ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ – ΑΝΕΡΓΙΑ – ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ

H «πανδημία» της τηλεργασίας

Από τον Μάρτιο του 2020, η τηλεργασία  εισέβαλε απότομα, λόγω της πανδημίας, στο εργασιακό περιβάλλον μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων μεταβάλλοντας σταδιακά τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, τις ισορροπίες στην αγορά εργασίας καθώς και τις εσωτερικές δομές των επιχειρήσεων.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποστηρίζεται ευρέως ότι η μετάβαση στο εν λόγω μοντέλο παροχής εργασίας εφαρμόστηκε για πρώτη φορά ως απόρροια της COVID-19, για την αποφυγή της διασποράς του κορωνοϊού, και ως αναγκαιότητα για την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη διασφάλιση της συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η παραπάνω θέση δεν είναι απολύτως ακριβής, καθώς ο θεσμός της τηλεργασίας, δηλαδή της δυνατότητας παροχής εργασίας από τον εργαζόμενο εξ αποστάσεως με τη χρήση τηλεπικοινωνιακών/τεχνολογικών μέσων, υφίσταται εδώ και πολλές δεκαετίες και μάλιστα σε ορισμένους κλάδους το συγκεκριμένο μοντέλο ήταν αρκετά διαδεδομένο ήδη προ πανδημίας. Ωστόσο, η δυναμική που απέκτησε κατά την πανδημία η τηλεργασία δεν μπορεί να συγκριθεί με την προϋπάρχουσα διάδοσή της στην ελληνική αγορά εργασίας, καθώς το ποσοστό των εργοδοτών που προσέφυγαν σε αυτή εκτινάχθηκε, βάσει μελετών, από το 1% στο περίπου 80% των επιχειρήσεων μέσα σε λίγους μήνες.

Προκύπτει αβίαστα το ακόλουθο ερώτημα: Θα μπορούσαμε να εκλάβουμε την τηλεργασία ως μια επερχόμενη «πανδημία» στον εργασιακό βίο, με συνέπειες που δεν έχουμε ίσως ακόμη προλάβει να αντιληφθούμε και να αξιολογήσουμε πλήρως, τόσο για τον τηλεργαζόμενο όσο και για την επιχείρηση-εργοδότη;

H απάντηση, για τους ειδικούς της εργασίας, είναι μάλλον καταφατική, ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς, μεταξύ άλλων, τη μη οριοθετημένη χρήση της τηλεργασίας, η οποία καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, οδηγώντας σε αυξημένο στρες για τους εργαζομένους.

Η συζήτηση περιστρέφεται επίσης γύρω από την απομόνωση που τυχόν αποφέρει η απομάκρυνση από το εργασιακό περιβάλλον και τις επιδράσεις της στη διατήρηση συναδελφικότητας, ομαδικού πνεύματος και κοινού οράματος για τους εργαζομένους. Επιπλέον, υπάρχει προβληματισμός σχετικά με την αποτελεσματική αξιολόγηση της απόδοσης του τηλεργαζόμενου προσωπικού λόγω της μειωμένης φυσικής παρουσίας στα γραφεία και της απομακρυσμένης σχέσης με τον προϊστάμενο.

Οι παραπάνω προκλήσεις δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση, ούτε κατ’ ελάχιστον, τη σπουδαιότητα της συμβολής της τηλεργασίας κατά την περίοδο του lockdown.

Εξάλλου, η ευρεία χρήση της, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού του κράτους και την ενίσχυση των ψηφιακών δυνατοτήτων των πολιτών και επιχειρήσεων, είναι άμεσα συνυφασμένη με την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγικότητας. Παράλληλα, αναμένεται να επιφέρει θετικές επιπτώσεις και σε άλλους τομείς του κοινωνικού βίου, όπως στην προστασία του αστικού περιβάλλοντος.

Καταληκτικά, υπό το πρίσμα της ιδιαιτέρως θετικής προοπτικής που προσφέρει η τηλεργασία σε πλείονες τομείς της αγοράς εργασίας και της κοινωνικής ζωής γενικότερα, είναι κρίσιμο να αξιοποιηθεί η εν λόγω μορφή οργάνωσης της εργασίας, με παράλληλο περιορισμό των κινδύνων που εγκυμονεί. Αλλωστε, η διεθνής εμπειρία βρίθει παραδειγμάτων επιτυχούς νομοθέτησης της τηλεργασίας, που οδήγησε στη θετική αξιοποίησή της, όπως αναδεικνύεται λ.χ. από την περίπτωση των σκανδιναβικών χωρών. Σε αυτό το πλαίσιο, οι προαναφερθέντες προβληματισμοί κρίνεται αναγκαίο να ληφθούν υπόψη στις επικείμενες πρωτοβουλίες επέκτασης του θεσμού της τηλεργασίας τόσο από το κράτος μέσω σχετικής νομοθετικής παρέμβασης όσο και από τις ίδιες τις επιχειρήσεις-εργοδότες (μέσω ενημέρωσης/εκπαίδευσης των εργαζομένων, κατάρτισης πολιτικών και υιοθέτησης σχετικών διαδικασιών και δικλίδων ασφαλείας), αλλά και από τους εκπροσώπους των εργαζομένων.

* H κ. Αρτεμις Καραθανάση είναι Senior Manager, Tax & Legal, της PwC Ελλάδας.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 11.08.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η τηλεργασία κλονίζει το ομαδικό πνεύμα στις επιχειρήσεις

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΤηλεργασίαΚορωνοϊός

Mέσα στην πανδημία οι όροι «πλήρες ωράριο», «διαλείμματα για φαγητό» και «συναντήσεις στην αίθουσα συνεδριάσεων» πήραν μια ριζικά διαφορετική μορφή. Και αν είχαν πολλοί τη δυνατότητα να δουλεύουν με τη φόρμα της γυμναστικής από το σπίτι, οι υποχρεώσεις τους σε επίπεδο εργασιακής εγρήγορσης μάλλον αυξήθηκαν. Και αν οι εταιρείες στέλνουν στο σπίτι δωρεάν ποτά και φαγητά ως ανταμοιβή των σκληρά τηλεργαζόμενων υπαλλήλων τους, τα ζητούμενα έχουν αλλάξει. Εν μέσω δραστικών περικοπών και διάχυτης ανασφάλειας, οι εργαζόμενοι ζητούν ιδιωτική ασφάλεια και περίθαλψη, καθώς και πρόσβαση σε ψηφιακές θεραπείες.

Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τελ Αβίβ η τηλεργασία ισοδυναμεί με πολύ περισσότερη δουλειά, όπως διαπιστώνει έρευνα των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Νέας Υόρκης (μεταξύ άλλων) με τη συμμετοχή 3,1 εκατομμυρίων ανθρώπων από 21.000 και πλέον εταιρείες σε 16 μεγαλουπόλεις στην Ευρώπη, στη Β. Αμερική και στη Μ. Ανατολή. Εξετάζοντας την ηλεκτρονική αλληλογραφία και τα πρακτικά των συσκέψεων προ και μετά της πανδημίας, διαπίστωσαν τα εξής: η εργάσιμη ημέρα διαρκούσε σχεδόν 49 λεπτά περισσότερο, ο αριθμός των συσκέψεων αυξήθηκε σχεδόν 13% και αποστέλλονταν 1,4 ηλεκτρονικά μηνύματα περισσότερο. Κάτι όμως καλυτέρευσε. Η διάρκεια των ψηφιακών συσκέψεων μειώθηκε. Ειδικά στις ΗΠΑ φάνηκε ότι οι άνθρωποι εργάζονταν 3 ώρες περισσότερο από πριν, αλλά και τους ζητούνταν να εκπληρώσουν καθήκοντα σε παράδοξες ώρες.

Oσο ήταν διασκορπισμένοι στα σπίτια τους οι εργαζόμενοι, η διά ζώσης επαφή μεταξύ τους αλλά και το ομαδικό πνεύμα κλονίζονταν. Στη βρετανική διαφημιστική εταιρεία Mellor & Smith, κάθε Παρασκευή την ώρα του μεσημεριανού οι εργαζόμενοι, ενώ τελείωναν τη δουλειά της εβδομάδας, πήγαιναν παρέα για μια μπίρα. Στην καραντίνα, στο τέλος της σύσκεψης στο Zoom, έπιναν τις μπίρες στο σπίτι τους – και γι’ αυτό είχε φροντίσει ο γενικός διευθυντής Πολ Μέλορ, οποίος, όπως τόνισε στους Financial Times, δεν περιέκοψε αυτήν την παροχή, διότι ήθελε να κρατήσει ακμαίο το ηθικό των υπαλλήλων. Το φαγητό και το ποτό ανέκαθεν εθεωρείτο απαραίτητο εργαλείο κοινωνικοποίησης και συνηθισμένη παροχή της εργοδοσίας.

Ωστόσο, τέτοιες παροχές (π.χ. κουπόνια φαγητού ή καλλωπισμού, δωρεάν μαθήματα μαγειρικής κ.ά.) μέσα στην πανδημία έμοιαζαν άχρηστες πολυτέλειες, ιδίως όταν συνολικά στον κόσμο γίνονταν απολύσεις. Η Glassdoor, που κάνει αξιολογήσεις εργοδοτών, διαπίστωσε πως οι μισοί εργαζόμενοι κατ’ οίκον στη Βρετανία θεωρούσαν τις παροχές μικρής σημασίας, ενώ προτιμούσαν υπηρεσίες που θα τους βελτίωναν τη ζωή.

 

 

 

Τηλεργασία: Κέρδη και ζημίες

17.06.2020, 07:50  ΤΟ ΒΗΜΑ

Στα μέσα του 19ου αιώνα, ειδικά στην Αμερική, οι γραφιάδες, οι κλητήρες αυτοί, οι σημερινοί υπάλληλοι – μια λέξη που προκύπτει από την πυραμίδα της εργασίας, από τη συγχώνευση της φράσης ὑπ’  ἀλλήλους -, δούλευαν σε μικρούς χώρους που ονομάζονταν «σπίτια καταμέτρησης». Ολα φυσικά ήταν ανδροκρατούμενα. Οι άνθρωποι αυτοί θεωρούνταν περίεργοι τύποι οι οποίοι δεν έκαναν «πραγματική δουλειά». Αλλά η οικονομική ανάπτυξη είχε άλλα σχέδια: Οι μεγάλες ιστορικές μετατοπίσεις από τις γεωργικές στις βιομηχανικές οικονομίες και στη συνέχεια από τις βιομηχανίες στις οικονομίες της πληροφορίας, αλλά και η οργάνωση του χώρου εργασίας, ευνόησαν το συγκεκριμένο σύστημα δουλειάς και οι υπάλληλοι άρχισαν να κυριαρχούν στο εργατικό σώμα. Τα κτίρια γραφείων εξελίχθηκαν σε χώρους με ορθολογική κατάτμηση, σχεδιασμένα τόσο για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όσο και για την ενίσχυση της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Οταν επιτράπηκαν και οι γυναίκες στο γραφείο, οι αλλαγές έγιναν επαναστατικές. Οι πόλεις γέμισαν ψηλά κτίρια και ουρανοξύστες αποκλειστικά με χώρους γραφείων.

Κανένας θεσμός ωστόσο δεν μένει στατικός. Εκεί που παλιά υπήρχαν τοίχοι και μικρά γραφεία, πλέον έχουν αντικατασταθεί από ανοιχτούς χώρους μέσα στους οποίους οι εργαζόμενοι συνυπάρχουν. Ετσι, από την εκτελεστική σουίτα με την ξύλινη επένδυση έως τα «γραφεία ανοιχτού τύπου», όπου το 60% των Αμερικανών εργάζονται μέχρι και σήμερα (με το 93% να τα απεχθάνεται), με τη βοήθεια της τεχνολογίας, σε ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον, θα περνούσαμε σε ένα σύστημα όπου θα μπορούσαμε να εργαστούμε οπουδήποτε οποιαδήποτε στιγμή.

Και τότε ήρθε η COVID-19. Καθώς μπαίνει το καλοκαίρι και σταδιακά οδεύουμε προς την αβέβαιη δεύτερη φάση της πανδημίας του κορωνoϊού, δεν είναι σαφές πότε ή εάν το σύνολο των εργαζομένων θα επιστρέψουν στα γραφεία τους. Ο Τζακ Ντόρσεϊ, CEO του Twitter, ανακοίνωσε μέσω  e-mail ότι εκείνοι των οποίων οι εργασίες δεν απαιτούν φυσική παρουσία θα επιτρέπεται να εργάζονται από το σπίτι επ’ αόριστον. Ο δε επικεφαλής του τομέα Ανθρώπινου Δυναμικού της ίδιας εταιρείας δήλωσε πως το Twitter «ποτέ δεν θα είναι το ίδιο», προσθέτοντας: «Νομίζω ότι δεν θα επιστρέψουμε».

Η στάση του Twitter ως προς την απομακρυσμένη εργασία δεν αποτελεί νόρμα για όλες τις εταιρείες, ωστόσο, για να προστατεύσουν την υγεία των εργαζομένων και να μειώνουν την εταιρική ευθύνη, πολλές δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να στραφούν μερικά ή αποκλειστικά σε τηλεργασία για μήνες ή ίσως για χρόνια ή και για πάντα.

Η τηλεργασία εν τούτοις δεν έχει λειτουργήσει ακόμη ως ένα πλήρες υποκατάστατο της εμπειρίας γραφείου. Μια γκαλερί συνεργατών μεγέθους μικρογραφίας σε μια οθόνη φορητού υπολογιστή είναι μια μίνι προσομοίωση των συγκεντρώσεων –  meetings στα συνεδριακά τραπέζια που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της εταιρικής ζωής. Το Yahoo!, μεταξύ άλλων οργανισμών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πλούτος της προσωπικής αλληλεπίδρασης είναι αναντικατάστατος. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είδαμε την αυγή της ηλεκτρονικής τηλεργασίας:  αμερικανοί και βρετανοί στρατιωτικοί διοικητές αντάλλασσαν τακτικά τηλεγραφικά μηνύματα και πραγματοποιούσαν ασφαλείς τηλεφωνικές συνομιλίες. Παρ’ όλα αυτά, με εκπληκτική συχνότητα, υψηλού επιπέδου αξιωματούχοι ανελάμβαναν επικίνδυνα διατλαντικά ταξίδια, για να συναντηθούν αυτοπροσώπως. Οι αξιωματούχοι συνειδητοποίησαν ότι το να είσαι και σωματικά μαζί είχε σημασία.

Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε τον παράγοντα κόστος, όπως και τον παράγοντα περιβαλλοντική επιβάρυνση. Αναρίθμητα συνέδρια συναθροίζουν συνεργάτες από όλα τα μέρη της Γης, οι οποίοι κάνουν υπερατλαντικές πτήσεις και καταλύουν για τρεις-τέσσερις μέρες σε πεντάστερα ξενοδοχεία για να κάνουν μια δουλειά που θα διαρκούσε τρεις ώρες στο zoom από το σαλόνι ενός εκάστου.

Παντού διαβάζουμε πως η τηλεργασία θα είναι το μέλλον. Είναι βέβαιο πως τα ποσοστά της θα αυξηθούν ραγδαία, ωστόσο, όπως ισχύει και για άλλα πεδία υποκατάστασης, η ανθρώπινη επαφή, η συνύπαρξη, είναι πολύ δύσκολο να αντικατασταθούν. Το να είσαι μια εικονίτσα από πίξελ σε ένα μεγάλο παράθυρο, έχοντας ο ίδιος σκηνοθετήσει και επιμεληθεί την παρουσία σου, είναι δύσκολο να αντικαταστήσει το αυθεντικό της φυσικής παρουσίας, όπου και οι πέντε αισθήσεις είναι ενεργές.

Ο Τζέρεμι Ρίφκιν, στο βιβλίο του «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», υποστηρίζει ότι ο κόσμος πολώνεται ταχύτατα σε δύο δυνητικά ασυμβίβαστες δυνάμεις. Από τη μία πλευρά μια αριστοκρατία της τηλεματικής που ελέγχει και διαχειρίζεται την παγκόσμια οικονομία της υψηλής τεχνολογίας και από την άλλη οι ολοένα μεγαλύτεροι αριθμοί των μόνιμα εκτοπισμένων εργατών που έχουν μερικές προοπτικές και ελάχιστες ελπίδες για μια εργασία με κάποιο νόημα σε έναν κόσμο που αυτοματοποιείται όλο και πιο πολύ. Πλέον τα πράγματα ίσως έχουν αλλάξει. Οι πιέσεις των καιρών έχουν επιτρέψει στις πλατφόρμες τηλεργασίας να διεισδύουν σε όλο και πιο ανοιχτά στρώματα πληθυσμού.

Από προσωπική εμπειρία, έχοντας μεταφέρει τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής που κάνω στο Διαδίκτυο θεωρώ πως κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Κερδίζεις ίσως σε συνεκτικότητα, ευελιξία, αλλά χάνεις την αίσθηση κοινότητας, εκείνο το βλέμμα κάποιου που συγκεντρώνεται με την προοπτική ότι σε λίγο θα διαβάσει την άσκησή του. Εν ολίγοις, τον πλήρη ενσώματο, τρισδιάστατο εαυτό με όλες του τις νευροκινητικές, ψυχοκινητικές διεργασίες. Και αυτό είναι απώλεια ουσίας.

Ο κ. Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας.

Ο κόσμος της (τηλ)εργασίας μετά την πανδημία

Μέσα στην πανδημία επήλθαν πολλές μεταβολές στις ζωές μας. Κάποιες ήταν προσωρινές και έτσι θα υποχωρήσουν με την επάνοδο στην κανονικότητα. Κάποιες άλλες όμως θα μείνουν μαζί μας – σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εξαρτάται από την περίπτωση.

Μία από τις μεταβολές που ήρθαν για να μείνουν, και δη σε διεθνές επίπεδο, είναι η ευρεία εφαρμογή της τηλεργασίας, δηλαδή της παροχής εργασίας από το σπίτι. Η πανδημία λειτούργησε εδώ, κατ’ ουσίαν, σαν ένας δραστικός επιταχυντής μιας εξέλιξης που είχε ήδη ξεκινήσει πριν από αυτήν. Η ευρεία πλέον εφαρμογή της τηλεργασίας αλλάζει εργασιακές σχέσεις και δομές δεκαετιών. Θα επηρεάσει πολλούς επαγγελματικούς κλάδους, αλλά και συνολικά την οικονομία και την κοινωνία. Μεταβαίνουμε σε μια νέα εποχή, όπου το κύριο ζητούμενο θα είναι η ισορροπία ανάμεσα στην – θεμιτή – ευελιξία κατά την παροχή της εργασίας και την – ανεπιθύμητη – διαρκή διαθεσιμότητα του εργαζομένου -, μια διαθεσιμότητα ήδη βιούμενη σε αρκετούς κλάδους του ιδιωτικού τομέα. Ας δούμε όμως τα πράγματα εγγύτερα:

Από τη μία πλευρά, η αυτονομία του εργαζομένου ως προς την κατανομή του χρόνου εργασίας αυξάνεται. Και αυτό είναι καταρχήν θετικό. Μπορεί, μάλιστα, εκείνος να ασχολείται παράλληλα, κατά τη διάρκεια της ημέρας, με ζητήματα της προσωπικής ή οικογενειακής του ζωής. Επίσης, εργαζόμενος κανείς από το σπίτι, περιορίζει τις καθημερινές μετακινήσεις ή τα (συχνά αχρείαστα) επαγγελματικά ταξίδια, αυξάνοντας έτσι τον διαθέσιμο χρόνο για άλλες, πιο ευχάριστες ενασχολήσεις. Ο περιορισμός δε αυτός έχει και θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, κυρίως λόγω μείωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης (αποφυγή χρήσης ΙΧΕ, μέσων μαζικής μεταφοράς, αεροπλάνων, κ.λπ.).

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, με την τηλεργασία ο εργαζόμενος στερείται την καθημερινή αλληλεπίδραση στον χώρο εργασίας και τις ιδέες, την τριβή, την κοινωνικοποίηση που αυτή γεννά και καλλιεργεί. Πιο σημαντικό δε είναι ότι πράγματι κινδυνεύει να τελεί υπό ένα καθεστώς διαρκούς διαθεσιμότητας – ή «τηλε-ετοιμότητας», όπως λέγεται -, η οποία μπορεί να γίνει στην πράξη ιδιαίτερα πιεστική για εκείνον, καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ εργασιακής και ιδιωτικής ζωής. Γι’ αυτό και θα πρέπει να παρέχεται εδώ αυξημένη προστασία από το Δίκαιο και ιδίως από την εργατική νομοθεσία (βλ. σε εμάς ήδη άρ. 5 του ν. 3846/2010, ΕΓΣΕΕ 2006-2007 και άρ. 57 του Αστικού Κώδικα για την προστασία του δικαιώματος στην προσωπικότητα). Πρώτιστος σκοπός είναι να καθορίζονται σαφώς στη σύμβαση εργασίας τα χρονικά όρια της τηλεργασίας και εν γένει να διαφυλάσσεται το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή (βλ. ενδεικτ. σχετικές πρόσφατες συμβολές των συναδέλφων Κ. Παπαδημητρίου, Δ. Ζερδελή και Ι. Σκανδάλη).

Σοβαρότερη ίσως συνέπεια είναι ότι η τηλεργασία μπορεί να εντείνει ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας – με την εξαίρεση, βεβαίως, αντικειμένων εργασίας που χαρακτηρίζονται από τοπικότητα. Με την τηλεργασία οι επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε δεξαμενές υποψηφίων υπαλλήλων από κάθε μέρος του κόσμου. Ετσι, λ.χ. μια εταιρεία με έδρα στο Λονδίνο μπορεί να αναθέτει τη διεκπεραίωση κάποιων εργασιών σε φθηνά αμειβόμενο προσωπικό που βρίσκεται στην Ινδία, μπορεί δε να έχει συνεχή επαφή και συνεργασία μαζί του μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών επεξεργασίας δεδομένων, καθώς και μέσω τηλεδιασκέψεων. Οπως αντιλαμβανόμαστε, ένα τέτοιο ευρύ άνοιγμα της αγοράς εργασίας – που αποτελεί ήδη πραγματικότητα σε αρκετές επιχειρήσεις -, σε συνδυασμό και με την προϊούσα εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης σε διάφορα πεδία, μας εκθέτει όλους σε ένα πολύ ανταγωνιστικό και αβέβαιο εργασιακό περιβάλλον.

Στο νέο αυτό περιβάλλον μπορούμε να αντεπεξέλθουμε με όπλο μας την παιδεία, τη γνώση. Από το σχολείο μέχρι το πανεπιστήμιο πρέπει να δώσουμε στη νέα γενιά εκείνες τις γνώσεις και δεξιότητες που θα την καταστήσουν διεθνώς πιο ανταγωνιστική. Προέχουν εδώ η τεχνολογική επάρκεια και η άνεση επικοινωνίας σε μια ξένη γλώσσα, καθώς επίσης και η καλλιέργεια της ικανότητας αποτελεσματικής διαχείρισης του ατομικού χρόνου και απερίσπαστης εργασίας. Συναφώς, πιο επιτακτική από ποτέ προβάλλει πλέον η ανάγκη για παροχή σοβαρών και αξιόπιστων προγραμμάτων διά βίου μάθησης.

Τέλος, είναι βέβαιο ότι η τηλεργασία θα επηρεάσει και την αγορά ακινήτων (βλ. ιδίως «The end of the office? Coronavirus may change work forever», «Financial Times», 1.5.2020). Ηδη διαφαίνεται ότι, λόγω των μέτρων περιορισμού εξάπλωσης του κορωνοϊού, οι ωφέλιμοι χώροι εργασίας θα περιορισθούν. Αιτήματα για μείωση μισθώματος είναι αναμενόμενα, καθώς οι ανάγκες στέγασης έχουν πλέον αλλάξει – προσωρινά ή μόνιμα κανείς δεν είναι τώρα σε θέση να προβλέψει. Σε ευρύτερο επίπεδο, αν η τηλεργασία πράγματι επεκταθεί σε σημαντικό βαθμό, η αγορά ακινήτων και κυρίως τα πρόσωπα και επαγγέλματα που συνδέονται με αυτήν (ιδιοκτήτες, κατασκευαστές, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, συντηρητές πάσης φύσεως, μεσίτες, κ.λπ.) θα υποστούν ισχυρό πλήγμα. Θα απειληθούν, στον κλάδο αυτό, πολλές θέσεις εργασίας. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να αντικρίσουμε σε ορισμένες μεγαλουπόλεις και θηριώδη κτίρια-κουφάρια (που στο παρελθόν μπορεί να υπήρξαν εξαιρετικά ενεργοβόρα).

Ολα αυτά ενδέχεται να αποτελούν μουσική του απώτερου, και όχι του εγγύς μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση, με την τηλεργασία βρισκόμαστε ενώπιον μιας θεμελιακής αλλαγής κοινωνικού-οικονομικού παραδείγματος, που σίγουρα θα μας απασχολήσει έντονα το επόμενο διάστημα. Η πρόκληση είναι σοβαρή και, όπως είδαμε, πολυεπίπεδη. Και όλα εξαρτώνται από το πώς θα την αντιμετωπίσουμε. Με ξόρκια δεν θα πετύχουμε κάτι. Αλλά με συστηματική προετοιμασία, ιδίως στο επίπεδο της εκπαίδευσης και της διά βίου μάθησης, καθώς επίσης και με αποτελεσματικούς κανόνες εργατικού δικαίου, μπορούμε να προσαρμοστούμε επιτυχώς στη νέα εποχή. Η λέξη-κλειδί, άλλωστε, είναι η προσαρμοστικότητα.

Ο κ. Αντώνης Καραμπατζός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 27.04.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η πρόκληση της τηλεργασίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Υπάρχουν δύο λόγοι για να αναφερθεί κανείς στην τηλεργασία. Ο πρώτος, γιατί αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένη πρακτική, με σημαντικό ποσοστό εργαζομένων, ήδη πολύ πριν από την εποχή της πανδημίας. Στις ΗΠΑ, περίπου 26 εκατομμύρια εργάζονται από απόσταση, τουλάχιστον για τμήμα του χρόνου εργασίας. Ο δεύτερος λόγος αφορά την απαίτηση επιχειρησιακής συνέχειας σε περιόδους κρίσης, το περίφημο business continuity. Αυτό καθίσταται επίκαιρο και επιτακτικό στις τρέχουσες συνθήκες, καθώς βασικά πληροφοριακά συστήματα και τηλεπικοινωνιακά δίκτυα πρέπει να συνεχίζουν να λειτουργούν, ώστε να παρέχονται –ενδεικτικά– ασφαλιστικές και υγειονομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες πρόσβασης στο Ιντερνετ αλλά και υπηρεσίες ενημέρωσης και έκδοσης του ημερήσιου Τύπου.

Υπάρχουν σαφή πλεονεκτήματα στην τηλεργασία. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι ότι ενθαρρύνεται η αξιολόγηση με βάση τις αντικειμενικές επιδόσεις στο έργο που κανείς αναλαμβάνει σε σχέση με υποκειμενικά κριτήρια. Ετσι προάγεται η αξιοκρατία. Δεν καταναλώνεται χρόνος σε μετακινήσεις προς και από τον χώρο εργασίας, με πρόσθετα περιβαλλοντικά οφέλη. Δεν καταναλώνεται πολύς χρόνος σε μη παραγωγικές συζητήσεις μεταξύ των εργαζομένων και υφίστανται λιγότερες τριβές μεταξύ των μελών μιας ομάδας.

Από την άλλη, εντοπίζονται σημαντικά ζητήματα. Σε συνθήκες τηλεργασίας, δεν είναι εύκολη η διαμόρφωση και εμπέδωση της επιχειρησιακής κουλτούρας. Για να είναι εφικτή η αξιολόγηση, πρέπει να υπάρχει ένα σαφές πλαίσιο παρακολούθησης και μέτρησης του παραγόμενου έργου και να συνοδεύεται από αυτοματοποιημένα εργαλεία και μετρικές. Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Τρεις είναι οι κύριες τεχνικές δυνατότητες που απαιτούνται για την τηλεργασία:

Πρώτον, η πρόσβαση στο e-mail της εργασίας με ασφάλεια, συνήθως μέσω του Internet. Αποτελεί τη βασική αναγκαιότητα.

Δεύτερον, η χρήση τηλεφωνικής γραμμής ή κινητού τηλεφώνου, ώστε η επικοινωνία να πραγματοποιείται με ομοιόμορφο τρόπο, μέσω και των σύγχρονων τηλεφωνικών κέντρων.

Και, τρίτον, η ασφαλής πρόσβαση στα εξειδικευμένα προγράμματα, οικονομικής ή άλλης φύσης, που διαθέτουν οι εργαζόμενοι μόνο στο γραφείο τους. Η πρόσβαση δίνεται μέσω εικονικών δικτυακών συνδέσεων (VPN), σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές, ώστε ο οικιακός υπολογιστής να «μετατραπεί» σε υπολογιστή εργασίας. Δεν είναι όμως δυνατότητα που παρέχεται χωρίς προσπάθεια, καθώς συχνά ανακύπτουν ερωτήματα ή τεχνικά προβλήματα σε οικιακούς υπολογιστές που χρησιμοποιούνται από μη εξοικειωμένους χρήστες και μέλη των οικογενειών τους.

Τέλος, απαραίτητο είναι να υπάρχει το πλαίσιο για οργανωτικά και πρακτικά ζητήματα όπως διενέργεια τηλεδιασκέψεων, λήψη αποφάσεων, υπογραφή εγγράφων και εργαλεία συνεργατικότητας (collaboration tools).

Στη χώρα μας, η τηλεργασία ήταν περιορισμένα διαδεδομένη στον ιδιωτικό και ελάχιστα στον δημόσιο τομέα. Η έλευση της πανδημίας αποτέλεσε ένα σοκ με καίριες απαιτήσεις τηλεργασίας για την επίτευξη επιχειρησιακής συνέχειας. Ποια όμως είναι τα πρώτα συμπεράσματα;

Πέρα από την εμπειρία του δημοσίου τομέα, είχα την ευκαιρία να πραγματοποιήσω μια άτυπη διερεύνηση με διευθύνοντες σημαντικών φορέων στον χώρο της ψηφιακής τεχνολογίας. Κάθε φορά που ετίθετο το σχετικό ερώτημα, ένα αδρό χαμόγελο εμφανιζόταν. Αποτέλεσε έκπληξη ότι η εμπειρία τηλεργασίας έφερε οφέλη που δεν είχαν έως τώρα διαπιστωθεί. Πέρα από το ότι διασφαλίστηκε η επιχειρησιακή συνέχεια, οι απαιτούμενες υποδομές και ψηφιακές υπηρεσίες δημιουργήθηκαν σε σύντομο χρόνο. Η παραγωγικότητα αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 15%. Ηταν ευχερές να παρακολουθήσουμε παραδοτέα και χρονοδιαγράμματα. Και με έναν καλό προγραμματισμό, βρέθηκε χρόνος για την οικογένεια.

Η επιχειρησιακή συνέχεια αποτέλεσε πρωταρχική μέριμνα και του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (ΥΨΔ) και της ΓΓΠΣΔΔ. Μέχρι τώρα, 15.000 υπάλληλοι του ΥΨΔ, του υπουργείου Οικονομικών και της ΑΑΔΕ διαθέτουν πρόσβαση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μέσω webmail και δημιουργήσαμε επίσης εκτεταμένη υποδομή εικονικού ιδιωτικού δικτύου (VPN) για την πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα με τηλεργασία, σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές. Επιπρόσθετα, όμως, και για όσους φορείς δεν διαθέτουν σχετικές υποδομές ασφαλείας, το υπουργείο μας παρέχει τη δυνατότητα ασφαλούς σύνδεσης και τηλεργασίας σε έως 10.000 υπαλλήλους φορέων του Δημοσίου, με μηδενικό κόστος για τους προσεχείς 3 μήνες, με μια ευγενική προσφορά του ΟΤΕ.

Συμπέρασμα: η τηλεργασία δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά μια πολύ καλή εναλλακτική που αξίζει να διερευνήσουμε και να υιοθετήσουμε στη χώρα μας, συμπληρωματικά με τη φυσική παρουσία. Μην ξεχνάμε ότι τα οφέλη που σήμερα διαπιστώνουμε προκύπτουν με δεδομένη την εξοικείωση που ήδη έχει διαμορφωθεί στον χώρο εργασίας. Αλλά αξίζει να τολμήσουμε και, καθώς έγινε ένα πολύ θετικό ξεκίνημα, να το αξιοποιήσουμε.

* Ο κ. Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος είναι γενικός γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθηγητής στο Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεματικής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.

 

 

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ

Εργασία από το σπίτι -Λιγότερα τα οφέλη, περισσότερες οι δυσκολίες

NEWSROOM IEFIMERIDA.GR

Καλύτερη ισορροπία στον καταμερισμό του χρόνου, εξοικονόμηση χρόνου στις μετακινήσεις, παραγωγικότητα και ενώ η τηλεργασία έχει πολλά πλεονεκτήματα, για ορισμένους, αυτό μετατρέπεται σε Γολγοθά.

Τα τελευταία χρόνια με την έκρηξη των τεχνολογικών επιτευγμάτων και τις ευκολίες που αυτά μας προσφέρουν, πολλοί εργαζόμενοι άδραξαν την ευκαιρία που τους δόθηκε να δουλέψουν στο σπίτι τους, κάνοντας τηλεργασία, όπως είναι πλέον ευρέως διαδεδομένο.

Η τηλεργασία παρότι δεν είναι νομικά κατοχυρωμένη σε αρκετά τουλάχιστον ευρωπαϊκά κράτη, βρίσκει πολλούς οπαδούς, κυρίως νέες γυναίκες, μητέρες μικρών παιδιών.

Όποιος ακούσει ότι δουλεύεις εξ αποστάσεως σε θεωρεί τυχερό. Το μυαλό αμέσως πάει στο ότι ξυπνάς ότι ώρα θέλεις, δουλεύεις όπως θέλεις, χωρίς προϊστάμενο πάνω από το κεφάλι σου και κυρίως στο χώρο σου, με τις κατάλληλες για σένα εργασιακές συνθήκες, βολικό γραφείο, κατάλληλο φωτισμό, μουσική κατ’ επιλογήν και ότι άλλο μπορούμε να φανταστούμε.

Πόσο όμως αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα;

Αν και είναι αρκετά νωρίς για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, μία πρόσφατη έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα στη Γαλλία στα μέσα Φεβρουαρίου από τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ΔΟΕ) και το Eurofound (ευρωπαϊκό ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας) υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, υπογραμμίζει τις ανησυχίες για τους κινδύνους που συνεπάγονται, κυρίως για την υγεία, από την εξ’ αποστάσεως εργασία.

Σύμφωνα με την έκθεση οι άνθρωποι που δουλεύουν εξ αποστάσεως έχουν περισσότερο στρες, η εργάσιμη ημέρα επιμηκύνεται, κατέχονται από ένα αίσθημα απομόνωσης, συγχέουν την προσωπική με την επαγγελματική τους ζωή.

Σταδιακά ο τρόπος αυτός εργασίας μετατρέπεται σε πραγματικό εφιάλτη.

Η έκθεση καταδεικνύει ότι ένα ποσοστό της τάξης του 42% των εργαζομένων εξ αποστάσεως δήλωσαν ότι ξυπνούν πολλές φορές στη διάρκεια της νύχτας, σε αντίθεση με ένα 29% των εργαζομένων που πάνε κανονικά στη δουλειά τους.

Η έκθεση επισημαίνει το γεγονός ότι η δυνατότητα που μας δίνει η τεχνολογία να δουλεύουμε εξ αποστάσεως δημιουργεί μία εντατικοποίηση του χρόνου εργασίας και μία αλληλοεπικάλυψη της εργασιακής και προσωπικής ζωής του εργαζομένου.

Πολλοί εργαζόμενοι εξ’αποστάσεως λένε εκ των υστέρων ότι είχαν ξεχάσει πόσο συναρπαστικό είναι να βγαίνεις έξω, να μιλάς με τους ανθρώπους, να περνάς την ώρα σου σε ένα μέρος αποκλειστικά αφιερωμένο για τη δουλειά και όχι στο σπίτι.

Για τον λόγο αυτό, η έκθεση τονίζει το ενδιαφέρον που υπάρχει για τον τρόπο οργάνωσης του χρόνου μερικής απασχόλησης, προκειμένου να περιορισθεί ο κίνδυνος της υπερβολικής απομόνωσης αυτών των εργαζομένων.

Φυσικά υπάρχει και η άλλη περίπτωση. Ο εργαζόμενος εξ’ αποστάσεως να ελέγχεται συνέχεια από τον προϊστάμενό του μέσω αλλεπάλληλων ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

Στην έκθεση αναφέρεται η περίπτωση μίας νεαρής γυναίκας η οποία έφθασε στα όρια της, γιατί στην περίπτωση που δεν προλάβαινε να απαντήσει σε ένα από τα δεκάδες ηλεκτρονικά μηνύματα του προϊσταμένου της, είχε να αντιμετωπίσει την οργή του, την απειλή ότι θα καθυστερήσει να πληρωθεί ή και να απολυθεί. Το αποτέλεσμα ήταν να μένει «καλωδιωμένη» απέναντι από την οθόνη του υπολογιστή της, να φοβάται να πάει στο διπλανό δωμάτιο, να βγει από το σπίτι, τρέμοντας στην ιδέα ότι δεν θα είναι εκεί να απαντήσει στα μηνύματα.

Παρ΄όλα αυτά, στη Γαλλία το ποσοστό αυτών που επιθυμούν να δουλεύουν εξ αποστάσεως είναι αρκετά υψηλό, της τάξης του 65%. Για τον λόγο αυτό οι γαλλικές αρχές ξεκίνησαν μία διαβούλευση σε εθνικό επίπεδο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων για το θέμα αυτό.

Στην Ελλάδα η τηλεργασία αναγνωρίστηκε ως ειδική μορφή απασχόλησης με το Νόμο 2639/1998. Για την προώθηση της νέας αυτής μορφής εργασίας η πολιτεία έδωσε κίνητρα, όπως έκπτωση δαπανών των επιχειρήσεων που απασχολούν τηλεργαζόμενους.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πηγή: Eurofound, Les Echos)

Πηγή: iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/news/329209/ergasia-apo-spiti-ligotera-ta-ofeli-perissoteres-oi-dyskolies

 

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 12.05.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Από λύση ανάγκης η τηλεργασία αποκτά πλέον μόνιμο χαρακτήρα

Μολονότι σε ολόκληρο τον κόσμο δρομολογείται ή ακόμη και επισπεύδεται η επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, ορισμένες επιχειρήσεις επιλέγουν διαφορετική οδό για να το επιτύχουν. Αρνούνται να ανοίξουν τις πόρτες στους εργαζομένους τους πριν από το καλοκαίρι, παρατείνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο το καθεστώς τηλεργασίας.

Η εργασία από απόσταση επιβλήθηκε με την επέλαση της πανδημίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγεία των εργαζομένων και εφαρμόστηκε με βάση τις εκάστοτε κρατικές κατευθυντήριες γραμμές. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η τηλεργασία διατηρήθηκε, ώστε να επιτρέψει στους οικογενειάρχες να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στα παιδιά τους, και μέχρις ότου βρεθεί μία ασφαλέστερη λύση όσον αφορά τη διαρρύθμιση των γραφείων. Ωστόσο πλέον, περίπου δύο μήνες μετά την επιβολή των αυστηρών περιοριστικών μέτρων, ορισμένες επιχειρήσεις συνειδητοποιούν ότι η τηλεργασία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μακροπρόθεσμα τη νέα «κανονικότητα», αφού όχι μόνον αυξάνει την παραγωγικότητα, αλλά παράλληλα μειώνει σημαντικά το κόστος λειτουργίας των γραφείων.

Προφανώς, πρόκειται για επιχειρήσεις με υπαλλήλους γραφείων που έχουν τις κατάλληλες υποδομές και λογισμικό, ώστε να επιτρέπουν με ευκολία την εργασία από το σπίτι. Ενδεικτικά, οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Σίλικον Βάλεϊ, για παράδειγμα η Google και η Facebook, ανακοίνωσαν  ότι η τηλεργασία θα συνεχίσει μέχρι και την αρχή του 2021, ενώ η Amazon παρέτεινε την τηλεργασία μέχρι τον Οκτώβριο. Η αμερικανική τράπεζα Capital One δήλωσε ότι 40.000 από τους εργαζομένους της θα δουλεύουν εξ αποστάσεως τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο. Aκόμη πιο τολμηρό βήμα έκανε η εταιρεία ασφάλισης και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών Nationwide Insurances, η οποία έκλεισε πέντε γραφεία της στις ΗΠΑ και επέβαλε μόνιμο καθεστώς τηλεργασίας στους 4.000 υπαλλήλους της.

Μολονότι η πανδημία βρήκε πολλές επιχειρήσεις απροετοίμαστες όσον αφορά τη δυνατότητά τους να λειτουργούν με τους υπαλλήλους τους σε απόσταση, πολλές εκμεταλλεύονται την ευκαιρία και μονιμοποιούν την τηλεργασία. Εξάλλου, επρόκειτο για ένα βήμα αναμενόμενο, το οποίο ωστόσο θα υλοποιείτο σταδιακά και υπό διαφορετικές συνθήκες. «Η τηλεργασία είναι σπουδαίο εργαλείο για την εταιρεία και για τους εργαζομένους, οι οποίοι δεν θέλουν να επιστρέψουν στα αυτοκίνητά τους και να μετακινούνται δύο ώρες κάθε μέρα. Μειώνεται η παραγωγικότητα. Προβλέπω πως θα αυξηθεί στο μέλλον», σχολίασε στους New York Times η Τζόουν Μπερκ, υψηλόβαθμο στέλεχος στην αμερικανική τεχνολογική εταιρεία DocuSign.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας των ΗΠΑ, πριν από την επέλαση του κορωνοϊού το 8% των μισθωτών Αμερικανών εργαζόταν εξ αποστάσεως τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και περίπου 2% βρισκόταν σε μόνιμο καθεστώς τηλεργασίας. Ωστόσο μέσα σε λίγες μόνον εβδομάδες, πολλές επιχειρήσεις, ιδίως οι μεγάλες εταιρείες που διατηρούν περιορισμένη επαφή με τους πελάτες τους, εξετάζουν τη μονιμοποίηση της τηλεργασίας για τουλάχιστον το μισό εργατικό δυναμικό τους, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Gartner.

Στην περίπτωση που εφαρμοζόταν ευρέως η τηλεργασία όχι μόνον θα μειωνόταν δραματικά η κίνηση στους δρόμους, αλλά θα άλλαζε σημαντικά και η ποιότητα εργασίας εντός των γραφείων και ενδεχομένως να αυξάνονταν τα κέρδη των επιχειρήσεων. Επίσης, θα δινόταν η ευκαιρία σε μικρότερες εταιρείες να εντοπίσουν ικανότερους και καταλληλότερους υπαλλήλους, διευρύνοντας απεριόριστα την εμβέλειά τους για αναζήτηση εργατικού δυναμικού. Βέβαια, η τηλεργασία θα μπορούσε να εκτραχύνει τη σχέση των εργαζομένων με τους εργοδότες τους ή να δυσχεράνει τον συντονισμό.

Σε κάθε περίπτωση όμως φαίνεται πως τα οφέλη υπερτερούν. «Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται σημαντικά το κόστος και οι επιχειρήσεις νοιάζονταν πολύ για το κόστος αυτή την περίοδο. Ακόμα και εάν όσοι εργάζονται εξ αποστάσεως είναι κατά 5% λιγότερο αποδοτικοί, οι επιχειρήσεις μπορούν να σώσουν 20% από τη μείωση των χώρων απασχόλησης και να καταλήξουν με υψηλότερα κέρδη», σχολίασε στους New York Times o Μπράιαν Κροπ, αντιπρόεδρος της Gartner. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι σύμφωνα με δημοσκόπηση της CoSo Cloud, το 77% των ερωτηθέντων ισχυρίζεται ότι εργάζεται αποδοτικότερα από το σπίτι, ενώ σε αντίστοιχη έρευνα της Atlassian το 76% δήλωσε ότι παραμένει σπίτι όταν πρέπει να φέρει εις πέρας κάποιο δύσκολο έργο.

Η αγένεια είναι άκρως μεταδοτική

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού έχουν ξεκινήσει να συνυπολογίζουν την ευγένεια στα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη νέων υπαλλήλων.

Αγενείς άνθρωποι υπάρχουν παντού· πρόκειται για μια μάλλον παλιά πληροφορία. Οι περισσότεροι δε, μαθαίνουμε να τους ανεχόμαστε, να τους αγνοούμε ή απλά να ζούμε μαζί τους υποφέροντας. Η αγένεια θεωρείται μεν ενοχλητική και κατακριτέα, αλλά δεν εκλαμβάνεται ως σοβαρό πρόβλημα – οι αντιδράσεις ποικίλλουν από το «και τι πειράζει» μέχρι το «και τι έγινε» και συνοδεύονται με ένα ηττοπαθές ανασήκωμα των ώμων. Οι ειδικοί, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η έκθεση σε αγενείς συμπεριφορές μπορεί να τροποποιήσει τις γνωστικές λειτουργίες ενός ατόμου, να διαταράξει την πνευματική και ψυχική του υγεία. Μελέτες, επίσης, αποδεικνύουν ότι η αγένεια, ειδικά στον εργασιακό χώρο, μπορεί να επηρεάσει την παραγωγικότητα και την ποιότητα της εργασίας.

Ως αγένεια συνήθως ορίζεται η συμπεριφορά που παραβιάζει τους γενικώς αποδεκτούς κανόνες αρμόζουσας συμπεριφοράς και μπορεί να εκδηλωθεί από ανθρώπους ανεξαρτήτως καταγωγής ή μορφωτικού επιπέδου. «Συνήθως πρόκειται για άτομα ανασφαλή, παρορμητικά και δίχως ενσυναίσθηση, με αισθήματα ανεπάρκειας· ανώριμες προσωπικότητες, δίχως όρια», διευκρινίζει η παιδοψυχίατρος Βασιλική Θεμελή και προσθέτει: «ιδιαίτερα αγενείς είναι οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες. Πιθανώς να πρόκειται για άτομα που μεγαλώνουν σε ναρκισσιστικά περιβάλλοντα όπου υπάρχει έλλειψη υγιούς επικοινωνίας, οι γονείς τους μπορεί να είναι και οι ίδιοι επικριτικοί και αγενείς και, αντί να χρησιμοποιούν ευγενική και σωστή γλώσσα, παρερμηνεύουν τις νόρμες της καλής κοινωνικής συμπεριφοράς και άρα περιφρονούν τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν συναισθήματα και έχουν έλλειψη ευγένειας».

Σύμφωνα με μελέτες των τελευταίων ετών, η αγένεια, όχι μόνο προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα σε όσους την υφίστανται, αλλά μπορεί να έχει μόνιμες επιβλαβείς συνέπειες τόσο στα θύματα όσο και στους παρατηρητές. Στο πλαίσιο έρευνας στο πανεπιστήμιο της Φλόριντα των ΗΠΑ διαπιστώθηκε πως, όταν ένας φοιτητής δεχόταν αγενή συμπεριφορά στο πλαίσιο μιας συνάντησης διαπραγμάτευσης, φερόταν ο ίδιος αγενώς στη συνάντησή του με τον επόμενο συνάδελφό του. Κοινώς, η αγένεια είναι κολλητική!

Οι ερευνητές κατέληξαν επίσης ότι, αφότου ένας άνθρωπος έχει πέσει θύμα αγενούς συμπεριφοράς, τείνει να ερμηνεύει πιο συχνά ως αγενείς τις συμπεριφορές των άλλων απέναντί του. «Η συνεχής εμπλοκή με αγενή άτομα μπορεί να κάνει κακό στον τρόπο σκέψης ενός ατόμου, στην πνευματική και ψυχική του υγεία. Η τοξικότητα των αγενών προκαλεί μεγάλη σύγχυση σε έναν ισορροπημένο άνθρωπο, γιατί τον φέρνει σε επαφή με αρνητικά συναισθήματα θυμού και οργής, τα οποία έχει κατορθώσει ως ώριμο άτομο να ελέγχει», τονίζει η παιδοψυχίατρος Βασιλική Θέμελη.

Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι διαπιστώσεις των ειδικών και σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της αγένειας στο εργασιακό περιβάλλον. Σε σχετικές έρευνες, το 98% των εργαζομένων στις ΗΠΑ δήλωσε ότι έχει υποστεί αγενή συμπεριφορά στο γραφείο, εκ των οποίων το 50% τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Σε δημοσκόπηση του Harvard Business Review, στην οποία ρωτήθηκαν 800 μάνατζερ και υπάλληλοι σε 17 εταιρείες, το 48% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι μείωσε την εργασιακή του προσπάθεια και τον χρόνο που περνούσε στην εργασία του, το 38% είδε την ποιότητα της δουλειάς του να χειροτερεύει και το 60% είδε ότι περιορίστηκε η αποδοτικότητά του αφότου δέχτηκε προσβλητική συμπεριφορά. Επίσης, το 80% των θυμάτων έχασε εργασιακό χρόνο ανησυχώντας για το περιστατικό, το 63% προσπαθώντας να αποφύγει τον θύτη, ενώ το 12% αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την εταιρεία. Εχει ακόμη καταγραφεί ως συχνό φαινόμενο πελάτες να απορρίπτουν επιχειρήσεις ή καταστήματα όταν έγιναν μάρτυρες αγενούς συμπεριφοράς μεταξύ των εργαζομένων – για παράδειγμα δεν θα ξαναεπισκεφθούν ένα εστιατόριο ή δεν θα προχωρήσουν σε αγορά προϊόντος από ένα κατάστημα όπου παρατήρησαν ανάλογη συμπεριφορά μεταξύ των υπαλλήλων.

Σοκαριστικά είναι τα στοιχεία σε ειδικά εργασιακά περιβάλλοντα όπως τα νοσοκομεία, όπου οι συνέπειες της αγένειας και των συναισθημάτων που προκαλεί στα θύματα μπορεί να είναι θανατηφόρες. Σκεφθείτε μια νοσηλεύτρια που μόλις έχει δεχθεί προσβλητικές παρατηρήσεις από τον προϊστάμενό της, βιώνει αυξημένο άγχος, θυμό, αποστροφή. Η μείωση της εργασιακής της απόδοσης στη διάρκεια μιας σοβαρής εγχείρησης θα μπορούσε να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τον ασθενή. Τέλος, το κόστος της αγένειας για τις επιχειρήσεις γίνεται περισσότερο εμφανές μέσα από έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Fortune, η οποία διεξήχθη στις 1.000 μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες και διαπίστωσε ότι καταναλώνουν το 13% του εργασιακού χρόνου, δηλαδή επτά εβδομάδες ετησίως, για να διαχειριστούν τις συγκρούσεις και τα αποτελέσματα της αγενούς συμπεριφοράς. Το κόστος αυτό φυσικά πολλαπλασιάζεται όταν χρειαστεί να αναμειχθούν σύμβουλοι ή δικηγόροι.

Ηδη, μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού έχουν ξεκινήσει να συνυπολογίζουν την ευγένεια στα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη νέων υπαλλήλων. Αυτό που απαιτείται, ωστόσο, είναι η γενικότερη αλλαγή της κουλτούρας ανοχής απέναντι στην αγένεια τόσο στον εργασιακό όσο και στον κοινωνικό χώρο.

 

 

 

 

 

 

ΕΛΛΑΔΑ 30.12.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Εγκλωβισμένοι στην ανεργία οι νέοι

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Τα υψηλότερα ποσοστά νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης, των αποκαλούμενων ΝΕΕΤ (Not in Employment, Education or Training), εμφανίζει η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό Νότο.

Ερευνα που διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου στο πλαίσιο του έργου Youthshare, το οποίο χρηματοδοτείται από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, έδειξε ότι το 19,5% των νέων 15-29 ετών δεν εργάζεται και δεν παρακολουθεί κάποιο επιμορφωτικό πρόγραμμα. Το πρόβλημα εμφανίζεται ιδιαίτερα οξυμένο στις ηλικίες των 25 έως 29 ετών. Την περίοδο 2006-2009 οι νέοι 25-29 ετών εκτός εργασίας ή επιμόρφωσης αποτελούσαν το 25% του συνόλου αυτής της πληθυσμιακής ομάδας στην Ελλάδα. Το 2013 άγγιξαν το 40%, στη συνέχεια άρχισαν να μειώνονται και το 2018 έφτασαν να αποτελούν το 29,5%, παρά τη δημογραφική συρρίκνωση αυτής της πληθυσμιακής ομάδας, η οποία το 2006 περιελάμβανε 800.000 άτομα και το 2018 περίπου 560.000, λόγω brain drain.

«Μελετάμε το φαινόμενο σε τέσσερις χώρες, Ελλάδα, Κύπρο, Ιταλία, Ισπανία, αλλά και στις περιφέρειές τους, καταγράφοντας διαφορές και εσωτερικές ανισότητες, για όλη την περίοδο της κρίσης. Μετά το 2013, πρώτη ανέκαμψε η Κύπρος (14,8% το σημερινό ποσοστό των ΝΕΕΤ), κατόπιν η Ισπανία (16,5%), ενώ Ελλάδα και Ιταλία εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά (περί το 20%). Εστιάζουμε στους ΝΕΕΤ 25-29 ετών, 168.000 άτομα στην Ελλάδα, καθώς το φαινόμενο σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, που μέχρι πρότινος δεν περιλαμβανόταν στις ευρωπαϊκές δράσεις για τους άνεργους ή ανενεργούς νέους, είναι πολύ πιο έντονο. Είναι οι ηλικίες που απειλούνται περισσότερο από τις δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας», σημειώνει στην «Κ» ο δρ Στέλιος Γκιάλης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ο κ. Γκιάλης είναι κύριος ερευνητής του Youthshare (www.youthshare-project.org) και επιβλέπων της ερευνητικής ομάδας που συγκροτούν η διδακτορική ερευνήτρια Εφη Εμμανουήλ, ο μεταδιδακτορικός ερευνητής δρ Μιχάλης Πουλημάς και ο ερευνητής δρ Ιωάννης Παπαγεωργίου.

«Ο όρος ΝΕΕΤ εισήχθη τη δεκαετία του ’90 στη Βρετανία και διευρύνει την ομάδα των άνεργων νέων συμπεριλαμβάνοντας και εκείνους που δεν ψάχνουν για δουλειά και άρα δεν εμφανίζονται στις στατιστικές των ανέργων. Συναθροίζονται με τους ανενεργούς, με τα παιδιά και τους συνταξιούχους» συνεχίζει ο κ. Γκιάλης. «Περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες νέων 15-29 ετών, από άνεργους πτυχιούχους μέχρι νέους που απασχολούνται περιστασιακά στη “μαύρη” οικονομία, δεν εργάζονται γιατί έχουν αναλάβει τη φροντίδα μελών της οικογένειας, είτε ανήκουν σε άλλες “ευάλωτες” ομάδες, είναι εξαρτημένοι ή αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας.

Πρόκειται για μια μεγάλη ανομοιογενή ομάδα, που απασχολεί ιδιαίτερα την Ε.Ε., καθώς θεωρείται πηγή αρνητικού ριζοσπαστισμού και προς τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. Δοκιμάζονται δράσεις για να περιοριστεί, με πιο εμβληματική το Youth Guarantee (κανένας νέος εκτός εργασίας ή κατάρτισης μετά την αποφοίτησή του ή τον τερματισμό προηγούμενης σύμβασής του) που “τρέχει” και στην Ελλάδα, ωστόσο με σχετικά περιορισμένα ακόμη αποτελέσματα», αναφέρει ο κ. Γκιάλης.

Ανισότητες

Σημαντικές είναι οι ανισότητες που καταγράφονται στο εσωτερικό της χώρας. «Στην Αττική και στην Κεντρική Μακεδονία, που συγκεντρώνουν το 60-70% του πληθυσμού και των δραστηριοτήτων της χώρας, σημειώθηκε μια μεγάλη έκρηξη των ΝΕΕΤ στη διάρκεια της κρίσης, η οποία σήμερα έχει υποχωρήσει στα προ κρίσης επίπεδα.

Στις μειονεκτικές μας Περιφέρειες, Δυτική Μακεδονία, Βόρειο Αιγαίο, τα ποσοστά παρέμειναν υψηλά και απαιτούνται ειδικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις ώστε να μην αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, ειδικά για την ομάδα 25-29», εξηγεί ο κ. Γκιάλης.

Στην Ελλάδα, οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας (29%), του Βορείου Αιγαίου (27%) και της Κεντρικής Ελλάδας (26%) παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά νέων ΝΕΕΤ 15-29 ετών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Κεντρική Μακεδονία ήταν σε ύφεση πολύ πριν από το 2008, καθώς εκατοντάδες περιφερειακές βιομηχανικές μονάδες είχαν εγκαταλείψει την περιοχή. Η κρίση ενίσχυσε το φαινόμενο.

Τα υψηλότερα ποσοστά γυναικών ΝΕΕΤ καταγράφονται στις Περιφέρειες Πελοποννήσου (67%), Δυτικής Ελλάδας (61%) και Θεσσαλίας (59%), δηλαδή η πλειονότητα των νέων γυναικών στις περιοχές αυτές είναι άνεργες. Τα υψηλότερα ποσοστά ανδρών ΝΕΕΤ καταγράφονται στην Ηπειρο (54%), στο Νότιο Αιγαίο (52%) και στα Ιόνια Νησιά (51%). «Οι νέοι απουσιάζουν από τις σύγχρονες κοινωνικοπαραγωγικές δομές κυρίως στις λιγότερο ανεπτυγμένες νησιωτικές και παράκτιες περιοχές που υπέφεραν περισσότερο κατά τη διάρκεια της ύφεσης.

Οι λόγοι; «Προσφορά κυρίως εποχικής εργασίας, απόσταση από τη μητρόπολη (η Ελλάδα εμφανίζει από τα μεγαλύτερα χάσματα μεταξύ πόλεων και αγροτικών περιοχών όσον αφορά τους NEET), πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, φύλο, εθνικότητα, σχετικά χαμηλό οικονομικό επίπεδο της οικογένειας», σημειώνουν οι Εφη Εμμανουήλ και Μιχάλης Πουλημάς.

«Πιο ευάλωτες είναι οι γηγενείς γυναίκες και οι πρόσφυγες 25-29 ετών», λέει ο κ. Πουλημάς. «Στις νησιωτικές Περιφέρειες οι γυναίκες αναφέρουν έλλειψη ευκαιριών. Οι περισσότερες επιχειρήσεις στα χωριά είναι οικογενειακές, οι προσφερόμενες θέσεις απαιτούν χαμηλό επίπεδο ειδίκευσης σε σχέση με τις δεξιότητες που διαθέτουν οι γυναίκες. Ωστόσο, αγωνιούν και προσπαθούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, για να μεταδώσουν στα παιδιά τους μέσα από τη δική τους επαγγελματική εμπειρία αξίες, πρότυπα, στάσεις», αναφέρει ο κ. Πουλημάς.

Σοβαρές είναι οι έμφυλες ανισότητες. «Οι γυναίκες αναλαμβάνουν τον μεγαλύτερο όγκο του οικογενειακού φόρτου, τη φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων. Δεν υπάρχει ευελιξία στο ωράριο, οι προσφερόμενες θέσεις είναι κακοπληρωμένες και ανασφάλιστες», λέει η κ. Εμμανουήλ. «Μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι γυναίκες από εργατικά και λαϊκά στρώματα που εργάζονταν από μικρές και ακόμη μεγαλύτερες εκείνες σε μονογονεϊκές οικογένειες καθώς δεν έχουν βοήθεια ούτε από το κράτος ούτε από την οικογένεια», τονίζει ο κ. Πουλημάς. Ομως, δεν πτοούνται. «Μια νεαρή γυναίκα που τελείωσε με δυσκολίες το νυχτερινό, έχει βάλει στόχους, να πάρει το “lower”, να μάθει υπολογιστές, να βρει μια καλή και σταθερή δουλειά, όπως είπε “δουλεύω από μικρή χωρίς ασφάλιση, τώρα πια δεν θέλω μια τέτοια δουλειά”», αναφέρει η κ. Εμμανουήλ.

Ελλειψη προϋπηρεσίας, ένας φαύλος κύκλος

Το 66% των ΝΕΕΤ 15-29 ετών ψάχνει για δουλειά και το 34% έχει παραιτηθεί από την αναζήτηση εργασίας. Πέραν των γυναικών, σε δυσμενή θέση βρίσκονται και οι αιτούντες άσυλο. Οι κυριότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν «είναι η έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων, αριθμού φορολογικού μητρώου, η άγνοια γραφειοκρατικών διαδικασιών, η μη γνώση της ελληνικής γλώσσας. Μέχρι να ενταχθούν στο καθεστώς διεθνούς προστασίας δεν μπορούν να εκδώσουν ΑΦΜ ούτε να εγγραφούν στον ΟΑΕΔ. Οι εργασίες που βρίσκουν, εάν βρουν, είναι περιστασιακές και άτυπες. Ειδικά οι γυναίκες πρόσφυγες έχουν παραιτηθεί από όνειρα. Προσβλέπουν στην ενσωμάτωση των παιδιών τους, μεταφέρουν τις προσδοκίες στα παιδιά τους», λένε οι ερευνητές.

Πρόβλημα, για γηγενείς και πρόσφυγες, «είναι η έλλειψη προϋπηρεσίας, ένας φαύλος κύκλος», σημειώνουν. Επίσης, «σημαντικό ρόλο παίζει η κοινωνικο-οικονομική θέση των γονέων. Αν οι γονείς κατατάσσονται στη βάση της κοινωνικής ιεραρχίας είναι περισσότερο πιθανό τα παιδιά τους να είναι NΕΕΤ». Σημαντικό εύρημα κατά τον κ. Πουλημά είναι «ότι οι NΕΕΤ με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, που είχαν αποτυχίες ή μαθησιακά προβλήματα και εγκατέλειψαν το σχολείο, δεν ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν σε επιμορφωτικά προγράμματα, σε αντίθεση με εκείνους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο». Συνεπώς, «παρόλο που το υψηλό μορφωτικό επίπεδο δεν προστατεύει απόλυτα τους νέους 25-29 ετών από τον κίνδυνο να βρεθούν άνεργοι, η εγκατάλειψη της κατάρτισης αυξάνει την πιθανότητα να βρεθούν κοινωνικά περιθωριοποιημένοι. Βέβαια, εξίσου σημαντική με την απόκτηση δεξιοτήτων είναι και η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας. Κρίσιμη είναι και η διασύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, με συνδυαστικές παρεμβάσεις και πολιτικές που να στοχεύουν σε κάθε μεμονωμένη κατηγορία νέων», καταλήγει ο κ. Πουλημάς

 

 

 

 

 

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ*

Το μεγάλο στοίχημα της αγοράς εργασίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.09.2019

Η νέα κυβέρνηση ορθώς έθεσε ως πρωταρχικό στόχο τη δημιουργία πολλών και ποιοτικών θέσεων εργασίας μέσω της ανάπτυξης της οικονομίας. Βασικό προαπαιτούμενο για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η άμεση και αποτελεσματική εξάλειψη της αναντιστοιχίας μεταξύ των προσόντων που διαθέτει το εργατικό δυναμικό και αυτών που απαιτούνται από την αγορά, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η σύζευξη προσφοράς και ζήτησης.

Στο τέλος του 2018, την ίδια ώρα που η Ελλάδα κατείχε τα πρωτεία της Ε.Ε. στην ανεργία, το 1/3 των επιχειρήσεων δυσκολευόταν να καλύψει κενές θέσεις απασχόλησης και ανέφερε ως σημαντικότερο λόγο την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων. Επιπλέον, οι μισές επιχειρήσεις δήλωναν ότι το υφιστάμενο προσωπικό τους δεν διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες. Η μεγαλύτερη πρόκληση –και συνάμα ευκαιρία– για τη μείωση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης είναι η βελτίωση της διαχρονικά προβληματικής σύνδεσης μεταξύ των συστημάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης και των αναγκών της αγοράς εργασίας. Χωρίς νέες γνώσεις και δεξιότητες του ανθρωπίνου δυναμικού, δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο της ελληνικής οικονομίας. Στην παγκόσμια οικονομία της γνώσης, η οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει ένα σύγχρονο εργατικό δυναμικό, με προσωπικές και τεχνικές δεξιότητες και ικανότητες υψηλού επιπέδου. Η στενότερη σύνδεση εκπαίδευσης και εργασίας είναι επιτακτική ανάγκη, έτσι ώστε να υπάρχει ακριβέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα των εργαζομένων και στα εργασιακά καθήκοντα.

Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, είναι η στενότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα μέσω μόνιμων και ουσιαστικών διαύλων επικοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εκπαιδευομένων θα αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων και της οικονομίας, και θα δημιουργούνται ευέλικτα προγράμματα προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις των θέσεων εργασίας, που να ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες των εργοδοτών. Προς αυτή την κατεύθυνση, η εκπαίδευση θα πρέπει να παρέχει τις βασικές γνώσεις, ικανότητες και κοινωνικές δεξιότητες (γραμματική, αριθμητική, κριτική σκέψη, επικοινωνία, επίλυση προβλημάτων), πλέον των τεχνικών γνώσεων, που είναι απαραίτητες σε σχεδόν όλους τους εργασιακούς χώρους. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε εκπαιδευτικά προγράμματα και ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που αφορούν ειδικότητες υψηλής ζήτησης. Οι πρωτοβουλίες αυτές πρέπει να καταρτίζονται με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, με χρήση ευέλικτων και σύγχρονων τεχνικών μάθησης από εκπαιδευτές που γνωρίζουν τις γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούν οι επιχειρήσεις. Η υλοποίησή τους θα αξιολογείται και θα αναθεωρείται τακτικά σύμφωνα με τις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, που μεταβάλλουν συνεχώς τη ζήτηση προσόντων ?%

2 comments

  1. Μαρία Ιωάννα

    Καλησπέρα. Μήπως έχετε ολόκληρα κριτήρια αξιολόγησης με τις απαντήσεις για το κείμενο «Δεν βρίσκει δουλειά 1 στους 2 Έλληνες πτυχιούχους» ; Αν μπορούσατε να μου το στείλετε θα με βοηθούσαμε πολύ! Ευχαριστώ!

  2. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

    ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΛΗΡΕΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟ. ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΠΑΝΤΩΣ ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!!!

Τα σχόλια έχουν απενεργοποιηθεί.

Top