλεία, βάσεις δεδομένων, ηλεκτρονικά λεξικά, που θα καταγράψουν αυτόν τον, πρόσκαιρο έστω, γλωσσικό πλούτο για να τον θέσουν στη διάθεση των κοινωνιογλωσσολόγων που θα εξετάσουν πώς η γλώσσα μας καθρεφτίζει την κοινωνία μας, ποιες είναι οι δυνάμεις, οι αδυναμίες, οι ιδιαιτερότητές της.

 

 

 

 

Τα ελληνικά του 21ου αιώνα

Πριν από 15 χρόνια το φέισμπουκ, το τουίτερ και το σκάιπ δεν υπήρχαν, το νταουνλόουντ ήταν υπόθεση ελαχίστων ειδημόνων που ασχολούνταν με μπλιμπλίκια και το Μνημόνιο καταγραφόταν στα λεξικά ως επίσημη λέξη

8 Νοεμβρίου 2014, 12:23 Ενημερώθηκε: 9 Νοεμβρίου 2014, 05:45

Τα ελληνικά του 21ου αιώνα | tovima.gr
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας
Σύνταξη – επιμέλεια: Χριστόφορος Γ. Χαραλαμπάκης.
Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα, 2014,
σελ. 1.819, τιμή 48 ευρώ,
35 ευρώ για φοιτητές και εκπαιδευτικούς,
στο Βιβλιοπωλείο της Ακαδημίας Αθηνών
(Πανεπιστημίου 25-29, Στοά Κοραή)Πριν από 15 χρόνια το φέισμπουκ, το τουίτερ και το σκάιπ δεν υπήρχαν, το νταουνλόουντ ήταν υπόθεση ελαχίστων ειδημόνων που ασχολούνταν με μπλιμπλίκια και το Μνημόνιο καταγραφόταν στα λεξικά ως επίσημη λέξη. Στο μεταξύ το λαϊφστάιλ έβαλε στη ζωή μας τα ράνερ, τα ρόμαν, τα ρεσό, το κονσίλερ, το μπότοξ και το τάι τσι. Το κόνσεπτ και οι σελέμπριτι έγιναν λέξεις-ψωμοτύρι των πρωινάδικων, όπου ευδοκιμούν οι τηλεμαϊντανοί. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες και η εξάπλωση της καλωδιακής τηλεόρασης έφεραν στα σπίτια μας το ταεκβοντό και τα πιτ στοπ της Φόρμουλα 1. Η ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησής μας οδήγησε αρκετούς στα βουνά να παρατηρήσουν τους σπιζαετούς. Η τεχνολογία μάς κουβάλησε το άιφον και το άιπαντ και γίναμε όλοι ιντερνετάκηδες. Η κρίση κατέβασε το Μνημόνιο από το επίσημο βάθρο του στην καθημερινή κουβέντα, μας έκανε νεόπτωχους, έβαλε πέλετ στις σόμπες μας και έβγαλε τους αντιμνημονιακούς στις πλατείες. Η επιστήμη μάς έμαθε το CERN και το σωματίδιο του Θεού, γνωρίσαμε τη διατροφολογία, την ιστοπαθολογία, τη νανοϊατρική. Οι δεκάδες εκπομπές μαγειρικής έκαναν το τσάιβ, το λάιμ, το μπουρίτο και το φαλάφελ λιγότερο εξωτικά και εντελώς οικεία. Μάθαμε να μιλάμε για ποικιλίες κρασιών, για το αγιωργίτικο και το αθήρι, κάνουμε και οινοτουρισμό. Πίνουμε φρεντοτσίνο και μοχίτο και παραγγέλνουμε σαλάτες με κατίκι, αναζητούμε πληροφορίες γκουγκλάροντας στον παγκόσμιο ιστό, ενώ ανησυχούμε για τη συνοχή του κοινωνικού ιστού και οι νέοι στα καφενεία – ίμοτρέντι ή κάγκουρες, δεν έχει σημασία – πίνουν μπιρόνια, στέλνουν εσεμές, χαζεύουν τα τούμπανα που περνούν και αναφωνούν δεν υπάρχει. Η καθημερινότητα του σύγχρονου Νεοέλληνα με λέξεις. Λέξεις που βρίσκουν για πρώτη φορά θέση στο νεόκοπο Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών.

Το νέο λεξικό της κοινής νεοελληνικής περιλαμβάνει 75.000 λήμματα, καταγράφει 5.000 νεολογισμούς που δεν υπάρχουν σε άλλα λεξικά και περιλαμβάνει 3 εκατομμύρια λέξεις σε κειμενική ροή, οι οποίες απλώνονται σε 1.819 σελίδες. Τυπωμένο σε διχρωμία από το Εθνικό Τυπογραφείο, σε τρεις στήλες εξυπηρετικές στην ανάγνωση, με τις κεφαλές των λημμάτων σε διακριτό μπλε χρώμα, το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας έχει σύγχρονη και ανάλαφρη όψη αν και ζυγίζει τρία κιλά και 650 γραμμάρια, «όσο ένα νεογέννητο βρέφος», όπως σχολίασε παρουσιάζοντάς το στην Ακαδημία Αθηνών τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου ο συντάκτης και επιμελητής του Χριστόφορος Χαραλαμπάκης.
Χρειαζόμασταν ένα καινούργιο λεξικό; αναρωτήθηκαν ορισμένοι. Αναμφισβήτητα! Οχι μόνο για να θησαυρίσει τις λέξεις που ονοματίζουν νέα αντικείμενα, επαγγέλματα, συνθήκες κτλ., αλλά και γιατί η επανάσταση της επικοινωνίας έχει ανατρέψει τα δεδομένα της λεξικογραφίας και πλέον χρειαζόμαστε νέων προδιαγραφών λεξικά. Το Διαδίκτυο έχει μεταβάλει την ταχύτητα με την οποία κινείται η γλώσσα και πλέον ο λεξικογράφος δεν μπορεί να περιμένει πέντε και δέκα χρόνια προκειμένου να αποφασίσει να συμπεριλάβει μια λέξη στο λεξικό του. Ετσι, για τους συντάκτες του λεξικού Robert στη Γαλλία ή των λεγόμενων «πρακτικών» λεξικών στην Οξφόρδη, η συχνότητα χρήσης και η διάρκεια μιας λέξης δεν αποτελούν πλέον μοναδικά κριτήρια για την είσοδό της στο λεξικό αλλά λαμβάνεται υπόψη και το εύρος της χρήσης της, που με το Διαδίκτυο αποκτά άλλες διαστάσεις. Χτισμένο επάνω σε αυτή τη βάση, το Χρηστικό Λεξικό περιλαμβάνει το μοκατσίνο και τη μετενέργεια, την απασχολησιμότητα και την αυτοαξιολόγηση, το αποθετήριο και τα νευρωνικά δίκτυα, το μπλουτούθ, το κοξάκι, τον έμπολα και το χότζκιν, το εμότικον και το μπάνερ.
Οι βάσεις δεδομένων είναι το σύγχρονο λεξικογραφικό εργαλείο και το Χρηστικό Λεξικό άντλησε το λημματολόγιό του και τα αυθεντικά παραδείγματα στα ερμηνεύματά του από μια ηλεκτρονική βάση 120.000 λημμάτων, η οποία μελλοντικά θα είναι προσβάσιμη μέσω Διαδικτύου.
Τα σύγχρονα πρακτικά λεξικά προτιμούν τους σύντομους περιεκτικούς ορισμούς, δεν είναι ιστορικά, δεν καταγράφουν σημασίες σε αχρησία και δίνουν έμφαση στις νέες σημασίες μιας λέξης. Στο Χρηστικό Λεξικό διαβάζουμε για παράδειγμα ότι το παπάκι είναι ο νεοσσός της πάπιας, το δίκυκλο όχημα μικρού κυβισμού και, πλέον, στην αργκό του Διαδικτύου, το σύμβολο @.
Στις καινοτομίες του Λεξικού συγκαταλέγονται διάφορες χρήσιμες πληροφορίες που συνοδεύουν τα λήμματα: η γραφή της λέξης στο πολυτονικό σύστημα για τους λάτρεις της ποικιλίας των τόνων, ο συλλαβισμός της λέξης, ο ακριβής υφολογικός προσδιορισμός λέξεων και εκφράσεων, η αναγραφή της επιστημονικής ονομασίας ζώων και φυτών και η παράθεση της χρονολογίας εμφάνισης των αγγλικών και των γαλλικών λέξεων και των στερεότυπων εκφράσεων.
Στα προσόντα του υπολογίζεται και ο τρόπον τινά ενωτικός του χαρακτήρας. Απενοχοποιητικό, όταν υπάρχουν περισσότερες της μιας σωστές γραφές, τις δέχεται όλες. Δέχεται και το αβγό και το αυγό, και τον ορθοπαιδικό και τον ορθοπεδικό, και τον Ασκό του Αιόλου και τους Ασκούς του Αιόλου καταργώντας τον διχασμό της κοινότητας των ομιλητών της ελληνικής βάσει σωστού – λάθους.
Επιστήμες και νεανική αργκό
Κυρίως όμως αποτυπώνει το νέο πρόσωπο της ελληνικής ως μιας σύγχρονης δυναμικής γλώσσας, το οποίο διαμορφώνουν πλέον οι επιστήμες και η τεχνολογία και όχι η λογοτεχνία. Αυτή είναι μια διεθνής παρατήρηση που ισχύει και για τη γλώσσα μας. Το επιστημονικό λεξιλόγιο του Χρηστικού Λεξικού κατηγοριοποιείται σε 103 γνωστικούς τομείς που συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό της ελληνικής (και ξένων γλωσσών, ας σημειωθεί εδώ) με λέξεις όπως: βαριατρικήγεωπληροφορικήμουσειογραφίανευροοικονομίαφυτοτεχνολογία.
Τεχνολογία τροφίμων, μαγειρική και ζαχαροπλαστική, αθλητισμός και οικονομία είναι ορισμένοι κλάδοι που έχουν ανανεώσει με τους όρους τους το λεξιλόγιο της κοινής ελληνικής, πάλι λόγω της διασποράς των όρων αυτών χάρη στην τηλεόραση, στο Διαδίκτυο και στην επικοινωνιακή έκρηξη. Για τους ίδιους λόγους, πιθανότατα, βρήκαν στο Χρηστικό Λεξικό θέση και λέξεις του προφορικού λόγου και της αργκό των νέων, που θεωρούνται σήμερα διεθνώς βασικές πηγές ανανέωσης της γλώσσας. Εχουν καταγραφεί ο ιδιαιτεράς, το αγαπουλίνι και το σιγουράκι, οι φιλούρες και εκφράσεις όπως το προχώ, το δεν υπάρχει, το θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει.
Διαπιστώσεις και κρίσεις
«Μπράβο η Ακαδημία Αθηνών!» σχολίασαν με νόημα οι νεωτεριστές βλέποντας στο Χρηστικό Λεξικό τις λέξεις τσαχπινογαργαλιάραμωρουλίνιμουσαντένιοςκάγκουρας. «Ντροπή στην Ακαδημία Αθηνών!» έσπευσαν να καταδικάσουν οι συντηρητικοί, που θεωρούν ότι με την αργκό, με την μπουζουκλερί και τον μπαχαλάκια δεν προωθείται η ελληνική γλώσσα.

«Η Ακαδημία, με το λεξικό, δεν αποβλέπει σε ρύθμιση της γλώσσας»
 είπε στην παρουσίαση του Χρηστικού Λεξικού προλαβαίνοντας τα σχόλια ο γενικός γραμματέας της Ακαδημίας Βασίλειος Πετράκος. «Παρουσιάζει με συστηματικό τρόπο και επιστημονικά εξακριβωμένα την πραγματική μορφή της νεοελληνικής, τον γλωσσικό πλούτο της και τις θαυμαστές εκφραστικές δυνατότητές της. Το πλήθος των νεολογισμών και των νέων σημασιών που περιέχονται δείχνει τη δημιουργική δύναμη των Ελλήνων στη γλώσσα και διαψεύδει όσους θρηνούν για τη φθορά της».
Πολλές είναι οι ξενόφερτες λέξεις στο Χρηστικό Λεξικό, που θα μπορούσε να χωρέσει ακόμη περισσότερες. Δεν βρήκαμε το σέιβ, ίσως επειδή ηττήθηκε τελικά στην καθημερινή χρήση από τα ελληνικά αποθηκεύω/αποθήκευση (αν και αντιστέκεται ακόμη στην αγχωμένη ερώτηση «Σέιβ έκανες;»). Δεν υπάρχουν το σταρτ-απ ή τα λοτζίστικς (Logistics), το λάικ («κάνε λάικ στο φέισμπουκ») και ο χίπστερ, ούτε το χάσταγκ (θεματική επικεφαλίδα στο twitter) και η σέλφι, δύο λέξεις που πρόσθεσε το λεξικό Robert στην έκδοση του 2015, ενώ υπάρχει το μάλλον άχρηστο παλιομοδίτικο μπριγιόλ. Η γραφή τους ορισμένες φορές ξενίζει. Αν διάβαζα κάπου τη λέξη άιπαντ θα θεωρούσα πως πρόκειται για καινούργια βρισιά και όχι για το iPad, και μολονότι στέλνω συχνά SMS δεν έχω στείλει ποτέ εσεμές.
Ολα αυτά ως πρώτες, και πρόχειρες, διαπιστώσεις. Την επιστημοσύνη του Χρηστικού Λεξικού θα κρίνουν οι ειδικοί και η σκοπιμότητα της έκδοσής του θα φανεί από τη χρήση του. Αξίζει να εξεταστεί με κριτήρια επιστημονικά και όχι ιδεολογικά, με τη νηφαλιότητα μιας κοινωνίας ωριμότερης από εκείνην του 1998 που επέβαλε την αφαίρεση της υβριστικής σημασίας (από την αθλητική αργκό) από το λήμμα Βούλγαρος στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεωργίου Μπαμπινιώτη. Η απαίτηση να αυτολογοκρίνουν οι λεξικογράφοι τη δουλειά τους ισοδυναμεί με απαίτηση παραμόρφωσης της εικόνας της κοινωνικής πραγματικότητας. Διότι ένα λεξικό, και ειδικά τα συγχρονικά πρακτικά λεξικά όπως το Χρηστικό Λεξικό, αποτυπώνει όχι μόνο τη γλωσσική κουλτούρα μας αλλά και την κοινωνική ιστορία μας.
Προς επίρρωσιν, βλέπε το λήμμα μπρούκλης στο Χρηστικό Λεξικό. Μπρούκλη αποκαλούσαν στις αρχές του 20ού αιώνα τον μετανάστη από την Αμερική (από το Μπρούκλιν) που εντυπωσίαζε τους συμπατριώτες του στην Ελλάδα με τον πλούτο του. Τα λεξικά Μπαμπινιώτη και Τριανταφυλλίδη δεν καταχωρίζουν τη λέξη στην κοινή νεοελληνική. Στον 21ο αιώνα βρίσκει θέση στο Χρηστικό Λεξικό πιθανότατα διότι, χάρη στο Διαδίκτυο, βγήκε από το περιθώριο της αργκό, γνώρισε ευρύτερη διάδοση και εντάσσεται πλέον στην γκρίζα ζώνη της κοινής νεοελληνικής, ως γενικότερος ειρωνικός χαρακτηρισμός προσώπου που αγαπά τη χλιδή και την αυτοπροβολή.
«Αν ζητήσεις αμφίψωμο, δεν θα φας σάντουιτς»
«Με τι κριτήρια επιλέχθηκαν τα λήμματα του Λεξικού;» ρωτήσαμε τον επιστημονικό υπεύθυνο της έκδοσης, τον καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Χριστόφορο Χαραλαμπάκη. «Τα λήμματα του Λεξικού έχουν επιλεγεί από τεράστιες έντυπες και ιδίως ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων με βασικό κριτήριο τη στατιστική τους συχνότητα» απάντησε στο «Βήμα». «Το στατιστικό κριτήριο δεν ίσχυσε για σπάνια ζώα και φυτά που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Ετσι έχουν συμπεριληφθεί ο αργυροπελεκάνος, η βίδρα, η φώκια μονάχους μονάχους για να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος. Οι σύγχρονοι επαγγελματίες λεξικογράφοι περιγράφουν τη γλώσσα και έτσι λημματοποιούν και λέξεις που ενδεχομένως δεν αρέσουν ούτε στους ίδιους. Μία απ’ αυτές τις λέξεις είναι ο μαλακοπίτουρας. Η λέξη συνοδεύεται στο Λεξικό με την ένδειξη ότι ανήκει στη νεανική αργκό και χρησιμοποιείται υβριστικά. Τις «άσχημες» λέξεις θα τις εξοστρακίσουμε και θα κρατήσουμε μόνο τις «ωραίες»; Αν τις αποκρύψουμε, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν».
Για την παρουσία τόσων ξενικών λέξεων στο Χρηστικό Λεξικό σχολιάζει: «Εμείς δεν ρυθμίσαμε τη γλώσσα για να εξοστρακίσουμε τις ξένες λέξεις. Οσοι επιχείρησαν στο παρελθόν να τις «διώξουν» από τη γλώσσα μας και να προτείνουν ισοδύναμες ελληνικές απέτυχαν σε ένα ποσοστό 80%. Πώς θα μεταφράσουμε το σκάιπ και το ταεκβοντό; Πώς θα πούμε το τσιζκέικ; Ας πάει κάποιος να παραγγείλει ένα αμφίψωμο και αν επιμείνει να το ζητά με αυτή την ελληνικότατη λέξη, μάλλον δεν θα φάει σάντουιτς». Οπως εξηγεί ο ίδιος, «οι αποτυχημένες προσπάθειες περιορισμού των αγγλισμών στο πρόσφατο παρελθόν, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα περιγραφής και όχι ρύθμισης της γλώσσας, οδήγησαν τους ερευνητές στην άποψη ότι πρέπει να αφήσουμε τη γλώσσα να ακολουθήσει τη δική της πορεία – έτσι κι αλλιώς δεν υποτάσσεται στις ορέξεις μας, δείχνοντας με τον τρόπο αυτόν εμπράκτως ανοχή στον γλωσσικό πλουραλισμό και στον γλωσσικό πολυπολιτισμό. Οι κίνδυνοι αφελληνισμού είναι άλλοι».
Πάντως πολλές από τις λέξεις αυτές, οικείες στον καθημερινό λόγο, καταγράφονται με τρόπο ανοίκειο, είναι σχεδόν αγνώριστες: εσεμές (SMS), εμ-πι-θρι (mp3), σιβί (CV), εμέλ (ml), γιούζερ νέιμ (user name). Πώς νομιμοποιείται η ένταξή τους σε ένα λεξικό της γλώσσας μας με αυτή τη μορφή της φωνητικής μεταγραφής; «Το αίσθημα της «ανοικειότητας» είναι φυσιολογικό όταν πρωτοεμφανίζεται μια λέξη. Ενοχλεί η «παράξενη» μορφή της. Μετά τη συνηθίζουμε» ήταν η απάντηση του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη. «Οι νεολογισμοί εσεμές, εμ-πι-θρι, σιβί δεν πρέπει να μας τρομάζουν. Αν οι ομιλητές δεν τους χρησιμοποιήσουν τα επόμενα χρόνια, δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης σε λεξικό. Ολα τα λεξικά κατά κάποιον τρόπο «στάζουν». Πολλές λέξεις χάνονται και πολλές έρχονται. Αυτή είναι η μαγεία της γλώσσας. Δεν μένει στατική. Εξελίσσεται διαρκώς».

 

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τα ελληνικά και η επιστήμη του ξύλου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 02.06.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Εννοείται πως διάβασα με ενδιαφέρον το κείμενο του φίλου Πάσχου Μανδραβέλη για το γλωσσικό στην «Κ» της περασμένης Κυριακής («Η εξύψωση των ελληνικών», 26-5-2019). Το ενδιαφέρον μου δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι διατυπώνει τις σκέψεις του με αφορμή ένα προηγούμενο δικό μου («Η ταπείνωση των ελληνικών» – «Κ», 28-4-2019). Οφείλεται και στο γεγονός ότι οι περισσότεροι πιστεύουν πως αποκλειστικώς αρμόδιοι για να συζητούν τα γλωσσικά ζητήματα είναι οι ειδικοί επιστήμονες, γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι ή οι διάφοροι τεχνικοί της ορθής της χρήσης, οι λάγνοι της γραμματικής και του συντακτικού. Αυτοί, με τους δογματισμούς τους και την απουσία γλωσσικού αισθήματος δημιούργησαν το γλωσσικό ζήτημα. Οι υπόλοιποι απλώς οφείλουμε να υπακούμε στους κανόνες του παιχνιδιού έτσι όπως τους ορίζουν οι αρμόδιοι. Για τον αρθρογράφο όμως, όπως για τον συγγραφέα ή τον μεταφραστή η γλώσσα είναι το εργαλείο του επιτηδεύματός του. Οταν μιλάει για τη γλώσσα καταθέτει την εμπειρία του.

Θα συμφωνήσω με πολλά από όσα υποστηρίζει ο Πάσχος Μανδραβέλης. Θα διαφωνήσω, όμως, μαζί του όταν ισχυρίζεται ότι «τα ελληνικά, όπως και πολλές άλλες γλώσσες, φθίνουν διότι δεν αποτυπώνεται σε αυτά νέα γνώση». Στην πρώτη σελίδα του ίδιου φύλλου της περασμένης Κυριακής υπήρχε ένας τίτλος: «Και η επιστήμη ξύλου σε ΑΕΙ». Στην αρχή νόμισα πως πρόκειται για κάποιο νέο τμήμα που θα ερευνά και θα διδάσκει τη ρητορική του κ. Τσίπρα και άλλων πολιτικών. Οταν, όμως, διάβασα το άρθρο κατάλαβα πως είναι κάτι ακόμη καλύτερο. Είναι η νέα εύφημος ονομασία κάποιου ΤΕΙ ξυλουργικής το οποίο αναβαθμίστηκε σε ΑΕΙ, προβιβάζοντας και την ευγενή τέχνη του επιπλοποιού σε επιστήμη. Να που παράγεται «νέα γνώση».

Μην μου ζητήσετε να σοβαρευθώ, διότι μιλάω σοβαρά. Ο τίτλος «επιστήμη του ξύλου» δεν πάσχει από γλωσσικής άποψης. Είναι σωστά ελληνικά, αν μάλιστα ορθογραφηθεί τόσο το καλύτερο και για τα ελληνικά και για εμάς. Κάτι όμως κλωτσάει. Κλωτσάει διότι μπροστά σου εμφανίζεται η κουτοπόνηρη φατσούλα του Γαβρόγλου σαν τον φασουλή μέσα από το κουτί. Κλωτσάει και η παράδοξη συνύπαρξη των δύο λέξεων και της σημασίας τους. Δεν κλωτσάει, όμως, σε μια σχολική τάξη όπου ο δάσκαλος παπαγαλίζει κανόνες για να τους μάθουν απέξω οι μαθητές του και να γράψουν την επόμενη έκθεση ιδεών. Αυτή η κλωτσιά οφείλεται στο γλωσσικό αίσθημα.

Κι αν κινδυνεύουν τα ελληνικά είναι επειδή αυτό το «γλωσσικό αίσθημα» βρίσκεται στο ναδίρ του. Δεν είμαι αφελής για να το αναζητήσω στους χρήστες των κοινωνικών δικτύων ή στους νεόπλουτους της πολιτικής ορθότητας που νομίζουν ότι επειδή θα λες τους γύφτους Ρομά θα αλλάξει και η συμπεριφορά τους. Oμως, το αναζητώ στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση δεν παράγει ούτε Παπαδιαμάντηδες ούτε Πλάτωνες. Δίνει, όμως, ένα μέτρο για να μπορέσεις να αξιολογήσεις το γλωσσικό σου αίσθημα. Κι αυτό έχει απαξιωθεί.

Τα σημερινά ελληνικά δεν είναι ταπεινωμένα σε σχέση με την «αρχαιότητά» τους. Σε πείσμα των αρχαιολατρών δεν μιλούσαν όλοι οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα σαν τον Σοφοκλή. Αν και ο μακαρίτης ο Μποστ έλεγε πως όλοι οι αρχαίοι ήσαν μορφωμένοι διότι μιλούσαν αρχαία. Τα σημερινά ελληνικά είναι ταπεινωμένα σε σχέση με τον εαυτό τους και τις εκφραστικές τους δυνατότητες. Η έλλειψη γλωσσικού αισθήματος μας τιμωρεί ακόμη και σε τομείς που έχουν τους δικούς τους κώδικες, όπως τα μαθηματικά. Καθηγητής μέσης εκπαίδευσης μου είπε ότι ακόμη και όσοι λύνουν την εξίσωση δεν μπορούν να εξηγήσουν με δικά τους λόγια τι έκαναν για να τη λύσουν.

Τι προηγείται η σκέψη ή η γλώσσα; Μα πρώτα σκέφτεσαι και μετά μιλάς. Oμως, με τι σκέφτεσαι; Μήπως με τη γλώσσα; Ναι, δεν παράγεται σκέψη στα ελληνικά. Μπορείς να μιλάς χωρίς να σκέφτεσαι, όμως δεν μπορείς να σκέφτεσαι αν δεν μιλάς. Αγωνιούμε για την κλιματική αλλαγή, όμως παραβλέπουμε την καταστροφή του κοινωνικού τοπίου από την προγλωσσική βαρβαρότητα.

Ναι, οι γλώσσες εξελίσσονται. Η λογοτεχνία –με την ευρεία σημασία του όρου– είναι το αποθεματικό τους κεφάλαιο. Γι’ αυτό και δεν είναι όλες οι γλώσσες ισότιμες. Μπορεί οι ελληνόφωνοι να είναι λίγοι, όμως το αποθεματικό κεφάλαιο της γλώσσας τους τους επιτρέπει να συγκρίνουν την γλώσσα τους με τις μεγάλες γλώσσες του σύγχρονου κόσμου. Η λεγομένη «Μακεδονική», όσες συμφωνίες κι αν την αναγνωρίσουν, δεν έχει τη δύναμη των ελληνικών.

Θα μου πείτε έχει σημασία να ξέρεις ότι η λέξη «ελευθερία», αν και υπεραιωνόβια παραμένει η ίδια; Αν σκέφτεσαι την «επιστήμη του ξύλου» να κι αν έχει, να κι αν δεν έχει.

Η εξύψωση των ελληνικών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ   Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26.05.2019

Μόνον ένας λογοτέχνης σαν τον δικό μας Τάκη Θεοδωρόπουλο θα μπορούσε να το πει τόσο γλαφυρά: «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας» («Η ταπείνωση των ελληνικών», «Καθημερινή» 28.4.2019).

Πέρα, όμως, από τη γλαφυρότητα του πράγματος, προκύπτουν κάποια ερωτήματα. Πώς ακριβώς ταπεινώνεται μια γλώσσα; Η νεοελληνική είναι ταπεινωμένη σε σχέση με ποια εκδοχή «πανάρχαιας γλώσσας»; Ως γνωστόν, και η αρχαία ελληνική επίσης εξελισσόταν και επιβίωσαν στα γραπτά διάφορες εκδοχές της. Διαφορετικά ήταν τα ελληνικά στην εποχή του Ομήρου και άλλα του Σοφοκλή. Δεν μπορούμε, φυσικά, να ποσοτικοποιήσουμε τις αλλαγές, αλλά κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα ελληνικά του Ομήρου απέχουν από τα ελληνικά του Θουκυδίδη, όσο τα ελληνικά του Θουκυδίδη από τη δημοτική. Και γιατί να μη θεωρήσουμε τα ελληνικά του Ευριπίδη «μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας του Ομήρου»; Δυστυχώς, η «ταπείνωση» δεν είναι ακριβής επιστήμη, αλλά καλή λογοτεχνία.

Είναι εναργής η διαπίστωση του Τάκη Θεοδωρόπουλου ότι «αντί να δημιουργούμε σκέψη τσακωνόμασταν για τους τύπους που θα μας επέτρεπαν να παράγουμε σκέψη». Παραδόξως όμως, αμέσως μετά, αρχίζει να τσακώνεται για τους «τύπους». «Ο Γ. Ράλλης», γράφει, «νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή».

Ωραίο, αλλά πάλι αν κρατούσαμε τους τεχνητούς τύπους της «καθαρευούσης», οι μαθητές δεν θα σήκωναν κεφάλι από τα βιβλία του Βιζυηνού; Αν δεν καταργούσαμε τις περισπωμένες και τις δασείες τα παιδιά θα φλέρταραν απαγγέλλοντας Καβάφη; Αν γράφαμε τις λέξεις κεφαλαία και χωρίς κενά, θα έλαμπε κάποιος νεοέλληνας Πλάτωνας στην Αθήνα και στην παγκόσμια γραμματεία;

Δημιουργοί οι Ελληνες

Δεν ήταν τα ελληνικά που «δημιούργησαν μεγάλη τέχνη», όπως γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, αλλά εκείνοι οι Ελληνες που έψαξαν βαθιά την ψυχή τους, κοίταξαν με καθαρό μάτι τον κόσμο, έφτιαξαν θεωρίες και έννοιες που τις αποτύπωσαν σε λέξεις. Δεν ήταν τα κείμενα που παρήγαγαν τη σκέψη, αλλά η σκέψη που αποτυπώθηκε σε αυτά. Εχει δίκιο όταν λέει ότι τα ελληνικά δεν «κινδυνεύουν να σβήσουν από τον χάρτη επειδή κάποιος τα εχθρεύεται». Δεν ισχύει όμως ότι «οι Ελληνες που τα κληρονόμησαν αδιαφορούν για την ύπαρξή τους». Δεν γνωρίζουμε άλλη χώρα που να τσακώθηκε τόσο πολύ –και να διαφωνεί ακόμη– για το γλωσσικό ζήτημα.

Τα ελληνικά, όπως και πολλές άλλες γλώσσες, φθίνουν διότι δεν αποτυπώνεται σε αυτά νέα γνώση. Καλώς ή κακώς –και για λόγους ανεξάρτητους της προσπάθειας των πληθυσμών– η επιστήμη και η τεχνολογία μιλάει αγγλικά, όπως κάποτε η νομική μιλούσε λατινικά και η φιλοσοφία ελληνικά. Υπάρχει μια ευθεία σχέση μεταξύ ισχύος και παραγωγικότητας ενός πληθυσμού με την κυριαρχία μιας γλώσσας. Πάρα πολλοί Αλβανοί μιλούν ελληνικά διότι χρειάστηκε να εργασθούν, να εμπορευθούν, με τον ισχυρό εταίρο της περιοχής. Είναι η ισχυρή οικονομία που πληρώνει για την καλλιέργεια και την εξάπλωση μιας γλώσσας, που πληρώνει την παραγωγή νέας γνώσης, που φτιάχνει καινούργιες έννοιες και νέα πράγματα που χρειάζονται νέες λέξεις. Να σημειώσουμε ότι, κάποιες φορές, και ασθενείς χώρες παράγουν νέες έννοιες και νέες λέξεις για τον παγκόσμιο διάλογο. Π.χ. η μεγαλύτερη συνεισφορά της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια στην πολιτική επιστήμη είναι η έννοια και η λέξη «kolotoumpa».

Αποτελεί πρόβλημα το γεγονός ότι οι νεοέλληνες –ανεξαρτήτως ηλικίας– δεν διαβάζουν στη δημοτική, και λογικώς δεν θα διάβαζαν και σε γλωσσότυπους που δεν μιλούν. Και αυτό, διότι μαζί με την «κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης (και το σβήσιμο), της περισπωμένης και των πνευμάτων από τη γραφή» εισήχθη και το δόγμα της ισότητας στη βολή. Σήμερα, το μόνο που μαθαίνει κάποιος στο ελληνικό σχολείο είναι να μισεί το διάβασμα. Λογικό, διότι τα νέα παιδιά, στην πιο όμορφη ηλικία τους, εξαναγκάζονται να αποστηθίζουν κάποιον περιορισμένο αριθμό σελίδων, χωρίς να έχουν την ανταμοιβή της κατανόησης όσων διαβάζουν. Μπορούν (για περιορισμένο διάστημα δύο χρόνων, που προετοιμάζονται για τις εξετάσεις) να πουν «νεράκι» αποσπασματικές πτυχές της Ιστορίας, χωρίς να μαθαίνουν ότι αυτές εντάσσονται σε ένα συνολικότερο πλαίσιο, χωρίς να νιώσουν την πληρότητα της γνώσης. Οι νέες έννοιες, όλα τα θαυμαστά που συμβαίνουν στον κόσμο, είναι εκτός ύλης. Αφήστε δε που υπάρχουν πάντα οι άγρυπνοι εθναμύντορες να κατσαδιάσουν όποιον προτείνει κάτι διαφορετικό από τις στείρες προσεγγίσεις του παρελθόντος. Και βεβαίως, θα ήταν θαυμάσιο να διαβάζουν όλοι οι Ελληνες αρχαία τραγωδία στο πρωτότυπο, αλλά δεν θα ήταν άσχημο να ξέρουν κυρίως τι πραγματεύεται επί της ουσίας η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

Δεν λείπουν οι λέξεις από την ελληνική γλώσσα, απουσιάζουν οι έννοιες από την ελληνική κοινωνία, οι οποίες θα γίνουν ή θα βρουν τις λέξεις είτε της «καθαρευούσης» είτε της δημοτικής, ή θα τις αντλήσουν (όπως το έκανε πολύ καλά ο Καβάφης) από όλη τη διαχρονική πορεία της γλώσσας μας και από τα ιδιώματα, ασφαλώς.

Η γλώσσα εξελίσσεται

Η γλώσσα εξελίσσεται για να καλύψει τις ανάγκες μιας κοινωνίας.  Αλλες ήταν την κλασική εποχή, άλλες την ελληνιστική, οπότε «εφευρέθηκαν» οι τόνοι και τα πνεύματα, και άλλες οι σημερινές. Η λεξιπενία είναι απλώς το σύμπτωμα μιας αντιπαραγωγικής εκπαίδευσης. Οταν διορθώσουμε το δεύτερο, όταν κάνουμε τα παιδιά να αγαπήσουν το διάβασμα και να στοχαστούν, τότε αυτά μεγαλώνοντας θα θεραπεύσουν και το πρώτο. Θα φτιάξουν ή θα αναστήσουν τις λέξεις που χρειάζονται, για να εκφράσουν όσα ξέρουν.

Συνεπώς θα συμφωνήσουμε με την κατακλείδα του άρθρου του κ. Θεοδωρόπουλου, για το δέον γενέσθαι στην Παιδεία: «Τιτάνιο το έργο, ειδικά όταν η εκπαίδευση μαθαίνει στους μαθητές της πώς να μη διαβάζουν. Κυρίως δε λογοτεχνία. Μόνον εκεί το παιδί θα βρει τον τρόπο να απελευθερωθεί από την ταπείνωση της γλώσσας του και να αντιληφθεί τη δύναμή της».

Πρώτα οι λέξεις, μετά οι ιδέες

Δεν χρειάζεται να έχεις διδακτορικό στην Ιστορία της Παιδείας στη Δύση για να ξέρεις ότι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών δεν υπήρξε ποτέ ένα αποκλειστικά γλωσσικό αγώνισμα που προέβλεπε χρυσό μετάλλιο για τους αριστείς της γραμματικής και του συντακτικού. Από τον ουμανιστικό ζήλο του Εράσμου (για να μην πάμε ακόμη πιο πίσω) μέχρι τους συγκαιρινούς προβληματισμούς (παρ’ ημίν, κατά κανόνα, καβγάδες), το ζήτημα της διδασκαλίας των δύο κλασικών γλωσσών αναδεικνύει, άλλοτε ρητά και άλλοτε έμμεσα, όψεις και πτυχές μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης πάνω σε ιδεολογικούς προσανατολισμούς, επιστημολογικές εμφάσεις και πολιτισμικές ταυτότητες. Πριν από δύο περίπου αιώνες, για τους Γερμανούς το «μαθαίνω ελληνικά» ήταν λιγότερο μάθημα και περισσότερο πνευματιστική συνεδρία που προσκαλούσε το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» να κατοικήσει τευτονικά σώματα. Πάντα πιο πρακτικοί και εμπειριστές, οι Βρετανοί είχαν ανακαλύψει ότι για το καλό μάνατζμεντ της αυτοκρατορίας τους, εκτός από στρατιώτες, πολιτικούς και εμπόρους, χρειάζονταν και οξφορδιανούς τζέντλεμεν που διέθεταν «προφίσιενσι» στα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά.
Εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι στην περίπτωση αυτή η γλώσσα δεν αντιμετωπιζόταν παρά ως απλό μέσο και όχημα για πρόσβαση στις παραδειγματικές ιδέες και αξίες του κλασικού κόσμου, ότι, δηλαδή, ήταν ο τελικός σκοπός που αγλάιζε το γλωσσικό μέσο. Δεν πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό, και εδώ πάλι δεν χρειάζεσαι το διδακτορικό που λέγαμε για να ξέρεις ότι οι κλασικές γλώσσες θεωρήθηκαν καθεαυτές άλλοτε ως αυτόνομο αισθητικό αγαθό και άλλοτε ως τα αναντικατάστατα «σούπερφουντς» για τη θρέψη της λογικής σκέψης και της κριτικής και αναλυτικής ικανότητας.
Και όλα αυτά πριν οι ρώσοι φορμαλιστές, η δομική γλωσσολογία, ο στρουκτουραλισμός και οι ποικίλες εκδοχές της λεγόμενης «γλωσσικής στροφής» αρχίσουν να μας κατηχούν στην ιδέα ότι η γλώσσα δεν είναι απλό εργαλείο, απροβλημάτιστα διαφανές μέσο ή δευτερογενές ως προς τη σκέψη και την πραγματικότητα φαινόμενο, αλλά, αντιθέτως, η μήτρα και ο μηχανισμός που ορίζει τη μορφολογία της σκέψης και της πραγματικότητας. Κάποιοι, και όχι αναγκαστικά οπαδοί της προ-γλωσσικής νοημοσύνης, θεωρούν ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά το κάρο τοποθετήθηκε πολύ πιο μπροστά από το άλογο, ωστόσο, αν εξαιρέσουμε ορισμένες φονταμενταλιστικές διακηρύξεις της διαβόητης Αποδόμησης που βλέπουν τη γλώσσα ως ανίατη «διολίσθηση» σε ένα άπατο βάραθρο «διαρκώς αναβαλλόμενου νοήματος», η αναψηλάφηση της ιεράρχησης σκέψη/πραγματικότητα-γλώσσα μέσα στον εικοστό αιώνα μάς απομάκρυνε από θετικιστικές αντιλήψεις για τη γλώσσα ως απλώς μέσο-εργαλείο (στο οποίο οι επιστήμονες προσθέτουν τεχνικούς όρους και οι λογοτέχνες καλολογικά στοιχεία) και μας έκανε πολύ πιο δεκτικούς απέναντι στην ετυμηγορία εκείνη που θέλει τα όρια του κόσμου μας να είναι τα όρια της γλώσσας μας. Και ταυτόχρονα, η αναψηλάφηση της ιεράρχησης τεκμηριώνει πιο συστηματικά την πεποίθηση ότι η ικανότητα για κριτική και αναλυτική σκέψη είναι ευθέως ανάλογη της γλωσσικής επάρκειας.
Το πόσο και πώς μεριμνούν γι’ αυτήν τη γλωσσική επάρκεια τα εκπαιδευτικά συστήματα σήμερα είναι ζήτημα που ασφαλώς δεν αφορά μόνο το ελληνικό σχολείο. Ούτε αφορά μόνο το ελληνικό σχολείο η αυξανόμενη επισφάλεια των δύο κλασικών γλωσσών στα προγράμματα διδασκαλίας, ωστόσο, και παρά την αμετακίνητη βεβαιότητά μου ότι ένα εκσυγχρονισμένο πρόγραμμα αρχαιογλωσσικής διδασκαλίας είναι αναντικατάστατο μέρος αυτής της μέριμνας, το ζήτημα της γλωσσικής αγωγής πρέπει να τεθεί στο ευρύτερο δυνατό πλαίσιό του που συμπεριλαμβάνει και παράγοντες που σπάνια αξιολογούνται με ουσιαστικό τρόπο, όπως είναι η χρήση της γλώσσας από τη μεριά του δασκάλου στην τάξη (όσο ξέρω, δεν είναι όλοι οι φιλόλογοι φίλοι του λόγου) και η γλώσσα των εγχειριδίων. Χρειάζεται γνώση και αίσθηση ευθύνης από πολλούς, και είναι αλήθεια ότι ένα επαγωγό γλωσσικό περιβάλλον δεν είναι συνάρτηση μόνο της θεσμικής εκπαίδευσης. Πρέπει, όμως, και οι πολιτικοί υπεύθυνοι της παιδείας να διαθέτουν, εκτός από παιδεία, και καλή αίσθηση ιεράρχησης των προτεραιοτήτων. Αλλά τη γλωσσική αγωγή ως συνειδητοποιημένη προτεραιότητα (για τους σωστούς λόγους και όχι ως υπόκρουση της πανηγυρικής γλωσσοεθνικοφροσύνης) δεν την πολυείδαμε εδώ και πολύν καιρό στην ατζέντα της εκπαιδευτικής πολιτικής και των πολιτικών.
Αντιθέτως, τις τελευταίες εβδομάδες είδαμε μια δραστική αντιστροφή προτεραιοτήτων δυνάμει της οποίας ένα γλωσσικό μάθημα, τα Λατινικά, ουσιαστικά ακυρώνεται (το σκεπτικό δε θα χρειαστεί πλέον να το σχολιάσουμε) με την προοπτική μιας εντατικής κατήχησης στο κοινωνιολογικό επιστητό. Δεν ξέρω αν πρόκειται για παιδαγωγικό νεωτερισμό με ένα κρυμμένο (ιδεολογικό) τραύμα, αλλά θα ήταν ενδιαφέρον να δει κανείς πώς θα μεταβολίσουν την «αναστοχαστική κοινωνιολογία» του Μπουρντιέ τα δεκαεξάχρονα που «διαπρέπουν» στo διεθνές πρόγραμμα PISA το οποίο αξιολογεί περιοδικά μαθητές και μαθήτριες, μεταξύ άλλων, και στην κατανόηση κειμένου. Μπορώ, όμως, να προβλέψω ότι το πολύ ελληνικό εκπαιδευτικό άθλημα της απομνημόνευσης θα επιτύχει νέες παγκόσμιες επιδόσεις.
Κάποτε ο διάσημος ζωγράφος Ντεγκά βαρυγκομούσε στον Στέφανο Μαλαρμέ ότι, ενώ είχε πληθώρα ιδεών, όταν έβαζε το καλαμάρι στο χαρτί δεν του ερχόταν ούτε μια γραμμή ποίησης. «Με λέξεις γράφονται τα ποιήματα» του απάντησε ο άλλος, «όχι με ιδέες». Ο σημερινός υπουργός Παιδείας εμφορείται από τη βεβαιότητα ότι αυτό που αξίζει από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο είναι οι ιδέες του και οι αξίες του, όχι η γραμματική και το συντακτικό της γλώσσας του. Είναι προφανές ποια είναι η αντίληψή του για το τι είναι γλώσσα γενικώς. Με κάθε σεβασμό και ειλικρινή διάθεση, του προτείνουμε να το ξανασκεφτεί, και αν θεωρεί, και με το δίκιο του, ότι η γλωσσική εκπαίδευση στο σημερινό σχολείο δεν γίνεται σωστά, να κάνει προτεραιότητά του τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της.
Ο κ. Θεόδωρος Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ.
Οτι υπάρχει ένα μείζον πρόβλημα στη χρήση τής γλώσσας μας αποτελεί καθημερινή εμπειρία των ευαίσθητων ομιλητών τής Ελληνικής και μόνιμη έκφραση παραπόνων από πάρα πολλούς απλούς χρήστες τής γλώσσας σε διάφορες ευκαιρίες. Προφανώς, οι επισημάνσεις, οι επικρίσεις, οι διαμαρτυρίες δεν αφορούν στο ανύπαρκτο, ευτυχώς, όλα τα τελευταία χρόνια «γλωσσικό ζήτημα» αλλά αναφέρονται – αν θελήσουμε να το διατυπώσουμε προσεκτικά – στην ποιότητα τής γλώσσας που μιλούμε και γράφουμε. Αυτό είναι το πρόβλημα, και ας το πούμε καθαρά είναι ένα ευρύτερο πρόβλημα στη χρήση τής γλώσσας που επισημαίνεται από τους ομιλητές σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών, από υπεύθυνους πολίτες οι οποίοι έχουν απαιτήσεις από τη γλώσσα.
Για να αντιμετωπίσουμε το «πρόβλημα ποιότητας» στη χρήση τής γλώσσας, πρέπει να αντιληφθούμε με τι «εξισούται» η γλώσσα, τις «γλωσσικές εξισώσεις» που ως προϋποθέσεις εξασφαλίζουν την ποιότητα στη χρήση της.
Θα δώσω ένα διάγραμμα αυτών των εξισώσεων:
(1) Γλώσσα = ΣΚΕΨΗ
Πρέπει να καταλάβουμε (κι οι δάσκαλοι να διδάξουμε) ότι οι λέξεις δεν υπάρχουν για τις λέξεις αλλά για τις έννοιες που θέλουμε να δηλώσουμε, συγκροτώντας τα νοήματά μας. Οι λέξεις είναι συμβατικά κωδικοποιημένες έννοιες με τη μορφή σημασιών («σημαινομένων») που παίρνουν και μια φθογγική δήλωση(«σημαίνοντα»). Η σύν-ταξη των λέξεων σε προτάσεις είναι για να εκφραστούν γλωσσικά οι νοητικές συν-άψεις των εννοιών σε νοήματα. Αρα, εφόσον η γλώσσα είναι η έκφραση τής σκέψης μας, κάθε ποιότητα στη γλώσσα είναι και ποιότητα στη σκέψη μας και τανάπαλιν.
(2) Γλώσσα = ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ + ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ + ΣΥΝΤΑΞΗ
Στον εγκέφαλο τού ανθρώπου όπου εδράζεται το «λογισμικό τού νου» (εννοιολόγιο – νοητικές κατηγορίες – νοήματα), έχει την έδρα του και το «λογισμικό τής γλώσσας» (λεξιλόγιο – γραμματική – σύνταξη). Αρα, η ποιότητα στη γλώσσα είναι συνάρτηση ενός κατά το δυνατόν πιο καλλιεργημένου και πλούσιου λεξιλογίου σε συνδυασμό με έναν εξίσου ασκημένο και καλλιεργημένο μηχανισμό με τον οποίο συνθέτουμε το λεξιλόγιο σε συντεταγμένο λόγο, με τον μηχανισμό τής γραμματικής και τής σύνταξης. Η γνώση τού λεξιλογίου χωρίς επαρκή και καλλιεργημένη γνώση τού μηχανισμού που το οργανώνει, το προβάλλει και το αξιοποιεί καταλήγει σε ποιοτική υστέρηση στη χρήση τής γλώσσας. Η γραμματική εκδικείται!
(3) Γλώσσα = ΡΗΜΑ
Γλωσσικά ζούμε στο «βασίλειο τού ρήματος»! Ο πυρήνας τής γλώσσας είναι το ρήμα, οι ενέργειες δηλ., οι πράξεις, οι δραστηριότητές μας, οι καταστάσεις μας, γύρω από τις οποίες «κτίζεται» ο λόγος μας. Πρόσωπα και πράγματα (τα «ουσιαστικά» τής γραμματικής) εξειδικεύουν τις ενέργειές μας (τα «ρήματα» τής γραμματικής). Χρόνος, χώρος, τρόπος, αιτία, σκοπός κ.λπ. (τα «επιρρήματα», οι «προθέσεις», οι «σύνδεσμοι» τής γραμματικής) εξειδικεύουν περαιτέρω τις ενέργειές μας, ενώ καθορισμός (τα «άρθρα» τής γραμματικής) και χαρακτηρισμοί (τα «επίθετα» τής γραμματικής) εξειδικεύουν περαιτέρω τα πρόσωπα και τα πράγματα (τα «ουσιαστικά»). Αρα, η κατανόηση τού ρόλου των συστατικών τής γλώσσας μας μαζί με την άσκηση και την καλλιέργεια τής λειτουργίας τους είναι προϋπόθεση για την ποιότητα στη χρήση της.
(4) Γλώσσα = ΣΥΓΧΡΟΝΙΑ + ΔΙΑΧΡΟΝΙΑ («ΠΑΓΧΡΟΝΙΑ»)
Κάθε ποιοτική χρήση τής γλώσσας στηρίζεται στη σημερινή δομή και λειτουργία της, στη συγχρονική της κατάσταση. Αυτή η διάσταση είναι καθοριστική και προηγείται. Ωστόσο, γλώσσες με μακρά χρονική παρουσία και μακρά ιστορική διμορφία, όπως η Ελληνική, χρειάζονται στην κατάκτησή τους εντός και εκτός σχολείου και τη διαχρονική διάσταση. Είναι χρήσιμο και πρακτικά αξιοποιήσιμο να γνωρίσει ήδη ο μαθητής στο σχολείο ότι το είμαι δεν είναι παρά το αρχαίο ειμί, που η μετοχή του ών ούσα όν έχει δώσει τα όντα, την οντότητα, το όντως, αλλά και τα παρών παρούσα παρόν και απών απούσα απόν και τα παρουσία καιαπουσία, όπως και η ίδια η ουσία έδωσε τα ουσιώδης και επουσιώδης και ουσιαστικός, αλλά και τα ανούσιος, αυτούσιος, επιούσιος και περιούσιος και τα μετουσιώνω και μετουσίωση κ.ά. Η εκμάθηση, λοιπόν, τής γλώσσας στη διπλή της διάσταση, τη συγχρονική κυρίως και δευτερευόντως τη διαχρονική, την «παγχρονική» (για να χρησιμοποιήσουμε έναν ειδικό όρο), θα εξασφαλίσει μια ποιότητα στη χρήση τής γλώσσας, αφού ως γνωστόν οι λεγόμενες «απαιτητικές λέξεις» προϋποθέτουν μια τέτοια γνώση (λέξεις όπως ανένδοτος, ενδοτικός, ενδίδω, ευάλωτος, άλωση, κατά το δοκούν, υπέρ το δέον, φειδώ, αφειδώς, δυσήνιος, δυσθυμία, δυσειδής, δυσανεξία, κατησχυμμένος, νενομισμένος, ανιούσα, κατιούσα, οικόσιτος, οικουρώ, πλησίστιος, πόθεν έσχες, συναγελάζομαι, υπερακοντίζω κ.ά.).
(5) Γλώσσα = ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Οι επιλογές στη γλώσσα είναι, στην πράξη, η γλωσσική ελευθερία μας. Οι επιλογές συνιστούν μια γενική ιδιότητα τής γλώσσας που δεν είναι συνήθως συνειδητή στους ομιλητές. Οι επιλογές αυτές δεν είναι «πολυτέλεια» αλλά ανάγκη, αφού καθιστούν δυνατή την παρουσίαση των γλωσσικών πληροφοριών από διαφορετικές οπτικές γωνίες και διαφορετική προοπτική. Αλλη είναι η προοπτική τής πρότασης «Ο υπουργός υπέγραψε τη συμφωνία» από την πρόταση «Η συμφωνία υπεγράφη» ή την πρόταση «Η υπογραφή τής συμφωνίας…». Αν ενδιαφέρει η προβολή τού «δρώντος προσώπου», επιλέγω την α΄ πρόταση∙ αν ενδιαφέρει η προβολή τού «αντικειμένου τής δράσης», επιλέγω τη β’, ενώ η επιλογή τής γ’ είναι περισσότερο ουδέτερη και περιγραφική πάλι τού «αντικειμένου τής δράσης». Επομένως, η ίδια σε περιεχόμενο πληροφορία προβάλλεται διαφορετικά από τη χρήση ενεργητικής φωνής (η α’), τη χρήση παθητικής φωνής (η β’) και ονοματικής πρότασης (η γ’). Αυτό ισχύει και στους τρεις τομείς: λεξιλόγιο, γραμματική, σύνταξη. Αρα, η αξιοποίηση των επιλογών εξασφαλίζει ποιότητα στον λόγο μας, αφού κάθε λεπτή απόχρωση στη χρήση τής γλώσσας και στα νοήματά μας στηρίζεται σε τέτοιες επιλογές σε όλα τα επίπεδα.
(6) Γλώσσα = ΑΞΙΑ
Αν δεν συλλάβουμε και δεν πιστέψουμε στη γλώσσα ως αξία, αλλά τη δούμε σαν ένα απλό όργανο (που είναι βεβαίως κι αυτό), τότε αποδυναμώνουμε επικίνδυνα τη σχέση μας με τη γλώσσα. Γιατί η γλώσσα, πέρα από ένα απλό όργανο, είναι ο πολιτισμός μας, η ιστορία μας, η σκέψη μας, ο ψυχισμός μας, η ταυτότητά μας. Είναι η ατομική και συλλογική ιδιοπροσωπία μας. Είναι ο ίδιος «ο κόσμος μας», κατά τον Wittgenstein. Αν ενστερνισθούμε αυτή τη στάση απέναντι στη γλώσσα, τότε αλλάζει όλη η σχέση μας με αυτή, αφού δηλ. κατανοήσουμε ότι ο γλωσσικός μας κόσμος, σε όποια έκταση, μορφή και ποιότητα τον οικοδομούμε, είναι και ο κόσμος τής σκέψης και τής ίδιας τής ύπαρξής μας. Τότε συνειδητοποιούμε ότι αξίζει να αγωνισθούμε για αυτόν. Πολύ περισσότερο που η κατάκτηση τής μητρικής μας γλώσσας είναι έργο ζωής.
Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

Μητρικής γλώσσης εγκώμιον

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  02/02/2014 

Η Διεθνής Ημέρα για τη μητρική γλώσσα που θα εορτασθεί σε λίγες μέρες δίνει ευκαιρία για μερικές σκέψεις πάνω σ’ αυτό το καίριο θέμα. Κάθε άνθρωπος όπου γης διαθέτει ένα κοινό γνώρισμα: μαθαίνει εξ απαλών ονύχων τη μητρική του γλώσσα. Πρόκειται για ένα προνόμιο τού ανθρώπινου είδους που συμβαδίζει και ανατροφοδοτείται από το έτερο μεγάλο χάρισμα τού ανθρώπου, τον νου. Νόηση και μητρική γλώσσα ξεχωρίζουν τον άνθρωπο και μέσα από τη συγκρότηση κοινωνιών τού εξασφαλίζουν «ποιότητα ζωής». Αυτό το διπλό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι, άλλωστε, αυτό που τον διαφοροποιεί ποιοτικά από όλα τα λοιπά έμβια όντα. Γιατί με τη μητρική του γλώσσα ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει τον κόσμο, αφού πρώτα τον συλλάβει με τον νου του. Το υπαρξιακό τρίπτυχο όντα τού κόσμου, έννοιες τού νου (με τις οποίες υπάρχουν για μας τα όντα) και σημασίες / λέξεις τής μητρικής γλώσσας (με τις οποίες δηλώνονται οι έννοιες) περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό τη γλώσσα.
Μιλώντας για γλώσσα αναφερόμαστε πρωτίστως στη μητρική γλώσσα που είναι κτήμα όλων. Αυτό δε που διακρίνει τη μητρική γλώσσα από οποιαδήποτε άλλη, από μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες που μαθαίνει κανείς, είναι ότι μόνο τη μητρική γλώσσα κατακτά εις βάθος, τόσο σε λογικό επίπεδο (γραμματική και συντακτική δομή – λεξιλόγιο) όσο και σε βιωματικό (συνθήκες πραγματικής χρήσης στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα). Γι’ αυτό οι γλωσσολόγοι επιφυλάσσουν για τη μητρική γλώσσα τον όρο κατάκτηση (acquisition), ενώ για τη γνώση μιας ξένης γλώσσας χρησιμοποιούν σκόπιμα έναν πιο «ήπιο» όρο, τον όρο (εκ) μάθηση (learning). Κατακτάς μόνο τη μητρική σου γλώσσα, ενώ κάθε άλλη απλώς την μαθαίνεις, περισσότερο ή λιγότερο καλά.
Αυτό που πρέπει να τονιστεί και που κατεξοχήν διακρίνει τη μητρική από μια ξένη γλώσσα είναι ότι για κάθε φυσικόομιλητή η γνώση τής μητρικής γλώσσας δεν είναι ένα απλό εργαλείο συνεννόησης («εργαλειακή αντίληψη»), αλλά είναι κύριο συστατικό τής ταυτότητάς του, είναι ο πολιτισμός του μέσα από το ιστορικό εννοιολογικό φορτίο των λέξεων που χρησιμοποιεί, είναι η ψυχοσύνθεσή του και η νοοτροπία τού λαού του, είναι ο τρόπος που βλέπει και εκφράζει τον κόσμο του, είναι η σκέψη του, είναι η πατρίδα του. Είναι δηλ. όλα τα στοιχεία που συνιστούν την «αξιακή αντίληψη» τής γλώσσας, μια έννοια που υπερβαίνει κάθε απλή χρηστική αντίληψη.
Ο αξιακός αυτός χαρακτήρας τής γλώσσας κάνει ώστε κάθε γλώσσα να είναι ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό μέγεθος. Κάθε μητρική γλώσσα, ως διαχρονική έκφραση ενός ολόκληρου λαού, συνιστά αυταξία. Οι δε πολλές χιλιάδες γλώσσες τού κόσμου συνιστούν ένα σύνολο διαφορετικής σύλληψης, οργάνωσης και έκφρασης τού κόσμου, ένα σύνολο ισότιμων αλλά διαφορετικών εν πολλοίς γλωσσών που όλες μαζί συνθέτουν την οικολογία τής γλώσσας. Και είναι αυτή η διαφορετικότητα, η γλωσσική πολυμορφία που αποτελεί αναπαλλοτρίωτη γλωσσική περιουσία των λαών, την πιο πολύτιμη κληρονομιά, η οποία αξίζει τον σεβασμό μας. Οσο φυσική είναι η γλωσσική διαφοροποίηση (ακόμη και μεταξύ των ατόμων που μιλούν την ίδια γλώσσα) άλλο τόσο «αφύσικη» είναι κάθε τεχνητή «κοινή γλώσσα» (Εσπεράντο, Βολαπύκ κ.ά.) που φιλοδοξεί ουτοπικά να υποκαταστήσει τις φυσικές γλώσσες. Η «ύβρις» μιας δήθεν ενιαίας γλώσσας για όλα τα έθνη τού κόσμου, δηλ. μιας απόλυτα παγκοσμιοποιημένης γλώσσας, είναι μια άλλη έκφανση τής ανθρώπινης αλαζονείας, ανάλογη με εκείνη που προκάλεσε τη Βαβέλ, «τη σύγχυση γλωσσών». Η έννοια μιας «ενιαίας γλώσσας» για όλους ούτε υπήρξε ποτέ ούτε μπορεί να υπάρξει, γιατί θα προσκρούει πάντα σε μια αδήριτη γλωσσική πραγματικότητα, στην εγγενή διαφοροποίηση τής γλώσσας που διαμορφώνουν πάντα διαφορετικοί λαοί, με διαφορετικό πολιτισμό, ιστορία και νοοτροπία. Το μόνο που μπορεί να υπάρξει – και έχει υπάρξει κατά καιρούς – είναι μια ευρύτερης χρήσεως δεύτερη γλώσσα, μια ξένη δηλ. γλώσσα που χρησιμοποιείται ως lingua franca, γλώσσα επικοινωνίας για πρακτικές ανάγκες συνεννόησης, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται υπεργενικευτικά και ως «κοινή γλώσσα».
Συνήθως θεωρούμε ως δεδομένη και συγκριτικά πιο εύκολη τη γνώση τής μητρικής γλώσσας από εκείνη μιας ξένης γλώσσας. Η άποψη αυτή ισχύει με την έννοια ότι μια σημαντική παράμετρος τής γλώσσας, το γλωσσικό περιβάλλον (οικογένεια, σχολείο, κοινωνία, ΜΜΕ κ.ά.), που παίζει καθοριστικό ρόλο στη γνώση τής γλώσσας, συνοδεύει κατά φυσικό τρόπο μόνο τη μητρική γλώσσα. Ετσι, δεν είναι τυχαίο που φυσικοί ομιλητές χαρακτηρίζονται μόνο οι ομιλητές τής μητρικής γλώσσας. Ωστόσο, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν ζήσει κανείς επί μακρόν στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα και ασχοληθεί συστηματικά με τη μάθησή της, τότε αποκτά μια βιωματική γνώση τής μη μητρικής γλώσσας που μπορεί να εγγίσει τα όρια τής κατάκτησης.
Τέλος, ακόμη και προκειμένου για τη μητρική γλώσσα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλη τη ζωή μας, από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι βαθέος γήρατος, διατελούμε μονίμως «μαθητές» τής μητρικής μας γλώσσας, η δε κατάκτησή της σ’ ένα απαιτητικό επίπεδο είναι πάντα «έργο ζωής».

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ελληνική: μία και ενιαία γλώσσα

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ 10/11/2013

Η ελληνική γλώσσα είναι, ως γνωστόν, από τις ελάχιστες γλώσσες του κόσμου που διατηρήθηκε ενιαία και αδιάσπαστη χιλιετίες. Πράγματι η Ελληνική είναι η μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα που μιλιέται χωρίς διακοπή επί 4.000 χρόνια και γράφεται επί 3.500 χρόνια. Είναι γεγονός επίσης ότι, όπως και όλες οι άλλες γλώσσες της οικουμένης, υπέστη και αυτή σημαντικές αλλαγές και διαφοροποιήσεις κατά τη μακραίωνη εξέλιξή της, καθώς αλλάζει αναπόδραστα καθετί το ζωντανό – διατήρησε ωστόσο αλώβητη την ιστορική της ενότητα και συνέπεια, παρέχοντας έτσι αδιαφιλονίκητες μαρτυρίες για την ιστορική συνέχεια και ενότητα συνάμα του ελληνικού πολιτισμού. Η άποψη εν προκειμένω του έγκριτου ελληνιστή Robert Browning είναι νομίζουμε απόλυτα εύλογη – ότι δηλαδή «δεν αποτελεί υπερβολή να υποστηριχθεί πως η Ελληνική δεν είναι μια σειρά από ξεχωριστές γλώσσες αλλά μία και ενιαία γλώσσα, και ότι αν κάποιος επιθυμεί να μάθει Ελληνικά, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν θα αρχίσει από τον Ομηρο, τον Πλάτωνα, την Καινή Διαθήκη, το έπος του Διγενή Ακρίτα ή τον Καζαντζάκη». Παρόμοιες ή παρεμφερείς απόψεις για την ελληνική γλώσσα έχουν διατυπώσει και πολλοί άλλοι διακεκριμένοι ξένοι ελληνιστές, όπως οι G. Thomson, L. Palmer, A. Mirambel, P. Chantraine και F. Adrados.

Και ο ενιαίος χαρακτήρας της Ελληνικής μπορούμε να πούμε ότι εδράζεται σε τρεις κυρίως παράγοντες: στην ετυμολογική συνέπεια και συνέχεια του λεξιλογίου της, στη διαχρονική ομοιομορφία της γραφής της και στην οργανική, τη δομική θα λέγαμε, συνοχή της. Ετσι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι χιλιάδες λέξεις ή ετυμολογικές ρίζες, όπως και οι παραγωγικοσυνθετικοί μηχανισμοί τους – με άλλα λόγια το κύριο σώμα της Ελληνικής -, είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος ολόιδιες και κοινές σε όλες τις ιστορικές περιόδους και φάσεις της μακραίωνης διαδρομής της. Οταν λόγου χάριν προφέρουμε τις λέξεις θάλασσα, ουρανός, δήμος, δημοκρατία, τραγωδία, κωμωδία, θάνατος, τέλος, μοίρα, τύχη κ.λπ., θα λέγαμε ότι κατά τινα τρόπον «επικοινωνούμε» νοερά με εκείνους τους κατοίκους αυτής της χώρας που έζησαν χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς και χρησιμοποίησαν τις ίδιες αυτές λέξεις με την ίδια περίπου σημασία. Εξάλλου στη διάρκεια όλων αυτών των αιώνων οι λέξεις παριστάνονταν με τα ίδια γράμματα από τότε ως σήμερα – ειδικότερα από τον 8ο αι. π.Χ. όπου ανάγονται οι πρώτες επιγραφές σε αλφαβητική γραφή, όπως είναι επί παραδείγματι οι γνωστές επιγραφές του Διπύλου (περίπου 740-730 π.Χ.) και του κυπέλλου του Νέστορα (δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ.). Πρόσφατα μάλιστα συναρπαστικές ανακαλύψεις εγχάρακτων γλωσσικών θραυσμάτων στην Αίγυπτο και στην Κεντρική Ιταλία, τα οποία χρονολογούνται από τις αρχές του 8ου αι. π.Χ., συνηγορούν υπέρ της θεωρίας ότι η προσαρμογή του φοινικικού αλφαβήτου σε ελληνικό έγινε κατά τον 9ο αι. π.Χ. ή και ακόμη νωρίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Αλλά και η οργανική συνοχή της Ελληνικής, που αποτελεί τον τρίτο παράγοντα της διαχρονικής της ενότητας, είναι όντως παραδειγματική· γιατί μπορεί να υπέστη, ως ζωντανός οργανισμός, πολλές και ποικίλες μεταβολές στη δομή της – ιδιαίτερα επί του φωνολογικού πεδίου, στη διάρκεια της ελληνιστικής κυρίως εποχής, κατά την οποία σφυρηλατήθηκε, καθώς γνωρίζουμε, και η φυσιογνωμία της Νεοελληνικής -, αλλά οι αλλαγές αυτές δεν μπόρεσαν να αλλοιώσουν τον εσώτερο οργανισμό της, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ταυτότητάς της.

Ούτε λοιπόν η αρχαία Ελληνική είναι νεκρή γλώσσα, σαν τη Λατινική, όπως ειπώθηκε πρόσφατα, αλλά ζωντανή και θάλλουσα παρουσία μέσα στον κορμό της Νεοελληνικής, αφού ζωντανή και σφριγηλή παραμένει έως σήμερα η μία και ενιαία Ελληνική. Αξίζει πράγματι να αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα με κάποια χονδρικά ποσοστά: Από τις 110 λέξεις που περιέχουν και τα δύο μαζί προοίμια της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» (8ος αι. π.Χ.) το ένα τρίτο και πλέον από αυτές χρησιμοποιούνται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ατόφιες και ολοζώντανες στη Νεοελληνική, ενώ οι υπόλοιπες γίνονται αμέσως κατανοητές με τη βοήθεια ελάχιστων εξηγητικών σχολίων. Από τις περίπου 500 λέξεις που περιλαμβάνει ο γνωστός λόγος του Λυσία «Υπέρ Αδυνάτου» (5ος αι. π.Χ.) μόνο το ένα τρίτο περίπου από αυτές είναι κάπως δύσληπτες για τους Νεοέλληνες, ενώ οι υπόλοιπες είναι σε ευρύτατη χρήση στη Νεοελληνική. Από τις 4.900 λέξεις της Καινής Διαθήκης (1ος-2ος αι. μ.Χ.) κατά τον Γεώργιο Χατζιδάκι, τον πατέρα της ελληνικής Γλωσσολογίας, οι μισές περίπου, δηλαδή οι 2.280, χρησιμοποιούνται ευρέως και σήμερα, οι 2.220 είναι ευκολονόητες από τους Νεοέλληνες και μόνο περίπου 400 χρειάζονται ερμηνευτικό σχολιασμό, για να γίνουν κατανοητές. Τέλος από τις περίπου 800 λέξεις που περιέχουν οι 24 οίκοι ή στάσεις του «Ακάθιστου Υμνου» (πιθανόν 7ος αι. μ.Χ.) περίπου το ένα τρίτο από αυτές απαιτούν εξηγητικά σχόλια, για να καταστούν εύληπτες, ενώ οι υπόλοιπες είναι σε κοινή χρήση στη Νεοελληνική. Και για ένα μικρό μέτρο σύγκρισης με τα παραπάνω αναφερόμενα ποσοστά αρκεί να επισημάνουμε τούτο μόνο: Κείμενα της αρχαιότερης Αγγλικής είναι σχεδόν ακατάληπτα από τους σύγχρονους Αγγλους χωρίς κατάλληλα ερμηνεύματα. Κανείς όμως έως τώρα δεν χαρακτήρισε τα παλαιότερα Αγγλικά «νεκρή γλώσσα», ούτε πρότεινε να περιοριστεί στο ελάχιστο η διδασκαλία τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Ο κ. Γεράσιμος Α. Μαρκαντωνάτος είναι διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας – συγγραφέας.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων