Ο μεγάλος ένοχος

ΑΠΟΨΕΙΣ

Στην εξαιρετικά δυσχερή και αδιέ-ξοδη κατάσταση που βρέθηκε η Ελλάδα στις αρχές του 1921 λόγω του πολέμου στη Μικρά Ασία, η χώρα διέθετε δύο ικανότατους ανθρώπους, στους οποίους μπορούσε και έπρεπε να στηριχθεί: τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο διπλωματικό πεδίο και τον Ιωάννη Μεταξά στο στρατιωτικό. Και τους δύο απέκλεισε και αχρήστεψε ο Δημήτριος Γούναρης, από εμπάθεια και ιδιοτέλεια.

Ανεξάρτητα από την προγενέστερη διαφωνία τους (το 1915) για τη Μικρά Ασία, την άνοιξη του 1921 υπήρχε πλέον σύμπτωση απόψεων μεταξύ Βενιζέλου και Μεταξά. Στη συζήτηση που είχε με τον Γούναρη, τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη και τον Νικόλαο Θεοτόκη στις 25 και 29 Μαρτίου 1921, ο Μεταξάς συμβούλεψε να ξεχάσουν τις επιθετικές ενέργειες, να οχυρώσουν τα σύνορα της Συνθήκης των Σεβρών και να περιοριστούν στην άμυνα, μέχρι να βρεθεί διπλωματική λύση. Παρόμοιες απόψεις είχε και ο Βενιζέλος, όπως προέκυψε από επιστολή του που δημοσιεύτηκε έξι μήνες αργότερα. (Την είχε στείλει στις 3 Ιουλίου προς τον επικεφαλής των Φιλελευθέρων απόστρατο στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή.) Oταν τη διάβασε στις 19 Σεπτεμβρίου, ο Μεταξάς σημείωσε απλώς στο ημερολόγιό του: «Ακριβώς αι ιδέαι μου».

Επιπλέον, ο Μεταξάς το 1921 δεν θεωρούσε πια αδιανόητη τη συνεργασία με τον Βενιζέλο. Αγανακτισμένος με τη νοοτροπία των συνομιλητών του, ξέσπασε: «Εις το κάτω-κάτω, εάν μόνον διά του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθη ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;».

Oμως ο Γεώργιος Βλάχος, γράφοντας όπως πάντα για λογαριασμό του Γούναρη, είχε βροντοφωνάξει από την «Καθημερινή» στις 27 Δεκεμβρίου 1920: «Ημείς, οτιδήποτε και αν συμβή εις την χώραν αυτήν, δεν θέλομεν τον κ. Ε. Βενιζέλον». Οτιδήποτε και αν συμβεί…

Εγκλωβισμένη στη νοοτροπία αυτή, που επέβαλε προσωπικά ο Γούναρης, η Αντιβενιζελική ηγεσία δεν διανοήθηκε να επωφεληθεί από τις επανειλημμένες υποδείξεις του Βενιζέλου, ούτε βέβαια να τον χρησιμοποιήσει στο εξωτερικό, όπως ήθελε αρχικά ως πρωθυπουργός ο Δημήτριος Ράλλης. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Γούναρη και τον βασιλέα Κωνσταντίνο στις 22 Ιανουαρίου 1921. Ενδεικτικά, ακόμη και στις 30 Μαρτίου 1922, παρά το εντεινόμενο διπλωματικό αδιέξοδο, η «Καθημερινή» θεωρούσε «ανόητη» την «αξίωση» των Βενιζελικών να ανατεθεί στον Βενιζέλο η εκπροσώπηση της Ελλάδας στο εξωτερικό.

Eτσι αχρηστεύτηκε ο Βενιζέλος. Ας δούμε τώρα πώς αχρηστεύτηκε από τον Γούναρη και ο Μεταξάς.

Το 1922 ο Δημήτριος Γούναρης, από εμπάθεια και ιδιοτέλεια, απέκλεισε δύο ικανότατους ανθρώπους: τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο διπλωματικό πεδίο και τον Ιωάννη Μεταξά στο στρατιωτικό.

Τον Μάρτιο του 1921, η μία και μοναδική θέση που ήταν έτοιμος να αποδεχθεί ο Μεταξάς ήταν η θέση του υπουργού Στρατιωτικών. Ως υπουργός Στρατιωτικών, θα είχε τον πλήρη έλεγχο του στρατού και των επιχειρήσεων, επιβάλλοντας τις δικές του απόψεις. Αλλά δεν του το πρότειναν, ούτε αυτός το ζήτησε, επειδή γνώριζε ότι ο Γούναρης το απέκλειε, αφού δεν θα μπορούσε ποτέ να χειραγωγήσει τον Μεταξά. Eτσι, τον πίεσαν οι τρεις συνομιλητές του επί πολλές ώρες με απίστευτες κουτοπονηριές, απειλές και προσβολές που τον εξαγρίωσαν – χωρίς ποτέ να του προσφέρουν αυτό που θα δεχόταν.

Μετά τη μεγάλη νίκη των Αντιβενιζελικών στις εκλογές του 1920, ο Γούναρης φρόντισε να γίνει αμέσως υπουργός Στρατιωτικών. Προκαταλαμβάνοντας τον ίδιο τον βασιλέα Κωνσταντίνο, διάλεξε ως αρχιστράτηγο τον Αναστάσιο Παπούλα, που διατήρησαν οι Αντιβενιζελικοί σχεδόν μέχρι τέλους, μολονότι γνώριζαν εξαρχής ότι ήταν τελείως ακατάλληλος. Υπήρξε μάλιστα ο πιο αστοιχείωτος αντιστράτηγος του ελληνικού στρατού, αφού είχε ξεκινήσει απλός φαντάρος και δεν είχε, όπως φαίνεται, καμία απολύτως κατάρτιση – ούτε αξιωματικού ούτε καν υπαξιωματικού! Σ’ αυτόν εμπιστεύτηκαν τη μεγαλύτερη στρατιά που παρέταξε μέχρι τότε η Ελλάδα.

Διαμορφώθηκε έτσι μία κατάσταση που εξασφάλιζε απόλυτη ελευθερία κινήσεων στον Γούναρη. Κανείς από τους στρατιωτικούς δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσει, να επιβάλει και να εφαρμόσει με συνέπεια και συνέχεια ένα δικό του στρατηγικό σχέδιο στη Μικρά Ασία. Μόνο κάποιος σαν τον Μεταξά θα μπορούσε να το είχε κάνει, από τη θέση του υπουργού Στρατιωτικών. Αυτό όμως δεν το ανεχόταν ο Γούναρης, όταν πλέον έγινε πρωθυπουργός. Προτιμούσε στη θέση αυτή τον εντελώς ανίδεο Νικόλαο Θεοτόκη.

Στην ίδια συζήτηση του Μαρτίου 1921, μιλώντας για τον κίνδυνο να επανέλθει ο Βενιζέλος αν αυτοί αποτύχουν, ο Γούναρης έφτασε στο σημείο να απευθυνθεί στους συνομιλητές του επικαλούμενος τα εντελώς ατομικά τους συμφέροντα: «Εμέ προσωπικώς τι με μέλει; Eνας άνθρωπος είμαι. Δεν έχω παρά να πάρω τον δρόμον μου οπουδήποτε. Αλίμονον σε σας που έχετε δεσμούς [δηλ. οικογένεια] και περιουσίαν». Eτσι σκεφτόταν ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας για την περίπτωση εθνικής καταστροφής. Oτι αυτός θα πάρει απλώς το καπελάκι του και θα φύγει από τη χώρα. Eπρεπε άραγε να τον αφήσουν;

* Ο καθηγητής Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι συγγραφέας των βιβλίων «1915: Ο Εθνικός Διχασμός» και «Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού».

Ο λοιμός του δυτικού πολιτισμού

ΒΙΒΛΙΟ

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ βάλλει κατά των Γάλλων ομοεθνών του για τη διάχυση του λεγόμενου «πολιτισμικού σχετικισμού»

Ο λοιμός του δυτικού πολιτισμού

Μολονότι ο Πασκάλ Μπρυκνέρ έγινε ευρύτερα γνωστός µέσα από την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματός του «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» (από τον Ρομάν Πολάνσκι), είναι με τα δοκίμιά του που στρέφει την προσοχή πάνω του. Ενθερμος πολέμιος των Σέρβων κατά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, υποστήριξε τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ το 1999, όπως και την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, πλην όμως καταδίκασε την Αμερική για τη χρήση βασανιστηρίων στο Γκουαντάναμο και το Αμπού Γκράιμπ.

Το 2006, ο Μπρυκνέρ εξέδωσε το δοκίμιο «Τα δάκρυα του λευκού ανθρώπου» και ένα χρόνο μετά την «Τυραννία της μεταμέλειας» (εκδ. Αστάρτη): αμφότερα στρέφονται εναντίον της συντονισμένης αποδόμησης του δυτικού πολιτισμού. Κάτι ανάλογο επιχειρεί και στο «Ενας σχεδόν τέλειος ένοχος. Ο λευκός ως αποδιοπομπαίος τράγος», το οποίο θα κυκλοφορήσει εντός της εβδομάδας από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση του Ανδρέα Παππά, με τη διαφορά ότι εδώ φυλάει όλο του το μένος για την κουλτούρα της πατρίδας του των δεκαετιών του ’60 και του ’70, οπότε και διαχύθηκε στη Δύση η αντίληψη του λεγόμενου «πολιτισμικού σχετικισμού».

Ο λοιμός του δυτικού πολιτισμού-1

Oπως γράφει: «Αυτός είναι ένας λοιμός στον οποίο οι Γάλλοι συνεισφέραμε τα μέγιστα κατά τη δεκαετία του 1970, εξάγοντας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τους φιλοσόφους μας που πρωτοστάτησαν στην κατεδάφιση του ανθρωπισμού και του Διαφωτισμού. Εμείς μεταδώσαμε τον ιό, εκείνοι μας επιστρέφουν την ασθένεια. Το μπούμερανγκ είναι αγγλοσαξονικό, όμως το χέρι που το πέταξε γαλλικό».

Το απόσπασμα που προδημοσιεύει σήμερα η «Κ» είναι ενδεικτικό του ύφους της πολεμικής του Μπρυκνέρ.

Προδημοσίευση

Η νέα εποχή των παγετώνων

Η Αμερική, που ήρθε να σώσει την Ευρώπη το 1944 και ενσάρκωνε τη συμμαχία της νεωτερικότητας, της ελευθερίας και της ευημερίας, εκείνη η Αμερική δεν υπάρχει πια. Βαθιά διαβρωμένη από τον απομονωτισμό και τον εθνικισμό, στέκεται απέναντι στον Παλαιό Κόσμο όχι σαν λύση προς υιοθέτηση, αλλά σαν μια αποτυχία που δεν πρέπει να αναπαραχθεί. Μια αποτυχία που συντελέστηκε σε τρία στάδια: το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των δεκαετιών 1960-70, για τη χειραφέτηση των ηθών και των μειονοτήτων, εμποδίζει τη χώρα να βυθιστεί σε μιας μορφής απαρτχάιντ. Πυροδοτεί, ωστόσο, με τη σειρά του μια βίαιη αντίδραση των συντηρητικών, που θέλουν με κάθε τρόπο να σβήσουν αυτές τις κατακτήσεις. Αυτή η αντεπανάσταση, ενίοτε βάναυση, θα οδηγήσει με τη σειρά της σε μια βίαιη αντίδραση στο αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος: στο κίνημα των γυναικών και των μειονοτήτων που εκφράζεται με τον εξτρεμισμό του φύλου, με υπερευαισθησία απέναντι στις διακρίσεις, με ακραία ρητορική. Η Αμερική εναντιώνεται στον ρατσισμό με όρους ρατσισμού, «ανάγοντας» τον καθένα στο χρώμα του δέρματός του, αψηφώντας κάθε κοινωνική ανάλυση. Μάχεται το κακό επιδεινώνοντάς το.

Η προσέγγιση των άκρων, που πιστεύουν ότι μισιούνται αλλά έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, είναι ίσως το πιο ανησυχητικό γεγονός του αιώνα που ήδη διατρέχουμε.

Το αποτέλεσμα είναι ένας απεριόριστος κατακερματισμός. Αυτή η χώρα τείνει να τρελαθεί, παγιδευμένη ανάμεσα στη σφύρα των οπαδών του Τραμπ και στον άκμονα των φανατικών της «φυλής». Σε αυτό έρχεται να προστεθεί, σε στρατιωτικό επίπεδο, η αδυναμία της Αμερικής ως παγκόσμιας υπερδύναμης. Αποτυγχάνει στο Ιράκ και αποσύρεται από το Αφγανιστάν έπειτα από είκοσι χρόνια εκεί παρουσίας. Παρότι αναπτύσσει μια θορυβώδη διπλωματία, παραδίνεται στη Βόρεια Κορέα και στους μουλάδες της Τεχεράνης, εγκαταλείπει στην Κίνα την παγκόσμια ηγεμονία, αποτυγχάνει να επιβάλει την ειρήνη όπου και αν επεμβαίνει. Από κάθε άποψη, προσμένοντας έστω καλύτερες μέρες, είναι ένας σύμμαχος στον οποίο δεν μπορούμε να βασιστούμε, αφού περιφρονεί τους φίλους και φλερτάρει με τους εχθρούς!

(…) Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο ανθρωπολογικός πεσιμισμός. Υπήρξαν στην πρόσφατη ιστορία μεγάλες περίοδοι αναθέρμανσης των ελπίδων: το 1936, ο Μάιος του ’68, η περεστρόικα. Σήμερα, επιστρέφει το ψύχος. Το όραμα της χειραφέτησης της ανθρωπότητας σβήνει, καθώς δεν υπάρχει πια καν η ανθρωπότητα ως έννοια· υπάρχουν μόνον εθνότητες, «είδη», κοινότητες. Οι μεγάλοι αγώνες των δεκαετιών 1960-70 δόθηκαν με σημαία μια ενιαία αντίληψη για την ανθρωπότητα. Οι αντιαποικιακοί αγώνες είχαν στόχο να ελευθερώσουν ταυτόχρονα τον αποικιοκρατούμενο και τον αποικιοκράτη, ώστε να απαλλαγούν από μια σχέση αμοιβαίας υποταγής, ο φεμινισμός ήθελε να φέρει την οικονομική όσο και τη συμβολική ισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών. Oσο για τον αντιρατσισμό, απαιτούσε σεβασμό για πληθυσμούς διαφορετικής προέλευσης σε συμφραζόμενα ισχυρών μεταναστευτικών ρευμάτων και σε μια Ευρώπη με τραύματα ακόμη από την ανάμνηση του ναζισμού. Τι ευγενέστερο από αυτά τα ιδεώδη; Τι έχει απομείνει απ’ όλα αυτά; Eνα σαρδόνιο χαμόγελο, που προκύπτει από διάθεση εκδίκησης μάλλον παρά από γενναιοδωρία. Τρεις μείζονες στόχοι παρεκκλίνουν έτσι της πορείας τους εξαιτίας εκείνων που τους επικαλούνται· οι συντηρητικοί δεν θα μπορούσαν να ονειρευτούν καλύτερο δώρο.

Αυτήν τη διολίσθηση από τον προοδευτισμό στον σκοταδισμό θέλω κυρίως να εξετάσω εδώ. Το τοπίο είναι ζοφερό: ο ρατσισμός στη Δύση είναι πιο αισθητός από ποτέ, άντρες και γυναίκες βρίσκονται σε πόλεμο μέχρις εσχάτων μεταξύ τους. Oσο για την αποικιοκρατία, μάλλον έχει αλλάξει όψη παρά έχει καταργηθεί. Κάθε πρωί, ακούμε στις ειδήσεις κάτι που μας κάνει να αγανακτήσουμε· ολόκληρη η υφήλιος πλημμυρίζει από αρνητικά κύματα. Σαν τον Σίσυφο που αέναα σπρώχνει τον βράχο του, η πορεία προς την απελευθέρωση δείχνει να μην καταλήγει πουθενά.

Η σύγχυση των μετώπων

Aλλο παράδοξο: στις δημοκρατίες της Δύσης, εκεί όπου τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των γυναικών τυγχάνουν και μεγαλύτερου σεβασμού, ακούγονται και οι εντονότερες διαμαρτυρίες ενάντια στην παραβίαση θεμελιωδών ελευθεριών. Η αίσθηση της αδικίας ενισχύεται, μολονότι οι ανισότητες τείνουν να μειώνονται. Οσες από αυτές απομένουν βιώνονται ως ανυπόφορες. Ποιος είναι ο εχθρός; Ούτε οι δικτατορίες ούτε οι απολυταρχίες, αλλά το καθεστώς που μας εκχωρεί τη μέγιστη αυτονομία. Ισως βρισκόμαστε στην προέκταση του διάσημου νόμου του Τοκβίλ: ο λαός επαναστατεί όταν η κατάστασή του βελτιώνεται, όχι όταν επιδεινώνεται. «Η επιθυμία για ισότητα γίνεται ολοένα και πιο ακόρεστη όσο η ισότητα είναι μεγαλύτερη». Οι μεταρρυθμίσεις και η πρόοδος υποκινούν τις επαναστάσεις, όχι η μιζέρια. Ενα στοιχείο καταπίεσης που αίρεται σπάνια θεωρείται οριστική νίκη. Αντιμετωπίζεται σαν σταθμός σε έναν δρόμο δίχως τέλος, που μοιάζει μάλιστα μερικές φορές με πορεία προς τον Γολγοθά.

Παραδοσιακά, η υπόδειξη εξιλαστήριου θύματος, σε περιόδους κρίσης, συνοδεύεται από αντίποινα: εξορία, πυρά, αποκεφαλισμός, πνιγμός. Κατονομάζοντας τον αποδιοπομπαίο τράγο, απευθύνουμε κάλεσμα για φόνο εξαγνισμού. Με αυτόν τον αρχαϊκό μηχανισμό να αναβιώνει με τη μορφή του φυλετισμού, εγκαταλείψαμε την οικουμενικότητα της Αριστεράς, λαθροθηρούμε στα εδάφη της άκρας Δεξιάς, νομίζοντας ότι την πολεμάμε· μοιραζόμαστε με εκείνη το ίδιο μίσος για τον Διαφωτισμό, για την πίστη στην ενότητα του ανθρώπινου γένους. Το μεγάλο στοίχημα κάθε πολιτικής μάχης είναι να μη μοιάσεις στον εχθρό σου. Ο Καρλ Γιάσπερς παρατήρησε αυτήν τη σύγχυση των μετώπων ήδη στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930, οπότε κομμουνιστές, συντηρητικοί και ναζί επηρέαζαν οι μεν τους δε και είχαν συχνά κοινές προκαταλήψεις, έστω και αν θεωρούσαν ότι βρίσκονταν σε αντιπαράθεση.

Πρέπει να υπερασπιστούμε σήμερα την παλαιά, χρονολογούμενη ήδη από την Ιταλία του Μουσολίνι, θέση περί των δύο φασισμών: αυτού της άκρας Δεξιάς, που είναι γνωστός, και εκείνου της ταυτοτικής άκρας Αριστεράς, πιο αδιόρατου, καθώς είναι καμουφλαρισμένος με τα λάβαρα του αντιφασισμού, του αντιιμπεριαλισμού, του αντιρατσισμού. Θα μπορούσε να γίνει λόγος για «ντοριοποίηση» κάποιων κινημάτων που αποκαλούνται λαϊκά, από το όνομα του Ζακ Ντοριό (Jacques Doriot), οπαδού του κομμουνισμού προπολεμικά, ο οποίος πέρασε στον εθνικοσοσιαλισμό μετά το 1940 και πέθανε φορώντας τη στολή των Waffen SS. Αυτή η προσέγγιση των άκρων, που πιστεύουν ότι μισιούνται αλλά έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, είναι ίσως το πιο ανησυχητικό γεγονός του αιώνα που ήδη διατρέχουμε.

«Φύγε θα σε φάει ο πρόσφυγας» – Η λεκτική βία για τους… «ξένους» της Μικρασιατικής Kαταστροφής

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Λεκτική βία και Μικρασιατική Καταστροφή

Οι πρόσφυγες κατηγορούνταν για λειψή εθνική συνείδηση και ανηθικότητα

«Τον Απρίλιο του 1923 στο Τεκελί, τη σημερινή Σίνδο, 20 περίπου χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, ο πρόσφατα εγκατεστημένος γεωργός Νικόλαος Παπαδόπουλος από τις Σαράντα Εκκλησιές κατήγγειλε ότι όταν ο ίδιος και η οικογένειά του επιχείρησαν να γιορτάσουν τη μέρα του Πάσχα μαζί με τους ντόπιους, ντόπιοι έδειραν τα παιδιά του, τον γιο του, την κόρη του, και τον ίδιο και τους εξύβρισαν με τις λέξεις, «ρουφιάνοι, πρόστυχοι, πρόσφυγες με τις π….ς τις γυναίκες σας». «Δεν επέτρεψαν ημάς τους πρόσφυγας να χορεύουμε» είναι τα λόγια του, ενώ το περιστατικό εντοπίζεται στο Αρχείο Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στη δικαστική απόφαση 6037 της 17ης Σεπτεμβρίου 1923 ως έφεση προηγούμενης απόφασης του πταισματοδικείου. Ο 16χρονος κ. Τάντος και ο 20χρονος Γιώργος Σταφύλης (χρησιμοποιούνται ψευδώνυμα στις αναφορές) οι οποίοι φαίνεται να δυσφόρησαν από την πρωτοβουλία της προσφυγικής οικογένειας, αθωώθηκαν στη δίκη λόγω αμφιβολιών. Ανεξάρτητα από το αληθές της καταγγελίας ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο στιγμιότυπο έχει ο συνδυασμός λεκτικής και σωματικής βίας αλλά κυρίως η χρήση της ίδιας της λέξης πρόσφυγας ως υβριστική αποστροφή και αναφορά».

Με τα παραπάνω λόγια, ο διδάκτωρ Ιστορίας και διδάσκων με σύμβαση στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κώστας Τζιάρας, παρουσίασε τις αποτυπώσεις της λεκτικής βίας και τα στιγμιότυπα κοινωνικής έντασης μετά την έλευση των προσφύγων το 1922, στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τη Μικρασιατική Καταστροφή, με θέμα «Η επόμενη μέρα από την Καταστροφή», που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μετά την έρευνά του στις δικαστικές αποφάσεις που είναι καταγεγραμμένες στο αρχείο του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και στις προφορικές μαρτυρίες που φυλάσσονται στο Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού Καλαμαριάς, ο κ. Τζιάρας επισήμανε ότι υβριστικές υποτιμητικές προσφωνήσεις όπως τουρκόσποροι, πρόσφηγκες, γιαουρτοβαφτισμένοι έχουν επισημανθεί στη βιβλιογραφία και έχουν διασωθεί στη συλλογική μνήμη ως στερεοτυπικές ρατσιστικές προσβολές σε βάρος των προσφύγων, ως ενδείξεις των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών μεταξύ γηγενών και προσφύγων. Έχουν επισημανθεί, επίσης, αρκετές περιπτώσεις στις οποίες συγκρούσεις πήραν γενικευμένες διαστάσεις στη βάση των αντιπαραθέσεων σε σχέση με την διανομή καλλιεργούμενων γαιών στην ύπαιθρο ή σε συνάφεια με την ακραία φτώχεια και τους όρους ταξικής εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης των προσφύγων στις πόλεις.

«Φύγε θα σε φάει ο πρόσφυγας»

Ο διδάκτωρ Ιστορίας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τη μαρτυρία της Διαλεχτής Μεντεκίδου από την Τραπεζούντα, από το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού Καλαμαριάς. Η ίδια θυμόταν χαρακτηριστικά ότι για χρόνια οι ντόπιοι φοβέριζαν τα παιδιά τους ότι «θα έρθει ο πρόσφυγας να τα πάρει», λέγοντας μάλιστα «φύγε θα σε φάει ο πρόσφυγας» ή «παλιοπρόσφυγοι που δεν σας έσφαξαν οι Τούρκοι».

Οι πρόσφυγες κατηγορούνταν για λειψή εθνική συνείδηση και ανηθικότητα

Σύμφωνα με τον κ. Τζιάρα, η ενδελεχής καταγραφή του υβρεολογίου αναδεικνύει ότι στους πρόσφυγες καταλογίζονταν κατά κύριο λόγο λειψή εθνική συνείδηση, μειωμένη εθνική καθαρότητα (Τουρκόσπορε Τουρκόσπορη, Τούρκε Τουρκάλα, Τούρκισσα), παραβατική συμπεριφορά (σεις οι πρόσφυγες είστε κακούργοι, κακούργοι λησταί, μικρασιάται, κλέφτη, κλέφτρα, Γιαγκούλα), ανέχεια και συσχέτισή τους με τις συναφείς με την ακραία φτώχεια χαρακτηρισμένες ως κοινωνικές ασθένειες του μεσοπολέμου (παλιοπρόσφυγα, πεινασμένη, που ήρθατε εδώ και γίνατε άνθρωποι, τρελή, συφιλιτικιά, φθισικιά, φθισικιέ, χτικιάρη, ψειρού, ψωριάρα).

Προ πάντων όμως, όπως τόνισε, οι πρόσφυγες κατηγορούνταν για ανηθικότητα. «Στη λέξη Τουρκόσπορε – Τουρκόσπορη και σε άλλες ύβρεις θίγεται όχι απλώς η προέλευση από την Τουρκία ή η ανήθικη μεμπτή σεξουαλική συσχέτιση αλλά και η βία, η τραυματική σεξουαλική βία που υπέστησαν οι πρόσφυγες στην περίοδο του διωγμού. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά ΄που σας ατίμασε ο Τούρκος΄. Η προσβολή της σεξουαλικής ηθικής και ιδιαίτερα της γυναικείας αποτελεί το πλέον συχνό λεκτικό μοτίβο εξύβρισης για το σύνολο του πληθυσμού. Ειδικότερα όμως για τους πρόσφυγες αποτελούσε στερεότυπη κατηγορία και πολλές φορές η εξύβριση διατυπωνόταν συνεκδοχικά με την αναφορά στον τόπο προέλευσης: Καραμανλού, Σμυρνιά, παλιοΣμυρνιά, Ραιδεστινή. Η προσβολή της προσφυγικής γυναικείας σεξουαλικότητας η οποία συχνά ερμηνεύεται ως προβολή – επισήμανση διαφορετικών πολιτισμικών πρακτικών ή συνηθειών σε σχέση λόγου χάρη με την καθαριότητα, αφορούσε γυναίκες πρόσφυγες που συχνά ζούσαν στο αστικό πλαίσιο μόνες ως χήρες ή ορφανές και οι οποίες αποτελούσαν στόχους ανάμεσα σε άλλα, και κυκλωμάτων σωματεμπορίας» πρόσθεσε.

Η φτώχεια ενεργοποιούσε τις διαφορές

Ο κ. Τζιάρας επισήμανε ότι το ποσοστό της προσφυγικής συμμετοχής συνολικά στο αρχείο του πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αν και όχι ανάλογο με το ποσοστό του προσφυγικού πληθυσμού, είναι σημαντικό και σημείωσε ότι οι εντάσεις που περιγράφονται στο αρχείο αφορούν κυρίως τα λαϊκά στρώματα και εκτυλίσσονται κυρίως στις χωρίς υποδομές φτωχές προσφυγικές συνοικίες. «Η φτώχεια και η μάχη για επιβίωση ενεργοποιούν τις υπαρκτές διαφορές» είπε ενώ εκτίμησε ότι συχνά επισημαίνεται ως ενοποιητική τομή μεταξύ ντόπιων και προσφύγων η δεκαετία του 1940 μέσω του πολέμου, της πείνας, της καταστροφής και της αντίστασης.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ (ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ)


Λήψη αρχείου

Μικρασιατικές μνήμες – «Θα περνούσε ο Αγιος Βασίλης να τα πληθύνει…»

Εθιμα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων από την Ιωνία ως την Καππαδοκία διασώζουν οι πληροφορητές του πλούσιου Αρχείου Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών

04.01.2022, 07:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Μικρασιατικές μνήμες – «Θα περνούσε ο Αγιος Βασίλης να τα πληθύνει…» | tovima.gr
Θρησκευτική τελετή στο Ερένκιοϊ της Μικράς Ασίας, σαν αυτές που περιγράφουν οι «πληροφορητές» του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών

«Τον βαρύ χειμώνα τους δύσκολους μήνες μέναμε στη Σμύρνη, ωστόσο τα Χριστούγεννα πηγαίναμε στο Γκιοκαγάτς. Μου μείναν αξέχαστες εκείνες οι νύχτες. Καίγαμε κούτσουρα στο τζάκι. Μας ετοίμαζαν ποτά που κρατάνε ζέστη, ας πούμε ανακάτευαν μέλι που παίρναμε από τα μελίσσια, κανέλα και τζιν και γίνονταν ένα ποτό εξαίσιο. Ανάβαμε φαναράκια και πηγαίναμε όλοι μαζί, με όλο το χωριό, στην εκκλησία. Τρώγαμε μαζί και δίναμε σε όλους μια ζωντάνια, μια κίνηση με την παρουσία μας». Απόφοιτη του Ομήρειου Παρθεναγωγείου της Σμύρνης, η Μαριάνθη Παπαγιαννάκη, από πατέρα Βολιώτη και μητέρα Σμυρνιά, αναπολεί τον Μάιο του 1966 στην Αθήνα, σε ηλικία 73 ετών, τα Χριστούγεννα στο Γκιοκαγάτς. Είναι μία από τους εκατοντάδες «πληροφορητές» του Αρχείου Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ) που ίδρυσε το 1930 η μουσικολόγος και λαογράφος Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ.

Με αρχικό σκοπό την καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών, γρήγορα εξελίχθηκε σε κέντρο διάσωσης και αποτύπωσης του πολιτισμού των μικρασιατών προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα μετά το 1922. Ταξινομημένες γεωγραφικά, οι μαρτυρίες αυτές μαζί με το φωτογραφικό υλικό που τις συνοδεύει συνιστούν μια πρώιμη, αλλά εξαιρετικά μεθοδική, επίμονη και συστηματική συλλογή της λεγόμενης σήμερα «προφορικής Ιστορίας».

Το εξώφυλλο του πολιτικού-σατιρικού περιοδικού «Ανω Κάτω» του Χρήστου Δελή, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο του της 23ης Δεκεμβρίου 1918. Φιλοξενεί σκίτσο του γελοιογράφου Γιώργου Γκέιβελη, όπου η Νέα Ελλάς εικονίζεται ως νεογέννητος Ιησούς

Αγιάζοντας τα σπαρμένα

Μια άλλη πληροφορήτρια, η Κλειώ Νικολήνταγα, γεννημένη στο Σεβντίκιοϊ της Σμύρνης, 90 ετών, με οκτώ παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα, τον Φεβρουάριο του 1963 στο Νέο Ψυχικό, δίνει τη δική της μαρτυρία για τα έθιμα του Δωδεκαημέρου στο χωριό της: «Την παραμονή τα Χριστούγεννα όσες είχαν πεθαμένους ζυμώνανε 2-3 ψωμιά, καθεμιά κατά τη δύναμή της, τα φουρνίζανε κι όταν τα βγάζανε τα θυμιατίζανε, για την ψυχή του πεθαμένου. Τη νύχτα βράζανε κρέας μοσχάρι και κάνανε πιλάφι με ρύζι. Τα παίρνανε όλα αυτά τα χαράματα, νύχτα ακόμη, η εκκλησία έψελνε, κτυπούσανε τις πόρτες και τα μοιράζανε». Φτάνοντας στα Φώτα, θυμάται πως «Ολόφωτα [ανήμερα] γινότανε ο Μεγάλος Αγιασμός. Κάνανε ένα πάρκο [εξέδρα] κι εκεί απάνω ανέβαινε ο παπάς. Είχανε και μια ειδική κολυμπήθρα που έριχνε μέσα τον σταυρό. Σαν τελείωνε η εκκλησία, παίρνανε οι άντρες τον αγιασμό, καβαλάγανε τ’ αλόγατα και πήγαιναν ν’ αγιάσουνε τ’ αμπέλια, τα χωράφια, όλα τα σπαρμένα, να μη ‘πομείνει αγιασμός».

Χάρτης της Μικράς Ασίας, φτιαγμένος στο χέρι, που φυλάσσεται στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών

Πρωτοχρονιά στο Γενί Σεχίρ

Η Ελπίς Τριανταφυλλίδου, γεννημένη στο Γενί Σεχίρ της Μυσίας το 1893, από ντόπιους γονείς, κόρη εργολάβου στα ανάκτορα του σουλτάνου Χαμίτ και σύζυγος εμπόρου, που ήρθε με την οικογένειά της στην Ελλάδα το 1914, στην εκκένωση των Δαρδανελίων, τον Μάρτιο του 1960 στα Πατήσια αναπολούσε: «Την παραμονή των Χριστουγέννων ζυμώναμε μέσα σε σκάφες (σαν γεωργικός πληθυσμός που ήμαστε, είχαμε τέτοιες σκάφες για τα ζυμώματα) τους «πεσέδες». Hταν κάτι γλυκά σαν τους λουκουμάδες αλλά πιο πλατιά. Tα παιδιά γινότανε καλικάντζαροι, μασκαρεύονταν δηλαδή και αν ξέχναγε κανείς τη νύχτα καμιά πόρτα ή κανένα παράθυρο ανοιχτά μπαίναν μέσα και έτρωγαν όλους τους πεσέδες. Κρεμούσαν κουδούνια και όταν έτρεχαν όλα μαζί τη νύχτα νόμιζες πως περνούσαν κοπάδια πρόβατα. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στρώναμε ένα τραπέζι μπροστά στα εικονίσματα. Βάζαμε πάνω γαλοπούλες, γλυκά και νομίσματα. Λέγαμε πως θα περνούσε ο Αγιος Βασίλης να τα πληθύνει. Τα κορίτσια ανέβαιναν στις ταράτσες και κράταγαν ένα κανάτι νερό και χούφτες ρόδι. Σκόρπαγαν κάτω το ρόδι και μετά έριχναν λίγο νερό από το κανάτι. Κοίταζαν τότε τι σχέδια θα έπαιρνε το ρόδι. Αν σχημάτιζε γράμματα, θα έπαιρναν άντρα γραμματικό, αν άροτρα, ο άντρας τους θα ήταν γεωργός. Τ’ αγόρια, όταν έπαιρναν είδηση τα κορίτσια στις ταράτσες, ανέβαιναν και τους τα χαλούσαν τα σχέδια για να τις πειράξουν».

Χειρόγραφα με δύο από τις μαρτυρίες που δόθηκαν στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών για τα εορταστικά έθιμα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η μαρτυρία της για τη συμμετοχή των μωαμεθανών στις χριστιανικές τελετουργίες, μια πολιτισμική ώσμωση ελληνόφωνων και τουρκόφωνων πληθυσμών: «Τα Φώτα ρίχναν τον σταυρό στη θάλασσα, στο Αιγαίο. Μαζί με τους χριστιανούς πέφταν και Τούρκοι για τον σταυρό. Το μπαχτσίσι ήταν μεγάλο για όποιον τον έπιανε, γι’ αυτό λάβαιναν μέρος κι οι Τούρκοι». Το ίδιο συνέβαινε, προσθέτει, και σε άλλες γιορτές: «Και τ’ Αϊ-Γεωργιού που γινότανε πανηγύρι μεγάλο κι έρχονταν απ’ όλα τα νησιά και τα παράλια της Θράκης πολλοί, φτάναν και Τούρκοι με άρρωστα παιδιά και δίναν στον επίτροπο λεφτά να τους ανάψει λαμπάδα. Πίστευαν στον Αϊ-Γιώργη οι Τούρκοι, τον έλεγαν Χιντιρελές».

Ολόφωτα [ανήμερα] γινότανε ο Μεγάλος Αγιασμός. Σαν τελείωνε η εκκλησία, παίρνανε οι άντρες τον αγιασμό, καβαλάγανε τ’ αλόγατα και πήγαιναν ν’ αγιάσουνε τ’ αμπέλια, τα χωράφια, όλα τα σπαρμένα, να μη ’πομείνει αγιασμός

Και τ’ Αϊ-Γεωργιού, φτάναν και Τούρκοι με άρρωστα παιδιά και δίναν στον επίτροπο λεφτά να τους ανάψει λαμπάδα. Πίστευαν στον Αϊ-Γιώργη οι Τούρκοι, τον έλεγαν Χιντιρελές

Μέλι-βούτ’ρο για την Παναγιά

Στην ελληνόφωνη Σινασό της Καππαδοκίας, όπως μαρτυρεί ο Σεραφείμ Ρίζος«παραμονή Χριστουγέννων τα νοικοκερές ανάβαν τα «τουντούρια» τους κι ετοίμαζαν, για τρεις μέρες, τα φαγητά των Χριστουγέννων: «να ζυγίσουμ το χτήνιο και να νάψουμ το τουντούρ με τον καιρό». …Στο μεταξύ ετοίμαζαν και το μέλι-βούτ’ρο: ένωση μελιού και καθαρού βούτυρου, το οποίο βάζανε σε μια κούπα (ή τας κιαχσέ) μέσα και το τοποθετούσαν στο εικονοστάσι, εμπρός στο εικόνισμα της Παναγιάς. Πριν φάγει ή πιει κάτι το σπιτικό έπρεπε να πάρει μέλι-βούτ’ρο για να ισχάρ (να συγχαρεί) την Παναγιά επί τη γέννα της, όπως ακριβώς έκαμναν στη γέννα των γυναικών».

Η μουσικολόγος και λαογράφος Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ (στο κέντρο με το εμπριμέ φόρεμα), ιδρύτρια του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, ανάμεσα σε συνεργάτιδές της

Στην αγορά της κοσμοπολίτικης Σμύρνης

Στις επαρχίες της αχανούς Ανατολίας κάθε χωριό διατηρεί τις ιδιαίτερες λαϊκές παραδόσεις του. Στην κοσμική και κοσμοπολίτικη Σμύρνη, το κοινό της εφημερίδας «Αμάλθεια», «της επιτομής της σμυρναϊκής δημοσιογραφίας», σύμφωνα με τον μελετητή Σταύρο Θ. Ανεστίδη, «της πνευματικής τροφού του μικρασιατικού ελληνισμού», υιοθετεί πορεία αντίθετα, κοιτώντας προς τη Δύση. Από τις πρωτοσέλιδες διεθνείς ειδήσεις της ως τις αγγελίες της τελευταίας σελίδας ο αναγνώστης αποκτά την αίσθηση πως Σμύρνη – Παρίσι βρίσκονται σε ανοιχτή γραμμή. Λίγες μέρες πριν από την Πρωτοχρονιά, στο φύλλο του Σαββάτου 30 Δεκεμβρίου του 1872, η εφημερίδα παρακολουθεί με αναλυτικά δελτία την αγορά συναλλάγματος και την αγορά των αγροτικών εμπορευμάτων και τις αφίξεις και αναχωρήσεις πλοίων για Κωνσταντινούπολη, Καλλίπολη, Συρία, Μυτιλήνη, Τεργέστη, Κόρκη Αγγλίας. Πρόκειται σαφώς για ένα ακμαίο εμπορικό κέντρο και ένα διεθνές λιμάνι. Γαλλικά αρώματα, δυναμωτικά φαρμακευτικά σκευάσματα και οδοντόκρεμες πολυτελείας περιμένουν στα καταστήματα της Ευρωπαϊκής οδού όσους ετοιμάζονται για τα πρωτοχρονιάτικα ψώνια της τελευταίας στιγμής, ενώ οι έφοροι του Παρθεναγωγείου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κατά τα Σχοινάδικα με ανακοίνωσή τους προσκαλούν τους ομογενείς να βοηθήσουν το ίδρυμα αγοράζοντας από το δικό του μπαζάρ βαπτιστικά «επιτοπίου αλλά και ευρωπαϊκής» κατασκευής και μεταξωτά μαντίλια.

Ο Σεραφείμ Ρίζος έδωσε πολύτιμα στοιχεία για τα έθιμα του δωδεκαημέρου στην ελληνόφωνη Σινασό της Καππαδοκίας

Η Ανα-γέννηση που δεν έγινε

Η Σμύρνη της Ευαγγελικής Σχολής και των άξιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, των μεγάλων νοσοκομείων, των θεάτρων, των τυπογραφείων και των πολιτιστικών συλλόγων βρισκόταν στην καλύτερη στιγμή της. Τον Δεκέμβριο του 1918, με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την Ελλάδα στο πλευρό των νικητών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ετοίμαζε το υπόμνημά του για τη Σύνοδο της Ειρήνης που θα ξεκινούσε τον Ιανουάριο του 1919 στο Παρίσι, διεκδικώντας την απόδοση στην Ελλάδα του μεγαλύτερου μέρους της Ανατολικής Θράκης και της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης. Το πολίτικο δισεβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό «Ανω Κάτω» του Χρήστου Δελή, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο του της 23ης Δεκεμβρίου 1918, με τίτλο «Ανα-γέννησις», δημοσιεύει στο εξώφυλλο εύγλωττο σκίτσο του περίφημου γελοιογράφου Γιώργου Γκέιβελη, όπου η Νέα Ελλάς εικονίζεται ως νεογέννητος Ιησούς τον οποίο επισκέπτονται οι τρεις Μάγοι με τα δώρα: ο Ελευθέριος Βενιζέλος κρατώντας «Σμύρναν» και, όπως εικάζουμε, ο γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσό και ο βρετανός βασιλιάς Γεώργιος Ε΄, της Αντάντ, φέρνοντας χρυσό και λιβάνι. Σύντομα όμως η πραγματικότητα θα αναιρούσε αυτές τις αισιόδοξες επιθυμίες και προβλέψεις.

Ελληνοϊταλικός πόλεμος – Επιστολές από και προς το μέτωπο του ’40

Όσα συνέβαιναν στο μέτωπο και στις ελληνικές πόλεις το 1940 -1941, μέσα από τα γράμματα που έστελναν και παραλάμβαναν οι ήρωες του ’40.

Ελληνοϊταλικός πόλεμος – Επιστολές από και προς το μέτωπο του ’40

Πριν από 81 χρόνια, τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940,  κι ενώ ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη, η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα και επιχείρει να καταλάβει την Ήπειρο και τα Επτάνησα.

Οι αξιωματικοί Δημήτριος Ράμφος και Ιωάννης Χατζηκλιμάνογλου, ο υπαξιωματικός Νικόλαος Χαραλαμπίδης και ο στρατιώτης Γεώργιος Χατζηκωνσταντής βρίσκονται ανάμεσα στις δεκάδες χιλίαδες Ελλήνων που, από τον παγερό Οκτώβριο του ’40 ως την Άνοιξη του ’41, πολέμησαν ηρωικά στα βουνά της Ηπείρου υποχρεώνοντας σε μια ταπεινωτική ήττα τις πολλαπλάσιες σε αριθμό ιταλικές δυνάμεις.

Από τις πρώτες κι όλας ημέρες του πολέμου τα «ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ» δημοσιεύουν επιστολές στρατιωτών από το μέτωπο.

Αγαπητέ μου θείε και θεία,

Σας φιλώ καθώς και τα εξαδέλφια μου.

Να με συγχωρήτε που άργησα να σας γράψω. Όχι από καμμίαν κακίαν.

Καθώς έχω γράψη και της Νουνάς μου να σας γράψη εκ μέρους μου, διότι εγώ τώρα δεν μου μένει καιρός ούτε καν για φαγητό εφόσον το βρωμερό έθνος η Ιταλία θέλησε να μας πάρη την ελευθερίαν μας και προσπαθούσε καθώς γνωρίζετε με τον πιο άτιμο τρόπο να μας βγάλη στον πόλεμο.

Θα προσπαθήσωμεν με ό,τι τρόπο μπορούμε να τους νικήσουμε έχοντας προστάτη το Θεό.

Και το αισχρό έγκλημα που μας έκαμαν της 15ης Αυγούστου της Παναγίας θα το πληρώσουν ακριβά.

Έως τώρα βαδίζομεν εμπρός, εύχομαι και ως το τέλος…

Σας φιλώ ο ανεψιός σας

Παναγιώτης

Στις 26 Οκτωβρίου 1980 «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» δημοσιεύει ταχυδρομικές επιστολές από και προς το μέτωπο, τον μόνο τρόπο που είχαν όσοι πολεμούσαν και όσοι έμεναν πίσω, για να μοιραστούν όσα ζούσαν, σκέφτονταν και αισθάνονταν με τους δικούς τους ανθρώπους.

«ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 24.10.1980. Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Γράμματα από το μέτωπο

Αποστολεύς: Αξιωματικός Δημήτριος Ράμφος

Φανή μου,
η άνοιξις εδώ μύρισε, φαντάζομαι αυτού, τι ομορφιές θα έχεις, τα δεντράκια σου αυτού, τριγύρω τα μαγικά χορταράκια θα τα μαζεύεις και θα λέγεις «που είναι ο Μήτσος να φάει».

Αλλά, Φανή μου, τρώγω και εγώ, βάζω κανένα στρατιώτη και μου μαζεύει πότε – πότε και τα βράζει.  Ως εκ τούτου να μη λέγεις ότι στερούμαι από κάτι τέτοια.
Μόνο έσενα στερούμαι και τα παιδιά.

Σας φιλώ όλους.

Αγαπητά μου παιδιά Άγγελε, Ντόντο σας φιλώ πολλές φορές.
Με χαρά έμαθα ότι η δασκάλα σας είναι καλή και την ακούτε.
Να μάθετε γράμματα και εγώ θα σας φέρω πολλά πράγματα, όταν θα έρθω.
Είμαι καλά και σας φιλώ και εσείς να φιλήσετε τη μαμά σας.
Ο μπαμπάς σας Μήτσος.

«ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 26.10.1946. Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αποστολεύς: Αξιωματικός Ιωάννης Χατζηκλιμάνογλου

Χθες έλαβα ένα σας γράμμα και σήμερα άλλο με ένα δεματάκι γλυκά και σαλάμια. Χάρηκα πολύ.

Σας ευχαριστώ και ιδιαιτέρως τη μαμά που με τα γλυκά της με έκανε και νόμισα πως ευρισκόμουνα στο σπίτι.

Την παραμονή του Αγίου Βασιλείου τής είχα στείλει τηλεγραφικώς 500 δρχ. στον Πολύβιο. Πιστεύω να τα έχει πάρει την ίδια μέρα.

Επίσης με ένα προηγούμενο γράμμα σάς έστειλα 3 φωτογραφίες μου διά να ικανοποιήσω την επιθυμία σας. Πιστεύω να τις ελάβατε.

Χαιρετισμούς στη μαμά, στη Μαρία, το Στέλιο, Πολύβιο, Κατίνα και εις όλους τους συγγενείς και γνωστούς.

«ΤΑ ΝΕΑ», 28.10.1950. Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αποστολεύς: Υπαξιωματικός Νικόλαος Χαραλαμπίδης

Αγαπητή μου αδελφή,
έλαβα γράμμα σας με ημερομηνίαν της 3ης Δεκεμβρίου καθώς και ένα δεματάκι (πουλόβερ, και 3 ζεύγη κάλτσες).
Είμαι υγιής κατ’ αυτάς, υπάρχει πιθανότης, να… (σ.σ. η φράση λογοκρίνεται) ταύτης προς το παρόν ουδέν γνωρίζομεν.

Προχθες ήλθε ένας συνάδελφός μου, που έχει φωτογραφική μηχανή και μου έβγαλε φωτογραφία μαζί με τους άλλους συναδέλφους μου. Μόλις τη λάβω θα σας τη στείλω.

Τα λεμόνια να τα κόβεις σιγά – σιγά διά να δέσουν νέα τώρα την άνοιξη.  Και το γλυκό, που έκανες με τα νεράτζια, εφόσον δεν επιτρέπουν να το στείλεις , καλύτερα να το φάτε στην υγειά μου».

Χθες μας έφεραν δυο κλίβανους και εγώ μεταξύ των πρώτων κλιβανίστηκα και τα ρούχα μου και τις κουβέρτες και έτσι ησυχάσαμε από τις ψείρες. Από υγείαν είμαι πολύ καλά και εύχομαι και όλοι σας να είσθε καλά.

Τώρα τελευταία μάς έρχονται τακτικά ελληνικά και εγγλέζικα αεροπλάνα και αερομαχούν με τα ιταλικά και έτσι κάθε ημέρα έχουμε γλέντι. Προχθές έπεσαν 30 ιταλικά και 2 εγγλέζικα, χθες 7 ιταλικά.

Εδώ που μένουμε είμαι πολλά πρόβατα και έχουμε γάλα άφθονο, σήμερα πήρα 2 οκάδες με τον Αξιωματικόν μου μαζί και έκανα ένα ριζόγλαο πρώτης τάξεως. Πολύ τακτικά φτιάχνομε ριζόγαλο, όταν θα έλθω στην Αθήνα θα το φτιάχνω εγώ, διότι έμαθα καλά.

Και αρνάκια του γάλακτος αγοράζουμε πολύ συχνά.

Εδώ έχω πιάσει ένα φίλο Αλβανό, που τον λέγουν Μιχάλη, είναι Χριστιανός και έχει πρόβατα. Κάθε ημέρα μού φέρνει 1 ½ οκά γάλα πρώτης τάξεως. Χθες του έδωσα 1 λουκούμι και το μεσημέρι εις απάντησιν μού έφερε 2 αυγά τηγανιτά με τυρί.

Θεία, μάθαμε ότι η Γερμανία μας εκήρυξε τον πόλεμο, αλλά εμείς δεν ανησυχούμε, διότι το δικό μας το μέτωπο είναι πολύ στερεό και δεν τολμούν οι Ιταλοί να μας επιτεθούν.

«ΤΑ ΝΕΑ», 28.10.1949. Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αποστολεύς: Στρατιώτης Γεώργιος Χατζηκωνσταντής

Είμαι καλά και το αυτό επιθυμώ και δι’ εσάς. Μάθε ότι δύο μέρες τώρα βρίσκομαι μαζί με τον αγαπητόν μου εξάδελφον Νίκον.

Ήλθε εδώ, που βρίσκομαι εγώ για να πάρει κάτι πράγματα και σήμερον έφυγε για τη μονάδα του.

Δε φαντάζεστε τη χαράν και των δυό μας, για τη συνάντηση αυτήν που έγινε ύστερα από πέντε μήνες.

Αποχωριστήκαμε σφίγγοντας ο ένας του αλουνού το χέρι βλέποντας ο ένας τον άλλον στα μάτια, που ήταν πλημμυρισμένα από δάκρυα και των δυό μας και την ελπίδα να συναντηθούμε στα σπίτια μας.

Γράμματα από συγγενείς και φίλους

Αποστολεύς: Ιφιγένεια Κεχαγιά

Πώς τα περνάτε αυτού στα χιονισμένα βουνά;

Διαβάζουμε στις εφημερίδες τα κατορθώματα του Στρατού μας και η ψυχή μας πλημμυρίζει από θαυμασμό και υπερηφάνεια.

Ο κάθε αξιωματικός και στρατιώτης παρουσιάζεται τώρα σας μάτια μας όχι ένας απλός άνθρωπος, αλλά ένας ήρωας, ένας ημίθεος.

Αποστολεύς: Ζωή Καραγεωργίου

1.     Να προσέχης εις τα γράμματά σου να μην ονομάζεις τα διάφορα μέρη, που είσαι γιατί τα σβήνει η λογοκρισία.

Εις τα καρτ – ποστάλ, που έστειλες, με πολύ κόπο κατόρθωσα να καταλάβω ότι το έστειλες από την Χειμάρραν.

2.     Έτσι μπράβο κυνηγάτε τους τους μακαρονάδες και μην ξεχάσεις να μου φέρεις όταν έλθεις ένα ιταλικό ενθύμιο.

Από τον Δημητράκη έχουμε να πάρουμε γράμμα από τας 30.10.40, γιατί και αυτοί τους έχουν πάρει για καλά στο κυνήγι και δεν μπορούν να μας γράψουν.

Τα μόνα νέα για το Δημητράκη τα μαθαίνουμε από τραυματίας φίλους του, που έρχονται σε νοσοκομεία των Αθηνών.

Αυτήν την εβδομάδα έφεραν και τον Πάντο με κρυοπαγήματα. Ο Πάντος μάς είπε ότι ο Δημητράκης είναι πολύ καλά.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ»,Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αποστολεύς: Εμμ. Παρασκευάς

1.     Εσύ πώς τα πάς; Τους ξεβράκωσες τους Ιταλούς ή ακόμη; Πάντως όταν θα βάλεις στο κανόνι καμμιά οβίδα γράψε το όνομά σου επάνω για να το διαβάσουν και να φοβηθούν.

2.     Στο καφενείο δεν έμεινε κανείς. Όλοι σχεδόν φύγανε και άλλοι θα φύγουν σε λίγο.  Εγώ απεσπάσθην από το Υγειονομικό Κέντρον, που ήμουν στον σταθμό Α’ Βοηθειών Ν. Σμύρνης και έχω να περάσω από τη μητέρα σου περίπου 1 ½ μήνα.

Αποστολεύς: Χρήστος Βούσγας

Εψές Κυριακή, περί ώραν 6 ½  εσπερινήν ανηγγέλθη ανά την πόλιν διά κωδωνοκρουσιών και το χαρμόσυνον γεγονός της καταλήψεως παρά του γενναίου Στρατού μας της πόλεως του Αργυροκάστρου, ολόκληρος δε ο λαός της πόλεως εώρτασε σε πανζουρλισμόν και με την ευχήν σύντομα να κατακτήσουμε και τα Τίρανα, για να τσακιστεί μια για πάντα ο τύρανος εκείνος.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 1.1.1941, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αποστολεύς: Μ. Αβραμίδης

Προ 5 ωρών είχομεν την τύχην να είδωμεν το ωραίον κυνηγητό των δεινών (;) αεροπόρων του ψευτοκαίσαρος και αυτοτιτλοφορούμενου κόσμοκράτορος  Μουσολίνι.

Νομίζω ότι είναι περιττόν να σου περιγράψω, διότι συ με τα ίδια τα μάτια σου είσαι θεατής αυτών.

Τα νέα μας είναι τα ίδια – μόνος, ήρεμος με λύπη και στενοχώρια, που δεν ευρίσκομαι και εγώ κοντά στα αδέλφια μας, τα οποία αγωνίζονται τον τόσον ωραίον και λαμπρόν αγώνα στεφανούμενοι τας αιωνίας δάφνας της δόξης και του θαυμασμού, ηρωποιούμενα διαγράφουν επάνω εκεί στα Αλβανικά όρη, φαράγγια, στας ρύμας κα όδους την ένδοξον χρυσή νεωτέραν ιστορίαν της αγαπητής πατρίδος Ελλάδος.

Αποστολεύς: Απ. Πρόκος

Εάν ποτέ περάσεις από το χωρίον Πίτσαρι, κοντά στο Τεπελένι, να πας να επισκεφθείς τον τάφο του αγαπημένου μας Αντώνη.

Καθώς μάθαμε εκεί τον έχουν θάψει.

Οι παράγκες που έγιναν μητρόπολη

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ

Ο άθλος της στεγαστικής αποκατάστασης των προσφύγων σε Αθήνα και Πειραιά

Οι παράγκες που έγιναν μητρόπολη

Οι θαμώνες του θερινού κινηματογράφου «Ζέφυρος» και της παλιάς αθηναϊκής ταβέρνας του Οικονόμου στα Πετράλωνα δεν μπορούν να φανταστούν ότι στην επόμενη γωνία (κυριολεκτικά) ο δρόμος που τέμνει τη δημοφιλή οδό Τρώων υπήρξε πριν από 61 χρόνια το φυσικό σκηνικό της εμβληματικής ταινίας «Συνοικία το όνειρο» με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Ο δρόμος είναι η οδός Υπερίωνος και η συνοικία η τότε παραγκούπολη του Ασυρμάτου, ο τόπος (ένα παρατημένο λατομείο στους πρόποδες του Φιλοπάππου) που εγκαταστάθηκαν τη δεκαετία του ’20 περισσότερες από 800 οικογένειες προσφύγων από την Αττάλεια και την Αλάγια της Μικράς Ασίας. Αυτός είναι ο λόγος που η περιοχή πήρε προπολεμικά το όνομα «Τα Ατταλιώτικα».

Το 1961, όταν γυρίστηκε η ταινία, με πολλούς από τους κατοίκους να συμμετέχουν ενεργά ως κομπάρσοι, αρκετά από εκείνα τα χαμόσπιτα της πρώτης περιόδου έκτακτης ανάγκης της προσφυγικής κρίσης που δημιούργησε η Μικρασιατική Καταστροφή επιβίωναν ακόμη. Το σχέδιο για την κατασκευή μεγάλου αριθμού αξιοπρεπών κατοικιών από πελεκητές πέτρες της κατεδαφισμένης Σχολής Πολέμου (τα λεγόμενα «πέτρινα της Φρειδερίκης») και κυρίως η ανέγερση της περίφημης μοντέρνας πολυκατοικίας που σχεδίασε η Ελλη Βασιλικιώτη το 1967, σφράγισαν το οριστικό τέλος μιας οικιστικής περιπέτειας που για τη συγκεκριμένη γειτονιά της Αθήνας κράτησε σχεδόν μισό αιώνα.

Οι παράγκες που έγιναν μητρόπολη-1
Το «πριν» και το «μετά» των προσφυγικών υποδομών στη Δραπετσώνα στην έκδοση του υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας «Το έργον της εξαετίας» (1957)

Παρόμοιες γενεαλογίες της προσφυγικής εγκατάστασης συμπεριλαμβάνονται στα βασικά σημεία εστίασης του ερευνητικού προγράμματος «Ηomeacross» (ο πλήρης τίτλος είναι «Space, memory and the legacy of the 1923 Population Exchange between Greece and Turkey»), που μελετάει τη χωρική και αρχιτεκτονική διάσταση αυτής της τεράστιας εκτόπισης πληθυσμών, η οποία μεταμόρφωσε τόσο τους τόπους που έμειναν πίσω όσο και τους τόπους άφιξης των προσφύγων: το στοίχημα της απορρόφησης των προσφυγικών ροών από τη Μικρά Ασία δεν ήταν υπόθεση μιας δεκαετίας ή μιας γενιάς. Διέτρεξε ολόκληρο σχεδόν τον 20ό αιώνα, αφήνοντας ισχυρότατο αποτύπωμα στην αρχιτεκτονική, πολεοδομική και κοινωνική εξέλιξη των τόπων υποδοχής εκατομμυρίων ανθρώπων.

Είναι η πρώτη φορά που Ελληνες και Τούρκοι ερευνητές (κυρίως αρχιτέκτονες αλλά και ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες, κ.ά.), που συνδέονται με τρεις διαφορετικούς φορείς και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου (το Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής, το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και το Izmir Institute of Technology, αγγλόφωνο δημόσιο πανεπιστήμιο της Σμύρνης) εργάζονται από κοινού για να μελετήσουν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τόσο φορτισμένης ιστορικής στιγμής στον χώρο και τον χρόνο. Τους πρώτους καρπούς του προγράμματος μπορείτε να τους αναζητήσετε στην ιστοσελίδα homeacross.eliamep.gr (τρίγλωσσο site που θα εμπλουτίζεται διαρκώς), αλλά και στη μεγάλη έκθεση του Μουσείου Μπενάκη «Μικρά Ασία», που θα εγκαινιαστεί στις 15 Σεπτεμβρίου στο κτίριο της οδού Πειραιώς.

Το έργο της ελληνοτουρκικής ομάδας (6 Ελληνες και 4 Τουρκάλες συγκροτούν τον βασικό ερευνητικό πυρήνα) εστιάζει στις συνέπειες της ανταλλαγής πληθυσμών σε δύο συγκεκριμένες διοικητικές περιφέρειες, την Αττική και τη Σμύρνη. Με βασικά εργαλεία την επιτόπια έρευνα στα χωριά της Ιωνίας αλλά και στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, με πλούσια αρχειακή έρευνα και στις δύο χώρες και μιλώντας με τους απογόνους όσων ανταλλάχθηκαν και από τις δύο πλευρές, έρχεται στην επιφάνεια ένας νέος, συναρπαστικός «χάρτης» με διαφορές αλλά και ομοιότητες.

Οι παράγκες που έγιναν μητρόπολη-2

Οι παράγκες που έγιναν μητρόπολη-3
Τα «πέτρινα της Φρειδερίκης» αντικατέστησαν τις προπολεμικές τρώγλες στην παραγκούπολη του Ασυρμάτου, στους πρόποδες του Φιλοπάππου.

Η μεγάλη διαφορά

Αντικείμενο ελληνοτουρκικού ερευνητικού προγράμματος η χωρική και αρχιτεκτονική διάσταση της τεράστιας εκτόπισης πληθυσμών.

 

 

Η βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιοχές είναι φυσικά η ένταση της κρίσης, που δεν αποτυπώνεται μόνο στα νούμερα (οι μουσουλμάνοι ανταλλάξιμοι δεν ξεπερνούν τις 400.000, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός για τους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς υπερβαίνει το 1,2 εκατ.), αλλά και στον βαθμό οξύτητας του οικιστικού ζητήματος. Οι μουσουλμάνοι εγκαθίστανται στα χωριά που έχουν εγκαταλείψει οι Ελληνες, ενώ οι Ελληνες πρέπει να ξεκινήσουν από το μηδέν. Δεν υπάρχουν σπίτια να τους περιμένουν. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1922, σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του δημάρχου Αθηναίων, περίπου 70.000 πρόσφυγες διέμεναν σε 130 πρόχειρους καταυλισμούς διάσπαρτους σε ολόκληρη την πόλη. «Οταν στην Ελλάδα σχεδιάζονται και κατασκευάζονται εκατοντάδες νέοι οικισμοί, στην Τουρκία οι αντίστοιχοι δεν ξεπερνούν τις μερικές δεκάδες», μου λέει η Καλλιόπη Αμυγδάλου, δρ ιστορικός Αρχιτεκτονικής και επικεφαλής του προγράμματος. «Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Τούρκοι δεν είχαν τα δικά τους προβλήματα. Πολλές ελληνικές ιδιοκτησίες λεηλατούνται, ενώ αξιώσεις για αποζημιώσεις προβάλλουν και κάτοικοι, τα σπίτια των οποίων βρέθηκαν στην ακτίνα των πολεμικών συγκρούσεων από το 1919 μέχρι το 1922. Δημιουργείται έτσι ένας άτυπος ανταγωνισμός ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες. Ταυτόχρονα καταγράφονται περιστατικά διαφθοράς: άνθρωποι που δεν ήταν πρόσφυγες διεκδικούν και καταλαμβάνουν παλιά ελληνικά σπίτια και νόμιμοι δικαιούχοι καταλήγουν με δύο ή και τρεις νέες ιδιοκτησίες».

Η ελληνική περίπτωση ήταν φυσικά μια πολύ διαφορετική ιστορία. Στην Αττική, πιο συγκεκριμένα, οι πρόσφυγες βρήκαν ημιμόνιμη ή μόνιμη στέγη με τρεις βασικούς τρόπους: με οργανωμένη δόμηση από το κράτος, μέσω άναρχης αυτοστέγασης (παραπήγματα που έστηναν με κάθε τρόπο και με δικά τους μέσα) και σε δεύτερο χρόνο μέσω οργανωμένης αυτοστέγασης. Η απογραφή του 1928 αποκαλύπτει τα πραγματικά μεγέθη: στην επαρχία Αττικής καταγράφονται 271.478 πρόσφυγες. Στον Δήμο Αθηναίων αντίστοιχα καταγράφονται 129.380 πρόσφυγες (28,1% του συνολικού πληθυσμού) και στον Πειραιά 101.185 (40,2% του πληθυσμού).

Την πρώτη πολύ δύσκολη δεκαετία κυριαρχεί η οργανωμένη δόμηση με βασικές μονάδες κατοίκησης γύρω από κεντρικές, κοινές εσωτερικές αυλές που κατασκευάζει το κράτος ή η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ): μονώροφα δωματιάκια ελάχιστων τετραγωνικών, προκατασκευασμένα ξύλινα παραπήγματα και στην καλύτερη περίπτωση διώροφες τετρακατοικίες. Το κάθε δωμάτιο είναι ένας πρώτος μικρός πυρήνας που το κράτος το κατασκευάζει με τη σκέψη ότι ο πρόσφυγας θα βρει τον τρόπο στο μέλλον να το επεκτείνει. «Το κράτος δηλαδή προκρίνει μια αρχιτεκτονική του κατεπείγοντος, μια ελάχιστη υποδομή επιβίωσης (χωρίς συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης), με την πρόβλεψη ότι ο πρόσφυγας θα το συντηρήσει και θα το επεκτείνει», υπογραμμίζει η κ. Αμυγδάλου. Μέχρι το 1930 η ΕΑΠ (η οποία ιδρύεται το 1923 κατόπιν δανείου από την Κοινωνία των Εθνών) κατασκευάζει 6.782 κατοικίες στην Αθήνα και 5.134 στον Πειραιά, αριθμοί που αντιστοιχούν στο 43,16% της οικοδομικής δραστηριότητας της ΕΑΠ στο σκέλος της αστικής αποκατάστασης σε όλη την επικράτεια.

Η εικόνα αλλάζει στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’20, όταν το 1927 ψηφίζεται ένας νόμος που επιτρέπει την οριζόντια δόμηση μόνο για τους προσφυγικούς συνοικισμούς. Δύο χρόνια αργότερα το μέτρο θα ισχύσει για όλη τη χώρα, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την ανέγερση πολυκατοικιών. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί εδώ ότι η πίεση που ασκεί το οξύ ζήτημα της στέγασης των προσφύγων επιταχύνει τις πολεοδομικές και νομοθετικές μεταβολές, που διαφορετικά ίσως θα είχαν καθυστερήσει. Επίσης, το 1929 περνάει ένας ακόμη νόμος που ενθαρρύνει την οργανωμένη αυτοστέγαση μέσα από οικοδομικούς συνεταιρισμούς.

Στην πραγματικότητα το κράτος διανέμει οικόπεδα ή παρέχει οικονομική υποστήριξη και οι πρόσφυγες οργανώνονται σε συνεταιρισμούς και χτίζουν τις γειτονιές τους. Μέχρι το 1933 συστήνονται περισσότεροι από 320 προσφυγικοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί με 10.500 μέλη. Εχει βοηθήσει και ο τελεσίδικος ενταφιασμός της ψευδαίσθησης για επιστροφή στις πατρογονικές εστίες, ύστερα από την υπογραφή του ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας το 1930 στην Αγκυρα ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ισμέτ Ινονού παρουσία του Κεμάλ Ατατούρκ. Πάντως, τη δεκαετία του ’30 επικρατεί οικοδομικός οργασμός και μέχρι το 1940 χτίζονται ορισμένα από τα πιο φιλόδοξα οικιστικά συγκροτήματα της εποχής, όπως οι προσφυγικές πολυκατοικίες της λεωφόρου Αλεξάνδρας με σημαντικές αρχιτεκτονικές υπογραφές και στο εκσυγχρονιστικό πνεύμα του επελαύνοντος μοντέρνου κινήματος. Ομως ο κατασκευαστικός πυρετός δεν είναι πάντα αναίμακτος. Η κ. Αμυγδάλου αναφέρει το παράδειγμα της Δραπετσώνας: «Η περιοχή είχε αρχίσει να ρημοτομείται πριν από το 1922, καθώς καταγράφεται πίεση για επέκταση του Πειραιά προς τα δυτικά και ήδη γίνονται αγοραπωλησίες γης στα όρια των δύο περιοχών. Με την έλευση των προσφύγων δημιουργείται ξαφνικά μια τεράστια παραγκούπολη, το κράτος υποχρεώνεται να απαλλοτριώσει την περιοχή, με αποτέλεσμα να υπάρξουν έντονες αντιδράσεις από επενδυτές της εποχής και εκατοντάδες υποθέσεις να οδηγηθούν στα δικαστήρια, υποθέσεις που διήρκεσαν δεκαετίες μέχρι να τελεσιδικήσουν».

«Μάθημα για όλους»

Ρωτάω την κ. Αμυγδάλου ποια είναι κατά τη γνώμη της η πιο σημαντική παρακαταθήκη της εποποιίας που τελικά ήταν η επιτυχημένη ενσωμάτωση του τεράστιου προσφυγικού κύματος της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η συζήτηση πηγαίνει στο θέμα της κοινωνικής κατοικίας και στον ρόλο του κράτους πρόνοιας, έναν ρόλο που θυμηθήκαμε πολύ πρόσφατα με αφορμή την πανδημία. «Τις τελευταίες δεκαετίες που ο ρόλος του κράτους πρόνοιας είχε υποχωρήσει και μας το υπενθύμισε η πανδημία και τώρα η ενεργειακή κρίση, η συζήτηση για τον τρόπο που η Ελλάδα αντιμετώπισε το προσφυγικό ζήτημα αποκτάει μια νέα επικαιρότητα και αξία». Και συμπληρώνει: «Η ιστορία της προσφυγικής εγκατάστασης είναι λοιπόν σε μεγάλο βαθμό η ιστορία της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα, είναι ένα σημαντικό σκέλος της ιστορίας των υποδομών, του εκσυγχρονισμού, του κοινωνικού κράτους. Είναι μέρος της ιστορίας του μοντέρνου και ένα σημαντικό σκέλος της ιστορίας των τεχνικών υπηρεσιών, δηλαδή της συνέργειας κράτους και αρχιτεκτονικής για την παρέμβαση στην πόλη. Είναι ένα μάθημα για όλους».

Συνέχεια ανάγνωσης

Tο ξεχασμένο προσφυγικό θαύμα της ταπητουργίας

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ

Η τέχνη που έφεραν μαζί τους οι Ελληνες από τη Σπάρτη της Μικράς Ασίας

Tο ξεχασμένο προσφυγικό θαύμα της ταπητουργίας

«Τα θυμάμαι όλα. Χαλιά χάμω, χαλιά στους τοίχους, στις πόρτες, στα παράθυρα χαλιά», γράφει ο Χάρης Καχραμάνης (Καχραμάνογλου), ο ποιητής των χαλιών όπως τον έλεγαν. Γόνος ονομαστής οικογενείας ταπητουργών από τη Σπάρτη (Isparta) της Μικράς Ασίας, στις αναμνήσεις του μιλάει για την εποχή –τέλος του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα– που η πόλη υπήρξε ένα από τα πιο φημισμένα ταπητουργικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Σπαρταλιά Πολυτίμη Κιουρτσόγλου λέγεται ότι δίδαξε για πρώτη φορά την τέχνη του χαλιού στις κοπέλες της Σπάρτης με τέτοια ικανότητα, που παρασημοφορήθηκε από τον σουλτάνο, αναφέρει η αρχαιολόγος Ολγα Δακουρά-Βογιατζόγλου στην έρευνά της για τη Σπάρτη της Μικράς Ασίας. Η Κιουρτσόγλου ήταν η δασκάλα επίσης της Κατίνας Στύλογλου, αδερφής του Ιορδάνη, νεωτεριστή αυτής της τέχνης, η οποία ξεκινώντας από τη νομαδική παράδοση των τουρκικών φυλών καλλιεργήθηκε από τους χριστιανούς κατοίκους της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα της Πισιδίας κι έγινε στην πορεία οικονομικός κλάδος με σοβαρή εξαγωγική δραστηριότητα.

«Ο παππούς μου ο Ιορδάνης είχε εφεύρει τον τρόπο να εφαρμόζονται τα περίπλοκα σχέδια των μικρασιατικών χαλιών σε χιλιοστομετρικό χαρτί (μιλιμετρίκ)», λέει στην «Κ» η εγγονή του Τατιάνα Στύλογλου, ανακαλώντας με συγκίνηση τη διορατικότητα, την ευρυμάθεια και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του παππού της. «Στην Ευρώπη και την Αμερική ήθελαν περίτεχνα σχέδια για τα χαλιά τους. Σχεδίασε λοιπόν και μπόρεσε να τα καταγράψει στο χαρτί, με λίγα λόγια να τα τυποποιήσει, ώστε να τα “διαβάζουν” σωστά οι υφάντρες», προσθέτει. Ετσι, χάρη στο ταλέντο, στην ιδιαίτερη αισθητική και το επιχειρηματικό πνεύμα των Σπαρταλήδων ταπητουργών –η εμπορία των χαλιών ήταν κατά κύριο λόγο στα χέρια των Ελληνορθόδοξων σε όλη τη Μικρασία– έγιναν γνωστά διεθνώς τα «Σπάρτα» (τουρκικά: Σπάρτα Χαλισί) για την τεχνική της ύφανσης, τη μορφή των σχεδίων και τον συνδυασμό των χρωμάτων. Η Oriental Carpet Manufacturers, που μεσουρανούσε στην αγορά της Σμύρνης στις αρχές του 20ού αιώνα, επένδυσε στις σπαρταλίδικες δημιουργίες, προσφέροντας έτοιμες πρώτες ύλες, βαμμένα νήματα και τεχνική υποστήριξη. Η δουλειά γινόταν κυρίως στα σπίτια από γυναίκες που εργάζονταν κάτω από την εποπτεία ανδρών επιστατών. Στη Σπάρτη το 1919 η Oriental Carpet πλήρωνε τις υφάντρες του αργαλειού των χαλιών έναν παρά για 60 κόμπους ή 4 πιάστρα για 7-9 ώρες εργασίας και για 10.000 κόμπους.

Γυναίκες ήταν και πάλι η πλειονότητα του εργατικού δυναμικού, που μετά την Καταστροφή έβαλε τη βάση για το προσφυγικό «θαύμα» της ταπητουργίας και της υφαντουργίας στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. «Γενικά πεπειραμένες εργάτριες με γρήγορο και σταθερό χέρι, με τις πιο ειδικευμένες να δένουν έως 20.000 κόμπους την ημέρα», ανέφερε τότε η Κοινωνία των Εθνών. Προφανώς η εποχή είχε αλλάξει, οι άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους και η ιστορία επέβαλε νέες συνθήκες ζωής στους πρόσφυγες. Στα λιμάνια της νέας τους πατρίδας οι εμποροβιοτέχνες της Μικρασίας αναζητούσαν τρόπο να ριζώσουν και να δουλέψουν για να κάνουν μια καινούργια αρχή. Η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων το 1924 παραχώρησε οικόπεδα με τον όρο να ανοικοδομηθούν βιοτεχνίες και βιομηχανίες μέσα σε δύο χρόνια. Βρίσκονταν στη Νίκαια, στον Υμηττό, στον Βύρωνα και τα περισσότερα στη Νέα Ιωνία.

Tο ξεχασμένο προσφυγικό θαύμα της ταπητουργίας-1
Χαλί μενταγιόν. Χαρακτηριστικός τύπος ανανεωμένου σχεδίου τύπου Σπάρτα (Isparta) του Χάρη Καχραμάνου (φωτογραφία από το βιβλίο του Χ. Καχραμάνου «Η ιστορία του χαλιού»).

Στα νερά του Ποδονίφτη

Το 1927 ο κλάδος απασχολούσε στη Νέα Ιωνία 1.233 εργάτριες – Οι πιο ειδικευμένες έδεναν έως και 20.000 κόμπους την ημέρα.

Οπως λέει η ιστορικός Αφροδίτη Καμάρα σε άρθρο για την ανάπτυξη της ελληνικής ταπητουργίας και υφαντουργίας, η επιλογή δεν ήταν τυχαία: η Ελευθερούπολη, όπως αποκαλούνταν τότε, ή οι Ποδαράδες, όπως ήταν γνωστότερη στο ευρύ κοινό, ήταν μια περιοχή κατάλληλη για υφαντουργική και ταπητουργική δραστηριότητα εξαιτίας του ρέματος του Ποδονίφτη, στα καθαρά νερά του οποίου γινόταν η πλύση των νημάτων και των χαλιών.

Στους Ποδαράδες οι πρώτες ταπητουργίες ήταν μικρές βιοτεχνίες, μετεξέλιξη των οικοτεχνιών της Μικράς Ασίας. Με τον κλάδο αυτό ασχολήθηκαν κυρίως οι Σπαρταλήδες, όπως οι Δουρμούσογλου, οι Μποσταντζόγλου και άλλοι. Συγκρότησαν μάλιστα το 1924 και τον Ταπητουργικό Συνεταιρισμό Σπάρτης Πισιδίας Π.Ε., προκειμένου να διεκδικήσουν ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης. Και άλλοι οίκοι, όπως του Σπάρταλη, άρχισαν εξαγωγική δραστηριότητα, όπως μαρτυρούν τα αρχεία της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Με μεικτά κεφάλαια Ελλήνων και προσφύγων ιδρύθηκε σύντομα η Ελληνική Ταπητουργία και η Ανατολική Ταπητουργία. Συνολικά, το 1927 ο κλάδος της ταπητουργίας απασχολούσε στη Νέα Ιωνία 1.233 εργάτριες και αρκετές ακόμη γυναίκες που εργάζονταν σε οικιακούς αργαλειούς. Ανάλογη ήταν και η ταπητουργική εξέλιξη στη Θεσσαλονίκη, όπου συστάθηκε η εταιρεία Ηνωμένοι Βιομήχανοι Ταπήτων Ανατολής, με επικεφαλής τους πρωτεργάτες της ταπητουργίας στη Σπάρτη Πισιδίας, Πρόδρομο Γρηγοριάδη και Δαμιανό Στύλογλου.

«Οταν τελειώσαμε το δημοτικό είχαμε το χαρτί στο χέρι. Θυμάμαι τη μάνα μου που μου έλεγε: “Τι θα τα κάνεις εσύ τα γράμματα;”. Εγώ ήθελα να πάω παραπέρα. “Οι γυναίκες τι θα τα κάνουν τα γράμματα;”. Η νοοτροπία της εποχής. Και πολύ γρήγορα μπήκα σε ένα εργοστάσιο, γιατί στη Νέα Ιωνία όπου περπάταγες άκουγες παντού το ντάκα-ντούκου από τα αργαλειά» (μαρτυρία της Δέσποινας Βενετσανοπούλου, από το βιβλίο «Η Νέα Ιωνία στον Μεσοπόλεμο, 1922-1941», εκδ. Ενωση Σπάρτης Μ. Ασίας, 2014).

Η έρευνα του 1927 κατέγραψε πως από τις εργάτριες της ταπητουργίας το 50% ήταν κάτω των 18 ετών και το 50% από 18 έως 50 χρόνων. Τα εργατικά χέρια ήταν φθηνά, κάτι που επέτρεψε να αναπτυχθεί ραγδαία η ταπητουργία, αλλά από την άλλη πλευρά αυτές οι βιοτεχνίες πρόσφεραν στους εργαζομένους μια αίσθηση οικογενείας. Η ταπητουργική παραγωγή θεωρήθηκε τόσο ελπιδοφόρα για την ελληνική οικονομία, ώστε το 1927 καταρτίστηκε σχέδιο νόμου για τη σύσταση Ελληνικής Ταπητουργικής Προνομιούχου Εταιρείας με στόχο την κεντρική προώθηση εξαγωγών των ελληνικών χαλιών για να εξαλειφθούν μεσάζοντες, οι οποίοι συχνά μάλιστα βάφτιζαν τα ελληνικά χαλιά ως «περσικά» ή «τουρκικά». Δυστυχώς, το κραχ της Αμερικής το 1929 έβαλε τέλος στην εξαγωγική δραστηριότητα των Ελλήνων ταπητουργών, οδηγώντας τις περισσότερες ταπητουργίες σε κλείσιμο ή στον μετασχηματισμό τους σε υφαντουργίες.

Ο Βενιζέλος, ο Βλάχος, οι «καθαροί» Ελληνες και οι «ξάδελφοι»

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ

«Το σύμβολον της Παλαιάς Ελλάδος εκπορθείται από την προσφυγικήν αγέλην», έγραφε ο Γεώργιος Βλάχος στις 16 Ιουλίου 1928 στην «Καθημερινή» για να προσθέσει αμέσως στη συνέχεια ότι η Αθήνα έπαυσε να είναι πλέον η πόλη μόνον των «καθαρών Ελλήνων αλλά και των προσφύγων»

Ο Βενιζέλος, ο Βλάχος, οι «καθαροί» Ελληνες και οι «ξάδελφοι»

«Το σύμβολον της Παλαιάς Ελλάδος εκπορθείται από την προσφυγικήν αγέλην», έγραφε ο Γεώργιος Βλάχος στις 16 Ιουλίου 1928 στην «Καθημερινή» για να προσθέσει αμέσως στη συνέχεια ότι η Αθήνα έπαυσε να είναι πλέον η πόλη μόνον των «καθαρών Ελλήνων αλλά και των προσφύγων». Διατύπωση οικτρή και άσπλαχνος για περίπου ενάμισι εκατομμύριο ανθρώπους, θύματα του μεγαλοϊδεατισμού του Ελευθερίου Βενιζέλου, και φυσικά της ατολμίας της κυβερνήσεως του Δημητρίου Γούναρη να αναθεωρήσει μία πολιτική που θεωρούσε εσφαλμένη. Ο μόνος που περιέγραψε με απόλυτη ακρίβεια το ανέφικτο του εγχειρήματος της εκστρατείας στη Μικρά Ασία ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς, όταν αρνήθηκε την πρόταση του πρωθυπουργού Γούναρη και των στενότατων συνεργατών του να αναλάβει επικεφαλής των επιχειρήσεων. Ηταν πλέον πάρα πολύ αργά.

Ο Γεώργιος Βλάχος δεν είχε ενεργό ανάμειξη σε πρώτη φάση. Οταν ο Βενιζέλος με την υποστήριξη των Δυνάμεων της Αντάντ εγκατεστάθη στην εξουσία εκ νέου, εξορίσθηκε αρχικώς στη Σκύρο και στη συνέχεια στη Σκόπελο λόγω της αντιβενιζελικής αρθρογραφίας του.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα το 1918 είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία και επιδίωξε να επιστρέψει εκ νέου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, όπου είχε διορισθεί το 1904. Η αίτησή του απερρίφθη για λόγους πολιτικούς από τον Βενιζέλο, που όμως αργότερα υποστήριξε πως είχε άγνοια του όλου θέματος. Κατόπιν τούτου προέκυψε η «Καθημερινή», το πρώτο φύλλο της οποίας εκδόθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1919, κάτω από συνθήκες αυστηρότατης λογοκρισίας, με κενά –στο πρωτοσέλιδο άρθρο του Γεωργίου Βλάχου– εκείνων των τμημάτων που είχε διαγράψει η λογοκρισία.

Στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Γεωργίου Βλάχου συγκρούονταν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις. Ο προπάππους του Γεωργίου, Σταύρος Βλάχος, γεννημένος στην Αθήνα το 1802, συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 ως μέλος της Φρουράς των Αθηνών, υπερασπιστής του Φρουρίου της πόλεως, μέλος της Δημογεροντίας. Το 1843 είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος στην Εθνοσυνέλευση που εξεπόνησε το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος. Το όραμα και η προσπάθεια της εποχής εκείνης, που υποστηριζόταν από τους φιλέλληνες της Ευρώπης, ήταν η δημιουργία νέου κράτους κατά το πρότυπο της κλασικής Αθήνας του Περικλέους. Και αυτό σήμαινε αποκάθαρση της φυλής από το «μίασμα» των επιρροών που είχε επικαθίσει στους Ελληνες στη διάρκεια των αιώνων.

Το άρθρο της 19ης Ιουλίου

Πιστός σε αυτή την οικογενειακή και «εθνική» παράδοση, έγραψε ο Γεώργιος Βλάχος σε άρθρο του στις 19 Ιουλίου 1928, τα εξής προσβλητικά και άκρως απαράδεκτα αναφερόμενος στην απόφαση των Συντηρητικών να περιλάβουν κάποιους πρόσφυγες στα ψηφοδέλτιά τους: «Ας είναι αδελφοί και ξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων –πράγμα το οποίον δεν θα συμβεί ποτέ– τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι».

Στο άλλο άκρο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενθουσιώδης, παρορμητικός, ευφυής δίχως αμφιβολία, σε μόνιμη διέγερση μετά την επαναστατική του δράση στην Κρήτη και των πληγμάτων που είχε καταφέρει κατά της μοναρχίας, οραματίσθηκε την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην εδαφική της μορφή. Ιδεολογικό πυρήνα για το εγχείρημά του ο Βενιζέλος αναζήτησε και βρήκε στη Μεγάλη Ιδέα του Ιωάννη Κωλέττη, όπως την είχε διατυπώσει στην πρώτη Εθνοσυνέλευση σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων». Και αυτό σε μία εποχή που ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Γούντροου Ουίλσον προώθησε και επέτυχε τη διάλυση δύο Αυτοκρατοριών – των Αψβούργων και των Οθωμανών.

Και έτσι οδηγηθήκαμε στη Μικρασιατική Καταστροφή και την εκρίζωση ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων. Ηταν η πρώτη μείζων εθνοκάθαρση στην ιστορία της νεότερης Ευρώπης. Στον ισοπεδωτικό προσδιορισμό του «πρόσφυγα» περιελήφθησαν κατηγορίες ανθρώπων με διαφορετικό υπόβαθρο, διαφορετικές συνήθειες αιώνων. Αλλοι όμως οι Σμυρνιοί, άλλοι οι Πόντιοι, άλλοι οι Θρακιώτες, και τέλος άλλοι οι τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι Ρωμιοί της Καππαδοκίας και των άλλων γειτονικών περιοχών της Αυτοκρατορίας, που ανταλλάχθηκαν υποχρεωτικά κατόπιν επιμονής του Βενιζέλου. Τουρκόσπορους τους έλεγαν χλευαστικά οι παλαιοελλαδίτες.

Και επιβίωσαν παρ’ όλα αυτά και πρόκοψαν. Οχι διότι γνώριζαν από τον Βυζαντινό Κριτόβουλο τον Ιμβριο πως οι ασκούντες την εξουσία «περιπλανιώνταν ως αιώνιοι αλήτες από έθνος σε έθνος και από τόπο σε τόπο». Αλλά για κάτι πρακτικότερο και απλούστερο. Αλλοτε ήταν ο Οθωμανός Σουλτάνος, κατόπιν ο Βασιλέας των Ελλήνων, πάντοτε η Εκκλησία του τόπου όπου ζούσαν. Ηταν η τέχνη της προσαρμογής και φυσικά των αποστάσεων.

Ηταν τα χρόνια εκείνα των άκρων, του Διχασμού, του αβυσσαλέου μίσους, των ολεθρίων πολιτικών παθών. Σε αυτό το κλίμα κινούνταν, έζησε και αρθρογραφούσε ο Βλάχος και φυσικά δεν ήταν ο μόνος. Αυτό που σήμερα θεωρείται και είναι χυδαία υπερβολή και προσβολή απαράδεκτη, ήταν τρόπος ζωής και εκφράσεως. Ηταν οι ίδιοι ταυτοχρόνως και θύματα και θύτες. Νομίσαμε πως όλα αυτά είχαν περάσει. Δεν είναι η μόνη ούτε η τελευταία λανθασμένη εκτίμηση…

Το αποτύπωμα των προσφύγων

ΚΟΣΜΟΣ

Η συμβολή των ξεριζωμένων πληθυσμών της Μικρασίας υπήρξε καταλυτική για την εξέλιξη της σύγχρονης Ελλάδας

Το αποτύπωμα των προσφύγων

Η μαζική είσοδος προσφύγων στη χώρα από τον Σεπτέμβριο του 1922 προκάλεσε δέος στην ελληνική κοινωνία και δημιούργησε ποικίλα προβλήματα κατά το πρώτο διάστημα, μέχρι και το 1924. Οι πρόσφυγες έφθασαν στην Ελλάδα σε κατάσταση τραγική. Οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει βιαστικά τα σπίτια τους, με ελάχιστα ή τίποτα από τα κινητά αγαθά τους.

Πολλές οικογένειες αποτελούνταν από γυναίκες, παιδιά και ηλικιωµένους, καθώς πολλοί άνδρες είχαν κρατηθεί στη Μικρά Ασία ως αιχµάλωτοι ή όµηροι.

Πολλά προσφυγόπουλα ήταν ορφανά και από τους δύο γονείς, ορισµένα µάλιστα ήταν αυτό που αποκαλούµε σήµερα «ασυνόδευτα». Στα τέλη του 1923 εκτιµάται ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα 1.300.000-1.400.000 πρόσφυγες.

Επιπροσθέτως η οικονοµική κατάσταση της χώρας, η συναλλαγµατική αστάθεια και ο πληθωρισµός προκάλεσαν το καλοκαίρι του 1923 άνοδο στις τιµές. Την ακρίβεια και τις ελλείψεις σε τρόφιµα επέτεινε η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων.

Αμεση προτεραιότητα, περίθαλψη και στέγη

Οι πρώτες και στοιχειώδεις ανάγκες των προσφύγων αντιμετωπίστηκαν όσο και όπως αυτό ήταν δυνατό. Οι πρόσφυγες στεγάστηκαν σε εγκαταλελειμμένες αποθήκες, εκκλησίες, θέατρα, δημόσια κτίρια και στρατόπεδα, υπόστεγα, σκηνές, αυτοσχέδιες κατασκευές. Τα σχολεία δεν λειτούργησαν ή υπολειτούργησαν, αφού τα περισσότερα είχαν επιταχθεί ή καταληφθεί, ενώ ιδιωτικά ακίνητα επιτάχθηκαν «εν όλω ή εν μέρει». Για τη διατροφή τους φρόντισαν, πέρα από το κράτος, ελληνικές και ξένες οργανώσεις, σύλλογοι και πολίτες. Οι συνθήκες της μετακίνησης και της άφιξης, η σωματική ταλαιπωρία, η κακή διατροφή, η υποτυπώδης στέγαση, ο ψυχικός τραυματισμός επιβάρυναν την υγεία τους. Επείγουσα προτεραιότητα αποτέλεσε η αντιμετώπιση μολυσματικών ασθενειών, όπως η ευλογιά, η δυσεντερία, ο εξανθηματικός τύφος. Εξαπλώθηκαν η ελονοσία στην ύπαιθρο και η φυματίωση στα αστικά κέντρα, ασθένειες ενδημικές εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.

Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν η υψηλή θνησιμότητα, κυρίως στις πόλεις, και ακόμη μεγαλύτερη από το 1923 στους χώρους υποδοχής των προσφύγων, στα λοιμοκαθαρτήρια. Τα έτη 1922-1924 στις πόλεις ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων. Το κράτος, με την αρωγή ελληνικών και κυρίως ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, ανάμεσα στις οποίες ξεχώρισαν ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός, η Near East Relief και η American Women’s Hospitals, αντιμετώπισε το δύσκολο αυτό πρώτο διάστημα.

Ηδη από την άνοιξη του 1923 ξεκίνησε η εγκατάσταση των προσφύγων στην ύπαιθρο, σε εγκαταλελειμμένα ακίνητα μουσουλμάνων, απαλλοτριωμένα ή δημόσια κτήματα. Αυτό θα συστηματοποιηθεί από το 1924 με τη φροντίδα της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ). Συγχρόνως υπήρξε μέριμνα για την κατασκευή οικιών στις πόλεις για τους πρόσφυγες από το υπουργείο Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως, το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων και στη συνέχεια την ΕΑΠ. Και ενώ η αγροτική αποκατάσταση σχεδόν ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1930, η πλειονότητα των προσφύγων στις πόλεις χρειάστηκε περισσότερα χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του 1970, για να αποκτήσει μόνιμη και κατάλληλη στέγη.

Πληθώρα θετικών κοινωνικών επιπτώσεων

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η άφιξη και εγκατάσταση των προσφύγων μετά το 1922 αποτελεί τομή στη νεότερη ελληνική ιστορία, αφετηρία δημιουργίας της σημερινής Ελλάδας. Οι στόχοι που συνδέθηκαν με την ένταξη των προσφύγων στην Ελλάδα υλοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό: η κατοχύρωση των συνόρων, η εξασφάλιση της ειρήνης στην περιοχή, η ενίσχυση της μικροϊδιοκτησίας, η κοινωνική σταθερότητα, η αύξηση της γεωργικής παραγωγής. Αν προσθέσουμε τη συμβολή τους στη λαϊκή κουλτούρα και στην πνευματική ζωή και πολιτισμό, δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι οι πρόσφυγες συν-διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελλάδα.

Η άφιξη και η εγκατάσταση των προσφύγων επηρέασε αποφασιστικά την πύκνωση του πληθυσμού στις αραιοκατοικημένες βόρειες επαρχίες, την ίδρυση νέων οικισμών, την οργανική ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών» και την εθνολογική σύσταση της χώρας. Το 1920 το ποσοστό των μη Ελλήνων ορθοδόξων ήταν 20%, ενώ το 1928 6%. Αυξήθηκε ραγδαία ο βαθμός αστικοποίησης της χώρας, με το ποσοστό των προσφύγων στον αστικό πληθυσμό να είναι ιδιαίτερα υψηλό. Η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και άλλα αστικά κέντρα, κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, διογκώθηκαν. Οι πρόσφυγες το 1928 αποτελούσαν το 28% του Δήμου Αθηναίων, το 40% του Δήμου Πειραιά και το 48% του Δήμου Θεσσαλονίκης. Αποτέλεσμα της μαζικής εγκατάστασης των προσφύγων ήταν και η ριζική αλλαγή του μοντέλου οικιστικής ανάπτυξης. Ηδη τον Ιούλιο του 1923 ψηφίστηκε πλαίσιο για την οικοδόμηση νέων οικισμών και θεσμοθετήθηκε η διευκόλυνση «ανεγέρσεως ευθηνών οικιών, προοριζομένων διά τους αναπήρους πολέμου, τους υπαλλήλους, τους συνταξιούχους, τους εργάτας, τους πρόσφυγας». Η ΕΑΠ το 1926 εξέδωσε «Οικοδομικό Κανονισμό».

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα επηρέασε καταλυτικά την οργάνωση της δημόσιας υγείας, με την ίδρυση δημόσιων νοσοκομείων και ιατρείων, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, και την εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού. Το 1923 ιδρύθηκε στους Αμπελόκηπους το Νοσοκομείο Προσφύγων Αθηνών (σήμερα «Ιπποκράτειο»), στη Νέα Ιωνία νοσοκομείο (σήμερα «Η Αγία Ολγα»), στη Ν. Κοκκινιά νοσοκομείο της οργάνωσης American Women’s Hospitals (σήμερα «Κρατικό Νίκαιας»). Στη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα ιδρύθηκαν το 1923 Κεντρικό Νοσοκομείο Προσφύγων (σήμερα «Γεώργιος Γεννηματάς») και νοσοκομεία σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Εγιναν για πρώτη φορά μαζικοί εμβολιασμοί και στο πλαίσιο μιας τιτάνιας προσπάθειας μέχρι τον Απρίλιο του 1923 είχαν εμβολιαστεί 550.000 πρόσφυγες.

Η άφιξη των προσφύγων συνέβαλε επίσης στη δημιουργία της κοινωνικής πρόνοιας με την ίδρυση δημόσιων ορφανοτροφείων και οικοτροφείων. Ηδη το φθινόπωρο 1922 ο μεγάλος αριθμός ορφανών και ασυνόδευτων οδήγησε στην ίδρυση κρατικών ορφανοτροφείων. Το 1925 λειτουργούσαν στην Ελλάδα 53 ορφανοτροφεία. Στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας οι αλλαγές δεν περιορίστηκαν μόνο στο θεσμικό επίπεδο αλλά διαμόρφωσαν μια νέα κοινωνική αντίληψη για την οφειλόμενη στάση απέναντι στους οικονομικά ασθενέστερους και τους έχοντες ανάγκη, που διαφοροποιείτο από την παλαιότερη αντίληψη περί αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας.

Το αποτύπωμα των προσφύγων-1
Ουρά για το συσσίτιο στην παραγκούπολη. Οι πρόσφυγες στεγάστηκαν σε αποθήκες, εκκλησίες, θέατρα, δημόσια κτίρια και στρατόπεδα, υπόστεγα, σκηνές. Φωτ. ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ «ΕΛΛΑΔΑ, 20ός ΑΙΩΝΑΣ, ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»

Ανάπτυξη του αγροτικού τομέα και της βιομηχανίας

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση