Ενα από τα γεγονότα που σηµάδεψαν το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και επηρέασαν σε πολλά επίπεδα την πολιτική ζωή της Ελλάδας τις επόµενες δεκαετίες είναι η πολυσυζητημένη Δίκη των Εξι. Μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού και την Καταστροφή της Σμύρνης, εκδηλώθηκε το Κίνημα του Στρατού και του Στόλου (11 Σεπτεμβρίου 1922), που οδήγησε στον σχηματισμό Επαναστατικής Επιτροπής (Πλαστήρας, Γονατάς, Φωκάς), στην παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου, στην είσοδο των επαναστατικών δυνάμεων στην Αθήνα και στον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Σ. Κροκιδά (στις 16 Σεπτεμβρίου). Μία από τις πρώτες ενέργειες των στρατιωτικών (που είχαν στην ουσία την εξουσία) ήταν η σύσταση Εκτάκτου Στρατοδικείου και η σύλληψη οκτώ στελεχών της αντιβενιζελικής παράταξης και αξιωματικών που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι της ήττας, σε μια Αθήνα που έβραζε από οργή και αγανάκτηση για τη μεγάλη καταστροφή.
Οι οκτώ που παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας ήταν ο Δημήτριος Γούναρης, πρωθυπουργός από τον Μάρτιο του 1921 έως τον Απρίλιο του 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, υπουργός Οικονομικών από τον Ιανουάριο του 1921 και πρωθυπουργός από τις 9 Μαΐου έως τα τέλη Αυγούστου 1922, ο υπουργός Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής, ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο Γεώργιος Χατζανέστης, διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας από τον Μάιο του 1922, και οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός. Η δίκη ξεκίνησε στις 31 Οκτωβρίου 1922 και ολοκληρώθηκε σε 16 ημέρες. Με συνοπτικές διαδικασίες οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και οι έξι από αυτούς καταδικάστηκαν σε θάνατο. Χαρακτηριστικό της σπουδής με την οποία ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες είναι το γεγονός ότι η ανακοίνωση της ετυμηγορίας στους καταδικασθέντες και η εκτέλεση της ποινής έγιναν με διαφορά λίγων ωρών. Το πρωινό της 15ης Νοεμβρίου 1922 ακούστηκαν στο Γουδί 36 πυροβολισμοί και έπεσαν νεκροί οι Γούναρης, Χατζανέστης, Πρωτοπαπαδάκης, Στράτος, Θεοτόκης και Μπαλτατζής. Το 2010 έγινε η επανάληψη της δίκης από τον Αρειο Πάγο και το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο αθώωσε τους καταδικασθέντες μετά θάνατον.
Η Δίκη των Εξι αποτελεί σημείο τριβής και έντονων συζητήσεων εδώ και έναν αιώνα. Ακόμη και όσοι υποστηρίζουν ότι δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη στο Εκτακτο Στρατοδικείο του ’22, εκτιμούν ότι η εκτέλεση των έξι ίσως απέτρεψε άλλες εκρήξεις βίας και έκτροπα που ενδεχομένως να είχαν μαζικό χαρακτήρα. Ορισμένοι εντοπίζουν προσωπικές διαφορές μεταξύ κατηγόρων και κατηγορουμένων, ενώ άλλοι αναγνωρίζουν τις ευθύνες των καταδικασθέντων στην αποτυχημένη διαχείριση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Σήμερα, 100 χρόνια μετά τα γεγονότα, θέτουμε σε τέσσερις ιστορικούς ένα από τα πλέον φορτισμένα ερωτήματα της Καταστροφής. Αποδόθηκε δικαιοσύνη στη Δίκη των Εξι; Ηταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας; Τι προκάλεσε ο θάνατός τους; Απαντούν οι Γιώργος Μαυρογορδάτος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Θανάσης Διαμαντόπουλος και Βλάσσης Αγτζίδης.
Ιστορική δικαιοσύνη ή δικαστικός κανιβαλισμός;

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος –ταυτίζοντας τον Λόιντ Τζορτζ με τη Μεγάλη Βρετανία, υποτιμώντας τις επιφυλάξεις των άλλων νικητριών δυνάμεων του «Μεγάλου Πολέμου» καθώς και τις διαιρέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ τους, αλλά και τη ρευστότητα των καταστάσεων– επιχείρησε ένα τυχοδιωκτικό, ενδεχομένως μάλιστα εξαρχής αδιέξοδο εγχείρημα. (Αλλωστε ο Ιωάννης Μεταξάς–-αλλού λιγότερο διορατικός, είναι αλήθεια– είχε αναδείξει από πολύ νωρίς τα δυσμενή γεωπολιτικά και δημογραφικά δεδομένα για τη στρατιωτική μας παρέμβαση σε μια περιοχή χωρίς εδαφική συνέχεια με τον κύριο κορμό της χώρας, πολλώ δε μάλλον που στην ενδοχώρα της το «απόλεμο», όπως το προσδιόριζε, ελληνικό στοιχείο δεν ήταν πλειοψηφικό.)
Ακόμη όμως και αν, με «αναδρομική σοφία», καταλογίσουμε στον μεγάλο Κρητικό «άφρονα μαξιμαλισμό», αυτό δεν αίρει τις ευθύνες των αντιπάλων του: Υπηρέτησαν, «πληθωρικά» μάλιστα, την ίδια πολιτική –στην οποία είναι αμφίβολο αν πίστευαν– σε δυσμενέστερο διεθνοπολιτικό περιβάλλον και με μεγαλύτερη εθελοτύφλωση μπροστά στις εξελίξεις. Ασφαλώς και υπήρξαν περιδεείς μπροστά στο πολιτικό κόστος, φοβούμενοι εκτός από την κρίση της κοινωνίας και τη σύγκριση της Ιστορίας: μήπως αποδειχθούν ήσσονες και όχι κρείσσονες του προκατόχου τους. Δεν αναιρούν, δε, τις πολιτικές ευθύνες τους ούτε τα ισχυρά ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να επικαλεσθούν: τόσο κάποιες δηλώσεις, μετά τον Νοέμβριο του 1920, του Βρετανού πρωθυπουργού όσο και τη στάση πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων της δικής μας χώρας. (Π.χ., όταν το 1921 συζητείτο στην ελληνική Βουλή συμβιβαστική διαμεσολάβηση των συμμάχων, ο αρχιστράτηγος Παπούλας –που μετέπειτα υπήρξε μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη των Εξι– τηλεγραφούσε πως η στρατιά δεν θα δεχόταν να εγκαταλείψει ούτε σπιθαμή μικρασιατικού εδάφους… Παράλληλα, ενώ ο αυτοεξόριστος Βενιζέλος, προσγειωμένος πλέον, παρότρυνε σε μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, αναδεικνύοντας τη μεταβολή των διεθνοπολιτικών δεδομένων, στην Ελλάδα η κοινοβουλευτική ομάδα των Φιλελευθέρων συνέπλεε στην αδιαλλαξία: Χαρακτήριζε και αυτή, από κοινού με την αντιβενιζελική κυβέρνηση, τη Συνθήκη των Σεβρών ως «ελάχιστον των εθνικών δικαίων», κάτι που έκανε τότε την «Καθημερινή» του Βλάχου να αντιδιαστέλλει την «εθνική υπευθυνότητα» του Δαγκλή προς την «ηττοπάθειαν» του «ενδοτικού» Βενιζέλου.)
Οποιες όμως και αν υπήρξαν οι πολιτικές ευθύνες των καταδικασθέντων, η –κακώς επονομασθείσα– Δίκη των Εξι αναμφίβολα συνιστούσε πολιτικό διωγμό αντιπάλων. Ακόμη χειρότερα, είχε στοιχεία δικαστικού κανιβαλισμού.
Τίποτε πράγματι, καμία διπλωματική αφέλεια και καμία πολιτική αμέλεια, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την –ενιαία– κατηγορία κατά των κυβερνητών της περιόδου, καθώς και κατά του τελευταίου αρχιστρατήγου, πως «εκουσίως και εκ προθέσεως υποστήριξαν την εισβολήν εις την επικράτειαν του Βασιλείου του τουρκικού εθνικιστικού στρατού». Τίποτε, πλην ίσως του γεγονότος ότι από το 1915 η χώρα είχε συνηθίσει να ζει με δύο «ξενοκίνητες προδοτικές» παρατάξεις, ιδιότητα που αποκτούσε και νομική/ποινική απαξία για την εκάστοτε ευρισκόμενη στην αντιπολίτευση…
Πώς, όμως, τεκμηριώνεται η άποψη περί «δικαστικού κανιβαλισμού»;
Πρώτον, στρατιωτικοί της «Επανάστασης» του 1922, οι οποίοι ήθελαν να πολιτευθούν –αφού τότε επετράπη σε εν ενεργεία ενστόλους να εκλέγονται βουλευτές– επιδίωκαν να ικανοποιήσουν τους πρόσφυγες με τη σκληρότερη τιμωρία των υπαιτίων της συμφοράς. Γι’ αυτό και ασκούνταν παρασκηνιακές πιέσεις προς τους στρατοδίκες.
Δεύτερον, υπήρχαν και προσωπικά προηγούμενα: Βασικός συντάκτης του κατηγορητηρίου –με την παρασκηνιακή βοήθεια του Γεωργίου Παπανδρέου– ήταν ο στρατηγός Πάγκαλος, του οποίου ο Χατζανέστης είχε δύο φορές το 1912 επιδιώξει την παραπομπή σε στρατοδικείο, τη δεύτερη –για μαζικές εκτελέσεις αιχμαλώτων– ως «εγκληματία πολέμου». Επιπροσθέτως ο πρόεδρος του στρατοδικείου Οθωναίος μισούσε βαθιά τους υποδίκους –υπάρχουν συγκλονιστικά ιδιόχειρα σημειώματά του, γραμμένα δεκαετίες αργότερα–, ενώ επίσης και ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας Παπούλας είχε προσωπικά κατά του Γούναρη: είχε ενημερωθεί από τον Βίκτωρα Δούσμανη για τους ακραία απαξιωτικούς προς το πρόσωπό τους χαρακτηρισμούς του Πατρινού πολιτικού.
Οσον αφορά, τρίτον, τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης… Ο Οθωναίος τρομοκρατούσε μάρτυρες… Οι κατηγορούμενοι ενίοτε αποβάλλονταν της αίθουσας «δι’ ασέβειαν προς το δικαστήριο»… Επίσης, δε, στερήθηκαν του δικαιώματος να χρησιμοποιήσουν προς υπεράσπισή τους διπλωματικά έγγραφα «ίνα μη έλθουν εις δημοσιότητα απόρρητα του κράτους». Ενώ νόμω βάσιμες δικονομικές ενστάσεις τους απορρίπτονταν, διότι «δεν υπηρετούσαν την ουσιαστική δικαιοσύνη».
Το πλέον κραυγαλέο, όμως, υπήρξε άλλο: Το βασικότερο σημείο του κατηγορητηρίου ήταν –όχι πως προκηρύχθηκε δημοψήφισμα για επάνοδο του Κωνσταντίνου, κάτι που αξίωνε όλος ο αντιβενιζελικός κόσμος της εποχής, αλλά– ότι δεν ανέστειλαν τη διεξαγωγή του σχετικού δημοψηφίσματος της 22ας Νοεμβρίου 1920. Ως όφειλαν να κάνουν, κατά το κατηγορητήριο, αφού την προπαραμονή της διεξαγωγής του οι νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις επέδωσαν νότα, διά των πρέσβεών τους, προς την κυβέρνηση Ράλλη, ενημερώνοντάς τη πως θα θεωρούσαν την επαναφορά στον θρόνο του γερμανόφιλου μονάρχη ως εχθρική πράξη, που θα τις έστρεφε εναντίον της Ελλάδας. Ωστόσο, οι επτά από τους οκτώ καταδικασθέντες (στην κακώς ονομαζόμενη Δίκη των Εξι) δεν ήταν υπουργοί της κυβέρνησης που αποφάσισε να αγνοήσει την προειδοποίηση… Αλλά ο συνταγματάρχης Καλογεράς, της υπό τον Πάγκαλο τριμελούς ανακριτικής επιτροπής που συνέταξε το κατηγορητήριο, υποστήριξε τη θεωρία περί αναδρομικής ευθύνης –για τη μη αναβολή του δημοψηφίσματος– όσων έγιναν μεταγενέστερα υπουργοί…
Καταλήγοντας: Αν ζητούμενο σήμερα είναι ο αναστοχασμός επί όσων τότε συνέβησαν, ας εστιάσουμε μόνο σε ένα: Οι περισσότερες επαναναφλέξεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο, καθώς και οι εκτελέσεις αντεκδίκησης του 1935, είχαν σχέση με τη Δίκη των Εξι.
* Ο καθηγητής Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι συγγραφέας τού άρτι κυκλοφορήσαντος από τις εκδόσεις Πατάκη έργου «Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του. Η Δίκη των “Εξι”: Εξιλασμός ή δικαστικός φόνος;».
Μακροπρόθεσμα, πληρώσαμε ακριβά την απόφαση

Tο ζήτημα της δίκης και εκτέλεσης των Εξι δεν είναι τόσο απλό όσο εμφανίζεται. Από στενά νομικής σκοπιάς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επρόκειτο για παρωδία δίκης, τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά. Το «έκτακτο επαναστατικό στρατοδικείο» δεν ήταν βέβαια κανονικό δικαστήριο. Επιπλέον, το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας μόνο «εκ προθέσεως» μπορεί να διαπραχθεί. Αλλά πρόθεση των κατηγορουμένων ούτε αποδείχθηκε ούτε μπορούσε ποτέ να αποδειχθεί.
Αν η δίκη και οι εκτελέσεις ήσαν αναγκαίες ως κάθαρση μιας μοναδικής εθνικής τραγωδίας, οι οργανωτές τους όφειλαν ίσως να είναι ειλικρινέστεροι και ωμότεροι. Στην ουσία, οι κατηγορούμενοι ήσαν υπόλογοι για ανεπανόρθωτη βλάβη ή «προδοσία» των εθνικών συμφερόντων όχι «εκ προθέσεως», αλλά από βαρύτατη και ασυγχώρητη («ασύγγνωστη») αμέλεια και ανευθυνότητα. Ηταν λοιπόν προτιμότερο να διατυπωθεί ανάλογα το κατηγορητήριο.
Μπορεί όμως να γίνει λόγος και για «ενδεχόμενο δόλο», δηλαδή για αποδοχή ενός ενδεχόμενου και προβλεπόμενου αποτελέσματος, σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις: του Δημητρίου Γούναρη, του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη και του Νικολάου Θεοτόκη. Προτίμησαν την πορεία προς την Καταστροφή από οποιαδήποτε άλλη επιλογή που θα είχε θέσει σε κίνδυνο το αντιβενιζελικό καθεστώς, οδηγώντας ίσως σε επάνοδο του Βενιζέλου. Η πιο καταδικαστική σχετική μαρτυρία προέρχεται από τον Ιωάννη Μεταξά, όταν, τον Μάρτιο του 1921, αυτοί οι τρεις τον είχαν αναγκάσει να αναφωνήσει αγανακτισμένος: «Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;»
Υπάρχει εξάλλου μια αδιόρατη ειρωνεία. Από τους Εξι, τουλάχιστον ο Γούναρης και ο Θεοτόκης είχαν αναμφίβολα διαπράξει το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας το 1916-17, επιδιώκοντας τότε πολεμική σύμπραξη με τους Γερμανούς και με τους Βουλγάρους ακόμη και μετά την κατάληψη από αυτούς της Ανατολικής Μακεδονίας, που οι Βούλγαροι θεωρούσαν οριστική προσάρτηση. Εκείνη η πραγματική προδοσία έμεινε τελικά ατιμώρητη. Τη γνώριζαν όμως οι στρατοδίκες και την επικαλέστηκαν οι κατήγοροι το 1922, μολονότι το κατηγορητήριο είχε ως αφετηρία την 1η Νοεμβρίου 1920. Γνώριζαν επίσης ότι είχαν επανέλθει στο στράτευμα και υπηρετούσαν στη Μικρά Ασία δύο κωνσταντινικοί αξιωματικοί που είχαν αυτομολήσει στους Βουλγάρους το 1917-18.
Χάρη στη δίκη και στην εκτέλεση των Εξι, οι Ελληνες στρατιωτικοί ως σύνολο κατάφεραν να αποτινάξουν ουσιαστικά την ευθύνη της συντριπτικής ήττας και να την επιρρίψουν αποκλειστικά σε πολιτικούς. Το ίδιο είχαν κάνει νωρίτερα οι Γερμανοί συνάδελφοί τους για τη δική τους ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Ο τελευταίος αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης δεν ήταν αντιπροσωπευτικός του Σώματος των αξιωματικών και προσφερόταν ως εξιλαστήριο θύμα χωρίς να θίγεται το γόητρο του στρατού ως θεσμού.) Η συγκάλυψη των καθαρά στρατιωτικών ευθυνών παραμένει μέχρι σήμερα η κρυμμένη αλλά και απεχθέστερη όψη του ζητήματος.
Ως πράξεις σκοπιμότητας, η δίκη και οι εκτελέσεις ασφαλώς πέτυχαν βραχυπρόθεσμα ωφέλιμο και άμεσο αποτέλεσμα. Συντάραξαν τους πάντες σε τέτοιο βαθμό ώστε εκτόνωσαν μονομιάς την αναταραχή στον λαό και προπαντός στον στρατό, αποτρέποντας χειρότερα γεγονότα και επιτρέποντας την άμεση ανασυγκρότηση αξιόμαχης στρατιάς στον Εβρο, μετά την αναγκαστική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί ότι η δίκη και οι εκτελέσεις υπήρξαν εκείνη τη στιγμή αναγκαίες. Αυτή ήταν άλλωστε και η σταθερή μεταγενέστερη θέση των βενιζελικών και του ίδιου του Βενιζέλου.
Αντιθέτως, για τους αντιβενιζελικούς η εκτέλεση των Εξι παρέμεινε εσαεί «τερατώδες έγκλημα», που καθόρισε τη στάση τους απέναντι σε εκείνους που θεωρούσαν άμεσα υπευθύνους. Επιλεκτικά όμως. Δηλαδή και φαρισαϊκά. Στοχοποιήθηκε ο Νικόλαος Πλαστήρας, αλλά όχι ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που ήταν πολύ περισσότερο υπεύθυνος. Αρκετοί αντιβενιζελικοί φάνηκαν μάλιστα πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί του, τρία μόλις χρόνια μετά την εκτέλεση των Εξι.
Αν η διεξαγωγή και η έκβαση της δίκης μπορούν να αποδοθούν σε έναν άνθρωπο, αυτός δεν ήταν ούτε ο Πλαστήρας ούτε ο Βενιζέλος, αλλά ο Πάγκαλος. Αυτός πρώτα εκβίασε την άμεση διεξαγωγή της δίκης κινητοποιώντας αξιωματικούς που απειλούσαν να εισβάλουν στις φυλακές και να προχωρήσουν σε αθρόες εκτελέσεις χωρίς δίκη. Υστερα κατάφερε να ελέγξει ο ίδιος τόσο το αντικείμενό της, ως πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής που συνέταξε το κατηγορητήριο, όσο και την έκβασή της, ως νέος υπουργός Στρατιωτικών την ώρα της ετυμηγορίας και των εκτελέσεων.
Στον Πάγκαλο πιθανότατα οφείλεται και η μη εμφάνιση του προστατευομένου του, συνταγματάρχη Πτολεμαίου Σαρηγιάννη, που είχε παραμείνει υπαρχηγός του επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας μετά τις εκλογές του 1920. Μάταια ζητήθηκε από την υπεράσπιση να καταθέσει ως μάρτυρας. Ετσι, δεν αποκαλύφθηκε ότι αυτός ήταν που παρέσυρε επανειλημμένως τον Γούναρη και τους άλλους πολιτικούς με τις εντελώς ανεδαφικές εκτιμήσεις και προβλέψεις του.
Οπως και στη Γερμανία, η απαλλαγή των στρατιωτικών και η ενοχοποίηση των πολιτικών για την ήττα υπονόμευσε καίρια τη δημοκρατία. Επιπλέον, η εκτέλεση των Εξι συνέβαλε καθοριστικά στην παράταση του Εθνικού Διχασμού ως εμφυλίου πολέμου. Και από τις δύο αυτές απόψεις, είχε μακροπρόθεσμα εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις, ανεξάρτητα από το όποιο ωφέλιμο άμεσο αποτέλεσμα.
* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ο Οθωναίος τρομοκρατούσε μάρτυρες. Οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν του δικαιώματος να χρησιμοποιήσουν προς υπεράσπισή τους διπλωματικά έγγραφα «ίνα μη έλθουν εις δημοσιότητα απόρρητα του κράτους».
Η ώρα μιας θεσμικής και πολιτικής καταστροφής