ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τα ελληνικά μας και η εθνική μας συνείδηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 15.09.2019

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Οπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, / όπου και να θολώνει ο νους σας, / μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό / και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

Μήπως να ακούσουμε αυτό που μας λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Αξιον Εστί»; Οχι μόνον να τον απολαύσουμε ή να τον τραγουδήσουμε όπως τον μελοποίησε ο Θεοδωράκης σε ένα από τα καλύτερα έργα του. Οχι μόνον να αισθανθούμε υπερήφανοι για το Νομπέλ του, που πολλοί από μας το μπερδεύουν με το Euro στο ποδόσφαιρο. Να τον ακούσουμε και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι θέλει να μας πει.

Τι θέλει να πει ο ποιητής όταν μας καλεί, στις δύσκολες στιγμές, να μνημονεύουμε τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη; Δεν είναι, φαντάζομαι, τόσο αφελής ώστε να πιστεύει πως η ποίηση μπορεί να μας γλιτώσει από τα δεινά του κόσμου τούτου. Αλλο εννοεί, κι αυτό που εννοεί μπορεί να βρει άμεσο αντίκρισμα στη δική μας ζωή. Η ποίηση σου δίνει τόπο να πατήσεις για να μπορείς να κρίνεις τον εαυτό σου και τον κόσμο. Η ποίηση σου δίνει γλώσσα και η γλώσσα είναι το αίσθημα της πατρίδας.

Τις σκέψεις αυτές έκανα όταν είδα τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η δήλωση της υπουργού Παιδείας κ. Κεραμέως για τη διδασκαλία της Ιστορίας. Αυτή πρέπει να συμμετέχει στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, είπε. Μπουμ ηκούσθη στον αέρα, με αποτέλεσμα να ξυπνήσουν εν μέσω της νυκτός οι προοδευτικές συνειδήσεις για να θυμηθούν πως έχουν λόγο ύπαρξης. Πώς είναι δυνατόν να μιλάει μια υπουργός για «εθνική συνείδηση» στη χώρα των ανοικτών συνόρων που ονειρεύεται να χειραφετηθεί στην πολυπολιτισμική Ευρώπη;

Ανήκω στις γενιές που στο σχολείο διδάσκονταν μια αμιγώς εθνοκεντρική Ιστορία. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μια παρέκβαση από την αδιάπτωτη ροή των εθνικών χυμών, η Αναγέννηση, οι ανακαλύψεις, παρενθέσεις που ακολουθούσαν τους ατέλειωτους εκείνους καταλόγους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, οι δε αιώνες της οθωμανικής κατοχής πέτρινο γεφυράκι που οδηγούσε αβίαστα στο ξέσπασμα της Επανάστασης. Τελειώναμε το σχολείο χωρίς να έχουμε ιδέα για την υπόλοιπη Ευρώπη, ή τους άλλους μεγάλους πολιτισμούς του πλανήτη. Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο: η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρώπη, χωρίς οι Ελληνες να ξέρουν ποια είναι αυτή η περίφημη Ευρώπη, για την οποία όλοι μιλούσαν αλλά ελάχιστοι την ήξεραν.

Ετσι οδηγηθήκαμε στην αντίπερα όχθη, σε μια εκπαίδευση που εξόρισε οποιαδήποτε σκέψη εθνικής συνείδησης, έκφραση η οποία, ακόμη και στον δημόσιο λόγο, αυτομάτως σε στιγμάτιζε ως αντιδραστικό. Απ’ αυτήν την άποψη θεωρώ απολύτως θετική την πρόθεση της κ. Κεραμέως. Δεν είναι δυνατόν να αισθανόμαστε ένοχοι επειδή είμαστε Ελληνες, έχουμε τη δική μας Ιστορία, όπως έχουν οι Γάλλοι ή οι Ισπανοί τη δική τους. Συμμετέχουμε στην Ευρώπη ως Ελληνες και, αν θέλουμε η συμμετοχή μας να είναι δημιουργική, οφείλουμε, πριν απ’ όλα, να καλλιεργήσουμε τη δική μας εθνική συνείδηση.

Επανέρχομαι όμως στον Ελύτη και στην ανάγκη να ακολουθήσουμε τον δρόμο που μας υποδεικνύει. Η διδασκαλία της Ιστορίας ακολουθεί. Προηγείται το εργαστήριο της εθνικής συνείδησης, η γλωσσική ευαισθησία. Αν οι λέξεις έχουν φθαρεί μες στην κοινοτοπία, αν έχουν χάσει τη σημασία τους, δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβεις τι πραγματικά έγινε στα βουνά της Αλβανίας το 1940. Δεν αναφέρομαι στην φθισική διδασκαλία των ελληνικών, τη γραμματοσυντακτική επάρκεια. Αναφέρομαι στη σχέση που καλλιεργεί το σχολείο ανάμεσα στο παιδί και στα έργα της λογοτεχνίας. Αυτό το «μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη» του Ελύτη.

Η λογοτεχνία είναι ζωντανή πραγματικότητα. Κι ας έχει γραφτεί πριν από εκατό χρόνια· όταν τη διαβάζεις το 2019, ανήκει στο 2019. Αν δεν σε πείσει, τότε θα μείνει στο ράφι ως ιστορικό κειμήλιο. Η λογοτεχνία είναι το κεφάλαιο της γλώσσας, και η γλώσσα το κεφάλαιο της εθνικής συνείδησης. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, χειραγωγημένο από το βαθύ κράτος των συνδικαλιστών, έχει παραμερίσει τη λογοτεχνία διότι η ανάγνωση και η κατανόησή της απαιτούν κόπο. Προτιμούν τις έτοιμες συνταγές της έκθεσης ιδεών. Last but not least. Οι Ελληνες μπορεί να έχουν πολλά διπλώματα επάρκειας στις ξένες γλώσσες, όμως ελάχιστοι τις χειρίζονται με την άνεση που αντιστοιχεί στον κόπο τον οποίον κατέβαλαν για να πάρουν το DELF ή το Proficiency. Μας λείπει η γλωσσική ευαισθησία των ελληνικών που θα μας επέτρεπε να κατακτήσουμε και την ευαισθησία των ξένων γλωσσών.

Σκέψεις κάποιου που δεν είναι εκπαιδευτικός, όμως αγαπάει την Ελλάδα όχι χάρη στην οικονομική της ή στην στρατιωτική της ισχύ –εντάξει δεν τα έχω και τελείως χαμένα–  ούτε επειδή νοσταλγεί την παιδική του ηλικία. Την αγαπάει επειδή μπορεί ακόμη να διαβάζει τα «Ρόδινα Ακρογιάλια» και να συγκινείται με τις ερωτικές τους ιστορίες, οι οποίες, χωρίς τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, θα ήσαν κοινότοπες. Κι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι η γλώσσα μας, η σπονδυλική στήλη της εθνικής μας συνείδησης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΚΚΑΣ*

Ιστορία και εθνική αυτογνωσία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 15.09.2019

Σε πρόσφατη δήλωσή της η υπουργός Παιδείας τόνισε ότι το μάθημα της Ιστορίας δεν πρέπει να έχει «κοινωνιολογικό» χαρακτήρα, αλλά να καλλιεργεί την εθνική συνείδηση. Προφανώς ήταν μια σύντομη δήλωση προς το τέλος μιας συνέντευξης. Το θέμα του ρόλου του μαθήματος της Ιστορίας στην εκπαίδευση είναι τεράστιο και απασχολεί κατά περιόδους όλα τα κράτη της Ευρώπης και την Ε.Ε. συνολικά. Εδώ θα προβούμε σε ορισμένες μόνο βασικές επισημάνσεις.

Η επιστήμη της Ιστορίας δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν υπηρετεί τον ένα ή τον άλλο σκοπό. Είναι μια κοινωνική επιστήμη, που εξετάζει τις δράσεις του ανθρώπου και των ποικίλων συλλογικοτήτων στο παρελθόν με συγκεκριμένες επιστημονικές μεθόδους και με συγκεκριμένους στόχους.

Η Ελλάδα διαθέτει έναν πολύ σπουδαίο πολιτισμό 3.500 ετών. Επομένως το μάθημα της Ιστορίας δεν μπορεί να αγνοεί, να παραβλέπει ή να υποβαθμίζει σημαντικές πτυχές αυτού του πολιτισμού. Είναι η παράδοσή μας, η ταυτότητά μας, η συλλογική μας μνήμη, η κοινή μας πρακτική, βασικό στοιχείο του είναι μας. Η εθνική ταυτότητα είναι αποτέλεσμα ιστορικών και ιδεολογικών διεργασιών που καταλήγουν στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης. Εθνική συνείδηση σημαίνει επίγνωση των επιτευγμάτων αλλά και των αποτυχιών του έθνους, των κοινών προσπαθειών και συγκλίσεων αλλά και των διαφοροποιήσεων και συγκρούσεων, των αλληλεπιδράσεών του με άλλους πολιτισμούς και της θέσης του στο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι.

Η έμφαση στην εθνική αυτογνωσία, ιδιαίτερα στις χαμηλότερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, δεν οδηγεί νομοτελειακά στην περιφρόνηση των άλλων ταυτοτήτων ούτε στον υπερτονισμό της δικής μας ταυτότητας, ούτε αναγκαστικά στη διατύπωση απόψεων που υπαγορεύονται από παρωχημένες εθνοκεντρικές παρορμήσεις. Αντίθετα, η βαθιά γνώση των λεγόμενων «εθνικών αφηγημάτων» είναι η βάση για να προχωρήσουμε σε πιο πλατιά ερμηνευτικά σχήματα, εντάσσοντάς τα στο διεθνοποιημένο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον του σήμερα.

Επιπλέον, μια «ολική προσέγγιση» της ιστορικής εξέλιξης, που δεν λαβαίνει υπόψη της τις μαθησιακές ανάγκες και δυνατότητες, μπορεί να οδηγήσει σε γνωστική σύγχυση εξαιτίας της προχειρότητας κατά την εξέταση μείζονος σημασίας ζητημάτων του ιστορικού παρελθόντος και της αδυναμίας διάκρισης του εκάστοτε ουσιώδους από το επουσιώδες.

Φυσικά, το μάθημα της Ιστορίας δεν καλλιεργεί μόνο την εθνική συνείδηση. Πρωταρχικός στόχος είναι η διαμόρφωση ιστορικής συνείδησης, δηλαδή της ικανότητας κατανόησης της ιστορικής εξέλιξης και των παραγόντων που την επηρεάζουν. Η πολύπλευρη ερμηνεία του παρελθόντος μάς βοηθάει να αποκτήσουμε κριτική σκέψη και μας εθίζει στη λογική, στις έννοιες και στις ερευνητικές μεθόδους της επιστήμης της Ιστορίας. Μας εθίζει επίσης στην πρακτική της συγκρότησης ορθολογικών ερευνητικών εγχειρημάτων, που συμβάλλουν στην αποϊδεολογικοποίηση του παρελθόντος. Επιπροσθέτως, ο ρόλος του μαθήματος της Ιστορίας είναι κυρίως ανθρωπιστικός, καθώς μέσω της γνώσης της ιστορικής εξέλιξης οι μαθητές μπορούν να προσεγγίσουν και να κατανοήσουν τις οικουμενικές αξίες του ανθρωπισμού, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ανεκτικότητας στις σχέσεις μεταξύ ατόμων και λαών.

Οταν κάποτε δίδασκα σε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ρώτησα μαθητές Γ΄ Λυκείου ποιο σημαντικό γεγονός για τον κόσμο συνέβη το 1939. Αν και μόλις πρόσφατα είχαν διδαχθεί τη σχετική ενότητα, ελάχιστοι έδωσαν μια απάντηση. Αυτή η εντυπωσιακή και παράλληλα τραγική, θα έλεγα, έλλειψη ιστορικής γνώσης δεν αφορά μόνο τη μαθητική κοινότητα. Είναι μέρος ενός γενικότερου προβλήματος που συνδέεται με την απουσία ιστορικής παιδείας και ικανότητας τοποθέτησης του σήμερα μέσα σε μια συνεκτική ιστορική διαδρομή.

Ο σπουδαίος ιστορικός Ερικ Χόμπσμπαουμ, στο βιβλίο του «Η εποχή των άκρων», επισημαίνει τα εξής: «H καταστροφή του παρελθόντος ή καλύτερα των κοινωνικών μηχανισμών που συνδέουν τη σύγχρονη εμπειρία κάποιου με την εμπειρία παλαιότερων γενεών είναι ένα από τα χαρακτηριστικά και δυσάρεστα φαινόμενα στα τέλη του 20ού αιώνα. Οι περισσότεροι νέοι μεγαλώνουν σε συνθήκες διαρκούς παρόντος, χωρίς να έχουν καμιά οργανική σχέση με το κοινό παρελθόν της εποχής στην οποία ζουν». Στη δική μας χώρα οι ευθύνες για την απουσία «οργανικής σχέσης» με το παρελθόν πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας και στον τρόπο με τον οποίο πολιτεία και κοινωνία αντιμετωπίζουν και προσλαμβάνουν την ιστορική γνώση. Πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε νέας πρωτοβουλίας για την αναβάθμιση του μαθήματος, ας εξετάσουμε τη σημασία του στη σύγχρονη εποχή έχοντας στον νου μας τη χαρακτηριστική φράση του Comenius: «Γιατί είναι γεγονός πως η γνώση της Ιστορίας αποτελεί την ομορφότερη πλευρά της μόρφωσης: είναι το θεωρείο της ανθρώπινης ζωής».

* Ο κ. Γιάννης Σακκάς είναι καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Ιστορικών της Βρετανίας.

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ελληνικότητα και ελληνόμετρο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 18.08.2019

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η συζήτηση περί «ελληνικότητας» έχει σημαδέψει τη γενιά μου. Μας την κληροδότησαν οι παλαιότεροι, και πριν από μερικές δεκαετίες αναβαπτίστηκε στις ιδεολογικές προδιαγραφές της εποχής. Υπάρχει μια «ελληνικότητα» που όχι μόνον διαφέρει, αλλά έρχεται σε αντίθεση με την «ευρωπαϊκότητα»; Για να υποστηριχθεί η ύπαρξή της επιστρατεύθηκαν η βυζαντινή παράδοση, ο ανατολικός χριστιανισμός, το δημοτικό τραγούδι, τα εργόχειρα και το κλαρίνο. Οι Ελληνες δεν ξέρουν από κλαρινέτο. Ξέρουν μόνον κλαρίνο. Ο Σκαλκώτας δεν ήταν παρά ένας καλός μιμητής τρόπων ξένων προς την ελληνική ψυχή. Κοινώς εκτός πεδίου ελληνικότητας.

Η υπόθεση έφτανε ώς την καταγγελία του Διαφωτισμού και του Κοραή και εν πολλοίς τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας που η θεωρία της «ελληνικότητας» τον θεωρούσε και αυτόν εισαγόμενο. Υποστήριζαν πως τη σχέση της σύγχρονης με την αρχαία Ελλάδα μας τη φόρεσαν οι Ευρωπαίοι λόγιοι, απόδειξη ότι εμείς αναπτύξαμε περισσότερο την προγονολατρία και λιγότερο τη σοβαρή μελέτη τους. Θυμάμαι τον Ν. Γ. Πεντζίκη, που είχε ξεκινήσει ως υπερρεαλιστής για να καταλήξει συναξαριστής, να μου λέει σε μια συνέντευξη για το Τρίτο Πρόγραμμα ότι πρέπει να αφήσουμε τα αρχαία ερείπια να καταρρεύσουν.

Πυρήνας της «ελληνικότητας» ήσαν «των Ελλήνων οι κοινότητες» που φτιάχνουν άλλο γαλαξία όπως λέει κι ο Σαββόπουλος. Κοινώς, ο περιούσιος και καθαγιασμένος «λαός». Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον «Διάλογο για την ποίηση» που άνοιξε με τον Σεφέρη το διατυπώνει με λογιότερο τρόπο: «Στους παλαιότερους λογοτέχνες μας είναι εξαιρετικά έντονη, και κάποτε υπερβολικά αποκλειστική, η προσπάθεια να εκφράσουν αποκλειστικά την ελληνική ψυχή, τη γη της, και την ιστορία της… οι εκφραστικοί τους τρόποι πλάσθηκαν από τη μεγαλύτερη δυνατήν εκμετάλλευση του λαογραφικού μας θησαυρού». Ο διάλογος γίνεται στη δεκαετία του ’30, ο Τσάτσος αναφέρεται στους προηγούμενους, όμως η διατύπωση θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπιστεί ως μανιφέστο της λογοτεχνικής γενιάς του ’30.

Οντως, ώς τη δεκαετία του ’30, αλλά θα έλεγα και ώς τις δεκαετίες ’60 και ’70, ακόμη η ζωή του Ελληνα αγρότη, ή και νησιώτη, δεν διέφερε και πολύ από τη ζωή του στα χρόνια της τουρκοκρατίας, του Βυζαντίου, για να μη φτάσω ώς την ομηρική εποχή. Ο αγρότης που αλωνίζει πετώντας το στάρι στον αέρα για να το ξεχωρίσει ο άνεμος υπάρχει σε φωτογραφία του Αρη Κωνσταντινίδη, αν δεν κάνω λάθος, υπάρχει όμως και στην Ιλιάδα. Τι γίνεται, όμως, στη δεκαετία του ’80, όταν ξεσπάει η συζήτηση περί «ελληνικότητας»; Πολλώ μάλλον το 2019. Για να μην πω ότι η συσχέτιση λογοτεχνικής δημιουργίας με τον λαογραφικό θησαυρό είναι μια πρώτης τάξεως συνταγή για την παραγωγή αισθητικής μετριότητας όπως το απέδειξε η γενιά του ’30 όποτε ακολούθησε κατά γράμμα αυτή τη συνταγή.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Διότι μιλάμε πάντα για δημιουργία και όχι για πολιτική. Ο Τσαρούχης λάτρευε τους ιμπρεσιονιστές και τον Ρενουάρ. Μετέφρασε, όμως, την αισθητική τους γλώσσα σε ελληνική παλέτα. Το ίδιο ισχύει και για τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον κυβισμό, το ίδιο και για τον Εγγονόπουλο και τον υπερρεαλισμό. Ο Σεφέρης συνομιλούσε με τον Βαλερί και τον Ελιοτ και ο Ελύτης με τον Ρενέ Σαρ. Το λέει ο Σεφέρης στον διάλογό του με τον Τσάτσο: η ελληνικότητα έχει να κάνει με τη δημιουργική χειρονομία. Αν καταφέρεις να κάνεις μεγάλη ποίηση στα ελληνικά, ακόμη κι αν δεν ξέρεις ελληνικά, τότε δημιουργείς ελληνικότητα. Ως παράδειγμα ο Σεφέρης φέρνει τους τρεις μεγάλους οι οποίοι, πάντα κατά τον ίδιο, δεν ήξεραν ελληνικά: τον γενάρχη Σολωμό, τον εξόριστο Κάλβο και τον Καβάφη.

Θα μου πείτε τι νόημα έχει μια συζήτηση για την ελληνικότητα, εν έτει 2019, σε μια Ελλάδα που έχει ενταχθεί στη μεγάλη ευρωπαϊκή κοινωνία. Η αλήθεια είναι ότι όταν προ ημερών ξαναδιάβασα έπειτα από χρόνια τον «Διάλογο για την ποίηση» του Σεφέρη με τον Τσάτσο, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι πρόκειται για μια συζήτηση περί όνου σκιάς, παρωχημένη, κατά συνέπεια αδιάφορη. Γεννήθηκαν δεύτερες σκέψεις, αυτές που ακολουθούν σαν τις «Λιτές» τις Ερινύες των σοβαρών κειμένων. Λιτές, θεότητες που λύτρωναν τους μετανοημένους από το κυνήγι των Ερινύων.

Εχει νόημα μια συζήτηση για την ελληνικότητα σήμερα. Θέμα πολύ σοβαρό για να το εμπιστευθούμε στους πολιτικούς ή στους πανεπιστημιακούς που φιλοδοξούν να κάνουν πολιτική καριέρα. Εχει νόημα, διότι θα μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε πως αν ακούγαμε τη φωνή των δημιουργών μας κι αν είχαμε το θάρρος να δούμε τα έργα τους, θα είχαμε απαλλαγεί από μεγάλο μέρος της ψυχασθένειας των πρώτων 200 ετών του νεοελληνικού κράτους.

Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την παιδεία μας. Θα είχαμε τουλάχιστον αντιληφθεί ότι η ελληνικότητα δεν έχει σχέση με το ελληνόμετρο των τσαρλατάνων. Και ότι είναι το βαθύτερο ρεύμα που μας συνδέει με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Αυτό τουλάχιστον μας λένε η λογοτεχνία και η τέχνη μας.

 

 

 

 

 

 

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η χαμένη τιμή της ελληνικότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 13.01.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο​​ Αμος Οζ περνούσε ώρες συζητώντας με την κόρη του τη Βίβλο και το Ταλμούδ. Δεν ήταν θρησκευόμενος, ούτε η κόρη του, όμως ενδιαφέρονταν σ’ αυτά τα κείμενα να βρουν τα στοιχεία της εβραϊκότητας. Ξεκινώντας από τη γλώσσα, υποθέτω, και τη σημασία λέξεων που ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούν και παρακολουθώντας συμπεριφορές και χαρακτηριστικά που τους επιτρέπουν να αναγνωρίζουν την ένταξή τους στην κοινότητα στην οποία ανήκουν. Η εβραϊκότητα είναι το βασικό κύτταρο του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ, όπως και η ελληνικότητα υπήρξε το βασικό κύτταρο της συγκρότησης του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα. Κάπου εδώ σταματούν οι ομοιότητες και οι αναλογίες.

Το Ισραήλ οικοδομήθηκε από την «Εξοδο», συγκεντρώνοντας εβραϊκές κοινότητες από όλον τον κόσμο, που μετέφεραν στην Παλαιστίνη και τη δική τους παιδεία και τη δική τους καλλιέργεια. Είχε προηγηθεί η Σοά. Σημειώνω κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία. Ενώ η Σοά υπήρξε τερατογένεση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αυτό δεν ώθησε τις ελίτ του νέου κράτους να στραφούν εναντίον της Δύσης. Το αντίθετο. Η συνείδηση της εβραϊκότητας δεν συγκροτήθηκε σε αντίθεση με τη Δύση, αλλά για να διεκδικήσει τη δικαίωση που της όφειλε ο δυτικός πολιτισμός. Μιλάω για τον Αμος Οζ και τόσους άλλους συγγραφείς. Δεν μιλάω για τους φανατικούς Ορθόδοξους Εβραίους που ο Αβραάμ Γεοσούα στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η κομπάρσα» εμφανίζει ως απειλή για τη συνοχή της κοινωνίας του Ισραήλ.

Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε από κοινότητες της Νοτίου Βαλκανικής που είχαν κοινή τη γλώσσα και τη θρησκεία. Τη σχέση του με την υπόλοιπη Ευρώπη την εργαλειοποίησε τρόπον τινά, ως μοχλό για την απελευθέρωσή του από τους Οθωμανούς, και για την επιβίωσή του. Οι ελίτ του, αν και κατέβαλαν έντιμες προσπάθειες για να την επεξεργαστούν, προσέκρουαν πάντα σε μια ψυχική αντίδραση την οποία κρατούσε ζωντανή η Ορθοδοξία.

Μην ξεχνάμε ότι όταν στη δεκαετία του ’80 δίπλα στην ελληνική υψώθηκε και η ευρωπαϊκή σημαία στα δημόσια κτίρια, οι συζητήσεις περί ελληνικότητας επικεντρώθηκαν όχι σε όσα μας συνδέουν με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά σε όσα μας απομακρύνουν απ’ αυτόν.

Από τους πιο σοβαρούς νεοορθοδόξους, όπως ο Χρήστος Γιανναράς, ώς τους πιο ευτράπελους που διασκεδάζουν πάντα των «Ελλήνων τις κοινότητες», μετέτρεψαν την ελληνικότητα σε ιδεολόγημα που απάλυνε τον πόνο της αδυναμίας μας να υπάρξουμε στον σύγχρονο κόσμο. Με την οικονομική κατάρρευση η ψυχική απομάκρυνση έγινε νευρική κρίση και τώρα, με την υποβάθμιση της Ελλάδας σε κρατίδιο με σημαία ευρωπαϊκής ευκαιρίας, μετατρέπεται σε αυτοάνοσο νόσημα.

Διερωτώμαι ειλικρινά ποιο θα ήταν το ελληνικό αντίστοιχο των συζητήσεων του Αμος Οζ με την κόρη του. Η κόρη μου έχει γίνει μητέρα και σκέφτομαι με ποιους τρόπους θα μπορούσα να συζητώ με τους δύο εγγονούς μου την «ελληνικότητα». Εννοώ πολύ απλά πράγματα. Γιατί να αγαπήσουν τη γλώσσα που μιλάνε, πώς θα βλέπουν τον Παρθενώνα με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που τον βλέπει ο καθ’ όλα αξιοσέβαστος Ιάπων, ποια είναι τα έργα που θα τους επιτρέψουν να μην αισθάνονται μειονεκτικά απέναντι στα έργα άλλων λαών, τι μπορεί να σημαίνει γι’ αυτούς που ζουν στον 21ο αιώνα ο Αχιλλέας ή η Αντιγόνη, και γιατί συγκινεί ακόμη η ακολουθία του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή; Κοινώς, ποια είναι τα συστατικά της ελληνικότητας και με ποιον τρόπο αυτή η ελληνικότητα μπορεί να κυκλοφορήσει στο ευρωπαϊκό τοπίο; Πρέπει να βρω τον τρόπο να τους εξηγήσω ότι την Ελλάδα αρχίζεις να την εκτιμάς μόνον όταν μπορείς να τη δεις από απόσταση.

Δεν έχουμε σημεία αναφοράς, όπως η Βίβλος ή το Ταλμούδ; Εχουμε και παραέχουμε, ζουν ανάμεσά μας, απλώς έχουμε χάσει την ικανότητα να τα βλέπουμε. Είτε γιατί πάσχουμε από πρεσβυωπία και δεν μπορούμε να δούμε ό,τι είναι κοντά μας, είτε γιατί μας χτύπησε ο καταρράκτης απ’ την πολλή ηλιοφάνεια και μας περιορίζει την ορατότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο ασθένειες είναι γεροντικές. Ναι, είμαστε μια γερασμένη κοινότητα. Και είμαστε γερασμένοι διότι βαρεθήκαμε τον εαυτό μας.

Να διδάσκουμε ελληνική παιδεία στα παιδιά μας, όχι για να τα κάνουμε να πιστέψουν σε ένα μεγαλείο εν πολλοίς παρωχημένο και σίγουρα άκυρο, αλλά για να τους δώσουμε τα σημεία αναφοράς που θα τους επιτρέψουν να εντοπίσουν την αξία της συνύπαρξής τους. Ομως, δεν διδάσκουμε γλώσσα, δεν διδάσκουμε Ιστορία, δεν ξέρουμε να διδάξουμε Σοφοκλή ή Θουκυδίδη. Είμαστε άξιοι της τύχης μας; Αν το πιστέψουμε αυτό χαθήκαμε.

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων