ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ – ΑΝΕΡΓΙΑ

 

 

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ*

Το μεγάλο στοίχημα της αγοράς εργασίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.09.2019

Η νέα κυβέρνηση ορθώς έθεσε ως πρωταρχικό στόχο τη δημιουργία πολλών και ποιοτικών θέσεων εργασίας μέσω της ανάπτυξης της οικονομίας. Βασικό προαπαιτούμενο για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η άμεση και αποτελεσματική εξάλειψη της αναντιστοιχίας μεταξύ των προσόντων που διαθέτει το εργατικό δυναμικό και αυτών που απαιτούνται από την αγορά, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η σύζευξη προσφοράς και ζήτησης.

Στο τέλος του 2018, την ίδια ώρα που η Ελλάδα κατείχε τα πρωτεία της Ε.Ε. στην ανεργία, το 1/3 των επιχειρήσεων δυσκολευόταν να καλύψει κενές θέσεις απασχόλησης και ανέφερε ως σημαντικότερο λόγο την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων. Επιπλέον, οι μισές επιχειρήσεις δήλωναν ότι το υφιστάμενο προσωπικό τους δεν διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες. Η μεγαλύτερη πρόκληση –και συνάμα ευκαιρία– για τη μείωση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης είναι η βελτίωση της διαχρονικά προβληματικής σύνδεσης μεταξύ των συστημάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης και των αναγκών της αγοράς εργασίας. Χωρίς νέες γνώσεις και δεξιότητες του ανθρωπίνου δυναμικού, δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο της ελληνικής οικονομίας. Στην παγκόσμια οικονομία της γνώσης, η οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει ένα σύγχρονο εργατικό δυναμικό, με προσωπικές και τεχνικές δεξιότητες και ικανότητες υψηλού επιπέδου. Η στενότερη σύνδεση εκπαίδευσης και εργασίας είναι επιτακτική ανάγκη, έτσι ώστε να υπάρχει ακριβέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα των εργαζομένων και στα εργασιακά καθήκοντα.

Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, είναι η στενότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα μέσω μόνιμων και ουσιαστικών διαύλων επικοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εκπαιδευομένων θα αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων και της οικονομίας, και θα δημιουργούνται ευέλικτα προγράμματα προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις των θέσεων εργασίας, που να ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες των εργοδοτών. Προς αυτή την κατεύθυνση, η εκπαίδευση θα πρέπει να παρέχει τις βασικές γνώσεις, ικανότητες και κοινωνικές δεξιότητες (γραμματική, αριθμητική, κριτική σκέψη, επικοινωνία, επίλυση προβλημάτων), πλέον των τεχνικών γνώσεων, που είναι απαραίτητες σε σχεδόν όλους τους εργασιακούς χώρους. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε εκπαιδευτικά προγράμματα και ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που αφορούν ειδικότητες υψηλής ζήτησης. Οι πρωτοβουλίες αυτές πρέπει να καταρτίζονται με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, με χρήση ευέλικτων και σύγχρονων τεχνικών μάθησης από εκπαιδευτές που γνωρίζουν τις γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούν οι επιχειρήσεις. Η υλοποίησή τους θα αξιολογείται και θα αναθεωρείται τακτικά σύμφωνα με τις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, που μεταβάλλουν συνεχώς τη ζήτηση προσόντων και δεξιοτήτων. Η συμμετοχή επιχειρήσεων, εργαζομένων και αρμόδιων εκπαιδευτικών φορέων στον σχεδιασμό στρατηγικής δεξιοτήτων και στην υλοποίηση σχεδίων ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα σε δυναμικούς και εξωστρεφείς κλάδους, θα βοηθούσε στην ανάπτυξη επικοινωνίας και συνεργασίας. Ετσι θα γίνονται εγκαίρως γνωστά τα επαγγέλματα υψηλής ζήτησης και τα απαιτούμενα προσόντα, και τα προγράμματα θα διαμορφώνονται ανάλογα.

Αναγκαία είναι επίσης η ενδυνάμωση του μηχανισμού διάγνωσης και πρόγνωσης των αναγκών σε διαφορετικά επαγγέλματα και κλάδους της οικονομίας (σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο) και κυρίως η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων από τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Οι πολιτικές πρέπει να είναι και προληπτικές, όχι μόνο διορθωτικές, και να προσαρμόζονται αρκετά γρήγορα στις εξελίξεις. Μελέτες σχετικά με την επαγγελματική πορεία και τα οικονομικά και εργασιακά αποτελέσματα των αποφοίτων σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τη συνεχή αξιολόγηση των προγραμμάτων.

Επίσης, πρέπει η διερεύνηση του επαγγελματικού προσανατολισμού και η εκμάθηση βασικών στοιχείων επιχειρηματικότητας να ξεκινούν πολύ νωρίτερα στα σχολεία. Ο καθορισμός ειδικοτήτων και τομέων πρέπει να συνάδει με τις οικονομικές προβλέψεις. Η συλλογή στοιχείων για τις απαιτούμενες δεξιότητες αναδυόμενων ειδικοτήτων να είναι συστηματική, έγκαιρη, και έγκυρη, και οι εκπαιδευτικοί σε όλες τις βαθμίδες να έχουν την κατάλληλη επιμόρφωση ώστε να μπορούν να γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.

Σε αυτή την προσπάθεια, ως κεντρικός επιχειρησιακός βραχίονας για την καταπολέμηση της ανεργίας, ο ΟΑΕΔ πρέπει να διαδραματίσει έναν ακόμη πιο κεντρικό θεσμικό ρόλο. Πρέπει να διευρύνει το φάσμα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, μέσω αυτοματοποιημένων και απλοποιημένων ηλεκτρονικών διαδικασιών, με κύριους στόχους την αύξηση της πλήρους απασχόλησης, την προστασία των ανέργων από την οικονομική εξαθλίωση και τη συμβολή στην κάλυψη των αναγκών των εργοδοτών για καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Για να αντεπεξέλθει σε αυτή την πρόκληση, η αναβάθμιση της ποιότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του Οργανισμού είναι επιβεβλημένη.

* Ο κ. Σπύρος Πρωτοψάλτης είναι διοικητής του ΟΑΕΔ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

BRAIN DRAIN 24.07.2019  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πτυχιούχοι χωρίς δεξιότητες ή δουλειές

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Η Ελλάδα έχει πάνω από 150.000 νηπιαγωγούς, δασκάλους, φιλολόγους, μαθηματικούς, φυσικούς, χημικούς, γυμναστές, καθηγητές ξένων γλωσσών, θεολόγους, κοινωνιολόγους, που επί χρόνια περιμένουν μία θέση εργασίας στον ήλιο της εκπαίδευσης. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι ψάχνουν για ιδιαίτερα μαθήματα των 10 ευρώ ή ετεροαπασχολούνται. Τους χρειάζεται η χώρα; Μάλλον όχι. Παρ’ όλα αυτά, ο κλάδος της εκπαίδευσης απορροφά τον μεγαλύτερο αριθμό αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης, εξέλιξη που συνδέεται και με την παραπαιδεία και τον μεγάλο αριθμό φροντιστηρίων. Πρόκειται για μία από τις χαρακτηριστικότερες στρεβλώσεις της αγοράς εργασίας, η οποία σαφώς αποδίδεται στην έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για τους τομείς ανάπτυξης της χώρας, πάνω στους οποίους θα εναρμονισθεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ειδικότερα, είναι δεδομένο ότι η απόκτηση πτυχίων και ακαδημαϊκών εφοδίων έχει θετική επίδραση στις προοπτικές απασχόλησης, καθώς π.χ., σε σύγκριση με τους αποφοίτους λυκείου, οι πτυχιούχοι πανεπιστημίων και ΤΕΙ έχουν υψηλότερες πιθανότητες να εργάζονται (κατά 65% και 41% αντίστοιχα). Η επίδραση, ειδικότερα, της ανώτατης εκπαίδευσης στην πρόσβαση στην απασχόληση ενισχύθηκε την περίοδο της πολυεπίπεδης κρίσης στην Ελλάδα. Με βάση τα ποσοστά ανεργίας, για εκείνους που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους μετά το 2011 το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 40% και 50%. Στους αποφοίτους ανώτατης εκπαίδευσης, αν και χαμηλότερο, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 34% για τους πτυχιούχους πανεπιστημίων ή ΤΕΙ και στο 24% στα άτομα με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό. Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύει εν μέρει και την αναζήτηση ευκαιριών απασχόλησης των νέων επιστημόνων σε άλλες χώρες τα τελευταία χρόνια. Οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης αποτυπώνονται και στις μισθολογικές απολαβές, καθώς οι περισσότεροι εργαζόμενοι με χαμηλό ή μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης λαμβάνουν μισθό κάτω από 800 ευρώ μηνιαίως.

Βεβαίως, εξαιτίας της διεύρυνσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, όλο και περισσότεροι έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα πανεπιστημιακό πτυχίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, το 2011 εισήχθησαν 74.440 φοιτητές σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ, κατόπιν άρχισε η μείωση του αριθμού και το 2018 αποφασίστηκε εντυπωσιακή αύξηση (δόθηκαν 74.692 θέσεις από 70.726 το 2017). Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αύξηση εισακτέων τα τελευταία έτη – κατά 3.966 θέσεις.  Φέτος –με σαφή μικροκομματική στόχευση– η αύξηση συνεχίστηκε, στις 78.335 θέσεις.

Όμως, το πρόβλημα της απασχόλησης έχει κυρίως ποιοτικές διαστάσεις, που σχετίζονται όχι με το εάν ένας πτυχιούχος έχει δουλειά, αλλά με το τι δουλειά έχει και πόσο συναφής είναι με το εκπαιδευτικό του επίπεδο. Η Ελλάδα στον τομέα αυτόν εμφανίζεται ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε τελευταία έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα. Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις» το ποσοστό των ατόμων με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης που δηλώνουν μεγάλη συνάφεια της εκπαίδευσης με την εργασία τους είναι υψηλότερο στην Εσθονία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία και στην Πορτογαλία, σε επίπεδο μάλιστα υπερδιπλάσιο σε σχέση με την Ελλάδα. Αντίστοιχα, μεγάλος βαθμός στη σχέση εκπαίδευσης και εκτέλεσης καθηκόντων στην εργασία για τα άτομα με μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης καταγράφεται στη Μάλτα, στη Φινλανδία, στην Αυστρία και στη Γερμανία, όταν η Ελλάδα κατατάσσεται στην 25η θέση. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως σχετίζεται με τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στη δευτεροβάθμια τεχνική και επαγγελματική έναντι της γενικής εκπαίδευσης στις χώρες αυτές, έναντι της Ελλάδας. Αντίστοιχα, στην Εσθονία, στη Φινλανδία, στη Ρουμανία και στην Τσεχία παρατηρείται το υψηλότερο ποσοστό ερωτηθέντων με ανώτατη εκπαίδευση που απαντά ότι οι σπουδές τους έχουν σε μεγάλο βαθμό συνάφεια με την εργασία τους. Και στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλότερα, καθώς καταλαμβάνει την 18η θέση.

Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες «φορτώνονται» με πτυχία, αλλά δεν αποκτούν τις απαραίτητες δεξιότητες για να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας θέσης στην αγορά εργασίας. Η Ελλάδα είναι ουραγός στην Ευρώπη σε σχέση με την ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων στον πληθυσμό της χώρας. Μάλιστα, η πληθώρα των πτυχιούχων δημιουργεί στρεβλώσεις, καθώς οι νέοι δεν καταφέρνουν να βρουν δουλειά ανάλογη των ακαδημαϊκών τους προσόντων. Το πρόβλημα είναι σύνθετο και αφορά όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως καταδεικνύει έρευνα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP). Η Ελλάδα μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ είναι στην 23η θέση (με βαθμό 41, με άριστα το 100) στο κατά πόσο το εκπαιδευτικό της σύστημα βοηθά τους μαθητές, τους φοιτητές, τους καταρτιζόμενους να αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες. Επίσης η χώρα μας κατατάχθηκε στην 24η θέση –με βαθμό 43 στα 100–στην ενεργοποίηση των δεξιοτήτων, δηλαδή στην εξεύρεση δουλειάς. Ωστόσο, η πανωλεθρία της χώρας μας –κατατάχθηκε στην τελευταία θέση με βαθμό μόλις 9 στα 100, δηλαδή με… μονάδα στην κλίμακα του 10– σημειώνεται στο πεδίο της αντιστοίχισης των δεξιοτήτων των πτυχιούχων με την αγορά εργασίας, δη
λαδή στο κατά πόσο οι πτυχιούχοι βρίσκουν δουλειά κατάλληλη των ακαδημαϊκών εφοδίων τους. Συγκεκριμένα, οι Έλληνες είτε είναι υπερ-προσοντούχοι, αλλά για να επιβιώσουν αναγκάζονται να δεχθούν δουλειές κατώτερες των ακαδημαϊκών πτυχίων τους, είτε δεν έχουν τις δεξιότητες που χρειάζονται οι επιχειρήσεις, παρόλο που έχουν σπουδάσει.

Από την άλλη, ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του «Education policy in Greece – A Preliminary Assessment» για την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση αναφέρει ότι τα 2/3 των θέσεων εργασίας που θα δημιουργηθούν στα 27 μέλη της ΕΕ μέχρι το 2020 θα σχετίζονται με τεχνικά επαγγέλματα, τα οποία «βγαίνουν» από την επαγγελματική εκπαίδευση και θα απαιτούν μεσαίου επιπέδου δεξιότητες, επαγγελματικού (και όχι ακαδημαϊκού) προσανατολισμού.

Τα διετή προγράμματα

Η Ελλάδα είναι χώρα υπερπαραγωγής πτυχιούχων πανεπιστημίου, πολλοί εκ των οποίων σε θέσεις θεολογίας, ανθρωπολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, όπου η αναμονή για διορισμό στη δημόσια εκπαίδευση προσεγγίζει τη δεκαπενταετία. Στην Ελλάδα, πλέον, ακόμη και οι απόφοιτοι των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ) ωθούνται στα πανεπιστήμια. Ακόμη και τα νέα σχέδια του υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου για δημιουργία διετών προγραμμάτων σπουδών στα πανεπιστήμια επικρίνονται ότι θολώνουν περισσότερο το τοπίο της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα διετή προγράμματα μπορούν να διδάξουν και πανεπιστημιακοί, και υποστηρίζεται σκωπτικά ότι «καθηγητές με κοστούμι θα λύνουν μηχανές αυτοκινήτου»…

Μείζον ερώτημα είναι εάν τα αντικείμενα που θα διδάξουν τα διετή προγράμματα θα σχετίζονται με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας ή απλώς θα οργανωθούν για να χρησιμοποιηθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια (όπως συνέβη πολλές φορές κατά το παρελθόν). Τα διετή προγράμματα υλοποιούνται με απόφαση του υπουργού Παιδείας, ύστερα από πρόταση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ, γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού και της Εθνικής Επιτροπής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης. Ποιος ο ρόλος των επιχειρηματικών φορέων; Ελήφθη υπόψη η άποψή τους; Καταρτίστηκε στρατηγική από το Εθνικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού και την Εθνική Επιτροπή Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης; Η απάντηση είναι αρνητική…

 

 

 

 

 

 

 Οι τάσεις το 2019 για την εκπαίδευση και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού

ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΟΛΙΝΕΛΗΣ*

Zούμε σε μια εποχή όπου τα πράγματα αλλάζουν με λογαριθμικούς ρυθμούς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν όσοι αναγνωρίζουν ότι το ανθρώπινο δυναμικό είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, μεταβάλλονται και πολλαπλασιάζονται. Ποιες είναι οι τάσεις που διαμορφώνονται παγκόσμια για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων; Η «The Ken Blanchard Companies» απάντησε στο ερώτημα, συλλέγοντας τις απόψεις εμπειρογνωμόνων της παγκόσμιας αγοράς. Κάποιες από αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, καθώς υποδεικνύουν στρατηγικές για την αντιμετώπιση δικών μας σημαντικών προκλήσεων.

• Χρήση της ενσυνειδητότητας (mindfulness) για την ανακούφιση των εργαζομένων.

Πρόσφατες διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα (94%) οι εργαζόμενοι υποφέρουν από άγχος, που επηρεάζει την υγεία και την παραγωγικότητά τους. Μάλιστα το 50% δηλώνει ότι το άγχος της εργασίας επηρεάζει και τη ζωή στο σπίτι. Φυσικά, δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι τα στατιστικά είναι καλύτερα στην Ελλάδα. Ως απάντηση σε αυτή την κατάσταση, οι επιχειρήσεις αρχίζουν να επενδύουν σε προγράμματα ευαισθητοποίησης για τους ανθρώπους τους, όπως η ενσυνειδητότητα και ο διαλογισμός. Εταιρείες όπως οι McKinsey, Nike, Google, P&G, Intel, Adobe, Apple και General Mills έχουν ήδη εφαρμόσει τέτοια προγράμματα για τους εργαζομένους τους. Η τελευταία δήλωσε ότι μετά το πρόγραμμα οι συμμετέχοντες σε ποσοστό 83% αφιέρωναν χρόνο κάθε μέρα για να βελτιστοποιήσουν την παραγωγικότητά τους, τα ανώτερα εκτελεστικά στελέχη σε ποσοστό 80% βελτίωσαν τον τρόπο που παίρνουν αποφάσεις και 89% από αυτούς έγιναν καλύτεροι ακροατές. Στη χώρα μας, τώρα, και το πρόβλημα άγχους υπάρχει και κάθε βελτίωση σε αυτούς τους τομείς θα ήταν καλοδεχούμενη στους περισσότερους οργανισμούς.

• Καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υπαλλήλων.

Εταιρείες όπως οι GE, IBM, Shell αρχίζουν να εστιάζουν το ενδιαφέρον τους όχι συνολικά στη θέση εργασίας, αλλά στα επιμέρους στοιχεία της ή στις επιμέρους δεξιότητες, που αυτή απαιτεί. Με αυτόν τον τρόπο κατανοούν καλύτερα σε ποιους διαθέσιμους ρόλους ταιριάζει καλύτερα κάθε εργαζόμενος. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η ευκαιρία στον εργαζόμενο να ικανοποιήσει μία από τις βασικές ψυχολογικές του ανάγκες, να μπορεί να επιδεικνύει την ικανότητά του σε καθημερινή βάση και να αναπτύσσεται. Το κατά πόσον ένας οργανισμός επιδεικνύει ότι ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των εργαζομένων, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δέσμευσή τους, η οποία είναι καθοριστικός παράγοντας της παραγωγικότητάς τους (Gallup – State of the Global Workplace 2017).

Γιατί λοιπόν αυτή η στρατηγική μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα; Η παραγωγικότητά μας είναι στάσιμη. Οι τεχνολογικές εξελίξεις απαιτούν από τους εργαζόμενους νέες γνώσεις και δεξιότητες. Η δυνατότητα νέων προσλήψεων είναι περιορισμένη. Τι άλλο μένει από το να χρησιμοποιηθούν οι υπάρχοντες εργαζόμενοι εκεί που μπορούν να αποδώσουν καλύτερα και να είναι παραγωγικότεροι; Εστω και αν αυτό μπορεί να προϋποθέτει την ανάλυση των θέσεων εργασίας στα στοιχεία τους και την ανασύνθεσή τους με βάση τους ρόλους που μπορούν καλύτερα να παίξουν οι υπάρχοντες εργαζόμενοι.

• Επιθετική προσέλκυση ταλέντων χρησιμοποιώντας τακτικές μάρκετινγκ.

«Δεν επιλέγουν πλέον οι εταιρείες ταλέντα. Τα ταλέντα τις επιλέγουν», επισημαίνουν οι ειδικοί. Πρόκειται για μία τάση που φέρνει μία νέα σειρά προκλήσεων και τρόπων πρόσληψης. Σύμφωνα με έρευνα του LinkedIn, πάνω από το 75% των ατόμων που αναζητούν εργασία, εξετάζουν τη φήμη και το εμπορικό σήμα (brand) της επιχείρησης πριν υποβάλουν αίτηση. Οι εταιρείες με κακή φήμη παλεύουν όχι μόνο να προσελκύσουν υποψηφίους αλλά και να διατηρήσουν τα ταλέντα τους. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες πρέπει να ξεκινήσουν «μάρκετινγκ προσλήψεων», για να τραβήξουν την προσοχή ταλαντούχων υποψηφίων, να τους πείσουν να εργαστούν για αυτές και στην πορεία να τους αναπτύξουν και να τους δεσμεύσουν (engagement).

Γιατί είναι σημαντικό αυτό στη χώρα μας; Παρότι το ποσοστό ανεργίας είναι υψηλό, είναι σχετικά λίγα τα άτομα με το ζητούμενο πλέγμα γνώσεων, δεξιοτήτων και νοοτροπίας. Αυτά τα άτομα είναι πιο πιθανό να επιλέξουν αντί να αφήσουν να επιλεγούν.

• Βελτιώσεις στην ψηφιακή και στη mobile εκπαίδευση.

Σήμερα οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν το YouTube και το Netflix, που παρέχουν περιεχόμενο προσαρμοσμένο στη συμπεριφορά και τις προτιμήσεις των καταναλωτών τους. Οποιος θέλει να εμπλακεί με αυτούς σε μια διαδικασία εκπαίδευσης, στο δικό τους επίπεδο, θα πρέπει να κάνει το ίδιο, ώστε κάθε εργαζόμενος να μαθαίνει αυτό που του χρειάζεται όταν αυτός επιλέγει να το κάνει. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν ψηφιακές πλατφόρμες, που μπορούν να δεχτούν, να προσαρμόσουν και να διανείμουν εκπαιδευτικό υλικό ανάλογα με τις ανάγκες των εκπαιδευομένων.

Ποιο το ιδιαίτερο όφελος για τις ελληνικές εταιρείες, που βλέπουν τα ποσά που διατίθενται για εκπαίδευση να συρρικνώνονται; Πρώτον, η μάθηση με ψηφιακό τρόπο έχει μικρότερο κόστος από εκείνη που γίνεται πρόσωπο με πρόσωπο σε αίθουσα εκπαίδευσης. Δεύτερον, παρακολουθούν μόνον εκείνα τα μαθήματα που τους ενδιαφέρουν και έχουν επίδραση στην απόδοσή τους. Υπάρχουν μειονεκτήματα; Φυσικά, με εξαίρεση τα soft skills και τις διαπροσωπικές δεξιότητες, τα πλεονεκτήματα είναι περισσότερα και σημαντικότερα.

• Συνύπαρξη εργαζομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης.

Αναμφίβολα, μέσα στο 2019 η Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) θα βρεθεί στο επίκεντρο: Πρόσφατη έρευνα της Gartner έδειξε ότι το 59% των οργανισμών ήδη ερευνούν πώς να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που αυτή προσφέρει. Παρόλο τον φόβο τους για εξάλειψη θέσεων εργασίας, θα πρέπει οι εργαζόμενοι να μάθουν να συνεργάζονται με αυτές τις τεχνολογίες ώστε να γίνουν πιο παραγωγικοί και να κερδίσουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, επισημαίνουν οι ειδικοί. Στην ουσία αυτό ήδη το κάνουν, αφού χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να επεκτείνουν τις δυνατότητες και την αποτελεσματικότητά τους. Αρκεί να φέρουμε στο μυαλό μας τον Siri και την Alexa από iPhone και Amazon αντίστοιχα.

Στην Ελλάδα δεν έχουν γίνει γνωστά κάποια σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν υπάρχει όμως τίποτε που θα μας εμπόδιζε να καλύψουμε γρήγορα το κενό ανάμεσα στο δικό μας επίπεδο εφαρμογής AI και εκείνο των πιο προηγμένων οικονομιών. Ακόμη και αν χρειαστεί να παρακάμψουμε τα ενδιάμεσα επίπεδα ανάπτυξης από τα οποία εκείνες πέρασαν, ώστε να κάνουμε ένα μεγάλο άλμα αύξησης ανταγωνιστικότητας, που θα φέρει περισσότερες επενδύσεις και κατά συνέπεια ταχύτερη ανάπτυξη.

* Ο κ. Σπύρος Παολινέλης είναι ιδρυτής της Amnis Learning and Growth και της Blanchard International Hellas. 

 

 

«Λαϊκισμός 4.0»

| 15.03.2019 – 09:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Η πρόσφατη «λαϊκιστική στροφή» στην Ευρώπη και στην Αμερική επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα: Τι γεννά τον «λαϊκισμό»; Η ανάλυση επικεντρώνεται στο πώς η μετανάστευση σε συνδυασμό με την ανισότητα, την οικονομική ανασφάλεια και την απώλεια εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς θρέφει τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό.

Γύρω από αυτό που οι οπαδοί του λαϊκισμού (κάθε είδους) βιώνουν ως οικονομική ανισότητα, μεταναστευτική εισβολή και πολιτική περιθωριοποίηση βρίσκεται ο φόβος για την τεχνολογική εξέλιξη. Ο τεχνολαϊκισμός – ή, όπως θα τον αποκαλούσαμε, «λαϊκισμός 4.0» – λειτουργεί παράλληλα αλλά σε αντίθεση με τις εξελίξεις στη Βιομηχανία 4ης γενιάς (Industrie 4.0.). Οι νεο-Λουδίτες* λαϊκιστές δεν σπάνε μηχανές (όπως οι εργάτες Λουδίτες του 19ου αιώνα που ταυτίστηκαν με την τεχνοφοβία) αλλά εχθρεύονται τον αυτοματισμό και την ψηφιακή καινοτομία. Ο τεχνολαϊκισμός είναι υπόσωμα ή παρακλάδι του λαϊκισμού, το οποίο αναπαράγεται σε διάφορες εκδοχές ανάλογα με τις κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές συνθήκες. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, επιρρίπτει ευθύνες για την απώλεια θέσεων εργασίας από τον αυτοματισμό στις φυλετικές και γεωγραφικές διακρίσεις, στη μετανάστευση, στο εξωτερικό εμπόριο και σε τρίτους (Κίνα, Μεξικό).

Είναι ο λαϊκισμός 4.0 ένα φαινόμενο που αφορά μόνο χώρες με «ρομπότ»; Οχι! Ο τεχνολαϊκισμός τροφοδοτεί τον αναχρονισμό και την πολιτική πόλωση σε διάφορα πεδία και χώρες. Στη χώρα μας, για παράδειγμα, το νομοθετικό πλαίσιο που έβαλε φραγή στη λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών και εφαρμογών για επιλογή ταξί (όπως η Beat και η Uber) είναι σημάδι ενός καθεστωτικού και συντεχνιακού νεολουδιτισμού σε συνδυασμό με έναν παλαιάς κοπής πελατειασμό. Η ελληνική εκδοχή του τεχνολαϊκισμού φαίνεται να είναι μια αντιλαϊκή, στενά προστατευτική πολιτική ενάντια τελικά στην απασχόληση. Χαρακτηριστικό της νομοθετικής παρέμβασης για τις ψηφιακές πλατφόρμες στις μεταφορές είναι ότι εδραιώνει ένα σύστημα που πλήττει περισσότερο τους φτωχότερους καταναλωτές και αντί για προστασία της εργασίας προστατεύει κατοχυρωμένες θέσεις εργασίας. Αυτό δεν επιτρέπει την ανάπτυξη και δημιουργεί μια μορφή κοινωνικού διχασμού.

Σε διεθνές επίπεδο, ο λαϊκισμός 4.0 διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα από το «βαθύ κόκκινο μέχρι το βαθύ μαύρο», ενώ η έκρηξη της αυτοματοποίησης μπορεί να βρει μαζική λαϊκή ανταπόκριση. Οι οικονομολόγοι συμφωνούν πως, μακροπρόθεσμα, η αυτοματοποίηση θα έχει μεγαλύτερο ρόλο στην απώλεια θέσεων εργασίας απ’ ό,τι η παγκοσμιοποίηση. Στο σενάριο αυτό οι νεο-Λουδίτες λαϊκιστές αναμένεται να αναδειχθούν σε ισχυρό παράγοντα αποσταθεροποίησης της πολιτικής, αν τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί δεν προετοιμαστούν σωστά για τις επιπτώσεις.

Ο δημόσιος διάλογος σχετικά με το πώς διεθνείς οργανισμοί, οι κυβερνήσεις, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι οφείλουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της τεχνολογικής προόδου εξελίσσεται σε έντονο ρυθμό. Η τεχνολογία εμπεριέχει οφέλη, αλλά προκαλεί συνέπειες με άνισο τρόπο. Το ερώτημα είναι πώς θα βοηθηθούν αυτοί που πλήττονται. Ως Δίκτυο εδώ και δύο χρόνια μελετάμε σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ΔΟΕ) τους τρόπους που μπορεί να διασφαλιστεί η προστασία της εργασίας σε συνδυασμό με την καινοτομία στην «οικονομία της πλατφόρμας» που περιλαμβάνει τις ψηφιακές πλατφόρμες τύπου Amazon, Airbnb. Το βασικό ερώτημα είναι πώς οι ψηφιακοί εργαζόμενοι θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους «αναλογικούς» εργαζομένους, όπως η ελάχιστη προστασία μισθών και η συλλογική διαπραγμάτευση. Επίσης, το κατά πόσο θεωρείται θεμιτή η χρήση αλγορίθμων για την επιτήρηση και αξιολόγηση της εργασίας, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να τελούν συνέχεια υπό πίεση.

Μέχρι σήμερα στην Ευρώπη και παγκόσμια δεν έχει υπάρξει κοινή αντιμετώπιση των εργασιακών ζητημάτων της οικονομίας της πλατφόρμας. Λόγω της διασυνοριακής λειτουργίας των ψηφιακών πλατφορμών και των διαφοροποιήσεων των εθνικών εργατικών νομοθεσιών η κατάσταση παραμένει ασαφής. Το αποτέλεσμα είναι αβεβαιότητα και έντονη εργασιακή ανασφάλεια.

Οσοι φορείς συμμετέχουμε στον διεθνή προβληματισμό κάνουμε λόγο για την ανάγκη να υπάρξει ένα «NEW New Deal» – ένα σύνολο καινοτόμων προτάσεων με επίκεντρο τον άνθρωπο (human-centred agenda). Μια τολμηρή προοδευτική ατζέντα η οποία θα αποτελέσει το διεθνές σημείο αναφοράς και θα «τρέξει» στη βάση ενός νέου μείγματος εμπορικών, χρηματοοικονομικών, οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Σε πρώτη φάση, στην ανθρωποκεντρική ατζέντα του NEW New Deal εντάσσονται δύο προτάσεις:

Ι. Η δέσμευση από τις χώρες πάνω σε μια δέσμη ελάχιστων παγκόσμιων προτύπων προστασίας της εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Παγκόσμια Επιτροπή για το Μέλλον της Εργασίας του ΔΟΕ καλεί τις κυβερνήσεις, τους εργοδότες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να συμφωνήσουν πάνω σε μια «καθολική εγγύηση εργασίας» (universal labour guarantee), η οποία θα κατοχυρώνει το δικαίωμα σε επαρκή διαβίωση, προστασία της υγείας και της ασφάλειας, και θα διασφαλίζει μέγιστους περιορισμούς στο ωράριο εργασίας για όλους τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από το καθεστώς απασχόλησής τους. Παράλληλα θα προστατεύει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων.

ΙΙ. Την ίδια στιγμή γίνεται λόγος ώστε να υπάρξουν νέα πρότυπα ψηφιακής λογοδοσίας ευθύνης αλλά και φορολόγησης των επιχειρήσεων. Στην ουσία μιλάμε για ένα νέο μοντέλο Εταιρικής Ψηφιακής Ευθύνης (EΨE), δηλαδή ένα σύνολο κανόνων και αρχών που θα διασφαλίζουν ότι ο άνθρωπος (και όχι τα ρομπότ ή οι αλγόριθμοι) είναι στο επίκεντρο της καινοτομίας.

Οι παραπάνω προτάσεις είναι μόνο η αρχή μιας μεγάλης συζήτησης για τη νέα εργασιακή πραγματικότητα που διαμορφώνει η ψηφιακή οικονομία, αλλά και με τις δυνατότητες και την ανάγκη του εθνικού κράτους για συνεργασίες. Από τη μια, ο απομονωτισμός και η εθνική εσωστρέφεια του τεχνολαϊκισμού, από την άλλη, ο προοδευτικός πραγματισμός και η προοπτική για ένα νέο μοντέλο υπεύθυνης παγκόσμιας διακυβέρνησης. Για τις δυνάμεις του Προοδευτικού Πραγματισμού, ακόμα και τα πιο μεγάλα κράτη θα αποδειχθούν στην πορεία μικρά για να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές που έρχονται. Χωρίς τη συνεργασία και μια ανθρωποκεντρική ατζέντα για το μέλλον της εργασίας, η επόμενη φάση εξέλιξης της τεχνολογίας σε συνδυασμό με τις δημογραφικές μεταβολές και τις οικονομικές ανισορροπίες θα οδηγήσει εύκολα σε ψευδείς εθνοτικές ή/και περιφερειακές διαιρέσεις, τροφοδοτώντας νέες πολιτικές ακρότητες και «σωτήρες». Τι θα προκύψει μέσα από τη μεγάλη αυτή ανισορροπία; Ενδεχομένως ότι ο λαϊκισμός 4.0. είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει..

Η κυρία Μαρίλη Μέξη είναι διευθύντρια του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

 

 

 

 

Η υψηλή τεχνολογία δεν δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας

Οι γίγαντες της ψηφιακής τεχνολογίας εξαπλώνονται σε όλο το φάσμα της οικονομίας, ακόμη και σε τομείς στους οποίους ήταν άλλοτε αδιανόητο. Ως πολλά υποσχόμενοι προσελκύουν την προτίμηση των επενδυτών, αλλά παράλληλα εκτοπίζουν όλο και περισσότερους κλάδους. Συνεπακόλουθο η απώλεια θέσεων εργασίας, όπως καταδεικνύουν τα τελευταία στοιχεία που φέρουν τον τομέα της μεταποίησης στις ΗΠΑ να έχει χάσει 100.000 θέσεις εργασίας.

Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης. Σύμφωνα με το ερευνητικό ινστιτούτο Pew Research Center, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η μεσαία τάξη αντιπροσώπευε το 61% του συνολικού πληθυσμού των ΗΠΑ. Σήμερα έχει συρρικνωθεί στο 50%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα έχει αυξηθεί το ποσοστό των κατώτερων τάξεων από το 25% στο 29%.

Είναι ενδεικτικό ότι σε πρόσφατο δημοσίευμά τους οι New York Times φτάνουν στο σημείο να αποδίδουν εν μέρει τη δημοσκοπική άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην κυριαρχία των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και στη δυσφορία που έχει προκληθεί σε όσους Αμερικανούς νιώθουν να μπαίνουν –αδίκως– στο περιθώριο. Οπως επισημαίνει, στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του έτους, οι εταιρείες της Silicon Valley, η κατ’ εξοχήν έδρα των κολοσσών της τεχνολογίας, προσείλκυσαν επενδύσεις ύψους 396 εκατ. δολ., ποσό σχεδόν τριπλάσιο από τα 149 εκατ. δολ. που προσείλκυσαν οι εταιρείες της Νέας Υόρκης.

Κι ενώ σε ό,τι αφορά τους αμερικανικούς κολοσσούς τα δυσθεώρητα κεφάλαια που αντλούν μένουν στο εσωτερικό των ΗΠΑ, δεν ισχύει το ίδιο για τις ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτική η περίπτωση της Uber και της θέσης της στη Γαλλία. Αν τελικά κατορθώσει να αποσπάσει σημαντικό τμήμα της γαλλικής αγοράς, το 20% των εσόδων από τις ναυλώσεις ταξί θα φεύγει από τη χώρα.

Μολονότι πολλοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι η υψηλή τεχνολογία θα οδηγήσει στη δημιουργία πολλών νέων θέσεων εργασίας και επομένως σε μεγαλύτερη ευημερία για περισσότερους, τα στοιχεία κατατείνουν στο αντίθετο συμπέρασμα. Οπως επισημαίνει σε πρόσφατο άρθρο του στο αμερικανικό περιοδικό Foreign Affairs, ο Ρόναλντ Ινγκλεχαρτ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, δεν φαίνεται να αυξάνεται η απασχόληση στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας. Αντιθέτως το μερίδιο του κλάδου στο σύνολο της απασχόλησης στις ΗΠΑ παραμένει ουσιαστικά σταθερό τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Ο ίδιος τονίζει ότι σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν κατά τη βιομηχανική επανάσταση και τη μετάβαση της κοινωνίας από την αγροτική στη βιομηχανική οικονομία, ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας δεν φαίνεται να δημιουργεί πολλές νέες θέσεις εργασίας.

Αντιθέτως οδηγεί σε εξαφάνιση πολλά επαγγέλματα με μεσαία ή και υψηλή εξειδίκευση. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο μερίδιο της δραστηριότητάς τους έχουν χάσει τα ταξιδιωτικά γραφεία, όταν τόσες εξειδικευμένες ιστοσελίδες δίνουν τη δυνατότητα της online ανεύρεσης και κράτησης εισιτηρίων.

Δέχονται, άλλωστε, πλήγμα τομείς που δύσκολα φαντάζεται κανείς. Σύμφωνα με τον Ινγκλεχαρντ, ακόμη και ο κλάδος των δικηγόρων στις ΗΠΑ βλέπει να εκτοπίζεται από εξειδικευμένα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών που κάνουν έρευνα σε νομικά ζητήματα. Αλλα εξειδικευμένα προγράμματα προσφέρουν ιατρική διάγνωση πολύ ταχύτερα και ενίοτε καλύτερα από τους γιατρούς. Και δεν αποκλείεται σύντομα να δούμε τα ίδια τα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών να παράγονται από εξειδικευμένα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Δεν βρίσκει δουλειά 1 στους 2 Ελληνες νέους πτυχιούχους

Ρούλα Σαλούρου

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

apasxolisi-thumb-large

 

Μία από τις σκληρότερες αντιφάσεις της Ελλάδας, εν μέσω κρίσης, αντιμετωπίζει καθημερινά η νέα γενιά της χώρας, κυρίως αυτή που χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο μόρφωσης και υψηλή επαγγελματική εξειδίκευση. Η δραματική αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης επιστημονικού δυναμικού, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία επενδύσεων, οδηγεί στη δημιουργία μιας συνεχώς διογκούμενης νέας κοινωνικής ομάδας, των αποθαρρυμένων πτυχιούχων ανέργων. Πρόκειται για μια γενιά που λόγω ηλικίας έχει την ανάγκη να δημιουργήσει, την περιέργεια να πρωτοπορήσει και τη δύναμη να πραγματώσει τα όνειρά της, αλλά η Ελλάδα τής τα στερεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα μας κατατάσσεται στην τελευταία θέση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσον αφορά την απασχόληση των πτυχιούχων νέων της (που αποφοίτησαν τα τελευταία 1 έως 3 χρόνια), με ποσοστό που μετά βίας φθάνει στο 49,9%, όταν, για παράδειγμα, η Μάλτα καταφέρνει σχεδόν το απόλυτο, απορροφώντας το 96,9% των πτυχιούχων νέων της στην εγχώρια αγορά εργασίας.

Αναλυτικά και σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τα ποσοστά απασχόλησης των νέων πτυχιούχων παρουσιάζουν διακυμάνσεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, με τα χαμηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στη Νότια Ευρώπη. Στην Ελλάδα οι νέοι που αποφοίτησαν από την τριτοβάθμια εκπαίδευση τα τελευταία ένα έως τρία χρόνια έχουν τις πιο δυσοίωνες προοπτικές απασχόλησης, ενώ μειωμένες ευκαιρίες παρουσιάζονται και στους πτυχιούχους της Ιταλίας και της Ισπανίας, με την απασχόληση να φθάνει όμως στο 57,6% και το 68,7% αντίστοιχα. Η Μάλτα βρίσκεται στην κορυφή, με τη Γερμανία και τη Σουηδία στη δεύτερη και την τρίτη θέση. Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η ανεργία των νέων πτυχιούχων δεν οφείλεται τόσο στην υπερβάλλουσα προσφορά πτυχιούχων (το ποσοστό των πτυχιούχων ηλικίας έως 34 ετών στο σύνολο του πληθυσμού είναι 32,4%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται σε 34,2%) όσο κυρίως στην περιορισμένη ζήτηση για επιστήμονες από τις ελληνικές επιχειρήσεις,

Ο διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου και υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εργασίας Κωνσταντίνος Αγραπιδάς αναλύει στην «Κ» τους τρεις παράγοντες που δρουν σωρευτικά και οδηγούν στην ανεργία των πτυχιούχων και στη διαρροή τους σε τρίτες χώρες, πλήττοντας καίρια την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Ο πρώτος συνδέεται με τον αναιμικό ρυθμό δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας που αποδεικνύεται από την αντίστροφη σχέση μεταξύ του υψηλού ποσοστού ανεργίας και του χαμηλού ποσοστού κενών θέσεων εργασίας. Το 2010 οι κενές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα (πρόκειται για θέσεις που υπάρχουν αλλά δεν έχουν καλυφθεί) ανέρχονταν στις 50.000 και τον Ιούλιο του 2016 στις 15.000. Οπως μάλιστα υπογραμμίζει ο κ. Αγραπιδάς, το ποσοστό των κενών θέσεων εργασίας αποτελεί προπορευόμενο δείκτη της οικονομικής συγκυρίας. Ο δεύτερος συνδέεται με την κρίση και τον περιορισμό της εσωτερικής ζήτησης, καθώς παρατηρείται ανακατανομή της ελληνικής παραγωγής. Ετσι πολλοί παραδοσιακοί κλάδοι εξαφανίζονται (π.χ. κατασκευές), ενώ άλλοι έχουν αρχίσει σταδιακά να φθίνουν (διεθνές διαμετακομιστικό εμπόριο, logistics). Συνεπώς υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της προσφοράς εργασίας (π.χ. μηχανικών) και της ζήτησης. Ο τρίτος παράγοντας αφορά το είδος των επενδύσεων στην Ελλάδα, ιδιωτικών ή δημόσιων (εντάσεως κεφαλαίου ή εντάσεως εργασίας), καθώς αυτό καθορίζει και την ποιότητα των ζητούμενων θέσεων εργασίας (ποιοτικές θέσεις εργασίας, ευέλικτες μορφές εργασίας).

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι παγκοσμίως η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας προσδιορίζεται και από την ικανότητά της να προσελκύει και να συγκρατεί ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας. Στην Ελλάδα οι οικονομικές συνθήκες και η ανυπαρξία πολιτικών στη διάρκεια της εξαετούς κρίσης μειώνουν τις προσδοκίες των νέων, ανατρέπουν τις προβλέψεις τους και ακυρώνουν τα σχέδιά τους. Ετσι, παρότι διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο κεφάλαιο, «διώχνει τα παιδιά της». Μάλιστα, το φαινόμενο της μετανάστευσης πτυχιούχων στο εξωτερικό, γνωστό και ως «brain drain», έχει αυξηθεί πολύ στα χρόνια της κρίσης. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2008-2013, 423.000 Ελληνες μετανάστευσαν αναζητώντας καλύτερες οικονομικές συνθήκες.

Ζητείται επειγόντως νέο μοντέλο

Η ανεργία των πτυχιούχων συνιστά διαρθρωτικό πρόβλημα, το οποίο για να λυθεί απαιτεί δομικές αλλαγές στην εγχώρια οικονομία, με κεντρικό στόχο την αναβάθμιση των επιχειρήσεών της. Οπως επισημαίνει, μιλώντας στην «Κ», η διοικήτρια του ΟΑΕΔ, καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Μαρία Καραμεσίνη, οι ευκαιρίες απασχόλησης στην Ελλάδα έχουν δραστικά μειωθεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει εκτοξευθεί το ποσοστό ανεργίας των πτυχιούχων στις ηλικίες 25-29 ετών, δηλαδή στα πρώτα χρόνια μετά την αποφοίτηση. Βέβαια, το ποσοστό ανεργίας των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι στη χώρα μας χαμηλότερο έναντι άλλων ομάδων ανέργων, καθώς η οικονομία δείχνει να απορροφά σε μεγαλύτερη αναλογία πτυχιούχους έναντι ανέργων με λιγότερα προσόντα και εξειδίκευση. Ο ΟΑΕΔ με το πρόγραμμα κατάρτισης αποφοίτων ΑΕΙ-ΤΕΙ του 2015 και τα εν εξελίξει προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας προσπαθεί να συμβάλει στην άμβλυνση του προβλήματος. Ομως η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας των πτυχιούχων απαιτεί νέο παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται στην τεχνολογική αλλαγή και στην καινοτομία. Μέχρι να υπάρξει νέο παραγωγικό μοντέλο στη χώρα ή υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, που θα μπορούσαν να επισπεύσουν την επιστροφή των επιστημόνων που μετανάστευσαν, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει την αξιοποίησή τους, ακόμη κι αν για ικανό χρονικό διάστημα παραμείνουν στο εξωτερικό.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Αυτή η νόσος χτυπά μόνο νέους

Πηγή: Καθημερινή

Το 30% των νέων της Ε.Ε., ηλικίας 25 έως 34 ετών, εργάζεται σε δουλειά που απαιτεί χαμηλότερα προσόντα από αυτά που κατέχει – επτά χρόνια μετά το πέρας των σπουδών τους είναι σε προσωρινή δουλειά ή σε διαφορετικό αντικείμενο από αυτό που σπούδασαν (από το ευρωπαϊκό συνέδριο για την απασχόληση των νέων, στη Θεσσαλονίκη). Η οικονομική ύφεση έχει περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη. Έτσι οι νέοι υψηλής ειδίκευσης ωθούνται να καλύψουν χαμηλά αμειβόμενες θέσεις περιστασιακής ή μερικής απασχόλησης, εκτοπίζοντας παράλληλα άτομα χαμηλής ειδίκευσης.

Την ίδια στιγμή εμφανίζεται μια ισχυρή αντίφαση στην αγορά εργασίας, όπως έδειξε πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα (McKinsey). Ενώ η ανεργία νέων αγγίζει το 61,5% στην Ελλάδα (μέσος ευρωπαϊκός όρος: 23,2%), οι εργοδότες παραπονιούνται πως δεν μπορούν να βρουν υπαλλήλους με τα απαιτούμενα προσόντα.

Βασική αιτία θεωρείται ο λαθεμένος προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος και ευρύτερα της κοινωνίας αναφορικά με τα εφόδια που πρέπει να έχουν οι νέοι. Παράδειγμα, το επάγγελμα των αρχιτεκτόνων: ενώ η κατασκευαστική αγορά από το 2005 έχει μειωθεί κατά 50%, οι απόφοιτοι της αρχιτεκτονικής έχουν αυξηθεί κατά 50%. Η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να στρέφει τους νέους σε επαγγέλματα κορεσμένα και το εκπαιδευτικό σύστημα να παράγει επιστήμονες τους οποίους δεν μπορεί να απορροφήσει η σχεδόν στάσιμη ελληνική οικονομία.

Ομως στη σημερινή κοινωνία της γνώσης, των νέων τεχνολογιών, της καινοτομίας, είναι συντριπτική η πίεση για εκπαίδευση. Ο αριθμός των φοιτητών αυξάνεται, οδηγώντας στην καθολική τριτοβάθμια εκπαίδευση και σε στρατιές ανέργων.

Παράλληλα, στην ανεργία οδηγούνται οι νέοι, που για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους μένουν εκτός εκπαίδευσης, εκτός κατάρτισης. Η παρατεταμένη ύφεση και η εκπτώχευση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων διεύρυναν τον αριθμό των εφήβων που δεν συνεχίζουν το σχολείο μετά το γυμνάσιο (13,5%), συγκροτώντας μια διογκούμενη μερίδα νέων μεταξύ 15 και 24 ετών, που απένταροι, αδρανείς βουλιάζουν στην κλιμακούμενη απαξίωση – τα υψηλότερα ποσοστά τους στα νησιά του νοτίου Αιγαίου, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου (έρευνα ΓΣΕΕ, Πανεπιστημίου Κρήτης).

Οι υπερ-εκπαιδευμένοι, λοιπόν, σε χαμηλών απαιτήσεων θέσεις ή στο εξωτερικό. Δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν αν πρώτα δεν δεκατίσουν τις απογοητεύσεις τους. Οι ανεκπαίδευτοι, από την άλλη, να περιφέρονται, ακατάλληλοι για τις λιγοστές θέσεις εργασίας. Το ανέκφραστο ολοκαύτωμα της συγκυρίας. Μια ετοιμόρροπη ραχιτική εικόνα που δεν προσιδιάζει στο σώμα του μέλλοντος.

Η ελληνική «αρρώστια» είναι γνωστή ― μικρά ποσοστά κατάρτισης, μικρή αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων. Ωστόσο η επίγνωση της δυστυχίας δεν θεραπεύει. Το αντίδοτο στη νόσο είναι ένα εθνικό σχέδιο για την ενίσχυση της απασχόλησης των νέων, μια πολιτική που δεν θα εξαντλείται στην ευκαιριακή απορρόφηση κοινοτικών πόρων ή στον πλουτισμό μεμονωμένων ιδιωτών που εκμεταλλεύονται τα νεανικά όνειρα, που δεν θα μασκαρεύει τα κοινά δηλητήρια σε ανταλλακτικές αξίες, την αισθητή φθορά σε κοινωνικό σφρίγος.

Η βάναυση αμφισημία της κρίσης απαιτεί ανά πάσα στιγμή την κυριαρχία της ειλικρίνειας ― και της βούλησης. Τις διαθέτει κανείς;

 

2 comments

  1. Μαρία Ιωάννα

    Καλησπέρα. Μήπως έχετε ολόκληρα κριτήρια αξιολόγησης με τις απαντήσεις για το κείμενο «Δεν βρίσκει δουλειά 1 στους 2 Έλληνες πτυχιούχους» ; Αν μπορούσατε να μου το στείλετε θα με βοηθούσαμε πολύ! Ευχαριστώ!

  2. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

    ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΛΗΡΕΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟ. ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΠΑΝΤΩΣ ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!!!

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων