ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ – ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

Απειλεί τη δημοκρατία η ανεξέλεγκτη συλλογή δεδομένων από κολοσσούς;

Πόσο κοντά είμαστε στον κόσμο του Οργουελ; Google και Facebook το πράττουν δημιουργώντας τεράστιες βάσεις δεδομένων από την αναζήτηση των πολιτών στον παγκόσμιο ιστό και αναδιαμορφώνουν το ηθικό και πολιτικό πλαίσιο της κοινωνίας του 21ου αιώνα

Εχουμε άραγε κατανοήσει τι συμβαίνει γύρω μας όταν σερφάρουμε στην Google αναζητώντας πληροφορίες ή όταν ποστάρουμε τις απόψεις μας και τις φωτογραφίες μας στο Facebook ή στο Twitter; Πόσες φορές έχουμε κάποιοι από εμάς εκπλαγεί όταν, ενώ βρισκόμαστε σε ταξίδι εκτός Ελλάδος, βλέπουμε να εμφανίζονται στην οθόνη του υπολογιστή μας διαφημίσεις που σχετίζονται με προηγούμενες αναζητήσεις μας (πού αλλού;) στην Google; Αυτά συμβαίνουν στη Δύση. Στην Κίνα εντοπίζουμε άλλες «ύποπτες» κινήσεις. Ιδιωτικές εταιρείες ή τοπικές αρχές ενθαρρύνουν και εφαρμόζουν πιλοτικά προγράμματα καταγραφής της συμπεριφοράς των πολιτών από «αθώα» περιστατικά, όπως οι ηλεκτρονικές αγορές π.χ. από τον κολοσσό Alibaba, ως την πληρωμή των φόρων. Η κεντρική ιδέα (αν και επισήμως δεν υφίσταται κάποιος κεντρικός έλεγχος από το Πεκίνο) είναι η δημιουργία ενός συστήματος που έχει περιγραφεί ως «κοινωνικό point system» και το οποίο ουσιαστικά βαθμολογεί τους πολίτες για την κοινωνική τους συμπεριφορά και πρακτική.

Σας φαντάζει αυτό οργουελιανό; Ισως. Ωστόσο, επειδή «Το Βήμα» είχε την ευκαιρία, χάρη στην προσφορά του Σουηδικού Ινστιτούτου, να βρεθεί πριν από μερικές ημέρες στη Στοκχόλμη και να συμμετάσχει, μεταξύ άλλων, στο Gather Festival, μάλλον θα έπρεπε να αναζητήσουμε με μεγάλη σοβαρότητα τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Το Gather Festival αποτελεί μια πολύ επιτυχημένη ετήσια συνάθροιση ανθρώπων της τεχνολογίας, της καινοτομίας, του επιχειρηματικού αλλά και του ακαδημαϊκού κόσμου, όπου οι συμμετέχοντες προσπαθούν να εξηγήσουν πώς η τεχνολογία και η ραγδαία ανάπτυξη των νέων μεθόδων της τεχνητής νοημοσύνης αλλά και των big data (δηλαδή της αξιοποίησης τεραστίων ποσοτήτων δεδομένων που συσσωρεύονται στις βάσεις τόσο δημοσίων όσο και ιδιωτικών φορέων) μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινότητα των πολιτών και φυσικά την ιδιωτικότητά τους. Στη Σουηδία, σε αντίθεση με τη μάλλον απούσα από τέτοιους προβληματισμούς Ελλάδα, η συζήτηση είναι πολύ εκτεταμένη. Θεωρείται δε ότι η σχετική απορρύθμιση που επικρατεί αναφορικά με τη δράση ψηφιακών κολοσσών – ιδιαίτερα των Google και Facebook – μπορεί να αποβεί απειλητική για τη δημοκρατία.

Στόχος η αύξηση των διαφημιστικών εσόδων

Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες συνεδρίες στο Gather Festival ήταν αυτή με τίτλο «Η Εποχή της Οικονομίας της Παρακολούθησης». Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι οι διοργανωτές επηρεάστηκαν από ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που κυκλοφορούν διεθνώς σήμερα. Πρόκειται για την «Εποχή του Καπιταλισμού της Παρακολούθησης» (ο αγγλικός τίτλος είναι «The Age of Surveillance Capitalism»), συγγραφέας του οποίου είναι η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Σοσάνα Ζούμποφ. Το βιβλίο είναι καθηλωτικό, καθώς η Ζούμποφ οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι με το οποίο εξηγεί πώς οι ψηφιακοί κολοσσοί, με πρώτη την Google και με τη Facebook να ακολουθεί κατά πόδας, αναδιαμορφώνουν το ηθικό και πολιτικό πλαίσιο της κοινωνίας του 21ου αιώνα, αλλά και τις αξίες του πολιτισμού της πληροφορίας. Και αυτό το πράττουν δημιουργώντας τεράστιες βάσεις δεδομένων από την αναζήτηση των πολιτών στον παγκόσμιο ιστό και αξιοποιώντας αυτό που οι χρήστες αφήνουν πίσω (η ίδια το αποκαλεί «ψηφιακές εξατμίσεις», στα αγγλικά «digital exhaust») χωρίς τον παραμικρό έλεγχο για να αυξήσουν τα διαφημιστικά τους έσοδα μέσω στοχευμένων και συνήθως εξατομικευμένων διαφημίσεων.

Ο «καπιταλισμός της παρακολούθησης»

Φυσικά, συμβαίνουν ενίοτε και… ατυχήματα – που ενίοτε μόνο τυχαία δεν είναι. Ενα από αυτά φέρει την ονομασία «Cambridge Analytica» και οι συνέπειες αυτού δεν χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση σε σχέση κυρίως με την έκβαση του δημοψηφίσματος για το Brexit. Η Google ήταν αυτή που συνέλαβε και προώθησε τη μέθοδο της στενής παρακολούθησης και καταγραφής των προτιμήσεων των χρηστών, η Facebook ακολούθησε και ο «καπιταλισμός της παρακολούθησης», δηλαδή η αξιοποίηση της παράνομης αυτής πρακτικής για εμπορικούς σκοπούς, εγκαινίασε τη νέα εποχή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Το χειρότερο όμως είναι, όπως εξήγησε μιλώντας στο Gather Festival η Αννα Λόβερους, επικεφαλής της εταιρείας συμβούλων Artificial Humanity, ότι ακόμη και σήμερα «δεν είναι σαφές πότε περάσαμε την κόκκινη γραμμή και αποδεχθήκαμε να παραδοθούν τα προσωπικά μας δεδομένα για αλλότριους σκοπούς. Και σήμερα», προσθέτει, «έχει αρχίσει και διαμορφώνεται ένα «χρηματιστήριο δεδομένων» στις Ηνωμένες Πολιτείες» στο οποίο κερδίζει όποιος προσφέρει τα περισσότερα για την απόκτησή τους.

 

Θυσία στην Κίνα η ιδιωτικότητα

Αν στις δυτικές κοινωνίες συμβαίνουν τα προαναφερθέντα, η παρουσίαση της Αντι Ζανγκ στο Gather Festival άνοιξε ένα παράθυρο στο τι συμβαίνει (ή ορθότερα στο τι πρόκειται, μάλλον, να συμβεί) στην Κίνα τα επόμενα χρόνια. Ο «καπιταλισμός της παρακολούθησης» στη μεγάλη ασιατική χώρα, στον οποίο αναφέρθηκε η, εργαζόμενη σήμερα στην εταιρεία ρομποτικής ΑΒΒ με έδρα το Μόναχο, κυρία Ζανγκ στο πλαίσιο της ομιλίας της στο Gather Festival, «φαίνεται ότι έχει την έγκριση των πολιτών. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το κομμουνιστικό καθεστώς έχει βελτιώσει ραγδαία την καθημερινή ζωή των πολιτών και με τον τρόπο αυτόν έχει δημιουργηθεί μια τεράστια μεσαία τάξη που το λαμβάνει σοβαρά υπόψη της». Οπως τόνισε, «στην Κίνα παρατηρείται σήμερα η μεγαλύτερη διείσδυση ψηφιακών πληρωμών, κυρίως μέσω κινητών τηλεφώνων, ενώ οι εφαρμογές (apps) χρησιμοποιούνται ακόμη και για την παραγγελία ενός καφέ latte!». Αν σε αυτό προστεθεί η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, τότε ο πληθυσμός εμφανίζεται διατεθειμένος να θυσιάσει την ιδιωτικότητά του.

Οφείλει βέβαια να επισημανθεί ότι αυτό το «κοινωνικό point system» δεν έχει, τουλάχιστον επισήμως, κεντρική καθοδήγηση ώστε να δικαιολογεί την αποστροφή του αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς περί ενός «οργουελιανού συστήματος». Η σύλληψη της ιδέας έγινε το 2007 και ουσιαστικά από το 2014 εφαρμόζεται πιλοτικά είτε σε ορισμένες πόλεις είτε μέσω ορισμένων πλατφορμών ηλεκτρονικών πληρωμών, όπως η Sesame Credit ή η Ant Financial, μέσω της οποίας λειτουργεί η Alibaba. Ωστόσο, το 2014 είναι έτος κομβικής σημασίας διότι τότε η κινεζική κυβέρνηση, για την ακρίβεια το Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας, δημοσίευσε ένα έγγραφο υπό τη μορφή «οδικού χάρτη» με σκοπό τη δημιουργία ενός τέτοιου συστήματος ως το 2020. Ο σκοπός του, όπως έγραψε ο Τζέιμι Χόρσλι στο περιοδικό «Foreign Policy», είναι ουσιαστικά η συμμόρφωση των πολιτών με κοινωνικές και οικονομικές υποχρεώσεις, καθώς και η τήρηση συμβατικών δεσμεύσεων. Από την άποψη αυτή, εισάγεται εμμέσως και ένα ηθικό στοιχείο στην εξίσωση. Ωστόσο, ο κ. Χόρσλι απορρίπτει το επιχείρημα ότι το σημερινό σύστημα λειτουργεί κεντρικά. Οι επικριτές του όμως βλέπουν τους σπόρους για να συμβεί κάτι τέτοιο στο μέλλον.

Οι προκλήσεις για τη Δημοκρατία

Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι πώς μπορεί να ελεγχθεί ή έστω να ρυθμιστεί η ανεξέλεγκτη ισχύς των ψηφιακών κολοσσών η οποία, σε συνδυασμό με την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την καλπάζουσα εξάπλωση τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη (με τη χρήση αλγορίθμων), επηρεάζουν βαθιά την καθημερινότητα και θέτουν σοβαρά ζητήματα όχι απλώς ιδιωτικότητας αλλά και δημοκρατίας. Στη Σουηδία, όπου το 2021 συμπληρώνονται τα 100 χρόνια από την εισαγωγή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η κυβέρνηση έχει συστήσει μια Επιτροπή για τη Δημοκρατία. Σύμφωνα με τη Λένα Πόσνερ-Κερέσι, η οποία έχει οριστεί πρέσβειρα για τη Δημοκρατία, «έχουν εμφανιστεί σήμερα ορισμένες προκλήσεις που πρέπει να απαντηθούν αν θέλουμε να ενισχύσουμε τη βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και αυτές δεν αφορούν μόνο την κοινωνική ένταξη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται ο δημόσιος και δημοκρατικός διάλογος». Κατά την ίδια, υπάρχει ανάδυση αντιδημοκρατικών δρώντων, ενώ και ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι κρίσιμος διότι έχουν την τάση να τροφοδοτούν την πόλωση.

Αν η Σουηδία επιδιώκει να ενισχύσει τις δομές και τις αντιστάσεις της δημοκρατίας, άλλες χώρες, όπως η Δανία, επιχειρούν να αποκτήσουν επαφή με εταιρείες-κολοσσούς όπως η Google ή η Facebook για να μπορούν να προασπίσουν τα συμφέροντά τους, όσο φυσικά αυτό είναι εφικτό. Για τον λόγο αυτόν, η Κοπεγχάγη έχει διορίσει από το 2017 πρεσβευτή στη… Silicon Valley τον 46χρονο Κάσπερ Κλίνγκερ. Σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times» τον περασμένο Σεπτέμβριο, «Δανοί αξιωματούχοι εκφράζουν σοβαρότατες ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογική αλλαγή γεννά προκλήσεις που επηρεάζουν τις δυτικές κοινωνίες, όπως η διάδοση ψευδούς και πολιτικά διχαστικού περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η προστασία της ιδιωτικότητας και υπηρεσίες που συλλέγουν τεράστιο όγκο προσωπικών δεδομένων, η κυβερνοασφάλεια, αλλά και η χαμηλή φορολογία που αυτές οι εταιρείες καταβάλλουν εκτός Ηνωμένων Πολιτειών». Η λύση που επελέγη είναι να σταλεί ένας άνθρωπος που θα παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις, αν και τα αποτελέσματα αυτής της κίνησης δεν έχουν υπάρξει ιδιαίτερα θετικά.

Πρωτοβουλία για ρυθμίσεις

Αναρωτιέται τελικά κανείς αν υπάρχει κάποιος τρόπος να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη συλλογή δεδομένων και η από ένα σημείο και μετά χρήση τους για σκοπούς άγνωστους. Παράλληλα, ουδείς μπορεί να αγνοήσει τόσο το γεγονός ότι η Google και η Facebook είναι αμερικανικές εταιρείες όσο και ότι η Ευρώπη μοιάζει αυτή τη στιγμή εγκλωβισμένη μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου στο ζήτημα του τεχνολογικού ανταγωνισμού, που λόγω των πλεονεκτημάτων που προσφέρει στην ανάλυση δεδομένων αυξάνει τις ανησυχίες. Σύμφωνα με την κυρία Ζανγκ, «ίσως πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση για την υιοθέτηση κάποιων ρυθμίσεων στην προ-ψηφιακή εποχή με σκοπό να αποκαταστήσουμε κάποιου είδους έλεγχο. Η επιλογή αυτή ξεπερνά το αν αυτό που θα κάνουμε θα είναι ή όχι ηθικό». Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι από τη στιγμή που οι μεγάλες ψηφιακές εταιρείες-γίγαντες λειτουργούν και επιχειρούν διασυνοριακά «είναι δύσκολο οι ρυθμίσεις να είναι σε επίπεδο έθνους-κράτους. Δείτε όμως πώς κινήθηκε η Κίνα με την απαγόρευση λειτουργίας δυτικών εταιρειών. Οντως, η Facebook, το Twitter και ιδιαίτερα η Google λειτουργούν σε έναν ιδιότυπο χώρο, ουσιαστικά σε έναν «μη χώρο» που είναι αποκλειστικά δικός τους».

«Η δημιουργία μιας ψηφιακής τάξης πραγμάτων ίσως να χρειαστεί κάποια πρωτοβουλία από τα Ηνωμένα Εθνη, ίσως και από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Είναι ελπιδοφόρο», προσθέτει, «που η νέα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανέθεσε στην εκτελεστική αντιπρόεδρο Μαργκρέτε Βεστάγκερ το χαρτοφυλάκιο για την ψηφιακή τεχνολογία διότι αυτή έχει δείξει αποφασιστικότητα έναντι ισχυρών εταιρειών, όπως στο παρελθόν η Apple. Κατά την άποψή μου», συμπληρώνει, «η υπόθεση της Google είναι η πιο δύσκολη και πιθανότατα η πλέον προβληματική. Και αυτό διότι είναι λιγότερο προβεβλημένη από τη Facebook, η οποία ήλθε στο προσκήνιο πολύ μετά την υπόθεση της Cambridge Analytica. Ωστόσο, η Google, όπως γράφει και η Ζούμποφ στο βιβλίο της, διαθέτει μεγαλύτερη βάση δεδομένων, ενώ είμαστε και λιγότερο ευαισθητοποιημένοι για τα όσα κάνει».

Το φρένο της ΕΕ σε κακόβουλο περιεχόμενο

Η κυρία Ζανγκ ίσως να έχει δίκιο για τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η ΕΕ στον τομέα μιας ρύθμισης της δράσης των μεγάλων ψηφιακών εταιρειών. Μόλις πριν από λίγες ημέρες το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποφάσισε ότι με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο μπορεί μια εταιρεία όπως η Facebook να υποχρεωθεί να αφαιρέσει περιεχόμενο το οποίο έχει προηγουμένως κριθεί παράνομο. Η απόφαση προήλθε έπειτα από αίτημα που είχε καταθέσει στο ECJ το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας, το οποίο ήθελε γνωμοδότηση σχετικά με μια υπόθεση που αφορούσε τη δημοσίευση σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, συγκεκριμένα στο Facebook, κακόβουλου και συκοφαντικού περιεχομένου εναντίον της προέδρου του κόμματος των Πρασίνων Εύα Γκλάβισνιγκ-Πίστσεκ. Υπενθυμίζεται ότι το 2014 το δικαστήριο είχε αποφασίσει υπέρ του «δικαιώματος στη λήθη» και είχε υποχρεώσει την Google να διαγράφει – για τους ευρωπαίους χρήστες και κατόπιν αιτήματος – τους συνδέσμους με προσωπικές πληροφορίες των χρηστών. Μπορεί το δικαίωμα αυτό να μην επεκτάθηκε πέραν της ΕΕ ώστε να έχει παγκόσμια ισχύ, αλλά η σχετική απόφαση, έστω για τους ευρωπαίους χρήστες, δεν παύει να έχει κρίσιμη σημασία.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ  Η ΑΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Εκφράσεις ζωής σε αποκατάσταση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.07.2019

Γνωρίζουμε τι δεν είναι πολιτικός πολιτισμός. Το βιώσαμε για δεκαετίες, εντονότερα από το 2012, με μισαλλόδοξους και μικρολόγους εκφωνητές του σκοταδισμού – πνευματικού και πολιτικού. Αθυροστομία, ύβρεις, φανφάρες, κακόβουλες επιθέσεις, θορυβώδεις παρουσίες τυφλωμένων αλαζόνων.

Καλά δείγματα, όχι ψιχία, πολιτικού πολιτισμού έχουμε ήδη βιώσει – είθε εντέλει να ορίσουν την εξόχως σκηνική πολιτική ζωή μας. Είναι όρος με δύο συνθετικά, που έχουν στρεβλωθεί με το πέρασμα του χρόνου. Καθώς θα εμβαθύνουμε σ’ αυτά, αν τα καταφέρουμε, αναπόφευκτα θα υποστούν –είναι καλό να υποστούν– έναν σταδιακό επαναπροσδιορισμό.

Διότι, τι κατέληξε να είναι σήμερα η πολιτική στις συνειδήσεις των πολλών; Σύγκρουση κομμάτων και παρατάξεων με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας· δεν είναι τυχαία η χρήση πολεμικής ορολογίας – εκστρατεία, μονομαχίες, διαξιφισμοί, μέτωπα, μάχη, νίκη, θρίαμβος, πανωλεθρία…

Κι έπειτα, ασυνέπεια λόγων-έργων, εμπαθής λόγος (γόνιμος σε επιρρεπείς στο ακραίο συναίσθημα κοινωνίες), δολιχοδρομία, κυνισμός, αμοραλισμός, αναξιοπιστία, δημαγωγία.

Πολιτική για τον Πλάτωνα ήταν η τέχνη που στόχευε στο κάλλιστον. Για τον Αριστοτέλη ταυτιζόταν με την ηθική τελείωση και το ευ ζην. Αμφότεροι πίστευαν στην επινόηση του βέλτιστου καθεστώτος για την ευδαιμονία των ανθρώπων, την ωφέλεια και τη δικαιοσύνη. Στα βήματά τους βάδισαν ο Κικέρων, ο Πολύβιος, ο Αυγουστίνος, ο Θωμάς Ακινάτης. Διαφορετική τροπή –του ελέγχου της εξουσίας και της κυριαρχίας– έδωσαν οι Αναγεννησιακοί Φραντσέσκο Γκουιτσαρντίνι και Νικολό Μακιαβέλι. Για τον δεύτερο, πολιτική ήταν το μέσο για να εξασφαλίσει και να διατηρήσει κανείς την εξουσία, να ωφεληθεί από αυτήν. Κι έπειτα, Χομπς, Σπινόζα, Λοκ. Ηρθε το κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσό, η ιδιοκτησία και ατομική ελευθερία του Χέγκελ, η πάλη των τάξεων του Μαρξ, η φιλελεύθερη επιμονή στην ατομική ελευθερία και το δίκαιο. Πολιτικός ρεαλισμός, τέχνη του εφικτού και η συνακόλουθη υποβάθμιση της ηθικής ως προϋπόθεσης της πολιτικής δράσης, που όλο και ταυτίζεται με τον αγώνα για την εξουσία. Μέσω αυτής, διαβεβαιώνεται, θα υπάρξει διανομή του οφέλους σε ομάδες ή στο όλο της κοινωνίας.

Ο πολιτισμός –οι εκφράσεις της ζωής που μας χαρακτηρίζουν– είναι έννοια με όχι και τόσο ξεκάθαρη σημασία. Είναι τα ανθρώπινα δημιουργήματα αλλά και η ημερότητα των ηθών, οι εκλεπτυσμένοι τρόποι. Διακρίνεται σε πνευματικό πολιτισμό, δηλαδή τις θρησκείες, τα γράμματα, τις τέχνες, τις επιστήμες και σε υλικό, δηλαδή τις δημιουργίες της κοινωνίας που της εξασφαλίζουν τον έλεγχο πάνω στις συνθήκες ζωής της. Πνευματικός πολιτισμός είναι και όλες οι διδασκόμενες ή τυποποιημένες συμπεριφορές. Υλικός και η χρήση της γραφής, η ύπαρξη πόλεων, πολιτικής οργάνωσης, επαγγελματικής εξειδίκευσης. Κουλτούρα είναι ο πνευματικός πολιτισμός, αλλά και η ατομική καλλιέργεια, το υποκειμενικό πνεύμα. Πολιτισμός, όρος που πλάστηκε από τον Αδαμάντιο Κοραή κατά τη μετάφραση του γαλλικού civilisation, είναι ο υλικός πολιτισμός, αλλά και το αντικειμενικό πνεύμα.

Σήμερα, πολιτική και πολιτισμός εμφανίζουν συχνά εικόνα κατάρρευσης, ίσως από την τύφλωση που προκαλούν η εμμονή σε ιδεοληψίες και η περιφρόνηση προς την ιστορική συγκυρία. Παραγωγή πολιτικών προϊόντων μέτριας ποιότητας, μικρής διάρκειας και ταχείας κατανάλωσης.

Πολιτικό παρόν χωρίς βαρύτητα, χωρίς στόχευση, σαν να έχει χαθεί η πυξίδα.

Πολιτική και πολιτισμός μοιάζουν έννοιες διαχωρισμένες, και μόνο ο συνδυασμός τους αποδίδει το επιθυμητό νόημα. Ομως στην ουσία δεν είναι. Η πολιτική, είτε ως καθοδήγηση των ανθρώπινων δυνάμεων, είτε ως μέσο παραγωγής των καλών, των λογικών και των δικαίων, είτε ως τέχνη διακυβέρνησης, αποτελεί τη ζύμη από την οποία πλάθεται ο πολιτισμός, ό,τι πιο βαθύ και μεγάθυμο αντέχει στον χρόνο παράγοντας αξιακά πλαίσια, αρχές, πολιτεύματα.

Θα μπορέσουμε, πολιτική και πολιτισμός να γίνουν και πάλι ένα;

ΘΕΑΤΡΟ 22.07.2019  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Οιδίπους, η αμεριμνησία της εξουσίας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Από όλες τις αρχαίες τραγωδίες, ο Οιδίπους Τύραννος είναι αναμφισβήτητα η πιο διάσημη. Κάθε μορφωμένος άνθρωπος στον δυτικό, αν μη τι άλλο, κόσμο θα είχε κάτι να πει γι’ αυτή. Κυρίως, έχει βοηθήσει στη φήμη της η πασίγνωστη ψυχαναλυτική ερμηνεία του Φρόιντ, για την ανάρμοστη αλλά ψυχικά βαθιά σχέση μητέρας – γιου, η οποία άλλωστε αποτελεί και τη βάση της πλοκής του εν λόγω μύθου, και κατ’ επέκταση του φροϋδικού οιδιπόδειου. Ο μύθος μπορεί ωστόσο να διαβαστεί και αλλιώς, και την αφορμή μού έδωσε το πρόσφατο, καταπληκτικό, ανέβασμα της τραγωδίας από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στην Επίδαυρο, με τον καθηλωτικό Δημήτρη Λιγνάδη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μόνο που τελικά, ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι άλλος.

Στην τραγωδία του Οιδίποδα πλανιέται από την αρχή ώς το τέλος η έννοια της μοίρας και του υποτιθέμενα καταλυτικού τρόπου με τον οποίο ο αρχαίος κόσμος θεωρεί ότι επηρεάζει αυτή τα ανθρώπινα πεπρωμένα. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από ό,τι του είναι γραμμένο, θα έλεγε κανείς ότι μας διδάσκει ο Σοφοκλής. Κι όμως, δεν μας λέει αυτό. Στο έργο, μία από τις κρισιμότερες στιγμές για την εξέλιξη της πλοκής είναι εκείνη που αφορά τη συνάντηση του Οιδίποδα, νέου τυράννου της Θήβας, με τον μάντη Τειρεσία (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης). Η σκηνή αποδίδεται θαυμαστά από τον Μαρκουλάκη, ο οποίος έχει προφανώς αντιληφθεί την τεράστια σημασία της στο δράμα. Ο μάντης είναι εκείνος που θα αποκαλύψει στον Οιδίποδα το ένοχο μυστικό, ότι δηλαδή ο ίδιος ήταν που σκότωσε τυχαία, πριν από λίγα χρόνια, τον βασιλιά Λάιο, ο οποίος και θα αποδειχθεί πατέρας του. Στο άκουσμα της αποκάλυψης, ο Οιδίπους θα αντιδράσει έντονα και σπασμωδικά, απειλώντας και διώχνοντας τον Τειρεσία. Πρόκειται, όπως συχνά συμβαίνει, για μια αυτάρεσκη εξουσία τυφλωμένη από οργή, η οποία δεν είναι έτοιμη να αντέξει τη σκληρή αλήθεια.

Αλλά τι ακριβώς είναι ο μάντης Τειρεσίας; Οχι πάντως ένας «μάντης» με την έννοια που θα του αποδίδαμε σήμερα, δηλαδή ένας (ψευδο)προφήτης, που θα είχε θέση δίπλα σε αστρολόγους και καφετζούδες. Στον αρχαίο κόσμο, ο μάντης είναι ουσιαστικά ένας σύμβουλος της εξουσίας, ένας «αναλυτής» των δεδομένων της, ένας διανοούμενος επιφορτισμένος να την καθοδηγεί και να την προστατεύει, ενίοτε λέγοντάς της και σκληρές αλλά οπωσδήποτε χρήσιμες αλήθειες. Εν προκειμένω, σκοπός του Τειρεσία δεν είναι να καταγγείλει τον Οιδίποδα ως πατροκτόνο αλλά να του παρουσιάσει όλα τα δεδομένα τα οποία θα πρέπει άμεσα να διαχειριστεί. Είναι προφανές ότι αποκρύπτοντάς του την αλήθεια, θα του προσέφερε κακές υπηρεσίες, και εντέλει, αντί να τον προστατεύσει, θα τον άφηνε εκτεθειμένο στις τρομερές συνέπειες της αποκάλυψης του δεδομένου αυτού. Ο μάντης μοιάζει να του λέει: «Σου φέρνω μια σημαντική πληροφορία, θα πρέπει να δεις πώς θα τη διαχειριστείς καθότι εμπλέκεσαι άμεσα. Αντί να αρνείσαι την κρίση, κατάστρωσε σχέδιο αντιμετώπισής της».

Ο Οιδίπους είναι όμως ξεροκέφαλος και αλαζονικός, και απορρίπτει τις συμβουλές του. Μπορεί να εμφανίζεται ως θύμα των καταστάσεων και ως ένα τραγικό πρόσωπο που δεν γνωρίζει ποιοι είναι οι πραγματικοί γονείς του, αλλά δεν είναι κάνα καλόπαιδο. Εχει δολοφονήσει κάποτε εν ψυχρώ πέντε ανθρώπους, σε μια διασταύρωση, για ασήμαντη αφορμή, και μετά παντρεύτηκε τη χήρα Ιοκάστη, με προφανές σχέδιο να πάρει τον θρόνο της Θήβας. Η Ιοκάστη (Αμαλία Μουτούση) από την πλευρά της είναι μια αφελής πονηρή: νομίζει ότι μπορεί να κουκουλώσει την αλήθεια, και όλα να είναι σαν άλλοτε. Σε κάποια στιγμή λέει περίπου: Μη σκάτε, η ζωή και η διακυβέρνηση δεν θέλει σχέδιο, είμαστε παιδιά της αμεριμνησίας, φτερά στον άνεμο, καρυδότσουφλα στις τρικυμίες. Μη σχεδιάζετε τίποτε, διότι όλα τα αποφασίζει η τύχη. Κι όμως, εκείνος που αποφασίζει είναι τελικά ο τύραννος. Ο Οιδίπους επιλέγει να διαχειριστεί τον λοιμό που πλήττει την πόλη ως πρόβλημα της καταγωγής του. Για τον αρχαίο κόσμο ασφαλώς αυτό ήταν όντως μείζον για μια εξουσία, εμείς όμως, ως σύγχρονοι αναγνώστες του έργου, μπορούμε να σκεφτούμε πέραν τούτου. Μπορούμε να σκεφτούμε περί της τύφλωσης της εξουσίας απέναντι στα σκληρά δεδομένα της πραγματικότητας, και της αδιαφορίας της αναφορικά με τις συμβουλές των ειδικών.

Λίγα χιλιόμετρα από το θέατρο της Επιδαύρου βρίσκεται η αρχαία Ασίνη. Στην Ιλιάδα, μνημονεύεται αόριστα η πόλη η οποία ενέπνευσε το γνωστό ποίημα του Γ. Σεφέρη (στα «Ημερολόγια Καταστρώματος», 1940). Εχοντας διερμηνεύσει σωστά το πρόβλημα της εξουσίας, γράφει σε μια στροφή ο ποιητής: «Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα…». Πράγματι, η αλαζονική εξουσία καμώνεται τον παντογνώστη αλλά αποδεικνύεται πάντοτε απροετοίμαστη ενώπιον της πραγματικότητας. Η καλή διακυβέρνηση, αντιθέτως, απαιτεί σχέδιο και καλούς συμβούλους. Οι τραγωδίες είναι για να διδάσκουν στο θέατρο, όχι για να τις βιώνουμε στη ζωή.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας Σύνταξης της Νέας Εστίας

 

 

 

 

 

 

Δημοκρατία ή «δημοκτονία;»

| 12.06.2019 – 07:30  ΤΟ ΒΗΜΑ

Οι απόψεις, ωστόσο, διίστανται και διαφέρουν ως προς τις ειδικότερες αιτίες και αφορμές (πολιτικής, οικονομικής, πολιτιστικής ή άλλης φύσεως) που οδηγούν σε ορισμένη συγκυρία στον κλονισμό και στην παραφθορά της δημοκρατίας. Η δε πολιτική και κοινωνική θεωρία δεν έχει καταλήξει (ούτε μπορεί να καταλήξει, ίσως έλεγαν κάποιοι) σε μια οριστική και τελεσίδικη ερμηνεία για τη βιωσιμότητα ή μη του δημοκρατικού πολιτεύματος, η αναγέννηση του οποίου κατά τους νεότερους χρόνους χαιρετίστηκε με μεγάλη αισιοδοξία· όχι μόνο από ειδικούς αναλυτές, αλλά και από πλατιές μάζες του πληθυσμού, που προσδοκούσαν βελτίωση του επιπέδου της ευημερίας τους μέσα από τη διεύρυνση της συναίνεσης και της συμμετοχής τους στην πολιτική διαδικασία. Εν τούτοις, οι πλέον ενήμεροι των παρατηρητών δεν παραλείπουν να επισημαίνουν ότι και κατά το παρελθόν (λ.χ. στην ελληνική αρχαιότητα) υπήρξε δημοκρατία, η οποία όμως δεν επιβίωσε επί μακρόν, ούτε απέφυγε τελικά τον μαρασμό και την παρακμή της, για να αντικατασταθεί κατόπιν στην πορεία του χρόνου από αυταρχικά έως απολυταρχικά καθεστώτα, που διήρκεσαν πολύ περισσότερο, και ίσως επιβιώνουν ακόμα.

Το ζήτημα είναι, λοιπόν, αν βρισκόμαστε (και στον τόπο μας και στην εποχή μας) ενώπιον μιας ανάλογης «εξέλιξης» των πραγμάτων, καθώς και αν μπορούν να προληφθούν ή και να αποτραπούν οι «δημοκτονικές» τάσεις στη δημοκρατία μας· τη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, που απολαμβάνουμε εδώ και κάμποσο καιρό, από την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1974 και μετά. Ερωτάται, συνεπώς, ποιες είναι αυτές και πώς μπορεί να ελεγχθούν προτού προσλάβουν καταστροφικές διαστάσεις. Την επισήμανση αυτή δεν την κάνουμε για την επίδειξη γνώσεων ή «εξυπνάδας», αλλά γιατί τα πράγματα δεν φαίνεται να πηγαίνουν σωστά – «διά το μη καλώς έχειν ταύτας τας νυν υπαρχούσας», όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης (Πολιτικά, 1260 b 35).

Ο απλούστερος τρόπος για να προσδιοριστούν οι «δημοκτονικές» τάσεις είναι η αντιδιαστολή τους προς τις γνήσιες και αυθεντικές δημοκρατικές αρετές και καταστάσεις. Αν η δημοκρατία δεν είναι, εν τέλει, παρά το πολίτευμα εκείνο που η άσκηση της εξουσίας και η διακυβέρνηση γίνονται «από τον λαό, με τον λαό και για τον λαό», σύμφωνα με το περίφημο «αξίωμα του Gettysburg», το οποίο διατύπωσε με απαράμιλλη πυκνότητα στη σχετική ομιλία του το 1863 ο Αβραάμ Λίνκολν («government of the people, by the people, for the people»), τότε η «δημοκτονία» κινείται προς την αντίστροφη κατεύθυνση ως προς μία τουλάχιστον από τις ως άνω διαστάσεις και προϋποθέσεις της δημοκρατίας.

Η πρώτη εξ αυτών αναφέρεται, ειδικότερα, στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και της αιρετής εκπροσώπησης των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, η δεύτερη στη διαρκή συναίνεση, συμμετοχή και εμπιστοσύνη των πολιτών στους εκπροσώπους τους και η τρίτη στην αποτελεσματική διαχείριση της εξουσίας για την εξυπηρέτηση του δημοσίου, και όχι του «ιδίου», συμφέροντος. Συνάγεται, ως εκ τούτου, ότι αν η εξουσία και η διακυβέρνηση ενός τόπου και ενός λαού δεν ασκούνται από τους αυθεντικούς εκπροσώπους (της πλειοψηφίας) των πολιτών, ούτε με τη δική τους αδιάκοπη συναίνεση και εμπιστοσύνη, αλλ’ ούτε και προς το κοινό συμφέρον, τότε εκτρέφονται «δημοκτονικές» τάσεις και ενδεχόμενα.

Κατά την απαισιόδοξη εκτίμηση, το ως άνω «τρίλημμα» (λαϊκή κυριαρχία, διαρκής νομιμοποίηση της εξουσίας και αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης) είναι μάλλον αδύνατον να απαντηθεί, δίχως να θυσιαστεί κάποιος ή κάποιοι εκ των βασικών του όρων και προϋποθέσεων. Είναι, ωστόσο, προφανές, από την άλλη πλευρά, ότι αν η αδιαίρετη τριάς των βασικών δημοκρατικών αρετών δεν τηρείται απαρεγκλίτως και ισοδυνάμως, τότε αυτή που θα πάσχει και θα υποφέρει τελικά θα είναι η ποιότητα της πολιτικής κοινωνίας. Ωστε δεν είναι πρέπον να «θυσιαστεί» καμία εξ αυτών. Διαφορετικά, η πολιτική «τάξη» που θα ανακύψει είτε δεν θα είναι αντιπροσωπευτική, είτε δεν θα είναι νομιμοποιημένη και διαρκώς υπόλογη στον λαό, είτε δεν θα είναι αποτελεσματική στη διαχείριση της εξουσίας – είτε και τα τρία μαζί, οπότε η «δημοκτονία» θα είναι πλήρης, απόλυτη και ολοσχερής.

Τούτο το ενδεχόμενο, όμως, δεν υπαγορεύεται από κάποια φυσική και αναπόδραστη νομοτέλεια, ούτε είναι αναγκαίο να συμβεί. Αντιθέτως, η επίγνωση των κινδύνων, των δυσχερειών και των διακυβεύσεων μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της εγρήγορσης και της ανάληψης πρωτοβουλιών για τον έλεγχο και την αποτροπή τους. Αν οι πολίτες (και οι εκπρόσωποί τους) ενεργήσουν κατά τρόπο έλλογο, σύντονο και δημιουργικό σε μια δημοκρατία, που δεν έχει ακόμα «δημοκτονήσει», μπορεί να αποφύγουν αυτό το αρνητικό ενδεχόμενο, αλλά και να καλλιεργήσουν τις αρετές εκείνες και τις δυνατότητες που προσιδιάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και σε μια ποιοτική δημοκρατία, μια πολιτική κοινωνία στην οποία αξίζει να ζει κανείς και να «πολιτεύεται». Γιατί μόνο τότε θα μπορέσει «η χώρα του ήλιου να αντικρίσει τον ήλιο» ξανά και «η χώρα του ανθρώπου να αντικρίσει τον άνθρωπο» για μία ακόμα φορά, όπως έγραφε σε ένα ποίημά του ο Σεφέρης το 1946 (Το Ναυάγιο της Κίχλης). Το τι ακολούθησε είναι γνωστό, αλλά δεν είναι αναπόφευκτο να συμβεί ξανά κάτι σαν αυτό.

Ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Πραϋντική παύση από τοξικά πάθη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 09.06.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μια αναλαμπή μετριοπάθειας μέσα στον θερμό ρυθμό μας ήταν τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, μια αισθητή χειραφέτηση από τα τοξικά πάθη. Αντίθετα προς την παγκόσμια τάση υποχώρησης των δυνάμεων που οδηγούν στην ειρήνη και την ευημερία. Αντίθετα στο σαρωτικό ρεύμα του ανορθολογισμού, της κινδυνολογίας, του λαϊκισμού, της δημαγωγίας, της αναζωπύρωσης των διαφορών, του αυταρχισμού, της αλαζονείας της εξουσίας. Εν μέσω πλανητικών αναστατώσεων, μετακινήσεων πληθυσμών, μισαλλόδοξων φωνών, ανεξέλεγκτων καταστάσεων, διαδικτυακών ψευδών, οικονομικών κρίσεων, οξύτατων ανταγωνισμών. Κάναμε μια παύση. Αραγε χάρη στο θαύμα μιας προαιώνιας ιδέας ή επειδή κουραστήκαμε από τις υπερβολές, την αμετροέπεια, τις εμφυλιοπολεμικές αντιπαραθέσεις, τα ναζιστικά μορφώματα, τον αντιδημοκρατικό αντιεξουσιαστικό ακτιβισμό, τις κραυγές;

Από το «μηδέν άγαν» του Χίλωνα, το «μέτρον άριστον» του Κλεόβουλου και το «μέτρα φυλάσσεσθαι· καιρός δ επί πάσιν άριστος» (κρατάτε το μέτρο· και υπάρχει η κατάλληλη στιγμή για όλα) του Ησίοδου έχουν περάσει 27 αιώνες. Ομως ακόμη λέμε «μην πετάς πέτρες εάν ζεις σε γυάλινο σπίτι» (παροιμία).

Η μετριοπάθεια δεν είναι μετριότητα, ούτε ουδετερότητα, αδιαφορία ή αμφιθυμία. Δεν είναι αδυναμία, είναι το αντίθετο του δογματισμού και της βίας. Είναι, σε κρίσιμες περιόδους, πολιτική αρετή. Είναι τα μεστά λόγια και οι ήπιες πράξεις, η αντίσταση στις πιέσεις, η αποφυγή της αδιαλλαξίας, η ηρεμία που απαιτείται για να πείσεις ότι έχεις δίκιο. Είναι ο ρεαλισμός, η ικανότητα μάθησης, το ευρύ πνεύμα, η αναγνώριση του δίκιου του άλλου, η αποδοχή του δικαιώματός του να πράττει κατά τη δική του συνείδηση, ο διάλογος, η σύγκλιση. Είναι ο συνειδητός σκοπός και η εκούσια διαχείριση, η λήψη δυσάρεστων αλλά αυτονόητων αποφάσεων, είναι τα θεμέλια του δικαίου.

Συχνά ο όρος ερμηνεύεται με τρόπο που διαστρεβλώνει την ουσία του. Παρουσιάζεται ως το κυνήγι μιας επαμφοτερίζουσας θέσης, των ασφαλών αποστάσεων, της αντιπροσώπευσης συγκεκριμένων συμφερόντων, της μηχανιστικής διασύνδεσης διαφορετικών ομάδων εκλογέων, χωρίς ένα καθαρό σχέδιο για την ευημερία όλων. Προβάλλεται ως χώρος διαιώνισης του κομφορμισμού και της στασιμότητας. Οχι ότι κυρίαρχα πολιτικά κόμματα δεν εμφανίζουν τέτοια χαρακτηριστικά, ωστόσο αυτά δεν υπηρετούν την κύρια επιταγή της μετριοπάθειας, που είναι, πέρα από τη μάχη ενάντια στον φανατισμό, η κατάδυση στο βάθος των πραγμάτων. Η σεμνότητα. Μια κοινωνική και πολιτική άσκηση μετριοφροσύνης θεωρούσε ο Αλμπέρ Καμύ τη δημοκρατία. Για τον Καμύ ο δημοκράτης είναι άτομο ταπεινό, που αποζητεί τη συμβουλή των άλλων, καθώς αναγνωρίζει ότι δεν τα κατέχει όλα· η υπεροψία δεν οδηγεί στη δημοκρατία, έλεγε.

Ο μετριοπαθής δεν στερείται του σφρίγους που θερμαίνει τη δυναμική των κριτικών αντιπαραθέσεων. Απλά θάβει τα ρόπαλα, τις σιδερογροθιές, τις βαριοπούλες, αντιλαμβάνεται την αδικία ως πρόβλημα προς λύση και όχι ως ευκαιρία να πλήξει τον αντίπαλο. Ομως είναι πολύ δύσκολο να παραμείνεις μετριοπαθής, είναι πιο εύκολο να οργιστείς, να κράξεις, να επιτεθείς.

Από τα ιστορικά παραδείγματα μετριοπάθειας είναι εκείνα του νηφάλιου, διορατικού, διαλλακτικού Νικόστρατου, Αθηναίου στρατηγού, που επιχειρεί να εξαλείψει τα πολιτικά πάθη και να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις στην Κέρκυρα (427 π.Χ., Θουκυδίδου Ιστορίαι), και του Νικία (στο ίδιο, Σικελικά), ο οποίος μιλώντας δύο φορές στην εκκλησία του δήμου, λίγο πριν από την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία (415-413 π.Χ.), προσπαθεί, εις μάτην, να τους πείσει να μην προχωρήσουν σε πόλεμο, αφού οι αντίπαλοι διαθέτουν ισχυρότερο στρατό και μεγαλύτερο πλούτο. Υποστηρίζει πως η πόλη πρέπει να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία της ειρήνης για να αναπληρώσει τις απώλειες σε άνδρες και χρήμα, τους συμβουλεύει να μη φοβηθούν μήπως θεωρηθούν δειλοί αν δεν ψηφίσουν υπέρ της εκστρατείας, ενώ αμφισβητεί την αξιοπιστία του αδίστακτου και επιβλητικού Αλκιβιάδη ισχυριζόμενος ότι, νεαρός και αλαζών, επιθυμεί τον πόλεμο μόνο από ιδιοτέλεια και ματαιοδοξία.

Για τους περισσότερους πολιτικούς, παλιούς και σύγχρονους, μετριοπάθεια και πόλεμος είναι έννοιες ασυμβίβαστες. Ο Χένρι Κίσινγκερ έλεγε ότι η μετριοπάθεια είναι προσόν μόνο όταν οι άλλοι αντιλαμβάνονται ότι έχεις και άλλες λύσεις. Στον πόλεμο δεν υπάρχει μέση οδός, υποστήριζε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Η μετριοπάθεια στη μάχη είναι βλακεία. Σωστό.

Το ζήτημα είναι να μη φτάσεις ώς εκεί. Και, φυσικά, για να αποφύγεις την αιματοχυσία, απαιτούνται σύνεση, ευστροφία και διπλωματία.

 

 

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Το κοπιαστικό ιδιόλεκτο της πειθούς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 31.03.2019

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι τέχνη η δημόσια ομιλία – θα ακούσουμε πολλές κατά την προ των ευρωεκλογών περίοδο, την οποία άνοιξε ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη. Ο ομιλητής αναγκάζεται να είναι όχι μόνο καλός ρήτορας, αλλά και καλός αφηγητής –οι ιστορίες αρέσουν στους ανθρώπους–, πνευματώδης, πειστικός, σύντομος, σαφής, πειθαρχημένος, ηγέτης και μαζί άνθρωπος, ένας από το κοινό. Ο ομιλητής (ή ο ειδικευμένος συγγραφέας που προετοιμάζει τον λόγο του) μοιάζει ορθό να βαδίζει κυρίως με βάση τη λογική και δευτερευόντως με το συναίσθημα, πρωτίστως να αποδεικνύει και συγκρατημένα να συγκινεί. Με ακρίβεια εκφραστική.

Δεν είναι πάντα απολύτως επιτυχείς εκφραστικά οι λόγοι του πρωθυπουργού (ή οφείλεται στο ότι αυτοσχεδιάζει μιλώντας εκτός χειρογράφου;). Είχε πει το καλοκαίρι στο Λαύριο πως «ό,τι εκπροσωπεί κίνδυνο για τις ανθρώπινες ζωές θα ξηλωθεί», αντί του «ό,τι αντιπροσωπεύει (ή αποτελεί) κίνδυνο…»· σε φόρουμ παλιότερα είχε αναφερθεί στη «συνύπαρξη πολιτισμών που τους χωρίζουν εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα», όταν ο μέγιστος κύκλος της Γης, ο Ισημερινός, μετρά 40.075 χιλιόμετρα, κ.ο.κ.

Είναι τέχνη η ρητορική. Κατά τον Φάνη Κακριδή, γεννήθηκε στη Σικελία, στις δημοκρατικές Συρακούσες, όπου ο Κόρακας και ο μαθητής του Τισίας επινόησαν τη διαίρεση κάθε λόγου σε προοίμιο, διήγηση, αποδείξεις και επίλογο, και επεξεργάστηκαν αποδεικτικούς τρόπους, τις έντεχνες πίστεις και τα επιχειρήματα. Η σικελική παράδοση μεταφυτεύθηκε στον ελλαδικό χώρο και φορείς της τέχνης αυτής δεν ήταν μόνο οι σοφιστές. Ρητοροδιδάσκαλοι ήταν και ρήτορες σαν τον Αντιφώντα και τον Ισοκράτη και φιλόσοφοι σαν τον Αριστοτέλη. Η ρητορική ασκούνταν από το πολιτικό βήμα, σε γιορτές και σε δίκες. Πολλοί δάσκαλοι της ρητορικής ήταν και λογογράφοι – ένα είδος δικηγόρων που προετοίμαζαν τις αγορεύσεις των διαδίκων στο δικαστήριο (δεν είχαν σχέση με τους λογογράφους της αρχαϊκής εποχής, που έγραφαν γεωγραφικά, εθνολογικά και γενεαλογικά έργα) και ενίοτε οι ίδιοι έγραφαν τον λόγο και του κατήγορου και του κατηγορουμένου. Ο Αριστοφάνης κατηγορούσε τους Αθηναίους ότι άλλο δεν κάνουν από το να δικάζουν και να δικάζονται: «Τα τζιτζίκια», έγραψε, «ένα δυο μήνες μόνο τραγουδούν στα κλαδιά· όμως οι Αθηναίοι αδιάκοπα, όλη τους τη ζωή τραγουδούν στα δικαστήρια» («Ορνιθες»).

Συνέγραφαν οι ρήτορες λόγους για τις συνάξεις και εισήγαν τις πολιτικές θέσεις των ιδίων ή των πελατών τους με λόγια ζωντανά, καθημερινά, φυσικά, λιτά, πειστικά όπως ο Λυσίας, με φράσεις ισοζυγιασμένες, δομή ξεκάθαρη, επιδέξια επιχειρηματολογία όπως ο Αντιφών, με αυθορμητισμό, αφηγηματική ζωντάνια, αβίαστη ροή όπως ο Ανδοκίδης, με παραστατικότητα, μεγαλοπρέπεια και πνεύμα όπως ο Αισχίνης, ή με εξεζητημένο ιδιόλεκτο, με επιτηδευμένες μακρόσυρτες περιόδους, φορτωμένες με δευτερεύουσες, αρχιτεκτονημένες με προσοχή, οργανωμένες με αντιστοιχίες και αντιθέσεις όπως ο Ισοκράτης. Οχι ότι ο αρχαίος ρήτορας δεν ασχολείτο με ψευδοπροβλήματα, δεν τροφοδοτούσε τα επιφαινόμενα, δεν υπέπιπτε σε ασύγγνωστα σφάλματα. Οχι ότι δεν ήταν ο δημόσιος λόγος στην αρχαιότητα στομφώδης και επιθετικός, όπως σήμερα. Και ο Λυκούργος είχε ύφος «διογκωμένο, μεγαλόστομο, όχι κομψό, ούτε ευχάριστο, αλλά δυναμικό». Και ο Ισαίος επιτίθετο με σφοδρότητα, με ανοίκειες ύβρεις και υπαινιγμούς στους αντιπάλους. Και ο

Δημοσθένης ενήλλασσε απλές καθημερινές εκφράσεις με τολμηρές μεταφορές, στρωτές αφηγήσεις με άγριες προσωπικές επιθέσεις, κοροϊδίες, εκρήξεις αγανάκτησης και εξάρσεις πατριωτικές – «θηρίο» τον αποκαλούσε ο Αισχίνης, που είχε αναμετρηθεί μαζί του στα δικαστήρια. Επαγγελματίες τεχνίτες του λόγου δεινοί, άριστοι στη διατύπωση της σκέψης, διέπλαθαν προσωπικότητες, νουθετούσαν τους νέους, επηρέαζαν τις πολιτικές εξελίξεις.

Σήμερα είναι συχνά ασθενέστερος ο αποδεικτικός λόγος, πιο αναιμική η στρατηγική της πειθούς, εντονότερη εκείνη του συνθήματος και του συναισθήματος («μάχη από καρδιάς απέναντι στη συντήρηση»). Είναι λόγος συνήθως προβλέψιμος, ελάχιστα κατατοπιστικός. Κατά τα ειωθότα, απαξιωτικός («οι μάσκες έπεσαν, κανένα προσωπείο δεν θα τον σώσει…») ή καταξιωτικός («έβαλαν τη χώρα στα μνημόνια και εμείς την απελευθερώσαμε»), ανάλογα με το πολιτικό μέτωπο από το οποίο προέρχεται. Ο σημερινός εμπνευσμένος, καλά αρθρωμένος πολιτικός λόγος, ενδεχομένως προϊόν ευρηματικών έμπειρων λογογράφων, μάχεται αλλά συχνά δεν νικά τον, λαϊκιστικό και μη, δημαγωγικό λόγο, ο οποίος χρησιμοποιεί τα όπλα που του προσφέρει η δημοκρατία για να την αποδυναμώσει.

Τι είναι και τι θέλει ο λαϊκισμός

Και πρώτα απ’ όλα ο όρος, «η των ονομάτων επίσκεψις». Ο όρος «λαϊκισμός» έκανε δυναμικά την είσοδό του στην ελληνική πολιτική ζωή στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, οι πρώτοι που τον χρησιμοποίησαν στον δημόσιο λόγο, αναφερόμενοι στο τότε ραγδαία ανερχόμενο ΠαΣοΚ, ήταν οι αδελφοί Μιχάλης και Λευτέρης Παπαγιαννάκης (μακαρίτες, δυστυχώς, και οι δύο σήμερα) σε κείμενό τους στο περιοδικό «Πολίτης».

Κάποιοι ισχυρίζονται πως οι όροι «δημαγωγία/δημαγωγός» είναι αντίστοιχοι των «λαϊκισμός/λαϊκιστής». Δεν συμφωνώ. Η δημαγωγία είναι κάτι πολύ ευρύτερο από τον λαϊκισμό. Στον πληθωρικό και κατά βάση παραπλανητικό λόγο του δημαγωγού τον κυρίαρχο τόνο δεν είναι απαραίτητο να τον δίνει ο λαϊκισμός ως αντίληψη για τον ρόλο του κράτους και των θεσμών, καθώς και για τη σχέση του «λαού» με το πολιτικό γίγνεσθαι. Κατά το παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί επίσης ο όρος «ποπουλισμός», ο οποίος όμως δεν «έγραψε», και μάλλον κατέληξε να χρησιμοποιείται για ειδικότερες περιπτώσεις.

Αν έπρεπε, τώρα, να εντοπιστούν κάποια από τα βασικά γνωρίσματα του λαϊκισμού, θα έλεγα ότι αυτά είναι:

— Επίμονη αναφορά στον «λαό», γενικά, αόριστα και αδιαφοροποίητα, σαν την πηγή όλων των «καλών» και των νομιμοποιήσεων. Αποσιωπάται έτσι ή υποβαθμίζεται η ύπαρξη στους κόλπους του «λαού» διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, ομάδων και κατηγοριών, των οποίων μάλιστα τα συμφέροντα όχι απλώς δεν συμπίπτουν απαραιτήτως, αλλά συχνά είναι και αλληλοσυγκρουόμενα.

— Παρουσία κάποιου χαρισματικού (ή αυτοχρισμένου «χαρισματικού») ηγέτη. Ο ηγέτης επικοινωνεί απευθείας με τον λαό «του», του οποίου γνωρίζει, καταλαβαίνει και νιώθει τα προβλήματα και τις επιθυμίες.

— Υποτίμηση και υποβάθμιση του ρόλου και της σημασίας των θεσμών, ως εξισορροπητικού παράγοντα και ασφαλιστικής δικλίδας για την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού/κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Εφόσον, μάλιστα, υπάρχει και αναφορά σε κάποιον ηγέτη, η σχέση του με τον λαό είναι αδιαμεσολάβητη, απευθείας, και επομένως ο ρόλος των θεσμών μειώνεται ακόμη περισσότερο. Εξ ου και το ανδρεοπαπανδρεϊκό (σε στιγμή δημαγωγικής ρητορικής έξαρσης, ας το δεχτούμε): «Δεν υπάρχουν θεσμοί. Μόνο ο λαός»!

— Καταγγελία των «ελίτ», η οποία συνήθως συνοδεύεται από κατ’ αντιδιαστολήν εξύμνηση του «κοινού ανθρώπου». Βέβαια, ο «κοινός άνθρωπος», ο common man, είναι κι αυτός ως έννοια κάτι εξίσου ασαφές και ακαθόριστο όσο και ο «λαός» ή οι «μη προνομιούχοι». Ολοι αυτοί οι όροι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: λόγω ακριβώς της ασάφειάς τους, μπορούν να γίνονται εξαιρετικά αποτελεσματικό πολιτικό όπλο στα χέρια των «μαζοχειραγωγών». Κάθε πολίτης/ψηφοφόρος μπορεί έτσι να κατατάσσει τον εαυτό του στους «μη προνομιούχους» ή να διεκδικεί την ιδιότητα του common man, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση για την ακριβή θέση του στην παραγωγή, το κοινωνικό του status, τις ταξικές του αναφορές και συντεταγμένες.

— Κατά κανόνα, ο λαϊκισμός, οι λαϊκιστές και τα λαϊκιστικά καθεστώτα τρέφονται και από μία ακόμα βολική κατασκευή, η οποία μάλιστα παίρνει συχνά τη μορφή «εθνικού μύθου»: από τον κίνδυνο που (υποτίθεται ότι) αποτελεί, για την υπόσταση αλλά και για την ταυτότητα του απλού πολίτη, κάποιος εξωτερικός εχθρός, κάποια εξωτερική απειλή. Αυτή η απειλή μπορεί να είναι μια γειτονική χώρα, ο «ιμπεριαλισμός» γενικά και αόριστα, «οι ξένοι που μας φθονούν και μας υποβλέπουν», οι μετανάστες, κ.ο.κ.

Υπάρχουν επίσης κάποια ζητήματα που, ειδικά στις μέρες μας, τίθενται αρκετά συχνά με τη μορφή ερωτημάτων. Ενα από αυτά είναι κατά πόσον μπορεί να γίνονται παραλληλισμοί με τη Λατινική Αμερική, όταν εξετάζουμε το φαινόμενο του λαϊκισμού στην Ευρώπη. Κάποιοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για δυο διαφορετικά φαινόμενα, σε εντελώς διαφορετικά πολιτικοκοινωνικά συμφραζόμενα. Κάποιοι άλλοι, πάλι, θεωρούν πως τα βασικά γνωρίσματα και συστατικά των λαϊκιστικών καθεστώτων είναι λίγο-πολύ παντού τα ίδια, με τις αναπόφευκτες βέβαια κατά τόπους ιδιαιτερότητες.

Κατά τα άλλα, υπάρχουν βέβαια και θεωρητικοί, όπως ο μακαρίτης Ερνέστο Λακλάου, που υποστηρίζουν πως η κριτική στον λαϊκισμό εκπορεύεται (κι αυτή, όπως και όλα τα κακά, άλλωστε) από τις ελίτ. Ο λαϊκισμός, σύμφωνα με αυτή την άποψη, κάθε άλλο παρά καταδικαστέος είναι, αφού διευκολύνει την ένταξη των «πλατιών λαϊκών μαζών» στο πολιτικό γίγνεσθαι. Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε.

Εν κατακλείδι, και για να μην παριστάνω τον αφ’ υψηλού τιμητή των πάντων, θα έλεγα ότι, κακά τα ψέματα, όλα τα κόμματα λαϊκίζουν ή έχουν λαϊκίσει, περισσότερο ή λιγότερο, κατά τη διάρκεια του πολιτικού τους βίου. Και όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα: δεξιά, κεντρώα και αριστερά, με την Αριστερά μάλιστα να πρωταγωνιστεί συχνά στο συγκεκριμένο πεδίο.

Επίσης, για να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο λαϊκισμός «πατάει» κατά κανόνα σε υπαρκτά προβλήματα συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων (εξ ου και η διόλου ευκαταφρόνητη απήχησή του), για τα οποία ωστόσο προτείνει εσφαλμένους ή εν γνώσει του παραπλανητικούς τρόπους αντιμετώπισης.

Με άλλα λόγια, ας μην υποτιμάμε τη διακριτική (ενίοτε και καθόλου διακριτική) γοητεία του λαϊκισμού. Αν, βέβαια, θέλουμε να εξηγήσουμε την απήχησή του και όχι απλώς να τον ξορκίσουμε.

Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής.

ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Το έλλειμμα δημοκρατικής παιδείας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 14.04.2019  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η Αγωγή του Πολίτου όπως την αντιλαμβανόταν η εθνοσωτήριος στις 21 Απριλίου 1967.

Συκοφαντήθηκε πολύ η μεταπολίτευση. Συκοφαντήθηκε πριν από την κρίση ως «γενιά του Πολυτεχνείου» και μετά την κρίση ως «παλαιό πολιτικό σύστημα». Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι η περίοδος 1975-2018 ήταν, παρά την κρίση, η καλύτερη εποχή της Ελλάδας. Το 1974 το κατά κεφαλήν ακαθάριστο προϊόν ήταν μόλις 2.812 δολάρια. Το 2018 ήταν επταπλάσιο, 20.309 δολάρια. Πριν από 45 χρόνια το προσδόκιμο ζωής ήταν στα 72 έτη, ένα χρόνο μεγαλύτερο από τις ΗΠΑ. Το 2018 στην Ελλάδα ήταν 81 έτη, ενώ στις ΗΠΑ 78,7 έτη.

Η μεγαλύτερη συμβολή όμως της μεταπολίτευσης αφορά αυτό που θεωρούμε δεδομένο, την εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών. Ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Θανάσης Διαμαντόπουλος, μιλώντας στην παρουσίαση των επτά τευχών «10 και μία δεκαετίες πολιτικών διαιρέσεων» (εκδ. Επίκεντρο), έκανε μια ενδιαφέρουσα σύγκριση μεταξύ της μεταπολίτευσης και της προηγούμενης ιστορικής περιόδου.

«Νοσηρότητες υπήρξαν κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης», είπε, «αλλά είναι νοσηρότητες που αναδεικνύει η ματιά του βραχέος χρόνου. Αν δούμε τον μακρύ χρόνο, τον ιστορικό χρόνο, η μεταπολίτευση είναι ίσως η μόνη περίοδος της εύρωστης Δημοκρατίας σε αντίθεση με την περίοδο της εύτρωτης Δημοκρατίας, όταν είχαμε Δημοκρατία. […] Είναι η πρώτη φορά που όλες οι εκλογές έγιναν εντός του θεσμικού πλαισίου. Δεν είχαμε αυθαίρετη παράταση της εκλογικής περιόδου, όπως έγινε τουλάχιστον δύο φορές το 1920 και το 1932, που προκήρυξε εκλογές η βενιζελική κυβέρνηση πολύ πέραν της τετραετίας. Δεν είχαμε αλλαγές Συντάγματος εκτός της συνταγματικής νομιμότητας. Για πρώτη φορά το 2001 είχαμε συνταγματική συναινετική αναθεώρηση, κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Στην περίοδο 1910-1974, που εξετάζουν τα βιβλία (δεν διαφέρει πολύ σε χρόνο από την περίοδο της μεταπολίτευσης: 64 χρόνια η μία, 45 η άλλη), είχαμε τέσσερις τυπικές δικτατορίες κι άλλες τέσσερις άτυπες. Εχουμε την περίοδο 1910-1974 πέντε διαφορετικά Συντάγματα, όλα εισαχθέντα πραξικοπηματικώς, συν την επαναφορά ενός έκτου. Και πάνω απ’ όλα έχουμε αίμα. Κάποιες φορές αναδρομικό. Ο στρατηγός Παπούλας εκτελέσθηκε το 1935 χωρίς να έχει καμία σχέση με το αδίκημα που του αποδόθηκε, για μια αλλαγή πολιτικού στρατοπέδου που είχε κάνει το 1922 και θεωρήθηκε παραταξιακός αποστάτης. Οι 154 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν το 1948 δεν είχαν σχέση με τη δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά· ήταν πράξη αντιποίνων…» (4.4.2019)

Η «σωτηρία της πατρίδος»

Ο καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευάνθης Χατζηβασιλείου, που μίλησε στην ίδια εκδήλωση, εξήγησε γιατί περάσαμε από την εύτρωτη προ του 1974 Δημοκρατία στην εύρωστη Δημοκρατία της μεταπολίτευσης. «Κυριάρχησε η αρχή “υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος”. Αυτό είναι μοιραίο για τη σταθερότητα της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία είναι πάνω απ’ όλα συμφωνημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Από τη στιγμή που διαρρηγνύεται ο συμφωνημένος αυτός χαρακτήρας και τίθεται μια υπέρτερη αρχή, από τη στιγμή που θα πεις “υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος”, μετά είναι ζήτημα χρόνου να αρχίσεις να εργαλειοποιείς αυτήν την αρχή στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση».

Πράγματι, τη «σωτηρία της πατρίδος» επικαλέστηκαν και οι συνταγματάρχες για να καταλύσουν το δημοκρατικό καθεστώς το 1967. Ηταν η τελευταία φορά. Τα καμώματα της επταετίας ανέδειξαν τον εργαλειακό χαρακτήρα της αρχής «υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος» και ουδείς μπορούσε πλέον να την επικαλεστεί. Το πρόβλημα όμως είναι πως η Δημοκρατία, η συμπεφωνημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων, δεν έγινε ο «υπέρτατος νόμος». Πολλοί λαϊκιστές την υπονομεύουν για τη «σωτηρία» άλλων, σημαντικότερων κατά την άποψή τους αρχών. Και δυστυχώς τα ελλείμματα Παιδείας είναι τόσο μεγάλα, που πολλοί –πρωτίστως οι νέοι που δεν έχουν την εμπειρία της εύτρωτης Δημοκρατίας– τους πιστεύουν.

Το έλλειμμα δημοκρατικής παιδείας σπανίως συζητείται στις μέρες μας. Λένε ότι κάποιος νέος που θα μπει τώρα στην αγορά εργασίας θα αλλάξει επάγγελμα πέντε με έξι φορές στη ζωή του. Δεν θα αλλάξει εργοδότη, ούτε θα κάνει κάτι που έχει σχέση με όσα έμαθε, αλλά πρέπει να αποκτήσει νέες δεξιότητες. Μπορεί να σπούδασε γλωσσολογία, αλλά οι ανάγκες της αγοράς θα τον οδηγήσουν να εργάζεται στον τομέα των υπολογιστών. Επειδή το τοπίο της οικονομίας αλλάζει ραγδαία, πρέπει να εκπαιδεύεται και να επανεκπαιδεύεται.

Απλοποιητικός λαϊκισμός

Ομως και το τοπίο της πολιτικής αλλάζει διαρκώς, αλλά περιμένουμε από έναν νέο να αντεπεξέλθει με τα πέντε κολλυβογράμματα που έμαθε στην Αγωγή του Πολίτη, με ό,τι ακούσει στις συντροφιές του και ό,τι πάρει το μάτι του στο timeline του Τwitter, ανάμεσα στα νέα της Σούλας-Μπούλας και την εγκυμοσύνη κάποιας Καρντάσιαν. Η Δημοκρατία είναι από χέρι χαμένη επειδή διαρκώς μεταμορφώνεται και ελάχιστοι πλέον κατανοούν τις διαδικασίες της. Γράφαμε και παλιότερα πως «το “βάθεμα και το πλάτεμα της Δημοκρατίας” απαιτεί όλο και περισσότερους παίκτες στη διαδικασία, αλλά –φευ– έχει όλο και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Εκεί, όμως, βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα της: όσο προστίθεται πολυπλοκότητα στο σύστημα, τόσο πιο ακατανόητο γίνεται, αλλά και δομικά πιο ασταθές. Ο μέσος πολίτης δεν μπορεί, για παράδειγμα, να κατανοήσει πώς μια ανεξάρτητη αρχή μπορεί να αντιταχθεί και να απαγορεύσει το “προφανές” (βλέπε υπόθεση αναγραφής θρησκεύματος στις ταυτότητες). Δεν μπορεί να κατανοήσει τις δαιδαλώδεις διαδικασίες για τη λήψη μιας απόφασης ή τις ισορροπίες που πρέπει να κρατηθούν, επειδή ακριβώς στη διαδικασία εμπλέκονται πολλοί ανεξάρτητοι παράγοντες […]. Ετσι οι πολίτες απλοποιούν την πολυπλοκότητα της Δημοκρατίας σε συνωμοσίες: των Εβραίων, της παγκοσμιοποίησης, των Αμερικανών, της διαπλοκής κ.λπ. Εδώ, όμως, βρίσκει εύφορο έδαφος ο παντός τύπου απλοποιητικός λαϊκισμός. Κι εκεί βρίσκεται το “δημοκρατικό παράδοξο”: η διεύρυνση της Δημοκρατίας προσθέτει πολυπλοκότητα. Η πολυπλοκότητα απομακρύνει τους πολίτες κι αυτό αφήνει έδαφος στους λαϊκιστές εχθρούς της» («Το δημοκρατικό παράδοξο και κρίση της πολιτικής», Καθημερινή 28.1.2007).

Οσοι γεννήθηκαν μετά τη δεκαετία του ’60 έχουν μάθει τα βασικά του πολιτεύματος –όπως τα ‘χουν μάθει τέλος πάντων– για την εκτελεστική εξουσία, τη Βουλή, τη Δικαιοσύνη, αλλά εν τω μεταξύ καλούνται να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές, να σεβαστούν τις αποφάσεις των ανεξάρτητων αρχών (τι είναι ετούτο πάλι;), να καταλάβουν τη διαφορά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ψιλά γράμματα· τόσο ψιλά, που όλοι τα προσπερνούν, με αποτέλεσμα να απέχουν. Απέχοντας όμως, κάποιοι άλλοι παίρνουν τις αποφάσεις και, με δεδομένη την πολυπλοκότητα στην πολιτική διαδικασία, μένει χώρος για συνωμοσιολογία και καταδίκη των ελίτ «που αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς».

 

 

 

Συνταγματική δημοκρατία και λαϊκισμός

ΤοΒΗΜΑ Team

| 12.03.2019 – 09:08

Ολοένα και πληθαίνουν, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, τα βιβλία, τα άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, τα σεμινάρια και τα συνέδρια γύρω από το φαινόμενο του λαϊκισμού. Η πολιτική επιστήμη, με σημαντική και διεθνώς αναγνωρισμένη τη συνεισφορά των θεραπόντων της στην Ελλάδα, έχει εμβαθύνει πολύ στο θέμα αυτό. Αντιθέτως, δεν έχει ακόμη διερευνηθεί επαρκώς η θεσμική όψη του φαινομένου του λαϊκισμού, δηλαδή η σχέση του με τις διαδικασίες και τους θεσμούς της συνταγματικής δημοκρατίας, ένα θέμα που ενδιαφέρει πρωτίστως την επιστήμη του συνταγματικού δικαίου.

Αυτή η διπλή όψη του λαϊκισμού, ως πολιτικού φαινομένου και συγχρόνως ως φαινομένου συνταγματικού ενδιαφέροντος, βρέθηκε στο επίκεντρο του συνεδρίου που διοργάνωσε ο όμιλος Μάνεση στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στις 1 και 2 Μαρτίου, υπό τον γενικό τίτλο «Συνταγματική δημοκρατία και λαϊκισμός», με τη συμμετοχή εξαίρετων ελλήνων πολιτικών επιστημόνων και συνταγματολόγων.

Από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης, οι εισηγήσεις των Χ. Λυριντζή, Γ. Σταυρακάκη, Γ. Αναστασάκου, Γ. Μπαλαμπανίδη και Γ. Μοσχονά επιβεβαίωσαν τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί ως προς τον προσδιορισμό των ουσιωδών γνωρισμάτων της έννοιας του λαϊκισμού, έστω και αν ακόμη δεν έχει βρεθεί ένας αξιολογικά ουδέτερος ορισμός της, εάν αυτός είναι δυνατός.

Πάντως, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στο συνέδριο πολιτικούς επιστήμονες φαίνεται να συμφωνούν με τον Cas Mudde, ότι ο λαϊκισμός είναι «μια ιδεολογία ισχνού πυρήνα, που θεωρεί την κοινωνία ως στην ουσία διαχωρισμένη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες, τον «αγνό λαό» ενάντια στις «διεφθαρμένες ελίτ», και που υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να αποτελεί έκφραση της volonté générale (γενικής βούλησης) του λαού» (βλ. C. Mudde – Cr. Rovira Kaltwasser, επιμ., Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική, μετάφραση Π. Ασλανίδη, εκδ. Επίκεντρο, 2013, σελ. 44).

Εκτός από ιδεολογία, ο λαϊκισμός είναι όμως και τεχνική διακυβέρνησης, από τη στιγμή που κατακτά την πολιτική εξουσία. Και τότε αποκτά ενδιαφέρον και από την άποψη του συνταγματικού δικαίου, αφού ο κατά βάση αντιφιλελεύθερος χαρακτήρας του λαϊκισμού αποτελεί μια μόνιμη πηγή έντασης με τις διαδικασίες και τους θεσμούς της συνταγματικής δημοκρατίας. Στις εισηγήσεις των Γ. Σωτηρέλη, Ξ. Κοντιάδη, Σπ. Βλαχόπουλου, Ιφ. Καμτσίδου, Π. Μαντζούφα, Λ. Παπαδοπούλου, Α. Μεταξά, Α. Καϊδατζή και Γ. Καραβοκύρη επισημαίνεται η αναβίωση της διάκρισης μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας στο πλαίσιο του λαϊκισμού, με διαφοροποιημένες όμως εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις της διάκρισης αυτής στην ποιότητα της δημοκρατίας. Πάντως, η ακραία εκδήλωση της διάκρισης αυτής, που συνίσταται στον «πλειοψηφισμό», δηλαδή στη δίχως περιορισμούς εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας (πρβλ. N. Urbinati, Maggioranza e maggioritarismo, σε: M. Anselmi, P. Blokker, N. Urbinati, La sfida populista, Fondazione Giangiacomo Feltrinelli, ψηφιακή έκδοση, 2018, σελ. 16 επ.), απορρίπτεται σχεδόν από όλους, ως άρνηση της ουσίας της συνταγματικής δημοκρατίας. Ενώ μάλλον απομονωμένη βρέθηκε η άποψη (Α. Καϊδατζής) ότι ο περιορισμός των λειτουργιών «συνταγματικής εγγύησης» (π.χ. του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων) αποτελεί συνεπή εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής, εν όψει του κινδύνου ενός αντιπροοδευτικού δικαστικού ακτιβισμού.

Εις επίρρωσιν της άποψης αυτής, αλλά ίσως και του «πλειοψηφισμού», έγινε αναφορά στο ρεύμα του αμερικανικού πολιτικού ή λαϊκιστικού συνταγματισμού (π.χ. Mark Tushnet, Akhil Amar, Larry Kramer, Richard D. Parker), το οποίο αντιλαμβάνεται το συνταγματικό δίκαιο πρωτίστως ως μέσο για την προώθηση της αρχής της πλειοψηφίας παρά για τον περιορισμό της, αμφισβητώντας τελικά την ίδια την κανονιστικότητα του Συντάγματος. Ωστόσο, ο λαϊκισμός του αμερικανικού πολιτικού ή λαϊκιστικού συνταγματισμού εντάσσεται μάλλον στο ρεύμα της δημοκρατικής παρά της λαϊκιστικής συνταγματικής σκέψης (βλ. Γ. Καραβοκύρης). Σε κάθε περίπτωση δε, η αντίληψη του συνταγματικού δικαίου ως «πολιτικού δικαίου» (Droit Politique, Derecho Politico) έχει οριστικά ξεπεραστεί στον ευρωπαϊκό χώρο, και το συνταγματικό δίκαιο αντιμετωπίζεται από πολλού χρόνου, τουλάχιστον από τον Kelsen και μετά, απλώς ως «δίκαιο», πλάι στους άλλους κλάδους του δικαίου.

Εξάλλου, η ίδια η διάκριση μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας, δεν βρίσκει ευήκοα ώτα στην Ευρώπη, διότι ανακαλεί στη μνήμη τα ολοκληρωτικά και αυταρχικά κράτη του Μεσοπολέμου, τα οποία χαρακτήριζαν εαυτά ως αντιφιλελεύθερα αλλά δημοκρατικά, επειδή είχαν τη συγκατάθεση των μεγάλων λαϊκών μαζών. Η ευρωπαϊκή έννοια της συνταγματικής δημοκρατίας βασίζεται ακριβώς στην ιστορική αυτή επίγνωση, δηλαδή στον κίνδυνο διολίσθησης της λαϊκής κυριαρχίας σε λαϊκή αυθαιρεσία. Οπως ορίζει επιγραμματικά το άρθρο 1 του ελληνικού Συντάγματος, «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Λαοῦ», ασκούνται όμως «καθ’ ὅν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα».

Ωστόσο, όπως επεσήμανε και ο Γ. Σωτηρέλης, κλείνοντας το συνέδριο, η αρμονική συνύφανση μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας, στο πλαίσιο της συνταγματικής δημοκρατίας, προϋποθέτει επιπλέον την αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς κοινωνικής προστασίας, θέτει δηλαδή ξανά στην επικαιρότητα το ζήτημα της πραγμάτωσης της αρχής του κοινωνικού κράτους (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος).

Ο κ. Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης στο ΕΑΠ.

 

 

 

 

 

Ο νέος παλαιός λαϊκισμός

Το μεγαλύτερο μέρος ενός αιώνα ο λαϊκισμός θεωρούνταν ένα καθαρά λατινοαμερικανικό φαινόμενο, μια επαναλαμβανόμενη πολιτική πληγή χωρών όπως η Αργεντινή, το Εκουαδόρ και η Βενεζουέλα. Τα τελευταία λίγα χρόνια, όμως, ο λαϊκισμός έγινε παγκόσμιος, αναστατώνοντας χώρες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο η Ουγγαρία, η Ιταλία, οι Φιλιππίνες και οι ΗΠΑ. Ο Ζαΐρ Μπολσονάρο, ο νέος πρόεδρος της Βραζιλίας, αποτελεί το τελευταίο παράδειγμα μιας ευρύτερης τάσης.

Οι λαϊκιστές πολιτικοί κερδίζουν έδαφος όταν οι εργαζόμενοι και οι πολίτες της μεσαίας τάξης αισθάνονται ότι έχουν αδικηθεί από τις ελίτ της χώρας τους. Μέσα στη δυστυχία τους, οι ψηφοφόροι στρέφονται προς ισχυρές, χαρισματικές προσωπικότητες των οποίων η ρητορική επικεντρώνεται συχνά στις αιτίες και στις επιπτώσεις της ανισότητας. Επιπλέον, οι λαϊκιστές ηγέτες είναι εθνικιστές και το νόμισμά τους είναι η αντιπαράθεση. Συνεπώς, «ο λαός» πρέπει να τεθεί κατά του πολιτικού κατεστημένου, των μεγάλων εταιρειών, των τραπεζών, των πολυεθνικών, των μεταναστών και άλλων ξένων θεσμών.

Μόλις παίρνουν την εξουσία, οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις τείνουν να εφαρμόζουν πολιτικές που αποσκοπούν στην αναδιανομή του εισοδήματος. Συχνά αυτές περιλαμβάνουν μη βιώσιμα δημοσιονομικά ελλείμματα και νομισματική επέκταση. Οι λαϊκιστικές πολιτικές – που περιλαμβάνουν επίσης τον προστατευτισμό, ρυθμίσεις που κάνουν διακρίσεις και capital controls – παραβιάζουν τις περισσότερες από τις βασικές αρχές της παραδοσιακής οικονομικής πολιτικής. Αλλά η ετεροδοξία προϋποθέτει ρήξη με το status quo. Και σύμφωνα με τους λαϊκιστές, επειδή το status quo είναι η πηγή των δεινών της χώρας τους, η ρήξη με αυτό αποτελεί τη μοναδική λύση.

Η Βενεζουέλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μπορεί να επικρατήσει ο λαϊκισμός. Το αρχικό γεγονός που έδωσε ορμή στο λαϊκιστικό κίνημα στη χώρα συνέβη σχεδόν 10 χρόνια προτού ανεβεί στην εξουσία ο Ούγκο Τσάβες. Στις 27 Φεβρουαρίου 1989, ταραχές ξέσπασαν στην πρωτεύουσα Καράκας ύστερα από την ανακοίνωση ότι τα εισιτήρια των δημόσιων συγκοινωνιών θα αυξάνονταν κατά 30%. Για να επαναφέρει την τάξη, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καλέσει τον στρατό. Υστερα από πέντε ημέρες βίας, περισσότερα από 300 άτομα είχαν χάσει τη ζωή τους.

Το επεισόδιο αυτό έστρωσε το έδαφος για το αποτυχημένο πραξικόπημα του Τσάβες τον Φεβρουάριο του 1992. Στη διάρκεια των δύο ετών που παρέμεινε στη φυλακή, ο Τσάβες προετοιμάστηκε να βάλει υποψηφιότητα για την προεδρία και, όταν αποφυλακίστηκε, επισκέφτηκε τη μια πόλη μετά την άλλη για να παρουσιάσει το λαϊκιστικό πρόγραμμά του. Η οικονομία παράπαιε και οι φτωχοί τον λάτρευαν. Στις προεδρικές εκλογές του Δεκεμβρίου 1998 κέρδισε πανηγυρικά.

Παρόμοιες κρίσεις με βαθιές ρίζες βρίσκονται πίσω από το κύμα του δεξιού λαϊκισμού σήμερα. Στη Βραζιλία, ο Μπολσονάρο οφείλει την ξαφνική δημοτικότητά του σε μια οικονομική και κοινωνική κρίση που σιγόβραζε σχεδόν μια δεκαετία, προκαλώντας υψηλή ανεργία και μειώνοντας τους μισθούς σε όλους τους τομείς. Την ίδια στιγμή, η χώρα ήταν βυθισμένη σε τεράστια διαδοχικά σκάνδαλα διαφθοράς που κατέληξαν στη φυλάκιση του πρώην προέδρου Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και στην αμφισβήτηση και καθαίρεση από το αξίωμά της της διαδόχου του Ντίλμα Ρουσέφ.

Ομοίως, η οικονομική κρίση του 2008 έβαλε τις βάσεις για να εμφανιστεί ο λαϊκισμός στις ανεπτυγμένες χώρες. Οι απλοί πολίτες απεχθάνονταν τη διάσωση των τραπεζών και οι προσφυγικές κρίσεις στην Ευρώπη και αλλού έριξαν λάδι στην εθνικιστική φωτιά.

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην εμπειρία της Λατινικής Αμερικής με τον λαϊκισμό και εκείνη των ανεπτυγμένων οικονομιών σήμερα. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις ΗΠΑ και σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες φθάνουν σε νέα ύψη και ο δανεισμός έχει ανεβεί σε επικίνδυνα επίπεδα. Το μάθημα από την ιστορία είναι ότι μια κρίση χρέους μπορεί να βρίσκεται στον ορίζοντα.

Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτες ομοιότητες σε σχέση με το πώς οι λαϊκιστές ηγέτες ασκούν στην πράξη την πολιτική, ιδίως η έμφαση που δίνουν στην υποκίνηση δημόσιων εκδηλώσεων λαϊκής υποστήριξης. Για να μην παρεξηγούμαστε, οι διαδηλώσεις «MAGA» (Make America Great Again) του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι το ίδιο με τις μαζικές πορείες του Τσάβες. Αλλά οι χλευαστικές επιθέσεις του Τραμπ εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, η ρητορική του κατά της παγκοσμιοποίησης και η περιφρόνηση προς τις ελίτ είναι όλα οικεία σε πολλούς Λατινοαμερικανούς. Και όπως οι λατινοαμερικανοί λαϊκιστές του παρελθόντος, η κυβέρνηση Τραμπ εφαρμόζει μια ατζέντα προστατευτισμού για να προστατεύσει τις εγχώριες βιομηχανίες από τον ανταγωνισμό.
Επίσης, οι λατινοαμερικανοί λαϊκιστές έχουν προ πολλού καταδικάσει εμφατικά τους καθιερωμένους θεσμούς, ιδίως εκείνους που είναι επιφορτισμένοι με το να ελέγχουν την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Ο Τσάβες επέκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο και στη συνέχεια το γέμισε με πιστούς του. Ο πρώην πρόεδρος του Εκουαδόρ, Ραφαέλ Κορέα, απειλούσε ότι θα άλλαζε το σταθερό νομισματικό καθεστώς της χώρας. Και ο πρώην πρόεδρος του Περού, Αλαν Γκαρσία, εξαπέλυε σφοδρές επιθέσεις κατά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Ομοίως, ο Τραμπ υποτίμησε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ως «τρελή» και «loco» λόγω του ότι επιδίωκε την ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής. Και στην Ιταλία, όπου η κυβέρνηση έχει προτείνει έναν προϋπολογισμό που παραβιάζει τους κανόνες για το έλλειμμα της ΕΕ, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Ματέο Σαλβίνι μίλησε με σκληρά λόγια για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Υπάρχουν βεβαίως και διαφορές. Η σημαντικότερη είναι ότι πολλές από τις προηγμένες οικονομίες, όπου οι λαϊκιστικές δυνάμεις έχουν κερδίσει έδαφος, συνεχίζουν να έχουν περιορισμούς στη νομισματική πολιτική τους. Αντίθετα με τη Λατινική Αμερική, η ΕΚΤ δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να χρηματοδοτήσει τις δημοσιονομικές δαπάνες των κυβερνήσεων. Αν και η Ιταλία ανήκει στην ευρωζώνη, έχει ελάχιστη επιρροή στη λειτουργία της ΕΚΤ. Οσο η κατάσταση παραμένει έτσι, η λαϊκιστική στιγμή της Ιταλίας είναι απίθανο να τελειώσει με μια μεγάλη πληθωριστική έκρηξη, όπως συμβαίνει παραδοσιακά στη Λατινική Αμερική. Η Αργεντινή, για παράδειγμα, είχε πληθωρισμό 41% αμέσως μετά τις διαδοχικές προεδρίες του Νέστορ Κίρτσνερ και της συζύγου του Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρτσνερ.

Τούτων λεχθέντων, γίνεται κουβέντα για ένα πιθανό «Italexit», όπου οι Ιταλοί θα αποχωρήσουν από την ευρωζώνη και θα επανεισαγάγουν τη λιρέτα. Αλλά οι Ιταλοί πρέπει να καταλάβουν ότι όταν άλλες χώρες (για παράδειγμα, η Λιβερία) εισήγαγαν ένα εγχώριο νόμισμα, δεν κατέληξε καλά. Πράγματι, το σημαντικότερο μάθημα που παίρνουμε από τις λαϊκιστικές εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής είναι ότι κατά κανόνα τελειώνουν άσχημα. Τελικά, τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος βρίσκονται σε χειρότερη θέση από εκείνη όπου βρίσκονταν όταν ξεκίνησε το λαϊκιστικό πείραμα.

Ο κ. Σεμπάστιαν Εντουαρντς είναι καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας στη Anderson Graduate School of Management του UCLA.

ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ο λαϊκισμός ως τακτική, όχι ιδεολογία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 25.11.2018

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η ​είσοδος προσφύγων και μεταναστών έχει μειωθεί σε σημαντικό βαθμό από το αποκορύφωμά της το 2015, όταν περίπου 1,3 εκατ. υπέβαλε αιτήσεις ασύλου στην Ε.Ε. Ο αριθμός αφίξεων, όμως, παραμένει υψηλός και το ζήτημα επηρεάζει την πολιτική και συχνά προβάλλεται ως κύρια αφορμή για την άνοδο ακραίων δεξιών ομάδων. Η αντίληψη αυτή υιοθετεί το επιχείρημα αυτών που προβάλλουν τη μετανάστευση για να πετύχουν δικούς τους σκοπούς. Κύριος στόχος τους είναι να αποκτήσουν τέτοια επιρροή ώστε και εάν οι ίδιοι δεν κατακτήσουν την εξουσία, να καθορίζουν την ημερήσια διάταξη της πολιτικής. Η αντιμετώπιση ακραίων ομάδων απαιτεί λύσεις σε όλο το φάσμα προβλημάτων που τις τρέφει, όχι μόνο αυτών που οι ίδιες προβάλλουν.

Σε πρόσφατη συνέντευξη στον Guardian, η Χίλαρι Κλίντον φάνηκε να αγνοεί την πολυπλοκότητα του θέματος. «Η Ευρώπη πρέπει να ελέγξει τη μετανάστευση, επειδή αυτό είναι το θέμα που άναψε τη φλόγα», είπε, αναφερόμενη στον λαϊκισμό. «Θαυμάζω τις πολύ γενναιόδωρες και συμπονετικές συμπεριφορές κάποιων ηγετών, όπως η Αγκελα Μέρκελ, αλλά νομίζω ότι δικαιούται κανείς να πει ότι η Ευρώπη έχει κάνει ό,τι ήταν να κάνει και πρέπει να εκπέμψει ένα ξεκάθαρο μήνυμα – “δεν θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να προσφέρουμε άσυλο και στήριξη” – επειδή εάν δεν αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της μετανάστευσης, θα συνεχίσει να ταράζει το πολιτικό σώμα».

Παρόμοιο σχόλιο έκανε σύνεδρος στο Athens Democracy Forum τον Σεπτέμβριο, ο οποίος πρότεινε μια «στρατηγική παύση» στη μετανάστευση. «Τότε, η πολιτική συζήτηση θα μετατοπιστεί προς το Κέντρο, εκεί που θέλετε να βρίσκεται», είπε ο Κίσορ Μαμπουμπάνι, πρώην πρεσβευτής της Σιγκαπούρης στον ΟΗΕ και πανεπιστημιακός. Αλλιώς, πρόσθεσε, «θα καταντήσετε με μη φιλελεύθερα καθεστώτα λόγω φιλελεύθερων αρχών».

Ασφαλώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες θέλουν να ελέγξουν την εισροή ανθρώπων. Αυτός ήταν και ο λόγος της συμφωνίας με την Τουρκία το 2016. Τι συμβαίνει, όμως, όταν οι άνθρωποι συνεχίσουν να έρχονται; Το 2017 πέρασαν 204.718 πρόσφυγες στην Ε.Ε., εκ των οποίων 42.305 από την Τουρκία προς στην Ελλάδα, σύμφωνα με το πρόγραμμα ESPON της Ε.Ε.

Ελάχιστοι επιστρέφουν στην Τουρκία. Πέρα από τη συμφωνία, πέρα από την προσπάθεια φύλαξης των συνόρων, δεν είναι πολλά που μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. μπορεί να κάνει για να εμποδίσει την είσοδο απελπισμένων ανθρώπων. Ούτε να τους πυροβολεί μπορεί ούτε να τους αφήνει να πνιγούν.

Το άλλο ζήτημα είναι πώς οι ακραίες πολιτικές δυνάμεις εκμεταλλεύονται τη μετανάστευση και τα προβλήματα που προκύπτουν απ’ αυτήν για να προωθήσουν τις πολιτικές τους. Συχνά παρατηρούμε ότι τέτοιες ομάδες υπήρχαν πριν από την έλευση μεταναστών ή αναπτύσσονται και σε περιοχές όπου υπάρχουν λίγοι ξένοι. Για παράδειγμα, το ακροδεξιό AfD της Γερμανίας «γεννήθηκε» με αφορμή τη στήριξη (των Γερμανών και άλλων μελών της Eυρωζώνης) προς την Ελλάδα και απέκτησε δύναμη με την εισροή μεταναστών. Ο λόγος είναι ότι η μετανάστευση είναι χρήσιμη για τις δυνάμεις του λαϊκισμού. Τους επιτρέπει να «δείξουν» την εγχώρια ελίτ και τους ξένους ως υπεύθυνους μιας πραγματικής ή ιδεατής κρίσης, να απλουστεύσουν πολύπλοκα προβλήματα, να επικαλεστούν τους κινδύνους που αντιμετωπίζει το έθνος, να προτείνουν δυναμικές, απλοϊκές λύσεις που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση από τους «πουλημένους» εκπροσώπους ξένων συμφερόντων. Τα κοινωνικά δίκτυα τους δίνουν συνεχή πρόσβαση σε οπαδούς και παρέχουν βήμα για να επιτίθενται στους αντιπάλους. Αυτές οι τακτικές είναι κοινές σε ακραίες ομάδες της Δεξιάς και της Αριστεράς. Και οι δύο πλευρές αντλούν δύναμη από την αντίδραση στις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, της λιτότητας και της μετανάστευσης· οι «ιδεολογικές» διαφορές καθορίζουν ποιο απ’ αυτά τα ζητήματα προβάλλεται περισσότερο. Ο στόχος, όμως, είναι κοινός: η αύξηση της επιρροής τους. Η προβολή ενός θέματος που οι ίδιοι επιλέγουν να προβάλουν, η υιοθέτηση των δικών τους επιχειρημάτων τούς ενισχύει. Η αντιμετώπιση του συνόλου των προβλημάτων, η δυναμική, νόμιμη απάντηση σε κάθε επιχείρημα, σε κάθε ψέμα, σε κάθε εκτροπή θα τους αποδυνάμωνε.

 

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Χαρτογραφώντας τα αθέατα δηλητήρια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 25.11.2018 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τ​​οξικός. Ισχυρή λέξη στην ορολογία των περισσοτέρων, χρόνια πολλά τώρα. Ωστόσο μόλις φέτος ανακηρύχθηκε από το Λεξικό της Οξφόρδης «λέξη της χρονιάς», λόγω της αυξημένης χρήσης της –και όχι της «ηλικίας» της–, είπαν. Με την ίδια λογική είχε επιλεγεί το 2017 νεολογισμός του 1965 (youthquake, ο «σεισμός» που προκαλούν τα νιάτα) και το 2016 νεολογισμός του 1992 (post-truth, μετα-αλήθεια). Ο όρος «τοξικός» με τη μεταφορική του έννοια εισήχθη στην κοινή αγγλική το ’90· σε σύγγραμμα για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε το 1996, από την Αμερικανίδα πανεπιστημιακό Μάρσια Γουίκερ, προκειμένου να προσδιοριστεί επακριβώς ο αυταρχικός, σκληρός, αλαζονικός, στενοκέφαλος, θερμοκέφαλος, προκατειλημμένος, διεφθαρμένος ηγέτης. Ο αρχηγός μιας ομάδας, ενός οργανισμού, ενός κόμματος, ενός κράτους, που κάνει κατάχρηση εξουσίας κι αφήνει τους υφισταμένους ή τη χώρα του σε χειρότερη κατάσταση από πριν.

Στην καθημερινή ζωή ο όρος χαρακτηρίζει συντρόφους, γονείς, φίλους, σχέσεις, συναισθήματα, καταστάσεις, περιβάλλοντα, συνήθειες, πρακτικές. Δεκάδες εγχειρίδια και οδηγοί έχουν γραφτεί για την επιβίωση στη σημερινή «τοξική» εποχή, ενώ εξαιρετικά δημοφιλή είναι στο Διαδίκτυο τα τεστ για να ανακαλύψεις αν είσαι ή ποιος είναι «άνθρωπος τοξικός», δηλαδή πικρόχολος, γκρινιάρης, μίζερος, υστερόβουλος, νάρκισσος, βίαιος, κυνικός, αν ζεις υπό συνθήκη «τοξική».

Το δηλητηριασμένο βέλος, όπως εξιστορεί το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που «εκτοξεύτηκε» κατά την αρχαιότητα από τους Ελληνες (τοξικόν φάρμακον ήταν το δηλητήριο με το οποίο οι μακρινοί πρόγονοί μας άλειφαν τη μύτη του τόξου – εξ ου και τοξικόν), καταλήγει, έχοντας διαπεράσει αναρίθμητους στόχους, σε πλήθος «μπουκάλια» με δηλητήριο, σήμερα. Κυριολεκτικά, ζούμε σε έναν πλανήτη με εκατομμύρια τόνους δεκάδων χιλιάδων χημικών ουσιών που δηλητηριάζουν τον αέρα, τα εδάφη, τους ωκεανούς, την τροφή, το σώμα και τα γονίδιά μας. Και μεταφορικά, στην κοινωνία (π.χ. τοξικός ανδρισμός και #ΜeΤoo), την οικονομία, την πολιτική.

Πανεπιστημιακοί καθηγητές στις ΗΠΑ, η Τζιν Λίπμαν-Μπλούμεν, η Μπάρμπαρα Κέλερμαν, ο Τέρι Πράις, μελέτησαν σε βάθος, τις δύο τελευταίες δεκαετίες, τις τοξικές σχέσεις εξουσίας. Από το 2011, μάλιστα, γίνεται ζωηρή συζήτηση για την ανάγκη να αποδομηθεί το τοξικό πολιτικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί (όχι μόνο στις ΗΠΑ), με καταστάσεις διχαστικές και χαοτικές, με βιτριολικές αντιπαραθέσεις μεταξύ υποψηφίων, ύβρεις, ανελέητα κατηγορητήρια, απειλές, σκευωρίες, κακοχωνεμένες δανεικές θεωρίες, αλαζονεία, ακαμψία.

Αναλυτές και στοχαστές επιχειρούν να ξεδιπλώσουν τις αιτίες που ο σπόρος του λαϊκισμού βρίσκει τόσο γόνιμο έδαφος. Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν μιλάει για τα φαινόμενα εκρίζωσης, που πρώτη είχε παρατηρήσει προ δεκαετιών η Σιμόν Βέιλ. Αντί να ενισχύονται οι κοινωνικές δομές, αυτές διαλύονται και ανασυντάσσονται κατά το δοκούν. Δημιουργούνται πλασματικοί δεσμοί, ώστε να μπορούν να καταστραφούν εύκολα όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Στη ρευστή κοινωνική μας κατάσταση, άνθρωποι σε σύγχυση από την απώλεια του κοινού κόσμου, των στοιχείων που καθιστούσαν τον κοινό βίο οντότητα ζωντανή, βρίσκονται σε μια συνεχή αναζήτηση ταυτότητας. Και «η νέα ταυτότητα που δημιουργούν ενδέχεται να είναι εξόχως τοξική και επιθετική, αν κρίνουμε από την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού και το κλίμα εσωστρέφειας που συνεχώς καλλιεργεί».

Ο εξοβελισμός της εντοπιότητας, η οριστική ρήξη με τις παραδόσεις και το παρελθόν, λέει ο Μπάουμαν (και ο Κρίστοφερ Λας κ.ά.), έχουν εκθρέψει έναν μηδενισμό, μια πολιτισμική τάμπουλα ράζα. Αυτός ο μηδενισμός, η ρευστότητα, η εκρίζωση, ο «ελάχιστος εαυτός» ευνοούν τον επαναπροσδιορισμό, με έναν ιδιαιτέρως επιθετικό τρόπο, της έννοιας του «ανήκειν» (συνήθως σε μια θρησκεία, μια φυλή). Και οδηγούν σε έναν προγονισμό, έναν εθνορομαντισμό, ένα κλίμα γενικευμένης νοσταλγίας για χαμένες αξίες και σταθερές, που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από πολιτικούς χώρους, ιδιαζόντως τοξικούς. Η πολιτική φαντασία ακινητοποιείται και θεριεύουν η σύγχυση, ο φυλετισμός, ο απομονωτισμός. Ενα κουβάρι οργής… τοξικό, που εκκρίνει νέα δηλητήρια.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Πολιτικός «διάλογος» σε παράλληλα σύμπαντα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 25.11.2018

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

​​Φταίει το κακό το ριζικό μας; Το αίμα μας, μες στο οποίο σεργιανούν δεκάδες Κλέωνες; Φταίει η ροπή μας να μαχόμαστε με την πανοπλία των εξερεθισμένων αισθημάτων, όχι του σχετικά νηφάλιου στοχασμού, καθώς και η τάση μας να αποδίδουμε υψηλή συμβολική αξία και στο ταπεινότερο, και να αναβαθμίζουμε έτσι σε «ιερό πόλεμο» ακόμα και τις κατάφωρα συντεχνιακές ή τοπικιστικές αξιώσεις μας; Φταίει ο ανέκαθεν άγριος κομματισμός, που δεν ανέχεται μύγα στο μανιχαϊστικό σπαθί του και συμπαρασύρει στον εθελότυφλο ταλιμπανισμό ακόμα και πολλούς απ’ όσους θα προτιμούσαν να μείνουν με αθόλωτο από τη φανατίνη το μυαλό τους και αδογμάτιστη τη γλώσσα τους; Οι απαντήσεις είναι πολύ περισσότερες από τα ερωτήματα. Οταν όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο, οι ερωτήσεις μένουν επί της ουσίας αναπάντητες.

Οποιο κι αν είναι το αντικείμενο μιας αντιπαράθεσης –η συνταγματική αναθεώρηση, το μακεδονολογικό, το γλωσσικό, τα αρχαία στην εκπαίδευση, τα σκάνδαλα στην Υγεία, το μισθολογικό των ιερέων κ.ο.κ.–, και όποιος κι αν είναι ο στίβος της αντιπαράθεσης –η Βουλή, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τα αμφιθέατρα–, μάλλον με εκτόξευση ασύμπτωτων μονολόγων έχουμε να κάνουμε παρά με διάλογο και συζήτηση. Τα παράλληλα σύμπαντα δεν είναι απλή υπόθεση των αστρονόμων, αλλά δυσάρεστη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, που μόνο τη φιλαυτία ατόμων ή ομάδων εξυπηρετεί. Η συνεννόηση μπορεί να είναι διακηρυκτικός στόχος σχεδόν όλων, η κουλτούρα που απαιτείται όμως είναι είδος εν ανεπαρκεία. Και σίγουρα δεν αντικαθίσταται από το καμάρι ότι σε τούτον τον τόπο γεννήθηκε η τέχνη της πολιτικής αλλά και η τέχνη του λόγου και του διαλόγου. Και; Τέτοια δέντρα το θέλουν το νεράκι τους για ν’ αντέξουν. Δεν αρκεί το καλό χώμα.

Οσα λέγονται υπό μορφήν ισχυρισμών ή επιχειρημάτων στον εκθεατρισμένο δημόσιο διάλογο, ξεδιπλώνονται σε τέσσερα επίπεδα, τα οποία σπανίως τέμνονται. Κι ακόμα πιο σπάνια αλληλοεπηρεάζονται προς θετική κατεύθυνση. Με εντελώς συμβατική ορολογία, τα επίπεδα αυτά είναι: α) το επιστημονικό· β) το πολιτικό (ή μάλλον το κομματικό, αφού η κομματική ρητορική καταβροχθίζει τον πολιτικό λόγο και μόνο τον στρατευμένο αποδέχεται σαν θεμιτό)· γ) «των θιγομένων», είτε για κάποια επαγγελματική κατηγορία πρόκειται είτε για μια πόλη ή περιφέρεια· δ) το «λαϊκό», με τη χαλαρότερη δυνατή σημασία της λέξης, χαλαρός είναι άλλωστε και ο όρος «λαός», χαλάρωσε δε ακόμα περισσότερo αφότου οι πολιτικοί μας άρχισαν να χρησιμοποιούν τη λέξη αντιλαϊκισμός (για να κατηγορήσουν τους αντιπάλους τους) με τη συχνότητα που λέγεται το «μομέντουμ» σε περιγραφή ποδοσφαιρικού ή μπασκετικού παιχνιδιού.

Στο επιστημονικό επίπεδο, οι γνώστες κάθε θέματος (η γνώση, παρεμπιπτόντως, δεν ισούται με την κατοχή πτυχίων ή αξιωμάτων) αναπτύσσουν τις απόψεις τους μαχητικά μεν, με λογικά επιχειρήματα δε, με ιστορικές αναφορές, διύλιση της βιβλιογραφίας, μεθοδική αντίκρουση των αντίθετων ισχυρισμών. Δεν συμβαίνουν σε πολιτικό κενό όλα αυτά. Πολιτικά όντα είναι και οι συνταγματολόγοι, οι θρησκειολόγοι, οι ιστορικοί, οι φιλόλογοι, οι γιατροί, και οι δημοσιογράφοι βέβαια. Μας ενδιαφέρει λοιπόν ο λόγος εκείνων των ειδημόνων που φανερώνει εξαρχής την αμερόληπτη επιστημοσύνη του και τον απεγκλωβισμό του από δόγματα και κόμματα. Οχι «ο δικός μας».

Τέτοιας ποιότητας λόγος παράγεται πολύς. Και εξαιρετικά ενδιαφέρων. Το είδαμε λ.χ. με τα εμπεριστατωμένα, μετριοπαθή κείμενα που δημοσιεύτηκαν μετά το «προσύμφωνο» πρωθυπουργού – αρχιεπισκόπου. Οποιος είχε όρεξη να διαβάσει και να μάθει, έμαθε. Διάβασαν κι έμαθαν άραγε τα κομματικά στελέχη, όσα κυκλοφορούν στο δεύτερο επίπεδο της όλης αντιπαράθεσης, απολαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο; Δεν φαίνεται πιθανό, παρότι πάντα υπάρχουν πολιτικοί που βγαίνουν και λίγο έξω από το καβούκι της ιδιότητάς τους, από περιέργεια ή φιλομάθεια, ή επειδή τέτοιο είναι το ποιόν τους, και κομίζουν στη δημόσια αντιπαράθεση κάτι ουσιωδέστερο από την ισχυρογνώμονα εγωλατρία τους ή τον κομματικό τους σωβινισμό.

Η ομιλία των περισσότερων εντούτοις αποστρέφεται παγίως τα επιχειρήματα. Ατάκες χρειάζεται. Λογοπαικτικές ή μη. Κι αυτές τούς τις δωρίζει η προκατάληψή τους, η απόλυτη σιγουριά τους. Γιατί ν’ ακούσεις τον ιστορικό, τον γλωσσολόγο, τον θρησκειολόγο και να εκθέσεις σε κίνδυνο τις βεβαιότητές σου; Γιατί να διαβάσεις με προσοχή όσα καταλογίζουν σε στελέχη σου οι αντίπαλοί σου, στα πορίσματά τους, ώστε να ξηλώσεις μία προς μία τις κατηγορίες τους, όταν νιώθεις βέβαιος ότι σου αρκεί να πεις για μυριοστή φορά το κλισέ περί «λάσπης στον ανεμιστήρα»;

Στο επίπεδο «των θιγομένων», αρχισυντάκτης του δημόσιου υπερασπιστικού λόγου τους είναι η οργή, πάντα ιερή. Οποιοι κι αν θίγονται –όντως ή κατά φαντασίαν–, είναι απολύτως βέβαιοι ότι τα αισθήματά τους πρέπει να εκληφθούν σαν αδιάσειστα τεκμήρια, σαν αμάχητα επιχειρήματα. «Αφού εμείς νιώθουμε ότι αδικούμαστε, τι χρεία άλλων μαρτύρων έχουμε;» Η στάση είναι παρόμοια, μα για τους εφημέριους πρόκειται, μα για τους αγρότες κάποιου νομού, μα για πανεπιστημιακούς καθηγητές που καλούνται να πληρώσουν αναδρομικά στην εφορία όσα απέφευγαν να πληρώσουν στην ώρα τους, μα για ιδιοκτήτες κέντρων νυχτερινής ή παραθαλάσσιας διασκέδασης που συλλαμβάνονται να κόβουν μία στις πενήντα αποδείξεις («πιες ένα ποτό ρε αδερφέ κι άσε μας στον καημό μας, το βλέπεις, δεν βγαίνουμε»), μα για «στρατηγικούς κακοπληρωτές», μπαταχτσήδες εξ επαγγέλματος δηλαδή. Ακόμα και κόμματα που τον καιρό της σαθρής ακμής δανείστηκαν από τράπεζες, κυριεύονται από ιερή αγανάκτηση όταν τους υπενθυμίζεται το χρέος τους και αξιώνουν «κούρεμα» ή και ολική διαγραφή των δανεικών.

Στο τέταρτο επίπεδο, «του λαού», διαπιστώνεται ότι μία και μόνη «συμβολή» του στον διάλογο είναι ανεκτή: η παρουσία του δίκην σφήνας στα δελτία ειδήσεων, με την προϋπόθεση ότι θα απαντήσει αυτό ακριβώς που του υπαγορεύει σιωπηρώς ο ερωτών δημοσιογράφος: «χάλια», «δεν πάει άλλο» κ.ο.κ. Περισσεύουν πάντως τα πειστήρια ότι η «κοινή γνώμη» είναι ένας θρύλος, ένα βολικό δημοσκοπικό ή στατιστικό πλάσμα. Με αναρίθμητους πλέον τους πομπούς πληροφοριών, αλλά και με σωρεία τις πλαστές ειδήσεις, που δεν χαλκεύονται για διαδικτυακό καλαμπούρι αλλά για να υπηρετήσουν τη σκληρή προπαγάνδα, ο «μέσος πολίτης», ένα πλάσμα των θρύλων επίσης, δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να διακρίνει το ουσιώδες και το γνήσιο μέσα στον θόρυβο που τον κυκλώνει, εξουθενώνοντάς τον ψυχικά και πνευματικά. Για να βρει κάποιο νόημα, κάποια λογική, υιοθετεί –για οτιδήποτε– το σενάριο που του προτείνει το ΜΜΕ της προτίμησής του. Ταυτίζει έτσι το μέρος με το όλον, την εκδοχή με την αλήθεια, τη δανεική άποψη με την προσωπική γνώμη. Πολιτογραφείται σ’ ένα από τα παράλληλα σύμπαντα, με την πίστη πως είναι το μοναδικό. Προσερχόμαστε στην πολιτική όπως στη θρησκεία. Ο,τι απολιτικότερο.

 

 

 

Ιδεολογία, προκατάληψη και ανοιχτή σκέψη
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Ο ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

«Κατά κανόνα οι συντηρητικοί δημοσιογράφοι είναι τιμιότεροι από τους αριστερούς δημοσιογράφους». Ποιος αμφιβάλλει ότι η διατύπωση αυτής της πρότασης στην Ελλάδα θα προκαλούσε την οργή υπερασπιστών της πολιτικής ορθότητας και του ηθικού προβαδίσματος; Γνώριμοι προσδιορισμοί: φασίστας, αντικομμουνιστής, νεοφιλελεύθερος, θα αποδίδονταν σε όποιον είχε την απρονοησία να τη διατυπώσει. Ωστόσο, σε φυσιολογικές συνθήκες, κάθε άνθρωπος δικαιούται να εκφράζει υποκειμενικές κρίσεις, ιδίως, όταν προσδιορίζονται από τις λέξεις «κατά κανόνα». Σκεφθείτε τις προτάσεις: «Κατά κανόνα, οι γυναίκες είναι πιο συναισθηματικές από τους άνδρες» ή «κατά κανόνα, οι Βραζιλιάνοι ποδοσφαιριστές είναι ικανότεροι από τους Φινλανδούς». Τέτοιες προτάσεις μπορεί να αποτελούν έκφραση συναισθημάτων ή αναπαραγωγή στερεοτύπων. Μπορεί να αποτελούν καρπούς προσωπικής πείρας ή ακόμη και επιστημονικής έρευνας, ορθής ή εσφαλμένης. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει κάτι το μεμπτό στη διατύπωσή τους. Εκείνο που πραγματικά έχει σημασία, είναι το επιχείρημα που οδηγεί σε αυτές. Αυτό και μόνο αυτό μας επιτρέπει να τις αξιολογήσουμε.

Ετσι, λοιπόν, η εναρκτήρια πρόταση αποκτά ενδιαφέρον όταν μάθουμε ότι διατυπώθηκε (το 1988) από τον Νόαμ Τσόμσκι, που μέχρι στιγμής δεν έχει κατηγορηθεί για φασισμό, αντικομμουνισμό ή νεοφιλελευθερισμό. Ποιο είναι το επιχείρημα που τον οδηγεί σε αυτή την ηθική κρίση; «H πείρα με δίδαξε ότι οι ιδεολογικές τοποθετήσεις παραμορφώνουν την επικοινωνία σε σημείο που οι συνεντεύξεις μου να μην έχουν σχέση με τις δηλώσεις μου. Αυτό που γράφει ένας Παριζιάνος δημοσιογράφος… είναι αυτό που επιθυμούσε να έχει ακούσει… Το ίδιο συμβαίνει και στη Μόσχα» (βλ. Γκι Σορμάν, «Οι μεγάλοι στοχαστές της εποχής μας», εκδ. Ροές, Αθήνα, 1991). Επομένως, η μομφή του αναρχικού Τσόμσκι δεν απευθύνεται γενικώς προς την Αριστερά. Απευθύνεται προς τη γαλλική Αριστερά, η οποία παρέμενε αγκυρωμένη στον νεαντερτάλειο μαρξισμό των κομμάτων που ο Καστοριάδης αποκαλούσε πρώην-νέο-μετά-σταλινικά: Ταυτιζόταν με αυταρχικές αντιλήψεις που δεσμεύουν το υποκείμενο στην αναγκαστική στράτευση, την υπεράσπιση της «ιδέας», της «θεωρίας», του «κόμματος». Αρα, ο λόγος για τον οποίο ο Τσόμσκι κρίνει, «κατά κανόνα», εντιμότερους τους συντηρητικούς από τους αριστερούς δημοσιογράφους είναι ότι οι τελευταίοι είναι τόσο έντονα στρατευμένοι, ώστε –συνειδητά ή ασύνειδα– νοθεύουν την πληροφορία και τη γνώση, αποδίδοντάς την κατά το συμφέρον τους. Λειτουργούν ως ιδεολογικοί υπάλληλοι, όχι ως ελεύθερα σκεπτόμενα πρόσωπα.

Το επιχείρημα φωτίζει τους λόγους για τους οποίους η επισήμανση του Τσόμσκι θα προκαλούσε οργισμένους αφορισμούς, εάν διατυπωνόταν σήμερα στη χώρα μας. Η εξέλιξη δεν θα οφειλόταν στο ότι, γενικώς και αορίστως, η εγχώρια Αριστερά κατέχει την ιδεολογική ηγεμονία, αλλά στο ότι η ηγεμονεύουσα Αριστερά είναι η πρώην-νέο-μετά-σταλινική Αριστερά. Αυτή, δηλαδή, που είναι εξ ορισμού δογματική και καιροσκοπική. Προκειμένου να θεμελιώσει την ορθότητα των επαγγελιών της, καταφεύγει ανενδοίαστα στη σκοπούμενη παραπλάνηση και στην προπαγάνδα, επενδύει στη μνησικακία και στον φθόνο. Η πολιτική ορθότητα, ο δικαιωματισμός, ο ανθρωπισμός χρησιμοποιούνται ως βολικό προσωπείο, για να μεταμφιέσουν έντεχνα το ιδιοτελές πολιτικό συμφέρον σε ακράδαντη γνώση. Η πραγματική Αριστερά, αυτή που με διάφορους τρόπους ηγεμόνευσε στη μεταπολιτευτική κοινωνία, είναι αυτή η Αριστερά. Υπάρχουν, ίσως, πρόσωπα και ομάδες με διαφορετικές, πιο δημιουργικές αριστερές αντιλήψεις. Πρακτικά, όμως, δεν έχουν μετρήσιμο αντίκτυπο. Ηττήθηκαν πρωτίστως από αυτήν ακριβώς την Αριστερά, παρά από τη Δεξιά και το Κέντρο.

Σε κάθε εύλογη επίκριση για προεκλογικές δεσμεύσεις, που ήταν αδύνατο να εκπληρωθούν, σε κάθε προειδοποίηση των αρχών του 2015 για τη διαπραγμάτευση που καθυστερεί εις βάρος της χώρας, η μόνιμη επωδός ήταν άρνηση της πραγματικότητας και περισπασμός – προσφυγή σε «θεωρίες» που έχουν λύσει το πρόβλημα. Και όταν η κριτική επέμενε, ότι αυτό που διάφοροι επικαλούνται ως «θεωρία» έρχεται σε αντίφαση με τα γεγονότα, που υποτίθεται ότι η θεωρία εξηγεί, απαντούσαν με την ανωτερότητα της «θεωρίας» έναντι των γεγονότων. Ανθρωποι ευφυείς μετατράπηκαν σε ανόητους εξαιτίας της ιδεοληπτικής προσκόλλησής τους σε αντιλήψεις που εξέλαβαν ως θέσφατα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πίστη σε κυκλικές αντιλήψεις, οι οποίες –προσφεύγοντας σε στρυφνό και ενίοτε ακατάληπτο λόγο– μεταμφιέζουν συστηματικά την υπόθεσή τους σε συμπέρασμα. Μα αν λάβεις ως δεδομένο ότι υπάρχει ο Δίας, τότε ασφαλώς θα δεχθείς ότι εκείνος ρίχνει τους κεραυνούς απ’ τον Ολυμπο. Κι όποιος σου πει ότι ανέβηκε στην κορυφή και δεν τον είδε, καταδικάζεται γιατί εισάγει καινά δαιμόνια ή πάει κόντρα στον τροχό της Ιστορίας.

Γιατί φιλελεύθερες ή συντηρητικές ιδέες διασύρονται όταν εκτεθούν στο δημόσιο λόγο; Η απάντηση βρίσκεται στη διαπίστωση ότι ο δογματικός και εργαλειακός αριστερός λόγος κυριάρχησαν στη δημόσια σφαίρα. Η καθολική απελευθέρωση από προκαταλήψεις και αυθαιρεσίες είναι μάλλον ανέφικτη. Ωστόσο, η ποιοτική διαφορά ανάμεσα σε ιδέες που ανοίγουν αυτή τη δυνατότητα και σε όσες κτίζουν φράγματα εμπρός της, είναι αβυσσαλέα. Γι’ αυτό και η αλλαγή ιδεολογικού παραδείγματος, η μετάβαση σε ανοικτές αντιλήψεις είναι αναγκαία προϋπόθεση, για να βελτιωθεί η ζωή μας. Μια αντίληψη είναι επαναστατική όταν αντιτίθεται στην κυρίαρχη ιδεολογία. Γι’ αυτό και η εναντίωση στον πρώην-νέο-μετά-σταλινικό λόγο έχει σήμερα επαναστατικά χαρακτηριστικά.

* Ο κ. Γιώργος Ν. Πολίτης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το βιβλίο του «Εξουσιαστική Αριστερά – Η κρυφή γοητεία της ανοησίας» θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Επιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ

Η Δημοκρατία σε κίνδυνο

| 14.10.2018 – 08:00  ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο προθάλαμος που οδηγεί απαρέγκλιτα στον φασισμό είναι η κατάλυση του κράτους δικαίου και η συνακόλουθη αντικατάστασή του με επαίσχυντες καταδοτικές τακτικές τύπου «μαύρης κουκούλας», μέσω των οποίων ποταποί συκοφάντες υποκρίνονται τους ακατάβλητους υπερασπιστές του νόμου και της τάξης, ενώ βεβαίως κατ’ ουσίαν πρόκειται για βαθύτατα ελλειμματικές προσωπικότητες που αποστάζουν χολή λόγω συμπλεγματικής εμπάθειας και απύθμενου φθόνου. Απειράριθμα είναι τωόντι τα παραδείγματα, όχι μόνο στη σημερινή ελληνική κοινωνία της ηθικής σήψης και της οικονομικής παρακμής, αλλά και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, όπου βαθμηδόν η δημοκρατική ικμάδα στεγνώνει και επελαύνει η πλημμυρίδα του απολυταρχισμού και του σκοταδισμού. Οταν οι νόμοι υποκαθίστανται από προσωπικές σκοπιμότητες ανταλλακτικής τακτοποίησης επαίσχυντων λογαριασμών, όταν η εφαρμογή του δικαίου παραχωρείται σε αλλότρια πρόσωπα και όχι στους νόμιμους εκπροσώπους των θεσμών, τότε προλειαίνεται το έδαφος για την ανάδυση μοχθηρών τυράννων και την επικράτηση δυναστικών μεθόδων στον δημόσιο βίο αλλά και σε κάθε έκφανση και πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Στο πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής συχνό είναι το φαινόμενο κατά το οποίο στιβαροί ηγέτες σε στιγμές κρίσης επικαλούνται με αμέριστο σεβασμό την αναμφίλεκτη σοφία των φωτισμένων θεμελιωτών της δημοκρατικής πολιτείας τους, προκειμένου να ενδυναμώσουν το μήνυμά τους προς τον λαό και να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία τους. Η υπενθύμιση του ακόλουθου περιστατικού, μάλλον κατά πολλούς ανεκδοτολογικής υφής, αποτελεί αρκετές φορές το αποκορύφωμα τέτοιου είδους έντονων και ενίοτε αγωνιωδών επικλήσεων. Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτοβιογραφικές σημειώσεις αυτόπτη μάρτυρα μετά το πέρας των εργασιών της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης του 1787 στη Φιλαδέλφεια, μια φιλοπερίεργη κυρία ρώτησε τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, εμβληματική φιγούρα του Διαφωτισμού και ιδιοφυή εφευρέτη, αναφορικά με το τελικό αποτέλεσμα της ενδελεχούς διαβούλευσης, με άλλα λόγια εάν πρόκειται να καθιδρυθεί δημοκρατία ή μοναρχία στην πατρίδα τους, και ο ετοιμόλογος εθνοπατέρας απάντησε: «Δημοκρατία, εάν βεβαίως μπορέσετε να τη διατηρήσετε».
Η βαθυστόχαστη αυτή αποστροφή του Φραγκλίνου μέσα στην ευθύβολη λακωνικότητά της ενέχει το κρίσιμο διακύβευμα της δημοκρατικής διακυβέρνησης στην ολότητά του, ούτως ειπείν την αδιαλείπτως παρούσα και άκρως απειλητική διακινδύνευση που εμπεριέχεται στον θεσμό της δημοκρατικής πολιτείας, καθώς, ως γνωστόν, η υπεράσπιση αυτού του θαυμαστού αλλά και τόσο ευάλωτου πολιτεύματος επαφίεται στους ίδιους τους πολίτες ως σύνολο σκεπτόμενων και λογοκρατούμενων ατόμων, τα οποία εμφορούνται από αδιάφθορες ηθικές αξίες και ακίβδηλες ανθρωπιστικές αντιλήψεις.  Είναι γεγονός άλλωστε ότι τον πρώτο στόχο των απολυτόφρονων ατόμων, αυτών των αισχρών αγγείων και αποφώλιων τεράτων, αποτελούν πάντοτε οι κορυφαίες προσωπικότητες της ανθρώπινης κοινότητας, επειδή ακριβώς η ευανδρία εγείρει απόρθητο τείχος για την υπεράσπιση της δημοκρατικής πολιτείας. Οι λαοπρόβλητοι αλλά συνάμα και φωτισμένοι ηγέτες δεν έχουν ανάγκη λακέδων και σπιούνων· σκοπός τους είναι η ενδυνάμωση της νομιμότητας και η περιθωριοποίηση εκείνων των προσώπων, τα οποία ενεργώντας κατά κανόνα με υποχθόνιο τρόπο υπόσχονται την υπέρβαση των κανόνων δικαίου και τη φαλκίδευση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, προκειμένου να εκμαυλίσουν συνειδήσεις και ακολούθως να υλοποιήσουν τα δόλια σχέδιά τους.
Γνωστό είναι το περιστατικό που αφηγείται με απαράμιλλη παραστατικότητα ο Ηρόδοτος, αυτός ο δικαίως αποκαλούμενος και Ομηρος της ιστοριογραφίας. Σύμφωνα λοιπόν με τη σχετική νοβελιστική παρέκβαση στο πέμπτο βιβλίο των Ιστοριών του ο τύραννος της Κορίνθου Περίανδρος απέστειλε κάποτε έμπιστο άνθρωπό του στον αδίστακτο τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, με σκοπό να τον ρωτήσει με ποιον τρόπο θα μπορούσε να διασφαλίσει τη συνέχιση του δυναστικού καθεστώτος του. Ο Θρασύβουλος προσκάλεσε τον κορίνθιο απεσταλμένο εκτός της πόλης και τον οδήγησε σε ένα χωράφι με σπαρτά, όπου καθώς προχωρούσαν φρόντιζε να τσακίζει επιδεικτικά εκείνα τα στάχυα που υψώνονταν πάνω από τα υπόλοιπα.  Οταν ο Περίανδρος έγινε κοινωνός αυτού τού εκ πρώτης όψεως δυσεξήγητου συμβάντος, καθόλου δεν απόρησε αλλά αμέσως συνειδητοποίησε ότι πρέπει να εξοντώσει τους καλύτερους πολίτες της επικράτειάς του, για να μακροημερεύσει η λαομίσητη τυραννία του.
Στον σύγχρονο κόσμο μας, όπου δυστυχώς η δημοκρατία υποχωρεί σε όλα τα μέτωπα και προβάλλουν παντού τα σπέρματα της έχιδνας, με άλλα λόγια κοινωνικά αποβράσματα που υποδύονται τους λαοφιλείς ηγετίσκους αλλά κατ’ ουσίαν ελαύνονται από μοχθηρία και δολιότητα, ο έντιμος άνθρωπος πρέπει να αποδεχθεί, χωρίς ωστόσο να φοβηθεί, ότι εφόσον πράττει το σωστό καθίσταται αυτομάτως ευπρόσβλητος και τρωτός. Αυτό είναι το βαρύτατο τίμημα που πρέπει να καταβάλει κάθε πολίτης με γνήσια δημοκρατική συνείδηση – ιδίως στην πατρίδα μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, όπου οι χείριστοι των ανθρώπων σχεδόν ενστιγματικά πλέον συσπειρώνονται εναντίον κάθε ακέραιου και αδελέαστου υπερασπιστή της αξιοκρατίας και της δημοκρατικής νομιμότητας. Κατά την άκρως απαισιόδοξη διαπίστωση του νομπελίστα ποιητή μας, Γιώργου Σεφέρη, στην κονίστρα της ελληνικής πολιτικής αλλά και ευρύτερα της καθημερινής βιοτικής πάλης, «η μηχανή είναι βιαστική / στη φρίκη και στην καταφρόνια / στο θάνατο και στη ζωή» («Τριζόνια»). Καιρός είναι πλέον να διαψεύσουμε με εύτολμες πράξεις αυτή την τόσο απογοητευτική ρήση για την αποπνικτική κατάσταση των ελληνικών πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων. Η μηχανή πάντοτε θα λειτουργεί εις βάρος μας, αλλά είναι αποκλειστικά στο χέρι μας να μειώσουμε ή καλύτερα να σταματήσουμε εντελώς τις ολέθριες στροφές της.
Ο κ. Ανδρέας Γ. Μαρκαντωνάτος είναι καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Δημοκρατίες σε κίνδυνο

Συμπτώματα σταδιακού αυταρχισμού εκ μέρους εκλεγμένων κυβερνήσεων εντοπίζουν οι δύο καθηγητές του Harvard σε 10 χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας και Νότιας Αμερικής

| 14.10.2018 – 08:00  ΤΟ ΒΗΜΑ

Steven Levitsky, Daniel Ziblatt Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες Μετάφραση Ανδρέας Παππάς Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018 σελ. 424, τιμή 19,90 ευρώ

Oι σύγχρονες δημοκρατίες δεν καταλύονται με πραξικοπήματα, υπονομεύονται «από μέσα», από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις. Η θέση αυτή ακούγεται παράδοξη, αλλά συζητείται έντονα σε ξένα πανεπιστήμια και ερευνητικά ινστιτούτα και στον διεθνή Τύπο. Πώς είναι δυνατόν δημοκρατικά εκλεγμένοι πρόεδροι της Δημοκρατίας ή πρωθυπουργοί να υπονομεύουν μαζί με υπουργούς ή με στενούς συνεργάτες τους ή με το κόμμα τους τη δημοκρατία χάρη στην οποία σταδιοδρόμησαν πολιτικά και αναδείχθηκαν ηγέτες;
Το βιβλίο Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες (Μεταίχμιο, 2018) των Steven Levitsky και Daniel Ziblatt, καθηγητών του Harvard, που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ανδρέα Παππά, προσπαθεί να απαντήσει σε αυτό το παράδοξο. Περιλαμβάνει εννέα κεφάλαια με παραδείγματα εκτροχιασμού ή έστω παρακμής της δημοκρατίας σε 10 χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας και Νότιας Αμερικής στον 20ό και τον 21ο  αιώνα. Λόγω της εκλογής του Τραμπ, τα τέσσερα τελευταία κεφάλαια είναι αφιερωμένα στις σύγχρονες ΗΠΑ. Το έργο αυτό έρχεται να προστεθεί σε σειρά παρόμοιων βιβλίων που ερμηνεύουν το φαινόμενο παρακμής της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε διάφορες χώρες σήμερα. Εφέτος δημοσίευσαν βιβλία για το ίδιο θέμα ο ιστορικός του Yale Τίμοθι Σνάιντερ (The Road to Unfreedom: Russia, Europe, America, 2018) και η πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μαντλέν Ολμπράιτ (Fascism: A Warning, 2018). Στις σχετικές συζητήσεις, αναφέρεται συχνά η άνοδος του φασισμού στην Ιταλία και στη Γερμανία του Μεσοπολέμου Ωστόσο, εύκολες συγκρίσεις με την κατάρρευση της δημοκρατίας εκείνη την περίοδο του Μεσοπολέμου δεν χρησιμεύουν για την κατανόηση του θέματος, όπως σωστά έγραψε στην εφημερίδα «The Guardian» o ιστορικός του Κέιμπριτζ Ρίτσαρντ Εβανς.

Εκτός παιχνιδιού

Πράγματι σήμερα ανά τον κόσμο στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες που «γλιστράνε», χωρίς να πέφτουν με πάταγο, παρατηρούνται ένα μοτίβο και μια δέσμη στρατηγικών που χρησιμοποιούν οι υποκινητές αυτής της διολίσθησης. Το μοτίβο είναι η δημοψηφισματική αντίληψη της δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι εκλεγμένοι αντλούν την αποκλειστική νομιμοποίησή τους από τον λαό, τον οποίο μετά την εκλογή τους κυβερνούν ανεμπόδιστα. Αφού ήδη τους εκλέξαμε, ως εάν οι εκλογές ήταν δημοψήφισμα για το ποιοι θα μας κυβερνήσουν, γιατί κατόπιν να τους παρεμβάλλουμε προσκόμματα; Αυτή την αντίληψη υιοθετούν όσοι δεν δέχθηκαν ποτέ την κρατούσα σήμερα στον κόσμο αντίληψη της «δημοκρατίας των αντιβάρων», όπως την έχει ονομάσει κομψά στη γλώσσα μας ο Νίκος Κ. Αλιβιζάτος. Τα αντίβαρα είναι, μεταξύ άλλων, τα δικαστήρια, ο Τύπος και οι ανεξάρτητες αρχές. Στην πιο αντιδημοκρατική εκδοχή της, η δημοψηφισματική αντίληψη, συχνά δημοφιλής και στη χώρα μας, δεν ανέχεται τους θεσμούς της δημοκρατίας των οποίων οι επικεφαλής δεν εκλέγονται. Ωστόσο τέτοιοι θεσμοί έχουν ιδρυθεί για να προστατεύουν τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα και να διαφυλάσσουν δημοκρατικές αξίες, όπως τον πλουραλισμό, την ανοχή, τη λογοδοσία και τη διαφάνεια.
 Οπως το θέτουν στο βιβλίο τους οι Levitsky και Ziblatt, χωρίς τα αντίβαρα, η δημοκρατία θα έμοιαζε με ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου στο οποίο η μία ομάδα θα είχε τη δυνατότητα όχι μόνο να «πιάσει» τον διαιτητή αλλά και να «βγάλει εκτός» τους καλύτερους παίκτες της αντίπαλης ομάδας και να ξαναγράψει μερικούς από τους κανόνες του παιχνιδιού, ενώ αυτό εξελίσσεται.

Σημαδεμένη τράπουλα

Στις δημοκρατίες οι οποίες απειλούνται χωρίς να έχουν πεθάνει, υπάρχουν μη ελεγχόμενες πολιτικές δυνάμεις, εφημερίδες, ενώσεις πολιτών και επιχειρήσεις, οι οποίες διαφοροποιούνται από την κυβέρνηση. Ωστόσο, μέλη της κυβέρνησης χαρακτηρίζουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους ξένο σώμα, τους δυσφημούν με δηλώσεις τους και στρέφονται εναντίον των αντιπάλων ή τυχόν επικριτικών δημοσιογράφων ή μη συνεργαζόμενων επιχειρηματιών τόσο με ποινικά μέσα (π.χ., δίκες για δυσφήμηση) όσο και με διοικητικές πράξεις (π.χ., αποστολή εφοριακών σε επιλεγμένες επιχειρήσεις). Κρατικές διαφημίσεις διοχετεύονται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. Το ίδιο συμβαίνει και με χορηγίες προς φιλοκυβερνητικές οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών. Με νόμο ή τροποποίηση του Συντάγματος, μεταβάλλεται ο τρόπος στελέχωσης των δικαστικών, εισαγγελικών και ανεξάρτητων αρχών, ώστε σε αυτές να διοριστούν φιλοκυβερνητικά στελέχη. Αλλάζουν οι όροι του εκλογικού αγώνα, με αναδιάταξη των εκλογικών περιφερειών ή με καταστρατήγηση των κανόνων της προεκλογικής περιόδου, ώστε να ευνοείται το κυβερνών κόμμα ή έστω να αποδυναμώνονται τα αντίπαλα κόμματα.
Κατά τους συγγραφείς, αυτές οι στρατηγικές προϋποθέτουν ότι όσοι τις χρησιμοποιούν έχουν παραμερίσει δύο άγραφους κανόνες επιβίωσης της δημοκρατίας. Ο πρώτος είναι η αμοιβαία ανοχή μεταξύ των αντιπάλων του δημοκρατικού παιχνιδιού (π.χ. δύο μεγάλων κομμάτων). Ο δεύτερος είναι η θεσμική εγκράτειά τους, ένας αυτοέλεγχος ώστε να μην παραβιάσουν το πνεύμα του νόμου (π.χ. της εκλογικής νομοθεσίας), τηρώντας μόνο το γράμμα του. Είναι διάχυτη η αίσθηση, ακόμα και στις ΗΠΑ, ότι οι δύο κανόνες έχουν πάψει να τηρούνται.

Συμπτώματα αυταρχισμού

Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι καινούργια, θα έλεγε ένας ιστορικός. Πολλές δημοκρατίες, όπως η δική μας, τα γνώρισαν περιοδικά τους τελευταίους δύο αιώνες, αλλά οι δημοκρατίες επιβίωσαν παρ’ όλα αυτά. Τι προσφέρουν εν τέλει με το έργο τους οι Levitsky και Ziblatt; Στο βιβλίο τους βρίσκει κανείς έναν χρήσιμο οδηγό διάγνωσης συμπτωμάτων σταδιακού αυταρχισμού εκ μέρους εκλεγμένων κυβερνήσεων. Ο οδηγός για να δει κανείς αν η «τράπουλα είναι σημαδεμένη» περιλαμβάνει σειρά τεσσάρων ερωτημάτων (και πολλών υποερωτημάτων): Μήπως οι εκλεγμένες κυβερνήσεις απορρίπτουν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία ή έστω δηλώνουν περιορισμένη πίστη σε αυτήν; Μήπως θεωρούν ότι οι αντίπαλοί τους δεν νομιμοποιούνται, νομικά ή ηθικά, να τους αντιπολιτεύονται; Μήπως οι κυβερνώντες ενθαρρύνουν ή έστω ανέχονται την άσκηση φυσικής βίας κατά των αντιπάλων τους; Και μήπως είναι έτοιμοι να περιορίσουν τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, με πρώτη την ελευθερία του Τύπου; Η αντίρρηση ως προς αυτά είναι μεθοδολογική. Αραγε για να διαγνώσουμε αν μια δημοκρατία πεθαίνει, θα έπρεπε να πληρούνται όλες οι ανωτέρω συνθήκες και – αν ναι – σε ποιον βαθμό; Η αντίρρηση θα επισήμαινε ότι μία ή περισσότερες, ήπιες ή περιοδικές εκδηλώσεις των τεσσάρων συμπτωμάτων διαπιστώνονται σε πολλές δημοκρατίες. Με αυτή τη λογική, σχεδόν όλα τα δημοκρατικά πολιτεύματα θα κατατάσσονταν σε εκείνα που κινδυνεύουν.
Γι’ αυτό η κυριότερη προσφορά των δύο συγγραφέων είναι άλλη, ότι δηλαδή τεκμηριώνουν το πόσο οργανωμένα επιχειρείται η δημοκρατία να οδηγηθεί σε ασφυξία. Η ειδοποιός διαφορά με εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες παλαιότεροι κυβερνώντες έκαναν σποραδικές παρασπονδίες στο δημοκρατικό παιχνίδι έγκειται στο ότι οι σημερινοί έχουν ιδεολογικοποιήσει τη δράση τους. Θεωρούν ότι βρίσκονται σε αποστολή σωτηρίας της δημοκρατίας και χρησιμοποιούν όλες τις στρατηγικές αλλοίωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ταυτόχρονα και μαζί. Το πόσο αποτελεσματικοί θα αποβούν στο να κάνουν τη δημοκρατία να κατρακυλήσει εξαρτάται από τη δική τους ικανότητα ή ανικανότητα και βέβαια από την αντίσταση που θα συναντήσουν.
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Harvard και επισκέπτης καθηγητής στo Πανεπιστήμιο Tufts.
ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Οι Δημοκρατίες σε κρίση;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 04.11.2018  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

​​Η ιδέα του παρόντος άρθρου γεννήθηκε από την πρόσφατη μετάφραση στα ελληνικά του σημαντικού βιβλίου, με τον ομώνυμο τίτλο, του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Λωζάννης Γιάννη Παπαδόπουλου, το οποίο θέτει σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον των Δημοκρατιών. Μάλιστα, οι δύο συζητήσεις που θα πραγματοποιηθούν στην Αθήνα την Τρίτη (6/11) και στη Θεσσαλονίκη την Πέμπτη (8/11) με την παρουσία του συγγραφέα είμαι σίγουρος πως θα αποδειχτούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.

Ο Παπαδόπουλος ξεκινά από μία βασική παρατήρηση: παρά την εξάπλωση της δημοκρατίας στον κόσμο, η ποιότητά της υποβαθμίζεται. Κάποιες από τις όψεις αυτής της πραγματικότητας συνδέονται με α) τη διαρκή υποβίβαση των Κοινοβουλίων και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, β) την «τεχνοκρατικοποίηση» των πολιτικών αποφάσεων και γ) το διαζύγιο μεταξύ της σφαίρας της εκλογικής πολιτικής και της σφαίρας της δημόσιας πολιτικής.

Με απλά λόγια, κάθε μέρα που περνάει, τα εθνικά κοινοβούλια χάνουν σε σημασία ως κέντρα λήψης των αποφάσεων. Σημαντικό μέρος των παλιών τους εξουσιών έχει μεταφερθεί σε διεθνές επίπεδο (Ευρωπαϊκή Ενωση, διεθνείς οργανισμοί, παγκόσμιες συμφωνίες) ή σε ανεξάρτητες αρχές. Η πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική στη λήψη των αποφάσεων (Διεθνές – Εθνικό – Περιφερειακό – ανεξάρτητες αρχές) έχει ως αποτέλεσμα την ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι του Κοινοβουλίου, καθώς είναι η μόνη δομή που μπορεί να συνδεθεί με όλα τα παραπάνω επίπεδα ταυτόχρονα.

Η υποβάθμιση του Κοινοβουλίου γίνεται εμφανής πλέον διά γυμνού οφθαλμού είτε οι κυβερνήσεις είναι δεξιές είτε αριστερές. Πόσες φορές, για παράδειγμα, δεν ακούσαμε τους βουλευτές στην ελληνική Βουλή να παραπονιούνται για τις ασφυκτικές χρονικές διαδικασίες, που δεν τους επιτρέπουν να έχουν ουσιαστική γνώμη για νομοσχέδια που καλούνται να αποφασίσουν; Ποιος δεν θυμάται εκείνον τον πολιτικό, ο οποίος με ειλικρίνεια είχε δηλώσει πως δεν είχε προλάβει (και δεν ήταν ο μόνος) να διαβάσει το κείμενο του μνημονίου που ψήφισε, προκαλώντας την αγανάκτηση των ήδη θυμωμένων ψηφοφόρων;

Σε ένα μεγάλο, μάλιστα, κομμάτι των διαδικασιών για τη λήψη των αποφάσεων καθοριστική αποδεικνύεται η εμπλοκή χιλιάδων ειδικών (συχνά άγνωστο πώς επιλέγονται) οι οποίοι είναι εν μέρει ορατοί και οι οποίοι συμμετέχουν μόνο εν μέρει σε θεσμοθετημένες διαδικασίες χάραξης δημόσιας πολιτικής.

Ομως την ίδια στιγμή, τα καθιερωμένα κόμματα εξουσίας, ιδιαίτερα κατά τις προεκλογικές περιόδους, παριστάνουν πως τίποτε δεν έχει αλλάξει, υποκρίνονται πως είναι οι μόνοι χαράκτες δημόσιων πολιτικών και υποδύονται πως τους χωρίζει άβυσσος μεταξύ τους, ενώ στην πραγματικότητα οι διαφορές τους είναι σαφώς μικρότερες.

Οι πολίτες σήμερα διαπιστώνουν αυτήν την κατάσταση του «διαζυγίου» μεταξύ της σφαίρας της πολιτικής και εκείνη της χάραξης δημόσιας πολιτικής, όπως την αποκαλεί ο Παπαδόπουλος, και γίνονται λιγότεροι ανεκτικοί απέναντι στους κυβερνώντες και στα κόμματά τους. Κάπως έτσι οι λαοί, λέει ο καθηγητής Ιβάν Κράστεφ, το μόνο ενδιαφέρον που βρίσκουν στις εκλογές είναι να τις μετατρέπουν σε ένα τελετουργικό ταπείνωσης των κυβερνώντων. Οι εκλογές φαντάζουν με σόου ταλέντων, σαν το «Χ Factor», όπου στο τέλος της βραδιάς οι θεατές περιμένουν με ανυπομονησία να δουν ποιος θα αποχωρήσει. Πολλοί στρέφουν τις προσδοκίες τους προς νέους ισχυρούς λαϊκιστές ηγέτες που έλκουν μέσω της πολιτικής της πυγμής.

Με αυτήν την εικόνα να έχει διαμορφωθεί, αρκετοί είναι απαισιόδοξοι για το άμεσο μέλλον. Βλέπουν πως η δημοκρατία μαραζώνει, η λάμψη της ξεθωριάζει, την ώρα που οι πολίτες αναζητούν ολοένα και πιο αυταρχικούς λαϊκιστές ηγέτες όπως ο Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Σαλβίνι και ο Ορμπαν στην Ευρώπη ή ο Μπολσονάρο στη Βραζιλία.

Παρόλο που υφίστανται οι λόγοι να είμαστε σκεπτικοί, υπάρχουν εντούτοις και αισιόδοξα σημάδια. Μπορεί πράγματι να αποδυναμώνονται κάποιες όψεις της δημοκρατίας, αλλά κάποιες άλλες ενδυναμώνονται. Οπως γράφει ο Αυστραλός πολιτικός επιστήμονας Τζον Κιν, την ώρα που αποδυναμώνεται η κεντρική σημασία των εκλογών, των κομμάτων και των Κοινοβουλίων στη ζωή των πολιτών και συγκεντρώνεται στα χέρια τεχνοκρατών και υπερεθνικών μηχανισμών λήψης αποφάσεων, είναι η ίδια ώρα που οι πολίτες με τη βοήθεια των νέων Μέσων (Διαδίκτυο), νέων οργανώσεων (ΜΚΟ) και νέων θεσμών (συμμετοχική δημοκρατία) μπορούν και ασκούν τη μεγαλύτερη επιτήρηση στα κέντρα λήψης των αποφάσεων που είδε ποτέ η ιστορία των δημοκρατιών. Παράξενα πράγματα!

Οι κοινωνίες από τη μία δείχνουν ανήμπορες να επηρεάσουν τις μεγάλες τάσεις και εξελίξεις, τον κόσμο της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας, την αλματώδη ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, την κίνηση των κεφαλαίων και των ανθρώπων, αλλά από την άλλη, μπορούν να κρατούν τους πολιτικούς, τα κόμματα και τις κυβερνήσεις τους μονίμως σε εγρήγορση, να περιπλέκουν τη ζωή τους, να αμφισβητούν το κύρος τους, να τους αναγκάζουν να αλλάζουν την ατζέντα τους και μερικές φορές να τους εξευτελίζουν.

Πολλά πράγματα αλλάζουν. Πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά, όχι στενόμυαλα, όπως λέει ο Παπαδόπουλος. Δεν είναι τόσο απλό, δεν είναι αδύνατο.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Κεράλα στην Ινδία

Σε αρκετές χώρες γεννάται πλέον ο φόβος ότι η δημοκρατία κινδυνεύει σοβαρά, εκλαμβανόμενη από ορισμένους πολιτικούς απλώς ως μέσο για την κατάκτηση της εξουσίας και εν συνεχεία για την εκ των έσω υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών και την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος.

Η διεθνής εικόνα

Σε Ρωσία και Τουρκία φαίνεται ότι, σε μεγάλο βαθμό, η μετάβαση αυτή έχει ήδη συντελεσθεί. Στη Ρωσία οι ελεύθερες εκλογές μοιάζουν να έχουν πλέον προσχηματικό χαρακτήρα, με αντιπολίτευση και Τύπο να διώκονται και να φιμώνονται συστηματικά, ενώ παρόμοια κατάσταση επικρατεί πλέον και στην Τουρκία, ιδίως μετά την πρόσφατη ενίσχυση των εξουσιών του τούρκου προέδρου.
Παράλληλα, υπάρχουν και χώρες που ομνύουν μεν στον οικονομικό φιλελευθερισμό επιτυγχάνοντας θαυμαστές οικονομικές επιδόσεις, στο εσωτερικό τους ωστόσο επικρατούν συνθήκες ανελευθερίας ή «ημι-δημοκρατίας».
Χαρακτηριστική είναι ασφαλώς η περίπτωση της Κίνας, ενώ λιγότερο γνωστή εκείνη της Σιγκαπούρης, όπου ναι μεν γίνονται εκλογές, επικρατεί όμως μια κατάσταση που απέχει πολύ από μια δυτικού τύπου, φιλελεύθερη δημοκρατία: λ.χ. υπάρχει μία μόνο εφημερίδα, για το άνοιγμα ενημερωτικής ιστοσελίδας απαιτείται εγγραφή σε σχετικό μητρώο και καταβολή υψηλότατου τέλους, οι διαδηλώσεις επιτρέπονται μόνο υπό αυστηρούς όρους (οι διοργανωτές πρέπει να δηλώσουν προηγουμένως στις Αχές αριθμό και στοιχεία συμμετεχόντων!), η θανατική ποινή εξακολουθεί να εκτελείται, κ.ά.

Η κατάσταση στον δυτικό κόσμο

Πόσο σοβαρά όμως κινδυνεύουν οι υπόλοιπες, φιλελεύθερες δημοκρατίες (σε ΗΠΑ, Ουγγαρία, Πολωνία, Ελλάδα κ.α.) από την ανάρρηση στην εξουσία «αντισυστημικών», λαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων, που ρέπουν προς τον αυταρχισμό; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι ότι ο κίνδυνος είναι σοβαρός, δεδομένου ότι η υπονόμευση της δημοκρατίας εκ των έσω εκδηλώνεται σε τρία κρίσιμα επίπεδα:
1. Παρεμβάσεις στην εκλογική διαδικασία
Εν πρώτοις, εκδηλώνεται στο επίπεδο των «υποσυνταγματικών» κανόνων διεξαγωγής της εκλογικής διαδικασίας, οι οποίοι και μπορούν να μεταβληθούν με απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία – και όχι αυξημένη, όπως χρειάζεται κατά κανόνα για τη συνταγματική αναθεώρηση. Η βούληση του εκλογικού σώματος μπορεί να αλλοιωθεί σε σημαντικό βαθμό, συχνά δε κρυφίως, με μία σειρά από τέτοιες νομοθετικές – ή και διοικητικές – παρεμβάσεις, φαινόμενο που παρατηρείται εντόνως τις τελευταίες δεκαετίες στις ΗΠΑ.
Τέτοιες παρεμβάσεις μπορεί να είναι: η διαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών βάσει ειδικών δημογραφικών χαρακτηριστικών, ώστε να διασφαλίζονται πλειοψηφίες υπέρ συγκεκριμένων υποψηφίων ή κομμάτων· ο περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγειν με διάφορους τρόπους (λ.χ. αφαίρεση της δυνατότητας ψήφου από φοιτητές που διαμένουν σε άλλον τόπο από εκείνον της μόνιμης κατοικίας τους – πρβλ. σε εμάς το πρόβλημα με την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού)· η μείωση των εκλογικών τμημάτων σε περιφέρειες όπου το εκλογικό σώμα δεν είναι ευνοϊκό για τη νομοθετούσα πολιτική δύναμη (λ.χ. σε λατινόφωνες περιοχές των ΗΠΑ όπου η δύναμη των Ρεπουμπλικανών είναι μικρή), έτσι ώστε να δυσχεραίνεται η ψήφος των πολιτών στις περιφέρειες αυτές· η διατήρηση αδιαφανών ή απαρχαιωμένων ψηφολεκτικών συστημάτων (εδώ οι ΗΠΑ κατέχουν μάλλον τα πρωτεία)· ο περιορισμένος δικαστικός έλεγχος περιστατικών νοθείας (βλ. λ.χ. την παύση της επανακαταμέτρησης των ψήφων στη Φλόριδα το 2000, κατά την αναμέτρηση Γκορ – Μπους, τη στιγμή που η νοθεία ήταν μάλλον βεβαία).
2. Ελεγχος της Δικαιοσύνης
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, κομβικό ρόλο έχει η προσπάθεια ελέγχου της Δικαιοσύνης και κυρίως των ανωτάτων δικαστηρίων. Στο πλαίσιο αυτό είναι γνωστές οι πρωτοβουλίες για αλλαγή της σύνθεσης των τελευταίων ή για απομάκρυνση δικαστών μέσω πρόωρης συνταξιοδότησης (βλ. λ.χ. Πολωνία). Επίσης, συχνά παρατηρούνται δριμείες, απαξιωτικές επιθέσεις κατά των αποφάσεων των ανωτάτων δικαστηρίων, όπως λ.χ. οι μνημειώδεις κυβερνητικές δηλώσεις στη χώρα μας μετά την απόφαση του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες – δηλώσεις που παρέπεμπαν σε άλλες μορφές πολιτεύματος. Πέραν της απαξίωσης, ανησυχητικότερη είναι πλέον η εξάρτηση της ισχύος των αποφάσεων από την έγκριση της εκτελεστικής εξουσίας (και πάλι εδώ η Πολωνία «δείχνει τον δρόμο»).
Με τέτοιες μεθοδεύσεις δεν επιδιώκεται μόνο η ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης, αλλά και η ευθεία υπόσκαψη της, θεμελιώδους για ένα κράτος δικαίου, αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Απώτερος δε σκοπός είναι η εξασφάλιση παντοδυναμίας στην κυβερνητική εξουσία.
3. Ελεγχος της ενημέρωσης
Το τρίτο επίπεδο αφορά στην προσπάθεια ελέγχου της ενημέρωσης και φίμωσης του Τύπου, η οποία, όπως μαρτυρεί η πρόσφατη ελληνική εμπειρία, μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές, όπως: η μετατροπή της δημόσιας τηλεόρασης και των κεντρικών πρακτορείων ειδήσεων σε μέσα φιλοκυβερνητικής προπαγάνδας· ο έλεγχος του τηλεοπτικού τοπίου μέσω της επιβολής ενός ασφυκτικού – προδήλως δε αντισυνταγματικού – numerus clausus αδειών· η συστηματική υποβολή μηνύσεων και αγωγών κατά δημοσιογράφων και Μέσων από υπουργούς, λόγω κριτικής που τους ασκείται για τα πεπραγμένα τους. Στην τελευταία πρακτική, που μπορεί να έχει σοβαρό «εκφοβιστικό αποτέλεσμα» για τον Τύπο, πρωτοστατεί στη χώρα μας ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, ο οποίος όμως δεν φείδεται ο ίδιος βαριών μομφών κατά των πολιτικών του αντιπάλων και του Τύπου.
Σε άλλες χώρες της ΕΕ (και όχι της Λατινικής Αμερικής), όπως η Μάλτα και η Σλοβακία, έχουμε φθάσει, δυστυχώς, ακόμα και σε δολοφονίες δημοσιογράφων, των οποίων οι έρευνες ενόχλησαν κυβερνητικούς ή επιχειρηματικούς παράγοντες.

Η αντίσταση της κοινωνίας των πολιτών

Εν όψει όλων των παραπάνω, για να αντέξουν οι σύγχρονες δημοκρατίες, απαιτείται εγρήγορση της κοινωνίας των πολιτών και πολιτικός ακτιβισμός. Τούτο σημαίνει ειδικότερα: ενεργοποίηση – με κάθε αφορμή – των πολιτικών μας δικαιωμάτων, ιδίως άσκηση του εκλογικού μας δικαιώματος σε κάθε αναμέτρηση και συμμετοχή στον δημόσιο λόγο και σε ειρηνικές διαδηλώσεις για την προάσπιση της ελευθερίας του Τύπου και της έκφρασης, αλλά και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Οι μεγάλες συγκεντρώσεις στη μνήμη των δημοσιογράφων που εκτελέστηκαν σε Μάλτα και Σλοβακία στέλνουν μηνύματα που οι αποδέκτες τους δεν μπορούν να αγνοήσουν· και αυτό ισχύει σε κάθε δημοκρατική πολιτεία.
Η υπονόμευση της δημοκρατίας εκ των έσω αντιμετωπίζεται με ενάσκηση των βασικών ελευθεριών και δικαιωμάτων που μας εξασφαλίζει το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα. Ο μυς της ελευθερίας και του ακτιβισμού πρέπει να ασκείται συστηματικά, αλλιώς ατροφεί και η δημοκρατία υποχωρεί.
Ο κ. Αντώνης Καραμπατζός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή Αθηνών.
ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Η χοληστερίνη της δημοκρατίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:IΔEEΣ

Η ​δημοκρατία παράγει δημαγωγούς όπως το σώμα χοληστερίνη – είναι αναπόφευκτο. Υπάρχει εξήγηση. Σε συνθήκες ομαλότητας, η δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο ο ψηφοφόρος ελπίζει ότι, με την ψήφο του, θα συμβάλει να γίνουν τα πράγματα καλύτερα – και για τον εαυτό του και για τη χώρα. Δίχως την προοπτική της ελπίδας, η ψήφος δεν έχει νόημα. Οι δημαγωγοί εκμεταλλεύονται την ελπίδα – πουλάνε ελπίδα. Ανταποκρίνονται στην επιθυμία του ψηφοφόρου για ένα καλύτερο αύριο.

Οταν ο Καραμανλής το 2009 μιλούσε για «πάγωμα» των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων (το λιγότερο που μπορούσε να κάνει μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που προκάλεσε), ο Παπανδρέου υποσχόταν αυτάρεσκα «λεφτά υπάρχουν». Οταν ο Παπανδρέου εφάρμοζε τη μνημονιακή λιτότητα, ο Σαμαράς βροντοφώναζε «θα επαναδιαπραγματευθούμε τους όρους του μνημονίου». Οταν ο Σαμαράς εφάρμοζε το δεύτερο μνημόνιο, ο Τσίπρας ωρυόταν «θα σκίσω τα μνημόνια». Οσο ο Τσίπρας υλοποιούσε το τρίτο μνημόνιο, ο Μητσοτάκης υποσχόταν «θα επαναδιαπραγματευθώ τα πρωτογενή πλεονάσματα». Στη μεταμνημονιακή πολιτική αγορά δε, όλοι κάνουν προσφορές!

Συμπέρασμα: στη δημοκρατία, σε συνθήκες πόλωσης, ανέχειας και μειωμένης αίσθησης αξιακών-θεσμικών περιορισμών όπως η ελληνική, υπάρχουν ισχυρά κίνητρα υπερθεματισμού – να υπερκεράσεις τον αντίπαλό σου προσφέροντας περισσότερη ελπίδα. Ο πλειοδότης κερδίζει.

Οι δημαγωγοί

Γιατί «άγεται» ο «δήμος» από τους δημαγωγούς; Διάφοροι λόγοι:

Πρώτον, η ελπίδα είναι μια επιταγή που θα εξοφληθεί αργότερα – έχει δυνητική αξία. Καλύτερα να πιστέψω μια υπόσχεση που ίσως υλοποιηθεί στο μέλλον, παρά να διαιωνίσω ένα παρόν που βιώνω ή κρίνω ως ανεπιθύμητο.

Δεύτερον, οι ψηφοφόροι πάσχουν από πολιτική άγνοια και περιορισμένο πολιτικό ορθολογισμό. Τα θέματα της σύγχρονης διακυβέρνησης είναι πολλά και σύνθετα. Οι πολίτες συχνά αγνοούν βασικές πληροφορίες και γεγονότα, ενώ δεν είναι ενημερωμένοι για το υπόβαθρο επιμέρους πεδίων αποφάσεων. Οκτώ στους δέκα Ελληνες αγρότες πιστεύουν ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. ωφέλησε περισσότερο την Ε.Ε. παρά την Ελλάδα! Ερευνες δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι αξιολογούν την πολιτική ενημέρωση όπως οι φίλαθλοι αποτιμούν τις πληροφορίες για την ομάδα τους: μεροληπτικά. Η άγνοια και η μεροληψία των ψηφοφόρων είναι πρώτη ύλη για τους δημαγωγούς.

Τρίτον, ο δημαγωγός επιτελεί ένα γνωστικό έργο για τον ψηφοφόρο: απλοποιεί σύνθετα θέματα και προτείνει εύπεπτες λύσεις. Δημιουργεί στον πολίτη την ψευδαίσθηση της γνώσης. Σύνθετα φαινόμενα ερμηνεύονται με μονοαιτιακές εξηγήσεις. Απεχθάνεσαι τη λιτότητα; Να καταργηθεί το μνημόνιο. Θέλεις να έχουν δουλειές οι νέοι μας;

Εξω οι μετανάστες. Πιστεύεις στην εθνική κυριαρχία; Οχι στην Ε.Ε. Τόσο απλά!

Τέταρτον, οι δημαγωγοί δεν έχουν αναστολές να ψεύδονται, να καλλιεργούν την εχθροπάθεια, να θυματοποιούν τον «δήμο» και να εξάπτουν τον φόβο. Ο Θουκυδίδης και ο Αριστοφάνης περιγράφουν τον Κλέωνα ως έναν τραχύ, φιλοκατήγορο και αδίστακτο λαοπλάνο, ο οποίος, κινητοποιώντας τα πιο ταπεινά ένστικτα των συμπολιτών του, εκχυδάισε τον πολιτικό λόγο της αρχαίας Αθήνας. Ο δημαγωγός θριαμβεύει όταν καταφέρνει να μετακινήσει τον δημόσιο διάλογο στο γήπεδό του – στην επικράτεια του ακατέργαστου αρνητικού συναισθήματος.

Ο δημαγωγικός λόγος πουλάει ελπίδα για το μέλλον αλλά θεμελιώνεται σε νοσταλγικά χρωματισμένες φαντασιώσεις για το παρελθόν. Η πραγματικότητα προσεγγίζεται με βάση όχι ένα όραμα ρεαλιστικής προοπτικής, αλλά την ανακατασκευή εθνικών μύθων. Οσο πιο χαρισματικός είναι ο δημαγωγός, τόσο μεγαλύτερη προσοχή προσελκύει, ιδιαίτερα σε συνθήκες επικοινωνιακής αφθονίας και αμεσότητας.

Δημοκρατία και ελίτ

Η νοσταλγία του παλαιού μεγαλείου της Βρετανίας έδωσε πνοή στο σύνθημα του Τζόνσον «θέλουμε να πάρουμε πίσω τον έλεγχο της χώρας». Η αγωνία για τον ρόλο της Αμερικής σε έναν πολυπολικό κόσμο εμπνέει την αντίληψη του Τραμπ «να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά». Η ελκυστική αυτοεικόνα του αντιστεκόμενου έθνους (ιδιαίτερα απέναντι στους Γερμανούς!) έδωσε τη δυνατότητα στον Τσίπρα να υπόσχεται «θα σκίσω το μνημόνιο». Οταν οι φαντασιώσεις συντονίζονται με το λαϊκό θυμικό, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, παράγουν ένα είδος «μαγικής σκέψης» που παρακάμπτει τη σύνθετη πραγματικότητα.

Η δημοκρατία παράγει καλά αποτελέσματα για την ποιότητα ζωής των πολιτών στο μέτρο που η βούληση του κυρίαρχου λαού διηθείται από τη θεσμική λογική. Οι λαϊκές επιθυμίες τείνουν να είναι συγκυριακές, αντιφατικές και ευμετάβολες· πρέπει να εξισορροπούνται από τη στρατηγική οπτική γωνία των πολιτικών-θεσμικών ελίτ. Aν αυτή η οπτική έχει εξασθενήσει (π.χ. Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία) ή χρονίως απουσιάζει (π.χ. Ελλάδα), η δημοκρατία είτε κυριεύεται από ναρκισσιστές τύπου Τζόνσον είτε απολιθώνεται και χάνει την ικανότητα διαχείρισης συλλογικών προβλημάτων, δίνοντας έτσι την ευκαιρία ανάδειξης σε νεοδημαγωγούς τύπου Τσίπρα.

Η δημοκρατία δεν είναι ο Κήπος της Εδέμ, αλλά ένα εργαλείο διαχείρισης της συλλογικής αβεβαιότητας. Οταν δεν δουλεύει καλά (όταν, δηλαδή, δεν προστατεύει τους πολίτες από την εξαθλίωση και την αδικία), ο «δήμος» έλκεται από δημαγωγούς που υπόσχονται να την κάνουν να δουλέψει καλύτερα. Στις καλές της στιγμές εξισορροπεί το βραχυχρόνιο με το μακροχρόνιο, το επιμέρους με το καθολικό, την άμεση με τη στρατηγική ικανοποίηση αναγκών. Από γνωστικής απόψεως, η δημοκρατία έχει το πλεονέκτημα της σοφίας του πλήθους (γνωστική ποικιλότητα), αλλά πάσχει από το μειονέκτημα της πολιτικής άγνοιας (γνωστική ανεπάρκεια των ατόμων). Η εξουσία του «δήμου» ενισχύει το πλεονέκτημα, ενώ η εξουσία των πολιτικών-θεσμικών ελίτ, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, αποδυναμώνει το μειονέκτημα.

Οι δημαγωγοί, προσεγγίζοντας απλοϊκά, φαντασιωσικά και με ακατέργαστα συναισθηματικό τρόπο τα λαϊκά παράπονα, υποσκάπτουν το κύρος των πολιτικών-θεσμικών ελίτ. Οι τελευταίες, στο μέτρο που κατοικούν σε ένα αυτοαναφερόμενο σύμπαν, αποκόπτονται από τον «κοινό λόγο» και τείνουν να αγνοούν τις ανάγκες του «δήμου».

Η δημοκρατία παραμένει αυτό που πάντοτε ήταν – μια δύσκολη, διαρκής και επισφαλής άσκηση ισορροπίας, δηλαδή ένα κατόρθωμα!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

ΛΟΥΚΑΣ ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ*, ΚΙΣΟΡ ΜΑΜΠΟΥΜΠΑΝΙ*

Πεθαίνει η Δημοκρατία;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Λουκάς Τσούκαλης*: Χωρίς λύσεις, χάνουμε τη μάχη

​​Πολλαπλασιάζονται τα σημάδια μιας πολύπλευρης κρίσης στις δημοκρατίες του δυτικού κόσμου. Κοινωνίες σπασμένες σε κομμάτια που δύσκολα επικοινωνούν μεταξύ τους, απαξίωση των παραδοσιακών κομμάτων και ηγεσιών που κρατούσαν τις τύχες των χωρών στα χέρια τους επί πολλές δεκαετίες, άνοδος των δημαγωγών που προτείνουν εύκολες και ανώδυνες λύσεις σε σύνθετα προβλήματα αλλά κυρίως που επενδύουν στην έλλειψη ανοχής του Αλλου και της διαφορετικής άποψης.

Στις περισσότερες χώρες, οι αντιδημοκρατικές τάσεις παραμένουν ακόμη μειοψηφικά ρεύματα στην κοινωνία. Σε αρκετές όμως, οι εκπρόσωποί τους βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Και πώς να χαρακτηρίσει κανείς το φαινόμενο Τραμπ στις ΗΠΑ, ή την εντυπωσιακή πολιτική κατρακύλα στη Βρετανία με καταλύτη το Brexit; Συμβαίνουν πλέον και στις καλύτερες οικογένειες.

Πρέπει να πολεμήσουμε τους δημαγωγούς με όλα τα δημοκρατικά μέσα που διαθέτουμε. Αλλά πρώτα από όλα, πρέπει να καταλάβουμε γιατί υπάρχει τόση οργή και αγανάκτηση σε μεγάλα στρώματα των κοινωνιών μας. Δεν φυτρώνουν οι δημαγωγοί από το πουθενά. Βρίσκουν το έδαφος πρόσφορο και μεγαλώνουν.

Στις ανεπτυγμένες χώρες, η παγκοσμιοποίηση, σε συνδυασμό με την τεχνολογική επανάσταση, τα τελευταία τριάντα χρόνια αύξησε πολύ τις ανισότητες εντός των περισσοτέρων χωρών και τραυμάτισε την κοινωνική συνοχή. Και ήρθε μετά η μεγάλη κρίση, με το σπάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας, και ο τρόπος που διαχειρίστηκαν οι πολιτικές ηγεσίες, διακομματικά στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτήν την κρίση, για να χειροτερέψει τα πράγματα ακόμη περισσότερο. Οσοι πίστεψαν ότι η μεγαλύτερη οικονομική κρίση από το 1929 δεν θα είχε βαθιές και μακροπρόθεσμες πολιτικές επιπτώσεις, ήταν το λιγότερο αφελείς. Σε όλα αυτά, προστέθηκε η μεταναστευτική πίεση των τελευταίων χρόνων σε κοινωνίες που αγγίζουν πλέον επικίνδυνα τα όρια ανοχής τους. Ακόμη και η Σουηδία κατέληξε να έχει σοβαρό πρόβλημα.

Αν δεν μπορέσουμε να προτείνουμε ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα αυτά, κινδυνεύουμε να χάσουμε τη μάχη. Μέχρι να καταλάβουν οι πολλοί ότι οι δημαγωγοί τούς κοροϊδεύουν, θα είναι πιθανόν αργά. Και αν τα παραπάνω σας θυμίζουν, με τις δικές μας προφανώς ιδιαιτερότητες, τις αποτυχίες του μεταπολιτευτικού συστήματος εξουσίας στη χώρα μας, δεν θα κάνετε λάθος.

* Ο κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Κισόρ Μαμπουμπάνι*: Αναβίωση στην Ανατολή

Η​​ δημοκρατία είναι μία βιομηχανία στην ανατολή της, όχι στη δύση της. Οταν το είπα αυτό την περασμένη Δευτέρα στο Athens Democracy Forum, πολλοί Δυτικοί αντέδρασαν με έντονη δυσπιστία. Πώς θα μπορούσε να ισχύει κάτι τέτοιο; Τόσο η Πολωνία όσο και η Ουγγαρία έχουν οπισθοδρομήσει, εκλέγοντας ακροδεξιές κυβερνήσεις.

Σε πολλά κράτη-μέλη της Ε.Ε., η Ακροδεξιά έχει μετατρέψει την ξενοφοβία και την έλλειψη ανεκτικότητας απέναντι στους μετανάστες σε σεβαστή θέση. Ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χάσει τη δημοκρατική τους αίγλη με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

Κι όμως – περισσότεροι άνθρωποι ζουν σήμερα σε δημοκρατικές κοινωνίες από ποτέ άλλοτε. Τρεις από τις πολυπληθέστερες χώρες στην Ασία, η Ινδία (πληθυσμός 1,35 δισεκατομμύριο), η Ινδονησία (266 εκατομμύρια) και το Μπανγκλαντές (166 εκατομμύρια), είναι ακμάζουσες δημοκρατίες. Στις πρόσφατες εκλογές στη Μαλαισία, το κυβερνών κόμμα, που ήταν στην εξουσία από το 1967, ηττήθηκε. Ακόμα και σε ασιατικές χώρες όπου ο στρατός παραμένει ισχυρός, όπως το Πακιστάν και η Ταϊλάνδη, αναγνωρίζεται ότι πρέπει να επιτρέπεται στον λαό να εκφράζει τη βούλησή του μέσω εκλογών. Τόσο στην Ασία όσο και στην Αφρική, η εποχή των στρατιωτικών καθεστώτων και των διά βίου δικτατόρων βρίσκεται στο τέλος της.

Φυσικά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ύφεση της δημοκρατίας στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Για να την αντιμετωπίσουμε, πρέπει να καταπιαστούμε με τα βασικά αίτια που την προκάλεσαν. Στην Ευρώπη, η άνοδος της Ακροδεξιάς πηγάζει από τον φόβο μαζικής εισροής μεταναστών. Θα ήταν συνεπώς σώφρον εκ μέρους της Ε.Ε. να προτείνει μία «στρατηγική παύση» στη μετανάστευση. Ισως ο καλύτερος τρόπος να διασωθεί ο φιλελευθερισμός της Ευρώπης να είναι μία προσωρινή αντιφιλελεύθερη λύση.

Το αμερικανικό πρόβλημα ενδέχεται να είναι βαθύτερο. Ο Μάρτιν Γκίλενς του Princeton και ο Γκόρντον Φούλτσερ του Northwestern έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ έχουν μετατραπεί σε πλουτοκρατία, όπου στην κατάρτιση πολιτικής «κυριαρχούν ισχυρές οργανώσεις των επιχειρήσεων και ένας μικρός αριθμός εύπορων Αμερικανών». Δεν είναι σοφή αυτή η υπερσυσσώρευση πολιτικής επιρροής. Το πλουσιότερο 1% πρέπει να επιστρέψει την κυριαρχία στον λαό και να εργαστεί για τη μείωση της ανισότητας. Μόνο έτσι θα ξαναγίνουν οι ΗΠΑ η «λαμπερή πόλη στον λόφο».

* Ο κ. Κισόρ Μαμπουμπάνι είναι καθηγητής Πρακτικής της Δημόσιας Πολιτικής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης.

Η πολιτική τυραννία των (πέντε) λέξεων…

 

«Με τη δύναμη μιας λέξης ξαναρχίζω τη ζωή μου». Θα ξαναρχίζαμε ίσως βελτιώνοντας και την ποιότητα του πολιτικού λόγου και διαλόγου, ιδιαίτερα εν όψει εκλογών, εάν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε στο περιεχόμενο πέντε τουλάχιστον κεντρικών λέξεων-εννοιών που τυραννούν την πολιτική διαδικασία, καθώς χρησιμοποιούνται όπως βολεύει τον καθένα για να παραγάγουν σύγχυση, πόλωση, ενίοτε φανατισμό.
Οι πέντε λέξεις-έννοιες είναι: (1) Ακροδεξιά, (2) Λαϊκισμός, (3) Νεοφιλελευθερισμός, (4) Προοδευτισμός, (5) Σοσιαλδημοκρατία. Ενώ για τις δύο κεντρικές έννοιες Δεξιά – Αριστερά φαίνεται να υπάρχει μια κοινή, λίγο-πολύ, εννοιολόγηση για το περιεχόμενό τους, οι πέντε παραπάνω λέξεις χρησιμοποιούνται στρεβλωτικά […]. Το περιεχόμενό τους είναι όμως σε μεγάλο βαθμό ξεκαθαρισμένο τουλάχιστον στο πεδίο της ευρωπαϊκής σκέψης.
Ειδικότερα:

1. Ακροδεξιά (Extreme, Far Right): Οι εκδοχές της Ακροδεξιάς είναι αρκετές, αλλά έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία στη σύγχρονη ελληνική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα, όπως: η απόρριψη του φιλελευθερισμού και κατ’ επέκταση της φιλελεύθερης δημοκρατίας (δικαιωμάτων, ανοχής, πλουραλισμού κ.ά.) σε βαθμό που αγγίζει τα όρια του φασισμού, ολοκληρωτισμού, ναζισμού. Ενα δεύτερο στοιχείο είναι η απόρριψη της υπερεθνικής ευρωπαϊκής ενοποίησης, η θεοποίηση του εθνικού κράτους και η ανάδειξη του (τοξικού) εθνικισμού ως της κύριας ιδεολογικής έκφρασης που θα πρέπει να κατευθύνει τη συμπεριφορά συλλογικών ή ατομικών υποκειμένων. Στοιχείο του ακροδεξιού εθνικισμού είναι βεβαίως ο ρατσισμός σε όλες του τις εκδοχές, όπως και η εναντίωση σε κάθε μορφής διαφορετικότητα που, υποτίθεται, παραβιάζει την «καθαρή» εθνική ταυτότητα. Ετσι η ευρωπαϊκή και ελληνική Ακροδεξιά στρέφεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ενάντια στους μετανάστες, στο Ισλάμ, ενώ προβάλλουν τη χριστιανοσύνη ως συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας (π.χ. Ορμπαν, Ουγγαρία – Κατσίνσκι, Πολωνία). Η χρήση της βίας ως μέσου προώθησης των πολιτικών στόχων είναι ένα αποδεκτό μέσο από ακροδεξιούς πολιτικούς σχηματισμούς.
[……]
2. Λαϊκισμός (Populism): Πρόκειται για το ιδεολογικό ρεύμα (αν μπορεί να αποκληθεί έτσι) που εμφανίζεται να σαρώνει την Ευρώπη, αλλά και για όρο που έχει υποστεί δεινή χρήση και κατάχρηση. Σύμφωνα με τον κορυφαίο ειδικό Gas Mudde, ο λαϊκισμός ορίζεται ως «μια ιδεολογία ισχνού πυρήνα που θεωρεί την κοινωνία ως στην ουσία διαχωριζόμενη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες, τον ‘»αγνό λαό'» ενάντια στις «διεφθαρμένες ελίτ», και που υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να αποτελεί την έκφραση της γενικής βούλησης (volonte generale) του λαού». Λαός εναντίον ελίτ συνιστά το θεμελιακό στοιχείο αντιπαλότητας του λαϊκισμού. Εξ ορισμού ο λαός έχει πάντοτε δίκιο, δεν διαπράττει λάθη, τα όποια αιτήματά του θα πρέπει να ικανοποιούνται. Αντίθετα με την Ακροδεξιά, ο λαϊκισμός δεν είναι κατ’ ανάγκη αντιδημοκρατικός (μπορεί να είναι και «διόρθωση» της δημοκρατίας), αν και μπορεί να είναι – και τις περισσότερες φορές είναι – βαθύτατα εθνικιστικός (εθνολαϊκισμός) και βεβαίως αντιευρωπαϊκός – εναντίον της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των πολιτικών της (μετανάστευση, νομισματική ένωση κ.λπ.).
[…..]
3. Νεοφιλελευθερισμός (Neo-liberalism): Πρόκειται για μία από τις πλέον κακοποιημένες έννοιες στην Ελλάδα. Σχεδόν με οτιδήποτε διαφωνεί, κυρίως, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ στον τομέα της οικονομικής – κοινωνικής πολιτικής το βαφτίζει «νεοφιλελεύθερο». Και όμως, όπως διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1980 (Θάτσερ, Ρίγκαν), ο νεοφιλελευθερισμός συγκροτείται από τρία κύρια κεντρικά στοιχεία: (α) απορρύθμιση (deregulation) της οικονομίας με την πεποίθηση ότι οι αγορές μπορούν να αυτορρυθμιστούν από μόνες τους, ενώ η ρύθμιση συρρικνώνει τόσο την οικονομική όσο και την πολιτική ελευθερία, (β) μικρό κράτος με την ελάχιστη δυνατή κυβερνητική δραστηριότητα κατά προτίμηση μόνο στους τομείς της τάξης και ασφάλειας, (γ) παγκοσμιοποίηση χωρίς κανονιστικούς περιορισμούς. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 ουσιαστικά σάρωσε τα βασικά αυτά δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Σήμερα είναι δύσκολο να εντοπίσει κάποιος έστω μια αμιγώς νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση στον κόσμο. Ούτε βεβαίως κάποια πολιτική δύναμη στην Ελλάδα.
[….]
4. Προοδευτισμός (Progressivism): Πρόκειται για μια άλλη ταλαιπωρημένη έννοια στην Ελλάδα που διεκδικείται σχεδόν απ’ όλους. Το Λεξικό της Οξφόρδης ορίζει τον προοδευτισμό ως το πολιτικό ρεύμα που είναι «υπέρ των νέων ιδεών, σύγχρονων μεθόδων και της αλλαγής». Και ο St Pinker στο πολυσυζητημένο βιβλίο του «Enlightenment Now»(«Διαφωτισμός τώρα», 2018) τονίζει την καθοριστική σημασία της λογικής (reason), της επιστήμης και των ιδεών του Διαφωτισμού στην πολιτική διαδικασία για την επίτευξη της προόδου. Συνοπτικά, στη βάση κάθε κίνησης ή επιλογών πολιτικού προοδευτισμού βρίσκεται η κυριαρχία του ορθολογισμού, της λογικής έναντι οποιωνδήποτε άλλων δοξασιών ή δογμάτων, θρησκευτικών ή κοσμικών. Αλλά το θλιβερό είναι ότι ο ανορθολογισμός είναι αυτός που τέμνει το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα (και όχι μόνο).
5. Σοσιαλδημοκρατία (Social Democracy): Η πολιτική κατηγορία που φέρεται να διεκδικεί ή προς την οποία ορισμένοι (π.χ. Ν. Μουζέλης, Ν. Μαραντζίδης) πιστεύουν ότι κατευθύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν και ο ΣΥΡΙΖΑ ο ίδιος λέει ότι δεν θέλει να μετεξελιχθεί σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Πράγματι. Η σοσιαλδημοκρατία του ευρωπαϊκου χώρου μπορεί να οριστεί ως το πολιτικο-ιδεολογικό ρεύμα/κίνηση που αποβλέπει στην επίτευξη «της μεγαλύτερης δυνατής ελευθερίας με τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική ισότητα για όλους, χωρίς διακρίσεις, μέσα από την εφαρμογή ορθολογικά επεξεργασμένων πολιτικών». Ο ορισμός αυτός αναλύεται σε σειρά επί μέρους επιλογών, από την υποστήριξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέχρι την κανονιστική εμπλαισίωση της παγκοσμιοποίησης.  [….]
Εν κατακλείδι, εάν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε τουλάχιστον στα βασικά των πέντε λέξεων-εννοιών, τότε ενδεχομένως να είχαμε ένα λιγότερο πολωμένο και περισσότερο και αισθητικό πολιτικό διάλογο. Και όχι ασυνάρτητες κραυγές και παραχαράξεις…
* Ο Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

SOS: Θανάσιμη απειλή για την Ευρώπη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΟΦΩΛΟΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μ​​ια βαθιά πολιτική ρωγμή απειλεί θανάσιμα τη συνοχή της Ευρώπης, αλλά και την ίδια την υπόσταση της δημοκρατίας στη Γηραιά Ηπειρο. Είναι η ραγδαία εξάπλωση των δυνάμεων του εθνικισμού και του λαϊκισμού, που καταλαμβάνουν πλέον την κυβερνητική εξουσία σε πολλά κράτη-μέλη και μεθοδεύουν να διχοτομήσουν και να γυρίσουν πολλές δεκαετίες πίσω την Ευρώπη. Σήμερα καταφέρνουν και εκλέγουν ορισμένες κυβερνήσεις αντιευρωπαϊκού χαρακτήρα, αύριο θα εκλέξουν όπως δείχνουν τα πράγματα και μεγάλο αριθμό βουλευτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και θα διορίσουν, εκ των πραγμάτων (οι κυβερνήσεις προτείνουν), ουκ ολίγους επιτρόπους στην καρδιά του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, την Κομισιόν! Εκτός από τραγική πολιτική ειρωνεία, το πρόβλημα γίνεται κολοσσιαίο…

Οι δυνάμεις του λαϊκισμού και του εθνικισμού εκμεταλλεύονται αγρίως σήμερα το μεταναστευτικό πρόβλημα και κλιμακώνουν τον εσωτερικό πόλεμο. Ενσπείρουν το μίσος και τον ρατσισμό και αποδομούν σιγά σιγά τους βασικούς αρμούς του ευρωπαϊκού συστήματος. Είναι πολύ ενδεικτική την εβδομάδα αυτή η άμεση αμφισβήτηση που δέχθηκε η Μέρκελ από τον Ζεεχόφερ, τον κυβερνητικό της εταίρο, με βάση το μεταναστευτικό. Σε μια χώρα που εξακολουθεί να αναπτύσσεται και να ευημερεί οικονομικά και η οποία κατέβαλε πολύμηνη και αγωνιώδη προσπάθεια να σχηματίσει τη νέα κυβέρνηση για τη σταθερότητα στη Γερμανία και στην Ευρώπη, η τύχη της τώρα εξαρτάται από το μεταναστευτικό. Είναι εντυπωσιακό! Υπάρχει μια θεμελιώδης ανατροπή των ισορροπιών και αυτό θα πρέπει να το πάρουμε στο εξής πολύ σοβαρά υπόψη. Δύσκολο να το αποδεχθεί κανείς, αλλά αναγκαίο για να υπάρξει η απαιτούμενη ευρωπαϊκή αντίδραση. Ακόμη και τα παραδοσιακά κάστρα μπορεί να χτυπηθούν καίρια, ας το συνειδητοποιήσουμε, το ίδιο δεν συνέβη πριν από δύο χρόνια με την απόφαση των Βρετανών να εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Ενωση;

Το μεταναστευτικό ζήτημα, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση η οποία τραυμάτισε καίρια τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης και διόγκωσε την ανεργία στα φτωχότερα στρώματα, αναζωπύρωσε τον ρατσισμό και τον εθνικισμό, με την πιο φθηνή και ευκολόπεπτη πολιτική του έκφραση ως εργαλείο, τον λαϊκισμό. Αυτό είναι πλέον μια μεταβαλλόμενη και πολύ επικίνδυνη πραγματικότητα, σαφώς σημαντικότερη κατά το προσεχές διάστημα από τον προϋπολογισμό για παράδειγμα της Ευρωζώνης. Ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός δεν είναι απλώς υπολογίσιμες εκλογικές δυνάμεις που χρειάζονται προσοχή, είναι σήμερα η κεντρική κυβέρνηση και εξουσία στην Ιταλία, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία. Αυξάνεται διαρκώς η επιρροή τους και αποσταθεροποιούν την κραταιά Γερμανία, αντικατοπτρίζουν το 40% των ψηφοφόρων της βαθιά δημοκρατικής όπως λέγαμε Γαλλίας…

Η πυριτιδαποθήκη δεν βρίσκεται σήμερα στην περιφέρεια, αλλά στο ίδιο το κέντρο της Ευρώπης. Το υπαρξιακό ερώτημα δεν αφορά τη συνοχή μόνο και την προοπτική της ενοποίησης για την επιβίωση στο νέο γεωπολιτικό χάρτη, αφορά κάτι πολύ περισσότερο, όπως είναι η ταυτότητα και η ελευθερία, η δημοκρατία η ίδια στην Ευρώπη, οι πολιτισμικές της κατακτήσεις και το κράτος δικαίου. Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις οφείλουν λοιπόν να συντονίσουν τις δικές τους δυνάμεις και να αντιδράσουν, γρήγορα και αποφασιστικά. Τούτη την ώρα, ένα ισχυρό τοξικό ρεύμα, από τον Τραμπ έως τον Πούτιν, διαπερνά και ταρακουνά το σώμα της Ευρώπης. Ο λαϊκισμός αναπαλαιώνει σκοτεινές ιδεολογίες, αντιδημοκρατικά και ρατσιστικά πρότυπα διακυβέρνησης… Τι πιο χαρακτηριστική περίπτωση από την Ουγγαρία του Ορμπαν, ο οποίος κομμάτι κομμάτι ακρωτηριάζει την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη στη χώρα του και νομοθετεί ποινικές διώξεις για τις ΜΚΟ που θα παράσχουν βοήθεια σε οποιονδήποτε μετανάστη; Δεν είναι ανατριχιαστικό; Την προσεχή άνοιξη, στις επόμενες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα αναμετρηθούν αναπόφευκτα όπως φαίνεται δύο μεγάλα στρατόπεδα, σε έναν πολιτικό πόλεμο απολύτως κρίσιμο για το μέλλον και τον χαρακτήρα των παραδοσιακά δημοκρατικών και ανοικτών έως τώρα κοινωνιών της Ευρώπης.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παθολογία της δημοκρατίας

Ο γάλλος φιλόσοφος Φρεντερίκ Βορμς εξετάζει την πολιτική κρίση της Δύσης ως μορφή χρόνιων παθήσεων του πολιτεύματος
Παθολογία της δημοκρατίας
Διαδήλωση κατά του Τραμπ στις 9/11/2016 στη Νέα Υόρκη. Ο λόγος του κατά τον Βορμς ενσαρκώνει τον κυνισμό, τον ρατσισμό και τον υπερφιλελευθερισμό, χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας
Frederic Worms
Οι χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας

Μετάφραση Γιώργος Φαράκλας
Εκδόσεις Πόλις, 2018
σελ. 280, τιμή 16 ευρώ
Δέκα χρόνια μετά την οικονομική κρίση του 2008 και την ανεπαρκή πολιτικά διαχείρισή της, ο νοητός ιδεολογικός χάρτης της δυτικής κοινωνίας μοιάζει ριζικά διαφοροποιημένος. Λαϊκιστικά, ευρωσκεπτικιστικά ή αντισυστημικά ρεύματα διαπέρασαν το πολιτικό σκηνικό στη Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία. Τα κόμματα της μεταπολεμικής σκηνής υποσκελίστηκαν στη Γαλλία από έναν νεφελώδη κεντρώο προεδρικό σχηματισμό και την κληρονόμο ενός εξτρεμιστή της Δεξιάς. Ενα ακροδεξιό κόμμα κυβερνά την Ουγγαρία. Ενας πλουτοκράτης δημαγωγός εξελέγη πρόεδρος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πειρασμός να θεωρήσει κανείς την παθολογία της δημοκρατίας σήμερα απότοκο της «Great Recession», της Μεγάλης Υφεσης, είναι έντονος – και εμφανής σε μεγάλο μέρος των αναλύσεών της. Μια τέτοια ερμηνεία ωστόσο παραμερίζει υποκείμενους παράγοντες που δρουν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Αυτή είναι η εκτίμηση του γάλλου φιλοσόφου Φρεντερίκ Βορμς, καθηγητή της École Normale Supérieure, o οποίος στο βιβλίο «Οι χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας» ανάγει τα τρέχοντα προβλήματα στον χρόνο της μεσαίας διάρκειας και στο πλαίσιο των δομών του πολιτεύματος.

Η εξαφάνιση της Ιστορίας

Με το υποτιθέμενο «τέλος της Ιστορίας» το 1989 η δημοκρατία δεν τελείωσε, όπως πολλοί πρεσβεύουν, λέει ο Βορμς. Δεν νίκησε ολοκληρωτικά, ούτε και ηττήθηκε αποφασιστικά. Αντιμετωπίζει ωστόσο, όπως φάνηκε στην πορεία, μια σειρά κλονισμών, διαρκών και επαναλαμβανόμενων. Για να τους ορίσει ο γάλλος φιλόσοφος, για να τονίσει τα δομικά χαρακτηριστικά και την επίμονη παρουσία τους, δανείζεται μια έννοια από το ιατρικό λεξιλόγιο: «Βιώνουμε κάτι τελείως διαφορετικό: μια «χρόνια» δοκιμασία, αν όχι πάθηση. […] Βιώνουμε μία ή μερικές «χρόνιες» παθήσεις οι οποίες αφορούν επομένως ελαττώματα τα οποία είναι δομικά, ίσως αναπόφευκτα». Οπωσδήποτε, ο απόηχος της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν προκάλεσε τα φαινόμενα αυτά καθαυτά, συνέβαλε όμως στη δημιουργία ενός δυναμικού πεδίου για την ανάπτυξή τους: «Η Ιστορία απλώς και μόνο εξαφανίσθηκε και αντικαταστάθηκε από μιαν εκρηκτική διασπορά γεγονότων προς όλες τις κατευθύνσεις, με κάθε λογής νόημα και έναν ριζικό αποπροσανατολισμό». Προκειμένου να επιτύχουμε έναν ιστορικό αναπροσανατολισμό και να παραδεχθούμε τις παθήσεις της δημοκρατίας, σημειώνει ο Βορμς, οφείλουμε να κατανοήσουμε την ελευθερία και την ισότητα ως ημιτελείς στον μετά το 1789 βίο τους και τη δημοκρατία ως ιδέα εν πορεία.

Οι χρόνιες παθήσεις

Τρεις είναι οι χρόνιες κρίσεις που εντοπίζει ο συγγραφέας, εκφράσεις μιας βίας εγγενούς στις ανθρώπινες σχέσεις: ο σύγχρονος κυνισμός ως γενίκευση της καχυποψίας ή της συνωμοσίας, ο ρατσισμός και ο υπερφιλελευθερισμός. Ο κυνισμός αποτελεί ριζική αντιστροφή μιας εσωτερικής αρχής της δημοκρατίας, αυτής της κριτικής: εδώ οι σύγχρονοι κυνικοί προβαίνουν στη «ριζική χρήση της υπέρβασης εντός του δημόσιου χώρου» όχι για λόγους παρρησίας, όπως οι αρχαίοι προκάτοχοι του ονόματος, αλλά για να αμφισβητήσουν τις αρχές και τους θεσμούς της δημοκρατίας ως ουδέτερου και αντικειμενικού πλαισίου για να καρπωθούν οι ίδιοι την εξουσία. Ευνοούνται ως προς αυτό από μια παρενέργεια της παγκοσμιοποίησης: τη μεταβολή του πλαισίου του δημόσιου λόγου σε σημείο ώστε αυτό να έχει αλλάξει φύση. Το Διαδίκτυο, επισημαίνει ο Βορμς, δεν συνιστά ούτε δημόσιο ούτε θεσμικό πλαίσιο, αλλά χώρο διάδοσης φημολογίας και οικοδόμησης της καχυποψίας προς κριτικούς θεσμούς της δημοκρατίας, όπως ο Τύπος.
Ως προς τον ρατσισμό, ο γάλλος φιλόσοφος παρατηρεί ότι πρόκειται αρχικά για «αρρώστια της παράστασης του εαυτού», την υιοθέτηση μιας θεμελιακά ουσιώδους, ανιστορικής ταυτότητας, ανώτερης, απρόσβλητης – αλλά και απειλούμενης από τους «άλλους». Η «βαθιά μη παραδοχή του εγγενούς διφορούμενου όλων των όντων και εμάς των ίδιων» οδηγεί στην «ουσιοποίηση» του άλλου σύμφωνα με βιολογικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά γνωρίσματα. Στη βάση ακριβώς της ουσιοποίησης του εχθρού ο Βορμς συναρτά τη σύγχρονη αναζωπύρωση της τρομοκρατίας με τον ρατσισμό.
Ο υπερφιλελευθερισμός, από την πλευρά του, αποτελεί την αναγωγή της οικονομικής διάστασης σε καθολική αρχή ρύθμισης της κοινωνίας. Ετσι, ενώ η παγκοσμιοποίηση αποκαλύπτει τον βαθμό της ανθρώπινης αλληλεξάρτησης, εμφανή στο πρόβλημα της πλανητικής υπερθέρμανσης, ταυτόχρονα ευνοεί τη διάδραση των ανθρώπινων πράξεων χωρίς πρότερη μελέτη ή πρόνοια για τις συνέπειές τους. Καθίσταται προφανής για τον συγγραφέα η ανάγκη της δημοκρατίας ως «πολιτικής των σχέσεων», πεδίου ηθικής και δικαίου που διασφαλίζει την ελευθερία των ατόμων και ωθεί τη δημιουργική πράξη τους σε συμμετοχικούς θεσμούς.

Κρίση και θεραπεία

Υπάρχει οπωσδήποτε για τον Βορμς μια πύκνωση των φαινομένων που οφείλει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν. Ο συνδυασμός των χρόνιων παθήσεων συνιστά κίνδυνο γενικής κρίσης. Συγκρίνοντας την «εποχή της τυραννίας» που είχε διαγνώσει ο γάλλος φιλόσοφος Ελί Αλεβίτη δεκαετία του ’30 με τις δικές μας περιστάσεις, ο Βορμς διαπιστώνει επικίνδυνες συγκλίσεις «σε μια διεκδίκηση του «λαού» κατά των θεσμών και του κράτους, πράγμα που εξηγεί και την επιτυχία του «λαϊκισμού», τόσο ως πράγματος όσο και ως λέξης». Σε αντίθεση όμως με την τότε κρίση, «οι αντίπαλοι της δημοκρατίας σήμερα δεν θέλουν να την αντικαταστήσουν με τον ολοκληρωτισμό, αλλά να τη μεταβάλουν σε τυραννία από μέσα». Ως ρητό παράδειγμα κατονομάζει τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία ακριβώς πάνω στο τρίπτυχο καχυποψίας, ρατσισμού και υπερφιλελευθερισμού. Και αν η ανησυχία οφείλει να επιταθεί, αυτό προκύπτει από τη «συνέργεια σχημάτων και ρευμάτων» σε πολύ διαφορετικές χώρες: «Η νέα «εποχή της τυραννίας» που ζούμε αναμειγνύει τα ίδια συστατικά στις Ηνωμένες Πολιτείες του νέου προέδρου, στη Ρωσία του Πούτιν ή σε μια Κίνα που είναι συνάμα το άκρον άωτον του υπερφιλελευθερισμού και του παλαιάς κοπής ολοκληρωτισμού».
Ο στοχασμός του Φρεντερίκ Βορμς είναι απλός και κατανοητός, η διάγνωσή του οξυδερκής και διεισδυτική. Ως προς την αγωγή, ο Βορμς αρνείται υπόρρητα την ουτοπία κάνοντας λόγο για αγώνα, αντιστάσεις και μεταμόρφωση του πολιτεύματος όπως το ζούμε. Αυτό είναι σύμφωνο με τη θέση του ότι οι παθήσεις της δημοκρατίας είναι χρόνιες – άρα δεν είναι παροδικές. Παραπέμποντας στους κριτικούς θεσμούς του Τύπου και της εκπαίδευσης για την αναχαίτιση της καχυποψίας και της συνωμοσιολογίας, την οικοδόμηση μιας ταυτότητας επί των πράξεων («της υπέρβασης, της συσπείρωσης, της ειρήνης μεταξύ πολιτών») και όχι επί της ουσίας ή στη θεσμική απάντηση στο ακραίο διά της θεσμοθέτησης τολμηρών μέτρων αυτοκριτικής της κοινωνίας («θεσμοθέτηση του ακραίου») για την καταπολέμηση του ρατσισμού, όπως και στη σημασία των διεθνών θεσμών και της «πολιτικής των σχέσεων» για τη συγκράτηση του υπερφιλελευθερισμού, παρέχει έναν οδικό χάρτη για ένα μακρύ ταξίδι. Το σημαντικότερο στο δοκίμιο του Βορμς, ωστόσο, είναι πράγματι η επισήμανση του Ροζέ-Πολ Ντρουά στη «Le Monde»: «Υπενθυμίζει εξαρχής ότι αυτές οι παθολογίες είναι εγγενείς στις ανθρώπινες σχέσεις και ότι μόνο η δημοκρατία είναι ικανή όχι να τις «θεραπεύσει», όσο μάλλον να τις περιφράξει και ίσως να τις περιστείλει».

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Εχουν άδικο σε όλα οι λαϊκιστές;

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11.03.2018

Ο​​ι ευρωπαϊκές ελίτ αντιμετωπίζουν την άνοδο του λαϊκισμού με αμηχανία και νευρικότητα. Η πρωτιά του Κινήματος των 5 Αστέρων (M5S) στην Ιταλία, με το εντυπωσιακό 32%, αιφνιδίασε πολλούς. Μάλιστα, το ποσοστό του κόμματος ήταν υψηλότερο στις φτωχές περιοχές της χώρας. Στον ιταλικό Νότο, στην Πούλια, στην Καλαβρία, στη Σαρδηνία και στη Σικελία, όπου το κατά κεφαλήν ΑΕΠ βρίσκεται στο 60-70% της Ε.Ε. και η διαφθορά ξεχειλίζει, το Μ5S σάρωσε κερδίζοντας 40-50% των ψήφων. Ανάμεσα στους νέους το Μ5S ξεπέρασε το 40%.

Εντέλει, το επώδυνο ερώτημα αναδύεται: έχουν άδικο σε όλα οι λαϊκιστές; Εχουν τρελαθεί οι πολίτες και ψηφίζουν «παλαβά» κόμματα ή μήπως μερικά πράγματα πάνε όντως στραβά; Συμφωνώ, ο λαϊκισμός έχει όλα τα κακά του κόσμου. Στηρίζεται σε αφελή σχήματα και ψευδείς προσλήψεις της πραγματικότητας, γεμάτες θεωρίες συνωμοσίας και φθόνο. Αγνοεί σύνθετες διεθνείς πραγματικότητες και επιστημονικές παραδοχές. Οι περισσότερες από τις λύσεις που προτείνει είναι για τα σκουπίδια, όταν δεν είναι για γέλια, και γι’ αυτό η «κωλοτούμπα» που ακολουθεί την επιτυχία του είναι προβλέψιμη.

Αν μείνουμε όμως στα παραπάνω, τότε δεν καταλάβαμε πολλά. Η ζήτηση για λαϊκισμό τα τελευταία χρόνια σχετίζεται, πέρα από την οικονομική κρίση, και με τον θυμό των πολιτών για τη διαφθορά και τις άλλες παθογένειες της πολιτικής ζωής. Οι πολίτες είναι πεισμένοι πως η πολιτική είναι ένα «club privé» με ακριβό εισιτήριο εισόδου. Ιδιαίτερα στη νότια και στην ανατολική Ευρώπη το πολιτικό σύστημα λειτουργεί ως μια ολιγοπωλιακή αγορά, ένα κλαμπ για ελίτ που σε μεγάλο βαθμό αξιοποιούν τα «δίκτυά» τους και διαμορφώνουν σχέσεις διαπλοκής νόμιμες, παράνομες ή και τα δύο.

Στην Ιταλία (όπως και στην Ελλάδα) ακούς, χρόνια τώρα, ιστορίες για τη μικρή ή μεγάλη διαφθορά των πολιτικών. Για διορισμούς συγγενών στα πολιτικά γραφεία. Για αναρίθμητες ευνοϊκές ρυθμίσεις που οι πολιτικοί προωθούν για τους εαυτούς τους ή τους φίλους τους (βλέπε, π.χ, την επιδότηση ενοικίου για υπουργούς και βουλευτές).

Για σακούλες γεμάτες χαρτονομίσματα των 500 ευρώ που προορίζονται για πολιτικούς ή φίλους τους. Για εξωφρενικά ακριβές πολιτικές καμπάνιες με άγνωστους χρηματοδότες. Για πολυτελείς εξοχικές κατοικίες πολιτικών αγορασμένες «κατά σύμπτωση» δίπλα σε κατοικίες βιομηχάνων. Δεν είναι απαραίτητο να είναι όλα αλήθεια. Δεν είναι όμως όλα ψέματα.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται βέβαια στον ευρωπαϊκό Νότο. Στη μετακομμουνιστική Ευρώπη το πράγμα έχει ξεχειλώσει.

Ο Τσέχος πολιτικός επιστήμονας Μίκαλ Κλίμα στο νέο του βιβλίο «Από τον ολοκληρωτισμό στην ελαττωματική δημοκρατία: η ιδιωτικοποίηση και αποικιοποίηση των κομμάτων από αδιαφανείς επιχειρήσεις» υποστηρίζει πως η τσεχική δημοκρατία είναι βαθιά διεφθαρμένη και τα κόμματά της ιδιαίτερα σε περιφερειακό επίπεδο έχουν κυριευθεί από «νονούς» που εκμεταλλεύονται το χρήμα της Ε.Ε. Η διαίρεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς είναι πλέον απλώς ένα «λούστρο».

Ας κάνουμε λοιπόν μια ειλικρινή παραδοχή: Οι λαϊκιστές επισημαίνουν προβλήματα που απασχολούν την κοινή γνώμη και το καθιερωμένο πολιτικό σύστημα προσπερνά εύκολα ή, ακόμη χειρότερα, κάποιες φορές δείχνει να ανέχεται. Απλώς, οι λαϊκιστές το κάνουν με λάθος τρόπο και προς τη λάθος κατεύθυνση. Οι υπόλοιποι όμως δεν μπορούμε να μη βλέπουμε τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο.

Το πρόβλημα της διαφθοράς δεν έχει μόνο ηθική και συμβολική σημασία. Κάνει τη ζωή των πολιτών δυσκολότερη και ακριβότερη και μεγαλώνει τις ανισότητες. Αν σε κάθε δημόσιο έργο το 5%-7% πάει σε μίζες πολιτικών (όπως πρόσφατα ειπώθηκε) τότε καταλαβαίνουμε πώς εκτοξεύεται το κόστος.

Επείγει λοιπόν να δράσουμε. Επείγει η Δημοκρατία να μειώσει το κόστος λειτουργίας της και να περιοριστούν οι προκλητικές αποζημιώσεις και άλλες διευκολύνσεις σε υπουργούς, βουλευτές και συμβούλους. Επείγει να απαγορευτεί η πρόσβαση στην κρατική χρηματοδότηση στα κόμματα που έχουν ιδιωτικές πηγές χρηματοδότησης, έστω και νόμιμες. Οποιος θέλει ιδιωτική υποστήριξη να μην μπορεί να έχει πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα.

Το ίδιο να ισχύει για τους βουλευτές. Οποιος θέλει να έχει ιδιωτικές χορηγίες δεν θα πρέπει να λαμβάνει κρατική αποζημίωση. Επείγει επίσης να απαγορευτεί η πρόσληψη ή απόσπαση συγγενών πρώτου ή δευτέρου βαθμού στα βουλευτικά γραφεία. Οποιος χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους για προσλήψεις θα πρέπει να το κάνει μόνο μέσω ΑΣΕΠ ή άλλης ανεξάρτητης αρχής. Αλλιώς ας πληρώνει ο ίδιος, όχι οι φορολογούμενοι.

Ο περιορισμός του κόστους δεν αφορά μόνο το δημόσιο χρήμα. Πρέπει να μειωθεί και το κόστος της ιδιωτικής χρηματοδότησης. Στην Ελλάδα, αυτό είναι εφικτό εφόσον μικρύνουν δραματικά οι μεγάλες εκλογικές περιφέρειες ή καταργηθεί, μερικώς έστω, ο σταυρός προτίμησης. Δεν αρκούν όμως αυτά. Πρέπει να τεθεί το ζήτημα του περιορισμού των θητειών των υπουργών και των βουλευτών.

Πόσες γόνιμες θητείες μπορεί να έχει ένας μέσος βουλευτής στη ζωή του; Δύο; Τρεις; Σίγουρα όχι πολύ παραπάνω. Βρίσκω πως ένας τέτοιος περιορισμός είναι καλή ιδέα. Στο κάτω κάτω, η ζωή δεν τελειώνει με την πολιτική.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

 
ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Δεν φέρνεις πίσω την πέτρα που έριξες

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 21.01.2018

Ο​​​​χι δημοψήφισμα για το Μακεδονικό». Σε αυτό πολλοί συμφωνούν, και από το κυβερνητικό και από το αντιπολιτευόμενο στρατόπεδο. Κάποιοι το εξέφρασαν χοντροκομμένα και αφοριστικά, όπως ο πρώην υπουργός Θεόδωρος Πάγκαλος: «Ενας λαός ηλιθίων δεν μπορεί να κάνει δημοψήφισμα για την ονομασία της ΠΓΔΜ». Η κυβέρνηση: «Δεν υπάρχει λόγος να πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα» (Κοτζιάς). «Στη Βουλή θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις επίλυσης του Μακεδονικού» (Βούτσης). Πλήθος άλλοι: «Παγίδα το δημοψήφισμα για ένα εθνικό θέμα, άλυτο επί δεκαετίες», «σύνθετα θέματα δεν λύνονται από συναισθηματικά φορτισμένους θερμοκέφαλους γνώστες του κάθε επιστητού».

Και αναθερμάνθηκε η συζήτηση για τα υπέρ και τα κατά των δημοψηφισμάτων. Με εκείνους που τα αμφισβητούν να επιμένουν ότι συχνά οι πολίτες αγνοούν τις οικονομικές, διεθνοπολιτικές συνέπειες της ψήφου τους (βλ. δημοψήφισμα του 1920). Οτι συμβαίνει να αδυνατούν να αναπτύξουν τα απαραίτητα κριτήρια, ότι μπορεί να λάβουν αποφάσεις που έχουν βασιστεί σε συγκυριακές επιλογές ή να απαντήσουν αρνητικά, αποκλειστικά και μόνο για να εκφράσουν μια γενική αποδοκιμασία. Δεν υπάρχουν μηχανισμοί που θα αποτρέψουν τον κίνδυνο να επικρατήσουν συντεχνιακά συμφέροντα επί του γενικού καλού. Οτι ζητήματα που εμπίπτουν στο κράτος δικαίου δεν γίνεται να αποτελούν ύλη δημοψηφίσματος (η πλειοψηφία είναι εχθρική απέναντι στις μειονότητες και το διαφορετικό). Οτι ακόμη και οι ωριμότεροι λαοί ενδίδουν στον λαϊκισμό. Το δημοψήφισμα, σημειώνουν, αποτελεί τακτικισμό και εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης ηγετών που ενδιαφέρονται μόνο για την άρση των προσωπικών τους αδιεξόδων, θέτοντας ερωτήματα προσχηματικά που αποκρύπτουν ιδιοτελείς στοχεύσεις.

Ομως για τους υποστηρικτές τους είναι, ως πράξη άμεση, το θεσμικό αντίβαρο στην έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία (ο ορισμός είναι το θεμέλιο κάθε πίστης). Οπως τονίζουν, συμβάλλουν στην υπέρβαση κοινωνικοπολιτικών αγκυλώσεων, διευκολύνουν την απεμπλοκή της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος από κάποιο αδιέξοδο, ακόμη και αποτρέπουν κοινωνικές συγκρούσεις, ενεργοποιούν τα αντανακλαστικά του πολίτη. Η λογική, η αντικειμενικότητα, ο προσανατολισμός στο γενικό συμφέρον, η πολιτική ευθύνη δεν αποτελούν πάγια χαρακτηριστικά του αντιπροσωπευτικού συστήματος, ούτε η άμεση δημοκρατία συνδέεται απαραίτητα με τον ανορθολογισμό, την επικυριαρχία του θυμικού, τη λειψή ευθύνη, σημειώνουν. Τα συχνά δημοψηφίσματα στην Ελβετία, υποστηρίζουν, μείωσαν την ισχύ των πολιτικών κομμάτων δίνοντας περισσότερα όπλα στον πολίτη.

Οσοι τα αμφισβητούν, από την άλλη, αντικρούουν ότι η άμεση ψηφοφορία απαιτεί περίσκεψη, ιδίως αν δεν έχεις τρόπο να ζυγίζεις καθημερινά τις δάφνες ή τις στάχτες σου. Καλείσαι να απαντήσεις με ένα «ναι» ή ένα «όχι», μάλλον σε περίπλοκα ζητήματα, που έχουν λειανθεί από τις πολιτικές σκοπιμότητες ή έχουν καταστεί απειλητικά από τον φόβο. Πόσο ανόθευτο μπορεί να είναι ένα δημοψήφισμα σε συνθήκες ισχυρού επηρεασμού της κοινής γνώμης;

Τα δημοψηφίσματα συνήθως οργανώνουν αυτοί που πιστεύουν ότι θα τα κερδίσουν, όπως δείχνει και η ελληνική εμπειρία. Στη νεότερη ιστορία έχουν καταγραφεί, πλην εκείνο της 5ης Ιουλίου 2015 για το σχέδιο συμφωνίας Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ, επτά δημοψηφίσματα (τα έξι για το πολιτειακό ζήτημα, τρία κατέληξαν υπέρ και τρία κατά της βασιλείας), τα τρία από δικτατορικές κυβερνήσεις, μόνο ένα (1974) γνήσιο και ελεύθερο. Ενώ πολλά άλλα δεν επιχειρήθηκαν –Κυπριακό, ένταξη στην ΕΟΚ, Μακεδονικό, ένταξη στην ΟΝΕ, ευρωπαϊκό σύνταγμα…

Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί φειδώ – ακόμη κι αν μπορούμε να φέρουμε πίσω την πέτρα που ρίξαμε, όπως στη Δανία το 1993 («ναι» στο δεύτερο δημοψήφισμα για το Μάαστριχτ). Δεν είναι ένας αναστεναγμός ανακούφισης που απομακρύνει δεινά, που καταργεί ερωτήματα, μια σωτηρία που πέφτει σαν κεραυνός, μια διαδικασία που ψιλοκοσκινίζει τα μυστικά μας και τα μασκαρεύει σε εθελούσια αποτελέσματα. Τα ίχνη τους μένουν ανεξίτηλα στην εθνική μας πορεία.

Οι συχνές εκθειαστικές αναφορές διακεκριμένων ξένων μελετητών, αλλά συνάμα και μιας πληθώρας φωτισμένων πολιτικών ηγετών ανά την υφήλιο, στην ευκλεή αρχαιοελληνική μας παράδοση και κυρίως στις περιώνυμες αρετές του αθηναϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος ως συντελεστικού παράγοντα αυτοσυνείδησης και πνευματικής ανάτασης ενέβαλαν στο νου μου προβληματισμούς σχετικά με τη διαιώνια λάμψη που εκπέμπει η πολιτική σκέψη των προγόνων μας, όπως αυτή πριμοδοτήθηκε και μνημειώθηκε στα λογοτεχνικά αριστουργήματα της κλασικής εποχής.
Σκοπός της επιφυλλίδας μου δεν είναι βεβαίως να αναλυθώ σε επαίνους και ύμνους για την προδήλως πολύτιμη πατρώα κληρονομιά μας – τέτοια δεν επείγουν τούτην την ώρα, και άλλοι, ειδικότεροι εμού, δικαίως θεωρούνται ικανότατοι στον τομέα αυτόν.
Ας μου επιτραπεί ωστόσο να υπομνήσω εδώ εν συντομία μια έκφανση της αξιοθαύμαστης παράδοσής μας, η οποία μάλιστα αρκετές φορές διαφεύγει την προσοχή μας ή όχι σπάνια παραγνωρίζεται ως έχουσα δευτερεύουσα σημασία. Και όμως η έννοια αυτή διαπνέει ένα τόσο εμβληματικό λογοτεχνικό είδος, όπως είναι αυτό της αττικής τραγωδίας, και συνέχει συνάμα ως κοινός παρονομαστής όλες τις φάσεις εξέλιξης της αθηναϊκής δημοκρατίας. Πρώτος ο διεθνώς καταξιωμένος φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης, εγκρατής γνώστης και αισθαντικός ανατόμος, συν τοις άλλοις, και του αρχαιοελληνικού μας ιδεώδους, έχει υπογραμμίσει με εμφαντικό τρόπο τη θεμελιώδη σημασία του «αυτοπεριορισμού» όχι μόνον ως περιπόθητου postulatum στην άσκηση πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα ως αξονικού πυρήνα της ίδιας της τραγικής ποίησης, η οποία εκ παραλλήλου προς την εκκλησία του δήμου και τα λαϊκά δικαστήρια αποτελούσε ακλόνητο θεμέλιο της πόλης-κράτους της αρχαίας Αθήνας.
Η βαθύτατη συνείδηση εκ μέρους κάθε πολίτη ότι ύψιστη επιταγή της δημοκρατίας είναι ακριβώς η ιδέα της αυτοπειθαρχίας, ούτως ειπείν η μύχια συναίσθηση του ανθρώπου ότι πρέπει να κινείται αδιάκοπα εντός συγκεκριμένων ηθικών και κοινωνικών ορίων, τα οποία βεβαίως δεν αποσκοπούν στο να φαλκιδεύσουν τις αναπαλλοτρίωτες ελευθερίες του ατόμου αλλά στο να σφυρηλατήσουν άτρωτη ψυχική υπόσταση και έμπεδη πολιτική ταυτότητα. Αποτελεί λοιπόν πεμπτουσία της δημοκρατίας το πρόταγμα για αυτοεπιβολή και συνακολούθως για αναχαίτιση των φιλέκδικων παθών και των αυτοκαταστροφικών συναισθημάτων – η ηπιότητα και η εγκράτεια ενδυναμώνουν τη δημοκρατική διακυβέρνηση, ενώ η παραφορά και η αχαλιναγωγησία χαρακτηρίζουν τυραννικά καθεστώτα.
Σημαντικότερο μάλιστα προβάλλει στους χαλεπούς καιρούς μας εκείνο το πάντοτε επίκαιρο επίταγμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο μια ευνομούμενη και συντεταγμένη κοινωνία πρέπει να μην πτοείται ουδ’ επ’ ελάχιστον από απρόσμενες οδυνηρές συγκυρίες του βίου και μοιραίες τροπές της τύχης, αλλά αντιθέτως οφείλει, παρά τις αντίξοες αυτές περιστάσεις, να περισυλλέγει με σύνεση και νηφαλιότητα ό,τι πολύτιμο και χρήσιμο μπορεί να διασωθεί και ακολούθως να επιστρατευθεί ολοδύναμα για την οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος. Αποτελεί έλλειψη σοφίας αλλά και ένδειξη πανικού να ερμηνεύουμε σε μια δεδομένη στιγμή την όποια διάψευση των προσδοκιών μας και τη ματαίωση των σχεδιασμών μας ως απόλυτη απαξίωση κάθε μεγάλου ή μικρού επιτεύγματος.
Σκόπιμο κρίνεται να τονίσουμε ότι αυτό ακριβώς το μήνυμα για θυμική αυτοσυγκράτηση ενώπιον έσχατων κινδύνων, καθώς επίσης για άμεση αναστήλωση και ψυχική ανασυγκρότηση, διαπνέει αρκετά δράματα του αθηναϊκού θεάτρου, όπως δείγματος χάριν το γνωστό έργο του Ευριπίδη «Ηρακλής», όπου ο ομώνυμος ήρωας επιστρέφει στην πόλη της Θήβας μετά την επιτέλεση των ένδοξων άθλων του, για να αντικρίσει εμβρόντητος γονυκλινείς στον βωμό του ανακτόρου ως πανάθλιους ικέτες τον πατέρα του, τη σύζυγό του και τους δύσμοιρους γιους του. Ο σφετεριστής του θρόνου Λύκος επιζητεί θρασύτατα τη θανάτωση των επιγόνων του Ηρακλή, καθώς είναι έμφοβος μήπως αυτοί αργότερα επιχειρήσουν να λάβουν εκδίκηση για την επαίσχυντη υφαρπαγή της νόμιμης εξουσίας τους.  Η απρόσμενη άφιξη του εύτολμου και υψηλόφρονος Ηρακλή έχει ως αποτέλεσμα την ταπεινωτική εξουδετέρωση του απεχθέστατου Λύκου και τη διάσωση των απελπισμένων ικετών. Με μια βιαιότατη όμως κίνησή της, ωσάν ανηλεής πέλεκυς, η ειμαρμένη θρυμματίζει στο μέσον τη δραματουργική ραχοκοκαλιά του έργου, πυροδοτώντας λυσσώδη παραφορά στον ανυποψίαστο σωτήρα, ο οποίος σε μια κρίση μανικής οργής φονεύει τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο αθηναίος τραγωδιογράφος, εμφορούμενος από αμιγώς δημοκρατικά φρονήματα, τα οποία επιτάσσουν τον αδιάπτωτο αυτοέλεγχο εν ώρα κινδύνου και την εκλεκτική εγκόλπωση κάθε ωφέλιμου στοιχείου, που μπορεί να αναπτερώσει τις ελπίδες και να αναθερμάνει τις απεκδοχές του λαού, επιλογίζει το έργο του όχι με το αυτοκτονικό διάβημα του συντετριμμένου ήρωα, αλλά με τη σωστική και φιλεύσπλαχνη παρέμβαση του Θησέα, αυτού του αρχετυπικού υποδείγματος μιας ελλαδικής πρωτοδημοκρατίας. Ο Ηρακλής αναλαμβάνει άλλη μια φορά τον οπλισμό του και οδεύει περίσκεπτος αλλά εμψυχωμένος προς την Αθήνα.
Υπάρχει επομένως απόλυτη ανάγκη κάποιος να μας υπενθυμίσει ότι υπό το κράτος της απόγνωσης φυλλορροούν οι προσδοκίες και κοχλάζει η αγανάκτηση· όπως όμως διακηρύσσει η αττική τραγωδία, μόνον η δημοκρατική πολιτεία έχει το προνόμιο να περιφρουρεί τα κοινωνικά όρια και να κατευνάζει τον παροξυσμό της οργής. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία αποτελεί ανεκτίμητο αλλά εύθραυστο σκεύος για την περισυναγωγή ελπιδοφόρων στιγμών ψυχικής μεταρσίωσης μέσα στη γηράσκουσα κοινωνία μας – είναι κατά μίαν έννοιαν η αιώνια νεότητα της ανθρωπότητας.
Οφείλουμε συνεπώς όλοι μας να επαγρυπνούμε, γιατί δυστυχώς πληθαίνουν γύρω μας οι Λύκοι και λιγοστεύουν επικίνδυνα οι Ηρακλείς.
Ο κ. Ανδρέας Γ. Μαρκαντωνάτος είναι καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Ο λαϊκισμός στον 21ο αιώνα

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Γ​​ράφαμε σε προηγούμενο άρθρο μας («Πέντε πραγματικοί κίνδυνοι», «Καθημερινή», 20/8) ότι ο λαϊκισμός είναι ο πλέον επικίνδυνος αντίπαλος της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υποσχεθήκαμε ότι θα επανέλθουμε στο θέμα. Αυτό το άρθρο λοιπόν είναι αφιερωμένο στον λαϊκισμό. Εχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες για τον λαϊκισμό, ιδίως τα τελευταία δύο χρόνια. Ενα τόσο σύνθετο φαινόμενο είναι πολύ δύσκολο να ερμηνευθεί σε ένα σύντομο άρθρο. Θα περιοριστώ λοιπόν σε κάποιες επιγραμματικές παρατηρήσεις.

Κατ’ αρχάς ο λαϊκισμός δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο. Εμφανίζεται στην Αθήνα της αρχαϊκής περιόδου και αποκτά τότε χαρακτηριστικά που διατηρεί μέχρι σήμερα – προσαρμοζόμενος όμως πάντα στις συνθήκες της κάθε εποχής. Ο λαϊκισμός είναι ένα πολιτικό παράσιτο που ευδοκιμεί στις δημοκρατίες. Νομίζω ότι το βασικό χαρακτηριστικό του είναι το εξής: ο λαϊκισμός δίνει φαινομενικά μεγάλη έμφαση στη λαϊκή κυριαρχία. Η κριτική που ασκεί στη φιλελεύθερη δημοκρατία τονίζει την υποτιθέμενη νόθευση αυτής της αρχής που οφείλεται στην υφαρπαγή της εξουσίας από τις ελίτ (πολιτικών, διανοουμένων, οικονομικά ισχυρών κ.ά.). Επειδή καμιά φιλελεύθερη δημοκρατία δεν λειτουργεί τέλεια και επειδή μέρος της παθογένειάς της είναι και η δημιουργία ισχυρών ελίτ, οι λαϊκιστές εμφανίζονται εύστοχοι στις καταγγελίες τους αν και σχεδόν πάντα διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και διογκώνουν τα προβλήματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις η λύση που προτείνουν είναι η επιστροφή της εξουσίας στα χέρια του λαού με διαμεσολαβητή τον Ηγέτη. Ο οποίος, κατά τεκμήριο, γνωρίζει την πραγματική βούληση του λαού, κατανοεί τις ανάγκες του, αφουγκράζεται την ψυχή του. Ο Ηγέτης είναι ο Μεσσίας που θα επαναφέρει την πραγματική δημοκρατία, που θα οδηγήσει τον λαό στη γη της Επαγγελίας, που θα συντρίψει τους σφετεριστές της λαϊκής εξουσίας.

Ο λαϊκισμός ήταν πάντοτε επικίνδυνος, αλλά νομίζω πως ποτέ δεν ήταν τόσο επικίνδυνος όσο σήμερα. Διότι σήμερα υπάρχουν ευνοϊκότατες προϋποθέσεις για την εμφάνιση αλλά και τη διάδοσή του. Οι προϋποθέσεις έχουν να κάνουν με την παθογένεια της φιλελεύθερης δημοκρατίας αλλά και με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Για να μην παρεξηγηθώ, να τονίσω ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η καλύτερη διαθέσιμη μορφή πολιτικής οργάνωσης και θεσμικής συγκρότησης και τα θετικά αποτελέσματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας εντυπωσιακά. Ομως τα πάντα έχουν ένα κόστος. Μπορεί να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος, αλλά παραμένει κόστος. Οταν μάλιστα η κατανομή του κόστους και του οφέλους είναι ανισομερής, οι αντιδράσεις είναι αναμενόμενες.

Τα γενεσιουργά αίτια, λοιπόν, του σύγχρονου λαϊκισμού είναι τα παρακάτω:

α. Δεν είναι όλοι το ίδιο κερδισμένοι από την παγκοσμιοποίηση. Ενα μεγάλο μέρος της μικροαστικής και της εργατικής τάξης των δυτικών δημοκρατιών δεν έχει κερδίσει ή αισθάνεται ότι έχει χάσει. Δεν έχει και τόση σημασία το κατά πόσο ισχύει κάτι τέτοιο. Το βέβαιο είναι ότι η οικονομική ανισότητα αυξήθηκε, κι αυτό αρκεί. Οι «χαμένοι» της παγκοσμιοποίησης θέλουν να τιμωρήσουν τις «ευνοημένες» ελίτ, όχι μόνο γιατί αισθάνονται αδικημένοι αλλά κυρίως γιατί αισθάνονται περιθωριοποιημένοι πολιτικά.

β. Η αίσθηση της πολιτικής περιθωριοποίησης δεν έχει να κάνει μόνο με την πίεση που τους ασκεί το γεγονός ότι έμαθαν να εργάζονται σε μια οικονομία που όσο ανοικτή κι αν ήταν, μικρή σχέση έχει μ’ αυτήν στην οποία καλούνται να επιβιώσουν σήμερα, συχνά χωρίς να είναι καθόλου προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Εχει να κάνει επίσης με τις νέες μορφές κοινωνικής συμβίωσης, την αλλαγή του κοινωνικού περιβάλλοντος, την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων και την κρίση ταυτότητας που είναι αποτέλεσμα κάθε μεταβατικής περιόδου. Ιδιαίτερα μιας μεταβατικής περιόδου που εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς λόγω της διαρκούς τεχνολογικής επανάστασης που πολλοί δεν μπορούν, και ίσως δεν επιθυμούν, να την παρακολουθήσουν.

γ. Ακόμα και όταν οι ελίτ δεν έχουν την πρόθεση να περιθωριοποιήσουν τη λαϊκή κυριαρχία, αυτό γίνεται εκ των πραγμάτων. Οσο πιο σύνθετος γίνεται ο κόσμος μας, τόσο απαραίτητος είναι ο καταμερισμός των εργασιών. Ακολουθεί η απομόνωση των ειδικών, οι γνωστικές ανισότητες, το χάσμα στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η δημοκρατία βασίζεται σε κάποιες λογικές προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για τη θεμελίωση της αρχής της πολιτικής ισότητας, στην πραγματικότητα όμως είναι νομικά πλάσματα. Διότι οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο ορθολογικοί, δεν είναι το ίδιο ικανοί, δεν έχουν τις ίδιες γνώσεις για εξειδικευμένα ζητήματα πολιτικής και οικονομίας. Ετσι ενώ η δημοκρατία παραμένει το καλύτερο πολίτευμα, γίνεται όσο περνάει ο καιρός και περισσότερο ασταθές λόγω των μεγάλων και πραγματικών ανισοτήτων μεταξύ των πλασματικά «ίσων» πολιτών.

δ. Το πρόβλημα επιδεινώνει η αυξανόμενη φιλελευθεροποίηση των δημοκρατιών. Η μεγαλύτερη προστασία των ατομικών δικαιωμάτων αποδυναμώνει την πλειοψηφία. Η ενδυνάμωση μειονοτήτων και περιθωριοποιημένων ομάδων εκλαμβάνεται από τη «σιωπηρή πλειοψηφία» ως μέρος ενός παιγνίου μηδενικού αθροίσματος που θα υπάρχουν οπωσδήποτε ηττημένοι. Ενα μεγάλο μέρος των πολιτών δεν βλέπει τον εαυτό του ως ωφελημένο από την αύξηση της ατομικής ελευθερίας αλλά ως κομμάτι μιας συλλογικότητας που χάνει τον ζωτικό της χώρο, δηλαδή τη δυνατότητα να διαμορφώνει το περιβάλλον της κυριαρχικά.

Για σκεφτείτε όμως όλα αυτά μαζί: καλύτερη και ευρύτερη προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, των μειονοτήτων και των αδύναμων ομάδων, πολυπολιτισμικότητα, ανοιχτές αγορές, τεχνολογικές επαναστάσεις. Ολα είναι θετικά αλλά ο συνδυασμός τους δημιουργεί ίλιγγο ειδικά σε όσους δεν μετέχουν αλλά και σε όσους δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί το πρόσημο είναι συντριπτικά θετικό. Και τότε είναι έρμαια των λαϊκιστών, που η βασική τους υπόσχεση είναι ότι θα σταματήσουν τη Γη να γυρίζει, ότι θα την ξανακάνουν επίπεδη και σταθερή.

Μπορεί το αποτέλεσμα να είναι προδιαγεγραμμένο. Ο λαϊκισμός όμως προσφέρει «ρεαλιστική» εναλλακτική. Μπορεί να κερδίσει εκλογές, μπορεί να πλήξει θεσμούς, μπορεί να διαδοθεί σαν μολυσματική ασθένεια, μπορεί να μεταλλάξει ακόμα και τους αντιπάλους του. Η αντιμετώπισή του αποτελεί τη μεγαλύτερη και δυσκολότερη πρόκληση για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, στις αρχές του 21ου αιώνα.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του «Φιλελευθερισμός» κυκλοφορεί στη σειρά «Μικρές Εισαγωγές» των εκδόσεων Παπαδόπουλος.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία και οι εχθροί της

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.07.2017 ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η​​ φιλελεύθερη δημοκρατία είχε πάντοτε τους εχθρούς της. Είναι εύλογο και αναμενόμενο. Κάθε πολίτευμα έχει την παθογένειά του και η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν αποτελεί εξαίρεση, παρά το γεγονός ότι παραμένει η καλύτερη διαθέσιμη μορφή πολιτικής οργάνωσης.

Σε πολλούς όμως αυτό δεν αρκεί. Θεωρούν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει αποτύχει και θέλουν να την αντικαταστήσουν με άλλες μορφές πολιτικής οργάνωσης. Συνήθως οι μορφές αυτές έχουν ένα από τα παρακάτω δύο χαρακτηριστικά: είτε εφαρμόστηκαν και απέτυχαν παταγωδώς (συχνά με μεγάλο ανθρώπινο κόστος) είτε από τη φύση τους δεν είναι εφαρμόσιμες, καθώς πρόκειται για ιδεοληπτικές φαντασιώσεις που η πραγματικότητα αδυνατεί να προσγειώσει.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αυστηρή κριτική σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και ευπρόσδεκτη. Ακόμα κι όταν αυτή η κριτική είναι απορριπτική, η φιλελεύθερη δημοκρατία όχι μόνο εξασφαλίζει στους αντιπάλους της το δικαίωμα έκφρασης των απόψεών τους, αλλά συχνότατα τους προσφέρει και δημόσιο έμμισθο βήμα (π.χ. με μία θέση στο δημόσιο πανεπιστήμιο). Και πολύ καλά κάνει. Διότι σ’ αυτό ξεχωρίζει η φιλελεύθερη δημοκρατία από τα ανταγωνιστικά της μοντέλα που οι αντίπαλοί της συνήθως πρεσβεύουν: όχι μόνο ανέχεται αλλά σέβεται και προστατεύει τους εχθρούς της, προσφέροντάς τους μάλιστα αφειδώς τους αναγκαίους πόρους για να την πολεμήσουν.

Ομως η αντίθεση στη φιλελεύθερη δημοκρατία δεν εξαντλείται στη σκληρή κριτική, στη ρητορική απόρριψη και στον νόμιμο ακτιβισμό για τον ριζικό μετασχηματισμό της. Πολύ συχνά οι αντίπαλοί της, εκμεταλλευόμενοι την ίδια την ανεκτική φύση της, επιχειρούν να την ανατρέψουν. Πρέπει να έχουν το δικαίωμα να το κάνουν; Αυτό είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Οι φιλελεύθεροι και οι δημοκράτες γενικά έχουν συχνά διχαστεί στην προσπάθειά τους να απαντήσουν παραμένοντας ταυτόχρονα συνεπείς στις αρχές τους.

Αλλά ας δούμε το ερώτημα λίγο διαφορετικά: πόσο φιλελεύθερη είναι μια δημοκρατία η οποία απαγορεύει την πολιτική δραστηριότητα που έχει ως στόχο την ανατροπή της; Μπορεί να συνεχίζει να θεωρείται φιλελεύθερη εάν, για παράδειγμα, απαγορεύει τη δραστηριότητα κομμάτων που δεν αναγνωρίζουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί το «τέλος της ανθρώπινης ιδεολογικής εξέλιξης», την «τελική μορφή της ανθρώπινης διακυβέρνησης», πως βρισκόμαστε δηλαδή στο «τέλος της Ιστορίας» (για να χρησιμοποιήσω τις διάσημες φράσεις του Φράνσις Φουκουγιάμα); Θεωρώ δεδομένο ότι η σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απαγορεύει νόμιμες δραστηριότητες που έχουν ως στόχο την κατάλυσή της. Ετσι δεν νοείται η απαγόρευση κόμματος, εφόσον αυτό το κόμμα λειτουργεί στο πλαίσιο της νομιμότητας και οι απειλές προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία έχουν καθαρά διακηρυκτικό χαρακτήρα. […]

Είναι προφανές ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορεί να ανεχθεί εγκληματικές πράξεις από εκείνους που την αμφισβητούν. Κάθε είδους βία που ασκείται από οργανώσεις ακροαριστερές ή ακροδεξιές πρέπει να τιμωρείται αυστηρά. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να προσφέρουν ελαφρυντικά ο υποτιθέμενος «πολιτικός» χαρακτήρας, τα κίνητρα και οι προθέσεις. Διότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, όπως είδαμε, επιτρέπει την αμφισβήτησή της, τη ρητή απόρριψή της, την προσπάθεια ανατροπής της αλλά με μία προϋπόθεση: να έχουν οι ενέργειες αυτές στόχο να πείσουν την πλειοψηφία χωρίς να παραβιάζουν τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Αλλά οι βίαιοι αντίπαλοί της, απογοητευμένοι από την αδυναμία τους να πείσουν με δημοκρατικά μέσα, περιφρονώντας την πλειοψηφία που δεν συμμερίζεται τις ολοκληρωτικές ονειρώξεις τους, αδιαφορώντας για το άτομο και την αξία της ανθρώπινης ζωής, επιχειρούν να μας εκβιάσουν και να μας τιμωρήσουν. Εχουμε χρέος να αμυνθούμε.

Ομως με ποιον τρόπο αμύνεται μια φιλελεύθερη δημοκρατία; Αποκλειστικά με τα δικά της όπλα. Αυτά που υπαγορεύουν οι αρχές του κράτους δικαίου, αντιμετωπίζοντας ως ιερά τα ατομικά δικαιώματα των εχθρών της και μην κάνοντας εκπτώσεις στην προστασία τους. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, ενώ αμύνεται, δεν εκδικείται ποτέ. Δεν χρησιμοποιεί τα άτομα ως μέσα. Δεν τιμωρεί το φρόνημα αλλά μόνο τις πράξεις.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία πρέπει, εν ανάγκη, να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της με τα δικά τους όπλα. Προκειμένου να καταλυθεί, ας παραβιάσει μερικούς κανόνες, ας αντιμετωπίσει με ρεαλισμό και όχι με «ανεδαφικές φιλελεύθερες ευαισθησίες» όσους την απειλούν. Οι υπερβάσεις δικαιολογούνται στο πλαίσιο της αυτοάμυνας. Διότι είναι, λένε, θέμα επιβίωσης.

Ναι, να επιβιώσει η φιλελεύθερη δημοκρατία. Αλλά ως τι; Διότι αν πρόκειται να επιβιώσει μεταλλαγμένη σε κάτι διαφορετικό, τότε στην πραγματικότητα δεν θα έχει επιβιώσει. Διότι αν υπάρχει κάτι που ξεχωρίζει τη φιλελεύθερη δημοκρατία είναι ότι ενώ σέβεται τους εχθρούς της, δεν τους μοιάζει καθόλου.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αν. καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του «Φιλελευθερισμός» κυκλοφορεί στη σειρά «Μικρές Εισαγωγές» των Εκδόσεων Παπαδόπουλος.

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Τα αναγκαία λάθη της Δημοκρατίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23.04.2017

​​Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο Λαός κάνει λάθη. Σε εκλογές και δημοψηφίσματα. Αλλά τι θα πει λάθος στην περίπτωση αυτή; Να ψηφίζεις σε αντίθεση με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά σου. Να επιλέγεις κάτι που οπωσδήποτε θα το μετανιώσεις, που θα σε κάνει να αισθανθείς προδομένος. Που δεν θα θέλεις να θυμάσαι ούτε εσύ, ούτε όσοι σε γνωρίζουν, ότι έπεσες στην παγίδα. Μια απόφαση τόσο λανθασμένη ώστε στο τέλος να κατορθώσεις να εξαπατήσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό – δεν έκανες εσύ ποτέ αυτό το λάθος. Το έκαναν οι άλλοι, οι ευκολόπιστοι, οι αφελείς.

Μια ισχυρή αντίρρηση εδώ θα ήταν η εξής: μα κάνει λάθη ο Λαός; Γιατί να θεωρήσουμε λανθασμένη μια επιλογή που όταν έγινε φαινόταν εύλογη; Βασιζόταν σε ό,τι γνωρίζαμε και ό,τι μπορούσαμε να προβλέψουμε. Και στο κάτω κάτω αυτό το νόημα έχει η ελεύθερη επιλογή. Να σταθμίσεις την πληροφόρηση που έχεις, να αναλάβεις ρίσκο, να ελπίζεις για το καλύτερο. Το αποτέλεσμα, αν είναι διαφορετικό απ’ αυτό που προσδοκούσες, δεν απαξιώνει απαραίτητα τα κίνητρά σου, ούτε την επιλογή σου.

Ομως η Ιστορία μάς διδάσκει ότι λάθη γίνονται και μάλιστα τραγικά. Από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 στην Ελλάδα, όταν ένα μυωπικό αλλά και κουρασμένο από τους πολέμους εκλογικό σώμα τιμώρησε τον Βενιζέλο, μέχρι το δημοψήφισμα του Brexit, την εκλογή του Τραμπ και την εκλογική απειλή της Μαρίν Λεπέν (για να μη χρησιμοποιήσουμε πρόσφατα δικά μας παραδείγματα), είναι προφανές ότι ο Λαός, θέλοντας να τα βάλει με τις ελίτ που τον έχουν απογοητεύσει, έχει πυροβολήσει πολλές φορές το πόδι του.

Δεν χρειάζεται όμως να καταφύγουμε στην Ιστορία για να διαπιστώσουμε ότι το μοντέλο της καθολικής ψηφοφορίας έχει προβλήματα. Στα σύγχρονα κράτη οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για ζητήματα πολύπλοκα, τεχνικά και σύνθετα. Ζητήματα που απαιτούν τουλάχιστον βασικές γνώσεις κοινωνικών επιστημών απλώς για να εκτιμηθούν οι διαστάσεις τους. Πολύ περισσότερο, αν θέλουν να τα κατανοήσουν σε βάθος, να προβλέψουν κάποιες, τουλάχιστον, από τις αρνητικές συνέπειες, να σταθμίσουν το κόστος με το όφελος, να αξιολογήσουν τις εναλλακτικές. Αλλά ακόμη κι αν είχαν οι πολίτες τις απαραίτητες γνώσεις, θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να βρουν τον απαραίτητο χρόνο.

Προκαταλήψεις

Ομως μόνο ένα μικρό μέρος των πολιτών, σε κάθε χώρα, διαθέτει αυτές τις γνώσεις. Οι περισσότεροι διακρίνονται από «πολιτική άγνοια», δηλαδή δεν γνωρίζουν ακόμα και βασικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να λάβουν μια πολιτική απόφαση ή έστω να επιλέξουν τον κατάλληλο εκπρόσωπό τους στις εκλογές. Επιπλέον οι ψηφοφόροι κάνουν συστηματικά λάθη, γιατί βρίσκονται υπό την επιρροή προκαταλήψεων: κατά της Αγοράς (δεν κατανοούν ότι ο πλούτος δημιουργείται από εκούσιες, αμοιβαίως επωφελείς συναλλαγές), κατά των Ξένων (δεν αντιλαμβάνονται πώς οι ξένες επενδύσεις αλλά και η είσοδος μεταναστών ωφελεί μια χώρα), κατά της Τεχνολογίας (δεν βλέπουν πόσο σημαντική είναι η τεχνολογία στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ευημερίας – την αντιμετωπίζουν κυρίως ως παράγοντα αύξησης της ανεργίας και της ανασφάλειας). Οι ψηφοφόροι, λοιπόν, δεν φαίνεται να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν ορθές αποφάσεις για πολύπλοκα ζητήματα, ιδίως οικονομικά. Οι αποφάσεις τους θα είναι μυωπικές και ίσως μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικές.

Επιπλέον οι πολίτες δεν επενδύουν στη συγκέντρωση πληροφόρησης, καθώς θεωρούν ότι, ακόμα κι αν αυτή συμβάλλει στο να βελτιώσουν τις πολιτικές επιλογές τους, δεν θα έχει κάποιο πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα. Η ψήφος τους δεν πρόκειται να επηρεάσει την έκβαση των εκλογών. Οσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των εκλογέων, τόσο πιο αδύναμος αισθάνεται ο μέσος ψηφοφόρος. Δεν υπάρχει λόγος να επενδύσει σε κάτι που έχει τόσο μεγάλο κόστος (συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφόρησης) χωρίς αντίστοιχο όφελος. Είναι, λοιπόν, ορθολογικά απληροφόρητος. Μάλιστα, από ένα σημείο και πέρα αναρωτιέται αν αξίζει ακόμη και η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία. Ταυτόχρονα, τα άτομα που αντλούν ικανοποίηση απλώς από τη συμμετοχή, τους πολιτικούς αγώνες, τις συλλογικές διαδικασίες είναι συχνά ενταγμένα σε κόμματα ή προσκολλημένα σε δογματικές ιδεολογίες. Προτιμούν να ενισχύσουν τις ήδη υπάρχουσες αντιλήψεις τους με επιλεγμένη πληροφόρηση, αποφεύγουν να έρθουν σε επαφή με αντίθετες απόψεις ή τις αντιμετωπίζουν a priori απορριπτικά. Αρνούνται τα δεδομένα (ακόμα και τα γεγονότα) όταν διαψεύδουν αυτό που πιστεύουν.

Τι σημαίνουν όλ’ αυτά; Οτι θα πρέπει να επιτρέψουμε στις «φωτισμένες ορθολογικές ελίτ» να αποφασίζουν για εμάς; Οχι, για τρεις (συν έναν) λόγους.

Α. Δεν υπάρχει αυτό το είδος. Οι λεγόμενες ελίτ πάσχουν από την ίδια παθογένεια. Αν τα παραδείγματα που ο Λαός έκανε λάθος είναι πολλά, τα παραδείγματα λανθασμένων εκτιμήσεων των ελίτ είναι αμέτρητα.

Β. Ακόμη κι αν υπήρχε μια ομάδα υπερανθρώπων να αποφασίζει για εμάς, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Αυτοί που θα λαμβάνουν αποφάσεις για εμάς, δεν έχουν κοινά συμφέροντα και, επιπλέον, δεν έχουν τα ίδια κίνητρα με εμάς.

Γ. Η καθολική ψηφοφορία είναι η βάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αυτή τη νομιμοποιεί. Οι εκπτώσεις στην αρχή αυτή θα μετατρέψουν αναπόφευκτα την κρίση αντιπροσώπευσης που διανύουμε σε κρίση νομιμοποίησης των θεσμών. Με καταστροφικές συνέπειες.

Κυρίως όμως, οι λαοί, όπως και τα άτομα, μαθαίνουν από τα λάθη τους και ωριμάζουν. Αν τους περιβάλλουμε με ένα υποτίθεται προστατευτικό πατερναλιστικό κουκούλι, το αποτέλεσμα θα είναι να ατροφήσουν οι γνωστικές τους ικανότητες. Ο πατερναλισμός γεννάει πάντα την ανάγκη για περισσότερο πατερναλισμό. Ενώ η ελευθερία επιλογής σού μαθαίνει –με μεγάλο κόστος ίσως, αλλά οπωσδήποτε σου μαθαίνει– να αποφασίζεις και να αναλαμβάνεις την ευθύνη των λαθών σου.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μαθήματα Ιστορίας σε είκοσι εκδοχές…

Τίμοθι Σνάιντερ: «Υποστηρίξτε το πολυκομματικό σύστημα και υπερασπιστείτε τους κανόνες των δημοκρατικών εκλογών».

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο Αμερικανός ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ (Timothy D. Snyder, Οχάιο 1969), συγγραφέας των εμβληματικών «Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin», «Black Earth: The Holocaust as History and Warning» κ.ά., εκ των σημαντικότερων μελετητών της Ιστορίας του εικοστού αιώνα, επανέρχεται με το νέο του βιβλίο, «Απέναντι στην τυραννία» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά). Το βιβλίο κυκλοφορεί αύριο από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος και φέρει τη μορφή «είκοσι μαθημάτων από τον εικοστό αιώνα, προσαρμοσμένα στις σημερινές συνθήκες».

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τη σημαντική αυτή έκδοση.
Η. Μ.

Ο ήρωας ενός μυθιστορήματος του Ντέιβιντ Λοτζ λέει πως όταν κάνεις έρωτα για τελευταία φορά δεν ξέρεις ότι κάνεις έρωτα για τελευταία φορά. Το να ψηφίζεις είναι το ίδιο. Ορισμένοι από τους Γερμανούς που ψήφισαν το Ναζιστικό Κόμμα το 1932 αναμφίβολα είχαν αντιληφθεί ότι αυτές οι εκλογές ενδεχομένως να ήταν οι τελευταίες πραγματικά ελεύθερες, όμως οι περισσότεροι δεν το είχαν καν υποπτευθεί. Ορισμένοι από τους Τσέχους και τους Σλοβάκους που ψήφισαν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας το 1946 πιθανότατα αντιλαμβάνονταν ότι ψήφιζαν υπέρ του τέλους της δημοκρατίας, οι περισσότεροι όμως υπέθεταν ότι θα είχαν κι άλλη ευκαιρία. Αναμφίβολα οι Ρώσοι που ψήφισαν το 1990 δεν είχαν διανοηθεί ότι αυτές οι εκλογές ήταν οι τελευταίες ελεύθερες και ανόθευτες στην ιστορία της χώρας τους, πράγμα που αποδείχθηκε (τουλάχιστον έως τώρα) πως ήταν. Κάθε εκλογική αναμέτρηση μπορεί να είναι η τελευταία, ή τουλάχιστον η τελευταία στη ζωή του ατόμου που ρίχνει την ψήφο του στην κάλπη. Οι ναζί έμειναν στην εξουσία ώς τη στιγμή που έχασαν τον Παγκόσμιο Πόλεμο το 1945, οι κομμουνιστές της Τσεχοσλοβακίας ώς την ημέρα που το σύστημά τους κατέρρευσε – το 1989. Η ρωσική ολιγαρχία που εγκαθιδρύθηκε μετά τις εκλογές του 1990 εξακολουθεί να κυβερνά και να προωθεί μια εξωτερική πολιτική που αποσκοπεί να καταστρέψει τη δημοκρατία και σε άλλες χώρες. Είναι δυνατόν η ιστορία της τυραννίας να έχει σχέση με την Αμερική; Μας φαίνεται αδιανόητο, κι όμως οι πρώτοι Αμερικανοί που μίλησαν για «αιώνια επαγρύπνηση» το είχαν σκεφτεί.

Προσοχή στο μονοκομματικό κράτος: Τα κόμματα που μετέβαλαν πολιτεύματα και καταδίωξαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους δεν ήταν παντοδύναμα από την αρχή. Εκμεταλλεύτηκαν μια ιστορική συγκυρία για να στερήσουν το πολιτικό οξυγόνο από όσους τους εναντιώνονταν. Γι’ αυτό υποστηρίξτε το πολυκομματικό σύστημα και υπερασπιστείτε τους κανόνες των δημοκρατικών εκλογών. Ψηφίστε στις εκλογές (για την τοπική αυτοδιοίκηση, για τη Βουλή, για το Ευρωκοινοβούλιο) όσο έχετε αυτή τη δυνατότητα. Σκεφτείτε σοβαρά το ενδεχόμενο να συμμετέχετε και σεις ως υποψήφιοι.

Τόσο ο φασισμός όσο και ο κομμουνισμός ήταν απαντήσεις στην παγκοσμιοποίηση – στις πραγματικές και αισθητές ανισότητες που δημιουργούσε, αλλά και στην προφανή αδυναμία των δημοκρατιών να τις θεραπεύσουν. Οι φασίστες απέρριπταν τη λογική στο όνομα της βούλησης, αρνούμενοι την αντικειμενική αλήθεια προς όφελος ενός ένδοξου μύθου τον οποίο κατασκεύαζαν και διατύπωναν ηγέτες που ισχυρίζονταν ότι έδιναν φωνή στον λαό. Προσέδιδαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην παγκοσμιοποίηση, υποστηρίζοντας ότι οι πολύπλοκες προκλήσεις της ήταν το αποτέλεσμα μιας συνωμοσίας εναντίον του έθνους. Οι φασίστες κυβέρνησαν μία ή δύο δεκαετίες, αφήνοντας πίσω τους μια πνευματική κληρονομιά η οποία διήρκεσε στον χρόνο και σήμερα, μέρα με τη μέρα, η ισχύς και η επιρροή της γίνονται ολοένα και πιο έντονες. Οι κομμουνιστές κυβέρνησαν για μεγαλύτερο διάστημα, επί επτά σχεδόν δεκαετίες στη Σοβιετική Ενωση, και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες στο μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Ευρώπης. Τη διακυβέρνηση ανέλαβε μια πειθαρχημένη κομματική ελίτ, η οποία μονοπώλησε τη λογική σύμφωνα με την οποία η κοινωνία αναπόδραστα προχωρούσε προς ένα συγκεκριμένο μέλλον, ακολουθώντας υποθετικά απαρέγκλιτους ιστορικούς νόμους.

Ισως τείνουμε να πιστεύουμε ότι η δημοκρατική μας κληρονομιά μάς προστατεύει αυτομάτως από τέτοιες απειλές. Κάνουμε λάθος. Η ίδια μας η παράδοση απαιτεί να μελετάμε την ιστορία για να κατανοήσουμε τις βαθύτερες πηγές της τυραννίας και να επεξεργαστούμε τις κατάλληλες απαντήσεις και αντιδράσεις σ’ αυτήν. Δεν είμαστε σοφότεροι από τους Ευρωπαίους που είδαν τη δημοκρατία να υποκύπτει στον φασισμό, τον ναζισμό ή τον κομμουνισμό στον εικοστό αιώνα. Το μόνο μας πλεονέκτημα είναι ότι μπορούμε να διδαχθούμε από την εμπειρία τους. Και τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να το πράξουμε.

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, σίγουρα, όμως, διδάσκει. Την εποχή που οι Πατέρες του Εθνους επεξεργάζονταν το αμερικανικό Σύνταγμα, ανέτρεξαν στην ιστορία για να αντλήσουν διδάγματα. Θέλοντας να αποτρέψουν την πιθανή κατάρρευση της δημοκρατικής πολιτείας που είχαν οραματιστεί, μελέτησαν μέσω ποιας διαδρομής είχαν εκφυλιστεί οι αρχαίες δημοκρατίες με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε ολιγαρχίες ή αυτοκρατορίες. Γνώριζαν ότι ο Αριστοτέλης είχε προειδοποιήσει πως οι ανισότητες επιφέρουν αστάθεια και ότι ο Πλάτων πίστευε πως οι δημαγωγοί εκμεταλλεύονται την ελευθερία του λόγου προκειμένου να εγκαταστήσουν την τυραννία τους. Θεμελιώνοντας μια δημοκρατική πολιτεία πάνω στον νόμο και παγιώνοντας ένα σύστημα ελέγχου και ισορροπιών (checks and balances) οι Πατέρες του Εθνους επιδίωξαν να βάλουν φραγμούς στο κακό, το οποίο οι ίδιοι, όπως και οι αρχαίοι φιλόσοφοι, αποκαλούσαν τυραννία. Δεν τους διέφευγε η πιθανότητα του σφετερισμού της εξουσίας από ένα μόνο άτομο ή μια ομάδα, ή της καταστρατήγησης του νόμου από τους ηγέτες, προς ίδιον όφελος. Η πολιτική αντιπαράθεση και συζήτηση που επακολούθησε στις Ηνωμένες Πολιτείες επεκτάθηκε και στο πρόβλημα της τυραννίας στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας, όταν επιβαλλόταν, για παράδειγμα, στους σκλάβους και στις γυναίκες.

Είναι λοιπόν παλαιά δυτική παράδοση να ανατρέχουμε στην ιστορία όταν η πολιτική μας τάξη μοιάζει να βρίσκεται σε κίνδυνο. Αν σήμερα ανησυχούμε, φοβούμενοι ότι το αμερικανικό πείραμα απειλείται από την τυραννία, μπορούμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των Πατέρων του Εθνους και να καταφύγουμε προς αναστοχασμό στην ιστορία άλλων δημοκρατιών. Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να αντλήσουμε πολύ πιο πρόσφατα και συναφή παραδείγματα, χωρίς να χρειαστεί να ανατρέξουμε στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. Τα κακά νέα είναι ότι η ιστορία της σύγχρονης δημοκρατίας είναι επίσης μια ιστορία παρακμής και πτώσης. Από τότε που οι αμερικανικές αποικίες διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τη βρετανική μοναρχία, την οποία οι Πατέρες θεωρούσαν «τυραννική», η ευρωπαϊκή ιστορία έζησε τρεις μείζονες δημοκρατικές στιγμές: μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το 1918, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το 1945 και μετά το τέλος του κομμουνισμού το 1989. Πολλές από τις δημοκρατίες που ιδρύθηκαν αυτές τις κρίσιμες στιγμές απέτυχαν, κάτω από συνθήκες οι οποίες, σε κάποιες σημαντικές πλευρές τους, μοιάζουν αρκετά με τις σημερινές.

Η ανατομία του λαϊκισμού

ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  05.06.2017

Η ​καρικατούρα του λαϊκού διαλόγου για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι ΣΥΡΙΖΑϊκή πατέντα. Την έχουν εφαρμόσει, με καταστροφικά για τη Δημοκρατία αποτελέσματα, οι λαϊκιστές σε όλη τη Γη. Στη Βενεζουέλα, στον Ισημερινό, στη Βολιβία έγιναν και δημοψηφίσματα για την κατακύρωση των πολύπλοκων συνταγματικών κειμένων. Στην Ουγγαρία πάλι, το σύνταγμα –η επίσημη ονομασία του είναι «Θεμελιώδης Νόμος»– τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 2012 χωρίς δημοψήφισμα, αφού η κυβέρνηση του Βίκτορ Ορμπαν είχε αναλάβει την αποκλειστική αντιπροσωπεία της βούλησης του ουγγρικού λαού. Πριν από την κατακύρωση από τη Βουλή είχε προηγηθεί μια μη δεσμευτική «εθνική διαβούλευση», στην οποία πήραν μέρος κατά την κυβέρνηση 920.000 πολίτες. Το αποτέλεσμα της διαβούλευσης μπορούσε να ερμηνευθεί ελεύθερα από τους εμπνευστές του συντάγματος. Σύμφωνα με τον Jan-Werner Müller, η εκλογική νίκη του Βίκτορ Ορμπαν το 2010 ήταν «επανάσταση» η οποία «παρήγαγε, υποτίθεται, τη δεσμευτική εντολή να εγκαθιδρυθεί το λεγόμενο “νέο εθνικό σύστημα συνεργασίας” καθώς και ένα νέο σύνταγμα».

Ο Jan-Werner Müller εξηγεί στο βιβλίο του «Τι είναι ο λαϊκισμός»: «Μια συγκεκριμένη ηθικολογική φαντασίωση της πολιτικής, ένας τρόπος πρόσληψης του πολιτικού κόσμου, ο οποίος θέτει έναν ηθικά αμόλυντο και πλήρως ενωμένο λαό –στην πραγματικότητα ανύπαρκτο– απέναντι σε ελίτ που θεωρούνται διεφθαρμένες ή, με κάποια άλλη έννοια, ηθικά κατώτερες». Αυτόν τον ορισμό συμπληρώνουν οι Cas Mudde και Crristobal Rovira Kaltwasser στο βιβλίο τους «Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή»: Λαϊκισμός είναι μια αβαθής ιδεολογία, «που θεωρεί την κοινωνία χωρισμένη σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα, τον “αγνό λαό” έναντι της “διεφθαρμένης ελίτ” και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να είναι η έκφραση της volonté générale (γενικής βούλησης) του λαού… Οι αβαθείς ιδεολογίες όπως ο λαϊκισμός έχουν περιορισμένη μορφολογία, η οποία εμφανίζεται απαραίτητα να προσκολλάται –και μερικές φορές ακόμη και να αφομοιώνεται– σε άλλες ιδεολογίες. Στην πραγματικότητα, ο λαϊκισμός σχεδόν πάντα εμφανίζεται προσκολλημένος σε άλλα ιδεολογικά στοιχεία… Ο λαϊκισμός πρέπει να γίνει κατανοητός ως ένα είδος νοητικού χάρτη διαμέσου του οποίου τα άτομα αναλύουν και κατανοούν την πολιτική πραγματικότητα. Δεν αποτελεί τόσο μια συνεκτική ιδεολογική παράδοση όσο ένα σύνολο ιδεών που, στον πραγματικό κόσμο, εμφανίζεται σε συνδυασμό με αρκετές διαφορετικές και μερικές φορές αντικρουόμενες ιδεολογίες».

Οι ξενιστές

Ολες οι ιδεολογίες μπορούν να γίνουν ξενιστές του λαϊκισμού: «Οι περισσότεροι αριστεροί λαϊκιστές συνδυάζουν τον λαϊκισμό με κάποια μορφή σοσιαλισμού, ενώ οι δεξιοί λαϊκιστές τείνουν να τον συνδυάζουν με κάποια μορφή εθνικισμού». Ακόμη και στον νεοφιλελευθερισμό προσκολλάται ο λαϊκισμός, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Tea Party των ΗΠΑ, το οποίο «κινητοποίησε συντηρητικούς και ελευθεριακούς (libertarians) κατά των διασώσεων τραπεζών. Το μήνυμά του είναι υπέρ του παραγωγικού καπιταλισμού, κάτι που οδηγεί σε μια συχνά έμμεση, φυλετικοποιημένη ερμηνεία του λαού. Ενώ το Tea Party συμμερίζεται την απέχθεια για τη Γουόλ Στριτ, όπως και το Occupay Wall Street, ο ορισμός του για “την ελίτ” είναι πιο επιλεκτικός. Πολλές ομάδες υποστηρίκτριες του Tea Party χρησιμοποιούν τον όρο μόνο για τους τραπεζίτες τους Δημοκρατικούς και το Χόλιγουντ». Για τους Mudde και Crristobal Rovira Kaltwasser, το δεύτερο κύμα του λαϊκισμού στη Λατινική Αμερική (Αργεντινή: Κάρλος Μένεμ, Βραζιλία: Φερνάντο Κόλορ ντε Μέλο, Περού: Αλμπέρτο Φουτζιμόρι) ήταν νεοφιλελεύθερο. «Μορφοποίησε μια ιδιαίτερη αντίληψη σχετικά με το ποιος ανήκει στον “αγνό λαό” έναντι της “διεφθαρμένης ελίτ”. Σε αντίθεση με το πρώτο κύμα (σ.σ.: του Περονισμού) ο αγώνας παρουσιάστηκε ως αγώνας της “πολιτικής τάξης” του κράτους. Η λεγόμενη διεφθαρμένη ελίτ παρουσιάστηκε ως εκείνοι οι πολιτικοί δρώντες που είναι υπέρ της ύπαρξης ενός ισχυρού κράτους και κατά της ανάπτυξης της ελεύθερης αγοράς…».

Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι ο λαϊκισμός είναι αντίθετος με την ουσία της Δημοκρατίας. Η δεύτερη προσπαθεί διά του διαλόγου να συμβιβάσει τις αντιθέσεις σε μια κοινωνία, ο πρώτος τις οξύνει με συνθήματα του τύπου «ή εμείς ή αυτοί». Αποτελεί μια «ηθικολογική μορφή αντιπλουραλισμού» (Jan-Werner Müller). «Οσο βρίσκονται στην αντιπολίτευση, οι λαϊκιστές αναφέρονται συνεχώς σε έναν μη θεσμισμένο λαό που βρίσκεται “κάπου εκεί έξω”, σε δομική αντίθεση με τους αξιωματούχους που έλαβαν την εντολή μέσω εκλογικής αναμέτρησης ή ακόμη και με τις δημοσκοπήσεις οι οποίες δεν αντανακλούν ό,τι οι λαϊκιστές θεωρούν πραγματική πολιτική βούληση… Οταν πάλι οι λαϊκιστές βρίσκονται στην εξουσία, δεν υπάρχει γι’ αυτούς τίποτε που να αποτελεί νόμιμη αντιπολίτευση… πώς μπορεί οποιοσδήποτε να είναι εναντίον τους μόλις αυτοί ανεβούν στην εξουσία;» Εκτός αν είναι «Γκεσταμπίτες (sic), μενουμεευρώπηδες, βαστασοϊμπλέδες» θα προσθέταμε εμείς.

Ομοιότητες

Κι εδώ να σημειώσουμε τις ομοιότητες με όσα ζούμε τα τελευταία δύο χρόνια. «Οι αποτυχίες των λαϊκιστών, όταν βρίσκονται στην κυβέρνηση, μπορούν ακόμη να χρεωθούν στις ελίτ που δρουν παρασκηνιακά, είτε εντός είτε εκτός της χώρας (να που εδώ συναντάμε την όχι και τόσο τυχαία σύνδεση μεταξύ λαϊκισμού και θεωριών συνωμοσίας)… Οι λαϊκιστές στην εξουσία εξακολουθούν να πολώνουν και να προετοιμάζουν τον λαό για τίποτε λιγότερο από μια αποκαλυπτική –με τη βιβλική έννοια– αντιπαράθεση… Δεν υπάρχει ποτέ έλλειμμα εχθρών – εχθρών που δεν είναι βέβαια παρά εχθροί του ίδιου του λαού ως όλου…». Εξ ου και η ηθική νομιμοποίηση της διαφθοράς και των αθρόων προσλήψεων: «Η αποίκηση του κράτους, οι μαζικές πελατειακές σχέσεις, ο νομικισμός της διάκρισης» συναντώνται παντού αλλά στα λαϊκιστικά καθεστώτα «εφαρμόζονται ανοιχτά και, όπως θα υποπτευόταν κανείς, με καθαρή την ηθική συνείδηση…».

Οι υποστηρικτές των λαϊκιστών θεωρούν ότι «η διαφθορά και ο νεποτισμός δεν αποτελούν κανονικά προβλήματα εφόσον τίθενται στην υπηρεσία ενός ηθικού και σκληρά εργαζόμενου “εμείς” και όχι ενός ανήθικου ή ακόμη και ξένου “αυτοί”… Ο λαϊκισμός στην εξουσία προσφέρει μια άλλη εκδοχή του αποκλεισμού και σφετερισμού του κράτους παρόμοια με εκείνη του προϋπάρχοντος κατεστημένου που θέλει να αντικαταστήσει. Οι λαϊκιστές θα καταλήξουν να κάνουν ακριβώς ό,τι έκανε το “παλαιό κατεστημένο” ή οι “διεφθαρμένες ελίτ” μόνο που το κάνουν χωρίς αναστολές και με μια υποτιθέμενη ηθική δικαιολόγηση…». Και με τα σκυλιά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεμένα. Αφενός, «τα λαϊκιστικά κόμματα είναι σχεδόν πάντα μονολιθικά στο εσωτερικό τους, με τα μέλη και τα στελέχη τους… εντελώς εξαρτημένα από έναν και μόνο ηγέτη, ή λιγότερο συχνά, από μια συλλογική ηγεσία…» (αυτό εξηγεί πώς 153 βουλευτές στην Ελλάδα ψηφίζουν τα πάντα και τα αντίθετα που τους σερβίρει η ηγεσία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ). Αφετέρου, τα ΜΜΕ και οι ανεξάρτητες αρχές κατασυκοφαντούνται, αφού ο λαϊκισμός «είναι εγγενώς εχθρικός προς τους μηχανισμούς και, εν τέλει, προς τις αξίες που όλοι συνδέουμε με τον κοινοβουλευτισμό: τους περιορισμούς στη βούληση της πλειοψηφίας, τα θεσμικά αντίβαρα, την προστασία μειονοτήτων, ακόμη και τα θεμελιώδη δικαιώματα…».

Info: Jan-Werner Müller, «Τι είναι ο λαϊκισμός», εκδ. Πόλις.
Cas Mudde, Crristobal Rovira Kaltwasser, «Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή», εκδ.  Επίκεντρο.

 

Βιβλιοπαρουσίαση: Στη σκιά της δημοκρατίας

https://dimitrisskalkos.wordpress.com/

JanWerner Müller, Τι είναι ο Λαϊκισμός; (μετάφραση: Δημήτρης Αντωνίου), εκδόσεις Πόλις, 2017, 162 σελ.

MYLLER

Ο λαϊκισμός είναι μία από τις πλέον διαδεδομένες λέξεις στην δημόσια συζήτηση των τελευταίων ετών. Φαίνεται ωστόσο να εγγράφεται στο Μεγάλο Πολιτικό Λεξικό των Ατυχών Όρων, στο μακρύ εκείνο κατάλογο των εννοιών που η συνεχής χρήση τους τις καθιστά κενές νοήματος όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο «ιμπεριαλισμός», η «δημοκρατία» και η «δικαιοσύνη». Οι αρνητικές συνδηλώσεις του λαϊκισμού (κυρίως η ταύτιση του με τη δημαγωγία) τον καθιστούν συνηθισμένη κατηγορία ανάμεσα σε πολιτικούς αντιπάλους χωρίς κάποια αναλυτική χρησιμότητα. Έτσι, αυτή η ασαφής και προβληματική εννοιολόγηση δημιουργεί την ανάγκη ορισμού του λαϊκισμού προκειμένου να αποφεύγονται παρεξηγήσεις επιζήμιες στο δημόσιο διάλογο.

Τι είναι λοιπόν ο λαϊκισμός; Σε αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο γερμανός καθηγητής πολιτικής θεωρίας Γιαν-Βέρνερ Μίλερ. Στο ευσύνοπτο δοκίμιο του, ο συγγραφέας εντοπίζει τον πειρασμό του λαϊκισμού στην αδιαμεσολάβητη σχέση ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και το κοινωνικό σώμα. Η (συχνά δικαιολογημένη) κριτική στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ αποτελεί την αναγκαία όχι όμως και ικανή συνθήκη του λαϊκισμού. Ακόμη σημαντικότερο χαρακτηριστικό γνώρισμά του είναι ότι, ο λαϊκισμός αντιμάχεται τον πολιτικό πλουραλισμό. Καθώς ο λαϊκισμός εμφανίζεται ως ο μοναδικός εκφραστής της θέλησης του «λαού», κάθε άποψη που παρεκκλίνει από τις θέσεις του αντιμετωπίζεται με καχυποψία και ενίοτε με εχθρότητα. Έτσι, στο βαθμό που το χάσμα ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους παραμένει αγεφύρωτο, ο λαϊκισμός αποτελεί τη μόνιμη σκιά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απομυθοποιητική διάψευση της υπόσχεσης του λαϊκισμού. Σύμφωνα με τον Μίλερ, με την ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης οι λαϊκιστές δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τους θεσμούς προς όφελος τους επιχειρώντας να αιχμαλωτίσουν το κράτος προκειμένου να ισχυροποιήσουν την εξουσία τους (ευνοιοκρατία, πελατειακά δίκτυα), ενώ συχνά καταφεύγουν στη συνταγματική μηχανική (χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα λαϊκιστικά συντάγματα της Βενεζουέλας και της Ουγγαρίας) ώστε να θεσμοθετήσουν τον περιορισμό του πλουραλισμού. Άλλωστε οι αποφάσεις των λαϊκιστών κυβερνώντων δεν μπορούν να αμφισβητηθούν αφού υποτίθεται πως λαμβάνονται στο όνομα του λαού. Και κάπως έτσι η λαϊκιστική εξουσία σύντομα καταλήγει μία χειρότερη εκδοχή εκείνων που ήθελαν να αλλάξουν.

Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας πραγματεύεται τους τρόπους ανάσχεσης της πλημμυρίδας του λαϊκισμού. Απορρίπτει τον αποκλεισμό των λαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων (στο βαθμό που δεν προτρέπουν στη βία), την υποχωρητική υιοθέτηση των λαϊκιστικών θέσεων αλλά και τη συχνά υπεροπτική «τεχνοκρατική» αντιμετώπιση της υποτίμησης των ανησυχιών των πολιτών. Ο Εμανουέλ Μακρόν, θριαμβευτής των πρόσφατων γαλλικών εκλογών, φαίνεται να ακολούθησε την προσέγγιση του Μίλερ, υποδεικνύοντας μία επιτυχή στρατηγική αντιμετώπισης κάθε μελλοντικής λαϊκιστικής απειλής. Δεν αρνήθηκε να συνδιαλαγεί με την αντίπαλό του Μαρίν Λεπέν, ταυτόχρονα όμως στάθηκε ανυποχώρητος τόσο στο συμβολικό επίπεδο όσο και στο πεδίο της τεχνοκρατικής επιχειρηματολογίας.

Ο Μίλερ προειδοποιεί πως ο λαϊκισμός αποτελεί σήμερα μία πραγματική απειλή για τη δημοκρατία και όχι μόνο για το φιλελευθερισμό.

Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της εποχής μας δεν κινδυνεύουν από την ιδεολογική υπεροχή του ισλαμικού ριζοσπαστισμού ή των διαφόρων μοντέλων «αυταρχικού καπιταλισμού» (όπως το κινεζικό). Περισσότερο απειλούνται από την απίσχναση των αξιακών και κανονιστικών στοιχείων που συνιστούν τις καταστατικές αρχές πάνω στις οποίες εδράζεται το κοινωνικό τους συμβόλαιο. Όπως χαρακτηριστικά γράφει, «ο κίνδυνος είναι ο λαϊκισμός- μια εκφυλισμένη μορφή δημοκρατίας που υπόσχεται ότι θα πραγματώσει τα ευγενέστερα ιδεώδη της δημοκρατίας (‘Αφήστε τον λαό να κυβερνήσει!”). Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος βρίσκεται εντός του δημοκρατικού κόσμου: οι πολιτικοί που αποτελούν τον κίνδυνο μιλάνε τη γλώσσα των δημοκρατικών αξιών» (σελ. 20).

Στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία ποτέ δεν έλειψε η δημαγωγία. Οι θεσμοί συχνά κακοποιήθηκαν και έγιναν αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Όμως η σφοδρή οικονομική κρίση της πρόσφατης περιόδου και η αποδιάρθρωση του πολιτικού μας συστήματος φαίνεται ότι δίπλα στους δημαγωγούς μας κληροδότησε λαϊκιστές διαφορετικών ιδεολογικών αποχρώσεων.

Ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο της αντιμνημονιακής «αγανάκτησης» υπήρξε γνήσια λαϊκιστικός. Μία αφόρητη ηθικολογία, ένας καταγγελτικός και ενίοτε διχαστικός λόγος, η διεκδίκηση της «αυθεντικής» εκπροσώπησης του «έθνους» απέναντι στις «επιβουλές» των δανειστών, σημάδεψαν την εκλογική του εκτίναξη. Σήμερα, η εκκωφαντική συντριβή των αυταπατών των κυβερνώντων στα βράχια της οικονομικής πραγματικότητας δεν φαίνεται να οδηγεί στη «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ. Οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο λειτουργίας των θεσμών (μέσα ενημέρωσης, δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση) και η υποβάθμιση της ποιότητας της πολιτικής αντιπαράθεσης, αποδεικνύουν πως ο λαϊκιστικός πειρασμός παραμένει ισχυρός σε ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτικού προσωπικού της.

Στις πολιτικά ταραγμένες μέρες των καιρών μας το φαινόμενο του εθνικολαϊκισμού θα μας συντροφεύει για καιρό. Το εξαιρετικό βιβλίο του Μίλερ μας βοηθά να το κατανοήσουμε και κατ’ αυτό τον τρόπο να το αντιμετωπίσουμε.

*Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθερία του Τύπου» (14.5.2017).

Ο λαϊκισμός και το τέλος του κόσμου…

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

23.12.2016

Μέσα στο ζόφο των ημερών, θέλω να σας πω κάτι αισιόδοξο για τον κόσμο του 2017, αλλά για να φτάσουμε ως εκεί πρέπει πρώτα να μιλήσουμε λιγο για την έξαρση του λαϊκισμού. Οπότε κάνετε λίγη υπομονή, πολλές ζοφερές παράγραφοι ακολουθούν.

Βρήκα μια πειστική και ενδιαφέρουσα ανάλυση του λαϊκισμού σε ένα καινούριο βιβλιαράκι 100 σελίδων που λέγεται “What is Populism” του καθηγητή του Πρίνστον Γιαν-Βέρνερ Μούλερ. Επιτρέψτε μου να ανοίξω μια παρένθεση εδώ για να πω ότι το όνομα του καθηγητή γράφεται συνήθως στα ελληνικά ως “Μίλερ”, αλλά επειδή είναι Γερμανός, και στα γερμανικά η προφορά του κατά τη γνώμη μου είναι πιο κοντά στο “ού” από ό,τι στο “ι”, το γράφω με “ού”, αλλά παράλληλα σας καλώ όταν διαβάζετε το όνομά του να έχετε στο μυαλό σας την προφορά του Γιάννη Βογιαντζή από την κλασική ελληνική ταινία “Η Γυναίκα Μου Τρελάθηκε”. Κλείνει η παρένθεση.

«Ο λαϊκισμός”, λέει ο Μούλερ, “είναι μια ηθικοπλαστική φαντασίωση της πολιτικής, ένας τρόπος προσέγγισης του πολιτικού κόσμου που τοποθετεί έναν ηθικά αγνό και απόλυτα συμπαγή -μα εντελώς φανταστικό- λαό ενάντια σε κάποια ελίτ που χαρακτηρίζεται ως διεφθαρμένη ή με άλλο τρόπο ηθικά κατώτερη”. Ορίζει τέσσερα απαραίτητα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν οι λαϊκιστές ταυτόχρονα:

1) Δηλώνουν εχθροί των «ελίτ» και πρόθυμοι να πολεμήσουν το «κατεστημένο».

2) Απεχθάνονται τον πλουραλισμό και την πολυφωνία, και δηλώνουν μόνοι αληθινοί εκπρόσωποι του «λαού». Όποιος δεν είναι μαζί τους, δεν είναι μέρος του «λαού», αλλά εχθρός του. «Λαός» είναι μόνο οι υποστηρικτές τους.

3) Αν και αναφέρονται διαρκώς στη λαϊκή κυριαρχία, δεν επιθυμούν καθόλου τη λαϊκή συμμετοχή στα κοινά. Αν και χρησιμοποιούν πολύ συχνά τα δημοψηφίσματα, το κάνουν μόνο για να κατοχυρώσουν τη δικιά τους, ειλλημμένη απόφαση ως «λαϊκή εντολή». Θεωρούν τους μηχανισμούς της κοινωνίας των πολιτών ή οποιαδήποτε ανεξάρτητη αρχή ή οργάνωση που δεν ελέγχεται από τους ίδιους εχθρό.

4) Όταν κερδίζουν την εξουσία, οι λαϊκιστές πάντα σπεύδουν να ελέγξουν απόλυτα το κράτος (ενίοτε επιδιώκουν να ξαναγράψουν το Σύνταγμα), πάντα καταφεύγουν σε πελατειακές πρακτικές και πάντα στις κυβερνήσεις τους εμφανίζονται συμπτώματα βαθιάς διαφθοράς. Αυτά τα φαινόμενα είναι συνήθως ανοιχτά και εξώφθαλμα. Γι’ αυτούς, ο «λαός» είναι πάντοτε το ηθικό άλλοθι. Πάντα επικαλούνται κάποια ασαφή και πανίσχυρη λαϊκή εντολή, η οποία κατά τη γνώμη τους είναι ισχυρότερη από τους θεσμούς που εξευτελίζουν και χειραγωγούν.

Οι λαϊκιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί, λέει ο Μούλερ, είναι κυρίως κόμματα αντίδρασης, και ως τέτοια υιοθετούν εξ’ ορισμού απλοϊκές προτάσεις και λύσεις που, όταν έρχονται στην εξουσία, αδυνατούν παντελώς να εφαρμόσουν. Πάντα αποδίδουν την αποτυχία τους σε ξένους παράγοντες (τις επάρατες “ελίτ” ή άλλους) και πάντα φορούν του μανδύα του κυνηγημένου θύματος, της αδικημένης μειοψηφίας που καταπιέζεται -ακόμα κι όταν κυβερνούν.

Δεν ξέρω αν σας θυμίζουν τίποτε όλα αυτά.

Να πούμε εδώ ότι ο Μούλερ πιστεύει ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι Ισπανοί Ποδέμος δεν είναι λαϊκιστικά κόμματα, και ότι μοιάζουν περισσότερο στους εργατικούς του Τζέρεμι Κόρμπιν ή στο Μπέρνι Σάντερς, παρά στον Τραμπ και τον Ερντογάν. Τους φαντάζεται ώς “εναλλακτικούς σοσιαλδημοκράτες”, καθώς θεωρεί πως δεν φορούν το μανδύα των αποκλειστικών αντιπροσώπων του “πραγματικού λαού” και άρα δεν πληρούν το 2ο κριτήριο, πράγμα που σημαίνει ότι προφανώς δεν έχει μελετήσει προσεκτικά τον ακραία διχαστικό λόγων των δικών μας τουλάχιστο, τα ουρλιαχτά περί δωσίλογων και γερμανοτσολιάδων επί “αγανακτισμένων” και αργότερα, ή την καριέρα του Παύλου Πολάκη.

Ωστόσο, το κείμενο είναι εξαιρετικά χρήσιμο γιατί ξεκαθαρίζει μερικά πράγματα και καταρρίπτει ευρέως διαδεδομένες παρανοήσεις. Εξηγεί, για παράδειγμα, ότι οι λαϊκιστές δεν είναι φασίστες. Πρόκειται για πολιτικούς σχηματισμούς με πολύ μεγάλες διαφορές, η σημαντικότερη εκ των οποίων είναι ότι ο φασισμός επικαλείται φανταστικούς, σχεδόν μεταφυσικούς εχθρούς (π.χ. τους κακούς Εβραίους) ενώ οι λαϊκιστές κατά κανόνα επικαλούνται προβλήματα υπαρκτά, τα οποία αφορούν μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος. Ο Μούλερ τονίζει ότι ο λαϊκισμός δεν είναι φαινόμενο αντίθετο ή εναλλακτικό της δημοκρατίας, όπως ο φασισμός ή άλλα πολιτικά συστήματα. Ίσα ίσα, ο λαϊκισμός θέλει να χρησιμοποιήσει τις αρχές και τους θεσμούς της δημοκρατίας, τις εξιδανικεύει, υπόσχεται μάλιστα να τις υπηρετήσει καλύτερα από τις διεφθαρμένες ελίτ. Το πρόβλημα με το λαϊκισμό είναι ότι οι λύσεις που προτείνει είναι εντελώς λανθασμένες και προκαλούν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα όταν προσπαθούν να τις εφαρμόσουν.

Οπότε εδώ είμαστε τώρα. Ο κόσμος έχει πλημμυρίσει με δαύτους. Ντόναλντ Τραμπ, Βίκτωρ Όρμπαν, Ταγίπ Ερντογάν, Βλάντιμιρ Πούτιν, Μαρίν Λε Πεν, Γκέρτ Βίλντερ, Αλέξης Τσίπρας, Πάμπλο Ιγλέσιας, Έβο Μοράλες, Νόρμπερτ Χόφερ, Ούγο Τσάβες, Ραφαέλ Κορέα, Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, Ροντρίγκο Ντουτέρτε, Νάιτζελ Φαράτζ, Μπέπε Γκρίλο, ξεχνάω κανέναν;

Δύο ερωτήματα προκύπτουν τώρα: Αφ’ ενός το γιατί να μας συμβαίνει αυτή η συμφορά τώρα, και αφ’ ετέρου το τι θα γίνει παρακάτω. Θα πεθάνουμε όλοι; Κάτι χειρότερο;

Ένας άλλος καθηγητής, ο Νάιαλ Φέργκιουσον, που είναι ιστορικός και διδάσκει στο Χάρβαρντ, γράφει ότι ο λαϊκισμός εμφανίζεται ως παγκόσμιο φαινόμενο όταν συνυπάρχουν πέντε άλλα φαινόμενα:

1) Αύξηση της μετανάστευσης. Σήμερα ζούμε μια μεγάλη έξαρση της μετανάστευσης, και όχι μόνο στη γειτονιά μας -ακόμα και στις ΗΠΑ, οι εισερχόμενοι μετανάστες μετά το 2010 έφτασαν σε νούμερα που είχαν να σημειώσουν από τη δεκαετίας του ’90. Του 1890.

2) Αύξηση της οικονομικής ανισότητας (σήμερα στις ΗΠΑ έχει επιστρέψει στα επίπεδα της δεκαετίας του ’20, μετά από μια μεγάλη πτώση).

3) Πολύ χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

4) Μια μεγάλη οικονομική κρίση.

5) Η εμφάνιση δημαγωγών ηγετών, που έρχονται και δένει το γλυκό.

Γι’ αυτό υπάρχει η παγκόσμια έκρηξη του λαϊκισμού στην εποχή μας. Κανείς δεν την είχε προβλέψει -ούτε ο Νάιαλ Φέργκιουσον- παρ’ όλο που δεν είναι η πρώτη φορά που αυτά τα πέντε φαινόμενα εμφανίζονται ταυτόχρονα.

Ο Φέργκιουσον επισημαίνει κάτι ενδιαφέρον: Η έξαρση του λαϊκισμού που βλέπουμε σήμερα μοιάζει περισσότερο με το φαινόμενο που εμφανίστηκε το 1870-1880, και όχι ας πούμε με τα πολεμικά προεόρτια της δεκαετίας του ’30, με την άνοδο του φασισμού. Οι λαϊκστές, λέει ο Φέργκιουσον, σπάνια προκαλούν πολέμους. Ίσα ίσα: Όλοι τους προωθούν τον απομονωτισμό κάποιας μορφής (περιορισμό της μετανάστευσης και του ελεύθερου εμπορίου, ας πούμε), και την εσωστρέφεια, που έχουν καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα αλλά δεν τινάζουν τον κόσμο στον αέρα.

Κι αυτό είναι και το μόνο αισιόδοξο που σας καλώ να σκεφτείτε για να περάσετε τις γιορτές.

Μετά το ξεφούσκωμα των λαϊκιστών, η παταγώδης αποτυχία των οποίων είναι νομοτελειακή, μάλλον δεν θα τελειώσει ο κόσμος, και κάτι άλλο θα έρθει. Ποιος ξέρει με τι θα μοιάζει. Το σίγουρο είναι ότι εκ των υστέρων, οι πολιτικοί επιστήμονες και οι ιστορικοί θα το περιγράψουν άψογα.

 

Ποιον λαϊκισμό προτιμάτε;

Γ. Παγουλάτος Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο​​ταν ο Ντόναλντ Τραμπ ρωτήθηκε ποιον συμβουλεύεται και με ποιον μιλά περί εξωτερικής πολιτικής, απάντησε επί λέξει: «Μιλάω με τον εαυτό μου, νούμερο ένα, διότι έχω έναν πολύ καλό εγκέφαλο και έχω πει πολλά πράγματα».

Τι συντελείται στο μυαλό των ανθρώπων που εμπιστεύονται για ηγέτη έναν τσαρλατάνο δημαγωγό; Και πώς μπορούν οι μετριοπαθείς πολιτικοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας να ανακτήσουν τέτοιους ψηφοφόρους;

Η διεθνής των δημαγωγών εκμεταλλεύεται την αγωνία, τον φόβο, την ανασφάλεια των ανθρώπων που νιώθουν ότι χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Δεν είναι μόνο οι οικονομικές ανακατατάξεις, που το υπό κρίση κοινωνικό κράτος αδυνατεί να απορροφήσει. Είναι η αίσθηση απειλής που κομίζουν οι ραγδαίες αλλαγές στον κόσμο, στην τεχνολογία, στη δουλειά, στη γειτονιά των ανθρώπων. Τα λογικά επιχειρήματα και δεδομένα ωχριούν όταν ανταγωνίζονται σαρωτικές υπεραπλουστεύσεις και σωτηριολογικές παραμυθίες. Η δημοκρατία της αμεσότητας, του Διαδικτύου, της δραματοποίησης, είναι η φυσική αρένα για την πολιτική έκφραση του ακατέργαστου θυμικού, της συνωμοσιολογίας, των ακραίων λύσεων, του «κλεισίματος» στον στενότερο πυρήνα ταυτότητας.

Ο λαϊκισμός δεν είναι ακριβώς ταυτόσημος με τη δημαγωγία. Ο λαϊκισμός προσαρμόζει τον λόγο του στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, απλουστεύει και επενδύει στο συναίσθημα προκειμένου να περάσει το μήνυμα. Η δημαγωγία δεν σταματά εκεί: εφευρίσκει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, αναρριπίζει πάθη, επενδύει στην πολιτική της οργής και στον λόγο του μίσους και τέλος χειραγωγεί τις μάζες στοιχίζοντάς τες πίσω από μεγάλα ψεύδη και ωμές διαστρεβλώσεις. Ο λαϊκισμός θα μπορούσε (υπό εξαιρετικές συνθήκες) να λειτουργήσει ως εργαλείο θετικής πολιτικής μεταβολής, η δημαγωγία ποτέ.

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο, ένας φίλος των Ποδέμος έθεσε ένα ενδιαφέρον ερώτημα: Με το να απορροφούν τα στρώματα των χαμένων, αριστεροί λαϊκιστές […] δεν τους συγκρατούν από το να στραφούν σε πιο ακραίους λαϊκιστές και δημαγωγούς;

Πράγματι, η ψήφος σε ένα υπερφίαλο, λαϊκιστικό αριστερό κόμμα αποτελεί μικρότερο κακό από την ψήφο σε κόμματα του μισαλλόδοξου, ακροδεξιού τόξου. Ομως υπάρχουν δύο αντεπιχειρήματα, που συνοψίζονται σε ένα: η λαϊκιστική Αριστερά παράγει τον πολιτικό λόγο που διευρύνει την απήχηση της αντισυστημικής Ακροδεξιάς.

Οταν ο Βαρουφάκης κατηγορούσε τους Ευρωπαίους εταίρους για ρατσισμό, μισαλλοδοξία και ανθρωπιστικό λουτρό αίματος, όταν αυτός και οι σύντροφοί του χαρακτήριζαν τη χώρα αποικία χρέους, παρομοίαζαν την τρόικα με ναζιστικό στρατό κατοχής, κατήγγελλαν τους Ευρωπαίους ως εκβιαστές που θέλουν να ταπεινώσουν τους Ελληνες, το δηλητήριο απλωνόταν στον δημόσιο λόγο, νεκρώνοντας την ψύχραιμη σκέψη. Η φασίζουσα [….] δαιμονοποίηση των «διεφθαρμένων και προδοτών πολιτικών που παρέδωσαν τη χώρα στους τοκογλύφους», φαινόταν αίφνης πιο πειστική μετά τη ρητορική προεργασία του αριστερού λαϊκισμού. [….] Από την «τρόικα των εκβιαστών» μέχρι την «τρόικα των τοκογλύφων», ένα βήμα δρόμος.

Το δεύτερο είναι η διαρκέστερη ζημιά που επιφέρουν οι λαϊκιστές στους θεσμούς του κράτους. Οι «αστικές» φιλελεύθερες δημοκρατίες τείνουν ιδεολογικά να αναδεικνύουν ελίτ, που είναι έμπειρες, καταρτισμένες, με αποτελεσματικότητα και επαγγελματισμό. Οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις αντλούν από δεξαμενές στελεχών χαμηλότερης επάρκειας, και με αυτά στελεχώνουν το Δημόσιο. Με μια λογική αναδιανομής της εξουσίας και των προνομίων της σε ομάδες που οποιαδήποτε αξιοκρατική λογική θα είχε αποκλείσει, προκειμένου να δείξουν εμφατικά ότι η κομματική στράτευση ανταμείβεται κι ο λαός ήρθε πραγματικά στην εξουσία […]. Οι λαϊκιστές δεν πιστεύουν στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου, με τα θεσμικά αντίβαρα, τις ανεξάρτητες αρχές, την ισχυρή δικαιοσύνη. Αντιλαμβάνονται το κράτος ως μακρύ χέρι κοινωνικού μετασχηματισμού και πολιτικής εδραίωσης στην εξουσία, και ως όπλο άμυνας απέναντι στην υπεροπλία του καπιταλισμού, του «συστήματος» και των ελίτ.

Αρα το κράτος μετά την εμπειρία επέλασης του λαϊκισμού στην εξουσία καταλήγει όχι μόνο οικονομικά καταρρέον, αλλά διοικητικά και θεσμικά διάτρητο. Στην επόμενη φάση, η συνολική ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα του κράτους, δηλαδή η αδυναμία του να προστατεύσει τους αδύναμους, θα ωθήσει τα ασθενέστερα στρώματα προς ακραίες και αυταρχικές πολιτικές επιλογές. Η αταξία και το μπάχαλο που αφήνουν πίσω τους κυβερνήσεις αριστερού λαϊκισμού παράγουν νοσταλγία για την τάξη και ασφάλεια που υπόσχονται τα κόμματα του ακροδεξιού τόξου. Ή διάθεση για την πλήρη ρήξη, που επαγγέλλεται η άκρα Αριστερά.

Η οδυνηρή διάψευση που παράγει ο κυβερνών λαϊκισμός προσφέρει πολύτιμη ευκαιρία στις δυνάμεις του μετριοπαθούς Κέντρου να διεκδικήσουν αυτόν τον κόσμο στο όνομα της επάρκειας, ίσως του συναισθήματος, πιθανόν της απλούστευσης, αλλά κυρίως της ειλικρίνειας. Δύσκολο, μετά τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης στην πολιτική, αλλά και απόλυτα αναγκαίο.

*Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Δημοκρατία σε κρίση και πολιτικός κυνισμός

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

  Γιώργος Σιάκας**

 

Πόσο εμπιστεύονται οι Ελληνες πολίτες τους δημοκρατικούς θεσμούς και ποια είναι η στάση τους έναντι των πολιτικών ελίτ; Η πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε η Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για λογαριασμό του Dukakis Center for Public and Humanitarian Services υπήρξε εξαιρετικά αποκαλυπτική και γεμάτη απαισιόδοξα νέα, που πρέπει να κινητοποιήσουν το πολιτικό προσωπικό και τους διαμορφωτές γνώμης στο σύνολό τους.

Η καχυποψία έναντι των δημοκρατικών θεσμών και των φορέων τους αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Περίπου ένας στους δύο ερωτώμενους (47%) θεωρεί πως τον εκφράζει η φράση «έχουμε δημοκρατία μόνο στο όνομα και όχι στην ουσία». Επιπλέον, και πιο ανησυχητικό ακόμη,ένας στους πέντε (18%) θα προτιμούσε λιγότερο δημοκρατία και περισσότερο ευημερία, ποσοστό που μεγαλώνει αρκετά μεταξύ των ανθρώπων με χαμηλή μόρφωση. Δυστυχώς μόνο ένας στους τρεις Ελληνες (32%) απαντά ότι τον εκφράζει η θέση πως η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα παρά τα προβλήματά της.

Η κρίση εμπιστοσύνης έναντι του πολιτικού συστήματος αποτυπώνεται και στην απαξίωση που εκδηλώνεται από ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών για τις εκλογές. Το 45% των ερωτώμενων θεωρεί πως η συμμετοχή στις εκλογές είναι χωρίς σημασία γιατί τελικά γίνεται ό,τι θέλουν οι ξένοι. Αντίθετα, το 44% των ερωτώμενων απάντησε πως οι εκλογές είναι πολύ σημαντικές γιατί καθορίζουν το μέλλον της χώρας.

Νέοι αποστασιοποιημένοι

Το πλέον ανησυχητικό είναι πως η κρίση εμπιστοσύνης προς τη δημοκρατία μας είναι εντονότερη στους νέους ανθρώπους. Περισσότεροι από έξι στους δέκα νέους πιστεύουν πως έχουμε δημοκρατία κατ’ όνομα. Η ίδια ηλικιακή ομάδα θεωρεί κατά πλειοψηφία (50%) ότι η συμμετοχή στις εκλογές είναι χωρίς σημασία. Είναι φανερό πως οι νέοι είναι οι περισσότερο απογοητευμένοι. Αν το συσχετίσουμε με το μεγάλο ποσοστό στο «Οχι» που έδωσαν οι νεότερες ηλικίες στο δημοψήφισμα, μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε πως η στροφή του Αλ. Τσίπρα μετά το δημοψήφισμα ίσως να έσωσε τη χώρα από μια άμεση πτώση στον γκρεμό, υπονόμευσε όμως την αξιοπιστία όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού αλλά της ίδιας της δημοκρατίας μας.

Τα έντονα αρνητικά αισθήματα δείχνουν να χαρακτηρίζουν τη σχέση ανάμεσα στους πολίτες και στην πολιτική ελίτ. Το 51% των πολιτών δηλώνει πως αισθάνεται οργή ή αηδία για τους βουλευτές και μόλις 11% σεβασμό. Η απαξίωση αυτή αγγίζει και τον πρωθυπουργικό θεσμό, καθώς μόλις ένας στους τέσσερις δηλώνει πως αισθάνεται σεβασμό για αυτόν.

Αντίθετα, η πλειοψηφία δηλώνει πως αισθάνεται σεβασμό για τους αστυνομικούς (52%) και τους δικαστές (44%). Οι δύο αυτές επαγγελματικές κατηγορίες συγκεντρώνουν μικρά ποσοστά αρνητικών αισθημάτων: μόλις 14% οι αστυνομικοί και 27% οι δικαστές.

Υπάρχουν καλά νέα;

Υπάρχουν, αλλά είναι λίγα αν και όχι εντελώς ασήμαντα. Για παράδειγμα, η πλειοψηφία των αποφοίτων της ανώτατης εκπαίδευσης συνεχίζει να δείχνει εμπιστοσύνη στη δημοκρατία μας παρά τα όποια προβλήματά της και να θεωρεί σημαντικές τις εκλογές ως διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η εκπαίδευση σχετίζεται ισχυρά με την πεποίθηση ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση είναι ο μόνος δυνατός δρόμος. Αν μάλιστα θεωρήσουμε πως οι διαμορφωτές κοινής γνώμης προέρχονται κατά βάση από την παραπάνω μορφωτική κατηγορία, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι άνευ σημασίας.

Τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ όλοι παρατηρούν πως η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν ασκεί την ίδια γοητεία στους πολίτες συγκριτικά με το παρελθόν. Παντού εκδηλώνονται έντονα αισθήματα απαξίωσης και δυσφορίας έναντι των πολιτικών ελίτ και των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Ολο και περισσότερο ο πολιτικός κυνισμός και ο αυταρχισμός κερδίζουν μέτρα.

Ο πολιτικός κυνισμός έχει περιγραφεί από ειδικούς ως το αίσθημα έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα. Οι έρευνες κοινής γνώμης διεθνώς δείχνουν πως οι κυνικοί ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται το πολιτικό προσωπικό ως βαθιά διεφθαρμένο που εξαπατά τις κοινωνίες. Οσο περισσότερο κυνικοί είναι οι ψηφοφόροι, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα να είναι ενεργοί και ενημερωμένοι πολίτες, ενώ είναι εξαιρετικά πιθανό αυτοί στη συνέχεια να απέχουν από τις εκλογές ή να επιλέγουν συνειδητά γραφικούς υποψηφίους ή εξτρεμιστές προκειμένου απλώς να τα κάνουν άνω κάτω.

Δυστυχώς, στη χώρα μας η παρατεταμένη ύφεση και οι «στροφές 180 μοιρών» των κυβερνήσεων ενισχύουν τον πολιτικό κυνισμό των πολιτών. Δεν θα απαιτηθεί απλώς να βγούμε από την κρίση για να καλυτερέψουν τα πράγματα. Θα χρειαστεί επιπλέον ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό και την ελληνική κοινωνία προκειμένου να θεμελιωθούν εκ νέου σχέσεις εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας ανάμεσα στους ψηφοφόρους και στο πολιτικό μας σύστημα.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
** Ο κ. Γιώργος Σιάκας είναι διευθυντής Ερευνών της Μονάδας Ερευνών Κοινής Γνώμης του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

Γιατί οι Ελληνες πολιτικοί λένε τόσα ψέματα;

Ν. ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 08.03.2015

Μπορώ να φανταστώ τις ενστάσεις σας. Το ψέμα στην πολιτική δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Πουθενά στον κόσμο η πολιτική δεν είναι το προνομιακό πεδίο ανάδειξης της αλήθειας. Αντίθετα, από την αρχαιότητα ακόμη, η επιδίωξη πολιτικής ισχύος ταυτίστηκε με φαινόμενα δημαγωγίας και συνειδητής εξαπάτησης των πολιτών. Ο ίδιος ο Βίσμαρκ έλεγε, εξάλλου, πως οι άνθρωποι ποτέ δεν λένε τόσα ψέματα, όσα μετά το κυνήγι, στη διάρκεια του πολέμου και πριν από εκλογές.

Ισως θεωρήσετε επίσης πως «τσουβαλιάζω» ως ψεύτες, συλλήβδην, όλους τους Ελληνες πολιτικούς, και πως αν υπήρχε πρωτάθλημα ψέματος είναι βέβαιο πως κάποιοι (που όλοι έχουμε στον νου μας) θα ανέβαιναν στο βάθρο του νικητή, κερδίζοντας τους αντιπάλους τους με άνεση. Δεν διαφωνώ ούτε με την πρώτη ούτε με τη δεύτερη παρατήρηση. Σε όλες τις χώρες υπάρχουν άνθρωποι που πολιτεύονται με τα ψέματα και τη δημαγωγία, και άλλοι που αισθάνονται την ανάγκη να διαμορφώσουν μια σχέση ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης με τους ψηφοφόρους τους όχι πάντα χωρίς κόστος για την καριέρα τους.

Πιστεύω πως συμφωνούμε, ωστόσο, ότι στη χώρα μας το φαινόμενο του ψεύτη πολιτικού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο. Ηδη από τον 19ο αιώνα, διανοούμενοι, επιφυλλιδογράφοι, σκιτσογράφοι και σεναριογράφοι θεατρικών και κινηματογραφικών έργων άσκησαν κριτική ή σατίρισαν τη συνήθεια των πολιτικών να εξαπατούν τους εκλογείς. Ανήκω στη γενιά των Ελλήνων που είδαν τόσες φορές την ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο» (με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα ως υπουργό), που κάθε φορά που εντοπίζω έναν πολιτικό να λέει ξεδιάντροπα ψέματα, μου έρχεται αυτόματα στο μυαλό ο τίτλος της παραπάνω ταινίας. Πρόσφατα με το «greek kolotoumba» φροντίσαμε να επιδείξουμε διεθνώς τις «ικανότητές» μας αυτές. Γενικότερα, τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια, οι ξένοι θα αντιλήφθηκαν καλύτερα πως η πολιτική τάξη στην Ελλάδα, προκειμένου να επωφεληθεί πολιτικά, δεν διστάζει να πει τη μεγαλύτερη ανοησία, το πιο ακραίο ψέμα.

Γιατί όμως οι Ελληνες πολιτικοί λένε τόσα ψέματα; Είναι αλήθεια πως κάποιοι εξ αυτών διακρίνονται για την έλλειψη ηθικών φραγμών. Αλλοι υποτιμούν τόσο πολύ τη νοημοσύνη των συμπολιτών τους, που θεωρούν ότι η αλήθεια είναι προνόμιο μόνο όσων μπορούν να παίρνουν μέρος σε κλειστές συσκέψεις. Επιπλέον, φαίνεται πως ως κοινωνία δεν έχουμε καλή σχέση με την ανάληψη της ευθύνης και από μικροί κοινωνικοποιούμαστε στα ψέματα για να αποφύγουμε τις συνέπειες των πράξεών μας.

Μπορεί τα παραπάνω να ισχύουν, αλλά δεν ερμηνεύουν ένα τόσο διαδεδομένο φαινόμενο. Η εξήγηση, λοιπόν, πρέπει να αναζητηθεί σε ορθολογικά αίτια (στη σχέση κόστους-οφέλους, στην αποτελεσματικότητα της στρατηγικής) και όχι σε ψυχολογικές ή πολιτισμικές θεωρίες. Με άλλα λόγια, οι Ελληνες πολιτικοί λένε ψέματα γιατί όχι μόνο δεν τους κοστίζει, αλλά γιατί είναι το πιο αποδοτικό μέσο στην ακραία ανταγωνιστική πολιτική αρένα. Αν δεν πουν ψέματα, υστερούν έναντι των ανταγωνιστών τους, που θα πουν. Βασιζόμενη στα ψέματα, η αντιπολίτευση υπονομεύει ευκολότερα την κυβέρνηση. Χάρη στα ψέματα, ο πολιτικός μπορεί να παρουσιάζει το κενό ως πολιτικό πρόγραμμα, την παράνοια ως λογική διαδρομή, τον πελατειασμό ως κοινωνική πολιτική, το λάθος ως ορθό. Εντέλει, στην ελληνική πολιτική αγορά, τα ψέματα είναι ο συντομότερος, απλούστερος και αποδοτικότερος τρόπος για να πείσεις τους καταναλωτές να αγοράσουν το προϊόν σου.

Γιατί όμως οι πολίτες «αγοράζουν» τα ψέματα; Είναι αφελείς, απληροφόρητοι και εξαπατώνται; Συχνά ναι, καθώς οι πολιτικοί βρίσκονται σε θέση υπεροχής, όπως ο έμπορος έναντι του δυνητικού αγοραστή. Αλλά, νομίζω, πως τις περισσότερες φορές οι πολίτες αγοράζουν συνειδητά τα ψέματα με την κυνική σκέψη πως είναι καλύτερα να ελπίζεις σε κάτι από το να μην ελπίζεις σε τίποτε. Εξάλλου, η ψήφος είναι ένα φθηνό εμπόρευμα και δεν μας κοστίζει πολλά να την πετάξουμε. Οπως όταν αγοράζουμε πράγματα από παράνομους υπαίθριους μικροπωλητές: αν και έχουμε γνώση πως το προϊόν θα είναι, πιθανότατα, «σκάρτο» και πως ταυτόχρονα με την αγορά του κάνουμε ζημία στην οικονομία και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, η πολύ χαμηλή τιμή στην οποία μας προσφέρεται το συγκεκριμένο αγαθό, μας δελεάζει να το αγοράσουμε. Βεβαίως, η κυριαρχία της στρατηγικής του ψέματος συνιστά ένα είδος αθέμιτου ανταγωνισμού, όπου αυτός που παραβαίνει τους κανόνες κερδίζει έναντι του έντιμου. Και όσο παραβαίνει τόσο περισσότερο κερδίζει. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, είναι να βλάπτεται το συνολικό κοινωνικό συμφέρον.

Για να αντιμετωπιστεί αυτή η παθογένεια θα πρέπει, αφενός, οι θεσμοί να περιορίζουν τους πολιτικούς να λένε ξεδιάντροπα ψέματα και, αφετέρου, οι πολιτικοί να αντιληφθούν ότι αυτή η κατάσταση αθέμιτου ανταγωνισμού που γεννά έλλειψη συναίνεσης εκμαυλίζει τη χώρα και μακροπρόθεσμα φθείρει τους ίδιους.

Δυστυχώς, μέχρι τώρα οι βασικοί παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού δεν ήθελαν να συμφωνήσουν σε έντιμους κανόνες πολιτικής αντιπαράθεσης. Προτιμούσαν η πολιτική να είναι ένας αγώνας χωρίς όρους και όρια, γιατί κέρδιζαν από αυτήν την κατάσταση. Ολοι; Οχι ακριβώς! Η χώρα μας έχασε τόσα πολλά.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Έντυπη

 

 

Προς μιαν Ευρώπη των λαϊκισμών;

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Πηγή: Καθημερινή

Κάτι γίνεται στην Ευρώπη. Δεν είναι πλέον τυχαίο ούτε συγκυριακό. Σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, προσφάτως ιδρυθέντα ή μικρά κόμματα εκτινάσσονται με γοργούς ρυθμούς αλλάζοντας τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού. Περιθωριακά ή αντισυστημικά κόμματα περιστρεφόμενα γύρω από έναν λαϊκιστή ηγέτη και μια ιδεολογία που κινητοποιεί εισβάλλουν στην πολιτική σκηνή ως ταύροι σε υαλοπωλείο.

Πράγματι, σε πολλές από τις χώρες της Ευρώπης καταγράφεται τελευταία μια ισχυρή τάση παρέκκλισης από καθιερωμένες πολιτικές επιλογές. Τα παραδείγματα είναι πολλά και σε κάποιες περιπτώσεις εντυπωσιακά: οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στην Ισπανία δίνουν ποσοστά άνω του 20% στο αριστερό κόμμα Podemos (Μπορούμε), που ιδρύθηκε μόλις τον φετινό Ιανουάριο. Το κόμμα αυτό έχει έναν έντονα λαϊκιστικό και αντισυστημικό χαρακτήρα και για κάποιους αναλυτές θεωρείται πιο ριζοσπαστικό ακόμη και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Στην Ιταλία, παρά την ανακοπή της αρχικής ορμής του, το κόμμα-κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο συνεχίζει να κινείται και αυτό πέριξ του 20%. Ισως μάλιστα εάν στη διακυβέρνηση δεν ήταν ένας επικοινωνιακά χαρισματικός ηγέτης σαν τον πρωθυπουργό Ρέντσι, η επιρροή των Πέντε Αστέρων να ήταν μεγαλύτερη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εκλογική επιτυχία του ευρωφοβικού Κόμματος της Ανεξαρτησίας στις ευρωεκλογές, αλλά και στις πρόσφατες αναπληρωματικές εκλογές, επιβεβαίωσε πως οι Συντηρητικοί (κυρίως) και οι Εργατικοί δεν θα ξεμπερδέψουν εύκολα με αυτό. Στην Τσεχία, πολλοί ψηφοφόροι απογοητευμένοι από τα φαινόμενα διαφθοράς στην πολιτική ζωή περιφέρονται από το ένα λαϊκιστικό κόμμα στο άλλο, με πρόσφατα κερδισμένο το ΑΝΟ (Ναι), που ίδρυσε ο επίσης ευρωσκεπτικιστής δισεκατομμυριούχος Αντρέι Μπάμπις το 2011, ο οποίος υποσχέθηκε πως θα καθαρίσει τη χώρα από τη διαφθορά και θα εξαφανίσει την ανεργία. Στη Φινλανδία, οι εθνολαϊκιστές ευρωσκεπτικιστές Αληθινοί Φινλανδοί, που σχηματίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’90, απέσπασαν σχεδόν 20% στις εθνικές εκλογές το 2011, προτείνοντας στους ψηφοφόρους ένα πρόγραμμα «εθνικής υπερηφάνειας».

Οι νέοι λαϊκισμοί ανθούν, αλλά και μερικοί παλιοί καλά κρατούν. Στη Γαλλία, το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο υπό την ηγεσία της Μαρίν Λεπέν, κόρης του ιδρυτή του κόμματος, απειλεί το καθιερωμένο κομματικό σύστημα. Το Εθνικό Μέτωπο κατήγαγε σημαντική νίκη στις ευρωεκλογές κερδίζοντας έναν στους τέσσερις ψηφοφόρους. Η ίδια η Λεπέν ξεπέρασε την επίδοση του πατέρα της του 2002, αγγίζοντας το 18% στις τελευταίες προεδρικές εκλογές.

Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν πως ό,τι συνέβη στις ευρωεκλογές στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη δεν ήταν μια συνήθης αποδοκιμασία των κυβερνήσεων από τους πολίτες σε εκλογές δεύτερης τάξης αλλά μια τάση με βαθύτερα χαρακτηριστικά. Είναι αλήθεια πως τέτοιου είδους φαινόμενα πάντοτε υπήρχαν. Καταγράφονταν στον δημόσιο βίο ως «κόμματα διαμαρτυρίας» και εξέφραζαν τη δυσαρέσκεια ενός μέρους του εκλογικού σώματος για την οικονομική κατάσταση ή για δυσάρεστα φαινόμενα στον δημόσιο βίο. Λειτουργούσαν ως ένα είδος θερμομέτρου πολιτικών παθογενειών και κοινωνικών προβλημάτων. Η άνοδος, για παράδειγμα, του Λεπέν στη Γαλλία, του Χάιντερ στην Αυστρία ή των Φλαμανδών ακροδεξιών στο Βέλγιο τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ερμηνεύθηκε από πολλούς ως απόρροια προβλημάτων όπως η ανεργία και η εγκληματικότητα.

Η ουσιώδης διαφορά σε σχέση με το παρελθόν βρίσκεται στο γεγονός πως παλιότερα τα «αντικατεστημένα» και «αντισυστημικά» κόμματα δεν απειλούσαν τη διακυβέρνηση και το παγιωμένο πολιτικό σύστημα. Αποτελούσαν δεξαμενές υποδοχής μιας μειοψηφικής διαμαρτυρίας σημειώνοντας σε λίγες μόνο περιπτώσεις αξιοσημείωτα ποσοστά – σε ακόμη λιγότερες εμφανίζονταν ως πραγματικές εναλλακτικές λύσεις. Σήμερα τα πράγματα δείχνουν να μεταβάλλονται. Τα κόμματα αυτά αυτοπροβάλλονται ως έτοιμα να κυβερνήσουν στις χώρες τους. Η ανησυχία για πολιτικές μεταβολές μεγάλης σημασίας σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχει ήδη αρχίσει να απασχολεί τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τις πολιτικές ελίτ και τις αγορές.

Θα επικρατήσουν οι λαϊκισμοί ή θα συρρικνωθούν και θα αφομοιωθούν σταδιακά στην κανονικότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Ποιο θα είναι το πρόσωπο μιας Ευρώπης των λαϊκισμών; Θα αντέξει η Ευρωπαϊκή Ενωση ή μήπως θα απειληθεί η συνοχή της; Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς καθώς δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα. Είναι όμως εύλογο να σκεφτούμε πως σε χώρες με συναινετική κουλτούρα και ισχυρές οικονομίες τέτοιου είδους λαϊκιστικά και αντικατεστημένα κινήματα μπορεί να μη δημιουργήσουν ουσιώδη ζητήματα ή ακόμη και να έχουν ευεργετικές, και όχι μόνο αρνητικές, συνέπειες. Ας μην ξεχνάμε πως οι λαϊκιστές ίσως να μην μπορούν να υποδείξουν τις λύσεις, αλλά συχνά εντοπίζουν τα προβλήματα.

Αλλού, όμως, τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν προς το χειρότερο. Κράτη με αδύναμους θεσμούς και εύθραυστες οικονομίες κινδυνεύουν να μην αντέξουν το βάρος μιας τέτοιας ριζικής ανατροπής. Σε αυτές τις καταστάσεις, η μελέτη του παρελθόντος μάς διδάσκει δύο πράγματα: πρώτον, κανείς δεν έχει συμβόλαιο με την αποφυγή της καταστροφής και, δεύτερον, η επιστροφή στην ομαλότητα μπορεί να εξελιχθεί σε μια μακροχρόνια και βασανιστική πορεία χωρίς εγγυημένα αποτελέσματα.

* Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

25 χρόνια από την πτώση του Τείχους: Η δημοκρατία σε υποχώρηση;


ΠΟΛΙΤΙΚΗ 05.10.2014

Η κατάρρευση του κομμουνισμού το 1989 γέννησε ένα παγκόσμιο κύμα αισιοδοξίας. Αν και η διατύπωση για «το τέλος της ιστορίας» του πολιτικού επιστήμονα Φράνσις Φουκουγιάμα αποδείχτηκε γρήγορα μια «φιλελεύθερη ουτοπία» ή, έστω, μια σκέψη που δεν επιβεβαιώθηκε από τα εμπειρικά δεδομένα, ήταν ξεκάθαρο πως η πτώση του Τείχους έφερε προσδοκίες στους κύκλους των οπαδών της φιλελεύθερης δημοκρατίας και θλίψη στους αντιπάλους της.

Κυριάρχησε η πεποίθηση πως όποιες κι αν ήταν οι μελλοντικές παλινδρομήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, οι δυτικές φιλελεύθερες αξίες ήταν πλέον τόσο ηγεμονικές και ακμαίες ώστε κανένα εναλλακτικό μοντέλο δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει στο απώτερο μέλλον. Αργά ή γρήγορα, η οικονομία της αγοράς συμβαδίζοντας με τη φιλελεύθερη δημοκρατία θα απελευθέρωνε τον παλιό κόσμο από τα δεσμά του.

Τα πράγματα δεν πήγαν έτσι ή, καλύτερα, δεν πήγαν ακριβώς έτσι. Οντως η παγκοσμιοποίηση έφερε ριζικές αλλαγές σε διεθνές επίπεδο που δεν θα τις διανοούμασταν λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Η ανάδυση στην Ασία, στη Λατινική Αμερική και προσφάτως στην Αφρική νέων οικονομικών δυνάμεων, που μπορούν να ανταγωνιστούν, μερικώς τουλάχιστον, τους μεγάλους παίκτες του πλανήτη αποτελεί μια ευχάριστη νέα πραγματικότητα με εντυπωσιακές συνέπειες για το μέλλον της ανθρωπότητας. Μπορεί να μη μας ενθουσιάζει εδώ στη γηραιά Ευρώπη, αλλά οι αναπτυσσόμενες χώρες διαδραματίζουν πλέον ένα σημαντικό ρόλο στο διεθνές εμπόριο και στις οικονομικές σχέσεις σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούμε να τις αγνοούμε και να χαράζουμε το μέλλον χωρίς αυτές.

Ο τρίτος κόσμος δείχνει στην ευημερούσα αλλά αλαζονική Δύση υποδείγματα μιας νέας ανάπτυξης. Είτε μας αρέσει είτε όχι, υπάρχουν ευνοημένοι από την παγκοσμιοποίηση: οι φτωχότερες περιοχές του πλανήτη. Υπάρχουν επίσης οι χαμένοι: Ο δυτικός κόσμος και ιδιαίτερα οι πιο αδύναμοι από τους πληθυσμούς του.

Οι αλλαγές στην οικονομία όμως δεν ακολουθήθηκαν από βήματα εκδημοκρατισμού. Τουλάχιστον όχι όσο θα θέλαμε· όχι όσο πιστεύαμε πως ήταν αναγκαίο. Είναι αλήθεια πως όσο πιο πλούσια είναι μια χώρα, τόσο πιο πιθανό είναι να είναι δημοκρατική. Αντίθετα, τα φτωχά κράτη ρέπουν στον αυταρχισμό και στην ανομία. Το υπόδειγμα αυτό είναι εμπειρικά αποδεδειγμένο σε τέτοιο βαθμό που μας έκανε να πιστέψουμε πως, για να αναπτυχθεί μια οικονομία, προϋποτίθεται να διαθέτει το θεσμικό περιβάλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Και όμως, αυτό δείχνει να διαψεύδεται. Χώρες όπως η Τουρκία, η Ρωσία, η Κίνα ή η Νιγηρία, που βελτίωσαν τα οικονομικά τους μεγέθη, όχι μόνο δεν εκδημοκρατίζονται και δεν φιλελευθεροποιούνται αλλά, αντίθετα, το τελευταίο διάστημα κάνουν βήματα προς τα πίσω.

Στις παραπάνω χώρες, η απειλή έναντι της φιλελεύθερης δημοκρατίας προκύπτει από την ανάδυση ενός ημι-αυταρχικού ή ολότελα αυταρχικού συντηρητισμού που δίνει έμφαση στην ισχυρή διακυβέρνηση και στις παραδοσιακές προ-νεωτερικές αξίες. Η ελευθερία, η δημοκρατική συμμετοχή και η ανεκτικότητα περιφρονούνται από την πολιτική και αντιμετωπίζονται ως περιττές πολυτέλειες. Ακόμη όμως και στην Ευρώπη η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν δείχνει πλέον τόσο δημοφιλής. Η άνοδος των αντι-φιλελεύθερων αξιών εκφράζεται από εθνολαϊκιστές πολιτικούς, όπως η Λεπέν στη Γαλλία ή ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Ουρμπάν.

Στο πεδίο της αντιπαράθεσης των ιδεών, όλο και περισσότεροι διανοούμενοι, ειδικά στην Ανατολή, αρχίζουν να φρονούν πως η φιλελεύθερη δημοκρατία παρουσιάζει μεγάλες αδυναμίες, ιδιαίτερα στον τομέα της αποτελεσματικής διακυβέρνησης και της ηγεσίας. Επιπλέον, διακωμωδούν τη φιλελεύθερη ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα. Αντλώντας ιδέες από ένα μείγμα θρησκευτικών και εθνικών παραδόσεων προηγούμενων εποχών, έλκονται στη σκέψη ενός ήπιου αυταρχισμού, μιας νέας «πεφωτισμένης δεσποτείας». Θεωρούν πως μια τέτοια διακυβέρνηση αντιμετωπίζει καλύτερα προβλήματα όπως η ασφάλεια, η φτώχεια και η διαφθορά.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία βρίσκεται λοιπόν σε άμυνα. Η οικουμενικότητά της αμφισβητείται από τη μία άκρη ώς την άλλη του πλανήτη. Ο αντίπαλός της όμως δεν έρχεται από τα Αριστερά. Η Αριστερά, κομμουνιστική, μετακομμουνιστική ή σοσιαλιστική στη Δύση, έχει χρεοκοπήσει· αδυνατεί να παρουσιάσει κάποιο πειστικό εναλλακτικό μοντέλο και δεν συνιστά πλέον απειλή. Η Αριστερά ανήκει στον 20ό αιώνα, δεν υπάρχει αρκετό οξυγόνο γι’ αυτήν στις μέρες μας. Μπορεί να επιβιώσει μόνο ως ομάδα πίεσης εστιάζοντας σε επιμέρους πτυχές της πολιτικής δράσης και πουθενά ως πραγματική αντισυστημική οντότητα.

Ο πραγματικά απειλητικός αντίπαλος για τη φιλελεύθερη δημοκρατία διεθνώς είναι ένας συντηρητικής προέλευσης αυταρχισμός. Αυτός ο συντηρητισμός, που αναδύεται μέσα από προνεωτερικούς κόσμους που επιβίωσαν, ιδιαίτερα στην Ανατολή, μέσω της θρησκείας και των λαϊκών παραδόσεων είναι γοητευτικός για τα λαϊκά και φτωχά στρώματα, αλλά και για ένα μέρος των ελίτ, γιατί καταφέρνει να μιλάει στην ψυχή τους. Μπορεί η φιλελεύθερη δημοκρατία να αντιμετωπίσει τη νέα απειλή; Η απάντηση θα κριθεί σε πολλά πεδία: της οικονομίας, του πολιτισμού, της τεχνολογίας, των θεσμών· ενδεχομένως μια μέρα και στα πεδία των μαχών, ποιος ξέρει.

* Ο κ. Ν. Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Έντυπη

Τι προδίδει η εκλογική αποχή

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΟΦΩΛΟΣ/ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11/05/2014

Η ​​μεγάλη αποχή που προβλέπεται να εκδηλωθεί πανευρωπαϊκά στις κάλπες της 25ης Μαΐου, θα πρέπει να εκληφθεί από την κυρίαρχη πολιτική τάξη της Ευρώπης ως το χειρότερο αρνητικό μήνυμα εκ μέρους των ψηφοφόρων της Γηραιάς Ηπείρου. Πολύ πιο ανησυχητικό από την αύξηση των ποσοστών που θα σημειώσουν οι κάθε χρώματος και χαρακτήρα αντιευρωπαϊκές δυνάμεις. Διότι η απάθεια σημαίνει απαξίωση του εγχειρήματος και, βεβαίως, κανένα όραμα δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν υπάρχει αποδοχή και συμμετοχή.
Η απάθεια των Ευρωπαίων πολιτών, στον βαθμό που επιβεβαιωθούν οι σφυγμομετρήσεις για αποχή των ψηφοφόρων κατά ποσοστά 60% και 70% (σε ορισμένες χώρες), αναδεικνύει –κατά τη γνώμη μας– δύο κρίσιμα πολιτικά προβλήματα. Το πρώτο είναι η έλλειψη δημοκρατίας στην Ευρώπη. Το γεγονός δηλαδή ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες. Χωρίς αυτοί να εκλέγουν τις ηγεσίες οι οποίες κρίνουν το μέλλον τους και χωρίς οι ηγεσίες να λογοδοτούν στους πολίτες. Το δεύτερο είναι ότι οι πολίτες δεν αισθάνονται την Ευρώπη ως ενιαία οντότητα κοινών συμφερόντων. Πιστεύουν δηλαδή ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται ευνοούν κυρίως εθνικά συμφέροντα, των ισχυρότερων φυσικά εταίρων, και πολύ λιγότερο κοινά πανευρωπαϊκά συμφέροντα. Εξ ου και δεν υπάρχει μια ισχυρή υπερεθνική δομή εξουσίας, που να εξυπηρετεί τον στόχο αυτόν.

Κατόπιν όλων αυτών, το ευρωπαϊκό εγχείρημα και η προοπτική της ενοποίησης, λογικό είναι ότι δοκιμάζονται. Εκτός εάν η Ευρώπη αλλάξει, εάν οι ηγεσίες που διαμορφώνουν τις εξελίξεις κατανοήσουν το μήνυμα και κλείσουν αυτό το ρήγμα δημοκρατίας με τους πολίτες και ισοτιμίας με όλα τα μέλη.

Αυτή τη στιγμή, ας το συνειδητοποιήσουμε, τα κράτη της Γηραιάς Ηπείρου μπορούν να επιβιώσουν μόνο μέσα από την οικονομική και πολιτική ένωση της Ευρώπης. Διότι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός και οι διεθνείς αγορές είναι δυνάμεις που λειτουργούν ανελέητα για τις μικρότερες χώρες, τις ασθενέστερες οικονομίες. Η Ευρώπη μόνο ως ενιαία δύναμη μπορεί να αναμετρηθεί στη διεθνή οικονομία. Επίσης, όμως, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι αποφάσεις που θα καθορίζουν περισσότερο πλέον τη ζωή όλων μας στην Ευρώπη, θα εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τα ευρωπαϊκά όργανα και λιγότερο από τις εθνικές μας κυβερνήσεις. Ε, λοιπόν, αυτές οι δύο κολοσσιαίες μεταβολές (και προτεραιότητες) θα πρέπει να πατήσουν απαραιτήτως σε κοινή βάση, να εκφραστούν πολιτικά και με δημοκρατία, για να έχουμε τύχη.

Διαφθορά και δημοκρατία

   ΤΟ ΒΗΜΑ 16/03/2014 

Συνήθως βλέπουμε τις δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις της διαφθοράς και αναφερόμαστε ιδίως στα εμπόδια που ορθώνει το ζοφερό αυτό φαινόμενο στις επενδύσεις και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ξεχνάμε όμως το σημαντικότερο. Τους κινδύνους που συνεπάγεται η διαφθορά σε εκείνα τα αγαθά που, άσχετα με τη συστηματική κατάταξή τους, έχουν μια τελική αναφορά σε αυτό που αποκαλούμε και εννοούμε, με μια λέξη: Δημοκρατία.

Διαφθορά είναι η κατάχρηση δημόσιας εξουσίας για τον πορισμό αθέμιτου ιδιωτικού οφέλους. Στα δημοκρατικά πολιτεύματα επομένως Διαφθορά σημαίνει κατάχρηση της δημοκρατικής εξουσίας, κατάχρηση που με τη σειρά της μπορεί, ανάλογα με την έκταση και την έντασή της, να οδηγήσει από την απλή νόθευση μέχρι την κατάλυση της Δημοκρατίας.
Θεμέλια της Δημοκρατίας είναι: η δημοκρατική αρχή, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Δημοκρατική αρχή είναι η αρχή κατά την οποία όλες οι εξουσίες του κράτους πηγάζουν από τη λαϊκή βούληση. Μέσω της διαφθοράς και της διαπλοκής όμως παραχαράσσεται η λαϊκή εντολή και νοθεύεται η λαϊκή βούληση, που εκφράζεται με τις εκλογικές διαδικασίες. Οι εκλεγόμενοι μέσω των διαδικασιών αυτών άρχοντες, διαφθειρόμενοι, ενεργούν όχι κατά τη βούληση των εκλογέων τους και ως γνήσιοι εκπρόσωποι αυτών, αλλά κατά την υπαγορευμένη βούληση των εκπροσωπούντων τα παντοειδή συμφέροντα, από τους οποίους λαμβάνουν τα κάθε είδους αθέμιτα ωφελήματα.  Έτσι πλήττεται το ασκούμενο υπέρ του λαού, κατά τη δημοκρατική αρχή, μονοπώλιο της κρατικής εξουσίας.
Το κράτος δικαίου, μέσα σε περιβάλλον εκτεταμένης πολιτικής ή διοικητικής διαφθοράς, αποδυναμώνεται επικινδύνως. Στο επίπεδο της νομοθεσίας η δικαιοκρατική αρχή νοθεύεται με τη θέσπιση κανόνων που είτε παραβιάζουν την αρχή της ισονομίας και άλλες βασικές δικαιικές αρχές, είτε είναι σκοπίμως ασαφείς, είτε γενικώς αποκλίνουν από τις αρχές της ορθής, σύμμετρης και δίκαιης νομοθέτησης. Στο επίπεδο εφαρμογής των νόμων η δικαιοκρατική αρχή στην ουσία ακυρώνεται, αφού η εφαρμογή των νόμων, λόγω της διαφθοράς ατονεί, γίνεται επιλεκτική ή και παραλύει.
Η διαφθορά αποτελεί σοβαρότατο εμπόδιο στην προστασία και την απόλαυση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Και αντιστρόφως η εφαρμογή των θεσμικών πλαισίων που προβλέπουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και επιβάλλουν τον σεβασμό και την προστασία τους συμβάλλει στην καταπολέμηση της διαφθοράς.
Ετσι είναι προφανές πως τα οποιαδήποτε φαινόμενα διαφθοράς στον χώρο της Δικαιοσύνης και των οργάνων που την επικουρούν (Αστυνομία, ελεγκτικά σώματα κ.λπ.) επηρεάζουν αρνητικά το δικαίωμα προς παροχή δικαστικής προστασίας. Όπως επίσης ότι η στέρηση σημαντικών κρατικών πόρων, ως συνέπεια της διαφθοράς, έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων εν γένει και ιδίως στην ικανοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Εξάλλου η ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου συμβάλλει στη διαφάνεια και συνιστά αποτρεπτικό παράγοντα για τη διαφθορά. Γιατί η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση του κοινού καθιστούν προσεκτικούς τους φορείς της εξουσίας και τονώνουν το πνεύμα ελέγχου και λογοδοσίας.
Ακόμη και η λεγόμενη μικρή διαφθορά («γρηγορόσημο» – «φακελάκι») φθείρει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Γιατί πλήττει την καθημερινότητα ευρέων κοινωνικών στρωμάτων και ροκανίζει το εισόδημά τους. Με αποτέλεσμα να προκαλείται απογοήτευση και αρνητική διάθεση απέναντι στους θεσμούς της δημοκρατίας, που δεν θεωρούνται πλέον ικανοί να προστατεύσουν τον πολίτη. Η κοινωνική σταθερότητα καταρρέει και αναπτύσσονται ροπές προς αντιδημοκρατικές επιλογές.
Αλλά η πλέον επικίνδυνη για τη δημοκρατία διαφθορά είναι η διαφθορά του πολιτικού προσωπικού και των υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, η οποία συνήθως είναι και μεγάλη από την άποψη του μεγέθους των «δώρων» και της έκτασης των δημοσιονομικών συνεπειών.
Οι αποκαλύψεις των τελευταίων ετών για το είδος αυτό της διαφθοράς δεν πρέπει όμως να οδηγούν σε γενικεύσεις και ακόμη περισσότερο σε μια νοσηρή δυσπιστία έναντι πάντων. Κοιτάζοντας πιο νηφάλια πρέπει να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι υπάρχουν πολλές υγιείς δυνάμεις, οι οποίες πρέπει να ενθαρρυνθούν για την εκ των έσω αλλαγή νοοτροπίας και πρακτικών. Τη στάση αυτή πρέπει να ενισχύσει εμπράκτως σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της χώρας. Ξεκινώντας θα έλεγα με την εκκαθάριση δύο σημαντικών εκκρεμοτήτων, που καταγράφονται στο Στρατηγικό μας Σχέδιο ως θέματα υψηλής προτεραιότητας και πρέπει το ταχύτερο δυνατόν να τακτοποιηθούν από τη Βουλή αυτή.
Αναφέρομαι πρώτον στο ζήτημα του ελέγχου του πολιτικού χρήματος, και δεύτερον στο ζήτημα του ειδικού κατά το Σύνταγμα προνομιακού καθεστώτος της ποινικής μεταχείρισης υπουργών και βουλευτών.
Γνωρίζω ότι πρόκειται για θέματα ευαίσθητα. Δεν ξέρω όμως αν, ειδικά ως προς το δεύτερο από τα θέματα αυτά, η κοινωνία θα συγχωρήσει την πολιτική, αν τυχόν, λόγω οποιασδήποτε χρονοτριβής ή οποιωνδήποτε έκτακτων περιστάσεων, χαθεί η ευκαιρία να ξεκινήσει η αναθεώρηση στην παρούσα Βουλή ώστε να ολοκληρωθεί σε εύλογο χρόνο.

Ο κ. Ιωάννης Τέντες είναι εθνικός συντονιστής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, επίτιμος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων