ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ – ΑΝΕΡΓΙΑ – ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ

 

 

Ο κόσμος της (τηλ)εργασίας μετά την πανδημία

Μέσα στην πανδημία επήλθαν πολλές μεταβολές στις ζωές μας. Κάποιες ήταν προσωρινές και έτσι θα υποχωρήσουν με την επάνοδο στην κανονικότητα. Κάποιες άλλες όμως θα μείνουν μαζί μας – σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εξαρτάται από την περίπτωση.

Μία από τις μεταβολές που ήρθαν για να μείνουν, και δη σε διεθνές επίπεδο, είναι η ευρεία εφαρμογή της τηλεργασίας, δηλαδή της παροχής εργασίας από το σπίτι. Η πανδημία λειτούργησε εδώ, κατ’ ουσίαν, σαν ένας δραστικός επιταχυντής μιας εξέλιξης που είχε ήδη ξεκινήσει πριν από αυτήν. Η ευρεία πλέον εφαρμογή της τηλεργασίας αλλάζει εργασιακές σχέσεις και δομές δεκαετιών. Θα επηρεάσει πολλούς επαγγελματικούς κλάδους, αλλά και συνολικά την οικονομία και την κοινωνία. Μεταβαίνουμε σε μια νέα εποχή, όπου το κύριο ζητούμενο θα είναι η ισορροπία ανάμεσα στην – θεμιτή – ευελιξία κατά την παροχή της εργασίας και την – ανεπιθύμητη – διαρκή διαθεσιμότητα του εργαζομένου -, μια διαθεσιμότητα ήδη βιούμενη σε αρκετούς κλάδους του ιδιωτικού τομέα. Ας δούμε όμως τα πράγματα εγγύτερα:

Από τη μία πλευρά, η αυτονομία του εργαζομένου ως προς την κατανομή του χρόνου εργασίας αυξάνεται. Και αυτό είναι καταρχήν θετικό. Μπορεί, μάλιστα, εκείνος να ασχολείται παράλληλα, κατά τη διάρκεια της ημέρας, με ζητήματα της προσωπικής ή οικογενειακής του ζωής. Επίσης, εργαζόμενος κανείς από το σπίτι, περιορίζει τις καθημερινές μετακινήσεις ή τα (συχνά αχρείαστα) επαγγελματικά ταξίδια, αυξάνοντας έτσι τον διαθέσιμο χρόνο για άλλες, πιο ευχάριστες ενασχολήσεις. Ο περιορισμός δε αυτός έχει και θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, κυρίως λόγω μείωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης (αποφυγή χρήσης ΙΧΕ, μέσων μαζικής μεταφοράς, αεροπλάνων, κ.λπ.).

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, με την τηλεργασία ο εργαζόμενος στερείται την καθημερινή αλληλεπίδραση στον χώρο εργασίας και τις ιδέες, την τριβή, την κοινωνικοποίηση που αυτή γεννά και καλλιεργεί. Πιο σημαντικό δε είναι ότι πράγματι κινδυνεύει να τελεί υπό ένα καθεστώς διαρκούς διαθεσιμότητας – ή «τηλε-ετοιμότητας», όπως λέγεται -, η οποία μπορεί να γίνει στην πράξη ιδιαίτερα πιεστική για εκείνον, καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ εργασιακής και ιδιωτικής ζωής. Γι’ αυτό και θα πρέπει να παρέχεται εδώ αυξημένη προστασία από το Δίκαιο και ιδίως από την εργατική νομοθεσία (βλ. σε εμάς ήδη άρ. 5 του ν. 3846/2010, ΕΓΣΕΕ 2006-2007 και άρ. 57 του Αστικού Κώδικα για την προστασία του δικαιώματος στην προσωπικότητα). Πρώτιστος σκοπός είναι να καθορίζονται σαφώς στη σύμβαση εργασίας τα χρονικά όρια της τηλεργασίας και εν γένει να διαφυλάσσεται το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή (βλ. ενδεικτ. σχετικές πρόσφατες συμβολές των συναδέλφων Κ. Παπαδημητρίου, Δ. Ζερδελή και Ι. Σκανδάλη).

Σοβαρότερη ίσως συνέπεια είναι ότι η τηλεργασία μπορεί να εντείνει ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας – με την εξαίρεση, βεβαίως, αντικειμένων εργασίας που χαρακτηρίζονται από τοπικότητα. Με την τηλεργασία οι επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε δεξαμενές υποψηφίων υπαλλήλων από κάθε μέρος του κόσμου. Ετσι, λ.χ. μια εταιρεία με έδρα στο Λονδίνο μπορεί να αναθέτει τη διεκπεραίωση κάποιων εργασιών σε φθηνά αμειβόμενο προσωπικό που βρίσκεται στην Ινδία, μπορεί δε να έχει συνεχή επαφή και συνεργασία μαζί του μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών επεξεργασίας δεδομένων, καθώς και μέσω τηλεδιασκέψεων. Οπως αντιλαμβανόμαστε, ένα τέτοιο ευρύ άνοιγμα της αγοράς εργασίας – που αποτελεί ήδη πραγματικότητα σε αρκετές επιχειρήσεις -, σε συνδυασμό και με την προϊούσα εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης σε διάφορα πεδία, μας εκθέτει όλους σε ένα πολύ ανταγωνιστικό και αβέβαιο εργασιακό περιβάλλον.

Στο νέο αυτό περιβάλλον μπορούμε να αντεπεξέλθουμε με όπλο μας την παιδεία, τη γνώση. Από το σχολείο μέχρι το πανεπιστήμιο πρέπει να δώσουμε στη νέα γενιά εκείνες τις γνώσεις και δεξιότητες που θα την καταστήσουν διεθνώς πιο ανταγωνιστική. Προέχουν εδώ η τεχνολογική επάρκεια και η άνεση επικοινωνίας σε μια ξένη γλώσσα, καθώς επίσης και η καλλιέργεια της ικανότητας αποτελεσματικής διαχείρισης του ατομικού χρόνου και απερίσπαστης εργασίας. Συναφώς, πιο επιτακτική από ποτέ προβάλλει πλέον η ανάγκη για παροχή σοβαρών και αξιόπιστων προγραμμάτων διά βίου μάθησης.

Τέλος, είναι βέβαιο ότι η τηλεργασία θα επηρεάσει και την αγορά ακινήτων (βλ. ιδίως «The end of the office? Coronavirus may change work forever», «Financial Times», 1.5.2020). Ηδη διαφαίνεται ότι, λόγω των μέτρων περιορισμού εξάπλωσης του κορωνοϊού, οι ωφέλιμοι χώροι εργασίας θα περιορισθούν. Αιτήματα για μείωση μισθώματος είναι αναμενόμενα, καθώς οι ανάγκες στέγασης έχουν πλέον αλλάξει – προσωρινά ή μόνιμα κανείς δεν είναι τώρα σε θέση να προβλέψει. Σε ευρύτερο επίπεδο, αν η τηλεργασία πράγματι επεκταθεί σε σημαντικό βαθμό, η αγορά ακινήτων και κυρίως τα πρόσωπα και επαγγέλματα που συνδέονται με αυτήν (ιδιοκτήτες, κατασκευαστές, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, συντηρητές πάσης φύσεως, μεσίτες, κ.λπ.) θα υποστούν ισχυρό πλήγμα. Θα απειληθούν, στον κλάδο αυτό, πολλές θέσεις εργασίας. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να αντικρίσουμε σε ορισμένες μεγαλουπόλεις και θηριώδη κτίρια-κουφάρια (που στο παρελθόν μπορεί να υπήρξαν εξαιρετικά ενεργοβόρα).

Ολα αυτά ενδέχεται να αποτελούν μουσική του απώτερου, και όχι του εγγύς μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση, με την τηλεργασία βρισκόμαστε ενώπιον μιας θεμελιακής αλλαγής κοινωνικού-οικονομικού παραδείγματος, που σίγουρα θα μας απασχολήσει έντονα το επόμενο διάστημα. Η πρόκληση είναι σοβαρή και, όπως είδαμε, πολυεπίπεδη. Και όλα εξαρτώνται από το πώς θα την αντιμετωπίσουμε. Με ξόρκια δεν θα πετύχουμε κάτι. Αλλά με συστηματική προετοιμασία, ιδίως στο επίπεδο της εκπαίδευσης και της διά βίου μάθησης, καθώς επίσης και με αποτελεσματικούς κανόνες εργατικού δικαίου, μπορούμε να προσαρμοστούμε επιτυχώς στη νέα εποχή. Η λέξη-κλειδί, άλλωστε, είναι η προσαρμοστικότητα.

Ο κ. Αντώνης Καραμπατζός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 27.04.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η πρόκληση της τηλεργασίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Υπάρχουν δύο λόγοι για να αναφερθεί κανείς στην τηλεργασία. Ο πρώτος, γιατί αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένη πρακτική, με σημαντικό ποσοστό εργαζομένων, ήδη πολύ πριν από την εποχή της πανδημίας. Στις ΗΠΑ, περίπου 26 εκατομμύρια εργάζονται από απόσταση, τουλάχιστον για τμήμα του χρόνου εργασίας. Ο δεύτερος λόγος αφορά την απαίτηση επιχειρησιακής συνέχειας σε περιόδους κρίσης, το περίφημο business continuity. Αυτό καθίσταται επίκαιρο και επιτακτικό στις τρέχουσες συνθήκες, καθώς βασικά πληροφοριακά συστήματα και τηλεπικοινωνιακά δίκτυα πρέπει να συνεχίζουν να λειτουργούν, ώστε να παρέχονται –ενδεικτικά– ασφαλιστικές και υγειονομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες πρόσβασης στο Ιντερνετ αλλά και υπηρεσίες ενημέρωσης και έκδοσης του ημερήσιου Τύπου.

Υπάρχουν σαφή πλεονεκτήματα στην τηλεργασία. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι ότι ενθαρρύνεται η αξιολόγηση με βάση τις αντικειμενικές επιδόσεις στο έργο που κανείς αναλαμβάνει σε σχέση με υποκειμενικά κριτήρια. Ετσι προάγεται η αξιοκρατία. Δεν καταναλώνεται χρόνος σε μετακινήσεις προς και από τον χώρο εργασίας, με πρόσθετα περιβαλλοντικά οφέλη. Δεν καταναλώνεται πολύς χρόνος σε μη παραγωγικές συζητήσεις μεταξύ των εργαζομένων και υφίστανται λιγότερες τριβές μεταξύ των μελών μιας ομάδας.

Από την άλλη, εντοπίζονται σημαντικά ζητήματα. Σε συνθήκες τηλεργασίας, δεν είναι εύκολη η διαμόρφωση και εμπέδωση της επιχειρησιακής κουλτούρας. Για να είναι εφικτή η αξιολόγηση, πρέπει να υπάρχει ένα σαφές πλαίσιο παρακολούθησης και μέτρησης του παραγόμενου έργου και να συνοδεύεται από αυτοματοποιημένα εργαλεία και μετρικές. Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Τρεις είναι οι κύριες τεχνικές δυνατότητες που απαιτούνται για την τηλεργασία:

Πρώτον, η πρόσβαση στο e-mail της εργασίας με ασφάλεια, συνήθως μέσω του Internet. Αποτελεί τη βασική αναγκαιότητα.

Δεύτερον, η χρήση τηλεφωνικής γραμμής ή κινητού τηλεφώνου, ώστε η επικοινωνία να πραγματοποιείται με ομοιόμορφο τρόπο, μέσω και των σύγχρονων τηλεφωνικών κέντρων.

Και, τρίτον, η ασφαλής πρόσβαση στα εξειδικευμένα προγράμματα, οικονομικής ή άλλης φύσης, που διαθέτουν οι εργαζόμενοι μόνο στο γραφείο τους. Η πρόσβαση δίνεται μέσω εικονικών δικτυακών συνδέσεων (VPN), σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές, ώστε ο οικιακός υπολογιστής να «μετατραπεί» σε υπολογιστή εργασίας. Δεν είναι όμως δυνατότητα που παρέχεται χωρίς προσπάθεια, καθώς συχνά ανακύπτουν ερωτήματα ή τεχνικά προβλήματα σε οικιακούς υπολογιστές που χρησιμοποιούνται από μη εξοικειωμένους χρήστες και μέλη των οικογενειών τους.

Τέλος, απαραίτητο είναι να υπάρχει το πλαίσιο για οργανωτικά και πρακτικά ζητήματα όπως διενέργεια τηλεδιασκέψεων, λήψη αποφάσεων, υπογραφή εγγράφων και εργαλεία συνεργατικότητας (collaboration tools).

Στη χώρα μας, η τηλεργασία ήταν περιορισμένα διαδεδομένη στον ιδιωτικό και ελάχιστα στον δημόσιο τομέα. Η έλευση της πανδημίας αποτέλεσε ένα σοκ με καίριες απαιτήσεις τηλεργασίας για την επίτευξη επιχειρησιακής συνέχειας. Ποια όμως είναι τα πρώτα συμπεράσματα;

Πέρα από την εμπειρία του δημοσίου τομέα, είχα την ευκαιρία να πραγματοποιήσω μια άτυπη διερεύνηση με διευθύνοντες σημαντικών φορέων στον χώρο της ψηφιακής τεχνολογίας. Κάθε φορά που ετίθετο το σχετικό ερώτημα, ένα αδρό χαμόγελο εμφανιζόταν. Αποτέλεσε έκπληξη ότι η εμπειρία τηλεργασίας έφερε οφέλη που δεν είχαν έως τώρα διαπιστωθεί. Πέρα από το ότι διασφαλίστηκε η επιχειρησιακή συνέχεια, οι απαιτούμενες υποδομές και ψηφιακές υπηρεσίες δημιουργήθηκαν σε σύντομο χρόνο. Η παραγωγικότητα αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 15%. Ηταν ευχερές να παρακολουθήσουμε παραδοτέα και χρονοδιαγράμματα. Και με έναν καλό προγραμματισμό, βρέθηκε χρόνος για την οικογένεια.

Η επιχειρησιακή συνέχεια αποτέλεσε πρωταρχική μέριμνα και του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (ΥΨΔ) και της ΓΓΠΣΔΔ. Μέχρι τώρα, 15.000 υπάλληλοι του ΥΨΔ, του υπουργείου Οικονομικών και της ΑΑΔΕ διαθέτουν πρόσβαση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μέσω webmail και δημιουργήσαμε επίσης εκτεταμένη υποδομή εικονικού ιδιωτικού δικτύου (VPN) για την πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα με τηλεργασία, σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές. Επιπρόσθετα, όμως, και για όσους φορείς δεν διαθέτουν σχετικές υποδομές ασφαλείας, το υπουργείο μας παρέχει τη δυνατότητα ασφαλούς σύνδεσης και τηλεργασίας σε έως 10.000 υπαλλήλους φορέων του Δημοσίου, με μηδενικό κόστος για τους προσεχείς 3 μήνες, με μια ευγενική προσφορά του ΟΤΕ.

Συμπέρασμα: η τηλεργασία δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά μια πολύ καλή εναλλακτική που αξίζει να διερευνήσουμε και να υιοθετήσουμε στη χώρα μας, συμπληρωματικά με τη φυσική παρουσία. Μην ξεχνάμε ότι τα οφέλη που σήμερα διαπιστώνουμε προκύπτουν με δεδομένη την εξοικείωση που ήδη έχει διαμορφωθεί στον χώρο εργασίας. Αλλά αξίζει να τολμήσουμε και, καθώς έγινε ένα πολύ θετικό ξεκίνημα, να το αξιοποιήσουμε.

* Ο κ. Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος είναι γενικός γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθηγητής στο Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεματικής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.

 

 

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ

Εργασία από το σπίτι -Λιγότερα τα οφέλη, περισσότερες οι δυσκολίες

NEWSROOM IEFIMERIDA.GR

Καλύτερη ισορροπία στον καταμερισμό του χρόνου, εξοικονόμηση χρόνου στις μετακινήσεις, παραγωγικότητα και ενώ η τηλεργασία έχει πολλά πλεονεκτήματα, για ορισμένους, αυτό μετατρέπεται σε Γολγοθά.

Τα τελευταία χρόνια με την έκρηξη των τεχνολογικών επιτευγμάτων και τις ευκολίες που αυτά μας προσφέρουν, πολλοί εργαζόμενοι άδραξαν την ευκαιρία που τους δόθηκε να δουλέψουν στο σπίτι τους, κάνοντας τηλεργασία, όπως είναι πλέον ευρέως διαδεδομένο.

Η τηλεργασία παρότι δεν είναι νομικά κατοχυρωμένη σε αρκετά τουλάχιστον ευρωπαϊκά κράτη, βρίσκει πολλούς οπαδούς, κυρίως νέες γυναίκες, μητέρες μικρών παιδιών.

Όποιος ακούσει ότι δουλεύεις εξ αποστάσεως σε θεωρεί τυχερό. Το μυαλό αμέσως πάει στο ότι ξυπνάς ότι ώρα θέλεις, δουλεύεις όπως θέλεις, χωρίς προϊστάμενο πάνω από το κεφάλι σου και κυρίως στο χώρο σου, με τις κατάλληλες για σένα εργασιακές συνθήκες, βολικό γραφείο, κατάλληλο φωτισμό, μουσική κατ’ επιλογήν και ότι άλλο μπορούμε να φανταστούμε.

Πόσο όμως αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα;

Αν και είναι αρκετά νωρίς για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, μία πρόσφατη έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα στη Γαλλία στα μέσα Φεβρουαρίου από τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ΔΟΕ) και το Eurofound (ευρωπαϊκό ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας) υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, υπογραμμίζει τις ανησυχίες για τους κινδύνους που συνεπάγονται, κυρίως για την υγεία, από την εξ’ αποστάσεως εργασία.

Σύμφωνα με την έκθεση οι άνθρωποι που δουλεύουν εξ αποστάσεως έχουν περισσότερο στρες, η εργάσιμη ημέρα επιμηκύνεται, κατέχονται από ένα αίσθημα απομόνωσης, συγχέουν την προσωπική με την επαγγελματική τους ζωή.

Σταδιακά ο τρόπος αυτός εργασίας μετατρέπεται σε πραγματικό εφιάλτη.

Η έκθεση καταδεικνύει ότι ένα ποσοστό της τάξης του 42% των εργαζομένων εξ αποστάσεως δήλωσαν ότι ξυπνούν πολλές φορές στη διάρκεια της νύχτας, σε αντίθεση με ένα 29% των εργαζομένων που πάνε κανονικά στη δουλειά τους.

Η έκθεση επισημαίνει το γεγονός ότι η δυνατότητα που μας δίνει η τεχνολογία να δουλεύουμε εξ αποστάσεως δημιουργεί μία εντατικοποίηση του χρόνου εργασίας και μία αλληλοεπικάλυψη της εργασιακής και προσωπικής ζωής του εργαζομένου.

Πολλοί εργαζόμενοι εξ’αποστάσεως λένε εκ των υστέρων ότι είχαν ξεχάσει πόσο συναρπαστικό είναι να βγαίνεις έξω, να μιλάς με τους ανθρώπους, να περνάς την ώρα σου σε ένα μέρος αποκλειστικά αφιερωμένο για τη δουλειά και όχι στο σπίτι.

Για τον λόγο αυτό, η έκθεση τονίζει το ενδιαφέρον που υπάρχει για τον τρόπο οργάνωσης του χρόνου μερικής απασχόλησης, προκειμένου να περιορισθεί ο κίνδυνος της υπερβολικής απομόνωσης αυτών των εργαζομένων.

Φυσικά υπάρχει και η άλλη περίπτωση. Ο εργαζόμενος εξ’ αποστάσεως να ελέγχεται συνέχεια από τον προϊστάμενό του μέσω αλλεπάλληλων ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

Στην έκθεση αναφέρεται η περίπτωση μίας νεαρής γυναίκας η οποία έφθασε στα όρια της, γιατί στην περίπτωση που δεν προλάβαινε να απαντήσει σε ένα από τα δεκάδες ηλεκτρονικά μηνύματα του προϊσταμένου της, είχε να αντιμετωπίσει την οργή του, την απειλή ότι θα καθυστερήσει να πληρωθεί ή και να απολυθεί. Το αποτέλεσμα ήταν να μένει «καλωδιωμένη» απέναντι από την οθόνη του υπολογιστή της, να φοβάται να πάει στο διπλανό δωμάτιο, να βγει από το σπίτι, τρέμοντας στην ιδέα ότι δεν θα είναι εκεί να απαντήσει στα μηνύματα.

Παρ΄όλα αυτά, στη Γαλλία το ποσοστό αυτών που επιθυμούν να δουλεύουν εξ αποστάσεως είναι αρκετά υψηλό, της τάξης του 65%. Για τον λόγο αυτό οι γαλλικές αρχές ξεκίνησαν μία διαβούλευση σε εθνικό επίπεδο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων για το θέμα αυτό.

Στην Ελλάδα η τηλεργασία αναγνωρίστηκε ως ειδική μορφή απασχόλησης με το Νόμο 2639/1998. Για την προώθηση της νέας αυτής μορφής εργασίας η πολιτεία έδωσε κίνητρα, όπως έκπτωση δαπανών των επιχειρήσεων που απασχολούν τηλεργαζόμενους.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πηγή: Eurofound, Les Echos)

Πηγή: iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/news/329209/ergasia-apo-spiti-ligotera-ta-ofeli-perissoteres-oi-dyskolies

 

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 12.05.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Από λύση ανάγκης η τηλεργασία αποκτά πλέον μόνιμο χαρακτήρα

Μολονότι σε ολόκληρο τον κόσμο δρομολογείται ή ακόμη και επισπεύδεται η επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, ορισμένες επιχειρήσεις επιλέγουν διαφορετική οδό για να το επιτύχουν. Αρνούνται να ανοίξουν τις πόρτες στους εργαζομένους τους πριν από το καλοκαίρι, παρατείνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο το καθεστώς τηλεργασίας.

Η εργασία από απόσταση επιβλήθηκε με την επέλαση της πανδημίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγεία των εργαζομένων και εφαρμόστηκε με βάση τις εκάστοτε κρατικές κατευθυντήριες γραμμές. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η τηλεργασία διατηρήθηκε, ώστε να επιτρέψει στους οικογενειάρχες να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στα παιδιά τους, και μέχρις ότου βρεθεί μία ασφαλέστερη λύση όσον αφορά τη διαρρύθμιση των γραφείων. Ωστόσο πλέον, περίπου δύο μήνες μετά την επιβολή των αυστηρών περιοριστικών μέτρων, ορισμένες επιχειρήσεις συνειδητοποιούν ότι η τηλεργασία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μακροπρόθεσμα τη νέα «κανονικότητα», αφού όχι μόνον αυξάνει την παραγωγικότητα, αλλά παράλληλα μειώνει σημαντικά το κόστος λειτουργίας των γραφείων.

Προφανώς, πρόκειται για επιχειρήσεις με υπαλλήλους γραφείων που έχουν τις κατάλληλες υποδομές και λογισμικό, ώστε να επιτρέπουν με ευκολία την εργασία από το σπίτι. Ενδεικτικά, οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Σίλικον Βάλεϊ, για παράδειγμα η Google και η Facebook, ανακοίνωσαν  ότι η τηλεργασία θα συνεχίσει μέχρι και την αρχή του 2021, ενώ η Amazon παρέτεινε την τηλεργασία μέχρι τον Οκτώβριο. Η αμερικανική τράπεζα Capital One δήλωσε ότι 40.000 από τους εργαζομένους της θα δουλεύουν εξ αποστάσεως τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο. Aκόμη πιο τολμηρό βήμα έκανε η εταιρεία ασφάλισης και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών Nationwide Insurances, η οποία έκλεισε πέντε γραφεία της στις ΗΠΑ και επέβαλε μόνιμο καθεστώς τηλεργασίας στους 4.000 υπαλλήλους της.

Μολονότι η πανδημία βρήκε πολλές επιχειρήσεις απροετοίμαστες όσον αφορά τη δυνατότητά τους να λειτουργούν με τους υπαλλήλους τους σε απόσταση, πολλές εκμεταλλεύονται την ευκαιρία και μονιμοποιούν την τηλεργασία. Εξάλλου, επρόκειτο για ένα βήμα αναμενόμενο, το οποίο ωστόσο θα υλοποιείτο σταδιακά και υπό διαφορετικές συνθήκες. «Η τηλεργασία είναι σπουδαίο εργαλείο για την εταιρεία και για τους εργαζομένους, οι οποίοι δεν θέλουν να επιστρέψουν στα αυτοκίνητά τους και να μετακινούνται δύο ώρες κάθε μέρα. Μειώνεται η παραγωγικότητα. Προβλέπω πως θα αυξηθεί στο μέλλον», σχολίασε στους New York Times η Τζόουν Μπερκ, υψηλόβαθμο στέλεχος στην αμερικανική τεχνολογική εταιρεία DocuSign.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας των ΗΠΑ, πριν από την επέλαση του κορωνοϊού το 8% των μισθωτών Αμερικανών εργαζόταν εξ αποστάσεως τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και περίπου 2% βρισκόταν σε μόνιμο καθεστώς τηλεργασίας. Ωστόσο μέσα σε λίγες μόνον εβδομάδες, πολλές επιχειρήσεις, ιδίως οι μεγάλες εταιρείες που διατηρούν περιορισμένη επαφή με τους πελάτες τους, εξετάζουν τη μονιμοποίηση της τηλεργασίας για τουλάχιστον το μισό εργατικό δυναμικό τους, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Gartner.

Στην περίπτωση που εφαρμοζόταν ευρέως η τηλεργασία όχι μόνον θα μειωνόταν δραματικά η κίνηση στους δρόμους, αλλά θα άλλαζε σημαντικά και η ποιότητα εργασίας εντός των γραφείων και ενδεχομένως να αυξάνονταν τα κέρδη των επιχειρήσεων. Επίσης, θα δινόταν η ευκαιρία σε μικρότερες εταιρείες να εντοπίσουν ικανότερους και καταλληλότερους υπαλλήλους, διευρύνοντας απεριόριστα την εμβέλειά τους για αναζήτηση εργατικού δυναμικού. Βέβαια, η τηλεργασία θα μπορούσε να εκτραχύνει τη σχέση των εργαζομένων με τους εργοδότες τους ή να δυσχεράνει τον συντονισμό.

Σε κάθε περίπτωση όμως φαίνεται πως τα οφέλη υπερτερούν. «Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται σημαντικά το κόστος και οι επιχειρήσεις νοιάζονταν πολύ για το κόστος αυτή την περίοδο. Ακόμα και εάν όσοι εργάζονται εξ αποστάσεως είναι κατά 5% λιγότερο αποδοτικοί, οι επιχειρήσεις μπορούν να σώσουν 20% από τη μείωση των χώρων απασχόλησης και να καταλήξουν με υψηλότερα κέρδη», σχολίασε στους New York Times o Μπράιαν Κροπ, αντιπρόεδρος της Gartner. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι σύμφωνα με δημοσκόπηση της CoSo Cloud, το 77% των ερωτηθέντων ισχυρίζεται ότι εργάζεται αποδοτικότερα από το σπίτι, ενώ σε αντίστοιχη έρευνα της Atlassian το 76% δήλωσε ότι παραμένει σπίτι όταν πρέπει να φέρει εις πέρας κάποιο δύσκολο έργο.

Η αγένεια είναι άκρως μεταδοτική

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού έχουν ξεκινήσει να συνυπολογίζουν την ευγένεια στα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη νέων υπαλλήλων.

Αγενείς άνθρωποι υπάρχουν παντού· πρόκειται για μια μάλλον παλιά πληροφορία. Οι περισσότεροι δε, μαθαίνουμε να τους ανεχόμαστε, να τους αγνοούμε ή απλά να ζούμε μαζί τους υποφέροντας. Η αγένεια θεωρείται μεν ενοχλητική και κατακριτέα, αλλά δεν εκλαμβάνεται ως σοβαρό πρόβλημα – οι αντιδράσεις ποικίλλουν από το «και τι πειράζει» μέχρι το «και τι έγινε» και συνοδεύονται με ένα ηττοπαθές ανασήκωμα των ώμων. Οι ειδικοί, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η έκθεση σε αγενείς συμπεριφορές μπορεί να τροποποιήσει τις γνωστικές λειτουργίες ενός ατόμου, να διαταράξει την πνευματική και ψυχική του υγεία. Μελέτες, επίσης, αποδεικνύουν ότι η αγένεια, ειδικά στον εργασιακό χώρο, μπορεί να επηρεάσει την παραγωγικότητα και την ποιότητα της εργασίας.

Ως αγένεια συνήθως ορίζεται η συμπεριφορά που παραβιάζει τους γενικώς αποδεκτούς κανόνες αρμόζουσας συμπεριφοράς και μπορεί να εκδηλωθεί από ανθρώπους ανεξαρτήτως καταγωγής ή μορφωτικού επιπέδου. «Συνήθως πρόκειται για άτομα ανασφαλή, παρορμητικά και δίχως ενσυναίσθηση, με αισθήματα ανεπάρκειας· ανώριμες προσωπικότητες, δίχως όρια», διευκρινίζει η παιδοψυχίατρος Βασιλική Θεμελή και προσθέτει: «ιδιαίτερα αγενείς είναι οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες. Πιθανώς να πρόκειται για άτομα που μεγαλώνουν σε ναρκισσιστικά περιβάλλοντα όπου υπάρχει έλλειψη υγιούς επικοινωνίας, οι γονείς τους μπορεί να είναι και οι ίδιοι επικριτικοί και αγενείς και, αντί να χρησιμοποιούν ευγενική και σωστή γλώσσα, παρερμηνεύουν τις νόρμες της καλής κοινωνικής συμπεριφοράς και άρα περιφρονούν τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν συναισθήματα και έχουν έλλειψη ευγένειας».

Σύμφωνα με μελέτες των τελευταίων ετών, η αγένεια, όχι μόνο προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα σε όσους την υφίστανται, αλλά μπορεί να έχει μόνιμες επιβλαβείς συνέπειες τόσο στα θύματα όσο και στους παρατηρητές. Στο πλαίσιο έρευνας στο πανεπιστήμιο της Φλόριντα των ΗΠΑ διαπιστώθηκε πως, όταν ένας φοιτητής δεχόταν αγενή συμπεριφορά στο πλαίσιο μιας συνάντησης διαπραγμάτευσης, φερόταν ο ίδιος αγενώς στη συνάντησή του με τον επόμενο συνάδελφό του. Κοινώς, η αγένεια είναι κολλητική!

Οι ερευνητές κατέληξαν επίσης ότι, αφότου ένας άνθρωπος έχει πέσει θύμα αγενούς συμπεριφοράς, τείνει να ερμηνεύει πιο συχνά ως αγενείς τις συμπεριφορές των άλλων απέναντί του. «Η συνεχής εμπλοκή με αγενή άτομα μπορεί να κάνει κακό στον τρόπο σκέψης ενός ατόμου, στην πνευματική και ψυχική του υγεία. Η τοξικότητα των αγενών προκαλεί μεγάλη σύγχυση σε έναν ισορροπημένο άνθρωπο, γιατί τον φέρνει σε επαφή με αρνητικά συναισθήματα θυμού και οργής, τα οποία έχει κατορθώσει ως ώριμο άτομο να ελέγχει», τονίζει η παιδοψυχίατρος Βασιλική Θέμελη.

Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι διαπιστώσεις των ειδικών και σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της αγένειας στο εργασιακό περιβάλλον. Σε σχετικές έρευνες, το 98% των εργαζομένων στις ΗΠΑ δήλωσε ότι έχει υποστεί αγενή συμπεριφορά στο γραφείο, εκ των οποίων το 50% τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Σε δημοσκόπηση του Harvard Business Review, στην οποία ρωτήθηκαν 800 μάνατζερ και υπάλληλοι σε 17 εταιρείες, το 48% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι μείωσε την εργασιακή του προσπάθεια και τον χρόνο που περνούσε στην εργασία του, το 38% είδε την ποιότητα της δουλειάς του να χειροτερεύει και το 60% είδε ότι περιορίστηκε η αποδοτικότητά του αφότου δέχτηκε προσβλητική συμπεριφορά. Επίσης, το 80% των θυμάτων έχασε εργασιακό χρόνο ανησυχώντας για το περιστατικό, το 63% προσπαθώντας να αποφύγει τον θύτη, ενώ το 12% αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την εταιρεία. Εχει ακόμη καταγραφεί ως συχνό φαινόμενο πελάτες να απορρίπτουν επιχειρήσεις ή καταστήματα όταν έγιναν μάρτυρες αγενούς συμπεριφοράς μεταξύ των εργαζομένων – για παράδειγμα δεν θα ξαναεπισκεφθούν ένα εστιατόριο ή δεν θα προχωρήσουν σε αγορά προϊόντος από ένα κατάστημα όπου παρατήρησαν ανάλογη συμπεριφορά μεταξύ των υπαλλήλων.

Σοκαριστικά είναι τα στοιχεία σε ειδικά εργασιακά περιβάλλοντα όπως τα νοσοκομεία, όπου οι συνέπειες της αγένειας και των συναισθημάτων που προκαλεί στα θύματα μπορεί να είναι θανατηφόρες. Σκεφθείτε μια νοσηλεύτρια που μόλις έχει δεχθεί προσβλητικές παρατηρήσεις από τον προϊστάμενό της, βιώνει αυξημένο άγχος, θυμό, αποστροφή. Η μείωση της εργασιακής της απόδοσης στη διάρκεια μιας σοβαρής εγχείρησης θα μπορούσε να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τον ασθενή. Τέλος, το κόστος της αγένειας για τις επιχειρήσεις γίνεται περισσότερο εμφανές μέσα από έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Fortune, η οποία διεξήχθη στις 1.000 μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες και διαπίστωσε ότι καταναλώνουν το 13% του εργασιακού χρόνου, δηλαδή επτά εβδομάδες ετησίως, για να διαχειριστούν τις συγκρούσεις και τα αποτελέσματα της αγενούς συμπεριφοράς. Το κόστος αυτό φυσικά πολλαπλασιάζεται όταν χρειαστεί να αναμειχθούν σύμβουλοι ή δικηγόροι.

Ηδη, μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού έχουν ξεκινήσει να συνυπολογίζουν την ευγένεια στα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη νέων υπαλλήλων. Αυτό που απαιτείται, ωστόσο, είναι η γενικότερη αλλαγή της κουλτούρας ανοχής απέναντι στην αγένεια τόσο στον εργασιακό όσο και στον κοινωνικό χώρο.

 

 

 

 

 

 

ΕΛΛΑΔΑ 30.12.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Εγκλωβισμένοι στην ανεργία οι νέοι

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Τα υψηλότερα ποσοστά νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης, των αποκαλούμενων ΝΕΕΤ (Not in Employment, Education or Training), εμφανίζει η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό Νότο.

Ερευνα που διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου στο πλαίσιο του έργου Youthshare, το οποίο χρηματοδοτείται από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, έδειξε ότι το 19,5% των νέων 15-29 ετών δεν εργάζεται και δεν παρακολουθεί κάποιο επιμορφωτικό πρόγραμμα. Το πρόβλημα εμφανίζεται ιδιαίτερα οξυμένο στις ηλικίες των 25 έως 29 ετών. Την περίοδο 2006-2009 οι νέοι 25-29 ετών εκτός εργασίας ή επιμόρφωσης αποτελούσαν το 25% του συνόλου αυτής της πληθυσμιακής ομάδας στην Ελλάδα. Το 2013 άγγιξαν το 40%, στη συνέχεια άρχισαν να μειώνονται και το 2018 έφτασαν να αποτελούν το 29,5%, παρά τη δημογραφική συρρίκνωση αυτής της πληθυσμιακής ομάδας, η οποία το 2006 περιελάμβανε 800.000 άτομα και το 2018 περίπου 560.000, λόγω brain drain.

«Μελετάμε το φαινόμενο σε τέσσερις χώρες, Ελλάδα, Κύπρο, Ιταλία, Ισπανία, αλλά και στις περιφέρειές τους, καταγράφοντας διαφορές και εσωτερικές ανισότητες, για όλη την περίοδο της κρίσης. Μετά το 2013, πρώτη ανέκαμψε η Κύπρος (14,8% το σημερινό ποσοστό των ΝΕΕΤ), κατόπιν η Ισπανία (16,5%), ενώ Ελλάδα και Ιταλία εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά (περί το 20%). Εστιάζουμε στους ΝΕΕΤ 25-29 ετών, 168.000 άτομα στην Ελλάδα, καθώς το φαινόμενο σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, που μέχρι πρότινος δεν περιλαμβανόταν στις ευρωπαϊκές δράσεις για τους άνεργους ή ανενεργούς νέους, είναι πολύ πιο έντονο. Είναι οι ηλικίες που απειλούνται περισσότερο από τις δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας», σημειώνει στην «Κ» ο δρ Στέλιος Γκιάλης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ο κ. Γκιάλης είναι κύριος ερευνητής του Youthshare (www.youthshare-project.org) και επιβλέπων της ερευνητικής ομάδας που συγκροτούν η διδακτορική ερευνήτρια Εφη Εμμανουήλ, ο μεταδιδακτορικός ερευνητής δρ Μιχάλης Πουλημάς και ο ερευνητής δρ Ιωάννης Παπαγεωργίου.

«Ο όρος ΝΕΕΤ εισήχθη τη δεκαετία του ’90 στη Βρετανία και διευρύνει την ομάδα των άνεργων νέων συμπεριλαμβάνοντας και εκείνους που δεν ψάχνουν για δουλειά και άρα δεν εμφανίζονται στις στατιστικές των ανέργων. Συναθροίζονται με τους ανενεργούς, με τα παιδιά και τους συνταξιούχους» συνεχίζει ο κ. Γκιάλης. «Περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες νέων 15-29 ετών, από άνεργους πτυχιούχους μέχρι νέους που απασχολούνται περιστασιακά στη “μαύρη” οικονομία, δεν εργάζονται γιατί έχουν αναλάβει τη φροντίδα μελών της οικογένειας, είτε ανήκουν σε άλλες “ευάλωτες” ομάδες, είναι εξαρτημένοι ή αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας.

Πρόκειται για μια μεγάλη ανομοιογενή ομάδα, που απασχολεί ιδιαίτερα την Ε.Ε., καθώς θεωρείται πηγή αρνητικού ριζοσπαστισμού και προς τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. Δοκιμάζονται δράσεις για να περιοριστεί, με πιο εμβληματική το Youth Guarantee (κανένας νέος εκτός εργασίας ή κατάρτισης μετά την αποφοίτησή του ή τον τερματισμό προηγούμενης σύμβασής του) που “τρέχει” και στην Ελλάδα, ωστόσο με σχετικά περιορισμένα ακόμη αποτελέσματα», αναφέρει ο κ. Γκιάλης.

Ανισότητες

Σημαντικές είναι οι ανισότητες που καταγράφονται στο εσωτερικό της χώρας. «Στην Αττική και στην Κεντρική Μακεδονία, που συγκεντρώνουν το 60-70% του πληθυσμού και των δραστηριοτήτων της χώρας, σημειώθηκε μια μεγάλη έκρηξη των ΝΕΕΤ στη διάρκεια της κρίσης, η οποία σήμερα έχει υποχωρήσει στα προ κρίσης επίπεδα.

Στις μειονεκτικές μας Περιφέρειες, Δυτική Μακεδονία, Βόρειο Αιγαίο, τα ποσοστά παρέμειναν υψηλά και απαιτούνται ειδικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις ώστε να μην αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, ειδικά για την ομάδα 25-29», εξηγεί ο κ. Γκιάλης.

Στην Ελλάδα, οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας (29%), του Βορείου Αιγαίου (27%) και της Κεντρικής Ελλάδας (26%) παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά νέων ΝΕΕΤ 15-29 ετών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Κεντρική Μακεδονία ήταν σε ύφεση πολύ πριν από το 2008, καθώς εκατοντάδες περιφερειακές βιομηχανικές μονάδες είχαν εγκαταλείψει την περιοχή. Η κρίση ενίσχυσε το φαινόμενο.

Τα υψηλότερα ποσοστά γυναικών ΝΕΕΤ καταγράφονται στις Περιφέρειες Πελοποννήσου (67%), Δυτικής Ελλάδας (61%) και Θεσσαλίας (59%), δηλαδή η πλειονότητα των νέων γυναικών στις περιοχές αυτές είναι άνεργες. Τα υψηλότερα ποσοστά ανδρών ΝΕΕΤ καταγράφονται στην Ηπειρο (54%), στο Νότιο Αιγαίο (52%) και στα Ιόνια Νησιά (51%). «Οι νέοι απουσιάζουν από τις σύγχρονες κοινωνικοπαραγωγικές δομές κυρίως στις λιγότερο ανεπτυγμένες νησιωτικές και παράκτιες περιοχές που υπέφεραν περισσότερο κατά τη διάρκεια της ύφεσης.

Οι λόγοι; «Προσφορά κυρίως εποχικής εργασίας, απόσταση από τη μητρόπολη (η Ελλάδα εμφανίζει από τα μεγαλύτερα χάσματα μεταξύ πόλεων και αγροτικών περιοχών όσον αφορά τους NEET), πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, φύλο, εθνικότητα, σχετικά χαμηλό οικονομικό επίπεδο της οικογένειας», σημειώνουν οι Εφη Εμμανουήλ και Μιχάλης Πουλημάς.

«Πιο ευάλωτες είναι οι γηγενείς γυναίκες και οι πρόσφυγες 25-29 ετών», λέει ο κ. Πουλημάς. «Στις νησιωτικές Περιφέρειες οι γυναίκες αναφέρουν έλλειψη ευκαιριών. Οι περισσότερες επιχειρήσεις στα χωριά είναι οικογενειακές, οι προσφερόμενες θέσεις απαιτούν χαμηλό επίπεδο ειδίκευσης σε σχέση με τις δεξιότητες που διαθέτουν οι γυναίκες. Ωστόσο, αγωνιούν και προσπαθούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, για να μεταδώσουν στα παιδιά τους μέσα από τη δική τους επαγγελματική εμπειρία αξίες, πρότυπα, στάσεις», αναφέρει ο κ. Πουλημάς.

Σοβαρές είναι οι έμφυλες ανισότητες. «Οι γυναίκες αναλαμβάνουν τον μεγαλύτερο όγκο του οικογενειακού φόρτου, τη φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων. Δεν υπάρχει ευελιξία στο ωράριο, οι προσφερόμενες θέσεις είναι κακοπληρωμένες και ανασφάλιστες», λέει η κ. Εμμανουήλ. «Μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι γυναίκες από εργατικά και λαϊκά στρώματα που εργάζονταν από μικρές και ακόμη μεγαλύτερες εκείνες σε μονογονεϊκές οικογένειες καθώς δεν έχουν βοήθεια ούτε από το κράτος ούτε από την οικογένεια», τονίζει ο κ. Πουλημάς. Ομως, δεν πτοούνται. «Μια νεαρή γυναίκα που τελείωσε με δυσκολίες το νυχτερινό, έχει βάλει στόχους, να πάρει το “lower”, να μάθει υπολογιστές, να βρει μια καλή και σταθερή δουλειά, όπως είπε “δουλεύω από μικρή χωρίς ασφάλιση, τώρα πια δεν θέλω μια τέτοια δουλειά”», αναφέρει η κ. Εμμανουήλ.

Ελλειψη προϋπηρεσίας, ένας φαύλος κύκλος

Το 66% των ΝΕΕΤ 15-29 ετών ψάχνει για δουλειά και το 34% έχει παραιτηθεί από την αναζήτηση εργασίας. Πέραν των γυναικών, σε δυσμενή θέση βρίσκονται και οι αιτούντες άσυλο. Οι κυριότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν «είναι η έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων, αριθμού φορολογικού μητρώου, η άγνοια γραφειοκρατικών διαδικασιών, η μη γνώση της ελληνικής γλώσσας. Μέχρι να ενταχθούν στο καθεστώς διεθνούς προστασίας δεν μπορούν να εκδώσουν ΑΦΜ ούτε να εγγραφούν στον ΟΑΕΔ. Οι εργασίες που βρίσκουν, εάν βρουν, είναι περιστασιακές και άτυπες. Ειδικά οι γυναίκες πρόσφυγες έχουν παραιτηθεί από όνειρα. Προσβλέπουν στην ενσωμάτωση των παιδιών τους, μεταφέρουν τις προσδοκίες στα παιδιά τους», λένε οι ερευνητές.

Πρόβλημα, για γηγενείς και πρόσφυγες, «είναι η έλλειψη προϋπηρεσίας, ένας φαύλος κύκλος», σημειώνουν. Επίσης, «σημαντικό ρόλο παίζει η κοινωνικο-οικονομική θέση των γονέων. Αν οι γονείς κατατάσσονται στη βάση της κοινωνικής ιεραρχίας είναι περισσότερο πιθανό τα παιδιά τους να είναι NΕΕΤ». Σημαντικό εύρημα κατά τον κ. Πουλημά είναι «ότι οι NΕΕΤ με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, που είχαν αποτυχίες ή μαθησιακά προβλήματα και εγκατέλειψαν το σχολείο, δεν ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν σε επιμορφωτικά προγράμματα, σε αντίθεση με εκείνους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο». Συνεπώς, «παρόλο που το υψηλό μορφωτικό επίπεδο δεν προστατεύει απόλυτα τους νέους 25-29 ετών από τον κίνδυνο να βρεθούν άνεργοι, η εγκατάλειψη της κατάρτισης αυξάνει την πιθανότητα να βρεθούν κοινωνικά περιθωριοποιημένοι. Βέβαια, εξίσου σημαντική με την απόκτηση δεξιοτήτων είναι και η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας. Κρίσιμη είναι και η διασύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, με συνδυαστικές παρεμβάσεις και πολιτικές που να στοχεύουν σε κάθε μεμονωμένη κατηγορία νέων», καταλήγει ο κ. Πουλημάς

 

 

 

 

 

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ*

Το μεγάλο στοίχημα της αγοράς εργασίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.09.2019

Η νέα κυβέρνηση ορθώς έθεσε ως πρωταρχικό στόχο τη δημιουργία πολλών και ποιοτικών θέσεων εργασίας μέσω της ανάπτυξης της οικονομίας. Βασικό προαπαιτούμενο για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η άμεση και αποτελεσματική εξάλειψη της αναντιστοιχίας μεταξύ των προσόντων που διαθέτει το εργατικό δυναμικό και αυτών που απαιτούνται από την αγορά, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η σύζευξη προσφοράς και ζήτησης.

Στο τέλος του 2018, την ίδια ώρα που η Ελλάδα κατείχε τα πρωτεία της Ε.Ε. στην ανεργία, το 1/3 των επιχειρήσεων δυσκολευόταν να καλύψει κενές θέσεις απασχόλησης και ανέφερε ως σημαντικότερο λόγο την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων. Επιπλέον, οι μισές επιχειρήσεις δήλωναν ότι το υφιστάμενο προσωπικό τους δεν διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες. Η μεγαλύτερη πρόκληση –και συνάμα ευκαιρία– για τη μείωση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης είναι η βελτίωση της διαχρονικά προβληματικής σύνδεσης μεταξύ των συστημάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης και των αναγκών της αγοράς εργασίας. Χωρίς νέες γνώσεις και δεξιότητες του ανθρωπίνου δυναμικού, δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο της ελληνικής οικονομίας. Στην παγκόσμια οικονομία της γνώσης, η οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει ένα σύγχρονο εργατικό δυναμικό, με προσωπικές και τεχνικές δεξιότητες και ικανότητες υψηλού επιπέδου. Η στενότερη σύνδεση εκπαίδευσης και εργασίας είναι επιτακτική ανάγκη, έτσι ώστε να υπάρχει ακριβέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα των εργαζομένων και στα εργασιακά καθήκοντα.

Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, είναι η στενότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα μέσω μόνιμων και ουσιαστικών διαύλων επικοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εκπαιδευομένων θα αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων και της οικονομίας, και θα δημιουργούνται ευέλικτα προγράμματα προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις των θέσεων εργασίας, που να ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες των εργοδοτών. Προς αυτή την κατεύθυνση, η εκπαίδευση θα πρέπει να παρέχει τις βασικές γνώσεις, ικανότητες και κοινωνικές δεξιότητες (γραμματική, αριθμητική, κριτική σκέψη, επικοινωνία, επίλυση προβλημάτων), πλέον των τεχνικών γνώσεων, που είναι απαραίτητες σε σχεδόν όλους τους εργασιακούς χώρους. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε εκπαιδευτικά προγράμματα και ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που αφορούν ειδικότητες υψηλής ζήτησης. Οι πρωτοβουλίες αυτές πρέπει να καταρτίζονται με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, με χρήση ευέλικτων και σύγχρονων τεχνικών μάθησης από εκπαιδευτές που γνωρίζουν τις γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούν οι επιχειρήσεις. Η υλοποίησή τους θα αξιολογείται και θα αναθεωρείται τακτικά σύμφωνα με τις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, που μεταβάλλουν συνεχώς τη ζήτηση προσόντων και δεξιοτήτων. Η συμμετοχή επιχειρήσεων, εργαζομένων και αρμόδιων εκπαιδευτικών φορέων στον σχεδιασμό στρατηγικής δεξιοτήτων και στην υλοποίηση σχεδίων ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα σε δυναμικούς και εξωστρεφείς κλάδους, θα βοηθούσε στην ανάπτυξη επικοινωνίας και συνεργασίας. Ετσι θα γίνονται εγκαίρως γνωστά τα επαγγέλματα υψηλής ζήτησης και τα απαιτούμενα προσόντα, και τα προγράμματα θα διαμορφώνονται ανάλογα.

Αναγκαία είναι επίσης η ενδυνάμωση του μηχανισμού διάγνωσης και πρόγνωσης των αναγκών σε διαφορετικά επαγγέλματα και κλάδους της οικονομίας (σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο) και κυρίως η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων από τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Οι πολιτικές πρέπει να είναι και προληπτικές, όχι μόνο διορθωτικές, και να προσαρμόζονται αρκετά γρήγορα στις εξελίξεις. Μελέτες σχετικά με την επαγγελματική πορεία και τα οικονομικά και εργασιακά αποτελέσματα των αποφοίτων σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τη συνεχή αξιολόγηση των προγραμμάτων.

Επίσης, πρέπει η διερεύνηση του επαγγελματικού προσανατολισμού και η εκμάθηση βασικών στοιχείων επιχειρηματικότητας να ξεκινούν πολύ νωρίτερα στα σχολεία. Ο καθορισμός ειδικοτήτων και τομέων πρέπει να συνάδει με τις οικονομικές προβλέψεις. Η συλλογή στοιχείων για τις απαιτούμενες δεξιότητες αναδυόμενων ειδικοτήτων να είναι συστηματική, έγκαιρη, και έγκυρη, και οι εκπαιδευτικοί σε όλες τις βαθμίδες να έχουν την κατάλληλη επιμόρφωση ώστε να μπορούν να γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.

Σε αυτή την προσπάθεια, ως κεντρικός επιχειρησιακός βραχίονας για την καταπολέμηση της ανεργίας, ο ΟΑΕΔ πρέπει να διαδραματίσει έναν ακόμη πιο κεντρικό θεσμικό ρόλο. Πρέπει να διευρύνει το φάσμα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, μέσω αυτοματοποιημένων και απλοποιημένων ηλεκτρονικών διαδικασιών, με κύριους στόχους την αύξηση της πλήρους απασχόλησης, την προστασία των ανέργων από την οικονομική εξαθλίωση και τη συμβολή στην κάλυψη των αναγκών των εργοδοτών για καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Για να αντεπεξέλθει σε αυτή την πρόκληση, η αναβάθμιση της ποιότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του Οργανισμού είναι επιβεβλημένη.

* Ο κ. Σπύρος Πρωτοψάλτης είναι διοικητής του ΟΑΕΔ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

BRAIN DRAIN 24.07.2019  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πτυχιούχοι χωρίς δεξιότητες ή δουλειές

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Η Ελλάδα έχει πάνω από 150.000 νηπιαγωγούς, δασκάλους, φιλολόγους, μαθηματικούς, φυσικούς, χημικούς, γυμναστές, καθηγητές ξένων γλωσσών, θεολόγους, κοινωνιολόγους, που επί χρόνια περιμένουν μία θέση εργασίας στον ήλιο της εκπαίδευσης. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι ψάχνουν για ιδιαίτερα μαθήματα των 10 ευρώ ή ετεροαπασχολούνται. Τους χρειάζεται η χώρα; Μάλλον όχι. Παρ’ όλα αυτά, ο κλάδος της εκπαίδευσης απορροφά τον μεγαλύτερο αριθμό αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης, εξέλιξη που συνδέεται και με την παραπαιδεία και τον μεγάλο αριθμό φροντιστηρίων. Πρόκειται για μία από τις χαρακτηριστικότερες στρεβλώσεις της αγοράς εργασίας, η οποία σαφώς αποδίδεται στην έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για τους τομείς ανάπτυξης της χώρας, πάνω στους οποίους θα εναρμονισθεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ειδικότερα, είναι δεδομένο ότι η απόκτηση πτυχίων και ακαδημαϊκών εφοδίων έχει θετική επίδραση στις προοπτικές απασχόλησης, καθώς π.χ., σε σύγκριση με τους αποφοίτους λυκείου, οι πτυχιούχοι πανεπιστημίων και ΤΕΙ έχουν υψηλότερες πιθανότητες να εργάζονται (κατά 65% και 41% αντίστοιχα). Η επίδραση, ειδικότερα, της ανώτατης εκπαίδευσης στην πρόσβαση στην απασχόληση ενισχύθηκε την περίοδο της πολυεπίπεδης κρίσης στην Ελλάδα. Με βάση τα ποσοστά ανεργίας, για εκείνους που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους μετά το 2011 το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 40% και 50%. Στους αποφοίτους ανώτατης εκπαίδευσης, αν και χαμηλότερο, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 34% για τους πτυχιούχους πανεπιστημίων ή ΤΕΙ και στο 24% στα άτομα με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό. Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύει εν μέρει και την αναζήτηση ευκαιριών απασχόλησης των νέων επιστημόνων σε άλλες χώρες τα τελευταία χρόνια. Οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης αποτυπώνονται και στις μισθολογικές απολαβές, καθώς οι περισσότεροι εργαζόμενοι με χαμηλό ή μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης λαμβάνουν μισθό κάτω από 800 ευρώ μηνιαίως.

Βεβαίως, εξαιτίας της διεύρυνσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, όλο και περισσότεροι έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα πανεπιστημιακό πτυχίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, το 2011 εισήχθησαν 74.440 φοιτητές σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ, κατόπιν άρχισε η μείωση του αριθμού και το 2018 αποφασίστηκε εντυπωσιακή αύξηση (δόθηκαν 74.692 θέσεις από 70.726 το 2017). Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αύξηση εισακτέων τα τελευταία έτη – κατά 3.966 θέσεις.  Φέτος –με σαφή μικροκομματική στόχευση– η αύξηση συνεχίστηκε, στις 78.335 θέσεις.

Όμως, το πρόβλημα της απασχόλησης έχει κυρίως ποιοτικές διαστάσεις, που σχετίζονται όχι με το εάν ένας πτυχιούχος έχει δουλειά, αλλά με το τι δουλειά έχει και πόσο συναφής είναι με το εκπαιδευτικό του επίπεδο. Η Ελλάδα στον τομέα αυτόν εμφανίζεται ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε τελευταία έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα. Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις» το ποσοστό των ατόμων με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης που δηλώνουν μεγάλη συνάφεια της εκπαίδευσης με την εργασία τους είναι υψηλότερο στην Εσθονία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία και στην Πορτογαλία, σε επίπεδο μάλιστα υπερδιπλάσιο σε σχέση με την Ελλάδα. Αντίστοιχα, μεγάλος βαθμός στη σχέση εκπαίδευσης και εκτέλεσης καθηκόντων στην εργασία για τα άτομα με μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης καταγράφεται στη Μάλτα, στη Φινλανδία, στην Αυστρία και στη Γερμανία, όταν η Ελλάδα κατατάσσεται στην 25η θέση. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως σχετίζεται με τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στη δευτεροβάθμια τεχνική και επαγγελματική έναντι της γενικής εκπαίδευσης στις χώρες αυτές, έναντι της Ελλάδας. Αντίστοιχα, στην Εσθονία, στη Φινλανδία, στη Ρουμανία και στην Τσεχία παρατηρείται το υψηλότερο ποσοστό ερωτηθέντων με ανώτατη εκπαίδευση που απαντά ότι οι σπουδές τους έχουν σε μεγάλο βαθμό συνάφεια με την εργασία τους. Και στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλότερα, καθώς καταλαμβάνει την 18η θέση.

Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες «φορτώνονται» με πτυχία, αλλά δεν αποκτούν τις απαραίτητες δεξιότητες για να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας θέσης στην αγορά εργασίας. Η Ελλάδα είναι ουραγός στην Ευρώπη σε σχέση με την ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων στον πληθυσμό της χώρας. Μάλιστα, η πληθώρα των πτυχιούχων δημιουργεί στρεβλώσεις, καθώς οι νέοι δεν καταφέρνουν να βρουν δουλειά ανάλογη των ακαδημαϊκών τους προσόντων. Το πρόβλημα είναι σύνθετο και αφορά όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως καταδεικνύει έρευνα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP). Η Ελλάδα μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ είναι στην 23η θέση (με βαθμό 41, με άριστα το 100) στο κατά πόσο το εκπαιδευτικό της σύστημα βοηθά τους μαθητές, τους φοιτητές, τους καταρτιζόμενους να αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες. Επίσης η χώρα μας κατατάχθηκε στην 24η θέση –με βαθμό 43 στα 100–στην ενεργοποίηση των δεξιοτήτων, δηλαδή στην εξεύρεση δουλειάς. Ωστόσο, η πανωλεθρία της χώρας μας –κατατάχθηκε στην τελευταία θέση με βαθμό μόλις 9 στα 100, δηλαδή με… μονάδα στην κλίμακα του 10– σημειώνεται στο πεδίο της αντιστοίχισης των δεξιοτήτων των πτυχιούχων με την αγορά εργασίας, δη
λαδή στο κατά πόσο οι πτυχιούχοι βρίσκουν δουλειά κατάλληλη των ακαδημαϊκών εφοδίων τους. Συγκεκριμένα, οι Έλληνες είτε είναι υπερ-προσοντούχοι, αλλά για να επιβιώσουν αναγκάζονται να δεχθούν δουλειές κατώτερες των ακαδημαϊκών πτυχίων τους, είτε δεν έχουν τις δεξιότητες που χρειάζονται οι επιχειρήσεις, παρόλο που έχουν σπουδάσει.

Από την άλλη, ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του «Education policy in Greece – A Preliminary Assessment» για την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση αναφέρει ότι τα 2/3 των θέσεων εργασίας που θα δημιουργηθούν στα 27 μέλη της ΕΕ μέχρι το 2020 θα σχετίζονται με τεχνικά επαγγέλματα, τα οποία «βγαίνουν» από την επαγγελματική εκπαίδευση και θα απαιτούν μεσαίου επιπέδου δεξιότητες, επαγγελματικού (και όχι ακαδημαϊκού) προσανατολισμού.

Τα διετή προγράμματα

Η Ελλάδα είναι χώρα υπερπαραγωγής πτυχιούχων πανεπιστημίου, πολλοί εκ των οποίων σε θέσεις θεολογίας, ανθρωπολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, όπου η αναμονή για διορισμό στη δημόσια εκπαίδευση προσεγγίζει τη δεκαπενταετία. Στην Ελλάδα, πλέον, ακόμη και οι απόφοιτοι των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ) ωθούνται στα πανεπιστήμια. Ακόμη και τα νέα σχέδια του υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου για δημιουργία διετών προγραμμάτων σπουδών στα πανεπιστήμια επικρίνονται ότι θολώνουν περισσότερο το τοπίο της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα διετή προγράμματα μπορούν να διδάξουν και πανεπιστημιακοί, και υποστηρίζεται σκωπτικά ότι «καθηγητές με κοστούμι θα λύνουν μηχανές αυτοκινήτου»…

Μείζον ερώτημα είναι εάν τα αντικείμενα που θα διδάξουν τα διετή προγράμματα θα σχετίζονται με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας ή απλώς θα οργανωθούν για να χρησιμοποιηθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια (όπως συνέβη πολλές φορές κατά το παρελθόν). Τα διετή προγράμματα υλοποιούνται με απόφαση του υπουργού Παιδείας, ύστερα από πρόταση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ, γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού και της Εθνικής Επιτροπής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης. Ποιος ο ρόλος των επιχειρηματικών φορέων; Ελήφθη υπόψη η άποψή τους; Καταρτίστηκε στρατηγική από το Εθνικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού και την Εθνική Επιτροπή Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης; Η απάντηση είναι αρνητική…

 

 

 

 

 

 

 Οι τάσεις το 2019 για την εκπαίδευση και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού

ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΟΛΙΝΕΛΗΣ*

Zούμε σε μια εποχή όπου τα πράγματα αλλάζουν με λογαριθμικούς ρυθμούς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν όσοι αναγνωρίζουν ότι το ανθρώπινο δυναμικό είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, μεταβάλλονται και πολλαπλασιάζονται. Ποιες είναι οι τάσεις που διαμορφώνονται παγκόσμια για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων; Η «The Ken Blanchard Companies» απάντησε στο ερώτημα, συλλέγοντας τις απόψεις εμπειρογνωμόνων της παγκόσμιας αγοράς. Κάποιες από αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, καθώς υποδεικνύουν στρατηγικές για την αντιμετώπιση δικών μας σημαντικών προκλήσεων.

• Χρήση της ενσυνειδητότητας (mindfulness) για την ανακούφιση των εργαζομένων.

Πρόσφατες διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα (94%) οι εργαζόμενοι υποφέρουν από άγχος, που επηρεάζει την υγεία και την παραγωγικότητά τους. Μάλιστα το 50% δηλώνει ότι το άγχος της εργασίας επηρεάζει και τη ζωή στο σπίτι. Φυσικά, δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι τα στατιστικά είναι καλύτερα στην Ελλάδα. Ως απάντηση σε αυτή την κατάσταση, οι επιχειρήσεις αρχίζουν να επενδύουν σε προγράμματα ευαισθητοποίησης για τους ανθρώπους τους, όπως η ενσυνειδητότητα και ο διαλογισμός. Εταιρείες όπως οι McKinsey, Nike, Google, P&G, Intel, Adobe, Apple και General Mills έχουν ήδη εφαρμόσει τέτοια προγράμματα για τους εργαζομένους τους. Η τελευταία δήλωσε ότι μετά το πρόγραμμα οι συμμετέχοντες σε ποσοστό 83% αφιέρωναν χρόνο κάθε μέρα για να βελτιστοποιήσουν την παραγωγικότητά τους, τα ανώτερα εκτελεστικά στελέχη σε ποσοστό 80% βελτίωσαν τον τρόπο που παίρνουν αποφάσεις και 89% από αυτούς έγιναν καλύτεροι ακροατές. Στη χώρα μας, τώρα, και το πρόβλημα άγχους υπάρχει και κάθε βελτίωση σε αυτούς τους τομείς θα ήταν καλοδεχούμενη στους περισσότερους οργανισμούς.

• Καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υπαλλήλων.

Εταιρείες όπως οι GE, IBM, Shell αρχίζουν να εστιάζουν το ενδιαφέρον τους όχι συνολικά στη θέση εργασίας, αλλά στα επιμέρους στοιχεία της ή στις επιμέρους δεξιότητες, που αυτή απαιτεί. Με αυτόν τον τρόπο κατανοούν καλύτερα σε ποιους διαθέσιμους ρόλους ταιριάζει καλύτερα κάθε εργαζόμενος. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η ευκαιρία στον εργαζόμενο να ικανοποιήσει μία από τις βασικές ψυχολογικές του ανάγκες, να μπορεί να επιδεικνύει την ικανότητά του σε καθημερινή βάση και να αναπτύσσεται. Το κατά πόσον ένας οργανισμός επιδεικνύει ότι ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των εργαζομένων, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δέσμευσή τους, η οποία είναι καθοριστικός παράγοντας της παραγωγικότητάς τους (Gallup – State of the Global Workplace 2017).

Γιατί λοιπόν αυτή η στρατηγική μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα; Η παραγωγικότητά μας είναι στάσιμη. Οι τεχνολογικές εξελίξεις απαιτούν από τους εργαζόμενους νέες γνώσεις και δεξιότητες. Η δυνατότητα νέων προσλήψεων είναι περιορισμένη. Τι άλλο μένει από το να χρησιμοποιηθούν οι υπάρχοντες εργαζόμενοι εκεί που μπορούν να αποδώσουν καλύτερα και να είναι παραγωγικότεροι; Εστω και αν αυτό μπορεί να προϋποθέτει την ανάλυση των θέσεων εργασίας στα στοιχεία τους και την ανασύνθεσή τους με βάση τους ρόλους που μπορούν καλύτερα να παίξουν οι υπάρχοντες εργαζόμενοι.

• Επιθετική προσέλκυση ταλέντων χρησιμοποιώντας τακτικές μάρκετινγκ.

«Δεν επιλέγουν πλέον οι εταιρείες ταλέντα. Τα ταλέντα τις επιλέγουν», επισημαίνουν οι ειδικοί. Πρόκειται για μία τάση που φέρνει μία νέα σειρά προκλήσεων και τρόπων πρόσληψης. Σύμφωνα με έρευνα του LinkedIn, πάνω από το 75% των ατόμων που αναζητούν εργασία, εξετάζουν τη φήμη και το εμπορικό σήμα (brand) της επιχείρησης πριν υποβάλουν αίτηση. Οι εταιρείες με κακή φήμη παλεύουν όχι μόνο να προσελκύσουν υποψηφίους αλλά και να διατηρήσουν τα ταλέντα τους. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες πρέπει να ξεκινήσουν «μάρκετινγκ προσλήψεων», για να τραβήξουν την προσοχή ταλαντούχων υποψηφίων, να τους πείσουν να εργαστούν για αυτές και στην πορεία να τους αναπτύξουν και να τους δεσμεύσουν (engagement).

Γιατί είναι σημαντικό αυτό στη χώρα μας; Παρότι το ποσοστό ανεργίας είναι υψηλό, είναι σχετικά λίγα τα άτομα με το ζητούμενο πλέγμα γνώσεων, δεξιοτήτων και νοοτροπίας. Αυτά τα άτομα είναι πιο πιθανό να επιλέξουν αντί να αφήσουν να επιλεγούν.

• Βελτιώσεις στην ψηφιακή και στη mobile εκπαίδευση.

Σήμερα οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν το YouTube και το Netflix, που παρέχουν περιεχόμενο προσαρμοσμένο στη συμπεριφορά και τις προτιμήσεις των καταναλωτών τους. Οποιος θέλει να εμπλακεί με αυτούς σε μια διαδικασία εκπαίδευσης, στο δικό τους επίπεδο, θα πρέπει να κάνει το ίδιο, ώστε κάθε εργαζόμενος να μαθαίνει αυτό που του χρειάζεται όταν αυτός επιλέγει να το κάνει. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν ψηφιακές πλατφόρμες, που μπορούν να δεχτούν, να προσαρμόσουν και να διανείμουν εκπαιδευτικό υλικό ανάλογα με τις ανάγκες των εκπαιδευομένων.

Ποιο το ιδιαίτερο όφελος για τις ελληνικές εταιρείες, που βλέπουν τα ποσά που διατίθενται για εκπαίδευση να συρρικνώνονται; Πρώτον, η μάθηση με ψηφιακό τρόπο έχει μικρότερο κόστος από εκείνη που γίνεται πρόσωπο με πρόσωπο σε αίθουσα εκπαίδευσης. Δεύτερον, παρακολουθούν μόνον εκείνα τα μαθήματα που τους ενδιαφέρουν και έχουν επίδραση στην απόδοσή τους. Υπάρχουν μειονεκτήματα; Φυσικά, με εξαίρεση τα soft skills και τις διαπροσωπικές δεξιότητες, τα πλεονεκτήματα είναι περισσότερα και σημαντικότερα.

• Συνύπαρξη εργαζομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης.

Αναμφίβολα, μέσα στο 2019 η Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) θα βρεθεί στο επίκεντρο: Πρόσφατη έρευνα της Gartner έδειξε ότι το 59% των οργανισμών ήδη ερευνούν πώς να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που αυτή προσφέρει. Παρόλο τον φόβο τους για εξάλειψη θέσεων εργασίας, θα πρέπει οι εργαζόμενοι να μάθουν να συνεργάζονται με αυτές τις τεχνολογίες ώστε να γίνουν πιο παραγωγικοί και να κερδίσουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, επισημαίνουν οι ειδικοί. Στην ουσία αυτό ήδη το κάνουν, αφού χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να επεκτείνουν τις δυνατότητες και την αποτελεσματικότητά τους. Αρκεί να φέρουμε στο μυαλό μας τον Siri και την Alexa από iPhone και Amazon αντίστοιχα.

Στην Ελλάδα δεν έχουν γίνει γνωστά κάποια σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν υπάρχει όμως τίποτε που θα μας εμπόδιζε να καλύψουμε γρήγορα το κενό ανάμεσα στο δικό μας επίπεδο εφαρμογής AI και εκείνο των πιο προηγμένων οικονομιών. Ακόμη και αν χρειαστεί να παρακάμψουμε τα ενδιάμεσα επίπεδα ανάπτυξης από τα οποία εκείνες πέρασαν, ώστε να κάνουμε ένα μεγάλο άλμα αύξησης ανταγωνιστικότητας, που θα φέρει περισσότερες επενδύσεις και κατά συνέπεια ταχύτερη ανάπτυξη.

* Ο κ. Σπύρος Παολινέλης είναι ιδρυτής της Amnis Learning and Growth και της Blanchard International Hellas. 

 

 

«Λαϊκισμός 4.0»

| 15.03.2019 – 09:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Η πρόσφατη «λαϊκιστική στροφή» στην Ευρώπη και στην Αμερική επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα: Τι γεννά τον «λαϊκισμό»; Η ανάλυση επικεντρώνεται στο πώς η μετανάστευση σε συνδυασμό με την ανισότητα, την οικονομική ανασφάλεια και την απώλεια εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς θρέφει τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό.

Γύρω από αυτό που οι οπαδοί του λαϊκισμού (κάθε είδους) βιώνουν ως οικονομική ανισότητα, μεταναστευτική εισβολή και πολιτική περιθωριοποίηση βρίσκεται ο φόβος για την τεχνολογική εξέλιξη. Ο τεχνολαϊκισμός – ή, όπως θα τον αποκαλούσαμε, «λαϊκισμός 4.0» – λειτουργεί παράλληλα αλλά σε αντίθεση με τις εξελίξεις στη Βιομηχανία 4ης γενιάς (Industrie 4.0.). Οι νεο-Λουδίτες* λαϊκιστές δεν σπάνε μηχανές (όπως οι εργάτες Λουδίτες του 19ου αιώνα που ταυτίστηκαν με την τεχνοφοβία) αλλά εχθρεύονται τον αυτοματισμό και την ψηφιακή καινοτομία. Ο τεχνολαϊκισμός είναι υπόσωμα ή παρακλάδι του λαϊκισμού, το οποίο αναπαράγεται σε διάφορες εκδοχές ανάλογα με τις κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές συνθήκες. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, επιρρίπτει ευθύνες για την απώλεια θέσεων εργασίας από τον αυτοματισμό στις φυλετικές και γεωγραφικές διακρίσεις, στη μετανάστευση, στο εξωτερικό εμπόριο και σε τρίτους (Κίνα, Μεξικό).

Είναι ο λαϊκισμός 4.0 ένα φαινόμενο που αφορά μόνο χώρες με «ρομπότ»; Οχι! Ο τεχνολαϊκισμός τροφοδοτεί τον αναχρονισμό και την πολιτική πόλωση σε διάφορα πεδία και χώρες. Στη χώρα μας, για παράδειγμα, το νομοθετικό πλαίσιο που έβαλε φραγή στη λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών και εφαρμογών για επιλογή ταξί (όπως η Beat και η Uber) είναι σημάδι ενός καθεστωτικού και συντεχνιακού νεολουδιτισμού σε συνδυασμό με έναν παλαιάς κοπής πελατειασμό. Η ελληνική εκδοχή του τεχνολαϊκισμού φαίνεται να είναι μια αντιλαϊκή, στενά προστατευτική πολιτική ενάντια τελικά στην απασχόληση. Χαρακτηριστικό της νομοθετικής παρέμβασης για τις ψηφιακές πλατφόρμες στις μεταφορές είναι ότι εδραιώνει ένα σύστημα που πλήττει περισσότερο τους φτωχότερους καταναλωτές και αντί για προστασία της εργασίας προστατεύει κατοχυρωμένες θέσεις εργασίας. Αυτό δεν επιτρέπει την ανάπτυξη και δημιουργεί μια μορφή κοινωνικού διχασμού.

Σε διεθνές επίπεδο, ο λαϊκισμός 4.0 διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα από το «βαθύ κόκκινο μέχρι το βαθύ μαύρο», ενώ η έκρηξη της αυτοματοποίησης μπορεί να βρει μαζική λαϊκή ανταπόκριση. Οι οικονομολόγοι συμφωνούν πως, μακροπρόθεσμα, η αυτοματοποίηση θα έχει μεγαλύτερο ρόλο στην απώλεια θέσεων εργασίας απ’ ό,τι η παγκοσμιοποίηση. Στο σενάριο αυτό οι νεο-Λουδίτες λαϊκιστές αναμένεται να αναδειχθούν σε ισχυρό παράγοντα αποσταθεροποίησης της πολιτικής, αν τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί δεν προετοιμαστούν σωστά για τις επιπτώσεις.

Ο δημόσιος διάλογος σχετικά με το πώς διεθνείς οργανισμοί, οι κυβερνήσεις, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι οφείλουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της τεχνολογικής προόδου εξελίσσεται σε έντονο ρυθμό. Η τεχνολογία εμπεριέχει οφέλη, αλλά προκαλεί συνέπειες με άνισο τρόπο. Το ερώτημα είναι πώς θα βοηθηθούν αυτοί που πλήττονται. Ως Δίκτυο εδώ και δύο χρόνια μελετάμε σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ΔΟΕ) τους τρόπους που μπορεί να διασφαλιστεί η προστασία της εργασίας σε συνδυασμό με την καινοτομία στην «οικονομία της πλατφόρμας» που περιλαμβάνει τις ψηφιακές πλατφόρμες τύπου Amazon, Airbnb. Το βασικό ερώτημα είναι πώς οι ψηφιακοί εργαζόμενοι θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους «αναλογικούς» εργαζομένους, όπως η ελάχιστη προστασία μισθών και η συλλογική διαπραγμάτευση. Επίσης, το κατά πόσο θεωρείται θεμιτή η χρήση αλγορίθμων για την επιτήρηση και αξιολόγηση της εργασίας, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να τελούν συνέχεια υπό πίεση.

Μέχρι σήμερα στην Ευρώπη και παγκόσμια δεν έχει υπάρξει κοινή αντιμετώπιση των εργασιακών ζητημάτων της οικονομίας της πλατφόρμας. Λόγω της διασυνοριακής λειτουργίας των ψηφιακών πλατφορμών και των διαφοροποιήσεων των εθνικών εργατικών νομοθεσιών η κατάσταση παραμένει ασαφής. Το αποτέλεσμα είναι αβεβαιότητα και έντονη εργασιακή ανασφάλεια.

Οσοι φορείς συμμετέχουμε στον διεθνή προβληματισμό κάνουμε λόγο για την ανάγκη να υπάρξει ένα «NEW New Deal» – ένα σύνολο καινοτόμων προτάσεων με επίκεντρο τον άνθρωπο (human-centred agenda). Μια τολμηρή προοδευτική ατζέντα η οποία θα αποτελέσει το διεθνές σημείο αναφοράς και θα «τρέξει» στη βάση ενός νέου μείγματος εμπορικών, χρηματοοικονομικών, οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Σε πρώτη φάση, στην ανθρωποκεντρική ατζέντα του NEW New Deal εντάσσονται δύο προτάσεις:

Ι. Η δέσμευση από τις χώρες πάνω σε μια δέσμη ελάχιστων παγκόσμιων προτύπων προστασίας της εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Παγκόσμια Επιτροπή για το Μέλλον της Εργασίας του ΔΟΕ καλεί τις κυβερνήσεις, τους εργοδότες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να συμφωνήσουν πάνω σε μια «καθολική εγγύηση εργασίας» (universal labour guarantee), η οποία θα κατοχυρώνει το δικαίωμα σε επαρκή διαβίωση, προστασία της υγείας και της ασφάλειας, και θα διασφαλίζει μέγιστους περιορισμούς στο ωράριο εργασίας για όλους τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από το καθεστώς απασχόλησής τους. Παράλληλα θα προστατεύει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων.

ΙΙ. Την ίδια στιγμή γίνεται λόγος ώστε να υπάρξουν νέα πρότυπα ψηφιακής λογοδοσίας ευθύνης αλλά και φορολόγησης των επιχειρήσεων. Στην ουσία μιλάμε για ένα νέο μοντέλο Εταιρικής Ψηφιακής Ευθύνης (EΨE), δηλαδή ένα σύνολο κανόνων και αρχών που θα διασφαλίζουν ότι ο άνθρωπος (και όχι τα ρομπότ ή οι αλγόριθμοι) είναι στο επίκεντρο της καινοτομίας.

Οι παραπάνω προτάσεις είναι μόνο η αρχή μιας μεγάλης συζήτησης για τη νέα εργασιακή πραγματικότητα που διαμορφώνει η ψηφιακή οικονομία, αλλά και με τις δυνατότητες και την ανάγκη του εθνικού κράτους για συνεργασίες. Από τη μια, ο απομονωτισμός και η εθνική εσωστρέφεια του τεχνολαϊκισμού, από την άλλη, ο προοδευτικός πραγματισμός και η προοπτική για ένα νέο μοντέλο υπεύθυνης παγκόσμιας διακυβέρνησης. Για τις δυνάμεις του Προοδευτικού Πραγματισμού, ακόμα και τα πιο μεγάλα κράτη θα αποδειχθούν στην πορεία μικρά για να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές που έρχονται. Χωρίς τη συνεργασία και μια ανθρωποκεντρική ατζέντα για το μέλλον της εργασίας, η επόμενη φάση εξέλιξης της τεχνολογίας σε συνδυασμό με τις δημογραφικές μεταβολές και τις οικονομικές ανισορροπίες θα οδηγήσει εύκολα σε ψευδείς εθνοτικές ή/και περιφερειακές διαιρέσεις, τροφοδοτώντας νέες πολιτικές ακρότητες και «σωτήρες». Τι θα προκύψει μέσα από τη μεγάλη αυτή ανισορροπία; Ενδεχομένως ότι ο λαϊκισμός 4.0. είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει..

Η κυρία Μαρίλη Μέξη είναι διευθύντρια του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

 

 

 

 

Η υψηλή τεχνολογία δεν δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας

Οι γίγαντες της ψηφιακής τεχνολογίας εξαπλώνονται σε όλο το φάσμα της οικονομίας, ακόμη και σε τομείς στους οποίους ήταν άλλοτε αδιανόητο. Ως πολλά υποσχόμενοι προσελκύουν την προτίμηση των επενδυτών, αλλά παράλληλα εκτοπίζουν όλο και περισσότερους κλάδους. Συνεπακόλουθο η απώλεια θέσεων εργασίας, όπως καταδεικνύουν τα τελευταία στοιχεία που φέρουν τον τομέα της μεταποίησης στις ΗΠΑ να έχει χάσει 100.000 θέσεις εργασίας.

Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης. Σύμφωνα με το ερευνητικό ινστιτούτο Pew Research Center, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η μεσαία τάξη αντιπροσώπευε το 61% του συνολικού πληθυσμού των ΗΠΑ. Σήμερα έχει συρρικνωθεί στο 50%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα έχει αυξηθεί το ποσοστό των κατώτερων τάξεων από το 25% στο 29%.

Είναι ενδεικτικό ότι σε πρόσφατο δημοσίευμά τους οι New York Times φτάνουν στο σημείο να αποδίδουν εν μέρει τη δημοσκοπική άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην κυριαρχία των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και στη δυσφορία που έχει προκληθεί σε όσους Αμερικανούς νιώθουν να μπαίνουν –αδίκως– στο περιθώριο. Οπως επισημαίνει, στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του έτους, οι εταιρείες της Silicon Valley, η κατ’ εξοχήν έδρα των κολοσσών της τεχνολογίας, προσείλκυσαν επενδύσεις ύψους 396 εκατ. δολ., ποσό σχεδόν τριπλάσιο από τα 149 εκατ. δολ. που προσείλκυσαν οι εταιρείες της Νέας Υόρκης.

Κι ενώ σε ό,τι αφορά τους αμερικανικούς κολοσσούς τα δυσθεώρητα κεφάλαια που αντλούν μένουν στο εσωτερικό των ΗΠΑ, δεν ισχύει το ίδιο για τις ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτική η περίπτωση της Uber και της θέσης της στη Γαλλία. Αν τελικά κατορθώσει να αποσπάσει σημαντικό τμήμα της γαλλικής αγοράς, το 20% των εσόδων από τις ναυλώσεις ταξί θα φεύγει από τη χώρα.

Μολονότι πολλοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι η υψηλή τεχνολογία θα οδηγήσει στη δημιουργία πολλών νέων θέσεων εργασίας και επομένως σε μεγαλύτερη ευημερία για περισσότερους, τα στοιχεία κατατείνουν στο αντίθετο συμπέρασμα. Οπως επισημαίνει σε πρόσφατο άρθρο του στο αμερικανικό περιοδικό Foreign Affairs, ο Ρόναλντ Ινγκλεχαρτ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, δεν φαίνεται να αυξάνεται η απασχόληση στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας. Αντιθέτως το μερίδιο του κλάδου στο σύνολο της απασχόλησης στις ΗΠΑ παραμένει ουσιαστικά σταθερό τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Ο ίδιος τονίζει ότι σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν κατά τη βιομηχανική επανάσταση και τη μετάβαση της κοινωνίας από την αγροτική στη βιομηχανική οικονομία, ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας δεν φαίνεται να δημιουργεί πολλές νέες θέσεις εργασίας.

Αντιθέτως οδηγεί σε εξαφάνιση πολλά επαγγέλματα με μεσαία ή και υψηλή εξειδίκευση. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο μερίδιο της δραστηριότητάς τους έχουν χάσει τα ταξιδιωτικά γραφεία, όταν τόσες εξειδικευμένες ιστοσελίδες δίνουν τη δυνατότητα της online ανεύρεσης και κράτησης εισιτηρίων.

Δέχονται, άλλωστε, πλήγμα τομείς που δύσκολα φαντάζεται κανείς. Σύμφωνα με τον Ινγκλεχαρντ, ακόμη και ο κλάδος των δικηγόρων στις ΗΠΑ βλέπει να εκτοπίζεται από εξειδικευμένα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών που κάνουν έρευνα σε νομικά ζητήματα. Αλλα εξειδικευμένα προγράμματα προσφέρουν ιατρική διάγνωση πολύ ταχύτερα και ενίοτε καλύτερα από τους γιατρούς. Και δεν αποκλείεται σύντομα να δούμε τα ίδια τα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών να παράγονται από εξειδικευμένα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Δεν βρίσκει δουλειά 1 στους 2 Ελληνες νέους πτυχιούχους

Ρούλα Σαλούρου

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

apasxolisi-thumb-large

 

Μία από τις σκληρότερες αντιφάσεις της Ελλάδας, εν μέσω κρίσης, αντιμετωπίζει καθημερινά η νέα γενιά της χώρας, κυρίως αυτή που χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο μόρφωσης και υψηλή επαγγελματική εξειδίκευση. Η δραματική αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης επιστημονικού δυναμικού, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία επενδύσεων, οδηγεί στη δημιουργία μιας συνεχώς διογκούμενης νέας κοινωνικής ομάδας, των αποθαρρυμένων πτυχιούχων ανέργων. Πρόκειται για μια γενιά που λόγω ηλικίας έχει την ανάγκη να δημιουργήσει, την περιέργεια να πρωτοπορήσει και τη δύναμη να πραγματώσει τα όνειρά της, αλλά η Ελλάδα τής τα στερεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα μας κατατάσσεται στην τελευταία θέση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσον αφορά την απασχόληση των πτυχιούχων νέων της (που αποφοίτησαν τα τελευταία 1 έως 3 χρόνια), με ποσοστό που μετά βίας φθάνει στο 49,9%, όταν, για παράδειγμα, η Μάλτα καταφέρνει σχεδόν το απόλυτο, απορροφώντας το 96,9% των πτυχιούχων νέων της στην εγχώρια αγορά εργασίας.

Αναλυτικά και σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τα ποσοστά απασχόλησης των νέων πτυχιούχων παρουσιάζουν διακυμάνσεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, με τα χαμηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στη Νότια Ευρώπη. Στην Ελλάδα οι νέοι που αποφοίτησαν από την τριτοβάθμια εκπαίδευση τα τελευταία ένα έως τρία χρόνια έχουν τις πιο δυσοίωνες προοπτικές απασχόλησης, ενώ μειωμένες ευκαιρίες παρουσιάζονται και στους πτυχιούχους της Ιταλίας και της Ισπανίας, με την απασχόληση να φθάνει όμως στο 57,6% και το 68,7% αντίστοιχα. Η Μάλτα βρίσκεται στην κορυφή, με τη Γερμανία και τη Σουηδία στη δεύτερη και την τρίτη θέση. Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η ανεργία των νέων πτυχιούχων δεν οφείλεται τόσο στην υπερβάλλουσα προσφορά πτυχιούχων (το ποσοστό των πτυχιούχων ηλικίας έως 34 ετών στο σύνολο του πληθυσμού είναι 32,4%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται σε 34,2%) όσο κυρίως στην περιορισμένη ζήτηση για επιστήμονες από τις ελληνικές επιχειρήσεις,

Ο διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου και υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εργασίας Κωνσταντίνος Αγραπιδάς αναλύει στην «Κ» τους τρεις παράγοντες που δρουν σωρευτικά και οδηγούν στην ανεργία των πτυχιούχων και στη διαρροή τους σε τρίτες χώρες, πλήττοντας καίρια την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Ο πρώτος συνδέεται με τον αναιμικό ρυθμό δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας που αποδεικνύεται από την αντίστροφη σχέση μεταξύ του υψηλού ποσοστού ανεργίας και του χαμηλού ποσοστού κενών θέσεων εργασίας. Το 2010 οι κενές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα (πρόκειται για θέσεις που υπάρχουν αλλά δεν έχουν καλυφθεί) ανέρχονταν στις 50.000 και τον Ιούλιο του 2016 στις 15.000. Οπως μάλιστα υπογραμμίζει ο κ. Αγραπιδάς, το ποσοστό των κενών θέσεων εργασίας αποτελεί προπορευόμενο δείκτη της οικονομικής συγκυρίας. Ο δεύτερος συνδέεται με την κρίση και τον περιορισμό της εσωτερικής ζήτησης, καθώς παρατηρείται ανακατανομή της ελληνικής παραγωγής. Ετσι πολλοί παραδοσιακοί κλάδοι εξαφανίζονται (π.χ. κατασκευές), ενώ άλλοι έχουν αρχίσει σταδιακά να φθίνουν (διεθνές διαμετακομιστικό εμπόριο, logistics). Συνεπώς υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της προσφοράς εργασίας (π.χ. μηχανικών) και της ζήτησης. Ο τρίτος παράγοντας αφορά το είδος των επενδύσεων στην Ελλάδα, ιδιωτικών ή δημόσιων (εντάσεως κεφαλαίου ή εντάσεως εργασίας), καθώς αυτό καθορίζει και την ποιότητα των ζητούμενων θέσεων εργασίας (ποιοτικές θέσεις εργασίας, ευέλικτες μορφές εργασίας).

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι παγκοσμίως η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας προσδιορίζεται και από την ικανότητά της να προσελκύει και να συγκρατεί ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας. Στην Ελλάδα οι οικονομικές συνθήκες και η ανυπαρξία πολιτικών στη διάρκεια της εξαετούς κρίσης μειώνουν τις προσδοκίες των νέων, ανατρέπουν τις προβλέψεις τους και ακυρώνουν τα σχέδιά τους. Ετσι, παρότι διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο κεφάλαιο, «διώχνει τα παιδιά της». Μάλιστα, το φαινόμενο της μετανάστευσης πτυχιούχων στο εξωτερικό, γνωστό και ως «brain drain», έχει αυξηθεί πολύ στα χρόνια της κρίσης. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2008-2013, 423.000 Ελληνες μετανάστευσαν αναζητώντας καλύτερες οικονομικές συνθήκες.

Ζητείται επειγόντως νέο μοντέλο

Η ανεργία των πτυχιούχων συνιστά διαρθρωτικό πρόβλημα, το οποίο για να λυθεί απαιτεί δομικές αλλαγές στην εγχώρια οικονομία, με κεντρικό στόχο την αναβάθμιση των επιχειρήσεών της. Οπως επισημαίνει, μιλώντας στην «Κ», η διοικήτρια του ΟΑΕΔ, καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Μαρία Καραμεσίνη, οι ευκαιρίες απασχόλησης στην Ελλάδα έχουν δραστικά μειωθεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει εκτοξευθεί το ποσοστό ανεργίας των πτυχιούχων στις ηλικίες 25-29 ετών, δηλαδή στα πρώτα χρόνια μετά την αποφοίτηση. Βέβαια, το ποσοστό ανεργίας των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι στη χώρα μας χαμηλότερο έναντι άλλων ομάδων ανέργων, καθώς η οικονομία δείχνει να απορροφά σε μεγαλύτερη αναλογία πτυχιούχους έναντι ανέργων με λιγότερα προσόντα και εξειδίκευση. Ο ΟΑΕΔ με το πρόγραμμα κατάρτισης αποφοίτων ΑΕΙ-ΤΕΙ του 2015 και τα εν εξελίξει προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας προσπαθεί να συμβάλει στην άμβλυνση του προβλήματος. Ομως η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας των πτυχιούχων απαιτεί νέο παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται στην τεχνολογική αλλαγή και στην καινοτομία. Μέχρι να υπάρξει νέο παραγωγικό μοντέλο στη χώρα ή υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, που θα μπορούσαν να επισπεύσουν την επιστροφή των επιστημόνων που μετανάστευσαν, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει την αξιοποίησή τους, ακόμη κι αν για ικανό χρονικό διάστημα παραμείνουν στο εξωτερικό.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Αυτή η νόσος χτυπά μόνο νέους

Πηγή: Καθημερινή

Το 30% των νέων της Ε.Ε., ηλικίας 25 έως 34 ετών, εργάζεται σε δουλειά που απαιτεί χαμηλότερα προσόντα από αυτά που κατέχει – επτά χρόνια μετά το πέρας των σπουδών τους είναι σε προσωρινή δουλειά ή σε διαφορετικό αντικείμενο από αυτό που σπούδασαν (από το ευρωπαϊκό συνέδριο για την απασχόληση των νέων, στη Θεσσαλονίκη). Η οικονομική ύφεση έχει περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη. Έτσι οι νέοι υψηλής ειδίκευσης ωθούνται να καλύψουν χαμηλά αμειβόμενες θέσεις περιστασιακής ή μερικής απασχόλησης, εκτοπίζοντας παράλληλα άτομα χαμηλής ειδίκευσης.

Την ίδια στιγμή εμφανίζεται μια ισχυρή αντίφαση στην αγορά εργασίας, όπως έδειξε πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα (McKinsey). Ενώ η ανεργία νέων αγγίζει το 61,5% στην Ελλάδα (μέσος ευρωπαϊκός όρος: 23,2%), οι εργοδότες παραπονιούνται πως δεν μπορούν να βρουν υπαλλήλους με τα απαιτούμενα προσόντα.

Βασική αιτία θεωρείται ο λαθεμένος προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος και ευρύτερα της κοινωνίας αναφορικά με τα εφόδια που πρέπει να έχουν οι νέοι. Παράδειγμα, το επάγγελμα των αρχιτεκτόνων: ενώ η κατασκευαστική αγορά από το 2005 έχει μειωθεί κατά 50%, οι απόφοιτοι της αρχιτεκτονικής έχουν αυξηθεί κατά 50%. Η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να στρέφει τους νέους σε επαγγέλματα κορεσμένα και το εκπαιδευτικό σύστημα να παράγει επιστήμονες τους οποίους δεν μπορεί να απορροφήσει η σχεδόν στάσιμη ελληνική οικονομία.

Ομως στη σημερινή κοινωνία της γνώσης, των νέων τεχνολογιών, της καινοτομίας, είναι συντριπτική η πίεση για εκπαίδευση. Ο αριθμός των φοιτητών αυξάνεται, οδηγώντας στην καθολική τριτοβάθμια εκπαίδευση και σε στρατιές ανέργων.

Παράλληλα, στην ανεργία οδηγούνται οι νέοι, που για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους μένουν εκτός εκπαίδευσης, εκτός κατάρτισης. Η παρατεταμένη ύφεση και η εκπτώχευση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων διεύρυναν τον αριθμό των εφήβων που δεν συνεχίζουν το σχολείο μετά το γυμνάσιο (13,5%), συγκροτώντας μια διογκούμενη μερίδα νέων μεταξύ 15 και 24 ετών, που απένταροι, αδρανείς βουλιάζουν στην κλιμακούμενη απαξίωση – τα υψηλότερα ποσοστά τους στα νησιά του νοτίου Αιγαίου, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου (έρευνα ΓΣΕΕ, Πανεπιστημίου Κρήτης).

Οι υπερ-εκπαιδευμένοι, λοιπόν, σε χαμηλών απαιτήσεων θέσεις ή στο εξωτερικό. Δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν αν πρώτα δεν δεκατίσουν τις απογοητεύσεις τους. Οι ανεκπαίδευτοι, από την άλλη, να περιφέρονται, ακατάλληλοι για τις λιγοστές θέσεις εργασίας. Το ανέκφραστο ολοκαύτωμα της συγκυρίας. Μια ετοιμόρροπη ραχιτική εικόνα που δεν προσιδιάζει στο σώμα του μέλλοντος.

Η ελληνική «αρρώστια» είναι γνωστή ― μικρά ποσοστά κατάρτισης, μικρή αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων. Ωστόσο η επίγνωση της δυστυχίας δεν θεραπεύει. Το αντίδοτο στη νόσο είναι ένα εθνικό σχέδιο για την ενίσχυση της απασχόλησης των νέων, μια πολιτική που δεν θα εξαντλείται στην ευκαιριακή απορρόφηση κοινοτικών πόρων ή στον πλουτισμό μεμονωμένων ιδιωτών που εκμεταλλεύονται τα νεανικά όνειρα, που δεν θα μασκαρεύει τα κοινά δηλητήρια σε ανταλλακτικές αξίες, την αισθητή φθορά σε κοινωνικό σφρίγος.

Η βάναυση αμφισημία της κρίσης απαιτεί ανά πάσα στιγμή την κυριαρχία της ειλικρίνειας ― και της βούλησης. Τις διαθέτει κανείς;

 

2 comments

  1. Μαρία Ιωάννα

    Καλησπέρα. Μήπως έχετε ολόκληρα κριτήρια αξιολόγησης με τις απαντήσεις για το κείμενο «Δεν βρίσκει δουλειά 1 στους 2 Έλληνες πτυχιούχους» ; Αν μπορούσατε να μου το στείλετε θα με βοηθούσαμε πολύ! Ευχαριστώ!

  2. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

    ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΛΗΡΕΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟ. ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΠΑΝΤΩΣ ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!!!

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Yπενθυμίζουμε ότι η μηδενική χρέωση μέσω κινητής τηλεφωνίας ισχύει μόνο για τον παρόντα ιστότοπο και για τους ιστότοπους που αναφέρονται στο δελτίο τύπου του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων.
Η προβολή περιεχομένου από άλλο ιστότοπο που έχει ενσωματωθεί στον παρόντα ιστότοπο (π.χ. video youtube) ή το άνοιγμα συνδέσμων που οδηγούν σε εξωτερικό περιεχόμενο δεν υπάγονται στη μηδενική χρέωση.
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων