«

»

Σεπ 10 2022

1919-1922, Πρόσωπα της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Η διαχείριση μιας εκστρατείας σε τέλμα Π. Πρωτοπαπαδάκης, πρωθυπουργός λίγο πριν από την κατάρρευση

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

1919-1922, Πρόσωπα της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Η διαχείριση μιας εκστρατείας σε τέλμα

«Η προ μικρού ανακοινωθείσα ημίν υπό του κ. Προέδρου της Συνελεύσεως Κυβέρνησις, ης έχω την τιμήν να προΐσταμαι, συνεκροτήθη εκ των Συναδέλφων ων τα ονόματα ανεκοινώθησαν Υμίν, και των οποίων συμπίπτουσιν αι γνώμαι περί του τρόπου τής όσον ένεστιν αποτελεσματικωτέρας εξυπηρετήσεως των ανωτέρω σκοπών. Εν τω έργω αυτής η Κυβέρνησις έχει ανάγκην της εμπιστοσύνης της Συνελεύσεως, ην και ελπίζει ότι θα παράσχητε». Με τα λόγια αυτά ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης παρουσίασε στις 9 Μαΐου 1922 στην Εθνοσυνέλευση την υπ’ αυτόν συγκροτηθείσα κυβέρνηση, ζητώντας παράλληλα την ψήφο εμπιστοσύνης του σώματος – την οποία και έλαβε.

Ο εξηνταδυάχρονος τότε Πρωτοπαπαδάκης γεννήθηκε στη Νάξο και σπούδασε μηχανικός στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εργάστηκε ως μηχανικός του Δήμου Αθηναίων και καθηγητής στις σχολές Ευελπίδων και Ναυτικών Δοκίμων, ενώ συμμετείχε από διευθυντική θέση στη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου και της σιδηροδρομικής γραμμής Καβάλας – Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη). Εργάστηκε επίσης ως ελεύθερος επαγγελματίας, ενώ το διάστημα 1889-90 διετέλεσε καθηγητής στο Σχολείο Βιομηχάνων Τεχνών (Πολυτεχνείο).

Η ενασχόλησή του με την πολιτική χρονολογείται από το 1902, οπότε εξελέγη βουλευτής Κυκλάδων με το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη. Το 1906-1908 συμμετείχε στην «ομάδα των Ιαπώνων», αρχικά μέλη της οποίας ήταν ο ίδιος, ο Δ. Γούναρης και ο Στ. Δραγούμης. Στη συνέχεια, συνέδεσε στενά την πορεία του με τον Δ. Γούναρη, χρημάτισε δε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή του (1915) και υπήρξε συνιδρυτής του Λαϊκού Κόμματος.

Μετά τη νίκη των αντιβενιζελικών (1/11/1920), θα αναλάβει το υπουργείο των Οικονομικών στην κυβέρνηση Καλογερόπουλου (Ιανουάριος 1921). «Το φορτίον των οικονομικών υπηρεσιών και του επισιτισμού του Κράτους», θα πει στη Δίκη των Εξι, «το οποίον ανέλαβον από της 28ης Ιανουαρίου 1921 ήτο τόσον βαρύ, ώστε δεν μου επέτρεπε να παρακολουθώ ποσώς τας υπηρεσίας οιουδήποτε εκ των συναδέλφων μου». Θα διατηρήσει αυτή τη θέση στις κατοπινές δύο κυβερνήσεις Γούναρη, έως ότου σχηματίσει ο ίδιος κυβέρνηση.

Λόγω της θέσης του, είχε από νωρίς συνείδηση των οικονομικών βαρών που δημιουργούσε η Μικρασιατική Εκστρατεία στα δημόσια οικονομικά. Αυτό και η σχέση του με τον Γούναρη επηρέασαν τη στάση του.

«Το φορτίον των οικονομικών υπηρεσιών και του επισιτισμού του Κράτους», θα πει στη Δίκη των Εξι, «το οποίον ανέλαβον από της 28ης Ιανουαρίου 1921 ήτο τόσον βαρύ».

Στα τέλη Μαρτίου 1921, μετά την αποτυχία των επιχειρήσεων εκείνης της φάσης, είχε ενεργό ανάμειξη στις συζητήσεις μεταξύ Γούναρη και Μεταξά, που αποσκοπούσαν να πεισθεί ο δεύτερος να αναλάβει την αρχιστρατηγία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης υποστήριξε ότι η Αγγλία θα υποχρέωνε την Ελλάδα να αποσυρθεί και από τη Θράκη και ότι, σε περίπτωση αποχώρησης από τη Μικρασία, «θα μας συνεπάρη η οργή του κόσμου» – «δεν εννοώ την κυβέρνησιν, εννοώ το καθεστώς». Πάντα κατά τον Μεταξά, είχε συσχετίσει τον χαρακτήρα των στρατιωτικών επιχειρήσεων με τα δημόσια οικονομικά: «Πόσον καιρόν θα μείνωμεν ακόμη εν αμύνη; Ημείς δεν έχομεν χρήματα διά πολύν καιρόν. Εις δύο τρεις μήνας πρέπει να τελειώνομεν». Σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921, στη Δίκη των Εξι είπε ότι «η διαταγή εδόθη εκ Λονδίνου, κατόπιν διαβεβαιώσεως, ως μοι ελέχθη, του διαμένοντος εν Λονδίνω υπαρχηγού του Επιτελείου της Μ. Ασίας, ότι ο στρατός μ’ ένα περίπατο θα έφθανεν εις το τέρμα, εις το οποίον ήτο προωρισμένος να φθάση, δηλαδή εις το Δορύλαιον» [Εσκί Σεχίρ].

Ενα χρόνο αργότερα, είχαν καταληφθεί Εσκί Σεχίρ, Αφιόν Καραχισάρ και Κιουτάχεια, ωστόσο η προέλαση προς την Αγκυρα δεν τελεσφόρησε και οι ελληνικές δυνάμεις παρέμεναν καθηλωμένες δυτικά του Σαγγαρίου. Ταυτοχρόνως, εξελίσσονταν δυσμενείς για την ελληνική πλευρά διπλωματικές διεργασίες (πρόταση Διάσκεψις Παρισίων περί εκκένωσης της Μικρασίας κ.λπ.) και κορυφώνονταν (μετά και τη μη εξασφάλιση διεθνούς δανεισμού) τα οικονομικά προβλήματα.

Απότοκο όλων αυτών ήταν η διάσπαση του πολιτικού μετώπου που οδήγησε στην εκλογική νίκη του 1920. Προς στιγμήν αυτό αντιμετωπίστηκε με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης υπό τον Δ. Γούναρη (2/3/1922). Νέα κρίση, λίγους μήνες αργότερα, οδήγησε σε παραίτησή της, διερεύνηση του ενδεχομένου κυβέρνησης υπό τον Ν. Στράτο και τελικά στον σχηματισμό της κυβέρνησης Πρωτοπαπαδάκη, με συμμετοχή οπαδών τόσο του Γούναρη όσο και το Στράτου, η οποία, λόγω και των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί, είχε να διαχειριστεί μια περίπλοκη και τελματωμένη κατάσταση.

Τελικώς, στις 25 Αυγούστου 1922, λίγες ημέρες μετά τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου, η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της: Η «Καθημερινή» (26/8/1922) έγραφε: «Από ημερών ήδη οι κυριώτεροι παράγοντες της Κυβερνήσεως, εις τας ιδιαιτέρας των συνομιλίας, ετόνιζαν ότι έπρεπε να αποχωρήσουν της αρχής μόνον εφ’ όσον η δυσφορία της κοινής γνώμης θα έφθανεν εις τοιούτον σημείον εξάψεως, ώστε να μη υπολείπετο παρά μόνον το έναυσμα προς θορυβώδη εκδήλωσιν της δυσφορίας ταύτης. Μέχρι της εσπέρας της προχθές η Κυβέρνησις δεν έκρινεν ότι η κατάστασις είχε παρέλθει εις τοιούτον σημείον και ότι τα γεγονότα ηπείλουν την διατάραξιν της τάξεως. Τα νεώτερα όμως γεγονότα τα οποία προσετέθησαν κατά την διάρκειαν της προχθεσινής νυκτός εκρίθησαν υπό της Κυβερνήσεως ως επιδεινούντα τα μέγιστα την κατάστασιν. Εν δε εκ των σημαντικωτέρων γεγονότων ήτο και η αναγγελθείσα αιχμαλωσία των στρατηγών Τρικούπη και Διγενή και των τεσσάρων συνταγματαρχών».

Δύο περίπου μήνες αργότερα, ο Πρωτοπαπαδάκης θα οδηγηθεί ενώπιον του Εκτακτου Στρατοδικείου (Δίκη των Εξι), όπου θα καταδικαστεί σε θάνατο. Θα εκτελεστεί, μαζί με τους Γούναρη, Χατζανέστη, Θεοτόκη, Στράτο και Μπαλτατζή, στις 15 Νοεμβρίου 1922, λίγες ώρες μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης.

Οικονομικός αποκλεισμός

Ενα από τα ζητήματα στα οποία τοποθετήθηκε ο Πρωτοπαπαδάκης στη Δίκη των Εξι ήταν εάν η επάνοδος του βασιλιά είχε ως συνέπεια τον οικονομικό αποκλεισμό της χώρας από τις διεθνείς πιστώσεις. «Ο οικονομικός αποκλεισμός», υποστήριξε, «δεν συνίσταται στο ότι αι Δυνάμεις δεν μας έδωκαν τα ποσά τα οποία μας ώφειλαν εκ των 850 εκατ. (των επί Βενιζέλου συναφθέντων δανείων το 1918 και 1919). Ο οικονομικός αποκλεισμός είνε η υποχρέωσις την οποίαν ανέλαβε το Ελληνικό Κράτος (κατά τη σύναψη εκείνων των δανείων) να μη δύναται να δώση ουδεμίαν εγγύησιν διά νέον δάνειον πριν ή εξοφληθεί το δάνειον των 850 εκατ. Βεβαίως οικονομικός αποκλεισμός ήτο και το ότι αι Δυνάμεις μας είπον ότι τα υπόλοιπα τα οφειλόμενα εκ του δανείου των 850 εκατ. (η Γαλλία δεν είχε δώσει τίποτα, η Βρετανία λίγο περισσότερο από τα μισά και οι ΗΠΑ περίπου το ένα τρίτο) τα κρατούμεν και δεν σας τα δίδομεν, αλλ’ αυτό δεν ήτο ο καθ’ αυτό οικονομικός αποκλεισμός. Ητο άρνησις των Δυνάμεων λόγω δήθεν της ελεύσεως του βασιλέως Κωνσταντίνου εις την Ελλάδα να δώσουν τα υπολοιπόμενα χρήματα. […] η αφορμή ήτο η έλευσις του βασιλέως Κωνσταντίνου».

Tο αναγκαστικό δάνειο για τη χρηματοδότηση του πολέμου

 

 

«Από της 1ης Μαρτίου 1921 μέχρι της 8ης Μαΐου 1922, οπότε εγκατέλειψα την υπηρεσίαν», ανέφερε ο Πρωτοπαπαδάκης στη Δίκη των Εξι, «εισήχθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον εκ δανείων 1.610 εκατομμύρια». Από αυτά, μόνο τα 245 εκατ. προέρχονταν από τη διχοτόμηση του χαρτονομίσματος και το συναφές «αναγκαστικό δάνειο» (τα υπόλοιπα, έως τα προϋπολογισθέντα 1.500 εκατομμύρια, θα εισπράττονταν τους επόμενους μήνες). «Εκ των τακτικών πόρων του κράτους εισήχθησαν εις το ταμείον μόνο 633.327.895 και εκ του ταμείου Σμύρνης εισήχθησαν 27.180.843».

1919-1922, Πρόσωπα της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Η διαχείριση μιας εκστρατείας σε τέλμα-1
Στιγμιότυπο από τη Δίκη των Εξι, με τους κατηγορουμένους σε πρώτο πλάνο. Δεύτερος από δεξιά, ο Πρωτοπαπαδάκης (Αρχείο Μιχάλη Τσάγκαρη – Βιβλιοθήκη της Βουλής/Μπενάκειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα).

Το σύνολο των εσόδων, δηλαδή, ανερχόταν σε 2.270 εκατ. δραχμές. «Ιδωμεν ήδη», συνέχισε, «πώς διατέθηκαν αυτά τα 2.270. Διατέθησαν υπέρ του στρατού. Εκ των δανείων 1.161 εκατομμύρια. Εκ των τακτικών πόρων του κράτους 272 εκατομμύρια (πλην των τακτικών ενταλμάτων των πληρωνομένων υπό των διαφόρων ταμείων του κράτους). Ητοι διετέθησαν εν συνόλω διά τον στρατόν υπέρ τα 1.433 εκατομμύρια». Ποσοστό 63%!
Σε αντίστοιχα ποσοστά κατέληγαν οι υπολογισμοί του ακαδημαϊκού Ανδρέα Ανδρεάδη, το 1927: οι στρατιωτικές δαπάνες απορροφούσαν το 1920-1921 το 51% των συνολικών δημοσίων δαπανών, το δε 1921-1922, το 59%. Δεν είναι τυχαίο ότι για τον Αμερικανό επιτετραμμένο στην Αθήνα αποτελούσε «μυστήριο» το πώς η ελληνική οικονομία είχε αντέξει το βάρος του πολέμου για τόσο μεγάλο διάστημα.

Απάντηση σε αυτό το «μυστήριο» επιχείρησε να δώσει ο Πρωτοπαπαδάκης, ως υπουργός Οικονομικών, με μια πρωτότυπη λύση. Παρουσιάζοντάς την, μάλιστα, στη Βουλή, στις 21 Μαρτίου 1922, είπε: «Είμαι υποχρεωμένος, πριν ή προβώ εις περαιτέρω ανάπτυξιν του περί ου πρόκειται νομοσχεδίου να συμφωνήσωμεν ότι ουδείς εξ ημών πρέπει να έχη ανά χείρας στερεόν τι διότι φοβούμαι ουχί τον λιθοβολισμόν, διότι δεν έχετε υποθέτω λίθους εις τα θυλάκιά σας, αλλά την διά των στερεών αντικειμένων τα οποία δύναται να ευρεθώσι εις τας χείρας σας επίθεσιν κατά της κεφαλής μου».

Στη συνέχεια, αφού ανέφερε ότι «το ζητούμενον εσωτερικόν δάνειον 1.500.000 δρχ. είναι τι πρωτοφανές» και ότι «εάν είχον την ιδέαν ότι είνε δυνατόν το δάνειον τούτο να το επιτύχωμεν διά της συνήθους οδού […] όλοι θα με εθεωρείτε ως αστείον», πρότεινε την εξής λύση: θα διχοτομούνταν τα ελληνικά χαρτονομίσματα και το ένα μισό τους θα παρέμενε στην κυκλοφορία με τη μισή αξία, ενώ το άλλο θα ανταλλασσόταν με εικοσαετή κρατικά ομόλογα, με ετήσιο επιτόκιο 6,5%. Με τη λύση αυτή το κράτος ανάγκαζε τους Ελληνες που κατείχαν μετρητά να δανείσουν τα μισά χρήματά τους στο ελληνικό Δημόσιο με αντάλλαγμα μερικά αμφίβολης αξίας ομόλογα.

Ιδού πώς εξήγησε την πρότασή του στη Βουλή: «Είμαι, κύριοι, κάτοχος ενός εκατοντάδραχμου, ιδού αυτό. Προς τα δεξιά είνε γεγραμμένη η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή εν τη Βουλή και γίνη νόμος, θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον –ο κ. υπουργός κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα– και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γεωργίου Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα αξίας 50 δραχμών, το δε έτερον ήμισυ εφ’ ου είνε γεγραμμένον το Στέμμα, θα αποτελή ομολογίαν αξίας 50 δραχμών, και το πράγμα ετελείωσε». Δύο μήνες αργότερα θα δήλωνε ότι «αυτό το απροσδόκητο λαχείο έφτανε ίσα ίσα για να πραγματοποιηθεί η αποστράτευση του ελληνικού στρατού, και γι’ αυτόν τον σκοπό θα χρησιμοποιούνταν» (Llewellyn-Smith, σ. 466).

Αφήστε μια απάντηση

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων