Λέλα Καραγιάννη: Η ηρωίδα κατάσκοπος της Εθνικής Αντίστασης

Λέλα Καραγιάννη: Η ηρωίδα κατάσκοπος της Εθνικής Αντίστασης

in.gr

Γιάννης Θ. Διαμαντής

«Μητέρα επτά παιδιών είχεν κατορθώσει να εισαγάγη εις την Γκεστάπο και τα Ες – Ες πράκτορας, που της διαβίβαζαν πολυτίμους πληροφορίας»

Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1944, λίγες μόλις εβδομάδες πριν την απελευθερώση της Ελλάδας από τα ναζιστικά στρατεύματα, 71 μέλη της Αντίστασης εκτελούνται στο Άλσος Δαφνίου.

Ανάμεσά τους η Λέλα Καραγιάννη, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της Εθνικής Αντίστασης.

Η αντιστασιακή δράση

Η Λέλα Καραγιάννη είχε ιδρύσει, ήδη από τον Οκτώβριο του 1941, την αντιστασιακή οργάνωση «Μπουμπουλίνα» (το επίθετο της μητέρας της ήταν Μπούμπουλη και λέγεται ότι καταγόταν από την ιστορική οικογένεια που πρωταγωνίστησε στην επανάσταση το 1821) με βασικό στόχο, τη φυγάδευση βρετανών στρατιωτών στο Κάιρο, τη διενέργεια σαμποτάζ και δημιουργία δικτύου κατασκοπίας εις βάρος του γερμανού κατακτητή.

Ο άγγλος αξιωματικός και συγγραφέας, Ουίλφρεντ Μπάιφορντ – Τζόουνς γράφει το 1946: «Ο καθηγητής Λούρος με έφερεν είς επαφήν με την οικογένειαν μιας ηρωίδος της αντιστάσεως της νοσοκόμου Λέλας Καραγιάννη, που από το 1941 εβοήθησεν εκτοντάδας Βρετανών αξιωματικών και ανδρών να δραπετεύσουν. (…) Η περίπτωσις της Λέλας Καραγιάννη είνε πραγματικά μοναδική. Μητέρα επτά παιδιών είχεν κατορθώσει να εισαγάγη εις την Γκεστάπο και τα Ες – Ες πράκτορας, που της διαβίβαζαν πολυτίμους πληροφορίας.

«ΤΑ ΝΕΑ»,8.9.1946, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«Όταν οι Γερμανοί ήλθαν εις τας Αθήνας, χωρίς να ειδοποιήση τον άνδρα της, επούλησε τα κοσμήματά της και ηγόρασε δύο σπίτια, ένα εις την οδόν Φυλής 226 και δεύτερον εις την οδόν Λήμνου 1. Τα δύο αυτά εχρησιμοποιούντο ως κρυψώνες ή καλύτερα ενδιάμεσοι σταθμοί φυγαδεύσεως Άγγλων στρατιωτικών και Ελλήνων πατριωτών. (…) Όταν τα μέλη της οικογενείας της έμαθαν τον ρόλον που έπαιζε, έσπευσαν να γίνουν μέλη της μυστικής οργανώσεως της και μαζί με έναν αστυνομικόν ονόματι Γεώργιον Μήτσου που εξέδιδε πλαστές ταυτότητες και ένα αρτοποιόν του στρατοπέδου συγκεντρώσεως αιχμαλώτων Κοκκινιάς ηλευθέρωναν, υπό την καθοδηγήσιν της μητέρας των , αιχμαλώτους και τους έστελναν εις την Αίγυπτον, ύστερα από μικράν παραμονήν εις τα σπίτια της. Εχρησιμοποιούσαν μάλιστα διά την φυγάδευσιν το ιδιόκτητον καϊκι της Λέλας Καραγιάννη με καπετάνιον τον Ηλίαν Χρυσίνην».

Ο δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής Γιώργος Γάτος γράφει στα «ΝΕΑ» της 8ης Σεπτεμβρίου 1980: «Στην αρχή ήταν το κρύψιμο των Εγγλέζων στρατιωτών που ξεμείνανε στη χώρα, μετά τη ραγδαία προέλαση των Γερμανών και τη συνθηκολόγηση της επίσημης ηγεσίας του μετώπου. Περισσότεροι από εκατόν πενήντα Εγγλέζοι στρατιώτες και Έλληνες καταδιωγμένοι πατριώτες κρυφτήκανε και τροφοδοτηθήκανε έτσι και στο τέλος ξεφύγανε σώοι και πήρανε το μυστικό δρόμο της φυγάδευσης προς τη Μέση Ανατολή…»

«ΤΑ ΝΕΑ»,8.9.1980, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το έργο της Λέλας Καραγιάννη δεν πέρασε απαρατήρητο από τις αγγλικές αρχές.

«Ύστερα έγινε η επίσημη σύνδεση με τις Μυστικές Αγγλικές Υπηρεσίες και μαζί με το παράνομο και επικίνδυνο εκείνο δρομολόγιο οδός Φυλής – μοναστήρι Αγίου Ιερόθεου Μεγάρων – Μέση Ανατολή άρχισε σιγά σιγά να υφαίνεται και οικοδομείται ένα πολύπλευρο και ισχυρό δίκτυο κατασκοπίας, σαμποτάζ και πληροφοριών»

Η οργάνωση της Λέλας Καραγιάννη «συνδέει» τον Ναπολέοντα Ζέρβα με τη Μέση Ανατολή.

«Στήνεται ακόμα και ένα από τα σίγουρα κανάλια σύνδεσης του αντάρτικου του Ζέρβα με τη Μέση Ανατολή – με κεντρικό σύνδεσμο σύνδεσμο Αθήνας – βουνό το μεγαλύτερο παιδί των Καραγιανναίων, τον Γιώργο. Η μικρή αλλά γερή και αποφασιστική οργάνωση της Αντίστασης «Μπουμπουλίνα» είναι μια από τις σημαντικότερες κατασκοπευτικές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ελλάδα. Πληροφοριοδότες της, αντιναζιστές Γερμανοί και αντιφασίστες Ιταλοί κυρίως. Και ιδρυτής οργανωτής, καθοδηγητής και ψυχή της η Λέλα Καραγιάννη».

Η Καραγιάννη φυλακίζεται

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Επανάσταση του 1922

Η Επανάσταση του 1922

Η συμφορά ήταν τεράστια, ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη της Αλώσεως

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, στη Χίο, στο νεοκλασικό ξενοδοχείο «Το Κύμα», στην άκρη της προκυμαίας της χιακής πρωτεύουσας, συγκεντρώθηκαν αξιωματικοί του ηττημένου Ελληνικού Στρατού και κήρυξαν έκπτωτο το πολιτικό καθεστώς της Αθήνας. Επικεφαλής τους ήταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς και ο αντιπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς. Οι Τούρκοι είχαν ήδη εισβάλει στη Σμύρνη, σφαγιάζοντας εκατοντάδες χιλιάδων Μικρασιατών Ελλήνων, ενώ στις 27 Αυγούστου κατακρεουργήθηκε από τον τουρκικό όχλο ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Καλαφάτης (ήδη Αγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας). Στις 13 οι Τούρκοι θα προχωρούσαν και στον εμπρησμό της πόλης, ώστε να εξαφανιστούν τα ίχνη της κυρίαρχης ελληνικής παρουσίας.

Η συμφορά ήταν τεράστια, ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη της Αλώσεως. Αν με την Αλωση του 1453 το ελληνικό έθνος απώλεσε την πολιτική ελευθερία του, το 1922 υπέστη φρικαλέα γενοκτονία, με αριθμό θυμάτων που κυμαίνονταν σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις από 600.000 έως 1.000.000 νεκρούς. Ενώ 2.800.000 πρόσφυγες διασώθηκαν στην Ελλάδα υπό τρομακτικές συνθήκες. Ο Ελληνισμός απώλεσε τις προαιώνιες ιωνικές κοιτίδες του και ακρωτηριάστηκε εδαφικά. Την ώρα που οι αξιωματικοί ελάμβαναν τις οριστικές αποφάσεις τους στο ξενοδοχείο «Το Κύμα», οι σφαγές συνεχίζονταν και εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων προσπαθούσαν να περάσουν το Αιγαίο για να σωθούν. Ασφαλώς οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να περιορισθούν στην πτώση της κυβέρνησης Πρωτοπαπαδάκη και στη σπασμωδική αντικατάστασή της από την κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, που έγινε στις 28 Αυγούστου. Στις 12 Σεπτεμβρίου ο στόλος έπλευσε προς την Αττική, ενώ ήδη αεροπλάνα έριχναν στην Αθήνα προκηρύξεις με τα αιτήματα της επαναστατικής επιτροπής, που ήταν η παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου υπέρ του διαδόχου, η διάλυση της Βουλής, ο σχηματισμός υπερκομματικής κυβέρνησης που θα έχαιρε της εμπιστοσύνης των Συμμάχων και η ενίσχυση της Θράκης. Οταν ο στόλος έφτασε στο Λαύριο, άρχισαν να αποβιβάζονται αγήματα και, καθώς πλέον επαπειλείτο εμφύλιος πόλεμος, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε και αποχώρησε για το εξωτερικό.

Η Επανάσταση του 1922 (Πλαστήρας ως αρχηγός του επαναστατικού καθεστώτος, Κροκιδάς και μετά Γονατάς ως πρωθυπουργοί), παραλαμβάνοντας τη χώρα κυριολεκτικά στα πρόθυρα της διάλυσης, ανέλαβε και διεκπεραίωσε με επιτυχία τιτάνιο έργο: ανασυγκρότησε τον στρατό στον Εβρο με διοικητή τον Πάγκαλο, διασφαλίζοντας την ακεραιότητα του ελληνικού κράτους. Εμπέδωσε την πειθαρχία και την τάξη στο εσωτερικό. Εγκατέστησε εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων σε προσφυγικούς συνοικισμούς και τους αποκατέστησε παραχωρώντας τους γεωργικές εκτάσεις. Ανέθεσε στον Ελευθέριο Βενιζέλο την εκπροσώπηση της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν το 1923 στη Συνθήκη της Λωζάννης. Συνέλαβε, δίκασε και εξετέλεσε τους υπευθύνους της Καταστροφής, πράξη φρικαλέα και ίσως άδικη, αλλά ανάλογη του μεγέθους του δράματος και αναγκαία για να αποτραπεί ο εμφύλιος πόλεμος. Αφού, μετά από μόλις ενάμιση χρόνο, το επαναστατικό καθεστώς θεώρησε ότι ολοκλήρωσε το έργο του, που ήταν η διάσωση της πατρίδας από την Καταστροφή, προκήρυξε εκλογές για τον Δεκέμβριο του 1923 και τον Ιανουάριο παρέδωσε την εξουσία στην Εθνοσυνέλευση που προέκυψε.

Για αυτό ακριβώς και τους ανιδιοτελείς και έντιμους πρωταγωνιστές της Επανάστασης συνόδευσε τεράστια αίγλη και λαϊκή αναγνώριση. Ο Πλαστήρας έγινε πρωθυπουργός τον Ιανουάριο – Μάρτιο 1945 και υπέγραψε τη Συμφωνία της Βάρκιζας, που έβαλε τέλος στην αλληλοσφαγή με το ΕΑΜ. Το 1950 πολιτεύθηκε επικεφαλής κεντρώου κόμματος με σύνθημα την εθνική συμφιλίωση και διετέλεσε πρωθυπουργός μέχρι το 1952. Αυτά ασφαλώς δικαιώνουν τον χαρακτηρισμό της σωτήριας πρωτοβουλίας του 1922 ως Επανάστασης.

Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης. Από τις εκδόσεις Καπόν κυκλοφορεί το βιβλίο του «Παναγιώτης Κανελλόπουλος: ο πολιτικός, ο διανοούμενος και η εποχή του»

«1922»: Οι πρόσφυγες άλλαξαν Αθήνα και Θεσσαλονίκη

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η δεκαετία του ’20 ήταν καταλύτης για τον μητροπολιτικό μετασχηματισμό των δύο μεγάλων αστικών κέντρων

«1922»: Οι πρόσφυγες άλλαξαν Αθήνα και Θεσσαλονίκη

Μία από τις μεγάλες παραμέτρους της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν η ώθηση που έδωσε για την αλλαγή της ζωής στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλα αστικά κέντρα. Ειδικά για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη η έλευση των προσφύγων ήταν καταλύτης για τον μετασχηματισμό τους και τη σταδιακή υιοθέτηση μητροπολιτικών χαρακτηριστικών, τα οποία έγιναν ευκρινέστερα στη δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου.

«1922»: Οι πρόσφυγες άλλαξαν Αθήνα και Θεσσαλονίκη-1
Προσφυγικός συνοικισμός στους Ποδαράδες (Νέα Ιωνία), 1923. 

Το «1922» και η παραφιλολογία περί αυτού του κομβικού έτους έχει αφήσει σημαντική παρακαταθήκη προφορικών μαρτυριών, που συνεπικουρεί την επίσημη Ιστορία στην κατανόηση των σύνθετων διαστάσεων αυτής της κατακλυσμιαίας μεταβολής στον ελλαδικό χώρο. Και μαζί με τις ζώσες μνήμες που καταγράφηκαν, προστίθεται και η μικροϊστορία, που περνούσε στην καλύτερη περίπτωση στα ψιλά των εφημερίδων, όταν δεν εξοριζόταν στη χώρα της λήθης. Αλλά αυτή η μικροϊστορία, η καθημερινότητα, η ζωή στο πεζοδρόμιο, στην αγορά, στα παραπήγματα, στα αστικά σπίτια, στα δημόσια κτίρια, γεννούσε την πίεση ώστε οι πόλεις να αλλάξουν, ώστε οι ανάγκες να δώσουν σχήμα στο μέλλον, ώστε η Αθήνα, πρωτίστως, να πάψει να είναι μια μικρή πρωτεύουσα, όπου ο ένας ήξερε τον άλλον και όπου όλα κυλούσαν με έναν ρυθμό λίγο-πολύ προβλέψιμο.

«1922»: Οι πρόσφυγες άλλαξαν Αθήνα και Θεσσαλονίκη-2
Προσφυγικές κατοικίες στη λεωφ. Αλεξάνδρας, 1934. [ΠΕΤΡΟΣ ΠΟΥΛΙΔΗΣ]

Η Αθήνα το 1922 είχε ήδη περάσει μέσα από έναν προθάλαμο προετοιμασίας για το μητροπολιτικό της μέλλον. Ηδη ο αστικός μετασχηματισμός επί Χαριλάου Τρικούπη και Γεωργίου Α΄ είχε στερεώσει μια συμπαγή τάξη καταναλωτών. Το 1896 με τους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν η πρώτη, κατά μία έννοια, σύνδεση με τα διεθνή δίκτυα επικοινωνίας, τουρισμού και προβολής. Μετά το 1908-1912, με τη φθίνουσα μόδα του νεοκλασικισμού, οι νέες τεχνολογίες οικοδομικής και τα νεωτερικά αισθητικά ρεύματα οδηγούν σε ευρύτατους πειραματισμούς στη μορφή και τον όγκο των κτιρίων.

Ιδίως μετά τον διχασμό του 1915, η Αθήνα έχει περάσει –και ψυχολογικά– στην ανάγκη προσαρμογής σε άλλα πρότυπα, που έφερνε η νέα αγορά της ψυχαγωγίας (και ιδίως ο κινηματογράφος και το μουσικό θέατρο), η νέα μόδα για την πιο χειραφετημένη γυναίκα, η εγκατάσταση του ηλεκτρισμού και της μηχανοκίνητης συγκοινωνίας, η ανάπτυξη μιας κουλτούρας φυσιολατρείας και θαλασσίων λουτρών. Ολα αυτά τα εν τω σπέρματι μητροπολιτικά χαρακτηριστικά θα ενταθούν και θα διαχυθούν σε μια νέα πολεοδομική ανασυγκρότηση μετά το 1922-23.

«1922»: Οι πρόσφυγες άλλαξαν Αθήνα και Θεσσαλονίκη-3
Πρόσφυγες στα σκαλιά του Αγ. Νικολάου στον Πειραιά. 

Στη Θεσσαλονίκη η αστική ζωή είχε βαθύτερες ρίζες, με συμπαγείς κοινότητες Ελλήνων, Εβραίων και Τούρκων. Το 1912-13 αρχικά, και κυρίως το 1917 με την καταστροφική πυρκαγιά, προετοιμάζουν το νέο μέλλον της ελληνικής – ευρωπαϊκής Θεσσαλονίκης, που μετά το 1922-23 αποκτά, όπως και η Αθήνα, νέα προάστια με πίεση στην αξία της γης τόσο στο κέντρο όσο και στα περίχωρα.

Η έλευση των προσφύγων μεταμορφώνει και τις δύο πόλεις. Αν θελήσει κανείς να συνοψίσει τη μεταβολή αυτή θα μπορούσε να εστιάσει στη γένεση νέων προαστίων που θα παραμείνουν διακριτά ως προς το ιστορικό κέντρο για μερικές ακόμη δεκαετίες. Η εσωτερική γεωγραφία ανασυντάσσεται.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ομάδες και κλάδοι μαθημάτων, τρόπος και χρόνος εξέτασης και βαθμολόγησης, τρόπος διατύπωσης των θεμάτων, βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων των προαγωγικών και απολυτηρίων εξετάσεων του Γενικού Λυκείου.


Λήψη αρχείου

Τα Πόκεμον της λογοτεχνίας και η στίξη της ποίησης

ΑΠΟΨΕΙΣ

«Μα αυτό σημαίνει ότι οι μαθητές θα πρέπει να διαβάζουν». Αυτήν την αποστομωτική απάντηση πήρε ο εκπαιδευτικός κ. Γιώργος Γιώτης από συνάδελφό του. Ηταν πριν από 25 έτη συναπτά και η απάντηση αφορούσε πρότασή του για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Πρόταση τερατώδης φαίνεται για τα δεδομένα της ελληνικής εκπαίδευσης: είναι καλύτερο να επιτρέψεις στον μαθητή να «βουτήξει» σε ένα ολόκληρο λογοτεχνικό κείμενο για όλη τη χρονιά παρά να περιπλανιέται από απόσπασμα σε απόσπασμα. Οπως μου γράφει ο κ. Γιώτης στην επιστολή που μου έστειλε με αφορμή τη σειρά των άρθρων μου για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στη μέση εκπαίδευση, όταν άκουσε την απάντηση του συναδέλφου του, σκέφτηκε ότι «αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να διαβάζουν και οι καθηγητές». Αυτά πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Εκτοτε, τίποτε δεν έχει αλλάξει.

Η επιστολή του κ. Γιώτη έχει ενδιαφέρον διότι θίγει, εκ των «έσω», με την πείρα του εκπαιδευτικού όσα με απασχόλησαν, και συνεχίζουν να με απασχολούν, για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Αυτήν που θεωρώ απαραίτητη, αναγκαία συνθήκη, για τη διαμόρφωση της σκέψης. «Δεν νοείται δημοκρατικός συγκροτημένος ισορροπημένος πολίτης χωρίς λογοτεχνική παιδεία». Αναρωτιέται, δε, πώς είναι δυνατόν το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα να δημιουργεί απέχθεια και για τη νέα και για την αρχαία γραμματεία. Οσο για την πρότασή μου περί κατάργησης της διδασκαλίας της λογοτεχνίας –που ορισμένοι φιλόλογοι την πήραν κατά γράμμα ίνα επιβεβαιώσουν την αδυναμία κατανόησης των κειμένων που οι ίδιοι υποτίθεται διδάσκουν– ο κ. Γιώτης δίνει την πιο αποστομωτική απάντηση: «Δεν υπάρχει θέμα κατάργησης της λογοτεχνίας, γιατί πολύ απλά δεν διδάσκεται η λογοτεχνία. Το μάθημα λέγεται κείμενα ελληνικής λογοτεχνίας».

Είχαν ενδιαφέρον οι αντιδράσεις στη σειρά αυτή των άρθρων. Στη συντριπτική τους πλειονότητα προέρχονταν από φιλολόγους. Λογικό από τη μία. Αισιόδοξο από την άλλη. Αν μη τι άλλο, δείχνει πως οι καθ’ ύλην αρμόδιοι δεν αδιαφορούν για το έργο τους. Και αν σήμερα δεν αναφέρομαι στις συνήθεις επιθέσεις που δέχομαι για τις θέσεις μου είναι επειδή τις θεωρώ συνηθισμένες και έχω χάσει το ενδιαφέρον μου ακόμη και για τη βιαιότητά τους. Αντιθέτως, μου έκανε εντύπωση αυτήν τη φορά ότι άγγιξα μια φλέβα ευαισθησίας που οφείλει να μην περάσει απαρατήρητη, ούτε από το υπουργείο Παιδείας ούτε από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής.

Η κ. Ειρήνη Πουγούνια, καθηγήτρια στην Κάλυμνο, παρομοιάζει τους περίφημους «κειμενικούς δείκτες» –γκάτζετ της μετανεωτερικότητας– με Πόκεμον. Λέει, δε, πως το υπουργείο και το ΙΕΠ αντιμετωπίζουν τα ανθρωπιστικά μαθήματα σαν τα μαθηματικά. Ως μηχανιστική γνώση. Εννοείται πως τα μαθηματικά πόρρω απέχουν από το να είναι μηχανιστική γνώση. Το αντίθετο. Ομως ο τρόπος με τον οποίον διδάσκονται τα έχουν καταδικάσει και αυτά στην παπαγαλία. Μαθηματικός σε μεγάλο σχολείο της Αθήνας μου έλεγε πως ακόμη και τα παιδιά που παίρνουν άριστα στη λύση των εξισώσεων δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν με δικά τους λόγια ποια λογική ακολούθησαν για να τις λύσουν.

Η αρρώστια δύσκολα θεραπεύεται, διότι έχει ριζώσει βαθιά. Η κ. Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασπύρου, συνταξιούχος δασκάλα πια, αναφέρεται σε ένα επεισόδιο προ εικοσαετίας. Το τότε υπουργείο είχε ορίσει επιμόρφωση για τους εκπαιδευτικούς. Ο δε σοφός επιμορφωτής το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ζητήσει από τους επιμορφούμενους να μετρήσουν τα σημεία στίξης σε ένα ποίημα του Ελύτη. Μοιάζει με καψόνι για νεοσύλλεκτους, που είναι υποχρεωμένοι να μαζέψουν τις γόπες από το στρατόπεδο, αλλά είναι μάθημα επιμόρφωσης. Και καλά η επιστολογράφος μου το βρήκε περίεργο. Πόσοι όμως από τους συναδέλφους της το βρήκαν φυσιολογικό και μπήκαν στην τάξη για να διδάξουν πως έτσι πρέπει να διαβάζει κανείς την ποίηση;

Αρκούμαι σ’ αυτές τις αντιδράσεις. Κάπου διάβασα πως το ΙΕΠ έχει φιλόδοξα σχέδια. Θα εισαγάγει κείμενα λογοτεχνίας, ελληνικής και μεταφρασμένης, μυθιστορήματα, πεζογραφήματα. Είθε, όμως αυτό δεν σημαίνει και πολλά από μόνο του. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει η νοοτροπία της προσέγγισης. Κυρίως, δε, να συνειδητοποιήσουν πως το μάθημα της λογοτεχνίας δεν είναι ένα μάθημα ανάμεσα στα άλλα. Εκεί κρίνεται η διαμόρφωση της γλωσσικής ευαισθησίας και κατά συνέπεια της σκέψης. Εντέλει, η υπεράσπιση της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης.

Άρθρο του Γ. Ρούντου στην «Κ»: Ποιοι μιλούν σήμερα για πνευματική κρίση;

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σήμερα, συζητούνται οι κρίσεις που προσφέρονται περισσότερο για τεχνικές προσεγγίσεις διερεύνησης προβλημάτων σε συστήματα και διαχείριση

Πρόσφατα, διάβασα άρθρο του Χρήστου Γιανναρά στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» (10/7/2022), που δεν είναι της φευγαλέας «επικαιρότητας» και αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.Το τίμημα της ποιότητας

Ο φιλόσοφος καθηγητής θίγει εκ νέου (το έχει κάνει κατ’ επανάληψη, αλλά πόσους ενδιαφέρει…) τις διαστάσεις του προβλήματος αναφορικά με την πνευματική ποιότητα των ανθρώπων στην εποχή μας. Ποιότητα, που αντικατοπτρίζεται στο εργαλείο της νόησης, τη γλώσσα και τη μεγάλη, «μέχρι σημείου αναπηρίας, βύθιση σε γλωσσική (άρα και νοητική) υστέρηση». Οπως επισημαίνει, «δεν πρόκειται για περιθωριακή κοινωνική μερίδα, που υπάρχει και επιμένει (ολοφάνερα λένε οι στατιστικές) σε μορφωτική καθυστέρηση. Μάλλον μιλάμε για φαινόμενο γενικευμένου αυθυποβιβασμού και νεο-πρωτογονισμού, όπου ο καταναλωτισμός απολυτοποιείται».

Σήμερα, συζητούνται οι κρίσεις που προσφέρονται περισσότερο για τεχνικές προσεγγίσεις διερεύνησης προβλημάτων σε συστήματα και διαχείριση: η υγειονομική κρίση εξαιτίας της COVID-19, η κλιματική που έρχεται από μεγάλο βάθος χρόνου αλλά μόλις τώρα μας απασχολεί, με δεδομένες τις καταστροφές και τους αυξανόμενους έξω από κάθε πρόβλεψη κινδύνους, η γεωπολιτική με το ντόμινο αναταραχών όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και όλες οι συμφραζόμενες κρίσεις – ενεργειακή, επισιτιστική, δημογραφική/μεταναστευτική.

Πρόκειται για κρίσεις αλληλοτροφοδοτούμενες, με κοινή επαγωγικά την αναφορά τους σε μιαν άνευ προηγουμένου παγκόσμια οικονομική κρίση, όπως αυτή προβάλλει σήμερα. Παραπέμπω σε επισημάνσεις του Nουριέλ Ρουμπινί: «Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι μια ήπια προσγείωση είναι εξαιρετικά απίθανη, Αυτό οδηγεί είτε σε μια σκληρή προσγείωση και μια επιστροφή σε χαμηλότερο πληθωρισμό είτε σε ένα στασιμοπληθωριστικό σενάριο. Είτε έτσι είτε αλλιώς, μια ύφεση στα επόμενα δύο χρόνια είναι πιθανή», παρατηρεί ο διαπρεπής οικονομολόγος.

Διερωτώμαι, λοιπόν, πάνω στην άποψη του κ. Γιανναρά για απολυτοποίηση του καταναλωτισμού: Τι θα απογίνουν οι καταναλωτές, βιώνοντας το καταναλωτικό αδιέξοδο; θα βυθιστούν στο καθοδικό σπιράλ ενός υπαρξιακού κενού;

Ασφαλέστερη διέξοδος από τη μόρφωση δεν υπάρχει. Ειδικότερα στη χώρα μας, καμία νύξη και αναγωγή δεν γίνεται στην επί μακρόν σοβούσα κρίση που βρίσκεται στο υπόβαθρο όλων των κρίσεων που εξελίσσονται στο παρόν, την πνευματική κρίση. Φυσικά, συνιστούν πνευματική κρίση οι κρίσεις παιδείας και ήθους, δηλαδή πολιτισμικής ταυτότητας στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία των πολλών ταχυτήτων, ανισορροπιών και ανισοτήτων, που υπονομεύουν την κοινωνική ειρήνη και πρόοδο για τους πολλούς.

Στην Ελλάδα, αυτή η κρίση φωνάζει εις ώτα κωφών. Παράλληλα, καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ενός αναπτυξιακού λούνα παρκ της «καλής χαράς» (και στις επιχειρήσεις) με πολλά τρικ. Και τούτο μολονότι η επίδραση σε θέσεις εργασίας και μισθούς των εργαζομένων, όπου αναδεικνύεται σε βασική πρακτική επιβίωσης εταιρειών η περιστολή του κόστους, αργά ή γρήγορα φαίνεται.

Δεν είναι άμοιρη όλων αυτών και η εικόνα της έλλειψης ηγετών, από τη μικρότερη οικογενειακή επιχείρηση μέχρι τη δημόσια διακυβέρνηση, όπου εντέχνως η ευθύνη μετακυλίεται από την ηγεσία σε μια δήθεν «δημοκρατία» αποφάσεων και επιλογών σχολικού επιπέδου και εκτεταμένης ρηχότητας. Η δημοκρατία, εξ ορισμού, προβιβάζεται ή ευτελίζεται από το επίπεδο της πνευματικής ποιότητας των πολιτών. Ενα είδος άτυπης συνωμοσίας μετριοτήτων επικυριαρχεί, με ταυτόχρονη την πομφολυγώδη και φλύαρη επίφαση εικονικής πραγματικότητας επί χάρτου. Εννοιες πομπώδεις, όπως «σκοπός», «στρατηγική», «καινοτομία» κ.λπ., επαναλαμβάνονται αυτιστικά έξω από κάθε πραγματικότητα, με ηλιθιώδη ενθουσιασμό.

Σε έναν κόσμο που γίνεται εφιαλτικά χειρότερος, με τόσους «οραματισμούς» έωλης αισιοδοξίας ή ανοησίας και κάτω από τα τοξικά σύννεφα όλων αυτών των ανθρωπογενών κρίσεων –για τις οποίες λέγονται και γράφονται πολλά, αλλά ελάχιστα βήματα αντιμετώπισης γίνονται, λόγω άγνοιας, ανικανότητας ή αδιαφορίας– η διακρίβωση, άραγε, της πολύ σοβαρής πνευματικής κρίσης τι κίνδυνο θα μπορούσε τώρα να προσθέσει στη βάση όλων των άλλων κινδύνων…

Ωστόσο, ο βαθύνους Χρήστος Γιανναράς και λίγοι ακόμη κάπου τα γράφουν ευγενικά, για τη χώρα μας και τη μετα-κοινωνία που ετοιμάζει, με τα άβαταρ των αμόρφωτων «εξειδικευμένων». Και δεν έχω παρά να προσυπογράψω, με τη δέουσα περίσκεψη, μέσα από αυτό το άρθρο.

* Ο κ. Γιάννης Ρούντος είναι σύμβουλος επιχειρήσεων και πολιτιστικών οργανισμών.

Μέσα στο «Σκοτεινό Δωμάτιο» Μια άρτια έρευνα – πολύτιμος θησαυρός για την επίτευξη ενός αποφασιστικού βήματος προς τη συλλογική μας αυτογνωσία

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μέσα στο «Σκοτεινό Δωμάτιο»

Μια άρτια έρευνα – πολύτιμος θησαυρός για την επίτευξη ενός αποφασιστικού βήματος προς τη συλλογική μας αυτογνωσία

Μέσα στο «Σκοτεινό Δωμάτιο»

Είχα αποφασίσει συνειδητά να διαβάσω το «Ενα σκοτεινό δωμάτιο» του Αλέξη Παπαχελά το καλοκαίρι. Γνώριζα ότι θα μου δημιουργούσε την ανάγκη να αφήσω στην άκρη τα δικά μου γραπτά και να ασχοληθώ με τη χούντα. Το σημερινό σημείωμα δεν είναι μια βιβλιοκριτική, μια διαδικασία που ούτως ή άλλως τη θεωρώ άχαρη αλλά και αχρείαστη, αφού σημειώνω ευθύς εξαρχής ότι το «Σκοτεινό Δωμάτιο» πρέπει να μελετηθεί από όλους μας. Αποτελεί μια άρτια έρευνα, μια de profundis παρουσίαση και ανάλυση πάνω σε αρχειακές πηγές και μοναδικές προσωπικές συνεντεύξεις που αποτελούν πολύτιμο θησαυρό για την επίτευξη ενός αποφασιστικού βήματος προς τη συλλογική μας αυτογνωσία.

Το Θέατρο Σκιών

Ο Αλέξης Παπαχελάς υπογραμμίζει από τις πρώτες σελίδες πως ο εθνικισμός, το λούμπεν, ο λαϊκισμός και η υπεραπλούστευση, σε συνδυασμό με την έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών και ανθρώπων με ειδικό διαμέτρημα ώστε να βγουν μπροστά και να αναλάβουν την ευθύνη, οδηγούν σε εθνικές τραγωδίες. Η συλλογική μνήμη το διαπίστωσε στη Μικρά Ασία, όταν η «Μικρή Πλην Τίμια Ελλάδα» θριάμβευσε ως πολιτική τάση, οδηγώντας στον αφανισμό του Ελληνισμού της καθ’ ημάς Ανατολής, όπως και στην Κύπρο με τυράννους να γίνονται περίγελος στα χέρια ξένων μυστικών υπηρεσιών και χρήσιμοι ηλίθιοι για σύγχρονους Μακιαβέλι. Το ευτελές δεν έχει μόνο την ιδιότητα να ξεφτίζει στον χρόνο αλλά και να συμπαρασύρει στη φθορά μαζί του πρόσωπα και καταστάσεις που στην περίπτωση της εξωτερικής πολιτικής μεταφράζονται σε εθνικά συμφέροντα και κύρος.

Μέσα στο «Σκοτεινό Δωμάτιο»-1

Κύπρος και Παπαδόπουλος

Οι οπορτουνιστικοί σχεδιασμοί για την Κύπρο ξεκινούν από την πρώτη χούντα, αυτή του Παπαδόπουλου, με τον ίδιο να κλείνει το μάτι στην Αγκυρα και να αποσύρει την Ελληνική Μεραρχία τον Νοέμβριο του 1967 που είχε στείλει μυστικά στη Μεγαλόνησο ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964. Ο Παπαδόπουλος κατάφερε ένα συντριπτικό χτύπημα στην ελληνική παρουσία στη νήσο, αφενός γιατί δεν ήθελε εντάσεις με την Τουρκία σε μια περίοδο που προσπαθούσε να σταθεροποιηθεί στο εσωτερικό της χώρας και αφετέρου δεν τολμούσε να αρνηθεί στον απεσταλμένο του προέδρου Τζόνσον, Σάιρους Βανς, που είχε σταλεί στην περιοχή για να ηρεμήσει τα πνεύματα αλλά και για να ζητήσει από τη χούντα να κάνει μια κίνηση καλής θέλησης προς την Τουρκία. Μπορεί να φανταστεί ο καθένας τον απόφοιτο του Yale και βαθύ γνώστη των λεπτών ισορροπιών της εξωτερικής πολιτικής να παίζει σαν τη γάτα με το ποντίκι με τον ημιμαθή δικτάτορα που θεωρούσε ότι η βάση του «good diplomacy» [sic] είναι να λες μόνο ναι στους συμμάχους σου αδιαφορώντας για το εθνικό συμφέρον. O δικτάτορας όμως δεν δίστασε να ρίξει και το χαρτί της διπλής Ενωσης στο τραπέζι, προσφέροντας τμήμα της Κύπρου στην Αγκυρα με αντάλλαγμα την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Το ευτελές του εθνικισμού ως μήτρα δημιουργίας σύγχρονων Πεισίστρατων και πρόθυμων Αλκιβιάδηδων.

Κύπρος και Ιωαννίδης

Με τη δεύτερη όμως χούντα, αυτή του Ιωαννίδη, περνάμε από τη φάση του λαϊκισμού και της ημιμάθειας που χαρακτήρισε την περίοδο Παπαδόπουλου σε αυτήν της ολοκληρωτικής άγνοιας του πώς λειτουργεί το διεθνές σύστημα και στον αταβισμό που μόνο ο γνήσιος σοβινισμός μπορεί να παραγάγει, διανθισμένος με τη μονοσήμαντη απλουστευτικότητα που χαρακτήριζε τη σκέψη του Ιωαννίδη. Απέναντί του είχε τον Μακιαβέλι της δυτικής ψυχροπολεμικής διπλωματίας, τον Χένρι Κίσινγκερ και μια κλειστή ομάδα από ικανότατους πράκτορες της CIA που χειρίζονταν τον ηγήτορα της χούντας vol.2 ως το απόλυτο εργαλείο τους, άλλοτε διαβεβαιώνοντάς τον για τις καλές προθέσεις τους και άλλοτε παραπλανώντας σε βεβιασμένες αποφάσεις. Χαρακτηριστικές είναι οι στιγμές που για να πείσουν τον Ιωαννίδη να αφήσει ανοχύρωτη την Κύπρο εμπρός στην τουρκική εισβολή, η αμερικανική πλευρά τον τρομοκρατούσε με το σενάριο της εισβολής του βουλγαρικού στρατού και των σοβιετικών από τον Βορρά. Πλήρης αποτυχία να συνδέσει τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο με την ευρύτερη πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΣΣΔ, καθώς επίσης και ολική άγνοια γύρω από την αδυναμία της ΕΣΣΔ να εφαρμόσει ένα τέτοιο σχέδιο ανατροπής της Γιάλτας.

Ο Ιωαννίδης εγκρίνει την ανατροπή του Μακαρίου και ως γκροτέσκο παράλλαξη του ιδεαλιστή Δον Κιχώτη θεωρεί ότι έτσι επιτυγχάνει την Ενωση της Κύπρου με το ελλαδικό κέντρο. Ποια συμπεράσματα όμως μπορούμε να αντλήσουμε από την κυπριακή τραγωδία;

Συμπεράσματα

Ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός και η υπεραπλούστευση, σε συνδυασμό με την έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών και ανθρώπων με ειδικό διαμέτρημα ώστε να αναλάβουν την ευθύνη, οδηγούν σε εθνικές τραγωδίες.

Συμπέρασμα 1ο: Ο πατριωτισμός δεν είναι ρητορικό σχήμα. Είναι μια συνεπής πολιτική στάση που βασίζεται πρωτίστως στον ρεαλιστικό ορθολογισμό της σύνδεσης των μέσων που διαμορφώνουν τον πυρήνα της κρατικής ισχύος με τον τελικό σκοπό. Οι καλές προθέσεις ή η επίκληση προς το θείο για να σπεύσει σε βοήθεια έχουν αποδειχθεί ανέξοδα φληναφήματα από τη δεύτερη εκστρατεία των Αθηναίων προς τη Μήλο το 416 π.Χ. Οσο συχνότερη και πυκνότερη είναι η επίκληση στον πατριωτισμό, δίχως αυτή να συνοδεύεται από πράξεις ενίσχυσης της έξυπνης κρατικής υπόστασης, τόσο αυτός μετατρέπεται σε λαϊκισμό και στην ουσία χρησιμοποιείται για να ποδηγετεί τις μάζες προς ολοκληρωτικά σχήματα που υπόσχονται ηρωικές ήττες γιατί αδυνατούν να αντέξουν τη βάσανο της επίτευξης της καθημερινής επιβίωσης του κράτους στην άναρχη και ανταγωνιστική διεθνή αρένα. Η χούντα όχι μόνο εξευτέλισε την έννοια του πατριωτισμού αλλά και έβλαψε την Ελλάδα σε κοινωνικό, οικονομικό και διεθνοπολιτικό επίπεδο.

Συμπέρασμα 2ο: Η ενασχόληση με την εξωτερική πολιτική σε επίπεδο διαδικασίας λήψης αποφάσεων απαιτεί θεωρητική γνώση της λειτουργίας των διεθνοσυστημικών δομών και των διεθνοδικαϊκών δεδομένων, αλλά και εμπειρική τριβή με τις διεθνοπολιτικές πραγματικότητες που διαπερνούν το διεθνές σύστημα. Ιδιοφυείς πολιτικοί, όπως για παράδειγμα ο Ανδρέας Παπανδρέου στο Νταβός το 1986 ή ο Μπαράκ Ομπάμα στην έναρξη της Αιγυπτιακής Αραβικής Ανοιξης το 2011, οδηγήθηκαν σε λάθος επιλογές, πόσο μάλλον οι αμαθείς δικτάτορες με τον ναρκισσισμό του αλάνθαστου που η μοναδική τους σχέση με την πολυπλοκότητα της εξωτερικής πολιτικής ήταν η μεταφυσική ψευδαίσθηση της εθνικής παντοδυναμίας και της ταύτισης της Υψηλής Στρατηγικής με τη Στρατιωτική Στρατηγική και το αντίστροφο.

Συμπέρασμα 3ο: Για τα εθνικά σφάλματα την αποκλειστική ευθύνη φέρουν οι εγχώριοι φορείς διαχείρισης της κρίσης. Η Ελληνική Ιστορία για πολλές δεκαετίες βασίστηκε πάνω στην παραμυθία των «κακών ξένων» που οδηγούν τον Ελληνισμό σε συρρίκνωση. Για τα σφάλματά μας υπεύθυνοι είμαστε εμείς, όπως και για τις ολιγωρίες μας, για την ανοχή μας, για την έλλειψη ρεαλισμού και για τη βεβαιότητα ότι υπάρχει ο Από Μηχανής Θεός που θα δώσει λύση υπέρ ημών στην κορύφωση της κρίσης. Για το Κυπριακό υπεύθυνος είναι ο Ιωαννίδης και η κλειστή ομάδα πέριξ αυτού. Ο πρώτος γιατί αφέθηκε στον σοβινιστικό του υπεραπλουστευτισμό να γίνεται υποχείριο του πλέον σκοτεινού τμήματος του βαθέος αμερικανικού κράτους και οι γύρω από αυτόν γιατί ουδείς βρήκε το σθένος να αντιδράσει έγκαιρα απέναντι στον οπορτουνισμό του δικτάτορα. Οταν κανείς δεν τολμά να αναφωνήσει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, το κύρος του ηγεμόνα πλήττεται αλλά το κράτος επιβιώνει. Οταν το έλλειμμα ευθυκρισίας πλήττει τον πυρήνα του κράτους, τότε μια νέα εθνική ήττα αναμένει να κάνει την εμφάνισή της από το βάθος του ιστορικού χρόνου.

Συμπέρασμα 4ο: Ο ρόλος των ΗΠΑ ως προς την πρώτη αλλά και δεύτερη εισβολή στην Κύπρο είναι κομβικά αρνητικός. Ο Ιωαννίδης πείθεται από άγνωστα έως και σήμερα παράκεντρα του αμερικανικού βαθέος κράτους, πιθανότατα από τους ακραίους αντικομμουνιστές Ελληνοαμερικανούς της CIA, δίχως όμως αυτό να μπορεί να τεκμηριωθεί με πρωτογενείς πηγές, ότι το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και η Ενωση δεν θα προκαλέσουν την τουρκική εισβολή. Η τύχη της νήσου, καθώς και ένα σημαντικότατο κεφάλαιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που ακόμη παραμένει ανοικτό, βασίστηκε σε μια κενού περιεχομένου διαβεβαίωση. Οι ΗΠΑ το 1974, όπως και σήμερα, δεν ενδιαφέρονται για «το ποιος έχει δίκιο ή άδικο» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Το πρώτιστο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι η ενότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και η αποφυγή ελληνοτουρκικού πολέμου. Το είδαμε στην κρίση των Ιμίων, αλλά και απέναντι στη φιλορωσική γραμμή Ερντογάν από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 μέχρι και σήμερα. Η Ελλάδα οφείλει να προνοεί για την ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο, δίχως όμως να υποβαθμίζει τα εθνικά της συμφέροντα. Ως προς αυτή την κατεύθυνση η διατήρηση της Ατλαντικής γραμμής στην εξωτερική μας πολιτική είναι σημαντική, δίχως παρεκκλίσεις, αλλά τα εθνικά συμφέροντά μας διασφαλίζονται μέσα από το δόγμα της αυτοβοήθειας. Από Μηχανής Θεοί δεν υπάρχουν.

Συμπέρασμα 5ο: Η εγχώρια άκρα Δεξιά εδώ και δεκαετίες διακινεί τον μύθο ότι επί Ιωαννίδη χάθηκε μόλις το 4% της Κύπρου από τον Αττίλα, ενώ μετά την παλινόρθωση της αστικής δημοκρατίας χάθηκε ένα επιπλέον 36,2% του κυπριακού χώρου. Το «η Κύπρος κείται μακράν» του Κωνσταντίνου Καραμανλή παρουσιάζεται από την άκρα Δεξιά ως αδιαφορία του τότε Ελληνα πρωθυπουργού για την Κύπρο, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μια ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης βασισμένη πάνω στον ελλειμματικό εξοπλισμό και στην ελλιπή επιμελητεία πολέμου που τα καθεστώτα, τόσο του Παπαδόπουλου όσο και του Ιωαννίδη, «κληροδότησαν» στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία. Η στρατιωτική κινητοποίηση του Ιουλίου του 1974 διδάσκεται πλέον σε διεθνές επίπεδο ως παράδειγμα αποτυχημένης προετοιμασίας πολέμου για ένα κράτος, με τον Ιωαννίδη να μάχεται κρυπτόμενος πραγματικούς εχθρούς με φανταστικά φορτία σκληρής ισχύος και με μηδαμινή εθνική ενότητα λόγω του ειδεχθούς του καθεστώτος στη συλλογική συνείδηση.

Αντί Επιλόγου

Η γνώση είναι το αντίδοτο του λαϊκισμού. Το «Σκοτεινό Δωμάτιο» αποτελεί μια ενδελεχή ανάλυση των ημέτερων σφαλμάτων, του μακιαβελισμού του Kίσινγκερ και του πού μπορεί να οδηγήσει ο σοβινισμός και ο λαϊκισμός ένα κράτος που έχει απολέσει τη δυναμική της λαϊκής δεδηλωμένης και επαφίεται στις αποφάσεις μιας ομάδας ημίτρελων που μεταφράζουν σε συλλογικό μεγαλείο τα προσωπικά τους κενά. Η αχτίδα φωτός που παρεισφρέει εντός σου κλείνοντας το «Σκοτεινό Δωμάτιο» είναι ότι παρά τις σημαντικές δυσκολίες η Ελλάδα του 2022 είναι σε πολύ καλύτερη θέση από αυτήν της περιόδου 1967-1974, λόγω της ισχυρής αστικής δημοκρατίας που χειρίζεται τις τύχες του τόπου και του δυτικού προσανατολισμού που δείχνει σταθερά η συλλογική μας πυξίδα. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερο φως.

* Ο κ. Σπύρος Ν. Λίτσας είναι καθηγητής της Θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι συνεχείς εκκλήσεις των Ποντίων, οι κατά καιρούς θέσεις της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και η αρνητική στάση των συμμάχων

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;

Ενας από τους προβληµατισµούς που διατυπώνονται συχνά για τη Μικρασιατική Εκστρατεία είναι η σχέση του Ελ. Βενιζέλου και των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων με τον ποντιακό Ελληνισμό.

Οι συνθήκες που προέκυψαν στη διάρκεια και με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου –ιδιαίτερα η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας– ήταν φυσικό να απασχολήσουν τους Ελληνες του Πόντου, οι οποίοι άρχισαν να σκέφτονται την προοπτική ενός ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Εξάλλου, από το 1914 είχαν αρχίσει οι διώξεις εναντίον τους, ενώ τη διετία 1916-1918 η περιοχή είχε καταληφθεί από τη Ρωσία.

Η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Τραπεζούντας», η οποία δημιουργήθηκε το 1916 με ηγέτη τον μητροπολίτη Χρύσανθο, μπορεί να είχε σχετικά σύντομη διάρκεια ζωής, εντατικοποίησε όμως τις διεργασίες μεταξύ των Ποντίων και ισχυροποίησε την ιδέα περί ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Την ίδια περίοδο άρχισαν να δημιουργούνται ανταρτικές ομάδες, που όμως στερούνταν εξοπλισμού και ηγεσίας. Το πρόβλημα της ενίσχυσής τους ετίθετο εκ των πραγμάτων.

Ωστόσο, όταν οι εκπρόσωποι των Ελλήνων Ποντίων ζήτησαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου βοήθεια (και στρατό), συνάντησαν την άρνησή του. Εν τω μεταξύ εντείνονταν οι διώξεις. Αυτή η κατάσταση επικρατούσε στις αρχές του 1919, όταν στα παράλια του Πόντου εμφανίστηκαν ελληνικά πολεμικά πλοία στο πλαίσιο της συμμαχικής επιχείρησης ανατροπής των μπολσεβίκων. Λίγο αργότερα (Μάιος 1919) ο Κεμάλ θα αποβιβαστεί στη Σαμψούντα.

Στις αρχές του 1919, επίσης, ξεκινούσε στο Παρίσι η Διάσκεψη Ειρήνης, στην οποία ο Χρύσανθος συμμετείχε ως μέλος της πατριαρχικής αντιπροσωπείας. Εκεί ο Βενιζέλος έθετε ως προτεραιότητα τη Σμύρνη, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, τη Θράκη και τη Βόρεια Ηπειρο – όχι όμως την Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο και τον Πόντο· θεωρούσε ότι δεν θα εξασφάλιζε συμμαχική υποστήριξη για κάτι τέτοιο.

Ο Ελληνας πρωθυπουργός προέκρινε τον σχηματισμό αυτόνομου ποντιακού κράτους σε συνεργασία με τους Αρμενίους, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων. Θα παραμείνει σε αυτή τη θέση ακόμη και όταν θα λάβει υπομνήματα που θεωρούσαν σκόπιμη την αποστολή Ελλήνων στρατιωτών στον Πόντο, καθώς οι διώξεις εναντίον των Ελλήνων εκεί είχαν κλιμακωθεί, ή όταν τον ενημέρωναν (Ιανουάριος 1920) για την ύπαρξη χιλιάδων Ποντίων μαχητών που μπορούσαν να στραφούν εναντίον των δυνάμεων του Κεμάλ.

Η στάση του φαίνεται να αλλάζει αργότερα· είμαστε όμως ήδη στα 1920 και πλέον από τον Νοέμβριο στην εξουσία βρίσκονται οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις, οι οποίες δείχνουν επιφυλακτικότητα απέναντι στο ενδεχόμενο επιχειρήσεων στον Πόντο. Την ίδια χρονιά και οι σύμμαχοι φαίνεται πως αντιλήφθηκαν τη σημασία μιας στρατιωτικής επέμβασης στον Πόντο.

Εύλογο, συνεπώς, το ερώτημα στο οποίο απαντούν τρεις ιστορικοί: Γιατί δεν ενώθηκε ο ελληνικός στρατός με τους αντάρτες του Πόντου πριν αποβιβαστεί ο Κεμάλ στη Σαμψούντα. Ηταν, και μέχρι πότε, δυνατή μια στρατιωτική επιχείρηση στον Πόντο;

Αδύνατη μια αυτόνομη ελληνική επιχείρηση

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-1

Ο απολογισμός της Μικρασιατικής Εκστρατείας σήμερα δείχνει ότι κατά τη διάρκειά της εκπέμπονταν διαφορετικά έως και αντιφατικά μηνύματα προς τους συμμάχους, άλλα προς τον Ελληνισμό Μικράς Ασίας, Ανατολικής Θράκης και Πόντου, άλλα προς τους μαχόμενους στρατιώτες και άλλα προς τους πολίτες του ελληνικού κράτους. Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα το ενδεχόμενο στρατιωτικής ελληνικής αποστολής στον Πόντο υπήρχε ως φήμη, παρά την επιφυλακτικότητα του Βενιζέλου σε αυτό και παρά την άρνηση των Δυνάμεων. Καθοριστικό έτος για την εκστρατεία ήταν το 1920, τόσο λόγω των κινήσεων που έγιναν, δηλαδή η επέκταση ζώνης ελληνικού ελέγχου στη Μικρά Ασία, η εγκατάσταση ελληνικών δυνάμεων στην Ανατολική Θράκη αλλά και η ανεπίσημη πρόταση για επιχειρήσεις στον Πόντο. Σημαντικό επίσης το 1920 και λόγω της μεγάλης ανατροπής που επέφερε η ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Ο Πόντος και η δυτική Μαύρη Θάλασσα κυρίως αποτέλεσαν ναυτική περιοχή συμμαχικού ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια προσπάθειας ανάσχεσης των μπολσεβίκων το 1919. Ετσι εξηγείται η ελληνική στρατιωτική παρουσία, μέσω των δεκαεπτά ελληνικών πολεμικών πλοίων που ενεπλάκησαν σε πολεμικές περιπολίες, πάντοτε υπό συμμαχική διοίκηση και διεύθυνση και όχι σε πρωτοβουλία της Ελλάδας για δράση αυτόνομη στην περιοχή.

Τον Νοέμβριο του 1920 στην προσπάθεια περιορισμού του Κεμάλ εκ μέρους των Βρετανών, φαίνεται ότι διατυπώνεται πρόταση για επιχειρήσεις ξηράς στον Πόντο. Να σημειώσουμε ότι ο Κεμάλ έχει αποβιβαστεί στα μέσα Μαΐου 1919 στη Σαμψούντα και από εκεί έχει ξεκινήσει την πολεμική και επαναστατική διαδικασία.

Η πρόταση για τον Πόντο, κατά τα ευρεθέντα έγγραφα, έγινε στον στρατηγό Δημήτριο Καθενιώτη και μεταφέρεται μέσω επιστολής στον Βενιζέλο στις 28 Νοεμβρίου 1920, οκτώ ημέρες μετά την εκλογική ήττα.

Στην επιστολή αναφέρεται ότι οι Βρετανοί προτείνουν τη συγκρότηση ελληνικής μονάδας αριθμού 15.000 ανδρών, χωρίς όμως την άμεση και επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους. Η μονάδα θα στελεχωνόταν αρχικώς ανεπισήμως από στρατολογικές κλάσεις του ελληνικού κράτους και στη συνέχεια από επιστράτευση που θα πραγματοποιούνταν μεταξύ των τάξεων της ελληνικής κοινότητας του Πόντου.

Στις μονάδες θα ηγούντο ικανοί πολεμικά αξιωματικοί βενιζελικών φρονημάτων, οι οποίοι ήδη αποπέμπονταν από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση που είχε κυριαρχήσει μετεκλογικά στην Αθήνα.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-2
Ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, πρωταγωνιστική μορφή του κινήματος για αυτοδιάθεση. Φωτ. ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΘΗΝΑ

Παρατηρούμε ότι η βρετανική ανεπίσημη πρόταση αφορά τη διατήρηση σε όφελος των σκοπών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας του βενιζελικού πολεμικού μηχανισμού που αποπέμπει σταδιακά η κυβέρνηση Αθηνών, όπως επίσης την ανάγκη των Βρετανών να αντιμετωπιστεί ο Κεμάλ εγκαίρως.

Ασχέτως του εάν η βρετανική πρόταση-σκέψη που μεταφέρει ο Καθενιώτης στον Βενιζέλο ήταν στο στάδιο πραγματοποίησης, εάν ήταν δηλαδή επίσημη και μελετημένη, διακρίνουμε τρία βασικά στοιχεία. Το ένα αφορά το στρατιωτικό ενδιαφέρον που έχουν οι ακτές του Πόντου, δεύτερο είναι η εμπιστοσύνη που διατηρούσαν οι Βρετανοί στους βενιζελικούς αξιωματικούς λόγω συνυπηρεσίας που είχαν από την αρχή του πολέμου.

Το τρίτο είναι και το σημαντικότερο, αφού αντιλαμβανόμαστε εκ των υστέρων ότι τα ελληνικά τμήματα, προκειμένου να δρέψουν καρπούς νίκης υπέρ της Ελλάδας όφειλαν να κινούνται προς υποστήριξη των συμμαχικών στόχων. Μια λογική που αποδέχθηκε και εφάρμοσε ο Βενιζέλος και που έφερε όφελος στην Ελλάδα τη μεγάλη επέκταση των συνόρων. Μια πολιτική που δεν χειρίστηκαν αποτελεσματικά οι αντίπαλοί του, είτε γιατί δεν την πίστευαν από την αρχή είτε γιατί ο Παγκόσμιος Πόλεμος είχε πλέον τελειώσει και η στάση των Δυνάμεων στην Ανατολή άλλαζε ραγδαία εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.

Αρα το ενδεχόμενο ελληνικής πολεμικής αποστολής στον Πόντο θα είχε προοπτική μόνο εάν οι ελληνικές δυνάμεις συνέτρεχαν τις συμμαχικές, για τους γεωπολιτικούς στόχους των τελευταίων, με παράπλευρο το όποιο όφελος των ελληνικών κοινοτήτων εκεί.

Από τη στιγμή που η όποια ελληνική πολεμική ενέργεια στον Πόντο δεν προτάθηκε και δεν έγινε έως τον Νοέμβριο του 1920, ήταν αδύνατον να γίνει στη συνέχεια.

Από τον Δεκέμβριο του 1920 η ελληνική κυβέρνηση και ο στρατός μπήκαν σε έναν αγώνα δρόμου να ικανοποιήσουν τους συμμάχους καταστρέφοντας τις δυνάμεις του Κεμάλ για να διατηρήσουν οι σύμμαχοι τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το όφελος για το ελληνικό πλαίσιο θα ήταν η επιβίωση της παρουσίας της Ελλάδας στη Μικρά Ασία.

Η αυτόνομη κίνηση του ελληνικού στρατού στη νότια και ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι, σε ευμάρεια, ελληνικές κοινότητες του Πόντου, ήταν αδύνατη αφού ο βρετανικός έλεγχος των Στενών των Δαρδανελίων καθιστούσε απαγορευτικό τον πλου ελληνικών πολεμικών πλοίων προς υποστήριξη της ενδεχόμενης ελληνικής αποβατικής δύναμης.

Οι επιχειρήσεις μέσω των ορεινών ή ημιορεινών διαβάσεων προς την ακτή του Πόντου δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, αφενός διότι δεν εξυπηρετούσαν τους συμμάχους, αλλά και γιατί ο Πόντος ήταν πολύ μακρύτερα από την Ελλάδα σε σχέση με τα παράλια της Ιωνίας και σε σχέση με την Ανατολική Θράκη.

Ακόμη, ο όγκος του στρατού στην Ιωνία δεν αρκούσε για τις εκεί επιχειρήσεις, πόσο μάλλον για την επέκταση, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύτερα από τους αντικειμενικούς σκοπούς του ελληνικού στρατού στην εκστρατεία. Οσο για την ύπαρξη Ελλήνων Ποντίων ανταρτών στα βουνά του Πόντου, δεν ευτύχησαν να συμπολεμήσουν με τον ελληνικό στρατό, παραμένοντας μόνοι τους ως ο θρύλος του ένοπλου ελληνισμού της Ανατολής.

* Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-3
Η κεντρική πλατεία της Τραπεζούντας, γνωστή ως «Γκιαούρ Μεϊντάν». Οι Νεότουρκοι ξεκίνησαν την εφαρμογή της γενοκτονικής πολιτικής τους στον Πόντο το 1914 (πηγή: «Εύξεινος Πόντος – Φωτογραφικό λεύκωμα των αδελφών Κακούλη», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 2010).
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-4
Αποψη της Σινώπης σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ού αι. Φωτ. ΣΥΛΛΟΓΗ Α. Σ. ΜΑΪΛΗ
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-5
Ο καπετάν Ιάκωβος (Μεταλλίδης), οπλαρχηγός στην περιοχή της Σεβάστειας. Φωτ. ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΘΗΝΑ

Ο Βενιζέλος απέρριψε όλα τα αιτήματα των Ποντίων

Συνέχεια ανάγνωσης

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1922 του Εκτάκτου Στρατοδικείου αποτελεί σημείο τριβής και έντονων συζητήσεων εδώ και έναν αιώνα. Αποδόθηκε δικαιοσύνη; Ηταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας;

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;

Ενα από τα γεγονότα που σηµάδεψαν το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και επηρέασαν σε πολλά επίπεδα την πολιτική ζωή της Ελλάδας τις επόµενες δεκαετίες είναι η πολυσυζητημένη Δίκη των Εξι. Μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού και την Καταστροφή της Σμύρνης, εκδηλώθηκε το Κίνημα του Στρατού και του Στόλου (11 Σεπτεμβρίου 1922), που οδήγησε στον σχηματισμό Επαναστατικής Επιτροπής (Πλαστήρας, Γονατάς, Φωκάς), στην παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου, στην είσοδο των επαναστατικών δυνάμεων στην Αθήνα και στον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Σ. Κροκιδά (στις 16 Σεπτεμβρίου). Μία από τις πρώτες ενέργειες των στρατιωτικών (που είχαν στην ουσία την εξουσία) ήταν η σύσταση Εκτάκτου Στρατοδικείου και η σύλληψη οκτώ στελεχών της αντιβενιζελικής παράταξης και αξιωματικών που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι της ήττας, σε μια Αθήνα που έβραζε από οργή και αγανάκτηση για τη μεγάλη καταστροφή.

Οι οκτώ που παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας ήταν ο Δημήτριος Γούναρης, πρωθυπουργός από τον Μάρτιο του 1921 έως τον Απρίλιο του 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, υπουργός Οικονομικών από τον Ιανουάριο του 1921 και πρωθυπουργός από τις 9 Μαΐου έως τα τέλη Αυγούστου 1922, ο υπουργός Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής, ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο Γεώργιος Χατζανέστης, διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας από τον Μάιο του 1922, και οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός. Η δίκη ξεκίνησε στις 31 Οκτωβρίου 1922 και ολοκληρώθηκε σε 16 ημέρες. Με συνοπτικές διαδικασίες οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και οι έξι από αυτούς καταδικάστηκαν σε θάνατο. Χαρακτηριστικό της σπουδής με την οποία ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες είναι το γεγονός ότι η ανακοίνωση της ετυμηγορίας στους καταδικασθέντες και η εκτέλεση της ποινής έγιναν με διαφορά λίγων ωρών. Το πρωινό της 15ης Νοεμβρίου 1922 ακούστηκαν στο Γουδί 36 πυροβολισμοί και έπεσαν νεκροί οι Γούναρης, Χατζανέστης, Πρωτοπαπαδάκης, Στράτος, Θεοτόκης και Μπαλτατζής. Το 2010 έγινε η επανάληψη της δίκης από τον Αρειο Πάγο και το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο αθώωσε τους καταδικασθέντες μετά θάνατον.

Η Δίκη των Εξι αποτελεί σημείο τριβής και έντονων συζητήσεων εδώ και έναν αιώνα. Ακόμη και όσοι υποστηρίζουν ότι δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη στο Εκτακτο Στρατοδικείο του ’22, εκτιμούν ότι η εκτέλεση των έξι ίσως απέτρεψε άλλες εκρήξεις βίας και έκτροπα που ενδεχομένως να είχαν μαζικό χαρακτήρα. Ορισμένοι εντοπίζουν προσωπικές διαφορές μεταξύ κατηγόρων και κατηγορουμένων, ενώ άλλοι αναγνωρίζουν τις ευθύνες των καταδικασθέντων στην αποτυχημένη διαχείριση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Σήμερα, 100 χρόνια μετά τα γεγονότα, θέτουμε σε τέσσερις ιστορικούς ένα από τα πλέον φορτισμένα ερωτήματα της Καταστροφής. Αποδόθηκε δικαιοσύνη στη Δίκη των Εξι; Ηταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας; Τι προκάλεσε ο θάνατός τους; Απαντούν οι Γιώργος Μαυρογορδάτος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Θανάσης Διαμαντόπουλος και Βλάσσης Αγτζίδης.

Ιστορική δικαιοσύνη ή δικαστικός κανιβαλισμός;

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-1

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος –ταυτίζοντας τον Λόιντ Τζορτζ με τη Μεγάλη Βρετανία, υποτιμώντας τις επιφυλάξεις των άλλων νικητριών δυνάμεων του «Μεγάλου Πολέμου» καθώς και τις διαιρέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ τους, αλλά και τη ρευστότητα των καταστάσεων– επιχείρησε ένα τυχοδιωκτικό, ενδεχομένως μάλιστα εξαρχής αδιέξοδο εγχείρημα. (Αλλωστε ο Ιωάννης Μεταξάς–-αλλού λιγότερο διορατικός, είναι αλήθεια– είχε αναδείξει από πολύ νωρίς τα δυσμενή γεωπολιτικά και δημογραφικά δεδομένα για τη στρατιωτική μας παρέμβαση σε μια περιοχή χωρίς εδαφική συνέχεια με τον κύριο κορμό της χώρας, πολλώ δε μάλλον που στην ενδοχώρα της το «απόλεμο», όπως το προσδιόριζε, ελληνικό στοιχείο δεν ήταν πλειοψηφικό.)

Ακόμη όμως και αν, με «αναδρομική σοφία», καταλογίσουμε στον μεγάλο Κρητικό «άφρονα μαξιμαλισμό», αυτό δεν αίρει τις ευθύνες των αντιπάλων του: Υπηρέτησαν, «πληθωρικά» μάλιστα, την ίδια πολιτική –στην οποία είναι αμφίβολο αν πίστευαν– σε δυσμενέστερο διεθνοπολιτικό περιβάλλον και με μεγαλύτερη εθελοτύφλωση μπροστά στις εξελίξεις. Ασφαλώς και υπήρξαν περιδεείς μπροστά στο πολιτικό κόστος, φοβούμενοι εκτός από την κρίση της κοινωνίας και τη σύγκριση της Ιστορίας: μήπως αποδειχθούν ήσσονες και όχι κρείσσονες του προκατόχου τους. Δεν αναιρούν, δε, τις πολιτικές ευθύνες τους ούτε τα ισχυρά ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να επικαλεσθούν: τόσο κάποιες δηλώσεις, μετά τον Νοέμβριο του 1920, του Βρετανού πρωθυπουργού όσο και τη στάση πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων της δικής μας χώρας. (Π.χ., όταν το 1921 συζητείτο στην ελληνική Βουλή συμβιβαστική διαμεσολάβηση των συμμάχων, ο αρχιστράτηγος Παπούλας –που μετέπειτα υπήρξε μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη των Εξι– τηλεγραφούσε πως η στρατιά δεν θα δεχόταν να εγκαταλείψει ούτε σπιθαμή μικρασιατικού εδάφους… Παράλληλα, ενώ ο αυτοεξόριστος Βενιζέλος, προσγειωμένος πλέον, παρότρυνε σε μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, αναδεικνύοντας τη μεταβολή των διεθνοπολιτικών δεδομένων, στην Ελλάδα η κοινοβουλευτική ομάδα των Φιλελευθέρων συνέπλεε στην αδιαλλαξία: Χαρακτήριζε και αυτή, από κοινού με την αντιβενιζελική κυβέρνηση, τη Συνθήκη των Σεβρών ως «ελάχιστον των εθνικών δικαίων», κάτι που έκανε τότε την «Καθημερινή» του Βλάχου να αντιδιαστέλλει την «εθνική υπευθυνότητα» του Δαγκλή προς την «ηττοπάθειαν» του «ενδοτικού» Βενιζέλου.)

Οποιες όμως και αν υπήρξαν οι πολιτικές ευθύνες των καταδικασθέντων, η –κακώς επονομασθείσα– Δίκη των Εξι αναμφίβολα συνιστούσε πολιτικό διωγμό αντιπάλων. Ακόμη χειρότερα, είχε στοιχεία δικαστικού κανιβαλισμού.

Τίποτε πράγματι, καμία διπλωματική αφέλεια και καμία πολιτική αμέλεια, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την –ενιαία– κατηγορία κατά των κυβερνητών της περιόδου, καθώς και κατά του τελευταίου αρχιστρατήγου, πως «εκουσίως και εκ προθέσεως υποστήριξαν την εισβολήν εις την επικράτειαν του Βασιλείου του τουρκικού εθνικιστικού στρατού». Τίποτε, πλην ίσως του γεγονότος ότι από το 1915 η χώρα είχε συνηθίσει να ζει με δύο «ξενοκίνητες προδοτικές» παρατάξεις, ιδιότητα που αποκτούσε και νομική/ποινική απαξία για την εκάστοτε ευρισκόμενη στην αντιπολίτευση…

Πώς, όμως, τεκμηριώνεται η άποψη περί «δικαστικού κανιβαλισμού»;

Πρώτον, στρατιωτικοί της «Επανάστασης» του 1922, οι οποίοι ήθελαν να πολιτευθούν –αφού τότε επετράπη σε εν ενεργεία ενστόλους να εκλέγονται βουλευτές– επιδίωκαν να ικανοποιήσουν τους πρόσφυγες με τη σκληρότερη τιμωρία των υπαιτίων της συμφοράς. Γι’ αυτό και ασκούνταν παρασκηνιακές πιέσεις προς τους στρατοδίκες.

Δεύτερον, υπήρχαν και προσωπικά προηγούμενα: Βασικός συντάκτης του κατηγορητηρίου –με την παρασκηνιακή βοήθεια του Γεωργίου Παπανδρέου– ήταν ο στρατηγός Πάγκαλος, του οποίου ο Χατζανέστης είχε δύο φορές το 1912 επιδιώξει την παραπομπή σε στρατοδικείο, τη δεύτερη –για μαζικές εκτελέσεις αιχμαλώτων– ως «εγκληματία πολέμου». Επιπροσθέτως ο πρόεδρος του στρατοδικείου Οθωναίος μισούσε βαθιά τους υποδίκους –υπάρχουν συγκλονιστικά ιδιόχειρα σημειώματά του, γραμμένα δεκαετίες αργότερα–, ενώ επίσης και ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας Παπούλας είχε προσωπικά κατά του Γούναρη: είχε ενημερωθεί από τον Βίκτωρα Δούσμανη για τους ακραία απαξιωτικούς προς το πρόσωπό τους χαρακτηρισμούς του Πατρινού πολιτικού.

Οσον αφορά, τρίτον, τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης… Ο Οθωναίος τρομοκρατούσε μάρτυρες… Οι κατηγορούμενοι ενίοτε αποβάλλονταν της αίθουσας «δι’ ασέβειαν προς το δικαστήριο»… Επίσης, δε, στερήθηκαν του δικαιώματος να χρησιμοποιήσουν προς υπεράσπισή τους διπλωματικά έγγραφα «ίνα μη έλθουν εις δημοσιότητα απόρρητα του κράτους». Ενώ νόμω βάσιμες δικονομικές ενστάσεις τους απορρίπτονταν, διότι «δεν υπηρετούσαν την ουσιαστική δικαιοσύνη».

Το πλέον κραυγαλέο, όμως, υπήρξε άλλο: Το βασικότερο σημείο του κατηγορητηρίου ήταν –όχι πως προκηρύχθηκε δημοψήφισμα για επάνοδο του Κωνσταντίνου, κάτι που αξίωνε όλος ο αντιβενιζελικός κόσμος της εποχής, αλλά– ότι δεν ανέστειλαν τη διεξαγωγή του σχετικού δημοψηφίσματος της 22ας Νοεμβρίου 1920. Ως όφειλαν να κάνουν, κατά το κατηγορητήριο, αφού την προπαραμονή της διεξαγωγής του οι νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις επέδωσαν νότα, διά των πρέσβεών τους, προς την κυβέρνηση Ράλλη, ενημερώνοντάς τη πως θα θεωρούσαν την επαναφορά στον θρόνο του γερμανόφιλου μονάρχη ως εχθρική πράξη, που θα τις έστρεφε εναντίον της Ελλάδας. Ωστόσο, οι επτά από τους οκτώ καταδικασθέντες (στην κακώς ονομαζόμενη Δίκη των Εξι) δεν ήταν υπουργοί της κυβέρνησης που αποφάσισε να αγνοήσει την προειδοποίηση… Αλλά ο συνταγματάρχης Καλογεράς, της υπό τον Πάγκαλο τριμελούς ανακριτικής επιτροπής που συνέταξε το κατηγορητήριο, υποστήριξε τη θεωρία περί αναδρομικής ευθύνης –για τη μη αναβολή του δημοψηφίσματος– όσων έγιναν μεταγενέστερα υπουργοί…

Καταλήγοντας: Αν ζητούμενο σήμερα είναι ο αναστοχασμός επί όσων τότε συνέβησαν, ας εστιάσουμε μόνο σε ένα: Οι περισσότερες επαναναφλέξεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο, καθώς και οι εκτελέσεις αντεκδίκησης του 1935, είχαν σχέση με τη Δίκη των Εξι.

* Ο καθηγητής Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι συγγραφέας τού άρτι κυκλοφορήσαντος από τις εκδόσεις Πατάκη έργου «Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του. Η Δίκη των “Εξι”: Εξιλασμός ή δικαστικός φόνος;».

Μακροπρόθεσμα, πληρώσαμε ακριβά την απόφαση

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-2

Tο ζήτημα της δίκης και εκτέλεσης των Εξι δεν είναι τόσο απλό όσο εμφανίζεται. Από στενά νομικής σκοπιάς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επρόκειτο για παρωδία δίκης, τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά. Το «έκτακτο επαναστατικό στρατοδικείο» δεν ήταν βέβαια κανονικό δικαστήριο. Επιπλέον, το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας μόνο «εκ προθέσεως» μπορεί να διαπραχθεί. Αλλά πρόθεση των κατηγορουμένων ούτε αποδείχθηκε ούτε μπορούσε ποτέ να αποδειχθεί.

Αν η δίκη και οι εκτελέσεις ήσαν αναγκαίες ως κάθαρση μιας μοναδικής εθνικής τραγωδίας, οι οργανωτές τους όφειλαν ίσως να είναι ειλικρινέστεροι και ωμότεροι. Στην ουσία, οι κατηγορούμενοι ήσαν υπόλογοι για ανεπανόρθωτη βλάβη ή «προδοσία» των εθνικών συμφερόντων όχι «εκ προθέσεως», αλλά από βαρύτατη και ασυγχώρητη («ασύγγνωστη») αμέλεια και ανευθυνότητα. Ηταν λοιπόν προτιμότερο να διατυπωθεί ανάλογα το κατηγορητήριο.

Μπορεί όμως να γίνει λόγος και για «ενδεχόμενο δόλο», δηλαδή για αποδοχή ενός ενδεχόμενου και προβλεπόμενου αποτελέσματος, σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις: του Δημητρίου Γούναρη, του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη και του Νικολάου Θεοτόκη. Προτίμησαν την πορεία προς την Καταστροφή από οποιαδήποτε άλλη επιλογή που θα είχε θέσει σε κίνδυνο το αντιβενιζελικό καθεστώς, οδηγώντας ίσως σε επάνοδο του Βενιζέλου. Η πιο καταδικαστική σχετική μαρτυρία προέρχεται από τον Ιωάννη Μεταξά, όταν, τον Μάρτιο του 1921, αυτοί οι τρεις τον είχαν αναγκάσει να αναφωνήσει αγανακτισμένος: «Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;»

Υπάρχει εξάλλου μια αδιόρατη ειρωνεία. Από τους Εξι, τουλάχιστον ο Γούναρης και ο Θεοτόκης είχαν αναμφίβολα διαπράξει το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας το 1916-17, επιδιώκοντας τότε πολεμική σύμπραξη με τους Γερμανούς και με τους Βουλγάρους ακόμη και μετά την κατάληψη από αυτούς της Ανατολικής Μακεδονίας, που οι Βούλγαροι θεωρούσαν οριστική προσάρτηση. Εκείνη η πραγματική προδοσία έμεινε τελικά ατιμώρητη. Τη γνώριζαν όμως οι στρατοδίκες και την επικαλέστηκαν οι κατήγοροι το 1922, μολονότι το κατηγορητήριο είχε ως αφετηρία την 1η Νοεμβρίου 1920. Γνώριζαν επίσης ότι είχαν επανέλθει στο στράτευμα και υπηρετούσαν στη Μικρά Ασία δύο κωνσταντινικοί αξιωματικοί που είχαν αυτομολήσει στους Βουλγάρους το 1917-18.

Χάρη στη δίκη και στην εκτέλεση των Εξι, οι Ελληνες στρατιωτικοί ως σύνολο κατάφεραν να αποτινάξουν ουσιαστικά την ευθύνη της συντριπτικής ήττας και να την επιρρίψουν αποκλειστικά σε πολιτικούς. Το ίδιο είχαν κάνει νωρίτερα οι Γερμανοί συνάδελφοί τους για τη δική τους ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Ο τελευταίος αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης δεν ήταν αντιπροσωπευτικός του Σώματος των αξιωματικών και προσφερόταν ως εξιλαστήριο θύμα χωρίς να θίγεται το γόητρο του στρατού ως θεσμού.) Η συγκάλυψη των καθαρά στρατιωτικών ευθυνών παραμένει μέχρι σήμερα η κρυμμένη αλλά και απεχθέστερη όψη του ζητήματος.

Ως πράξεις σκοπιμότητας, η δίκη και οι εκτελέσεις ασφαλώς πέτυχαν βραχυπρόθεσμα ωφέλιμο και άμεσο αποτέλεσμα. Συντάραξαν τους πάντες σε τέτοιο βαθμό ώστε εκτόνωσαν μονομιάς την αναταραχή στον λαό και προπαντός στον στρατό, αποτρέποντας χειρότερα γεγονότα και επιτρέποντας την άμεση ανασυγκρότηση αξιόμαχης στρατιάς στον Εβρο, μετά την αναγκαστική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί ότι η δίκη και οι εκτελέσεις υπήρξαν εκείνη τη στιγμή αναγκαίες. Αυτή ήταν άλλωστε και η σταθερή μεταγενέστερη θέση των βενιζελικών και του ίδιου του Βενιζέλου.

Αντιθέτως, για τους αντιβενιζελικούς η εκτέλεση των Εξι παρέμεινε εσαεί «τερατώδες έγκλημα», που καθόρισε τη στάση τους απέναντι σε εκείνους που θεωρούσαν άμεσα υπευθύνους. Επιλεκτικά όμως. Δηλαδή και φαρισαϊκά. Στοχοποιήθηκε ο Νικόλαος Πλαστήρας, αλλά όχι ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που ήταν πολύ περισσότερο υπεύθυνος. Αρκετοί αντιβενιζελικοί φάνηκαν μάλιστα πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί του, τρία μόλις χρόνια μετά την εκτέλεση των Εξι.

Αν η διεξαγωγή και η έκβαση της δίκης μπορούν να αποδοθούν σε έναν άνθρωπο, αυτός δεν ήταν ούτε ο Πλαστήρας ούτε ο Βενιζέλος, αλλά ο Πάγκαλος. Αυτός πρώτα εκβίασε την άμεση διεξαγωγή της δίκης κινητοποιώντας αξιωματικούς που απειλούσαν να εισβάλουν στις φυλακές και να προχωρήσουν σε αθρόες εκτελέσεις χωρίς δίκη. Υστερα κατάφερε να ελέγξει ο ίδιος τόσο το αντικείμενό της, ως πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής που συνέταξε το κατηγορητήριο, όσο και την έκβασή της, ως νέος υπουργός Στρατιωτικών την ώρα της ετυμηγορίας και των εκτελέσεων.

Στον Πάγκαλο πιθανότατα οφείλεται και η μη εμφάνιση του προστατευομένου του, συνταγματάρχη Πτολεμαίου Σαρηγιάννη, που είχε παραμείνει υπαρχηγός του επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας μετά τις εκλογές του 1920. Μάταια ζητήθηκε από την υπεράσπιση να καταθέσει ως μάρτυρας. Ετσι, δεν αποκαλύφθηκε ότι αυτός ήταν που παρέσυρε επανειλημμένως τον Γούναρη και τους άλλους πολιτικούς με τις εντελώς ανεδαφικές εκτιμήσεις και προβλέψεις του.

Οπως και στη Γερμανία, η απαλλαγή των στρατιωτικών και η ενοχοποίηση των πολιτικών για την ήττα υπονόμευσε καίρια τη δημοκρατία. Επιπλέον, η εκτέλεση των Εξι συνέβαλε καθοριστικά στην παράταση του Εθνικού Διχασμού ως εμφυλίου πολέμου. Και από τις δύο αυτές απόψεις, είχε μακροπρόθεσμα εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις, ανεξάρτητα από το όποιο ωφέλιμο άμεσο αποτέλεσμα.

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Οθωναίος τρομοκρατούσε μάρτυρες. Οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν του δικαιώματος να χρησιμοποιήσουν προς υπεράσπισή τους διπλωματικά έγγραφα «ίνα μη έλθουν εις δημοσιότητα απόρρητα του κράτους».

Η ώρα μιας θεσμικής και πολιτικής καταστροφής

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι εν μέσω πολέμου εκλογές του 1920

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Οι εν μέσω πολέμου εκλογές του 1920

Μεταξύ Μαΐου – Ιουνίου 1917 οι Σύμμαχοι εξανάγκασαν σε παραίτηση τον βασιλιά Κωνσταντίνο, αντικαθιστώντας τον από τον δευτερότοκο υιό του Αλέξανδρο, φέρνοντας στην εξουσία τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αυτός νεκρανάστησε τη Βουλή που είχε προκύψει από τις εκλογές του Μαΐου 1915, παρ’ όλο που είχε διαλυθεί τον Οκτώβριο και διεξήχθησαν νέες εκλογές. Η νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε το 1917 έθετε σε θεωρητικό επίπεδο ως όριο ζωής της Βουλής των Λαζάρων τον Μάιο του 1919, όταν ακριβώς η Ελλάδα μετέβη στη δυτική Μικρά Ασία. Με την εκδήλωση εθνικιστικού κινήματος υπό τον υποστράτηγο Mουσταφά Κεμάλ και την εμπόλεμη κατάσταση να εξακολουθεί, η διάρκειά της παρατάθηκε φυσιολογικά επί 6μηνο, όπως και τον Νοέμβριο για 4 μήνες, με τον πρωθυπουργό να δεσμεύεται: «Δηλώ επισήμως ότι, αμέσως μετά την υπογραφήν της Συνθήκης Ειρήνης μετά της Τουρκίας, η Βουλή θα διαλυθή και αι εκλογαί θα διεξαχθούν εντός των προθεσμιών, τας οποίας το Σύνταγμα καθορίζει».

Σε συνομιλία με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα, ο Βενιζέλος ανέφερε πως αν είχε χρόνο θα προτιμούσε τη διενέργεια εκλογών εκείνη τη χρονική στιγμή, με το σκεπτικό πως ένα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων που δεν επρόκειτο να τον ψηφίσουν σε περίπτωση που ο ρόλος του στις διαπραγματεύσεις είχε λήξει, τελικά θα τον ψήφιζε αντιλαμβανόμενο το θανάσιμο λάθος να αλλάξει η Ελλάδα «εθνικό διαπραγματευτή», πριν υπογραφεί ειρήνη. Προσηλωμένος στον αγώνα των εθνικών διεκδικήσεων, ο Βενιζέλος εξέφραζε το 1920 την πίστη του στην ορθοκρισία της εμφορούμενης από τη Μεγάλη Ιδέα κοινής γνώμης: «ο ελληνικός λαός είναι αρκετά νοήμων ώστε δεν είναι δυνατόν να καταδικάση την πολιτικήν μου, καθ’ ην στιγμήν του επέτυχα τόσα εις την εθνικήν υπόθεσιν. Δεν είναι αυτός ο ίδιος όστις [. . .] μού έδωκε τόσες φορές την εμπιστοσύνην του;».

Με τις διαπραγματεύσεις για συνομολόγηση ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να εξελίσσονται βραδέως, ο βίος της Κ΄ Περιόδου της Βουλής παρατάθηκε επί 3μηνο διαδοχικά τον Μάρτιο και Ιούνιο του 1920, λήγοντας πλέον στις 29 Σεπτεμβρίου, οπότε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών που ακολούθησε τον Ιούλιο, οι εκλογές θα μπορούσαν να διεξαχθούν τον Οκτώβριο του 1920. Κορυφαίοι πολιτευτές των Φιλελευθέρων ήσαν άκρως επιφυλακτικοί στην προοπτική διεξαγωγής εκλογών, εκφράζοντας τον σκεπτικισμό τους, δίχως όμως ο Βενιζέλος να μεταβάλει άποψη.

Οι εν μέσω πολέμου εκλογές του 1920-1
Στιγμιότυπο από την υποδοχή του βασιλιά Κωνσταντίνου. Χιλιάδες κόσμου στην οδό Σταδίου. Αριστερά, η διασταύρωση της οδού Κοραή και δεξιά, η αρχή της οδού Παπαρρηγοπούλου Φωτ. Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Από τον Μάιο του 1920 άρχισε να διαγράφεται η προοπτική προέλασης του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και η απελευθέρωση Δυτικής και Ανατολικής Θράκης, εξαναγκαζόμενου του σουλτάνου να αποδεχθεί τους συμμαχικούς όρους ειρήνης. Εκείνη την περίοδο άρχισε να απασχολεί τον Βενιζέλο και το ενδεχόμενο παρά την υπογραφή, να μην καταστεί τελικά δυνατή η επιβολή της Συνθήκης Ειρήνης. Σε αυτήν την περίπτωση είχε ξεκαθαρίσει στον Βρετανό πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, πως θα έπρεπε να παρασχεθεί υλική βοήθεια και οικονομική ενίσχυση προκειμένου ο ελληνικός στρατός να κινητοποιήσει εφεδρικές κλάσεις και να προωθηθεί αποφασιστικά προς Ανατολάς, καταλαμβάνοντας νευραλγικής σημασίας σημεία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η Ελλάδα, αυτονοήτως, θα διεκδικούσε ευρύτερα εδαφικά κέρδη. Ο Βενιζέλος διατράνωνε την πίστη του πως οι πολίτες με ανυψωμένο το ηθικό από τις στρατιωτικές επιτυχίες, θα δέχονταν με προθυμία την καταβολή μιας μεγάλης και τελευταίας προσπάθειας: «όταν εκθέσω τα πράγματα ως έχουν εις τον ελληνικόν λαόν, ούτος θα δεχθή να καταβάλη το αναγκαίον effort διά την ολοκληρωτικήν περίπου εθνικήν του αποκατάστασιν».

Συνεπώς, ο Βενιζέλος ήταν υποχρεωμένος μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης με την Τουρκία, να διαφωτίσει το εκλογικό σώμα για τη διαγραφόμενη προοπτική τελικής ειρήνευσης, μέσα από την κατάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με βρετανική βοήθεια. Ακριβώς για το ενδεχόμενο αδυναμίας συμμόρφωσης της Πύλης με τους συμμαχικούς όρους, στο κείμενο της Συνθήκης των Σεβρών ενσωματώθηκε το άρθρο 36 που απειλούσε με απομάκρυνση του σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη. Ηδη, μετά την επιστροφή στην Ελλάδα, ο Βενιζέλος παρουσιαζόταν «απολύτως ήσυχος και απολύτως ασφαλής» για την ετυμηγορία του λαού και δήλωνε: «Οχι μόνον το Βορειοηπειρωτικόν ζήτημα δεν ερρυθμίσθη εισέτι τελειωτικώς, αλλ’ ουδέ η υπογραφή απλώς της Συνθήκης Ειρήνης μετά της Τουρκίας αποτελεί οριστικήν τερμάτισιν του μετ’ αυτής πολέμου. Εάν η εν Κων/πόλει κυβέρνησις δειχθεί ανίκανος να εκτελέση την ην υπέγραψεν συνθήκην επιβάλλουσα το κύρος της εν Ανατολή, ρητώς ήδη εδηλώθη υπό του Ανωτάτου Συμβουλίου [. . .] ότι οι Σύμμαχοι επιφυλλάττονται να λάβουν τα μέτρα άτινα ήθελον κρίνει ενδεικνυόμενα εκ των περιστάσεων και πρώτον εκ των μέτρων τούτων είνε η απομάκρυνσις της Τουρκίας εκ Κων/πόλεως». H προεκλογική περίοδος άρχιζε με αιχμή την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας που τόσο επιτυχημένα φαινόταν να υλοποιεί η κυβέρνηση· δεν θα συνέχιζε όμως έτσι.

Οι Φιλελεύθεροι είχαν αυτοπαγιδευθεί. Η δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου στο Παρίσι και οι επακόλουθες βιαιοπραγίες στην Αθήνα ώθησαν την κυβέρνηση στο να αναδείξει με πανηγυρικό τόνο το επιτυχές έργο της στο εξωτερικό πεδίο. Τέλη Αυγούστου ανακοινώθηκε η διενέργεια έπειτα από δύο μήνες εθνικών εκλογών και ακολούθησε σειρά πρωτοβουλιών που ανέδιδαν την αίσθηση θριάμβου.

«Αξιος της πατρίδας»

Συνέχεια ανάγνωσης

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση