ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ – ΝΕΟΙ – ΓΗΡΑΤΕΙΑ

Πάγος

Κοσμάς Βίδος

ΤΟ ΒΗΜΑ

Έπεσα τυχαία, χαζεύοντας στο Instagram τη σελίδα ενός γνωστού (από όσο κατάλαβα) φωτογράφου μόδας. Είχε ανεβάσει δεκάδες φωτογραφίες ημίγυμνων μοντέλων. Κοριτσιών όμορφων αλλά λιπόσαρκων, γυμνασμένων αλλά εμφανώς υποσιτισμένων για τις ανάγκες του επαγγέλματος και για να συντηρήσουν την εικόνα που θέλει η αγορά της ομορφιάς. Ποιας ομορφιάς;

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ: https://blogs.sch.gr/dstefanou/2022/06/29/pagos/

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηλικιοφοβία στην παραγωγή και την εργασία

Καθώς ζούµε παραπάνω, χρειαζόμαστε θέσεις εργασίας για μεγαλύτερους. Είμαστε πολλοί, ενώ μια αξιοπρεπής σύνταξη απαιτεί αργότερη αποχώρηση. Ομως οι θέσεις εργασίας μειώνονται. Πού οφείλεται η επιφυλακτικότητα απέναντι στον μεγαλύτερο εργαζόμενο;

Υπάρχουν ανοικτές απαγορεύσεις εργασίας: Στο πανεπιστήμιο μετά τα 67, στους δικαστικούς και (άτυπα) στο Δημόσιο. Καραδοκεί το οξύμωρο η μέγιστη ηλικία για εργασία (πανεπιστήμιο) να ξεπερνάει την ελάχιστη για συνταξιοδότηση (ΕΦΚΑ)…

Τέτοιοι περιορισμοί πηγάζουν από θεώρηση της αγοράς εργασίας ως πεδίου ανταγωνισμού, όπου η πρόσληψη κάποιου συνεπάγεται αυτόματα τον αποκλεισμό άλλου. Ομως η παραγωγή δεν είναι καλλιστεία που κατανέμουν δεδομένες θέσεις. Αν δουλεύουν περισσότεροι δημιουργείται πλεόνασμα για όλους· είναι θέμα χειρισμών αυτό να κατανεμηθεί δίκαια.

Αυτό ισχύει ακόμη και αν διαφορετικές δεξιότητες είναι ανταγωνιστικές. Το πλεόνασμα όμως είναι μεγαλύτερο αν διαφορετικές ηλικίες συμπληρώνονται: Η δύναμη με τη γνώση. Ο ενθουσιασμός με την ωριμότητα. Η κατάρτιση με το mentoring. Τα αντανακλαστικά με την ενσυναίσθηση.

Οι εξελίξεις στη φύση της εργασίας θα έπρεπε να ενθαρρύνουν την παραμονή: η σωματική αντοχή παίζει μικρότερο ρόλο, η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού φιλοδοξεί να αξιοποιεί διαφοροποιημένα προσόντα, οι εξελίξεις στη φυσική υγεία αίρουν εμπόδια στις κρίσιμες ηλικίες 55 με 70. Παλαιότερα, τα γυαλιά πρεσβυωπίας έδωσαν παράταση ενεργοποίησης εκατομμυρίων ανθρώπων. Σήμερα, αν και οι νεοεισερχόμενοι στις ηλικίες αυτές δεν είναι «ψηφιακοί ιθαγενείς», είναι πιο μορφωμένοι, ενώ ήταν εκείνοι που εισήγαγαν τις νέες τεχνολογίες στην παραγωγή. Οι παράγοντες αυτοί συντείνουν στην απουσία απλοϊκής συσχέτισης της κατά κεφαλήν παραγωγικότητας με την ηλικία: Οι μεγαλύτεροι δεν είναι λιγότερο παραγωγικοί. Είναι ειρωνεία ότι η παραγωγικότητα βρίσκεται σε ανοδική πορεία σε πανεπιστήμια που απαγορεύουν την εργασία ή σε τράπεζες που πρωτοστατούν σε «εθελουσίες» εξόδους.

Τι φταίει, λοιπόν, και δεν υπάρχουν δουλειές; Μετά την πανδημία, παρά τις γενικευμένες ελλείψεις εργαζομένων, οι νέες θέσεις για μεγαλύτερες ηλικίες είναι λιγότερες από αυτές που χάθηκαν. Στη Γερμανία όπου επί είκοσι χρόνια επεκτεινόταν η εργασία μεγαλυτέρων, σημειώνονται εξάρσεις συνταξιοδότησης αλλά και ανεργία στις ηλικίες 50-65. Στην Ελλάδα, οι ουρές συνταξιοδοτικών εκκρεμοτήτων δεν έχουν τελειωμό.

Το πρόβλημα των άνω των 50 είναι να αλλάξουν δουλειά ή να βρουν νέα αν χάσουν αυτή που είχαν. Η αγορά εργασίας για αυτούς είναι ανύπαρκτη.

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε υστέρηση φυσικής παραγωγικότητας, αλλά στο κόστος. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι κοστίζουν περισσότερο στον εργοδότη επειδή αμείβονται περισσότερο τόσο ανά ώρα όσο και σχετικά με την παραγωγικότητα. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε «μισθούς καριέρας», οι οποίοι αρχίζουν χαμηλά και κλιμακώνονται· αυτό επιβραβεύει τη μακρά θητεία, διαμορφώνει όμως κατάσταση που ο εργοδότης έχει συμφέρον να διακόψει τη συνεργασία σε μεγάλες ηλικίες. Στο Δημόσιο η αμοιβή καθορίζεται από «τριετίες», θεσπίζοντας άμεση σχέση με τη θητεία (και ηλικία), ενώ η ιεραρχική δομή αντιστρατεύεται τη συμπληρωματικότητα. Κοινός τόπος στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα η προστασία εργαζομένων με μεγαλύτερη θητεία: η ηλικιακή κλιμάκωση των αμοιβών πλαισιώνεται από αντίστοιχη προστασία από απόλυση. Αποτέλεσμα, οι εργοδότες ψάχνουν ευκαιρίες να απεγκλωβιστούν από τη δαπανηρή παρουσία των μεγαλύτερων. Αυτό εξηγεί τις «εθελουσίες εξόδους» αλλά και την ενθάρρυνση των εργαζομένων να καταθέτουν αίτηση συνταξιοδότησης το ταχύτερο δυνατόν (στην Ελλάδα) ή να «ποντάρουν» σε παρακάμψεις, όπως συντάξεις αναπηρίας (στην Ολλανδία) ή μακροχρόνια ανεργία (Γερμανία). Εξηγεί επίσης και τακτικές «στοχοποίησης» εργαζομένων στους χώρους εργασίας προκειμένου να φύγουν «οικειοθελώς».

Ακόμα και καλοπροαίρετη, η προστασία για όσους εργάζονται συνεπάγεται εμπόδια για όσους προσπαθούν να βρουν δουλειά. Το πρόβλημα των μεγαλύτερων εργαζομένων δεν είναι να συνεχίσουν την εργασία. Είναι να βρουν καινούργια δουλειά αν (για οποιονδήποτε λόγο) χάσουν αυτή που είχαν. Ετσι, επιχειρήσεις που ανοίγουν ξανά μετά την πανδημία προτιμούν άλλους. Το πρόβλημα των άνω των 50 είναι να αλλάξουν δουλειά ή να βρουν νέα αν βρεθούν χωρίς. Η αγορά εργασίας για αυτούς είναι ανύπαρκτη.

Εκεί υπεισέρχεται ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» – τα αρνητικά ηλικιακά στερεότυπα. Ο «μπαρμπα-Γιώργος» είναι συμπαθής όσο παραμένει στο εργοστάσιο. Αν κάνει αίτηση να προσληφθεί ως άγνωστος, προσκρούει σε τείχος άρνησης. Ξαφνικά γίνεται ψηφιακά φοβικός, ανεπίδεκτος μαθήσεως, ένας δεινόσαυρος που διαταράσσει ισορροπίες. «Και τι τη θέλει τη δουλειά; Δεν του φτάνει η σύνταξη;». Αν το βιογραφικό του είναι πλούσιο, είναι ξεπερασμένος. Αν του λείπουν γνώσεις πληροφορικής, ουδείς θα του προσφέρει κατάρτιση. Ο δυναμισμός κινδυνεύει και μόνο με την εισβολή του Γιώργου στην «οικογενειακή φωτογραφία» της επιχείρησης.

Η ηλικιοφοβία είναι η πιο ανθεκτική και διαβρωτική μορφή προκατάληψης. Δεν αποκρύπτεται, αλλά διατυμπανίζεται ως άνοιγμα στη νέα γενιά. Ο μηχανισμός εμπέδωσής της είναι ο ίδιος με τον σεξισμό, τον εθνοκεντρισμό, την ομοφοβία. Η ύπαρξη προκατάληψης δικαιολογεί ενέργειες που καταλήγουν να επιβεβαιώνουν την ορθότητά της. Το πρόβλημα με την ηλικιοφοβία είναι ότι τα στερεότυπα τα υιοθετούν και τα μεταδίδουν οι ίδιοι που τα υφίστανται: «Τόπο στα νιάτα»· «εμείς τα φάγαμε τα ψωμιά μας»· κ.ο.κ.

Η εργασία των 50+ δεν είναι αναγκαίο κακό, αλλά αδήριτη ανάγκη. Για να αξιοποιηθεί πρέπει να θέλουν οι ίδιοι, αλλά να τους θέλουν οι εργοδότες και η παραγωγή.

* Ο κ. Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η γενιά που δεν έχει σηκώσει κεφάλι

Από τα 700 ευρώ του 2007 στην κρίση, στα μνημόνια και στα 350 ευρώ, στον φόβο για το μέλλον… μετά πανδημία, τώρα πόλεμος

Ποιος θυµάται τη γενιά των 700 ευρώ; Ηταν εκεί γύρω στο 2007 όταν οι εφημερίδες είχαν αρχίσει να γράφουν για το φαινόμενο των νέων, εκεί στα 25-35, που δυσκολεύονταν να βρουν δουλειά η οποία να ανταποκρίνεται στις γνώσεις και στα προσόντα τους, που πληρώνονταν λίγα και «μαύρα», πτυχιούχοι που βρέθηκαν να είναι ανασφαλείς και ανασφάλιστοι. Ουδείς φυσικά περίμενε ότι η ανασφάλεια θα γινόταν συνώνυμη αυτής της γενιάς και θα την ακολουθούσε μέχρι και σήμερα. Στην οικονομική κρίση τα 700 ευρώ έπεσαν στα μισά, η ανεργία εκτοξεύθηκε, αναδύθηκε ο φόβος για το σήμερα και το αύριο. Μνημόνια, διχασμός, η ανήκουστη έως τότε σκέψη της μετανάστευσης. Και μετά; Μια πανδημία που ξαναπάγωσε τα όνειρά τους και μετέτρεψε τον φόβο της επιβίωσης σε φόβο του θανάτου. Και στην απόληξη του τελευταίου τούνελ, ένας πόλεμος…

«Εγώ πιστεύω ότι το τραύμα για τη δική μας γενιά είναι μονόδρομος. Αυτό έχει πια αποκρυσταλλωθεί μέσα μου», λέει στην «Κ» η 46χρονη Σοφία Φατούρου από τη Μελβούρνη όπου ζει τα τελευταία επτά χρόνια με την οικογένειά της. Δημοσιογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός στην Αθήνα, είδε στην κρίση τον μισθό της να συρρικνώνεται, τους συναδέλφους της να απολύονται, «τίποτα να μη βγάζει νόημα». «Οσοι είχαν μια δουλειά και την κρατήσανε πάει καλά, όσοι είχαν δικό τους σπίτι επίσης. Για τους υπόλοιπους υπήρχε απόλυτη έλλειψη προοπτικής, ήμασταν μια χαμένη γενιά». Τα ζύγισαν, είδαν τι αντέχουν («άλλους τους πονάει πιο πολύ να φύγουν, άλλους τους πονάει πιο πολύ να μείνουν») και έφυγαν για Αυστραλία. Αγνωστοι μεταξύ αγνώστων, στο κατώφλι των 40, να ψάχνουν πατήματα και μια νέα καριέρα. Τα κατάφεραν. Με κόστος, αλλά τα κατάφεραν. «Κοιτώντας πίσω χαίρομαι που το έκανα. Χαίρομαι που έχω την εμπειρία στα 46 να έχω μια καινούργια καριέρα. Αυτό θα ήταν δύσκολο στην Ελλάδα», λέει με τον τίτλο της συμβούλου στρατηγικής επικοινωνίας σε μεγάλο οργανισμό.

«Αντί να πάω μπροστά, πάω πίσω. Ομως δεν τα παρατάω. Εμείς έχουμε περάσει διά πυρός και σιδήρου, είμαστε ευέλικτοι, ανθεκτικοί, την κυνηγάμε τη ζωή».

Υστερα από όλα αυτά, πώς αντιμετώπισε την πρόκληση μιας πανδημίας; «Είναι απίστευτο, αλλά εμείς οι μετανάστες της Αυστραλίας κρατήσαμε όρθια την αγορά εδώ. Από το ψυχικό σθένος των ανθρώπων που είχαν ήδη περάσει δύσκολα άντεξε η Αυστραλία. Εμείς είχαμε ξαναπεράσει κάτι σαν lockdown. Μεγαλώνοντας παιδιά χωρίς βοήθεια για παράδειγμα».

Την Κατερίνα Κυριακίδου, 38 ετών σήμερα, βρήκε η κρίση στο… φροντιστήριο. Τότε σπούδαζε Νεότερη Ιστορία στο Πάντειο και παράλληλα εργαζόταν σε φροντιστήρια. «Ολα αυτά βέβαια στο πλαίσιο των χαμηλών μισθών και της έλλειψης ασφάλισης. Ποτέ δεν κατάφερα να έχω το μπάτζετ για να συντηρώ ένα μπλοκάκι». Ωστόσο κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές της. Τον Νοέμβριο του 2020 ολοκλήρωσε το διδακτορικό της, ακριβώς πάνω στην επέλαση του κορωνοϊού. Τα ερευνητικά προγράμματα που είχε βάλει στόχο «πάγωσαν», μαζί και η καριέρα της που δεν πρόλαβε ποτέ να ξεκινήσει. Ετσι άρχισε πάλι τα ιδιαίτερα. «Αντί να πάω μπροστά, πάω προς τα πίσω», λέει στην «Κ». «Ομως δεν τα παρατάω. Εμείς έχουμε περάσει διά πυρός και σιδήρου, είμαστε ευέλικτοι, ανθεκτικοί, την κυνηγάμε τη ζωή».

Η Μαρία Γοζαδίνου, 42 ετών, έχει ένα «κακό». Αγαπάει τη δουλειά της –ασχολείται με τον φωτισμό στο θέατρο– πολύ, ακόμα κι αν για χάρη της περνάει ενίοτε αρκετά δύσκολα. «Στον χώρο μας η ανασφάλεια είναι μεγάλη, πόσο μάλλον εν μέσω οικονομικής κρίσης», λέει στην «Κ». Υπομονή στην υπομονή και δουλεύοντας σεζόν στον τουρισμό για να βγουν τα έξοδα, ξεπρόβαλε η πανδημία. Ο πολιτισμός χτυπήθηκε σφόδρα. «Κάθε γενιά περνάει τα δικά της, δεν θέλω να συγκρίνω. Αυτό που ξέρω είναι ότι κάποιοι άνθρωποι τα παρατάνε, αλλά κάποιοι το παλεύουν και θέλουν να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Λες “το παλεύουμε όλοι μαζί”. Αλλιώς βάζεις μια πέτρα και… γεια σας», λέει γελώντας.

Η γενιά που δεν έχει σηκώσει κεφάλι-1

Διαδοχικά τραύματα που αφήνουν σημάδια

Οικονομική κρίση, πανδημία, πόλεμος. Μια αλληλουχία «έκτακτων γεγονότων», κρίσιμων στιγμών, μια διαδοχή τραυμάτων που αφήνουν τα σημάδια τους. Οι ψυχολόγοι το ζουν από πρώτο χέρι. Τη γενιά των 700 ευρώ την ακολουθεί ένας κόφτης στο να αφήσει το δικό της στίγμα, παρατηρεί μιλώντας στην «Κ» η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Ιωάννα Γεωργοπούλου. «Οι συνεχείς κρίσιμες περίοδοι δοκιμάζουν την αντοχή και την ανθεκτικότητά της κι αυτό ενισχύει το άγχος, την απογοήτευση, την παραίτηση, τον φόβο και τη ματαίωση. Οδηγεί βέβαια παράλληλα και σε μια απελευθέρωση από τις κοινωνικές απαιτήσεις. Ποιος και τι να σου ζητήσει όταν το μόνο που έχει να σου δώσει είναι ευκαιρίες των 700 ευρώ, και εσύ τι να δώσεις για να αξίζεις τα λεφτά σου; Βάλτωμα».

Μόνο που στους βάλτους εκτός από ρηχά και βρώμικα, είναι και ζεστά. «Εκεί κατοικεί η γενιά των 700 ευρώ χωρίς ενοχές. Οταν δεν μπορείς να φανταστείς το αύριο, όταν τα σχέδιά σου χωράνε σε ένα ποστ ή ένα… ποστ ιτ, τότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αναζήτησης νοήματος. Αναρωτιέσαι αν αξίζει και στην άγρα στόχων κουράζεσαι». Η οικογένεια έχει λειτουργήσει σαν μαξιλάρι – εκεί που αναπαύεσαι και εκεί που ξεσπάς. «Υπάρχει μια απρόθυμη επιστροφή σε παλαιότερους ρόλους. Μεταμορφώνεται σε υπερφυσικό μωρό που βρίσκει καταφύγιο στην οικογένεια. Μέσα στην “κούνια” προσπαθούν να ηρεμήσουν οι φόβοι και η ανησυχία και να δει τι μπορεί να κάνει με αυτό που περισσεύει και δεν βολεύεται».

«Αυτό που συνέβη στις Ελληνίδες και στους Ελληνες είναι ότι δεν έχουν προλάβει να επεξεργαστούν τα τραύματα που έχουν αφήσει πίσω τους όλα αυτά τα ξαφνικά και απρόσμενα γεγονότα», λέει από την πλευρά του στην «Κ» ο ψυχολόγος Δημήτρης Σταράκης, ο οποίος κάνει συνεδρίες και με Ελληνες που ζουν στο εξωτερικό, έχοντας φύγει με το τελευταίο μεταναστευτικό κύμα. Πώς να προλάβουν όταν το ένα διαδέχεται το άλλο; «Ομως οφείλουμε να αναγνωρίσουμε σε αυτή τη γενιά, την οποία ειρωνεύονταν κάποτε οι παλιοί ότι δεν είχε ζήσει πόλεμο, ότι όχι μόνο ζει διαδοχικά τραυματικά γεγονότα αλλά και τα αντιμετωπίζει». Αναγκαστικά αναπροσαρμόζουν την καθημερινότητά τους και τα πλάνα τους. «Οι άνθρωποι αυτοί, ιδίως όσοι βρίσκονται σε θεραπευτικό πλαίσιο, συνεχίζουν να κάνουν πλάνα, αλλά πιο μεθοδικά. Ο ορίζοντας των πέντε – δέκα χρόνων δεν υπάρχει πια, όλα επανεξετάζονται σε πιο βραχυχρόνιο πλαίσιο.

Είναι πιο προσεκτικοί γιατί θέλουν να προστατεύσουν τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους». Είναι σημαντική η δύναμη της κοινότητας, αναφέρει η κ. Γεωργοπούλου. «Χρειάζεται να συνδεθούν, να στηριχθούν και να νιώσουν ικανοί να στηρίξουν κι άλλους». Η διαδικασία δεν είναι απλή, μπορεί να προκαλέσει κάποιες απογοητεύσεις. «Αλλά και μόνο το γεγονός ότι έχουν να σηκώσουν πολλά και είναι εδώ και το προσπαθούν καθημερινά δείχνει ότι απέναντι στο τραύμα δεν παραιτούνται εύκολα και αυτό είναι ελπιδοφόρο», καταλήγει ο κ. Σταράκης.

Η ανασφάλεια κληροδοτείται διογκωμένη στους νεότερους

Από το 2007, όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται τα σύννεφα που προμήνυαν έναν νέο κόσμο, έχουν περάσει 15 χρόνια. Μια αιωνιότητα και μια ημέρα. Η Βάσω Κόλλια διατελούσε τότε γενική γραμματέας Νέας Γενιάς. «Δεν θέλω να σας κρύψω ότι το πρόβλημα της γενιάς των 700 ευρώ εκείνη την εποχή ήταν το μεγάλο μου άγχος. Τόσο εμού όσο και της τότε υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου, που ήταν η πολιτική προϊσταμένη μου», λέει στην «Κ». «Πολλές φορές σκέφτομαι ότι τελικά η γενιά των 700 ευρώ ήταν ο προάγγελος αυτών που θα ακολουθούσαν. Ως γνωστόν, οι οικονομικές κρίσεις χτυπούν πάντα πρώτα τη νέα γενιά και τις γυναίκες.

Είναι όμως και μια γενιά που άντεξε στα δύσκολα: η πρώτη γενιά ανθρώπων που αντιμετώπισε τις συνέπειες του κύματος των οικονομικών κρίσεων που έρχονταν. Η πρώτη που άντεξε στην αμφισβήτηση και τελικά στη διάψευση των σταθερών της κοινωνίας και της ίδιας τους της ζωής. Και άντεξε γιατί είχε αυτοπεποίθηση, μια αυτοπεποίθηση που της έδινε η σκληρή δουλειά που είχε κάνει για τον εαυτό της όχι μόνο σπουδάζοντας αλλά και δουλεύοντας σκληρά, έστω και για 700 ευρώ την τότε εποχή».
Ναι, αυτή η γενιά έχασε πολλά, την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, την προοπτική, την ανεξαρτησία της (πολλοί επέστρεψαν στην ασφάλεια του πατρικού), αλλά, με μια άλλη ανάγνωση, όπως παρατηρεί η καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Βασιλική Γεωργιάδου, κέρδισε και πολλά.

«Μια καταστροφή οδηγεί κάπως αναπόδραστα και σε κάτι θετικό στο διάβα του χρόνου επειδή σε αναγκάζει να προσπαθήσεις πολύ, να δεις εναλλακτικές. Λειτούργησε λοιπόν σαν ευκαιρία, γι’ αυτό έχουμε σήμερα τόσο πολλούς Ελληνες επιστήμονες που εργάζονται στο εξωτερικό και διαπρέπουν και είναι περιζήτητοι και θέλουμε να τους φέρουμε πίσω». Οπως λέει, ιδίως οι λίγο νεότεροι αυτής της γενιάς, οι σημερινοί 35άρηδες, είναι πολύ διεθνοποιημένοι, με καλύτερη κατανόηση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας και του ακαδημαϊκού ερευνητικού περιβάλλοντος. «Εκαναν άλματα τα οποία πιστώνω στους ίδιους. Μόνοι τους τα έκαναν. Η κρίση δημιούργησε την πίεση και τη συμπίεση, άνοιξαν τα φτερά τους και τα κατάφεραν».
Παρ’ όλα αυτά, η κακοδαιμονία συνεχίστηκε. Μετά δέκα χρόνια κρίσης ακολούθησε η πανδημία της COVID-19, που ενίσχυσε τις υπάρχουσες αρνητικές τάσεις, όπως τους χαμηλούς μισθούς και τη στασιμότητα της αγοράς εργασίας. Το αίσθημα ανασφάλειας και αβεβαιότητας ακολουθεί τη γενιά των 700 ευρώ σαν δεύτερο δέρμα, και πλέον «κληροδοτείται» διογκωμένο στους νεότερους. «Ισως να αναζητήσουμε τι είδους συνέπειες έχει αυτό ακόμα και στην ταυτότητα των νέων», λέει στην «Κ» ο αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Βασίλης Βαμβακάς. «Θέλουν να είναι νέοι όπως οι παλιότεροι ή όχι; Παλιά ήσουν η ελπίδα, τώρα το να είσαι νέος παύει να αποτελεί σημείο αναφοράς. Η ταυτότητα του νέου βρίσκεται και αυτή σε αβεβαιότητα. Ισως θα μπορούσε να συνδεθεί και με τα είδη μουσικής που επιλέγουν, τα κενά νοήματος. Ψάχνουν έναν τρόπο να συζητήσουν δυσκολίες και αδιέξοδα, φαντασιώνονται έναν εύκολο τρόπο πλουτισμού που δεν υπάρχει πια».

Χωρίς… μαξιλαράκι

Και εδώ υπάρχει η αισιόδοξη ανάγνωση. «Ισως όλα αυτά οδηγήσουν σε μια πιο ξεβολεμένη γενιά από τη δική μας. Τώρα οι νεότεροι, το βλέπει κανείς ακόμα και στο πανεπιστήμιο, θέλουν να τελειώσουν γρήγορα, να πάνε στο επόμενο βήμα. Αιώνιοι φοιτητές δεν υπάρχουν πια. Η αραχτή ζωή που είχαμε ως νέοι εμείς δεν υπάρχει. Το μαξιλαράκι ασφαλείας που είχαμε εμείς δεν υπάρχει πια», λέει ο κ. Βαμβακάς.
Η Βάσω Κόλλια συμμερίζεται τη ρεαλιστική αισιοδοξία του. «Η σημερινή νέα γενιά αποσβολωμένη από τις καταστάσεις σού δίνει ενίοτε την εντύπωση ότι στερείται από κάθε αίσθηση σκοπού και ελπίδας, ότι γίνεται όλο και πιο παγερή και βίαιη. Οι νέοι αυτή την περίοδο αισθάνονται ιδιαίτερα απομονωμένοι, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η δυσαρέσκειά τους απέναντι στις προηγούμενες γενιές, αλλά και απέναντι στο πολιτικό σύστημα, στην πολιτική εξουσία και γενικότερα σε όλους τους θεσμούς, ενώ ταυτόχρονα δηλώνουν υψηλό πολιτικό ενδιαφέρον. Πιστεύω ότι η σημερινή νέα γενιά επειδή ακριβώς μεγάλωσε και αναγκάσθηκε να ενηλικιωθεί σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα γίνει πιο διεκδικητική, πιο πολιτική, πιο συμμετοχική. Επειδή ακριβώς δεν θεωρεί τίποτα δεδομένο στη ζωή της θα δώσει μάχες για μια πιο ανθρώπινη ζωή και επειδή είναι πιο προικισμένη από τις προηγούμενες μάλλον θα τα καταφέρει καλύτερα».

ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεν ξέρω, δεν απαντώ

Πρέπει οι διασημότητες να έχουν άποψη επί παντός; Η όποια ερώτηση υποχρεώνει σε απάντηση; Βέβαια, στην περίπτωση του Λευτέρη Πετρούνια η ερώτηση για το ελληνικό #ΜeΤoo, τις καταγγελίες κακοποίησης στον χώρο του αθλητισμού, δεν ήταν εκτός του πεδίου του. Ο χειρισμός του θέματος εξέπληξε δυσάρεστα: «Ο πρωταθλητισμός είναι ένας πολύ σκληρός κλάδος. Από κει και πέρα, εάν υπήρξαν, εάν, εάν υπήρξαν, γιατί δεν είμαι σίγουρος, δεν έχω δει κάτι, μεμονωμένα περιστατικά, λυπάμαι πολύ. Ομως, δεν έχω δει κάποιον αθλητή που βρίσκεται στην επιφάνεια και έχει τα φώτα πάνω του ή έχει μάλλον καταφέρει να υλοποιήσει τους στόχους του να έχει κάποιο τέτοιου είδους παράπονο. Ο,τι κι αν σημαίνει αυτό». Ο –αναμενόμενος– αχός που σηκώθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έφερε –αναμενόμενο κι αυτό– τη διόρθωση: «Η δήλωσή μου πήρε μια διαφορετική κατεύθυνση από αυτό που στην πραγματικότητα πρεσβεύω. Πιστεύω ακράδαντα ότι κάθε ένας και κάθε μια που δημοσιοποιεί την προσωπική του ιστορία είναι σίγουρα γενναίος και αξιέπαινος. Η στήριξή μου σε όποιον έχει υποστεί οποιαδήποτε μορφή βίας είναι απολύτως ξεκάθαρη».

Μα καλά, αναρωτιέται κανείς, αυτός ο σπουδαίος αθλητής δεν είχε καν στον νου του, όταν απαντούσε, την «υπόθεση Νάσαρ», το μεγαλύτερο, ίσως, σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης στα αθλητικά χρονικά, που συνέβη στην Αμερική; Με τον αθλίατρο της εθνικής ομάδας ενόργανης γυμναστικής των ΗΠΑ, που παρενοχλούσε σεξουαλικά αθλήτριες κατά τη διάρκεια ιατρικών εξετάσεων, επί σειράν ετών;

Οι ιστορίες, εντός και εκτός Ελλάδος –και στο δικό του άθλημα– είναι πολλές, αποσβολώνουν και εξοργίζουν. Αρα; Πού είναι το πρόβλημα; Στο έλλειμμα ενημέρωσης; Ζουν οι άνθρωποι αυτοί (όπως και ο Στέφανος Τσιτσιπάς ως αρνητής του εμβολίου) μέσα στη δική τους bubble, σε μια φούσκα «προστατευμένη» από τον έξω κόσμο ώστε να δουλεύουν απερίσπαστοι, αφού αναμφίβολα ο πρωταθλητισμός είναι αποτέλεσμα αποκλειστικής αφοσίωσης και απάνθρωπης, σχεδόν, πειθαρχίας;

Κοινωνική συνεισφορά θα ήταν ο προσδιορισμός των ορίων. Η ομολογία όχι μόνο του λάθους ή της ευθύνης, αλλά και της άγνοιας.

Και αν ισχύει αυτό, τότε γιατί πρέπει να αποφαίνονται και για θέματα που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους; Η «επωνυμία» τους γιατί τους καθιστά αυτοδικαίως και γνώστες/εκτιμητές γεγονότων ή της ανθρώπινης συνθήκης; Αναζητάμε απεγνωσμένα υποδείγματα και η επιτυχία και αναγνώριση προσφέρεται για άκριτες εξιδανικεύσεις. Τα ΜΜΕ, από κοντά, τρελαίνονται για διασημότητες, θεωρώντας ότι οι θεαματικότητες/ακροαματικότητες ή οι κυκλοφορίες βασίζονται στην εικόνα και όχι στο περιεχόμενο. Η μεγάλη έκθεση, όμως, φέρνει στην επιφάνεια, μοιραία, και το ανεπεξέργαστο των ανθρώπων. Πώς να αναπληρώσει κανείς το «άδειασμα», όταν δεν μένει χρόνος προσωπικός, όταν η δαπάνη είναι ταχύτερη από κάθε προσπάθεια να καλυφθεί το κενό που δημιουργείται; Ειδικά όταν ο εκτιθέμενος είναι νέος και άγουρος.

Γιατί θα πρέπει ο τάδε πρωταθλητής ή ο δείνα καλλιτέχνης ή ο influencer που αναδύθηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή ο επιτυχημένος στον κλάδο του επιχειρηματίας, να προβάλλεται και ως πρότυπο για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, ντυνόμαστε, τρεφόμαστε, πορευόμαστε, εν γένει, στη ζωή; Γιατί η επαγγελματική κατάκτηση πρέπει να γίνεται και συνώνυμο του χαρακτήρα, να επιδαψιλεύουμε επαίνους για τον συνολικό βίο και να μην περιοριζόμαστε στον τομέα στον οποίο ο καθένας διαπρέπει; Αλλος ξέρει να παίζει περίφημο σκάκι, άλλος να λύνει εξισώσεις, να συναρμολογεί μηχανές ή να ζωγραφίζει ή να συγγράφει, να είναι ερευνητής ή μελετητής, ή σπουδαίος μουσικός.

Σαν να μην είναι αυτό αρκετό από μόνο του, χρειάζεται να επεκταθεί και σε απόψεις για θέματα που αγνοεί ή ελάχιστα γνωρίζει;

Κοινωνική συνεισφορά θα ήταν ο προσδιορισμός των ορίων. Η ομολογία όχι μόνο του λάθους ή της ευθύνης, αλλά και της άγνοιας. Η δημόσια αυτοκριτική ή λογοδοσία, έννοιες στις οποίες κατά κόρον αναφερθήκαμε την τελευταία δεκαετία συνδέοντάς τες με την πολιτική και τους πολιτικούς, θα πρέπει να συμπεριλάβει και το «δεν ξέρω/δεν απαντώ». Την κατηγορία που στις δημοσκοπήσεις συνδέουμε με τους αδιάφορους ή αναποφάσιστους, στον δημόσιο βίο θα πρέπει να την επιβραβεύουμε.

Ετσι ώστε να αυξάνεται ο πληθυσμός όσων αποκτούν συνείδηση της ευθύνης του δημόσιου λόγου. Δεν είναι λίγο ούτε απλό. Συμπαρασύρει τον δημόσιο βίο, επηρεάζει την ποιότητα της δημοκρατίας, προτείνει το υπόδειγμα της επάρκειας, την αριστεία του μέτρου.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί γήρατος σήμερα

Σήμερα κλείνω τα 70, και με αυτή την ευκαιρία το διάβασα. Οι διάφοροι αλγόριθμοι για το προσδόκιμο μού δίνουν μέση διάρκεια ζωής 15 μέχρι 22 χρόνια ακόμη. Επειδή ασχολούμαι με την καινοτομία και με την κοινωνική συμπεριφορά, αναρωτήθηκα τι μπορούμε να προσθέσουμε σήμερα στα στοιχεία του Κικέρωνα για τα καλά της μεγάλης ηλικίας, και τι επιπλέον έρχεται στα χρόνια που κατά τους αλγορίθμους μάλλον θα είμαι ζωντανός.

Η τεχνολογία έχει δώσει πολύ περισσότερες δυνατότητες για δραστηριότητα στους ηλικιωμένους. Από το τηλέφωνο και το ραδιόφωνο μέχρι το Διαδίκτυο και τις βιντεο-συναντήσεις, μπορούν να ενημερώνονται και να επικοινωνούν για πολλά θέματα, με πολλούς ανθρώπους, και χωρίς τις δυσκολίες της μετακίνησης και της μειωμένης όρασης ή ακοής. Η πανδημία έδειξε ότι εύκολα χρησιμοποιούν νέα εργαλεία για να ακούσουν διαλέξεις ή για να δουν τα εγγόνια τους, όταν δεν μπορούν με τον παλιό τρόπο. Οι σύγχρονες κοινωνίες, όμως, αποθαρρύνουν συχνά την επαγγελματική δραστηριότητα σε μεγάλη ηλικία. Για πολλούς η συνταξιοδότηση είναι υποχρεωτική, ενώ για άλλους υπάρχουν αντικίνητρα για εργασία όταν μπορούν να έχουν και σύνταξη. Πολύ πρόσφατα άρχισε να αλλάζει αυτό στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, υπό την πίεση του δημογραφικού. Είναι σημαντικό να αλλάξουν και οι κοινωνικές νόρμες.

Τις ασθένειες της ηλικίας τις έχουν περιορίσει η ιατρική επιστήμη και οι υπηρεσίες υγείας. Αλλά δεν έχουμε βρει αντίδοτο στη γεροντική άνοια, ενώ γνωρίζουμε ότι συχνά έχει οργανικές αιτίες. Δεν ισχύει η άποψη του Κικέρωνα πως η ξεχασιά οφείλεται μόνο σε διανοητική οκνηρία, ούτε ότι «κανένας γέροντας δεν ξεχνάει πού έχει κρύψει τα χρήματά του!». Αλλά και σε αυτό το θέμα υπάρχει ελπίδα. Οι ασθένειες του νευρικού συστήματος, παραμελημένες μέχρι πρόσφατα στην έρευνα και στη φαρμακοβιομηχανία, τώρα έχουν αποκτήσει προτεραιότητα, και η τεράστια πρόοδος της βιολογίας θα φέρει θεραπείες.

Η τεχνολογία έχει δώσει πολύ περισσότερες δυνατότητες για δραστηριότητα στους ηλικιωμένους.

Για τις ηδονές, ο Κικέρων αναφέρει δύο που αρμόζουν σε ηλικιωμένους: Αφενός, την απόλαυση φαγητού και κρασιού με παρέα, με έμφαση στη συζήτηση και όχι στη χόρταση. Καλύτερος όρος είναι, λέει, το λατινικό convivium (συν-ζωή), από το ελληνικό συμπόσιο ή συντροφιά. Αφετέρου, την καλλιέργεια κήπων. Ισχύουν και σήμερα αυτά, για πολλούς. Το convivium είναι προσιτό σε όλους εκτός από τους πολύ φτωχούς. Κήπους δεν έχουμε στις μεγάλες πόλεις, αλλά οι Βρετανοί έχουν δώσει λύση με τα allotments, και ίσως αξίζει να τα έχουμε κι εδώ.

Τον θάνατο δεν τον αποφεύγουμε. Ο Κικέρων προτείνει να σκεφτόμαστε το έργο που θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές. Ισχύει σήμερα ακόμη περισσότερο, ιδίως σχετικά με το περιβάλλον.

Η διάρκεια ζωής ωστόσο μπορεί να μεγαλώσει ασύλληπτα. Αυτό τουλάχιστον πιστεύουν οι θεωρητικοί του singularity: σε μερικά χρόνια η πρόοδος της ιατρικής και της τεχνολογίας θα μας χαρίζει κάθε έτος περισσότερο από ένα έτος αυξημένου προσδόκιμου. Αν συμβεί αυτό, σε μερικές δεκαετίες θα πεθαίνουμε μόνο από ατύχημα. Λέτε;

Το 43 π.Χ. ο Κικέρων πέθανε, 63 χρόνων. Οχι από γηρατειά ή από αρρώστια. Ηταν πολύ δραστήριος. Τον σκότωσαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Σε αυτό το ζήτημα, φοβάμαι ότι η ανθρωπότητα δεν έχει προοδεύσει.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στο κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας Big Pi.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Αγιε Βασίλη, ας μην εξαγάγουμε κι άλλα παιδιά του χρόνου

Ο  φίλος μου ο Κώστας, που ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Πράγα, φρόντισε προσφάτως να ρίξει αλάτι στην πληγή. Μου έστειλε τις στατιστικές του τσεχικού κράτους, από τις οποίες πληροφορήθηκα πως το 2020 οι μετανάστες από την Ελλάδα εκεί έφτασαν τις δύο χιλιάδες. Οι Ελληνες μετανάστες στην Τσεχία είναι όσοι οι Ισπανοί, που η χώρα τους είναι σχεδόν πέντε φορές μεγαλύτερη σε πληθυσμό, και δυόμισι φορές περισσότεροι από τους Πορτογάλους.

Συγκλονίστηκα παρατηρώντας την εξέλιξη χρόνο με τον χρόνο. Ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών αυξάνεται αδιάλειπτα από το 2010, ακόμη και μέσα στην πανδημία. Προσοχή, δεν αναφέρομαι στην παλιά κοινότητα Ελλήνων πολιτικών προσφύγων και στους απογόνους τους, αλλά αποκλειστικά σε μια κοινότητα που δημιουργήθηκε πριν από 15-20 χρόνια και διογκώθηκε την τελευταία δεκαετία. Αποτελείται από νέους ανθρώπους με πτυχία, ταλέντο και υψηλή εξειδίκευση.

Παρόμοια μου μετέφεραν φίλοι μου που ζουν στο Λουξεμβούργο. Οι Ελληνες εκεί το 2010 ήταν μόλις χίλιοι πεντακόσιοι. Σήμερα είναι τέσσερις χιλιάδες. Περπατάς στους δρόμους του Λουξεμβούργου και ακούς ελληνικά.

Και καλά, θα πείτε, το πλούσιο Λουξεμβούργο λογικό είναι να προσελκύει τους Ελληνες. Αλλά η Τσεχία, που μέχρι τα τέλη του 1990 είχε το μισό σχεδόν κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας; Τώρα βέβαια όχι μόνο μας ξεπέρασε σημαντικά (23.000 ευρώ έναντι 18.000), αλλά επιπλέον συνιστά χώρα υποδοχής μεταναστών με προέλευση άλλες χώρες της Ε.Ε., καθώς η ανεργία στη χώρα είναι μόλις 3%.

Και, δυστυχώς, δεν είναι μόνον η Τσεχία που μας ξεπέρασε. Η Eurostat κατέγραψε την Ελλάδα στην προτελευταία θέση σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ε.Ε. σε όρους αγοραστικής δύναμης για το 2020 – το ότι τέτοιες ειδήσεις δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης στα κανάλια σχετίζεται προφανώς με την ποιότητα της ενημέρωσής μας και την κατάσταση της δημοκρατίας μας.

Το 2020, μάλιστα, η θέση μας επιδεινώθηκε περαιτέρω, καθώς πέσαμε στο 62% του μέσου όρου από το 66% που ήμασταν το 2019 – άρα τα πήγαμε σαφώς χειρότερα στην πανδημία από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Κάπως έτσι χάνουμε την επαφή μας με τους Νότιους: η Πορτογαλία βρίσκεται στο 76% του μέσου όρου και η Ισπανία ακόμη ψηλότερα στο 84% του μέσου όρου. Η μόνη χώρα σε δυσμενέστερη θέση από εμάς είναι η Βουλγαρία.

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, γονείς συνωστί- ζονται στα αεροδρόμια της χώρας με τα μάτια κολλημένα στον πίνακα των αφίξεων. Οποιος τους κοιτάξει θα το διακρίνει εύκολα: τα πρόσωπά τους λάμπουν.

Αν, λοιπόν, στην πρώτη ταχύτητα της Ε.Ε. βρίσκονται οι πλούσιες χώρες του Βορρά και στη δεύτερη ταχύτητα οι δυτικές χώρες του Νότου και οι πιο πλούσιες της πρώην ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα δυστυχώς βρίσκεται πλέον στην τρίτη ταχύτητα, στους φτωχότερους της Ε.Ε. Γι’ αυτό, μου έρχεται να κάνω τον σταυρό μου, αν και δεν φημίζομαι για τη σχέση μου με τα θεία και τον χριστιανισμό, όταν ακούω κυβερνητικές κορώνες αυτοθαυμασμού για την οικονομία.

Δυστυχώς, στις μέρες μας, οι περισσότερες ελληνικές οικογένειες, ανεξαρτήτως βιοτικού επιπέδου, είναι «εξαγωγείς» παιδιών. Στη μεσαία τάξη, ειδικότερα, καμιά οικογένεια δεν μπορεί να εγγυηθεί στα παιδιά της πως εφόσον μείνουν στη χώρα θα έχουν σοβαρές ελπίδες να διατηρήσουν το βιοτικό επίπεδο των γονιών τους. Ακόμη και οι παραδοσιακά ισχυρές ομάδες των γιατρών ή των μηχανικών σήμερα αισθάνονται αβεβαιότητα.

Στη γενιά μου, πολύς κόσμος σπούδαζε έξω, αλλά επέστρεφε αισιόδοξος. Κανείς δεν έφευγε με την ιδέα πως δεν θα ξαναγύριζε, καθώς από τη δεκαετία του ’70 είχαμε αφήσει πίσω μας τη μαζική μετανάστευση στο εξωτερικό. Σήμερα τα παιδιά που φεύγουν, είτε για σπουδές είτε για εργασία, έχουν μέσα τους εξοικειωθεί με την ιδέα πως μπορεί να μην επιστρέψουν ποτέ.

Είναι άραγε κακό να φεύγει κανείς από τη χώρα του; Καθόλου, το αντίθετο μάλιστα! Εφόσον όμως το θέλει, όχι επειδή εξαναγκάζεται. Γιατί άλλο να φεύγεις με τη θέλησή σου, γιατί θέλεις να αποκτήσεις νέες εκπαιδευτικές ή εργασιακές εμπειρίες, και άλλο να σε διώχνει η χώρα σου κακήν κακώς, να μην έχεις καμία ευκαιρία.

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, γονείς συνωστίζονται στα αεροδρόμια της χώρας με τα μάτια κολλημένα στον πίνακα των αφίξεων. Οποιος τους κοιτάξει θα το διακρίνει εύκολα: τα πρόσωπά τους λάμπουν. Ισως τελικά, εκείνη η στιγμή να εκφράζει γι’ αυτούς το νόημα των Χριστουγέννων.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Θα συγχωρέσεις…

tha-sygchoreseis-561643525

Σε μια σχολική τάξη οι μαθητές περιμένουν τον καθηγητή. Eφηβοι 16 ετών βρίσκονται σε μια παρατημένη τάξη περιμένοντας να έρθει ο καθηγητής να τους κάνει μάθημα. Μάταια όμως. Κανείς δεν περνάει τις πύλες και εκείνοι νιώθουν εγκαταλελειμμένοι. Κανένας καθηγητής δεν μπόρεσε να τους επιβληθεί. Απορρίπτουν το σύστημα και την ίδια στιγμή το ίδιο το σύστημα τους απορρίπτει. Είναι παιδιά, έφηβοι, είναι μόνοι. Τι έχουν τελικά, παρά μόνον ο ένας τον άλλον. Eτσι αποφασίζουν να κάνουν μάθημα εκείνοι. Να ανασύρουν εμπειρίες που θα είχαν νόημα. Η αρχική αμηχανία δίνει τη θέση της στις προσωπικές αφηγήσεις για τον έρωτα, τα μυστικά, τη βία, το βλέμμα της κοινωνίας πάνω τους, το βλέμμα το δικό τους πάνω στην κοινωνία, το βλέμμα του ενός για τον άλλον, για την οικογένεια. Βρίσκονται μαζί στην απομονωμένη τάξη μιας μεγαλούπολης που θα μπορούσε να είναι το Λονδίνο, το Παρίσι, το Aμστερνταμ, η Αθήνα, αλλά μέσα τους νιώθει ο καθένας μόνος. Γι’ αυτό και ο εχθρός καραδοκεί. Μέσα στον φόβο, έξω από αυτούς, ανάμεσά τους. Η θεατρική παράσταση «Ο εχθρός της τάξης» παίζεται για εφήβους και ενηλίκους στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη.

Ο «Εχθρός της τάξης» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1978 στο Λονδίνο, ενώ ο Πίτερ Στάιν σκηνοθέτησε την κινηματογραφική εκδοχή του στο Ανατολικό Βερολίνο το 1983. Το 2013 το έργο γνώρισε άλλη μία κινηματογραφική μεταφορά σε σκηνοθεσία Ροκ Μπίτσεκ και τιμήθηκε με το βραβείο Fedora Award στο Φεστιβάλ της Βενετίας.

Τα Χριστούγεννα είναι η εποχή που ξυπνάει στο συλλογικό ασυνείδητο ο πιο γνωστός ήρωας παραμυθιού. Κάπου μέσα μας ζει πάντα ο Εμπενίζερ Σκρουτζ από τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Καρόλου Ντίκενς. Τι αξίζουν άλλωστε οι γιορτές εάν αποφύγουμε πάλι τον εαυτό μας; Αν σπαταλήσουμε και αυτή την ευκαιρία; Η μαγεία που φέρνει ο μύθος της γέννησης του Χριστού επιτρέπει την ψυχική ανα-γέννηση για τον δυτικό άνθρωπο, το μόνο διαβατήριο στην ενδοσκόπηση και ενδεχομένως στην επανεκκίνηση. Οσο χρόνων και εάν είμαστε, πάντα έχουμε την ευκαιρία, όσο είμαστε ακόμη ψυχικά και βιολογικά ζωντανοί, να κάνουμε κάτι για να βελτιώσουμε τη σχέση με τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Ημασταν άραγε καλοί; Αγαπήσαμε και φροντίσαμε όσο έπρεπε τους δικούς μας ανθρώπους; Ταλαιπωρήσαμε το παιδί μας ή το παιδί που κρύβουμε μέσα μας; Ζούμε τη ζωή που ονειρευτήκαμε ή βρισκόμαστε σε πρόωρη γήρανση; Ο έφηβος που υπήρξαμε τότε, πού βρίσκεται σήμερα; Ο εχθρός της τάξης είναι πολύσημη έννοια. Από τη μια, ένα κορίτσι αισθάνεται μίσος για έναν αλλοδαπό συμμαθητή της και θεωρεί ότι οι αλλοδαποί ευθύνονται για όλα τα δεινά· από την άλλη, αυτά τα παιδιά λειτούργησαν όλα σαν εχθροί της τάξης. Διασάλευσαν με τη συμπεριφορά τους και τη διαγωγή τους ένα σύστημα και αυτό τι κάνει; Τα απορρίπτει, τα αποβάλλει. Η τάξη διασαλεύεται με την αντίδραση και οι εχθροί πρέπει να απομονωθούν. Ποιοι είναι άραγε οι δικοί μας καθημερινοί εχθροί μέσα μας; Ποιοι διασαλεύουν την τάξη μας; Τι μας εκθέτει και το αποβάλλουμε; Ποιες σκέψεις; Ποια συναισθήματα; Τι συνέβη στον έφηβο που υπήρξαμε;

Τις μέρες και τις νύχτες που έρχονται, με την ωριμότητα που διαθέτουμε σήμερα, ίσως αντέξουμε να μιλήσουμε στον έφηβο που ήμασταν.

Οι έφηβοι βρίσκονται στην ακμή του συναισθηματικού και αισθητηριακού τους κόσμου. Ολα οξύνονται, γίνονται πιο ζωντανά, ο ψυχισμός βρίσκεται στα καλύτερά του, σαν να ξυπνάει από λήθαργο. Η ζωή έχει ευαισθησίες. Ανάγκες, αρχές, αξίες, συναισθήματα, αλληλεγγύη, παρέες, έρωτας, ρομαντισμός. Η εφηβεία ξετυλίγει το κουκούλι και εκθέτει τον μαλακό της πυρήνα στον έξω κόσμο. Οι έφηβοι πονάνε και αγαπάνε με ένταση, και αν είναι να τους καταλογίσουμε αστάθεια, είναι που το παρόν τους είναι σύντομο γιατί μοιάζει αιώνιο. Και έρχεται το σύστημα που λέγεται σχολείο, οικογένεια, κοινωνία, ο ίδιος ο εαυτός τους, για να τους βάλει με τα χρόνια σε τάξη. Να κόψει λίγο από εδώ, περισσότερο από εκεί, να τα μαζέψει. Να βάλει τον φόβο σαν εχθρό για να μαζευτούν. Από τη μια η ανάπτυξη δικαιολογεί την εκλογίκευση, από την άλλη, η ενηλικίωση όταν στεγνώνει τους ψυχικούς χυμούς έχει μεγάλο κόστος για την ανθρώπινη κοινωνία.

Προς το τέλος της παράστασης, ένας ένας οι έφηβοι μιλάνε για τα τραγούδια που αγαπάνε, για όσα ντρέπονται, γι’ αυτά που μαύρισαν την ψυχή τους. Για την οικογένεια που είχαν. Για όσα τους έκαναν αυτό που είναι σήμερα. Στο τέλος, με την ηλικία του σήμερα, οι ηθοποιοί μιλάνε στον έφηβο εαυτό τους. Τι θα έλεγες σε εκείνο το κορίτσι; Σε εκείνο το αγόρι;

Τις μέρες και τις νύχτες που έρχονται, με την ωριμότητα που διαθέτουμε σήμερα, ίσως αντέξουμε να μιλήσουμε στον έφηβο που ήμασταν. Να τον πάρουμε αγκαλιά, να του πούμε μπράβο για όσα πέτυχε, να σκεφτούμε γιατί εγκαταλείψαμε μερικά από τα όνειρά του. Να βάλουμε λίγη από την ανεμελιά και την πηγαία χαρά που νιώθαμε για τα μικρά, τα ασήμαντα. Να βάλουμε ξανά τον ενθουσιασμό σε καθετί καινούργιο, να βιώσουμε συναισθηματικά τα τραύματά μας. Να γίνουμε εκείνο το παιδί και να το συγχωρέσουμε. Κυρίως να το μεγαλώσουμε και να του δώσουμε τη δύναμη να συγχωρέσει και άλλους. Μέσα στις ρωγμές του χρόνου, το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα που μπορεί να φέρει ο τωρινός μας εαυτός στον παλιό είναι να τον καθησυχάσουμε. Να του πούμε ότι μεγαλώνοντας, θα συγχωρέσεις. Οσα δεινά και αν συμβούν, θα έρθει εκείνη η μέρα που, ανάλαφρος πια, θα συγχωρέσεις. Καλά Χριστούγεννα.

ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Νιώθουν άβολα στο σώμα που κατοικούν

Η αρνητική επιρροή του Ιντερνετ και των influencers στους εφήβους – Πώς λειτούργησαν επιβαρυντικά τα lockdowns

Οι μισοί έφηβοι θέλουν να αλλάξουν κάτι στο σώμα τους, ενώ ένας στους δύο θέλει να χάσει βάρος. Αν και περίπου το 70% των εφήβων στην Ελλάδα δηλώνει ευχαριστημένο με την εμφάνισή του, όλο και περισσότερα παιδιά μοιάζουν να νιώθουν άβολα με «το σώμα που κατοικούν», ενώ αυξάνονται εκείνα που θέλουν να προσομοιάσουν στα «πρότυπά» τους και στους «influencers» του Διαδικτύου. Δεν είναι βέβαια ασυνήθιστο οι έφηβοι να αισθάνονται από αμήχανα έως δυσάρεστα με το σώμα τους, σε μια ηλικιακή περίοδο της ζωής τους που πολλά τίθενται σε αμφισβήτηση. Ομως, ένας παράγοντας που δρα ιδιαίτερα ενισχυτικά σε αυτές τις τάσεις τα τελευταία χρόνια είναι η έντονη χρήση του Διαδικτύου. Πρόκειται για συμπέρασμα μελέτης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών «Στρατηγικές Αναπτυξιακής και Εφηβικής Υγείας» για τα έτη 2019-2020. Μάλιστα, στην περίοδο της πανδημίας και των lockdowns υπήρξε ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση των τάσεων εξάρτησης από το Διαδίκτυο, όπως και των διατροφικών διαταραχών.

Η εικόνα πως αρκετοί έφηβοι στη χώρα μας βιώνουν αίσθημα δυσαρέσκειας για την εικόνα σώματος δεν είναι καινούργια. Σε παλιότερες έρευνες είχε καταγραφεί πως πάνω από το 24% των ερωτηθέντων εφήβων δεν ήταν ικανοποιημένο με το σώμα του. Μεταξύ αυτών εμφανίζονταν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ψυχοσωματικών συμπτωμάτων σε σχέση τους εφήβους που είχαν μέτρια ή καλή εικόνα για τον σωματικό τους εαυτό. Ταυτόχρονα, όμως, όπως επισημαίνει στην «Κ» η Αρτεμις Τσίτσικα, αναπλ. καθηγήτρια στην Ιατρική σχολή του ΕΚΠΑ και διευθύντρια του ΜΠΣ «Στρατηγικές Αναπτυξιακής και Εφηβικής Υγείας», «οι γνώσεις μας είναι εξαιρετικά περιορισμένες σχετικά με τους καθοριστικούς παράγοντες που οδηγούν σε αυτή την κατάσταση, αλλά και σχετικά με αναδυόμενους παράγοντες επιρροής, όπως αυτοί εισάγονται από τον σύγχρονο τρόπο ζωής».

Αναζητώντας απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά αναπτύχθηκε η έρευνα του μεταπτυχιακού προγράμματος την προηγούμενη διετία σε 1.100 εφήβους. «Το 71,7% δήλωσε πως είναι ευχαριστημένο με το σώμα του, αλλά το 52,4% απάντησε πως ήθελε κάτι να αλλάξει. Το 50,4% ήθελε να χάσει βάρος, ενώ το 15,7%, απεναντίας, να αυξήσει το βάρος του. Σημαντικά μεγαλύτερα ήταν τα ποσοστά εξάρτησης από το Διαδίκτυο στους εφήβους που δεν ήταν ευχαριστημένοι με το σώμα τους, φτάνοντας το 14,3%, καθώς και σε εκείνους που θα ήθελαν να αλλάξουν κάτι στο σώμα τους (12,3%)», λέει στην «Κ» η κ. Κωνσταντίνα Καρανίκη, εκ των συντελεστών της μελέτης «Τι συμβαίνει στην εφηβεία; (2019-2020)».

niothoyn-avola-sto-soma-poy-katoikoyn0

Συνολικά η μελέτη καταδεικνύει πως οι έφηβοι που είναι ικανοποιημένοι με την εικόνα του σώματός τους έχουν μειωθεί κατά 3,3% συγκριτικά με προηγούμενες μετρήσεις. Ιδιαίτερα, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, «οι έφηβοι με διαδικτυακή εξάρτηση, είχαν 57% λιγότερες πιθανότητες να είναι ευχαριστημένοι με το σώμα τους, διπλάσιες πιθανότητες να θέλουν να αλλάξουν κάτι σε αυτό, αλλά και 2,18 φορές υψηλότερες πιθανότητες να επιθυμούν την απώλεια σωματικού βάρους σε σχέση με τα άτομα που δεν παρουσίασαν συμπτώματα εθισμού».

«Εχει ιδιαίτερη σημασία η συσχέτιση της διαδικτυακής εξάρτησης με τη μη ικανοποίηση σώματος. Είναι χαρακτηριστικό πως δεν συναντάμε στους εφήβους μόνο μια γενική τάση για πιο αδύνατα σώματα, αλλά μια πολύ συγκεκριμένη επιρροή από “influencers”. Τα νέα παιδιά επιχειρούν να αντιγράψουν τη σωματική τους εμφάνιση. Για παράδειγμα, κορίτσια επιθυμούν συγκεκριμένους σωματότυπους, όπως π.χ. πολύ λεπτή μέση και ενισχυμένες καμπύλες γλουτών τύπου Κardashians. Ομως η διαρκής σύγκριση με τα “πρότυπα” προκαλεί χαμηλή αυτοεκτίμηση», εξηγεί στην «Κ» η κ. Τσίτσικα. «Η επίδραση του Ιντερνετ είναι πολύ έντονη σε αυτές τις ηλικίες. Η μεγάλη επαναληψιμότητα και η εύκολη όσο και ιδιωτική πρόσβαση στο Διαδίκτυο δημιουργούν πολλές φορές συνθήκες “πλύσης εγκεφάλου”. Εφηβοι μας λένε ότι νιώθουν θαλπωρή στο Διαδίκτυο και πως έξω απ’ αυτό η ζωή τους δεν έχει νόημα. Αντικαθιστούν την πραγματική ζωή με την εικονική», υπογραμμίζει η επιστημονικά υπεύθυνη της Μονάδας Εφηβικής Υγείας στο Νοσοκομείο Παίδων «Π. και Α. Κυριακού».

«Εφηβοι μας λένε ότι νιώθουν θαλπωρή στο Διαδίκτυο και πως έξω απ’ αυτό η ζωή τους δεν έχει νόημα. Αντικαθιστούν την πραγματική ζωή με την εικονική».

Μάλιστα, την περίοδο των lockdowns καταγράφηκε ένταση των προβλημάτων που προκύπτουν από την υπερβολική χρήση του Διαδικτύου. «Οι περιπτώσεις μέτριας και σοβαρής εξάρτησης από το Ιντερνετ απογειώθηκαν από το 10% στο 30% μεταξύ των εφήβων, ενώ ενισχύθηκαν οι διατροφικές διαταραχές και απορρυθμίστηκαν οι όποιες διαδικασίες αντιμετώπισής τους», συμπληρώνει η κ. Τσίτσικα.

Στη μελέτη καταγράφηκε αυξημένη τάση στα κορίτσια όσον αφορά την εμφάνιση αισθήματος δυσαρέσκειας για το σώμα τους. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα κορίτσια έχουν 68% λιγότερες πιθανότητες να είναι ευχαριστημένα με το σώμα τους, 1,56 φορές περισσότερες πιθανότητες να θέλουν να αλλάξουν κάτι σε αυτό και περισσότερες από τετραπλάσιες πιθανότητες να θέλουν να χάσουν βάρος σε σύγκριση με τα αγόρια.

Παρ’ όλα αυτά, και τα αγόρια δεν μένουν αδιάφορα στις προκλήσεις της… σωματικής βελτίωσης και η ψαλίδα των διαφορετικών προσεγγίσεων περιορίζεται σε σχέση με παλιότερα.

Οι υπέρβαροι/παχύσαρκοι έφηβοι παρουσίασαν 85% λιγότερες πιθανότητες να είναι ευχαριστημένοι με το σώμα τους, υπερδιπλάσιες πιθανότητες να επιθυμούν να αλλάξουν κάτι σε αυτό και σχεδόν 16 φορές περισσότερες πιθανότητες να θέλουν να χάσουν βάρος σε σχέση με τους εφήβους μικρότερου βάρους.

«Η σύνθεση μιας αρνητικής εικόνας σώματος κατά την εφηβεία έχει συνδεθεί με πληθώρα θεμάτων σωματικής και ψυχικής υγείας, όπως οι διατροφικές διαταραχές, η υιοθέτηση ανθυγιεινών και βλαπτικών συμπεριφορών απέναντι στο σώμα, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, το άγχος και οι αγχώδεις διαταραχές, η κατάθλιψη, ενώ ακόμη έχει συνδεθεί με τον αυτοκτονικό ιδεασμό και αυτοκτονικές απόπειρες», προειδοποιούν οι κ. Καρανίκη και Τσίτσικα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μια διαφορετική προσέγγιση.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πολυσήμαντη Εμα

Μόνο η Εμα Ραντουκάνου θα μπορούσε να είναι το θέμα της εβδομάδας. Την είδατε, σωστά; Αγνωστη, μέχρι πριν από τρεις μήνες τελείωνε τις σχολικές εξετάσεις. Ξεμπέρδεψε με επιτυχία και έπιασε με αποφασιστικότητα τη ρακέτα για να αποκρούσει όλες τις μπάλες με αγριάδα. Χρειάστηκαν 19 ημέρες, 10 αγώνες και 20 κερδισμένα σετ, για να καταφέρει το ακατόρθωτο, μια αουτσάιντερ να κερδίσει το US Open. «Είμαι έτοιμη για ό,τι έρθει στον δρόμο μου», είπε, και να σου πάλι αυτό το τεράστιο, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελό της. Η Εμα Ραντουκάνου κάνει τα δύσκολα να μοιάζουν εύκολα. Η θετική στάση απέναντι στη ζωή πρέπει να εξυμνηθεί εξίσου, ίσως και περισσότερο από τα αθλητικά της επιτεύγματα. Η ζωή τής ανήκει επειδή τη δρασκελίζει με τολμηρή φυσικότητα. Είναι απόλαυση να την κοιτάμε τόσο εν κινήσει, όσο κι όταν στέκεται και μιλάει. H Αγγλία εκθειάζει τη 18χρονη μοναχοκόρη ενός Ρουμάνου και μιας Κινέζας που μεγάλωσε από δύο ετών στο Λονδίνο. Η Αγγλία υποκλίνεται στην κορυφαία αθλήτρια που τυχαίνει να είναι μορφωμένη, εύγλωττη, αυθεντική και όμορφη. Πρόκειται για έναν συνδυαστικό θρίαμβο που έχει συνεπάρει τη χώρα. Οι πολίτες παραμιλούν. Η βασίλισσα και ο πρωθυπουργός τη συγχαίρουν γραπτώς, η δούκισσα του Κέμπριτζ έχει ήδη κανονίσει να τη γνωρίσει. Η χώρα της αντιμεταναστευτικής ψήφου του Brexit πανηγυρίζει. Πόσο οξύμωρο. Η ενάντια στη μετανάστευση υπουργός Εσωτερικών Πρίτι Πατέλ, παραδόξως μετανάστρια πρώτης γενιάς από την Ουγκάντα, δεν προέβη σε δηλώσεις. Οχι πως χρειαζόταν. Αλλωστε είναι απασχολημένη. Εχει εστιάσει στην προσπάθειά της να εκτοπίζει και να αναχαιτίζει τις εισροές με μένος. Η χώρα-χωνευτήρι –μέχρι πρότινος– εθνικοτήτων και ταλέντων που γνώριζε πώς να ενσωματώνει αρμονικά για να δημιουργήσει την εθνική περηφάνια, τώρα διώχνει. Δείτε, Αγγλοι, τι θα χάσετε από εδώ και στο εξής! Η Ραντουκάνου είναι η «βρετανικότητα» στα καλύτερά της. Η μετανάστευση, ένα ουσιαστικό χωρίς πρόσωπο, σαν να βγαίνει από την ανωνυμία. Εχει φυσιογνωμία: είναι το θηλυκό γεμάτο σιγουριά και ζωντάνια πρόσωπό της. Η Εμα, χωρίς στάλα αγγλικού αίματος, είναι το αγγλικό ρόδο του (πρώην) πολυπολιτισμικού Ηνωμένου Βασιλείου του 21ου αι.

Το μάθημα είναι για τους Αγγλους. Περνώ σε αυτά που είναι για εμάς. Ομολογώ ότι το πρώτο που αναρωτήθηκα είναι εάν όλοι χρειαζόμαστε μια Κινέζα μάνα, και εάν αυτή είναι ικανή να κάνει μια χαψιά την Εβραία και την Ελληνίδα μάνα μαζί. Ισως αυτό πρέπει να είναι το επόμενο άρθρο. Το ταλέντο της ξεχειλίζει και στηρίζεται –πού αλλού;– στη σκληρή δουλειά που κατέβαλε τα προηγούμενα χρόνια. Πίσω από αυτά βρίσκονται οι γονείς της. «Είσαι καλύτερη απ’ όσο πίστευα», της είπε ο πατέρας της στην τηλεφωνική συνομιλία μετά τον αγώνα. Τους ευχαρίστησε, χαρακτηρίζοντάς τους «πιεστικούς» και τους «πιο σκληρούς κριτές». Οι προσδοκίες όμως των πιεστικών κηδεμόνων ακόμα και όταν διακρίνουν χάρισμα δεν αποδίδουν πάντα μαθηματικά με A* στα A-levels, κινεζικά με ευφράδεια και αθλητισμό επιπέδου. Κοντολογίς οι φιλοδοξίες των γονιών στέκονται συχνά μετέωρες υπονομεύοντας ακόμα και τον στόχο (το γνωρίζουμε). Οι απαιτητικοί γονείς της κατάφεραν και αυτοί το ακατόρθωτο. Εμφύσησαν ανταγωνιστικότητα και εργατικότητα στην ικανότατη κόρη. Πώς; Πείθοντάς την να συναινέσει πειθαρχημένα στην άπειρη δουλειά. Μόνο με συγκατάνευση έρχεται η προθυμία. Και να το αποτέλεσμα: δεν βλέπει εμπόδια, βλέπει προκλήσεις που τις καλοδέχεται για να τις αντιμετωπίσει με ενέργεια. Οι προκλήσεις μοιάζουν να είναι το φυσικό της περιβάλλον κι εκείνη κινείται ανέμελα ανάμεσά τους με έξαψη και πληθωρική διάθεση. Υπερπλήρης κεφιού και έτοιμη για παιχνίδι (για το παιχνίδι) σ’ ένα γεωμετρικό γήπεδο.

Να ένα πρότυπο ενδυνάμωσης. Είναι σωστή και γενναιόδωρη με τις συμπαίκτριες. Στοχεύει και απομακρύνει τις μπάλες όσο βίαια θα τις απωθούσε κι ένας άντρας. Αποστομώνει τους μεσήλικες δημοσιογράφους που την είχαν ξεγράψει εικάζοντας ότι δεν μπορεί να αντέξει την πίεση. H Ραντουκάνου έχει τα χαρακτηριστικά της γενιάς της: είναι μια πολιτισμική μείξη, τεχνολογικά γηγενής, πραγματίστρα, προσαρμοστική. Στη γενιά που μεγάλωσε και υπέφερε από την οικονομική κρίση (και κατόπιν από την πανδημία) αρέσει η αναμέτρηση. Είναι μια γενιά εργατική, ορμητική και άπληστη. Η Ραντουκάνου έφυγε από το τουρνουά με 2,5 εκατ. δολ. και σύντομα θα γίνει η πιο ακριβοπληρωμένη αθλήτρια και η πιο επιδραστική νέα γυναίκα. Η ίδια είναι πλέον ένα μπραντ που θα προσελκύσει άλλα επενδύοντας πάνω της. Η φωνή της είναι ήδη αρκετά δυνατή για να εισακουστεί όταν εκείνη κρίνει ότι χρειάζεται. Μια ευχή μόνο, να είναι διαφορετική. Δεν θέλουμε πόζα, έστω και ακριβά κοστολογημένη, με ψεύτικο χαμόγελο και δανεικά κοσμήματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εάν η Εμα Ραντουκάνου είναι ένα δείγμα της «γενιάς Ζ» που κρατάει το μέλλον στα χέρια της, πρέπει να την εμπιστευτούμε. Βρισκόμαστε σε καλά και δυνατά χέρια. «Κάνε τα βασικά, τα βασικά σε πάνε πολύ μακριά», όπως τη συμβούλεψε ο προπονητής της.

* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γήρας, το αθέατο

giras-to-atheato-561477448

Λίγο πριν ξεκινήσει ένας από τους πιο δύσκολους Αυγούστους της ζωής μας, στην επιφανειακή ηρεμία των νυχτερινών ωρών του Ιουλίου, δύο μικρά αθέατα συμβάντα με επισκέφθηκαν. Στο κέντρο της Αθήνας, σε μια γωνία ενός ταχυφαγείου κάθεται ένας ηλικιωμένος άνδρας. Παρά το περασμένο της ηλικίας του και τα πρόχειρα, ελαφρά λόγω ζέστης ενδύματα, ανήκει σε εκείνους τους άνδρες που μπορείς ακόμα να δεις την αίγλη τους. Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται αρχοντικοί. Εχει φάει σχετικά λίγο, το πιάτο του είναι ακόμα γεμάτο και το βλέμμα του είναι απλανές. Κοιτάζει ευθεία, αλλά χωρίς να κοιτάζει μπροστά. Δίπλα του κάθεται μια κυρία νεότερη στην ηλικία, αλλά μεσήλικας και αυτή, κρατώντας ένα κινητό στο χέρι, σε πλήρη αφοσίωση με την οθόνη της. Σκέφτομαι ότι είναι η γυναίκα που τον προσέχει. Δεν είναι η σύντροφός του, ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους, παρόλο που τα ζευγάρια δεν ανήκουν απαραίτητα στον ίδιο κόσμο, ιδίως όταν περνάνε τα χρόνια.

Εκείνη όμως είναι σαφές από το βλέμμα ότι είναι η κυρία που τον προσέχει. Και μάλλον εκείνη τη στιγμή βαριέται. Μπορεί όμως και εκείνος να τη βαριέται. Κανείς δεν επικοινωνεί με κανέναν. Βουτηγμένοι και οι δύο στη μοναξιά τους, ο ένας αναζητά το κενό ή το παρελθόν του και εκείνη τους δικούς της που μπορεί να βρίσκονται πολύ μακριά από τον τόπο της εργασίας της.

Λίγες νύχτες πριν είχε προηγηθεί ένα τηλεφώνημα μιας άγνωστης κυρίας στο γραφείο μου. Μια γλυκιά, μεστή φωνή ήθελε να μου μιλήσει. Να μου πει για όσα τραβάνε οι ηλικιωμένοι μέσα στην καραντίνα του κορωνοϊού, ιδίως όσοι είναι ήδη άρρωστοι. Η ανάγκη ήταν επιτακτική.

Είναι γεγονός ότι οι ηλικιωμένοι έχουν λιγότερη φωνή στην κοινωνική βοή, στην πανδημία μετρήθηκαν μόνον ως αριθμοί νεκρών και όχι ως υποκείμενα. Οι ηλικιωμένοι δεν χειρίζονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν είναι καταναλωτές, δεν θυμώνουν, δεν διαδηλώνουν, δεν τους υπολογίζουμε ως μετρήσιμες δυνάμεις γιατί η ζωή τους βρίσκεται πιο κοντά στο τέλος παρά στη μέση. Είναι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν μέσα σε πόλεμο, λίγο πριν από τον Εμφύλιο, εκεί κοντά, που είδαν την Ελλάδα να αλλάζει δεκαετία τη δεκαετία. Είναι αυτές οι παλιές γενιές που είχαν μάλλον μέσα τους κάποιες αρχές, που σιγά σιγά οι επόμενες εγκατέλειπαν. Μιλούσαν ακόμα και χωρίς μόρφωση μια γλώσσα μεστή και αληθινή. Κάπως είχαν νόημα και πόνο οι λέξεις τους, γιατί ήταν όλα τόσο μα τόσο δύσκολα. Και προφανώς για να έχουν φτάσει μέχρις εδώ, με κόπο και αγώνα, τα κατάφεραν. Εζησαν και έφτασαν στις τιμημένες ηλικίες των 80 ετών και πάνω, ηλικίες που φαντάζουν τόσο μακρινές για τα παιδιά και τόσο άπιαστες για όσους χάθηκαν νωρίς.

Εχει όμως αλλάξει το βλέμμα αυτής της χώρας γι’ αυτές τις γενιές; Τι συμβαίνει με μας, τα παιδιά και τα εγγόνια τους; Πού βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι σήμερα, σε μια Ευρώπη που γερνάει; Πώς ζουν; Ζουν στα σπίτια μας; Μαζί με τα παιδιά μας; Ζουν με κάποια φροντίδα ικανή να τους εμπεριέξει; Ζουν μόνοι; Πώς σκέφτεται μια ολόκληρη χώρα πάνω στο γήρας, ιδίως στις μεγάλες πόλεις; Είναι μόνον οικογενειακή μέριμνα το γήρας ή θα έπρεπε να είναι εθνική;

Εχοντας χαραγμένη την εικόνα της ηλικιωμένης κυρίας που μέσα στις φλόγες αποτυπώνει στο πρόσωπό της τον πόνο και την απελπισία, σκέφτομαι ότι η ταχύτητα της ζωής και οι δικές μας δυσκολίες έχουν αφήσει απέξω το γήρας των προγόνων μας.

Στους θερινούς κινηματογράφους αυτό το καλοκαίρι προβλήθηκε η ταινία «Ο πατέρας», με τον συγκλονιστικό Αντονι Χόπκινς στον ρόλο του ανθρώπου που πάσχει από τη δυσκολότατη νόσο του Αλτσχάιμερ. Αναρωτιέμαι πόσο το ίδιο το γήρας μέσα μας βιώνεται από μόνο του ως νόσος, άσχετα με ό,τι μπορεί ο χρόνος να φέρει. Μήπως η νεότητα φέρνει αυτήν τη δυσκολία να καταλάβει, να συναισθανθεί τα ψυχικά αιτήματα που φέρει το γήρας. Σε μια αέναη πορεία, σαν η ιστορία να επαναλαμβάνεται, ο άνθρωπος ενώ διατρέχει τον πλήρη κύκλο της ζωής του, μαθαίνει εξαρτημένος να γίνεται ανεξάρτητος και να παράγει τα ίδια του τα έργα, με την πάροδο των ετών και όσο κλείνει αυτός ο κύκλος ξαναγίνεται, χωρίς ποτέ να θέλει να το παραδεχτεί, το ίδιο εξαρτημένος. Και όσα τραύματα παλιά δεν επουλώθηκαν ή δεν γιατρεύτηκαν, επιστρέφουν να ξαναβρούν ευάλωτο το ασθενικό κορμί. Το γήρας κουβαλά ένα παράπονο. Που όσο περήφανα και εάν το κρύβουν οι άνθρωποι, δεν παύει να βρίσκεται καρφωμένο σαν σταυρός πάνω στα λεπτά τους χείλια την ώρα που ξαπλώνουν για να κοιμηθούν. Και ίσως αυτό το παράπονο δεν σχετίζεται με τη ζωή που έκανε ο καθένας από αυτούς. Εχει να κάνει με τη ζωή που αδίκως φθίνει, που τελειώνει. Γιατί ο ηλικιωμένος, ακόμα και εάν έχει παραιτηθεί, ξέρει καλύτερα από τον καθένα πόσο ωραίος είναι ο ήλιος το πρωί.

Στρέφει το πρόσωπο στη μυρωδιά του νυχτολούλουδου, σιγοψιθυρίζει εκείνο τον παλιό σκοπό.

Ας ακούσουμε το παράπονο του γήρατος. Ιδίως στο τέλος ενός δύσκολου μήνα μπορεί να γλυκάνει την ψυχή μας.

 

 

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η νέα γενιά ψάχνει από κάπου να πιαστεί

Σε focus groups που διοργάνωσε η εταιρεία ερευνών qed για την «Κ», 14 νέοι ηλικίας 19-24 ετών δεν μπορούσαν να σκεφτούν αμέσως ένα λόγο για τον οποίο είναι χαρούμενοι που είναι Eλληνες. Πολύ γρήγορα και σχεδόν ενοχικά απέκλεισαν την ιδέα της περηφάνιας, μια έννοια που φάνηκε να θεωρούν συνυφασμένη με τον εθνικισμό, και έπειτα από διαδοχικές ερωτήσεις άρχισαν δειλά δειλά να ψάχνουν για κάποιες αχτίδες φωτός που να συνδέονται με τo γεγονός ότι έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Αναφέρθηκαν στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, στην εγγύτητα που τους δίνει η παραμονή τους στη χώρα σε αρχαιολογικούς χώρους, στο φυσικό κάλλος της Ελλάδας.

Ψάχνοντας για κάποια επιπλέον αχτίδα στη νεότερη Ελλάδα, κάποιοι είπαν πως τους χαροποιεί η νοοτροπία των Ελλήνων, ζωγραφίζοντας την κοινωνική καρτ ποστάλ της συλλογικής μας ταυτότητας που κάνει τους Ελληνες αγαπητούς στους τουρίστες: η φιλοξενία, οι έξω καρδιά προσωπικότητες. Μέχρι εκεί όμως. Ολα τα υπόλοιπα, οι βασικοί παράγοντες που κρίνουν το βιοτικό επίπεδο ενός πολίτη –η επαγγελματική αποκατάσταση, η υγεία, η παιδεία κ.ά.– για αυτούς τους νέους φάνηκε να είναι βυθισμένα στον ζόφο. Δυστυχώς, δεν είναι μόνο αυτοί.

Σύμφωνα με τουλάχιστον τέσσερις πρόσφατες πανελλαδικές έρευνες κοινής γνώμης, οι νέοι της χώρας, δηλαδή το μέλλον της Ελλάδας, εμφανίζονται βαθιά απογοητευμένοι από τους πολιτικούς, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τους θεσμούς, από τις προοπτικές τους. Είναι μια γενιά που μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, μια γενιά που είδε τους γονείς της να χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους, να δυσκολεύονται οικονομικά. Μια γενιά που σπουδάζει ή κάνει τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα εν μέσω μιας πρωτόγνωρης πανδημίας, εν μέσω εγκλεισμού και περιορισμών, υγειονομικού άγχους, μια γενιά που βρίσκεται στον προθάλαμο μιας ακόμα οικονομικής κρίσης πριν καλά καλά τελειώσει η προηγούμενη.

Το πρώτο συναίσθημα που ήρθε στο μυαλό στην πλειοψηφία των νέων ηλικίας 17-24 όταν ρωτήθηκαν ποια συναισθήματα τους διακατέχουν πιο έντονα σήμερα ως Ελληνα/Ελληνίδα ήταν η «αβεβαιότητα», σύμφωνα με πανελλαδική έρευνα του μη κυβερνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο. Στην πανελλαδική έρευνα της Κάπα Research που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο, το 82% των νέων ηλικίας 17-34 απάντησε πως νιώθει «ανασφάλεια/αβεβαιότητα» για το μέλλον, ενώ το 53% της ίδιας ηλικιακής ομάδας δήλωσε πως πιστεύει ότι «η Ελλάδα δύσκολα θα ξανασταθεί στα πόδια της». Σύμφωνα με έρευνα του Μαρτίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς σε συνεργασία με την Prorata, 47% των νέων 17-24 δήλωσαν ότι νιώθουν λίγο ή καθόλου σιγουριά για το προσωπικό τους μέλλον.

Αίσθημα παραμέλησης

Ο Αλέξης Ρουτζούνης, ερευνητικός διευθυντής της Κάπα Research, λέει στην «Κ» πως το πολιτικό σύστημα φαίνεται να επικεντρώνει την προσοχή του στις μεγαλύτερες ηλικίες, με αποτέλεσμα οι νέοι άνθρωποι της χώρας, «οι μεγάλοι ηττημένοι της προηγούμενης κρίσης», όπως τους αποκαλεί, να μένουν παραμελημένοι. «Κλεισμένοι στο σπίτι, με εισοδήματα χαμηλότερα των δεξιοτήτων τους και χαμένοι στις διάφορες πλατφόρμες τηλεργασίας και κοινωνικής δικτύωσης, βρίσκονται αντιμέτωποι με νέες αβεβαιότητες, έντονα συναισθήματα και αδιέξοδα», σημειώνει ο κ. Ρουτζούνης. Το ίδιο προκύπτει από τα λεγόμενα νέων στις προαναφερθείσες έρευνες, στα focus groups, σε μαρτυρίες άλλων στην «Κ». «Τα παιδιά αισθάνονται παραμελημένα», αναφέρει στην «Κ» ο Βασίλης Παυλόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Διαπολιτισμικής Ψυχολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σχετικά με την εθνική περηφάνια, ο ίδιος τονίζει πως αν ως χώρα επενδύαμε σε γεγονότα όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες ή πρωταθλήματα, γεγονότα, όπως λέει, ευχάριστα και καλοδεχούμενα που όμως δεν δίνουν προοπτική σε κοινωνικό επίπεδο, για να τη βρούμε, τώρα την ψάχνουμε σε ατομικές πρωτοβουλίες ή πρόσωπα όπως ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ή ο Στέφανος Τσιτσιπάς. «Δεν υπάρχει μια αίσθηση συλλογικότητας ή διάθεσης να κάνουμε μαζί πράγματα που να έχουν μια προοπτική», σημειώνει.

Οι νέοι άνθρωποι, όσοι σήμερα είναι από 10 έως 39 ετών, αποτελούν πάνω από το 32% του πληθυσμού της χώρας, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή πληθυσμού το 2011, ίσως και περισσότερο αν υπολογίσουμε πως λόγω υπογεννητικότητας και αύξησης θανάτων ο συνολικός πληθυσμός μπορεί να έχει μειωθεί από τα 10.816.286 που ήταν. Αυτή η γενιά, πολλά μέλη της οποίας έχουν ήδη φύγει στο εξωτερικό, αγνοείται και το νιώθει. Αυτή η γενιά, το μέλλον της Ελλάδας, έχει απογοητευτεί από τη χώρα της, δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς της. Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, το 64% των νέων της ηλικιακής ομάδας 17-34 πιστεύει πως η ελληνική κοινωνία «μπορεί να γίνει καλύτερη με βαθιές αλλαγές». Το 87% των 17-34 εμπιστεύεται λίγο ή καθόλου τα πολιτικά κόμματα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα ΜΜΕ είναι 93%. «Αυτή είναι η πρώτη γενιά η οποία βιώνει μια υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της μετά πολλές δεκαετίες αυξήσεων», λέει ο κ. Παυλόπουλος. Αυτή η γενιά, συμπληρώνει, βιώνει ένα αίσθημα αποστέρησης. Οταν συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλες γενιές νιώθουν αδικία. «Ως νέος στην Ελλάδα του 2021 νιώθω αρκετά δυσάρεστα συναισθήματα – απογοήτευση, ανασφάλεια για το μέλλον μου, απόγνωση», λέει στην «Κ» ο 21χρονος Νίκος Βασσάλος. «Το μέλλον μου δεν νομίζω ότι είναι εδώ». «Η Ελλάδα κάνει τα πάντα για να μην κρατήσει τα παιδιά της», δηλώνει η 25χρονη Αφροδίτη Βαλογιώργη, η οποία πιστεύει πως και Ελληνες που γύρισαν στη χώρα λόγω πανδημίας, θα προσπαθήσουν να ξαναφύγουν. Κοιτώντας στατιστικά στοιχεία από πρόσφατες έρευνες διαφορετικών εταιρειών, ακούγοντας νέους και ειδικούς, η «Κ» θέλει να δώσει φωνή στη νέα γενιά, επιχειρώντας να κατανοήσει τους λόγους της βαθιάς απογοήτευσής τους, τις ανησυχίες και τις όποιες ελπίδες τους έχουν απομείνει για το μέλλον.

Δύσκολη η εύρεση εργασίας και οι μισθοί στα… Τάρταρα

Η βασική πηγή απογοήτευσης των νέων σχετίζεται με τον βιοπορισμό και την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και της Prorata, με τίτλο «Νεολαία: Συνήθειες, Αντιλήψεις και Πολιτική Συμπεριφορά», για το 62% των νέων 17-34, ο παράγοντας μεγαλύτερης ανησυχίας για το μέλλον είναι οι χαμηλοί μισθοί και οι συνθήκες εργασίας.

Η συγκεκριμένη ανασφάλεια διακατείχε έντονα και τους συμμετέχοντες στα focus groups της qed για την «Κ». Για τους νέους της Generation Z ειδικά, οι χαμηλοί μισθοί και η αβεβαιότητα σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση είναι η μόνη οικονομική πραγματικότητα της Ελλάδας που έχουν γνωρίσει. «Oσο θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι την Ελλάδα να έχει οικονομικά θέματα», αναφέρει ένας νέος. «Ζήσαμε πολλά γιατί τα πέρασαν οι γονείς μας», σημειώνει μια κοπέλα, λέγοντας πως αν δεν είχε βιώσει τα οικονομικά προβλήματα των γονιών της, «δεν θα είχα το άγχος να βρω μια σχολή, να τελειώσω, να έχω χρήματα – είμαστε μια γενιά που έχει επηρεαστεί από όλα αυτά».

Πολλοί από τους συμμετέχοντες δουλεύουν ή δούλευαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, κάποιοι κάνοντας ακόμη και δύο δουλειές ταυτόχρονα, ούτως ώστε να ανεξαρτητοποιηθούν από τους γονείς τους οικονομικά ή ακόμα και να τους βοηθήσουν. «Είναι για πολύ λίγους επιλογή», αναφέρει ένας συμμετέχων σχετικά με την επιλογή να μη δουλεύει κανείς όσο σπουδάζει, «και είναι επιλογή που επιβαρύνει όλη την οικογένεια – είναι αρκετά δύσκολα τα πράγματα, υπάρχει αρκετά μεγάλη διαφορά σε συνθήκες, οικονομικές και κοινωνικές, από άλλες γενιές». «Νιώθω πολλή πίεση γιατί είναι μία χώρα που δεν επενδύει τόσο στους νέους», λέει στην «Κ» η 24χρονη Ειρήνη Καραπάνου, φοιτήτρια στατιστικής και εργαζόμενη σε μεζεδοπωλείο στα Βριλήσσια. Η πανδημία της έδωσε τον χρόνο να αφοσιωθεί στις σπουδές της, αλλά της δημιούργησε και επιπλέον άγχος για τη δουλειά που τη συντηρεί. «Οι ελπίδες μου δεν είναι πια σε αυτή τη χώρα – αν έβρισκα οποιαδήποτε ευκαιρία θα έφευγα στο εξωτερικό», τονίζει.

Η 24χρονη Εύα Χατζηαντώνη εργάζεται από τα 17 της ως σερβιτόρα στη Θεσσαλονίκη, ενώ παράλληλα σπουδάζει στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Οσον αφορά το μέλλον της χώρας, δεν νιώθει ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη. Δεν ισχύει το ίδιο και για το δικό της μέλλον όμως. «Η αστάθεια και η αβεβαιότητα που επικρατούν, τόσο στην προσωπική όσο και στην κοινωνική μου ζωή, δεν μου επιτρέπουν να κάνω μεγάλα βήματα, είτε αυτό σημαίνει κάποιο μεταπτυχιακό στο εξωτερικό ή και σε άλλη πόλη της Ελλάδας, είτε την εκκίνηση κάποιας επιχείρησης, είτε ακόμα και την εύρεση εργασίας που να καλύπτει αξιοπρεπώς τα θέλω μου, χρηματικά και μη», λέει στην «Κ», συμπληρώνοντας πως θα ήθελε να εξελιχθεί έχοντας ως βάση την πόλη της, κάτι που μάλλον είναι σχετικά δύσκολο, κι αν όχι για τη Θεσσαλονίκη, τότε σίγουρα για άλλες πόλεις της χώρας.

Ο Σάββας Ρομπόλης, ομότιμος καθηγητής Οικονομικών Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αναφέρει στην «Κ» πως η Αθήνα παράγει 25%-30% του ΑΕΠ της χώρας. «Αν κάνουμε αυτή τη συζήτηση σε νομούς, μιλάμε για τραγικά πράγματα, κάποιος άνεργος σε έναν νομό δεν μπορεί να βρει δουλειά, δεν υπάρχει επιχειρηματική δραστηριότητα στους νομούς», λέει, συμπληρώνοντας πως «οι εξειδικευμένοι άνθρωποι δεν μένουν στη χώρα» και ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι πολύ δύσκολη καθώς θα δούμε ροές προς το εξωτερικό και από ανειδίκευτους νέους, λόγω τόσο της οικονομικής κρίσης όσο και της πανδημίας.

«Και άλλες χώρες περνούν την κρίση της πανδημίας, αλλά δεν είχαν 10 χρόνια οικονομική κρίση», δηλώνει, «ήρθε καπάκι δεύτερη κρίση και έχει επιδεινώσει την κατάσταση». Ο ίδιος αναφέρει πως βλέπει η ελληνική οικονομία να επιστρέφει στο επίπεδο που ήταν στο τέλος του 2019 το 2023 – «δεν είναι αισιόδοξο το μέλλον για τη νέα γενιά», σημειώνει. Και η νέα γενιά το νιώθει.

i-nea-genia-psachnei-apo-kapoy-na-piastei0

 

«Η διάκριση Αριστερά – Δεξιά δεν έχει νόημα»

Βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τις προαναφερθείσες έρευνες αλλά και από τις μαρτυρίες νέων ανθρώπων, η ενασχόλησή τους με την πολιτική, όταν αυτή υφίσταται, είναι αποκομματικοποιημένη λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης σε πολιτικούς, κόμματα και θεσμούς. Τα στοιχεία που προκύπτουν σχετικά με τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό των νέων είναι επίσης διαφωτιστικά, δείχνοντας πως αυτή η γενιά είναι απομακρυσμένη από το πολιτικό σύστημα, αλλά και από τις βάσεις με τις οποίες είναι δομημένο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαραίτητα πως είναι στο σύνολό της απολιτίκ.

Σύμφωνα με την «Πανελλαδική έρευνα κοινής γνώμης για την πανδημία του κορωνοϊού – 5o κύμα» του μη κυβερνητικού ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις, το 62,3% των νέων 17-24 ετών απάντησε πως η χώρα κινείται, γενικά, προς τη λάθος κατεύθυνση. Στην ίδια έρευνα, το 36,9% της ίδιας ηλικιακής ομάδας απάντησε πως δεν έχει καθόλου εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, με το 33,8% να απαντάει σχεδόν καθόλου. Το 67% των νέων της ηλικιακής ομάδας από 17 έως 34 απάντησε στην έρευνα της Κάπα Research ότι αξιολογεί αρνητικά/μάλλον αρνητικά τη διαχείριση της κρίσης του κορωνοϊού από την κυβέρνηση, ενώ το ίδιο ακριβώς ποσοστό αξιολογεί αρνητικά/μάλλον αρνητικά και τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ στην πανδημία. Μόλις 5% των νέων της ηλικιακής ομάδας 18-24, που έλαβαν μέρος σε έρευνα του People of Greece τον Μάρτιο, δήλωσε πως έχει εμπιστοσύνη στο Κοινοβούλιο. Στην ερώτηση πολιτικής αυτοτοποθέτησης της ίδιας έρευνας, το 45% αυτής της ηλικιακής ομάδας απάντησε «τίποτα» ή «δεν ξέρω, δεν απαντώ». Στην έρευνα του Μαρτίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, το 30% των νέων 17-34 ετών που συμμετείχαν πιστεύει πως η διάκριση Αριστερά – Δεξιά «δεν έχει πλέον νόημα».

Οσοι νέοι μίλησαν στην «Κ» εμφανίστηκαν πολύ απογοητευμένοι από την παρούσα, αλλά και τη διαχρονική, πολιτική σκηνή, ανεξαρτήτως κομμάτων. Ο 21χρονος κ. Βασσάλος λέει πως θα ήθελε να δει μια κυβέρνηση που θα δώσει έμφαση στη μεσαία τάξη, στην υγεία και στην παιδεία. «Εχουμε μείνει πολύ πίσω ως Ελληνες, είμαστε πολύ κολλημένοι στον Εμφύλιο», σημειώνει, «θα έπρεπε να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι νοιάζονται απλώς για τη χώρα και όχι αν είναι αριστεροί/δεξιοί». Ενας συμμετέχων σε μία από τις ομάδες συμπλήρωσε πως αυτό το δίπολο έχει ξεπεραστεί, ενώ θα ήθελε οι πολιτικοί να έχουν ένα μελλοντικό πλάνο για την ανάπτυξη της χώρας, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα σχέδια που θα βελτιώσουν τη θητεία της εκάστοτε κυβέρνησης. Η συντριπτική πλειοψηφία τόνισε πως δεν εμπιστεύεται το πολιτικό σύστημα της χώρας. «Εχω χάσει τελείως την εμπιστοσύνη μου», λέει η κ. Καραπάνου, «όλες οι κυβερνήσεις υπόσχονται πράγματα που δεν τα κάνουν, ως νέοι νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κάποιον, δεν μπορούμε να πιστέψουμε σε κάτι». «Η έλλειψη εμπιστοσύνης την οποία βλέπουμε να διογκώνεται στις διαδοχικές κρίσεις –οικονομική και πανδημίας– καταλήγει σε μια απονομιμοποίηση του συστήματος», λέει στην «Κ» ο καθηγητής του ΕΚΠΑ Β. Παυλόπουλος, συμπληρώνοντας πως το κύριο αίσθημα πολλών νέων είναι ότι το σύστημα δεν τους εκφράζει. «Δεν είναι καλός προγνωστικός δείκτης», αναφέρει ο ίδιος, καθώς αυτή η απονομιμοποίηση οδηγεί ή σε μεταναστευτικές τάσεις ατόμων ή σε συλλογικές δράσεις που μπορεί να έχουν ακραία μορφή.

Περισσότερο, όμως, οι νέοι σημειώνουν πως οι ίδιοι και τα δικά τους θέλω δεν υπάρχουν πουθενά, κανείς δεν τους λογαριάζει, κανείς δεν τους ρωτάει, κανείς δεν τους ακούει. «Δεν μας εμπιστεύονται», αναφέρει ο 24χρονος Σάββας Σκοπελίτης, τονίζοντας πως οι νέοι είναι στο περιθώριο, «χωρίς να έχουν καν τη δυνατότητα να εκφέρουν γνώμη». «Βλέπεις τους κρατικούς θεσμούς να βάζουν όλη τους την ενέργεια σε πράγματα που αφορούν ελάχιστα ή καθόλου τους νέους, διατηρώντας το αίσθημα της ηττοπάθειας και της βίας, βία της ανεργίας, βία της απαξίωσης, βία της ανασφάλειας», λέει ο 24χρονος Νίκος Φωτίου.

Τα μέσα ενημέρωσης τους απογοητεύουν ολοένα και περισσότερο

Η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι οι έχοντες εξουσία είτε βρίσκονται απέναντι από τους νέους –πολλοί υποστηρίζουν πως η κυβέρνηση άδικα ρίχνει στη νεολαία την ευθύνη για την αύξηση των κρουσμάτων του κορωνοϊού– είτε τους αγνοούν. «Η επικοινωνία μεταξύ εξουσίας και λαού έχει χαθεί», λέει στην «Κ» η 24χρονη Εύα. «Τα συναισθήματα που κυριαρχούν μέσα μου θα έλεγα πως είναι αγανάκτηση, απογοήτευση και θυμός», σημειώνει. «Το χάσμα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στους νέους και στην οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι τεράστιο», αναφέρει η κ. Καραπάνου. Για τον 25χρονο ειδικευόμενο Γιώργο Τσουκάλη, το χάσμα που πρέπει να γεφυρωθεί είναι ακόμα μεγαλύτερο· είναι αυτό που δημιουργεί γενιές χωριστές, γενιές που «δεν καταλαβαίνουν η μία την άλλη».

Παρότι επικρατεί απομάκρυνση από τα κόμματα, η Μανίνα Κακεπάκη, πολιτική επιστήμονας και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, που μαζί με την κοινωνική ψυχολόγο Κατερίνα Ηλιού έκανε μεγάλη διαδικτυακή έρευνα σε νέους ηλικίας 17-29 ετών πριν από ένα χρόνο, λέει στην «Κ» πως η νέα γενιά δεν είναι μουδιασμένη πολιτικά. «Μπορεί να κινητοποιούνται για άλλους λόγους, για δράσεις στη γειτονιά τους, για άλλα πράγματα που τους αφορούν, δεν σημαίνει ότι αυτές τις δράσεις δεν τις αντιλαμβάνονται ως πολιτικές», σημειώνει.

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνάς τους έχει να κάνει με το ότι για την πλειονότητα των συμμετεχόντων δεν φαίνεται ένα συγκεκριμένο πολιτικό γεγονός να συνέβαλε στη διαμόρφωση των πολιτικών τους απόψεων όσο «τα προσωπικά και οικογενειακά βιώματα», με έναν στους τέσσερις να επιλέγει αυτή την απάντηση. Αντίστοιχα, συμμετέχοντες στα focus groups ανέφεραν πως είναι αρνητικά προσκείμενοι απέναντι σε κάποιο κόμμα για οικογενειακούς λόγους, με άλλους συμμετέχοντες να λένε πως ρώτησαν τους γονείς τους τι να ψηφίσουν στις τελευταίες εκλογές. Μια νεαρή κοπέλα σημείωσε πως στις τελευταίες εκλογές έριξε λευκό γιατί δεν είχε επαρκώς διαμορφωμένη άποψη για την πολιτική πραγματικότητα.

Ενα από τα μείζονα θέματα αυτής της γενιάς είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε αντίθεση με το Διαδίκτυο. Σύμφωνα με την έρευνα του Μαρτίου του People of Greece, 8% των νέων 18-24 που έλαβαν μέρος απάντησε πως εμπιστεύεται τον Τύπο, ενώ 50% της ίδιας ηλικιακής ομάδας δήλωσε πως εμπιστεύεται το Διαδίκτυο. Το 93% των νέων 17-34 που συμμετείχαν στην έρευνα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς δήλωσε πως εμπιστεύεται λίγο ή καθόλου τα ΜΜΕ, ενώ το 63% του συγκεκριμένου γκρουπ ανέφερε πως ενημερώνεται 6-7 φορές την εβδομάδα από τα social media.

Στην πλειονότητά τους οι συμμετέχοντες στα focus groups δήλωσαν ότι δεν βλέπουν τηλεόραση γιατί εκνευρίζονται, δίνοντας παραδείγματα παραπληροφόρησης, ενώ έντονη ήταν η άποψη πως τα περισσότερα μέσα εξυπηρετούν συμφέροντα και άρα δεν μπορούν να τα εμπιστευτούν. «Τα media με απογοητεύουν ολοένα και περισσότερο», λέει η 24χρονη Χάρις, «προχειρότητα, έλλειψη πηγών, προπαγανδιστική προσέγγιση, στρατευμένη ερμηνεία είναι μερικές από τις αιτίες που με κάνουν να αποφεύγω την ενημέρωσή μου μέσω των συστημικών μέσων». Αρκετοί νέοι δήλωσαν ότι ενημερώνονται μέσω σελίδων στο Facebook, με τον κίνδυνο βέβαια να εκτίθενται μόνο σε συγκεκριμένες απόψεις και ειδήσεις, ενώ άλλοι μέσω Instagram και δημοσιεύσεων φίλων τους. Κάποιοι είπαν ότι ενημερώνονται ακόμα και μέσω Luben, παρόλο που σε ένα από τα focus groups κάποιοι ανέφεραν ότι μπορεί και αυτή η σελίδα να έχει πολιτική γραμμή, ή μέσω «Ράδιο Αρβύλα». «Σίγουρα δεν είναι τρόπος να ενημερώνεσαι», λέει ένας νέος, «αλλά ο κόσμος έχει κουραστεί να βλέπει ειδήσεις». Και όχι μόνο να βλέπουν ειδήσεις. Ο κόσμος και οι νέοι συγκεκριμένα έχουν κουραστεί γενικά, όπως προκύπτει και από πρόσφατα στοιχεία, αλλά και όπως λένε οι ίδιοι. Στην έρευνα της Κάπα Research του Φεβρουαρίου, 79% των νέων ηλικίας 17-34 απάντησε πως έχει κουραστεί πολύ ή αρκετά από τα περιοριστικά μέτρα. Το 85% της ίδιας ηλικιακής ομάδας δήλωσε πως νιώθει πλήξη. Στην έρευνα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, το 77% των ηλικίας 17-24 λέει πως ο τομέας τον οποίο η πανδημία τους έπληξε περισσότερο είναι η ψυχολογία τους.

«Εχουν “παγώσει” τις ζωές μας αλλά σε κακό σημείο», λέει μια 21χρονη. «Προσπαθώ να επιβιώσω όπως όλοι μας», δηλώνει μια κοπέλα. «Τη φοιτητική ζωή δεν θα τη ζήσω όσο θα ήθελα», αναφέρει ένας 21χρονος. «Προσπαθώ πολύ να επιμένω στα θετικά της κατάστασης και να μην επηρεάζομαι από τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου, αλλά λογικό είναι κάποιες μέρες να μην τα καταφέρνω», σημειώνει η Εύα. Μια 24χρονη λέει πως τα πολλά μέτρα φέρνουν και αντίδραση και η αντίδραση αύξηση κρουσμάτων – «λογικό είναι να υπάρχει μια αύξηση, γιατί έχουμε μπουχτίσει». «Κανένας δεν μπορεί να διατηρήσει ένα lockdown έξι μηνών», αναφέρει μια 21χρονη – «είναι κακή εποχή να είσαι 20 και να βρίσκεσαι στο 2021».
Ο κ. Παυλόπουλος τονίζει πως οι νέοι άνθρωποι, παρόλο που είναι επί του παρόντος απογοητευμένοι, είναι έτοιμοι να επενδύσουν κάπου, όταν βρουν κάτι αληθινό. «Χρειάζεται πολιτική βούληση», λέει στην «Κ», «χρειάζεται να το βάλει κανείς στόχο».

«Κυριαρχεί η εκμετάλλευση»

«Η αστάθεια που χαρακτηρίζει το εργασιακό περιβάλλον της χώρας μας δεν μου δημιουργεί την αίσθηση σιγουριάς προκειμένου να χτίσω το μέλλον μου σε αυτήν», λέει στην «Κ» ο 25χρονος Θανάσης. Η 23χρονη Ειρήνη σπούδασε συντήρηση έργων τέχνης, ενώ τώρα κάνει το μεταπτυχιακό της στο χημικό τμήμα του ΑΠΘ. Ούτε εκείνη νιώθει αισιόδοξη για το μέλλον της στην Ελλάδα – «έχει εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο η λέξη εργασία και κυριαρχεί η εκμετάλλευση, δεν υπάρχει αξιοκρατία και έλεγχος, αυτό επηρεάζει τόσο τη δική μου γενιά όσο και την επόμενη, και σίγουρα όσους ήδη ανήκουν στο εργατικό δυναμικό», αναφέρει. Από την άλλη, όσοι νέοι είναι πιο θετικοί σχετικά με το μέλλον τους, διευκρινίζουν πως αυτό είναι απόρροια είτε της προσωπικής τους φιλοσοφίας ή της εμπιστοσύνης που έχουν οι ίδιοι στις δυνατότητές τους, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες. Η 21χρονη Ελένη Βαρδάκη λέει στην «Κ» πως η αισιοδοξία της για το δικό της μέλλον οφείλεται στην προσπάθεια να πετύχει τους στόχους που έχει ήδη θέσει, και στην τύχη να την υποστηρίζουν ψυχολογικά και οικονομικά οι γονείς της. «Θεωρώ ότι σαν άτομο θα τα καταφέρω όπου και αν είμαι, οπότε σκέφτομαι αυτό και κάπως καθησυχάζω τον εαυτό μου», αναφέρει στην «Κ» μια 25χρονη ειδικευόμενη γιατρός από τη Θεσσαλονίκη. Για την Ελλάδα, κανένας τους δεν είναι τόσο σίγουρος, και οι περισσότεροι επιστρέφουν ξανά και ξανά στα θέματα της διαφθοράς, της αναξιοκρατίας, της παντελούς έλλειψης εμπιστοσύνης στους πολιτικούς ανεξαρτήτως κόμματος, και στους επίσημους φορείς της χώρας, αλλά και σε άλλα θέματα που τους απασχολούν πολύ όπως η αστυνομία και ο ρόλος της.

ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ

Συμβουλές στον δεκάχρονο γιο μου

Το τελευταίο κείμενο μιας εξαιρετικά δύσκολης χρονιάς θα έπρεπε ίσως να τη συνοψίζει και να κλείνει με μια νότα οπτιμισμού για το νέο έτος. Αποφάσισα, όμως, να εκμεταλλευθώ το γεγονός ότι έχω δική μου στήλη. Εάν υπάρχει ένα θετικό είναι ότι μπορείς να γράφεις ό,τι θέλεις. Φέτος δεν έχω δώρα για κανέναν, ούτε για τον γιο μου, αλλά του έγραψα συμβουλές και τις μοιράζομαι μαζί σας. Πρώτα διατυπώνω την επιθυμία η άνοιξη να υποδεχόταν την πρώτη μέρα του χρόνου.

Ξεκινώ. Ο τρόπος έκφρασης, το πρωταρχικό μέσο επικοινωνίας, είναι πάντα διφορούμενος. Το «σε ακούω» σημαίνει ότι σκέφτεται τι θα σου απαντήσει και δεν σε ακούει. Το «θα το σκεφθώ» δηλώνει ότι θα ξεχάσει τι πρέπει να σκεφθεί όταν απομακρυνθείς. Εάν θέλεις να κερδίσεις χρόνο, πες «άσε με να το σκεφθώ». Αν κάποιος σε ρωτήσει αν σου έχει πει την ιστορία, κατά 98% στην έχει πει την ιστορία. Θυμήσου ότι όποιος αφηγείται τι έκανε πριν από είκοσι χρόνια, φανερώνει πως δεν έχει κάτι να σου πει για το παρόν. Δεν χρειάζεται να έχεις άποψη για όλα. Ο μπαμπάς σου λέει το εκνευριστικό: «Δεν έχω άποψη, αλλά αν θέλεις μπορώ να σου πω τη γνώμη μου». Μπορείς να το λες κι εσύ.

Μακάρι να γεννιόμασταν με έναν ενσωματωμένο ανιχνευτή μπουρδολογίας. Δυστυχώς, πρέπει μόνοι να κάνουμε τη δουλειά. Οι άνθρωποι γύρω μας χρειάζονται ειδική μεταχείριση. Αλλά δεν είναι όλοι ίδιοι. Μια δύσκολη κατηγορία είναι οι περήφανοι για τη χαζομάρα τους. Η χειρότερη συνομοταξία είναι οι πομπώδεις, οι στομφώδεις και όσοι παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Μην τους συναναστρέφεσαι. Παρ’ όλα αυτά, όλοι ανεξαιρέτως υπερεκτιμούμε το μυαλό και τις δυνατότητές μας. Και ο εαυτός μας χρειάζεται διαχείριση. Μέτρα μέχρι το είκοσι όταν θέλεις να τα σπάσεις όλα. Σπάσε τα αν είναι απαραίτητο και μάζεψέ τα με ψυχραιμία. Η βοήθεια έρχεται μονάχα όταν ζητηθεί, αλλά όταν αντιληφθείς ότι κάποιος τη χρειάζεται, πρέπει να σπεύσεις. Είναι δύναμη πάντως να νιώθεις και να δηλώνεις ευάλωτος. Εάν οι τύψεις εμφανιστούν, συνήθως πρέπει να επανορθώσεις και όταν αισθανθείς ότι κάπου είναι κακοτοπιά, είναι κακοτοπιά.

Τι γίνεται με τις αρετές; Ας πούμε, η σκληρή δουλειά. Η σκληρή δουλειά δεν οδηγεί πάντα σε επιτυχία, αλλά βοηθάει να πιστεύεις ότι ισχύει. Οσο για τα προσόντα, οι γλώσσες, τα μαθηματικά και η ιστορία είναι τα απαραίτητα, αλλά η ευγένεια και η γοητεία είναι τα αφοπλιστικά χαρίσματα. Επέλεξε τον τόνο με τον οποίο θα εκφράζεσαι, αλλά θα απευθύνεσαι στον ίδιο τόνο και με αντίστοιχο σεβασμό σε όλους ανεξαιρέτως.

Σύντομα θα καταλάβεις πως ό,τι κάνουν ή ό,τι πιστεύουν οι πολλοί δεν σημαίνει ότι είναι το σωστό. Εκατό πάνω από έναν άνθρωπο είναι ήδη πολλοί. Μη γίνεις ο εκατοστός πρώτος που θα πέσει πάνω του. Είναι ανέντιμη μικρότητα. Με οποιοδήποτε κόστος να έχεις πάντα το θάρρος της γνώμης σου. Η σιωπή αφήνει απροστάτευτους τους αδικημένους.

Καθώς θα μεγαλώνεις, κάνε παρέα και με αλλόκοτους, εκκεντρικούς, ιδιόρρυθμους. Θα ακούς και θα μαθαίνεις διαφορετικά πράγματα. Μάθε να σκέφτεσαι διαφορετικά. Μάθε να κάνεις φίλους. Δεν μπορώ να πλέξω επαρκώς το εγκώμιο της φιλίας. Οι φίλοι σε κουβαλούν αθόρυβα λίγα μέτρα παραπέρα όταν αδυνατείς να το κάνεις μόνος. Χωρίς κριτική και χωρίς ερωτήσεις. Αν με ρωτήσεις τι είναι οικειότητα, νομίζω ότι σημαίνει: κάθομαι σιωπηλός απέναντι στον άλλον χωρίς να έχω την έννοια να γεμίζω το κενό με λόγια.

Ιδού μερικές ακόμα υποδείξεις αν δεν έχεις κουραστεί. Μόνο η ανάγνωση και η λογοτεχνία σε μονώνουν επαρκώς και σου προσφέρουν καταφύγιο. Ιδιαίτερα εάν είσαι ντροπαλός και διστακτικός, αυτός είναι ο τρόπος να γνωρίσεις τους άλλους και να αντιληφθείς πώς λειτουργεί η ζωή. Απομνημόνευσε ποιήματα και παραγράφους. Είναι πάντα χρήσιμα και δεν αναφέρομαι στη μοναδική φορά που θα κλειστείς σε ασανσέρ.

Υπάρχουν κι άλλα «μυστικά» που θα μοιραστώ μαζί σου. Μην πεις σε μια γυναίκα ότι δεν έχει χιούμορ. Θα το πληρώνεις μια ζωή. Μη γράψεις κάτι που αν το διάβαζε η γυναίκα ή το αφεντικό σου θα ντρεπόσουν. Διάλεξε ένα επάγγελμα που θα σε κάνει χαρούμενο τις περισσότερες ώρες. Ιδανικά να μπορείς να το εξασκείς από πολλές χώρες και να μην έχεις αφεντικό. Μετά τα σαράντα τρία θα ξυπνάς με χανγκόβερ, ενώ δεν θα έχεις πιει. Είναι δεδομένο. Βεβαίως, το μόνο δεδομένο είναι ότι δεν υπάρχουν δεδομένα. Μετά τα σαράντα πέντε δεν ξέρεις πια τίποτα, κάθε μέρα «συνειδητοποιείς» όσα θα έπρεπε ήδη να γνωρίζεις από την προηγούμενη.

Τέλος, οι γονείς φταίνε για όλα μέχρι τα είκοσι έξι. Μετά υπάρχουν οι ψυχίατροι. Για το 2021 δεν χρειάζεται να πάρεις αποφάσεις. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις περυσινές. Φυσικά δεν έχω τελειώσει. Ο συμβουλές μιας Ελληνίδας μαμάς είναι αναρίθμητες. Καλή μας Χρονιά!

* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Eπαφή με το αλκοόλ πριν από τα 10 έτη

Σχεδόν τέσσερις στους δέκα νέους έρχονται σε επαφή με το αλκοόλ πριν από τα 15 χρόνια, ενώ το 6,8% δοκιμάζει αλκοόλ πριν καν φτάσει στην ηλικία των δέκα ετών. Δύο στους τρεις νέους μέχρι 30 ετών έχουν μεθύσει, ενώ πάνω από το 25% όσων οδηγούν έχει πιάσει τιμόνι υπό την επήρεια αλκοόλ. Καθόλου τυχαία το 11% αυτών είχε τροχαίο ατύχημα. Ακόμα το 9,6% των νέων απαντά πως οδηγήθηκε σε ακραίες καταστάσεις λόγω κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών.

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα πολύ ανησυχητικά ευρήματα μιας μεγάλης έρευνας που διεξήγαγε το τμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής της Σχολής Μηχανικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής το 2019 μεταξύ 1.459 νέων μεταξύ 15-30 ετών από όλη τη χώρα. Πρόκειται για στοιχεία που συνάδουν με άλλες αντίστοιχες έρευνες και χτυπούν καμπανάκι κινδύνου για την εύκολη και μαζική πρόσβαση που έχουν στην Ελλάδα παιδιά και έφηβοι στο αλκοόλ. Αλλά ας δούμε πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία.

• Το 6,8% των παιδιών ηλικίας κάτω των 10 ετών έχει δοκιμάσει/πιει αλκοόλ. Σε αυτό προστίθεται το 32% των παιδιών 10-15 ετών, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των νέων (58,4%) αρχίζει να πίνει στην ηλικία της εφηβείας και ενηλικίωσης 15-20 ετών. Μόλις το 2,8% δοκιμάζει το αλκοόλ μετά τα 20 έτη. Ας σημειωθεί πως μέχρι τα 18 έτη δεν επιτρέπεται η κατανάλωση αλκοόλ σε μπαρ και άλλους χώρους διασκέδασης.

• Τα αγόρια δοκιμάζουν σε υπερδιπλάσιο ποσοστό από τα κορίτσια το αλκοόλ πριν από τα 10 χρόνια (9% έναντι 4%). Εντυπωσιακό είναι και το εύρημα πως οι γονείς και κηδεμόνες των παιδιών τα οποία προχώρησαν στην τόσο βλαβερή αυτή κίνηση, ανήκουν σε όλα τα μορφωτικά επίπεδα, με τους περισσότερους μάλιστα να είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (52,7%). «Η υψηλή μόρφωση των γονέων δεν φαίνεται να έδρασε αποτρεπτικά», σημειώνουν οι συγγραφείς των συμπερασμάτων και είναι ίσως ενδεικτικό των στρεβλών αντιλήψεων που κυριαρχούν για το ζήτημα του αλκοόλ στην ελληνική κοινωνία.

• Οσον αφορά τα παιδιά και τους εφήβους που ήρθαν σε επαφή με το αλκοόλ στα 10-15 χρόνια τους καταγράφεται κι εδώ μια αυξημένη συμμετοχή των αγοριών, που φτάνει στο 30%, σε σχέση με τα κορίτσια.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το εύρημα της έρευνας, σύμφωνα με το οποίο τα τελευταία χρόνια μειώνεται η ηλικία πρώτης επαφής και κατανάλωσης αλκοόλ. Αυτό προέκυψε από τις απαντήσεις, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των μεγαλύτερων σε ηλικία ήταν μικρότερο το ποσοστό εκείνων που είχαν δοκιμάσει πριν από τα 10 έτη. «Το γεγονός ότι πιο πολλοί νέοι αρχίζουν τώρα τελευταία το ποτό σε μικρότερη ηλικία είναι πολύ ανησυχητικό και εντελώς αντίθετο με τον στόχο μιας κοινωνίας να μειώσει τη χρήση αλκοόλ ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες», σημειώνεται στα συμπεράσματα. Πώς απαντούν οι ερωτηθέντες στο ερώτημα τι τους προσφέρει το ποτό; «Απολύτως τίποτα» απαντά το 43,3%, «Ευχαρίστηση» το 16,2%, «Ικανοποιεί την αίσθηση της γεύσης» το 19,4%, «Παρέα» το 12,6% και «Ψυχολογική εκτόνωση» 8,6%. Ταυτόχρονα, ενώ 77,8% των απαντήσεων λένε πως γνωρίζουν τις συνέπειες του αλκοόλ στην υγεία, δεν φαίνεται αυτό να μεταφράζεται ούτε σε πραγματική γνώση, ούτε –πολύ περισσότερο– σε πράξη.

Σύμφωνα με τις απαντήσεις, σχεδόν εννέα νέοι στους δέκα (86,8%) πίνουν ένα-δύο ποτά στην έξοδό τους· από αυτά, το 16,4% είναι –σύμφωνα με την κατάταξη του ερωτηματολογίου– μικρού αλκοολικού βαθμού (μπίρα), το 17,2% είναι μεσαίου (κρασί), το 12,1% είναι μεγάλου (ουίσκι, βότκα κ.λπ.), το 1,2% πολύ μεγάλου αλκοολικού βαθμού (άνω των 40 βαθμών αλκοόλ). Το 39,1% είναι όλων των βαθμών.

Το 66,1% των νέων έχει μεθύσει, ενώ το 46,1% απάντησε πως έχει πιει σε κάποια έξοδο περισσότερο του «προγραμματισμού» του. Μάλιστα, σχεδόν ένας στους δέκα νέους (9,6%) έχει φθάσει σε ακραίες καταστάσεις (ακόμα και εισαγωγή σε νοσοκομείο) λόγω αλκοόλ, ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό εύρημα. Παρ’ όλα αυτά, όσοι απάντησαν στην έρευνα εμφανίζονται αισιόδοξοι πως μπορούν να διακόψουν τη χρήση αλκοόλ, απαντώντας θετικά το 73,5%, «ίσως μπορούν» 20,7% και «όχι, δεν μπορούν» μόλις το 5,8%.

Επικίνδυνες καταστάσεις αποκαλύπτουν οι ερωτήσεις που αφορούν την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Μεταξύ όσων έχουν δίπλωμα οδήγησης και καταναλώνουν αλκοόλ πάνω από το 25% δηλώνει πως έχει οδηγήσει παρότι είχε πιει. Σύμφωνα με τις απαντήσεις οι γυναίκες φαίνεται πως είναι πιο προσεκτικές, καθώς οι άνδρες οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλ σε ποσοστό πέντε φορές μεγαλύτερο από τις γυναίκες.

Το 11,3% των νέων που οδηγούσαν υπό την επήρεια αλκοόλ είχε ατύχημα/δυστύχημα. Πρόκειται για 21 νέους μεταξύ των ερωτηθέντων (15 άνδρες και έξι γυναίκες), ενώ άλλοι 36 επέβαιναν σε όχημα που οδηγούσε άτομο που δεν περιλαμβάνεται στην έρευνα. Από τους 21 ο ένας σταμάτησε να πίνει και έξι σταμάτησαν να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλ.

Οσον αφορά τα χρήματα που ξοδεύουν οι νέοι για ποτά στις εξόδους τους, υπολογίζεται πως κάθε νέος που πίνει δαπανά 13,21 ευρώ την εβδομάδα για αλκοόλ. Κάνοντας μια αναγωγή του δείγματος στο σύνολο του πληθυσμού, η μελέτη υπολογίζει πως οι νέοι ξοδεύουν 25.230.390 την εβδομάδα ή περισσότερο από 1.300.000.000 τον χρόνο σε αλκοολούχα ποτά.

Τέσσερα πεδία εθισμού

Η μελέτη του τμήματος Μηχανικών Βιοϊατρικής με τις ερωτήσεις στους 1.459 νέους δεν περιορίζεται στο αλκοόλ, αλλά αναπτύσσεται σε τέσσερα πεδία εθισμού: εκτός του αλκοόλ, στο κάπνισμα, στα τυχερά παιχνίδια και στις ηλεκτρονικές συσκευές. Ολα τα στοιχεία έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα bme.uniwa.gr και στη users.uniwa.gr/mglamb και είναι διαθέσιμα προς μελέτη και χρήση. Σε όλα τα στάδια της έρευνας συνέβαλαν φοιτητές/τριες του τμήματος, την ανάλυση των δεδομένων είχαν οι Γ. Κούζιλος και Α. Γλαμπεδάκης, ενώ την επιμέλεια της έκδοσης ο ομότιμος καθηγητής δρ Μιχάλης Γλαμπεδάκης.

 

 

 

 

Λίγο περισσότερη Νεοκρατία παρακαλώ!

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.06.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πριν με κακοχαρακτηρίσετε για «βαρβαρισμό» να απολογηθώ πως ο τίτλος δεν είναι δική μου ιδέα. Τον δανείστηκα από το αφιέρωμα για την Ελλάδα του περιοδικού Economist το 2002. Ο συντάκτης εκείνου του κειμένου σημείωνε, μάλιστα, πως ενώ οι λέξεις Δημοκρατία και Γεροντοκρατία είναι ελληνικής προέλευσης, οι Ελληνες δεν γέννησαν μια παρόμοια λέξη για να περιγράψουν την κυριαρχία των νέων.

Το γιατί, είναι εύκολο, νομίζω, να καταλάβουμε. Δεν χρειάστηκε να φτιαχτεί μια λέξη για ένα ανύπαρκτο φαινόμενο. Πέρα ωστόσο από τους νεολογισμούς, το αφιέρωμα του Economist –ένας καλός φίλος μου το προώθησε μετά το άρθρο μου στην «Καθημερινή» («Αλίμονο στα νιάτα», 14/6/2020), που προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων– είναι από πολλές πλευρές ενδιαφέρον.

Ηταν το 2002. Η Ελλάδα προετοιμαζόταν για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων έχοντας ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 4% (2000-2002), 5% (2004) ή και σχεδόν 6% (2003). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ πλησίαζε τον μέσον όρο των οικονομιών της Ε.Ε. Η ανεργία κινούνταν με πτωτικές τάσεις στο χαμηλό για ελληνικά δεδομένα 10%. Συνολικά, αποτυπωνόταν η εικόνα μιας ακμάζουσας χώρας που κατατασσόταν στις 25 πρώτες του κόσμου στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης και ποιότητας ζωής (22η το 2005-2008).

Κι ενώ από τη μια βλέπαμε να εξελίσσεται «το ελληνικό θαύμα» και η Ελλάδα να αναπαρίσταται στα διεθνή ΜΜΕ ως Προμηθέας απελευθερωμένος από τα δεσμά του, από την άλλη μερικές «μουτζούρες» αμαύρωναν την εικόνα της ελληνικής προόδου. Μία από αυτές ήταν η θέση των νέων στην ελληνική κοινωνία.

Μπορεί η γεροντοκρατία να μην έφτασε στη χώρα μας στα σοβιετικά επίπεδα, αλλά δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αποτέλεσε ένα διαχρονικό φαινόμενο ιδιαίτερα αισθητό στον χώρο της αγοράς εργασίας. Πολλοί τομείς, σημείωνε το άρθρο του Economist, από την ιατρική μέχρι την πολιτική και από το Πανεπιστήμιο μέχρι τη δημόσια διοίκηση κυριαρχούνται από μια καθεστηκυία τάξη πρεσβύτερων, που κάνει τα πάντα για να ισχυροποιήσει τη θέση όσων έχουν μακροχρόνια προϋπηρεσία, συνήθως εις βάρος φιλόδοξων και ικανών νέων που κρατιούνται σε χαμηλές πτήσεις. Αυτό αναπαράγει μια κουλτούρα που διαιωνίζεται. Ο καθένας πρέπει να περιμένει τη σειρά του.

Στα χρόνια της κρίσης η πρακτική αυτή οξύνθηκε διευρύνοντας ήδη υπαρκτές ανισότητες. Ανθρωποι αμείβονταν 30%, 50% ή και 70% λιγότερο από άλλους που έκαναν την ίδια δουλειά με τα ίδια προσόντα. Το μόνο κριτήριο που τους διαφοροποιούσε ήταν τα χρόνια απασχόλησης.

Το 2002, η συνολική ανεργία στην Ελλάδα ήταν 10%. Η ανεργία των νέων όμως βρισκόταν στο 30%. Με απλά λόγια, ενώ η ανάπτυξη έτρεχε κατά μέσον όρο με ετήσιο ρυθμό 4% για μια ολόκληρη εξαετία (1999-2004), αυτό είχε μικρή επίπτωση στην αγορά εργασίας των νέων. Συγκρίνοντας μάλιστα με άλλες χώρες με παρόμοια χαρακτηριστικά, η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν εμφανώς χειρότερη. Για παράδειγμα, ενώ η ανεργία στην Ισπανία ήταν ακριβώς στα ίδια επίπεδα με αυτά της χώρας μας, η ανεργία των νέων ήταν 10 μονάδες μικρότερη.

Στη συνέχεια, η κρίση επιδείνωσε δραματικά τα πράγματα. Η ανεργία των νέων ξεπέρασε το 50%, ενώ η υποαπασχόληση, η μερική και εποχιακή απασχόληση, εκτινάχθηκαν καλύπτοντας ένα μέρος του προβλήματος. Δυστυχώς αυτοί οι τομείς της νεανικής απασχόλησης (τουρισμός, εστίαση, πολιτισμός) είναι που χτυπήθηκαν περισσότερο με τα μέτρα για την πανδημία.

Πλήθος νέων ανθρώπων μετανάστευσε τα τελευταία χρόνια. Πολλοί άλλοι συνέχισαν σπουδές όχι από ενδιαφέρον ή συγκεκριμένη στόχευση αλλά επειδή δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν. Η συσσώρευση τυπικών προσόντων «μήπως και γίνει τίποτα» αποτέλεσε εθνικό σπορ. Από τη στιγμή που έπαυσαν οι προσλήψεις στο Δημόσιο, ένας μεγάλος αριθμός πτυχιούχων οδηγήθηκε σε αποκλεισμό από την αγορά εργασίας ή στην παραοικονομία (π.χ. ιδιαίτερα μαθήματα).

Το 2012, σε έρευνα μεταξύ όσων ήταν τουλάχιστον πέντε χρόνια πτυχιούχοι του τμήματος όπου διδάσκω, τα αποτελέσματα ήταν καταθλιπτικά. Χονδρικά, ένας στους δύο ήταν άνεργος, ένας στους τέσσερις συνέχιζε μεταπτυχιακές σπουδές και μόλις ένας στους τέσσερις εργαζόταν – να σημειωθεί ότι οι φοιτητές του τμήματος αποκτούν ειδικές δεξιότητες (ρωσική και τουρκική γλώσσα) που επιτρέπουν ευκολότερη πρόσβαση στο χώρο του τουρισμού, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα.

Στη συνείδησή μας, ως κοινωνία, αντισταθμίζουμε αυτήν την άθλια κατάσταση με την πεποίθηση πως κάνουμε ό,τι μπορούμε, επειδή η ελληνική οικογένεια «θυσιάζεται» για να στηρίξει τα παιδιά της έως αυτά «να βρουν τον δρόμο τους», συχνά αρκετά μετά τα τριάντα τους χρόνια. Ανακουφιζόμαστε συνειδησιακά επειδή οι γιαγιάδες μοιράζονται τις συντάξεις τους με τα άνεργα εγγόνια τους.

Δυστυχώς, τα παραπάνω δεν είναι η λύση, αλλά το πρόβλημα. Είναι συμπτώματα της άρρωστης κατάστασης μιας κοινωνίας που ευνουχίζει συναισθηματικά, οικονομικά και κοινωνικά τις νεότερες γενιές, οδηγούμενη τελικά η ίδια σε μαρασμό.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Αλίμονο στα νιάτα!

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 14.06.2020

Τον τελευταίο καιρό, ιδίως μετά το άνοιγμα της καραντίνας, είναι έκδηλο ένα φαινόμενο που θα ονόμαζα «ηλικιακό φθόνο». Αυτός ο φθόνος παίρνει τον χαρακτήρα μιας ανοικτής έκφρασης αντιπάθειας, σχεδόν ρατσιστικού χαρακτήρα κάποιες φορές, απέναντι στους νέους ανθρώπους. Τα παραδείγματα αφθονούν. Οι αντιδράσεις για τους νέους που συγκεντρώθηκαν στην Αγία Παρασκευή στην Αθήνα ή στην Ανω Πόλη στη Θεσσαλονίκη, για τα νεανικά πάρτι ή άλλου είδους νεανικές εκδηλώσεις, είναι χαρακτηριστικές.

Οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι εμφανίζονται περίπου ως δυνάμει θύματα των νέων, οι κατηγορίες εναντίον των οποίων αφθονούν. Οι νέοι παρουσιάζονται ως «επιπόλαιοι», «ανεύθυνοι», «κακομαθημένοι», «καλοπερασάκηδες», «εγωιστές», «εγκληματίες», που «δεν νοιάζονται για τους συνανθρώπους τους».

Θα έλεγε κανείς πως διαμορφώνεται μια κατάσταση που δίνει την αίσθηση μιας σύγκρουσης γενιών. Πρωταγωνιστούν σε αυτόν τον πόλεμο οι baby-boomers.

Οι baby-boomers, οι γεννημένοι μετά τον πόλεμο και μέχρι και τη δεκαετία του 1950, η πρώτη μεταπολεμική γενιά στη Δύση, η πιο τυχερή και κακομαθημένη γενιά του δυτικού κόσμου. Αυτοί που ήπιαν όσο άντεχαν να πιουν, κάπνισαν όσο μπορούσαν να καπνίσουν, έφαγαν όσο μπορούσαν να φάνε. Οδήγησαν στους δρόμους σαν τρελοί καταρρίπτοντας το ένα Σαββατοκύριακο μετά το άλλο τα ρεκόρ νεκρών στην άσφαλτο. Τσιμέντωσαν ό,τι μπορούσε να τσιμεντωθεί, ρύπαναν ό,τι μπορούσε να ρυπανθεί και ξόδεψαν τους πόρους δεκαετιών ανάπτυξης, άλλοτε, για να είμαστε δίκαιοι, για καλό (εκπαίδευση, υγεία, μείωση ανισοτήτων), αλλά συχνά σε άχρηστες και ρυπαρές πολυτέλειες.

Κυρίως ξόδεψαν τα λεφτά για τον εαυτό τους, και όταν δεν είχαν άλλα, δανείστηκαν ρίχνοντας τα βάρη στις επόμενες γενιές. Και τώρα στα γεράματα, κουνάνε το δάχτυλο στους νέους, κατηγορώντας τους πως είναι «άσπλαχνοι» και δεν σκέφτονται τους ευπαθείς συνανθρώπους τους και τους ηλικιωμένους.

Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Οι νέοι άνθρωποι είναι τα κύρια θύματα της πολιτικής των lockdown παγκοσμίως. Ιδιαίτερα όσοι δεν έχουν πίσω τους μια εύπορη οικογένεια να τους στηρίξει συνθλίβονται. Είναι οι πρώτοι που έχασαν τις δουλειές τους γιατί είναι «συμβασιούχοι», είναι «εποχιακοί», είναι «μερικής απασχόλησης», είναι «αναπληρωτές», είναι «χωρίς σύμβαση», είναι μετανάστες με μικρής διάρκειας βίζα. Συχνά δεν καταγράφονται καν στους ανέργους γιατί εργάζονται «μαύρα» ή κάνουν «πρακτική» ή «βοηθούν» στην οικογενειακή επιχείρηση, στο μαγαζί ή στα χωράφια. Είναι οι πρώτοι που θα υποστούν τη μείωση των μισθών, την εκ περιτροπής εργασία, τα εξοντωτικά και ακατάστατα ωράρια.

Τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά τους έκλεισαν. Οι βιβλιοθήκες και τα εργαστήρια επίσης. Βρίσκονται σε αβεβαιότητα για το μέλλον. Η εξ αποστάσεως διδασκαλία μέσω του Διαδικτύου φαίνεται πως θα επεκταθεί και στην επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά. Αποτελεί μια δυσάρεστη λύση ανάγκης. Εχει ως συνέπεια την υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και την ενίσχυση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων.

Ο τρόπος ζωής των νέων, η νεανική κοινωνικότητα, οι ερωτικές και φιλικές σχέσεις τους πλήττονται περισσότερο από κάθε άλλης κοινωνικής ομάδας. Κατά την πανδημία οι νέοι έχασαν κάθε δημόσιο χώρο αναφοράς. Τα καφέ και τα μπαράκια έκλεισαν, όπως έκλεισαν τα σινεμά, τα γήπεδα όπου αθλούνταν, τα αεροδρόμια και τα τρένα που ταξίδευαν.

Αν τα πράγματα έμεναν εδώ, θα λέγαμε πως μερικοί δύσκολοι μήνες δεν είναι δα και τόσο μεγάλο ζήτημα. Η αλληλεγγύη για τον συνάνθρωπο έχει πρωταρχική αξία. Σωστά! Μόνο που στην Ελλάδα ειδικά, πέρασαν πια δώδεκα ολόκληρα χρόνια από τότε που η χώρα μας ξεκίνησε την πορεία προς την ύφεση. Από το 2008 μέχρι και φέτος χάθηκε το 25%-30% του ΑΕΠ. Περισσότερο από κάθε άλλη ηλικιακή ομάδα, ήταν οι νέοι, ιδιαίτερα οι φτωχότεροι εξ αυτών, που βίωσαν δραματικά αυτά τα δώδεκα χρόνια: την ανεργία να τους συντρίβει, τη χαμηλή αμοιβή να τους εξευτελίζει, την ανασφάλεια να τους πιέζει στη μετανάστευση.

Οι εικοσάρηδες και τριαντάρηδες (που έγιναν πια σαραντάρηδες) είδαν να αμείβονται με τα μισά λεφτά από τους πενηντάρηδες και εξηντάρηδες κι ας είχαν συχνά τα διπλάσια προσόντα και γνώσεις. Ας δούλευαν παραπάνω ώρες. Κι ας μιλάνε καλύτερα αγγλικά. Κι ας χαζεύουν «οι γέροι» με το τι μπορούν να κάνουν στον υπολογιστή.

Δυστυχώς για σας «ψάρακες», όπως λέγαμε και στον Στρατό, ο παλιός είναι αλλιώς.

Από τον πόλεμο και έπειτα, είναι η πρώτη φορά που μια γενιά νέων ανθρώπων είδε τις προοπτικές της να περιορίζονται και τη φωνή της να μην ακούγεται τόσο δυνατά. Η αντεστραμμένη δημογραφική πυραμίδα κάνει τους νέους λιγότερο σημαντικούς ως «τράπεζες ψήφων». Οι πολιτικοί δανείζονται ψήφους από τις «μεγάλες συστημικές τράπεζες», τους μεσήλικες και τους ηλικιωμένους. Τον τόκο τον πληρώνουν οι νέοι. Βλέπετε οι μεταπολεμικές γενιές είναι οι μεγαλύτερες αριθμητικά, είναι πλουσιότερες, είναι πολιτικά ισχυρότερες, είναι πιο «δικτυωμένες».

Ο κόσμος είναι άδικος. Για τους νέους, στις μέρες μας, στη χώρα μας, είναι ακόμη πιο άδικος.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η ελληνική οικογένεια αλλάζει δραματικά. Περισσότεροι εργένηδες, λιγότεροι γάμοι, περισσότερα διαζύγια, άρα και περισσότερες μονογονεϊκές οικογένειες, περισσότερες γεννήσεις εκτός γάμου, συγκατοίκηση εκτός γάμου, σύμφωνα συμβίωσης, άτεκνα ζευγάρια, ομόφυλα ζευγάρια… Η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια χάνει διαρκώς έδαφος.

Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι η πολυπληθέστερη ομάδα νοικοκυριών στην Ελλάδα σήμερα είναι τα μονοπρόσωπα. Απαρτίζονται από ένα άτομο, άνδρα ή γυναίκα, νεαρό, ώριμο ή ηλικιωμένο, που κατέληξε ή επέλεξε να ζει μόνο. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αποτελούν το 31% του συνόλου των νοικοκυριών και αυξήθηκαν κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Οχι, δεν ακολουθούν τα ζευγάρια με παιδιά, αυτά βρίσκονται στην τρίτη θέση. Επονται τα ζευγάρια χωρίς παιδιά (25,2% το 2017 από 24,1% το 2007). Τα ζευγάρια με παιδιά αποτελούν το 21,9% των νοικοκυριών (από 23,2% το 2007). Τέταρτα στη σειρά (15,7%) είναι, πάντα σύμφωνα με τη Eurostat, τα νοικοκυριά με ενηλίκους χωρίς παιδιά, του αντίθετου και του ίδιου φύλου, που συμβιώνουν…

Οι γάμοι μειώθηκαν από 62.195 το 1993 σε 50.138 το 2017, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Οι πολιτικοί γάμοι με διαδικασίες-εξπρές και λιγότερα έξοδα ξεπερνούν σταθερά τα τελευταία πέντε χρόνια τους θρησκευτικούς – 23.778 θρησκευτικοί και 25.854 πολιτικοί το 2016, 24.975 θρησκευτικοί και 25.163 πολιτικοί το 2017. Τα διαζύγια αυξήθηκαν, από 7.725 το 1993 (12,4% επί των γάμων) έφτασαν τις 13.494 το 2005 (22,1% επί των γάμων) και στα χρόνια της κρίσης κυμαίνονται γύρω ή και πάνω από τις 15.000 (30% επί των γάμων) – μόνο το 2016 τα διαζύγια παρουσίασαν πτώση, στις 11.013. Τα σύμφωνα συμβίωσης, πάντα σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, αυξήθηκαν από 581 το 2013 σε 4.921 το 2017.

Οι γεννήσεις εκτός γάμου σημείωσαν επίσης άνοδο· από 5,1% στο σύνολο των γεννήσεων το 2004 έφτασαν το 9,4% το 2015 (σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από τη Eurostat). Τα νοικοκυριά με έναν μόνο γονέα αυξήθηκαν από 1,8% σε 2,3% στο σύνολο των νοικοκυριών μέσα σε 10 χρόνια· συνολικά τα νοικοκυριά με παιδιά τα οποία είναι μονογονεϊκές οικογένειες, αλλά και οικογένειες με παιδιά, άλλου τύπου από εκείνον του ζευγαριού, αποτελούν σήμερα το 6,3% του συνόλου.

Ενα παράδειγμα

Η Γιάννα ζει τα τελευταία δυόμισι χρόνια με τον Μιχάλη και την κόρη της, Σαπφώ. Δεν τον γνώριζε πιο πριν τον Μιχάλη. Αργότερα ανακάλυψε ότι ήταν συμμαθητής και καλύτερος φίλος στα χρόνια του σχολείου με τον Χρήστο, πρώην άντρα της και πατέρα της κόρης της, Σαπφούς. Η Γιάννα και ο Μιχάλης κάνουν στενή παρέα με την Ειρήνη, φίλη του Μιχάλη από την εποχή που σπούδαζαν μαζί στο εξωτερικό, και τον Γιώργο. Η Ειρήνη και ο Γιώργος δεν είναι ζευγάρι, είναι παιδικοί φίλοι· είναι και οι δύο χωρισμένοι και αποφάσισαν να συγκατοικήσουν για να μοιραστούν τα έξοδα, αλλά και για συντροφιά… Ο Γιώργος φέρνει στο σπίτι κάθε Σαββατοκύριακο τα παιδιά του. Ο πρώην άντρας της Ειρήνης, ο Πάνος, που μόλις άρχισε να συζεί με τον σύντροφό του, τους επισκέπτεται συχνά…

«Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία αλλάζει», σημειώνει στην «Κ» η καθηγήτρια Βάσω Αρτινοπούλου, πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

«Σήμερα πλέον συνυπάρχουν αρμονικά διαφορετικοί τύποι οικογένειας – εργένηδες, μόνοι ενήλικες με παιδί ή παιδιά, ζευγάρια άτεκνα ή και με παιδιά, σε ελεύθερη συμβίωση ή με σύμφωνο συμβίωσης, ομόφυλα ζευγάρια κ.λπ.– μαζί με την πυρηνική τετραμελή οικογένεια και τα άλλα παραδοσιακά πρότυπα» «Οι λόγοι που οδηγούν τους νέους κυρίως ανθρώπους σε αυτές τις διαφορετικές μορφές οικογένειας είναι πολλοί: οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, ή καθαρά πρακτικοί, ρεαλιστικοί. Δύο εργαζόμενοι νέοι αποφασίζουν να ζήσουν μαζί, και για να εξοικονομήσουν χρήματα και να αντεπεξέλθουν οικονομικά, δεν επιλέγουν έναν παραδοσιακό γάμο με πολυέξοδες τελετές, προσαρμόζουν τις βιοτικές τους ανάγκες σε διαμερίσματα λιγότερων τετραγωνικών, επιλέγουν βιώσιμες και οικονομικές λύσεις για την κοινή ζωή τους. Υπακούουν σε μια λογική πρακτική, δεν φαντασιώνονται τον γάμο σαν κάτι πολύ σπουδαίο στη ζωή τους – το ιδεώδες του γάμου ως αγαθό και ως τελετουργική διαδικασία έχει υποχωρήσει πολύ, ειδικά στα νέα παιδιά. Είναι πιο ρεαλιστικοί οι στόχοι τους», συνεχίζει η ίδια.

Η υπογεννητικότητα

«Είναι μια πραγματικότητα που συνδέεται με την υπογεννητικότητα, την αύξηση των διαζυγίων και των μονογονεϊκών οικογενειών. Η κρίση έχει επηρεάσει σημαντικά και πολλαπλώς την ελληνική οικογένεια. Οχι μόνο σε επίπεδο οικονομικό, αλλά και σε επίπεδο κοινωνικό και αξιακό. Εμφανής και αδιαμφισβήτητη είναι η κρίση στις διαπροσωπικές σχέσεις: υπάρχει χαμηλότερο επίπεδο επικοινωνίας, έλλειμμα εμπιστοσύνης, στοιχεία που αποτυπώνονται και σε έρευνες της Eurostat. Η κρίση αυτή επηρεάζει έντονα τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με το μοίρασμα μιας κοινής ζωής, κυρίως στους νέους ανθρώπους. Επειτα, το αυξημένο ποσοστό των διαζυγίων, των καταγεγραμμένων και των ουσιαστικών διότι υπάρχουν και αυτά που απλά δεν εκδίδονται για οικονομικούς λόγους, δείχνουν ότι υπάρχουν βαθιά ρήγματα στην οικογένεια, που αντανακλούν την ευρύτερη κοινωνική και αξιακή κρίση», καταλήγει η κ. Αρτινοπούλου.

Θεσμός σε κρίση

«Αν η ελληνική κοινωνία δεν έχει εκραγεί σε αυτήν την πρωτοφανή κρίση, οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική οικογένεια λειτουργεί. Προσφέρει ικανοποιητικές σχέσεις και στοργή. Παράλληλα, είναι ένας κόσμος με αντιφάσεις, ένας χώρος ταραχώδης», αναφέρει η κ. Ηρα Εμκε-Πουλοπούλου, διδάκτορας του πανεπιστημίου του Παρισιού, μέλος της Ακαδημίας Επιστημόνων της Νέας Υόρκης και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δημογραφικών Μελετών, στην έρευνά της «Ο πληθυσμός της Ελλάδας υπό διωγμόν». Οπως σημειώνει, το πρότυπο της παραδοσιακής οικογένειας εξακολουθεί να κυριαρχεί, τα περισσότερα παιδιά γεννιούνται στο πλαίσιο του γάμου, ωστόσο αυξάνονται οι οικογένειες με έναν γονέα, οι γεννήσεις εκτός γάμου, μειώνεται ο αριθμός των πολύτεκνων οικογενειών. Η μορφή της οικογένειας αλλάζει. Παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτήν την αλλαγή, σύμφωνα με την κ. Εμκε-Πουλοπούλου, είναι η μείωση του μέσου αριθμού παιδιών κατά οικογένεια, η δημογραφική γήρανση και η επιμήκυνση της διάρκειας ζωής· ακόμη, η εξέλιξη της οικονομικής οργάνωσης από γεωργική σε βιομηχανική, η ταχύτατη άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου και ο εκδημοκρατισμός των διαπροσωπικών σχέσεων, η δυνατότητα της επαγγελματικής απασχόλησης της συζύγου. Οπως και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, «ο θεσμός του γάμου περνάει κρίση. Οι έγγαμες συμβιώσεις είναι λιγότερες, τελούνται από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και αποδεικνύονται όλο και πιο εύθραυστες. Ο αριθμός των ελεύθερων συμβιώσεων αυξάνεται, τα άτομα αναβάλλουν τον γάμο ή αποφασίζουν να μην παντρευθούν ποτέ…». Δημογραφικοί, θεσμικοί (σύμφωνο συμβίωσης, νόμοι για γάμο και διαζύγιο), οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, αξιακοί οι παράγοντες για τη μείωση της γαμηλιότητας, σύμφωνα με την κ. Εμκε- Πουλοπούλου. Παρόμοιοι και εκείνοι που συμβάλλουν στον περιορισμό των γεννήσεων. Διότι, ενώ παρατηρείται και ιδίως κατά την κρίση, «μη επιλεγμένη ατεκνία λόγω οικονομικής δυσπραγίας», από την άλλη είναι γεγονός ότι «η οικονομική ευημερία περιορίζει τις γεννήσεις». Οπως αναφέρεται στην έρευνα, «πολλοί γονείς προτιμούν να αγοράσουν ή να αλλάξουν αυτοκίνητο, να αγοράσουν εξοχικό σπίτι ή καινούργια έπιπλα παρά να αποκτήσουν ένα ακόμη παιδί».

Οι αλλαγές στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά σε βάθος δεκαετίας

Βαδίζουμε σε έναν κόσμο εργένηδων. Τα σπίτια με έναν μόνο ένοικο αποτελούν τον επικρατέστερο τύπο νοικοκυριού σε όλη την Ευρώπη. Κι αν στην Ελλάδα είναι το 31% του συνόλου των νοικοκυρών –μέσος ευρωπαϊκός όρος 33,6%– σε άλλες χώρες τα ποσοστά εκτοξεύονται, με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat. Στη Σουηδία αποτελούν το 51,4% των νοικοκυριών, στη Δανία το 44,4%, στη Λιθουανία το 42,5%, στη Φινλανδία το 41,3%, στη Γερμανία το 41,2%, στην Εσθονία το 39,9%, στην Ολλανδία το 37,5% κ.ο.κ. Είναι φυσικό, λοιπόν, να αυξάνεται ο συνολικός αριθμός των νοικοκυριών –με σημαντικές δημογραφικές, κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις– και να μειώνονται τα μέλη των οικογενειών.

Συγκεκριμένα το 2017, το μέσο μέγεθος νοικοκυριού στην Ε.Ε.-28 ήταν 2,3 μέλη (από 2,4 μέλη το 2007). Στην Ελλάδα οι αλλαγές ήταν δραματικότερες, το ελληνικό νοικοκυριό μειώθηκε από 2,7 μέλη το 2005 σε 2,5 μέλη το 2007 και σε 2,3 μέλη το 2017. Το μεγαλύτερο μέσο μέγεθος νοικοκυριού καταγράφηκε στην Κροατία (2,8 μέλη), ενώ το μικρότερο παρατηρήθηκε στη Σουηδία (1,9 μέλη), στη Γερμανία και στη Δανία (2 μέλη). Η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στη Λιθουανία (από 2,6 μέλη το 2007 σε 2,1 μέλη το 2017).

Είναι εντυπωσιακό ότι τα δύο τρίτα όλων των νοικοκυριών στην Ε.Ε.-28 απαρτίζονται από ένα ή δύο άτομα. Τα πρωτεία κατέχουν τα νοικοκυριά με ένα άτομο, που σημείωσαν την υψηλότερη αύξηση μέσα στην τελευταία δεκαετία (3,7 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ ακολουθούν τα νοικοκυριά με δύο άτομα (31,9%, αύξηση κατά 0,8%). Σε μεγάλη απόσταση βρίσκονται τα νοικοκυριά με περισσότερα άτομα – 15,6% τα νοικοκυριά με τρία άτομα, 13,1% με τέσσερα άτομα, 5,8% με πέντε ή περισσότερα.

Οπως προαναφέρθηκε, στην Ε.Ε.-28 τα νοικοκυριά αυξήθηκαν· από 201 εκατομμύρια το 2007, σε 221 εκατ. το 2017 (αύξηση 1,01% ετησίως). Στην Ελλάδα αυξήθηκαν από 4.280.800 σε 4.393.900. Μόνο στο Λουξεμβούργο και στην Κύπρο η αύξηση ήταν 2% ετησίως και στη Σλοβενία 1,8% ετησίως. Μείωση σημειώθηκε μόνο στην Κροατία (0,31% ετησίως).

Τα νοικοκυριά με παιδιά (συμπεριλαμβάνονται οι μονογονεϊκές και όλοι οι άλλοι τύποι οικογένειας με παιδιά) αποτελούν το 29,6% του συνόλου στην Ε.Ε.-28 (στην Ελλάδα 28,2%). Η Ιρλανδία παρουσιάζει τα περισσότερα νοικοκυριά με παιδιά (40,2%), ακολουθούν η Πολωνία (37,4%) και η Κύπρος (36,7%). Χαμηλότερα από την Ελλάδα βρίσκονται η Γερμανία (22,3%) και η Φινλανδία (21,9%). Εκτός Ε.Ε., στην Τουρκία τα νοικοκυριά με παιδιά αποτελούν το 51,9% του συνόλου και στην ΠΓΔΜ το 49,5%.

Μεταξύ των νοικοκυριών με περισσότερους από έναν ενηλίκους, συνηθέστερος τύπος είναι το «ζευγάρι χωρίς παιδιά», που αντιστοιχεί στο 24,9% του συνόλου (25,2% στην Ελλάδα). Ακολουθεί το «ζευγάρι με παιδιά» (20%, στην Ελλάδα 21,9%). Τα ζευγάρια με παιδιά όλο και μειώνονται (14,3% το μικρότερο ποσοστό στη Λιθουανία, ακολουθεί η Βουλγαρία με 14,5%), ενώ οι μονογονεϊκές οικογένειες αυξάνονται. Η Ιρλανδία, η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό ζευγαριών με παιδιά (27,3%) και νοικοκυριών με παιδιά (40,2%), έχει και αρκετές μονογονεϊκές οικογένειες (6,3%). Ομως, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται σε Δανία (8,6%), Λιθουανία (7,2%), Ηνωμένο Βασίλειο και Εσθονία (6,6%), Σουηδία (6,4%). Το χαμηλότερο ποσοστό μονογονεϊκής οικογένειας καταγράφηκε στη Φινλανδία (1,8%), ενώ ακολουθεί η Κροατία (1,9%).

Το ριάλιτι (και η θλιβερή πραγματικότητα) του φλερτ

Η ιδέα είναι απλή. Κλείνεις μέσα σε ένα σπίτι κάποια αγόρια και κάποια κορίτσια, αλλά, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε σε ένα πλήθος από ανάλογα ριάλιτι, δεν θέλεις να αρχίσουν να τσακώνονται αλλά να ζευγαρώσουν. Οποιοι είναι καπετάν φασαρίες χάνουν, διότι στο τέλος κάθε εβδομάδας γίνονται ψηφοφορίες: οι πιο συμπαθητικοί κερδίζουν και χρήματα, ενώ οι αντιπαθητικοί αναχωρούν – πάντα με τον κόσμο να έχει τον τελικό λόγο. Ο κανόνας αυτός του παιχνιδιού έχει ένα πραγματικά εξαιρετικό αποτέλεσμα: μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ την ψευτιά των χαρακτήρων! Ολοι πρέπει να είναι συμπαθητικοί διότι ο σκοπός είναι το φλερτ και το ζευγάρωμα, καθώς μόνο έτσι κερδίζεις. Επιπλέον, οι παίκτες πρέπει να κρύβουν όσο γίνεται τα αρνητικά τους χαρακτηριστικά, να προσποιούνται τους καλούς και να κερδίζουν ψηφοφορίες και χρήματα – οι καλύτεροι ηθοποιοί επιβραβεύονται. Ετσι, αν έχεις την αντοχή (πράγμα καθόλου απλό…), παρακολουθείς κάποιους καλοσιδερωμένους θαμώνες καφετέριας – οι πιο πολλοί παίκτες μοιάζουν να έχουν κάνει μόνο αυτή τη δουλειά (;) στη ζωή τους – που προσπαθούν να γίνουν γοητευτικοί.

Ολοι υποτίθεται φλερτάρουν. Για τις γυναίκες είναι σχετικά απλό: το νάζι είναι το μεγάλο όπλο – όλες μοιάζουν να ξέρουν απέξω τις ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Νάζι συνοδευόμενο από ναζιάρικες εκφράσεις, ναζιάρικες ερωτοαπαντήσεις, ναζιάρικο ντύσιμο – ναι, υπάρχει και αυτό. Ολες μοιάζουν να ψάχνουν γαμπρό – όχι απαραίτητα κάποιον από το παιχνίδι. Οι άντρες, από την άλλη, λειτουργούν περίπου σαν παρέα που βρίσκεται σε ΚΨΜ στρατοπέδου νεοσυλλέκτων. Προσπαθούν να δείχνουν άνετοι με τον φακό και μιλούν χαμηλόφωνα, παριστάνοντας κάτι που εμφανώς δεν είναι. Η λακ στο μαλλί είναι απαραίτητη. Οι τραγιάσκες χρειάζονται για να μαρτυρούν την ύπαρξη στυλ. Η επίδειξη των τατουάζ είναι η προβολή ενός ανδρισμού της κακιάς ώρας – αν γύριζαν μια κωμωδία για φαντάρους, όλοι θα ένιωθαν καλύτερα. Αλλά αυτό που προκαλεί πραγματικά λύπηση είναι το τι λένε όλοι αυτοί όταν διαλέγουν το υποψήφιο ταίρι τους και όταν του ζητάνε ένα ξεμονάχιασμα σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού – «για γνωριμία και ό,τι προκύψει», που λέγανε παλιά και οι αγγελίες των γραφείων συνοικεσίων.

Είναι πραγματικά τραγικό να βλέπεις νέα παιδιά με τόση ανικανότητα στην προσέγγιση: η ανικανότητα αυτή μεγεθύνεται από το γεγονός ότι η συμπαίκτρια (ή ο συμπαίκτης) είναι πρόθυμη για γνωριμία διότι το ίδιο το παιχνίδι το απαιτεί και η προδιάθεση είναι δεδομένη. Κι όμως, ούτε και αυτό διευκολύνει απαραίτητα τη συζήτηση, που είναι πάντα αμήχανη και απελπιστικά βαρετή. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα: είναι ότι τα ενδιαφέροντα απουσιάζουν εντελώς. Ακούς φράσεις χωρίς νόημα, συζητήσεις που αφορούν τα μαλλιά (!), τη ζήλια, το ενδιαφέρον για τους πρώην – ούτε καν κάτι για ζώδια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων γίνεται κάτι που μοιάζει με εξέταση βιογραφικού για πρόσληψη σε τουριστικό γραφείο ή σε συνοικιακή ταβέρνα. «Γεννήθηκες στη Θεσσαλονίκη;», «φροντίζεις πάντα τα μαλλιά σου;», «είσαι νευρική;», «μαγειρεύεις;». Ολα κινούνται στον αστερισμό τού «εγώ». «Κι εγώ ομολογώ ότι έχεις κάτι που μου τράβηξε την προσοχή». «Ποιος σου αρέσει, αν όχι εγώ;». «Εγώ σε ξεχώρισα και ψάχνω το γιατί…». Ελα ντε…

Τα πιο πολλά από τα αγόρια είναι κάτω των 26 ετών, όπως και τα κορίτσια. Δεν ξέρω πώς ακριβώς επέλεξαν τους παίκτες – πιθανότατα το μόνο κριτήριο είναι η εμφάνιση. Ή η απόλυτη ανικανότητα στο φλερτ: αν όλοι αυτοί δεν ήταν κλεισμένοι σε ένα σπίτι, με αποκλειστική μάλιστα αποστολή να φλερτάρουν, είναι αμφίβολο αν θα γνωρίζονταν ποτέ τους. Η αδυναμία να πουν κάτι που να ακούγεται ενδιαφέρον είναι αληθινά σοκαριστική. Αλλά μήπως έτσι δεν συμβαίνει πια και στον κανονικό κόσμο; Δεν γίνεται το ίδιο και στη ζωή την ίδια; Πολύ φοβάμαι πως ναι.

Αν κανείς ξεπεράσει την αποστροφή που μπορεί να του προκαλεί η ίδια η ιδέα του ριάλιτι, αν θεωρήσει ότι το «Power of Love» είναι ένα παιχνίδι μοντέρνο – ενδεχομένως μακριά από το γούστο του, αλλά συμβατό με τους όρους της τηλεοπτικής παραγωγής -, αυτό που ανακαλύπτει παρακολουθώντας τα βαρετά επεισόδιά του είναι όλη η αδυναμία των νέων ανθρώπων να βρουν κοινά σημεία, δηλαδή να επικοινωνήσουν. Συνηθισμένα να κινούνται σε χώρους όπου ο κανόνας είναι η απίστευτη φασαρία, τα νέα παιδιά μαϊμουδίζουν μια γλώσσα που θυμίζει σίριαλ ελληνικής τηλεόρασης – και μάλιστα κακόγουστο. Ψάχνουν αστεία, κομπάζουν, προτιμούν απλώς να κοιτάζονται. Κάποτε ο μακαρίτης Χάρρυ Κλυνν, όταν διηγούνταν τις περιπέτειές του ως ακαταμάχητου εραστή, έλεγε ότι καθήλωνε τις γυναίκες με τη φράση «μη μιλάς, τώρα μιλάνε τα μάτια». Βλέποντας το ριάλιτι του φλερτ καταλαβαίνεις ότι πλέον πραγματικά μιλάνε μόνο τα μάτια: οι παίκτες δεν έχουν να πουν τίποτα. Η νευρική αυτάρεσκη φλυαρία των κοριτσόπουλων και οι επαναλαμβανόμενη φανταροαργκό των αγοριών κρύβουν την ίδια αμηχανία: δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τραβήξει το ενδιαφέρον κανενός. Το «Power of Love» θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης μιας ομάδας ψυχιάτρων και ψυχολόγων (ίσως και κοινωνιολόγων…) που θα έπρεπε να εξηγήσουν το πώς και το γιατί στα χρόνια μας έχει πεθάνει το φλερτ και μαζί του και η ικανότητα να προκύψουν σχέσεις, αγάπες και έρωτες. Η ζωώδης σεξουαλικότητα δεν αρκεί ούτε καν για ένα ριάλιτι της προκοπής.

Παρότι το είδα για μία εβδομάδα, δεν έλυσα πάντως το αρχικό μυστήριο – δεν κατάλαβα δηλαδή γιατί οι Ελληνες αναζήτησαν πέρυσι στο Google περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το «Power of Love». Με δεδομένο ότι ψηλά στη λίστα των αναζητήσεων ήταν και η ερώτηση «πώς θα βγάλω λεφτά;» (αλλά και το «πώς θα αδυνατίσω;»…), ίσως τελικά δεν έψαχναν πληροφορίες για το ριάλιτι, αλλά για την ίδια τη δύναμη της αγάπης. Που, ως γνωστόν, όλα τα υπομένει: ακόμα και τον τηλεοπτικό ευτελισμό της…

ΕΛΛΑΔΑ 31.12.2018

Αποψη: Η επιφάνεια της Ιστορίας και το διακύβευμα του μέλλοντος

ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΕΤΙΑΔΗΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η ιστορία αναδύθηκε στα ελληνικά σχολεία ως ειδικό πολιτικό αίτημα για τη μη επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών. Πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση τα σχολειαρόπαιδα βρέθηκαν σε άμεσο και πρακτικό διάλογο με το παρελθόν του τόπου και τη μνήμη. Το γεγονός αυτό δεν είναι εύκολα προσπελάσιμο. Οι τρέχουσες και επισπεύδουσες ερμηνείες του εξαντλήθηκαν σε περιπτωσιολογικές αναφορές και ανεπεξέργαστες γενικεύσεις. Το να προσάψουμε στους μαθητές έλλειμμα δημοκρατικής συνείδησης και απουσία κριτικής σκέψης είναι τόσο τετριμμένο και αναπόδεικτο όσο ήταν παλιότερα ο ψόγος για τη λεξιπενία τους ή η μικροαστική επαναστατική άρνηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που διαρκώς, υποτίθεται, αναβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους νέους και η μεριστική αναγνώριση του εκπαιδευτικού έργου είναι προφανής.

Το πραγματολογικό υπόστρωμα για την πολιτική διαμαρτυρία των μαθητών υπήρξε η ιστορική ύλη από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τον Εμφύλιο. Πρόκειται για μια περίοδο που τα ρετάλια της φωλιάζουν ακόμη στις μνήμες. Οι μαθητές ωστόσο δεν φαίνεται να άντλησαν από αυτές, αλλά από τη θήτευσή τους στις γνωστικές δομές του σχολικού μαθήματος της Ιστορίας. Για τον λόγο αυτό δεν τους ενόχλησε η ορθολογική ιδέα της συνεννόησης (όπως υπονοούν οι επικριτές τους και άκριτοι υπερασπιστές της συμφωνίας), αλλά οι γνωστικές παραδοχές της και οι εξ αυτών συμβιβασμοί.

Η στάση τους δεν είναι του παλιού καιρού. Δεν έδειξαν να αγωνίζονται ούτε για τη δημοκρατία ούτε για το έθνος, όπως οι παλιότερες γενιές στον τόπο μας. Η αντίδρασή τους κινείται προς το μέλλον και όχι προς το παρελθόν. Οι νέοι δεν έχουν μνήμη, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Η μνήμη είναι «του παροιχομένου», είναι των μεγαλύτερων σε ηλικία μελών της κοινωνίας. Η «ιστορία-μνήμη» και η τελευταία μορφή της, το «έθνος-μνήμη», δεν φαίνεται να ανήκουν στον νοητικό ορίζοντα των μαθητών. Το δεδομένο αυτό επίσης παρασιωπάται ή υποτιμάται, προκειμένου να τους στοιχίσουν δίπλα στις πιο αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις.

Σήμερα οι νέοι δεν ζουν στους κόλπους της προπολεμικής αγροτικής κοινωνίας, του μοναδικού αυτού φορέα των προγονικών παραδόσεων. Απολαμβάνουν το προνόμιο της πρόσβασης σε ένα πλήθος πηγών πληροφόρησης. Δοκιμάζουν να επιλέξουν από πληθώρα προσεγγίσεων για την κοινωνική πραγματικότητά μας. Είτε αμφισβητούν την ιδέα της Ευρώπης είτε όχι, βιώνουν (όπως εξάλλου και η γενιά του Εμφυλίου για τους δικούς της λόγους) την εξασθένηση του εθνικού εγωτισμού, που προκάλεσε η κρίση. Τώρα ωστόσο περιορίζεται το βάθος των εσωτερικών τραυμάτων του διχασμού και της εμφύλιας σύγκρουσης και αυξάνεται η αναγνώριση της ετερότητας. Δεν επιζητούν νομιμοποίηση από την Ιστορία, από το παρελθόν· ζουν με δεδομένο ότι το παρελθόν υπάρχει και το τιμούν. Ζουν με δεδομένο το έθνος και το υπηρετούν.

Στη τύρβη της πολιτικής αντιπαράθεσης η επιφάνεια της Ιστορίας στις πράξεις των μαθητών κινδυνεύει να υποτιμηθεί και οι ενέργειές τους να αποδοθούν σε μια τυφλή και ανεπεξέργαστη μνήμη με έντονα συλλογικά χαρακτηριστικά, όπως εκείνα που προσδιόριζε στον Μεσοπόλεμο ο Μορίς Χαλμπβάκς. Οι νέοι όμως δεν σκιαμάχησαν με τη μνήμη, που δεν είναι δική τους. Συνεισέφεραν με τη συνειδησιακή στάση τους σε κάτι πολύ πιο σημαντικό, αποκάλυψαν το γνωστικό έλλειμμα του επιχειρήματος υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών: Σύμφωνα με αυτό ο χρόνος διαμοιράστηκε σε ένα παρελθόν, που μας αναγνωρίστηκε στην απώτερη φάση του, και σε ένα μέλλον, που απερίσκεπτα αφέθηκε έξω από τη συνείδησή μας. Η Ιστορία όμως ως διαδικασία σκέψης, που οδηγεί στον πρακτικό λόγο, προϋποθέτει τον ενιαίο χρόνο. Η οποιαδήποτε αμφισβήτησή του οδηγεί στη συρρίκνωση των ορίων δράσης της κοινωνίας μας και μας δείχνει ανέτοιμους να συγκεράσουμε στη συνείδησή μας την ήρεμη διάρκεια με το αιφνίδιο ξέσπασμα των γεγονότων και τη μεταβολή.

* Ο κ. Χάρης Μελετιάδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Η επιμέλεια του εαυτού

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΕΛΟΡΕΝΤΖΟΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Ενας κόσμος σχέσεων. Είτε το έχετε συνειδητοποιήσει είτε όχι, δεν ολοκληρώσατε απλώς τις σπουδές σας σε ένα τμήμα, αλλά εισαχθήκατε, βαθμιαία, σε έναν ολόκληρο κόσμο, του οποίου μέρος μόνο –σημαντικό, βεβαίως– υπήρξαν τα μαθήματα. Ο κόσμος αυτός είναι το σύνολο των σχέσεων που αναπότρεπτα είχατε με τους άλλους (συμφοιτητές, καθηγητές, διοικητικό προσωπικό, κ.λπ.). (Σημειώστε ότι και η μη σχέση με άλλους αποτελεί μορφή του σχετίζεσθαι). Μέρος του κόσμου τον οποίο βιώσατε αποτελούν επίσης το τοπίο και το κλίμα της περιοχής – η λίμνη, τα βουνά και τα υπέροχα χωριά στα Ζαγόρια, στα Τζουμέρκα και αλλού, και η πόλη των Ιωαννίνων. Εν ολίγοις, η συνάντησή σας ως εξελισσόμενες οντότητες με άλλες εξελισσόμενες οντότητες (ανθρώπινες και μη) –η σχέση σας ως ένσαρκα όντα με τη σάρκα του κόσμου– συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωσή σας.

Τα νιάτα είναι περισσότερο μια κατάκτηση παρά μια κατάσταση. Τα νιάτα δεν είναι ένα άμεσο δεδομένο, που το διαθέτει αυτόματα ένας εικοσάχρονος, ενώ το χάνει σταδιακά όσο μεγαλώνει. Καθώς κάθε κατάσταση που ζούμε είναι, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, ένα μείγμα ενεργητικότητας και παθητικότητας (αφενός μια τάση προς το θαρραλέο άνοιγμα της ύπαρξής μας στην πραγματικότητα, αφετέρου μια άλλη προς την αναδίπλωση και την περιχαράκωση σε έναν φοβισμένο εαυτούλη) με διαφορετική δοσολογία σε κάθε άτομο (και μάλιστα σε κάθε άτομο εκάστοτε), συχνά αφηνόμαστε να μας καθηλώνει η πλευρά μας που χαρακτηρίζεται από την παθητικότητα (οκνηρία, συνήθειες, άκριτη υιοθέτηση κοινωνικών συμβάσεων, κ.λπ.). Δεν αντιστεκόμαστε επαρκώς σε αυτή την καθήλωση – ενίοτε μάλιστα δεν νιώθουμε καν την ανάγκη να αντισταθούμε σε ό,τι δεν αντιλαμβανόμαστε ως καθήλωση.

Ενώ, λοιπόν, εξωτερικά είναι κανείς νέος, συχνά ενεργεί, με περισσή μάλιστα άνεση και ανυπόκριτη ικανοποίηση, ως νεόγερος. Τολμήστε, ή μάλλον ας τολμήσουμε όλοι, να αποτινάξουμε ό,τι το μικροπρεπές κατσικώνεται στον ψυχισμό και στη ζωή μας, έτσι ώστε να αφήσουμε χώρο και ανάσα στην όσο γίνεται πιο απρόσκοπτη εκδίπλωση της ζωτικότητάς μας και δη, όχι μόνο της εργατικότητας, αλλά των δημιουργικών ικανοτήτων μας σε οποιονδήποτε τομέα. Δεν είναι αναγκαία, εν προκειμένω, η πίστη σε υπερβατικούς σκοπούς. Η ζωή ως αυταξία, η ύπαρξη ως δύναμη – επ’ ουδενί όμως ως εξουσία με την αρνητική σημασία του όρου, τουτέστιν ως δύναμη εις βάρος των άλλων, ως επιβολή της ιδιαίτερης θέλησής μας ως ιδιαίτερης.

Το όργανο-εμπόδιο. Είμαστε περατά και θνητά όντα. Eνας βασικός νόμος της περατότητάς μας έγκειται στη διαρκή, αναπότρεπτη, συνάντηση εμποδίων στον δρόμο μας. Αυτά που αλλάζουν είναι ο τύπος και η συχνότητα των εμποδίων, αλλά είναι αδύνατη μια ανθρώπινη ζωή χωρίς εμπόδια.

Τα εμπόδια αυτά, ακόμη και τα σοβαρότερα, μπορούμε να τα μετατρέπουμε σε όργανα, σε εργαλεία, σε ευκαιρίες. Δεν είναι εύκολο. Συχνά, μάλιστα, είναι πολύ, ενίοτε εξαιρετικά, δύσκολο. Απαιτεί προσπάθεια και κόπος. Αναλογιστείτε το περίφημο ερώτημα: «Γιατί να τύχει αυτό σε εμένα;». Πολύ συχνά νιώθουμε ότι δεν θα τα καταφέρουμε. Ωστόσο, η αξία μιας ανθρώπινης ζωής δεν έγκειται στη διαχείριση των εύκολων, αλλά στην ενδόμυχη αίσθηση των αποτελεσμάτων που θα επιφέρει ο διαρκής αγώνας αντιμετώπισης ποικίλων εμποδίων, αρκεί να το κάνουμε με αυτεπίγνωση.

Προφανώς φαντάζει πιο επιθυμητή μια ζωή χωρίς δυσκολίες, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πέραν όμως της βαρεμάρας που συνεπάγεται το διαδεδομένο ιδεολόγημα του «χαλαρά», η αντιμετώπιση και η υπερνίκηση των δυσκολιών (κάτι που προϋποθέτει ότι κατανοούμε επαρκώς σε τι ακριβώς συνίστανται και γιατί εμφανίζονται μπροστά μας εδώ και τώρα), χαλυβδώνουν την αυτοπεποίθησή μας, μας βοηθούν να πατάμε πιο γερά στα πόδια μας. Μάλιστα, εν προκειμένω, η γείωση δεν έχει αρνητική σημασία, εφόσον είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε τύπου εγχειρήματα απογειώσεων.

Διδαχθείτε από τα λάθη μας. Εμείς οι διδάσκοντές σας, είμαστε άνθρωποι και, όπως όλα τα ανθρώπινα όντα, έχουμε αρετές και, φευ, ελαττώματα. Συχνά μάλιστα, ένας ορισμένος τρόπος αντίληψης των σπουδών και της ζωής καθιστά τα ελαττώματά μας πιο έντονα και ενοχλητικά για τους άλλους. Ενίοτε, τυφλωμένοι από τις επιδόσεις μας στο νοητικό επίπεδο, χάνουμε την ισορροπία. Αλλες φορές, αποδίδουμε υπέρμετρη σημασία στα δευτερεύοντα και μας διαφεύγουν τα ουσιώδη. Ελπίζω να προσπαθήσατε να εντοπίσετε –ολικά, όχι μόνο νοησιαρχικά– και να αξιοποιήσατε τις αρετές μας και να αποκρούσατε διακριτικά τα ελαττώματά μας: «Ευχαριστώ, δεν θα πάρω».

Δεν χρειάζεται απαραιτήτως να τα στηλιτεύσετε και να αφεθείτε στην ευκολία του καταγγελτικού λόγου. Συχνά, άλλωστε, οι καταγγέλλοντες δεν είναι καλύτεροι από τους καταγγελλόμενους· το αντιεξουσιαστικό προσωπείο τους δεν κατορθώνει να κρύψει ότι είναι του ίδιου φυράματος με αυτούς. Οσοι προσπαθούν να σκέφτονται υπό το πρίσμα της αιωνιότητας –sub specie aeternitatis, σύμφωνα με τη γλυκιά προτροπή του Σπινόζα– δεν έχουν ανάγκη να δουν τα αποτελέσματα του κομπορρήμονος κουτσαβακισμού για να τον αναγνωρίσουν. Η αίσθηση και μόνο των ελαττωμάτων μας μπορεί να σας βοηθήσει να μην αφεθείτε κι εσείς σε αυτά.

* Ο κ. Γιάννης Πρελορέντζος είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας, κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και συγγραφέας του βιβλίου «Γνώση και Μέθοδος στον Bergson» (Ευρασία, 2012). Το άρθρο αυτό αποτελεί σύνοψη σκέψεων που μοιράστηκε με τις φοιτήτριες και τους φοιτητές (καθώς και με τους συγγενείς και φίλους τους) στη διάρκεια της ορκωμοσίας των πτυχιούχων των τριών τμημάτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Επιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ htsoukas@gmail.com

Εικόνα σου είμαι…

ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΣΩΛΗ
ΤΟ ΒΗΜΑ
Η επιστημονική επιβεβαίωση ήρθε πριν από μερικές ημέρες: βρετανοί ερευνητές απέδειξαν πως όταν γυναίκες φυσιολογικού βάρους (προσέξτε, όχι υπέρβαρες ή παχύσαρκες, αλλά φυσιολογικού βάρους) κοιτάζουν φωτογραφίες γυναικών που είναι πιο αδύνατες χάνουν κάθε αυτοπεποίθηση και αποκτούν αμέσως πολύ λιγότερο θετική εικόνα για το δικό τους σώμα.
Οι ερευνητές περιγράφουν στο επιστημονικό έντυπο «Royal Society Open Science» πώς επαλήθευσαν αυτό που όλοι βλέπουμε γύρω μας αλλά δεν είχε λάβει τη «βούλα» μιας επιστημονικής δημοσίευσης: ότι δηλαδή η αρνητική εικόνα του σώματος γίνεται πολύ πιο έντονη όταν μια γυναίκα συγκρίνει τον εαυτό της με άλλες, πιο λεπτές γυναίκες.
Το πείραμα των… κιλών ήταν το εξής: οι επιστήμονες ζήτησαν από 90 εθελόντριες με Δείκτη Μάζας Σώματος 22-23 (αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει εντός των φυσιολογικών ορίων βάρους) να βαθμολογήσουν το σώμα τους και μετά να κοιτάξουν φωτογραφίες άλλων γυναικών. Από την ανάλυση προέκυψε ότι οι συμμετέχουσες ήταν πολύ πιο επικριτικές με το σώμα τους αφού είχαν δει φωτογραφίες πιο αδύνατων γυναικών, όχι όμως και όταν είχαν δει εικόνες γυναικών με αντίστοιχο ή και μεγαλύτερο βάρος.
Αναμενόμενο, θα πείτε. Ναι, πράγματι, η μελέτη έδειξε αυτό που όλοι λίγο-πολύ έχουμε βιώσει στον κύκλο μας ή έχουμε ακούσει: έφηβα κορίτσια – αλλά και αγόρια – που ζουν όλη μέρα με ένα ποτήρι νερό ή στραγγίζουν ακόμα και τα χόρτα στο πιάτο τους από την (αυστηρά) μία κουταλιά λάδι που έχουν βάλει μέσα, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε σκιά του εαυτού τους και να παλεύουν με την υγεία τους (σωματική και ψυχική) πολλές φορές για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή τους – πρόκειται για έναν πόλεμο που ουκ ολίγες φορές δεν έχει αίσιο τέλος.
Μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες, χωρίς πρόβλημα βάρους, που ακολουθούν οποιαδήποτε δίαιτα τους είπε η φίλη τους ή είδαν στο Διαδίκτυο ή σε κάποια εκπομπή από κάποιες πανελίστριες που την ακολούθησαν με μεγάλη επιτυχία. Και όταν η επιτυχία δεν έρχεται, όπως ήλθε στην εκάστοτε πανελίστρια με το… φιδίσιο κορμί, η γυναίκα πέφτει ακόμα και σε κατάθλιψη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Κατάθλιψη για την οποία ο «ηθικός αυτουργός» σφυροκοπά τον εγκέφαλό μας καθημερινά με χιλιάδες αφορμές: από τη διαφήμιση στην τηλεόραση όπου οτιδήποτε ξεφύγει από τις διαστάσεις μοντέλου είναι ανεπίτρεπτο, από τις εικόνες στα περιοδικά, από τις πασαρέλες με μοντέλα από… τα κόκαλα βγαλμένα. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση – τουλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις – να επανέλθει όλος αυτός ο λαμπερός κόσμος που μας βομβαρδίζει από τα ΜΜΕ (και όχι μόνο) σε… ανθρώπινες διαστάσεις, ωστόσο ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς.
Και αυτό αποδεικνύεται από τους σκληρούς αριθμούς:
  • Σύμφωνα με στοιχεία, η ψυχογενής ανορεξία είναι μια από τις πιο επικίνδυνες ψυχιατρικές καταστάσεις, αφού το 5%-20% των ασθενών θα πεθάνει λόγω των επιπλοκών της – εκτιμάται ότι 0,5%-3,7% των γυναικών εμφανίζουν ψυχογενή ανορεξία κάποια στιγμή στη ζωή τους.
  • Το ποσοστό θνησιμότητας που σχετίζεται με την ψυχογενή ανορεξία σε γυναίκες ηλικίας 15-24 ετών είναι 12 φορές υψηλότερο από το ποσοστό θνησιμότητας εξαιτίας όλων των υπόλοιπων αιτίων θανάτου.
  • Το 51% των εννιάχρονων και δεκάχρονων κοριτσιών νιώθουν καλύτερα με το σώμα τους όταν βρίσκονται σε δίαιτα.
  •  Μελέτη στις ΗΠΑ έδειξε ότι το 19% των 15χρονων κοριτσιών με φυσιολογικό βάρος δήλωναν ότι είναι πολύ χοντρές και το 12% ότι βρίσκονταν σε διαδικασία δίαιτας για την απώλεια βάρους.
Στον ρατσιστικό σε πολλά επίπεδα κόσμο που ζούμε, με τα πολλές φορές λανθασμένα πρότυπα, μάλλον συχνά χάνουμε την ίδια την εικόνα μας και μαζί της την ουσία. Κυνηγώντας το (αδύνατο) αδύνατο προσπαθούμε, για να γίνουμε αρεστοί, να ενσωματωθούμε πλήρως στην εικόνα των άλλων (πιο λεπτών, πιο όμορφων, πιο επιτυχημένων, πιο ποθητών, όπως τουλάχιστον μάς φαντάζουν) και ξεχνάμε το σημαντικότερο: να είμαστε ο εαυτός μας. Εικόνα σου είμαι (αδύνατη) κοινωνία και… θέλω να σου μοιάσω – και τελικώς δεν μοιάζω πλέον με εμένα.

Χάλασαν; Πέταμα!

Καρπετόπουλος Αντώνης 

 

Χώρισε πρόσφατα, αλλά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση. Το παράξενο πλέον είναι να βλέπεις ζευγάρια που έχουν πολύ καιρό μαζί. Οι χωρισμοί δεν είναι ούτε καν θέμα συζήτησης, αρκεί να δει κανείς τι γίνεται γύρω του: παρέα χωρίς χωρισμένο δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια σταμάτησαν να γίνονται και στατιστικές έρευνες – είναι δεδομένο ότι οι χωρισμοί αυξάνονται. Ο φίλος μου δεν είχε παντρευτεί, αλλά χώρισε. Τον ρώτησα τον λόγο, όχι από περιέργεια, αλλά γιατί ξέρω ότι όλοι θέλουν να εξηγούν ποιο ήταν το πρόβλημα. Συνήθως τα ρίχνουν στους άλλους. Ο φίλος μου δεν ήθελε να μου πει τίποτε για εκείνη. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Εβγαλε και καθάρισε τα γυαλιά ηλίου του. «Επειδή τα μάτια μου ήταν προβληματικά από τότε που ήμουν μικρός, κυκλοφορούσα πάντα με γυαλιά ηλίου. Ο οφθαλμίατρος μού είχε εξηγήσει πως αυτό που για τους άλλους είναι αξεσουάρ για εμένα είναι υποχρέωση. Εχω δυο-τρία ζευγάρια γυαλιά ηλίου, αλλά μου αρέσουν κυρίως τα μπλε μου. Τα έχω κάμποσα χρόνια. Ο σκελετός δεν είναι φίνος – είναι μάλλον σκληρά. Ενίοτε τα κακομεταχειρίζομαι και μετανιώνω. Τα ξεχνάω στο αμάξι ή στο γραφείο ή σε διάφορα café και μετά προσεύχομαι να τα ξαναβρώ» μου είπε.
Ηθελα να του πω ότι αν δεν έχει όρεξη να μου πει γιατί χώρισε, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε κάτι πιο ενδιαφέρον, αλλά δεν πρόλαβα. «Δεν τα προσέχω όσο θα έπρεπε τα μπλε γυαλιά μου, ενώ μου αρέσουν – ίσως να φταίει η ρουτίνα. Τρελαίνομαι μόνο όταν δεν τα βρίσκω και ξέρω ότι αν τα χάσω ή τα σπάσω δεν πρόκειται να τα αντικαταστήσω με όμοια γιατί δεν κυκλοφορούν πια. Εχω σπάσει δύο φορές τους βραχίονες. Ευτυχώς ξέρω έναν οπτικό ο οποίος έχει έναν εξαιρετικό τεχνίτη που μου τα ξαναφτιάχνει».
Τρόμαξα στην ιδέα ότι θα άρχιζε να μου γκρινιάζει για το πόσα πλήρωσε, για το πόσες μέρες περίμενε, για το πόσο μετάνιωσε που τα έδωσε για επισκευή. Συνέχισε να μονολογεί σαν να μην υπάρχω. «Αν έχουν μειωθεί οι συγκεκριμένοι τεχνίτες είναι γιατί οι πιο πολλοί από εμάς, όταν τα γυαλιά μας παθαίνουν κάτι, τα παρατάμε στην άκρη και πάμε κι αγοράζουμε άλλα. Δεν ψάχνουμε να βρούμε πώς θα τα διορθώσουμε – δεν ασχολούμαστε καν. Πάμε, βιαστικά και επιπόλαια, για άλλα» μου είπε.
Τότε μόνο κατάλαβα ότι μιλούσε για τον χωρισμό του. Είναι ωραίο να αλλάζεις γυαλιά. Στην αρχή καμαρώνεις. Εξηγείς το γούστο και την επιλογή σου. Πιστεύεις πως αυτό που τώρα έχεις είναι αυτό που πιο πολύ σου ταιριάζει. Ρωτάς τους φίλους σου τι ακριβώς πιστεύουν και τρέμεις μη σου πουν ότι δεν ενθουσιάζονται με αυτό που βλέπουν. Δίνεις και συμβουλές – νιώθεις ότι προστέθηκε στη ζωή σου κάτι το καταπληκτικό. Αλλά, δυστυχώς, όλα αυτά δεν κρατάνε πολύ και όσο μεγαλώνεις ο χρόνος αυτής της προσοχής περνάει όλο και πιο γρήγορα. Τα καινούργια γυαλιά, όταν δεις ότι χάνουν την αρχική γυαλάδα τους, σε προβληματίζουν. Μήπως σου στοίχισαν πολύ χωρίς λόγο; Μήπως μόνο εσύ νομίζεις ότι σου ταιριάζουν; Μήπως δεν τα είχες ανάγκη; Μήπως έπρεπε να κρατήσεις κάτι άλλα που δοκίμασες;
Ο φόβος µην τα χάσεις, έτσι καινούργια και λαμπερά που είναι, γεννά καταπίεση – ενώ με τα άλλα, τα παλιά, δεν είχες κανένα τέτοιο πρόβλημα. Κάποια στιγμή το καταλαβαίνεις ότι θα ήταν προτιμότερο να έχεις βρει έναν τεχνίτη να σου τα διορθώσει. Η επιδιόρθωση δεν φαίνεται σχεδόν ποτέ: για γυαλιά μιλάμε. Το vintage είναι της μόδας και είναι σχεδόν πάντα χαριτωμένο. Και έχεις κι ένα σωρό ιστορίες να πεις γι’ αυτά, ενώ για τα καινούργια δεν έχεις να πεις τίποτα. Ωραία είναι. Ε, και; Το ίδιο ισχύει και για τα παπούτσια, τα πουκάμισα, τα παντελόνια, τις σχέσεις μας, φυσικά. Για να τα σώσουμε όλα αυτά κάνουμε λίγα. Προτιμάμε να τα αλλάζουμε.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε. «Οτι από τότε που χάθηκαν οι επιδιορθωτές αυξήθηκαν οι χωρισμοί» του απάντησα. Εγνεψε καταφατικά. Κάτι ξέρει…
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 8 Μαϊου 2018.

Η ελληνική οικογένεια και οι εχθροί της

Βασίλης Καραποστόλης Το Βήμα

Για μία ακόμη φορά η ελληνική οικογένεια καταμετρά τις δυνάμεις της. Καλείται στα γρήγορα να στεριώσει το σπίτι της που τρίζει παντού. Εξω μαίνεται η καταιγίδα και κάποιοι χτυπάνε νευρικά την πόρτα. Είναι τα παιδιά που επιστρέφουν κακήν κακώς. Η ανεργία και η αβεβαιότητα για το παραμικρό τα υποχρεώνει να ξαναγίνουν οικόσιτα και να κλειστούν εκεί απ’ όπου θέλησαν να απομακρυνθούν. Τους είχαν δοθεί υποσχέσεις ότι θα υπάρξουν ευκαιρίες, ότι οι σταδιοδρομίες τους θα πλησίαζαν τις κορυφές, ότι και στην περίπτωση ακόμα που μια επιλογή τους πήγαινε στραβά θα υπήρχαν τόσες άλλες για να διορθώσουν τη ζημιά. Ωσπου όλα αυτά έλαβαν τέλος με τον γνωστό παγκόσμιο πάταγο.

Ο κόσμος απεδείχθη αφερέγγυος και μάλιστα για εκείνους που είχαν περισσότερο ανάγκη να τον πιστέψουν. Οι νέοι ανοιγόκλεισαν αποσβολωμένοι τα μάτια τους. Υστερα τα χαμήλωσαν μέχρι να χωνέψουν το τι τους συνέβαινε. Κι έπειτα έριξαν πάλι το βλέμμα τους προς τα πίσω. Είδαν ότι το σπίτι μέσα στο οποίο μεγάλωσαν και έθρεψαν τις προσδοκίες τους ήταν πάντα εκεί κι ήταν σαν να τους περίμενε. Φαινόταν παρήγορο αυτό και από μιαν άποψη ήταν πράγματι. Από την άλλη, όμως, ακριβώς το ότι η οικογενειακή εστία έδειχνε να τους περιμένει τούς ενοχλούσε πολύ. Ηταν μια μορφή ταπείνωσης. Δεν θα ‘θελαν να ξαναπάρουν βοηθήματα από τους γονείς, να ξαναπέσουν στο χαρτζιλίκι μιας εφηβείας που νόμισαν ότι θα τερματιζόταν θριαμβευτικά με τον πρώτο μισθό μες στην τσέπη τους. Οι περιστάσεις τούς διέψευσαν. Οι μισθοί περικόπηκαν ή κόπηκαν εντελώς και οι ενήλικοι γόνοι υποχρεώνονται πλέον να παίξουν και πάλι τον ρόλο παιδιών. Με μία διαφορά όμως, πολύ σημαντική: ότι τώρα τα παιδιά, αν και μεγαλύτερα, φέρονται σαν πολύ μικρότερα. Γίνονται νήπια και εκπλήσσουν δυσάρεστα τους κηδεμόνες τους. Τι κάνουν τα νήπια; Το είχε συνοψίσει πριν από αιώνες ο Πλούταρχος: χαλάνε τον κόσμο όταν χάσουν ένα παιχνίδι γιατί τους φαίνεται πως άμα κάτι χαθεί τα πάντα χάνονται.

Ετσι και με τους στραπατσαρισμένους νεοσσούς του καιρού μας. Το ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα τους σημαδεύει σε όλη τους την ύπαρξη. Δεν είναι όμως άδικο για τη νιότη τους να την παραδίδουν ολόκληρη σε μια συγκυρία; Ούτε συζήτηση, βέβαια, ότι το φάσμα της φτώχειας τους κόβει τα γόνατα, είναι φυσικό και κατανοητό αυτό. Εκτός όμως από τα γόνατα υπάρχουν και οι κνήμες και οι μηροί και πιο πάνω ο εγκέφαλος με το βέλος της θέλησης μέσα του. Εκεί είναι το ζήτημα. Μήπως το βέλος είναι σπασμένο από πριν και το κουράγιο για να αρχίσει μια καινούργια προσπάθεια παραμένει λειψό;

Πράγματι οι ενδείξεις μαρτυρούν μια τέτοια τροπή. Ασφαλισμένη για μεγάλο διάστημα μέσα στο οικογενειακό κατάλυμα η νέα γενιά υπέστη μια ατροφία της θέλησης, ό,τι χειρότερο για τις σημερινές συνθήκες. Νιώθει δυσκολία στο να αντιδράσει εγκαίρως και ταυτόχρονα μια κρυφή ντροπή για την αβουλία της. Αυτή η ενδόμυχη σύγκρουση θα βρει τελικά μια διέξοδο: θα εξαπολυθεί επίθεση κατά των πιο κοντινών, των πιο οικείων, των πιο ανεκτικών. Οι γονείς θα δεχθούν απροσδόκητα πυρά: θα κατηγορηθούν από τα ίδια τα παιδιά τους ότι τα άφησαν μες στις ψευδαισθήσεις τους. Το φαινόμενο είναι συχνό. Την ίδια στιγμή που η νεολαία εισπράττει το επίδομά της ξεσπά εναντίον του πατέρα και της μάνας, αυτού του δικέφαλου ταμία που δεν παύει να πληρώνει. Καταλογίζουν στους προστάτες τους ότι δεν τους «προετοίμασαν» αρκετά. Ετσι λένε και μερικοί το φωνάζουν και πιο δυνατά σάμπως να κατήγγειλαν μια παλιά αμαρτία στην ανατροφή τους.

Εδώ όμως προκύπτει μια αντίφαση πολύ χτυπητή. Οταν κάποιοι γονείς επιχείρησαν να ειδοποιήσουν τους βλαστούς τους για τις πιθανές κακοτοπιές και να δώσουν οδηγίες που απέρρεαν από την προσωπική τους πείρα, η παρέμβασή τους απορρίφθηκε περιφρονητικά από τους μικρούς αρχάριους. Το θεώρησαν δείγμα απαράδεκτου πατερναλισμού. Προτιμούσαν να κινηθούν πιο ελεύθερα, πιο ακανόνιστα, έστω και με τίμημα κάποια σφάλματα. Αλλο πράγμα όμως το απλό σφάλμα και άλλο το στραβοπάτημα με κίνδυνο την κατακόρυφη πτώση. Εχοντας αποκρούσει την καθοδήγηση, ακόμη και την πιο διακριτική, οι νέοι έπεσαν απότομα στα πολύ χαμηλά. Αλλά θα πρέπει να πούμε πως δεν είναι οι κύριοι φταίχτες γι’ αυτό. Πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στην ευθύνη έχουν οι ίδιοι οι γονείς που έφθασαν στο σημείο να βρουν στο καθήκον τους (μιμούμενοι τα παιδιά τους) στοιχεία ενός εξουσιαστικού ελαττώματος. Το να ασκούν έλεγχο και πραγματική διεύθυνση το είδαν σαν υπόλειμμα αυταρχισμού από τα χρόνια του παππού και της γιαγιάς. Νόμισαν ότι για να αρέσουν στα παιδιά τους (δηλαδή, στην εποχή τους) έπρεπε να μην υποδεικνύουν τίποτα με επιμονή, να μην επεμβαίνουν παρά μόνο όταν το ποτήρι το γεμάτο με αταξίες και καπρίτσια θα ξεχείλιζε. Τώρα όμως δεν πρόκειται απλώς για ξεχείλισμα. Τα εξωτερικά τραντάγματα ήταν τόσο βίαια που τα ποτήρια έσπασαν και τα γυαλιά τινάχτηκαν ολόγυρα.

Η δουλειά που πρέπει να γίνει στο εξής είναι η παλιά και στερεότυπη: σκούπισμα, συγύρισμα, σταθερές κουβέντες, η συνεννόηση της ύστατης ώρας. Το να καθίσει και πάλι η φαμίλια γύρω από το τραπέζι είναι ένα δύσκολο τελετουργικό. Το κάνει ακόμη δυσκολότερο το γεγονός ότι δεν υπάρχει καρέκλα για να καθίσει κάποιος αρχηγός. Πώς όμως θα δοθεί η μάχη κατά του κοινού εχθρού όταν κανείς δεν δίνει το πρόσταγμα και όταν κανείς δεν ξέρει σε ποιον να υπακούσει;

Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Σε διπλανές ξαπλώστρες χωρίς χάσμα γενεών

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι πολλά τα συμπεράσματα που μπορεί να βγάλει κανείς παρατηρώντας τους Έλληνες στην παραλία το καλοκαίρι. Άπειρα τα θέματα προς συζήτηση. Τα παχύσαρκα παιδάκια. Η χρήση του δημόσιου χώρου. Τα τατουάζ. Εδώ θα μιλήσουμε για κάτι άλλο.

Την αγία, αδιαίρετη, πανίσχυρη ελληνική οικογένεια.

Ειδικά σε παραλίες που βρίσκονται σε τοποθεσίες με πολλές (κατά κανόνα αυθαίρετες) εξοχικές κατοικίες, το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο: Πολλές γενιές οικογενειών, όλες μαζί σε διπλανές ξαπλώστρες, με κοινά ταπεράκια, σε αξιοθαύμαστη κατάσταση ειρηνικής και ομαλής συμβίωσης.

Κανένα χάσμα γενεών δεν φαίνεται πουθενά.

Παππούδες, γονείς και παιδιά μιλάνε την ίδια γλώσσα, χρησιμοποιούν παρόμοιο ιδίωμα, περνούν πολύ χρόνο μαζί, έχουν κοινές ασχολίες, παρόμοια ενδιαφέροντα, συχνά ακούνε την ίδια μουσική, βλέπουν μαζί τηλεόραση, συζητούν τα ίδια πράγματα και μοιράζονται στον στενό τους κύκλο τα ίδια επιχειρήματα και τις ίδιες ιδέες. Λόγω εμπειρίας και οικογενειακής διάρθρωσης, τον ηγετικό ρόλο και τον έλεγχο τον έχουν συνήθως οι παππούδες (όταν δεν είναι υπερήλικες), οι οποίοι σχεδόν πάντα είναι και αυτοί που χορηγούν το εξοχικό, προσφέρουν τη φιλοξενία και, κατά κανόνα, προσφέρουν και άλλων ειδών στήριξη στις από κάτω γενιές και κατά την υπόλοιπη διάρκεια του χρόνου.

Αυτό είναι άλλωστε το νόμισμα της κοινωνικής σύμβασης που υπάρχει στον πυρήνα της ελληνικής οικογένειας: Το χρήμα. Θα πάρουμε αυτοκίνητο στο παιδί που μπήκε στο πανεπιστήμιο για να κάνει τις βόλτες του και να εκτονώσει την ανάγκη του για ανεξαρτησία, με αντάλλαγμα να μείνει στο πατρικό σπίτι. Όταν χρειαστεί περισσότερο χώρο (για φτιάξει τη δικιά του οικογένεια, για παράδειγμα) ή ζητήσει ακόμα περισσότερη ανεξαρτησία, θα του χτίσουμε έναν όροφο πάνω απ’ τον δικό μας στο οικογενειακό τριώροφο. Έτσι θα γλιτώσει την ανάγκη να χρησιμοποιεί μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για τις οικιστικές του ανάγκες, με αντάλλαγμα να μένει δίπλα μας. Μπορεί να γλιτώσει την ανάγκη για έξοδα διακοπών με το να έρχεται μαζί μας διακοπές στο εξοχικό στο χωριό, και μπορεί να συμπληρώνει και το εισόδημά του με χαρτζιλίκι από τη σύνταξη των γονέων, μέχρι να πατήσει στα πόδια του, που στην Ελλάδα σημαίνει “μέχρι να πάρει κι αυτό σύνταξη”. Αρκεί να μένει μέσα στην οικογένεια. Μαζί.

Το “δούναι” σε κάθε περίπτωση είναι υλικά ανταλλάγματα, και το “λαβείν” η παραμονή των παιδιών στη σφαίρα επιρροής των γονιών, η αέναη αναστολή της αναχώρησης, της ανεξαρτησίας τους.

Αυτό το αλισβερίσι έχει χτίσει τον μόνο αληθινά ισχυρό και ακλόνητο θεσμό της ελληνικής κοινωνίας, αυτόν που, καθώς όλοι οι υπόλοιποι καταρρέουν, κρατά την τοξική μας συνύπαρξη απ’ το να καταρρεύσει σε έναν εξοντωτικό αυτοκτονικό εμφύλιο με εννέα εκατομμύρια στρατόπεδα. Την οικογένεια.

Αλλά με τι κόστος.

Πρώτον, όλοι οι άλλοι θεσμοί ατροφούν. Η οικογένεια είναι ένα πανίσχυρο κουκούλι ασφαλείας, αλλά παραέξω δεν υπάρχει τίποτε. Μηδέν. Χάος. Τελευταίοι οι Έλληνες σε εθελοντισμό, αιμοδοσία, συμμετοχή σε οργανώσεις αλληλεγγύης και κοινωνικής δράσης από όλους τους Ευρωπαίους. Τελευταίοι σε εμπιστοσύνη απέναντι στο κράτος, σε κάθε είδους ευρύτερη δομή, ακόμα και μεταξύ τους. Μόνο η οικογένεια υπάρχει. Οι Έλληνες από αυτή την άποψη έχουν φτάσει μια κοινωνία πιο κατακερματισμένη και πρωτόγονη κι από τους προϊστορικούς νομαδικούς πληθυσμούς που ζούσαν 12.000 χρόνια πριν.

Η δεύτερη συνέπεια είναι, φυσικά, η στασιμότητα. Το βλέπουμε γύρω μάς όλο το χρόνο, το βλέπουμε στις παραλίες το καλοκαίρι: Καμία σύγκρουση, κανένα χάσμα ανάμεσα στις γενεές. Άρα καμία εξέλιξη των ιδεών, καμία πρόοδος. Οι νέοι, καθώς εισπράττουν το αυτοκίνητο, το διαμέρισμα, το εξοχικό, την ασφάλεια και τη στοργή μέχρι τη βαθιά μέση ηλικία, δεν απορρίπτουν σχεδόν τίποτε και από τα υπόλοιπα που τους παραδίδουν οι παλαιότεροι, τα υιοθετούν, τα ενστερνίζονται και τα υπηρετούν σχεδόν όλα. Το βλέπουμε, καθώς μεγαλώνουμε, σε φίλους και γνωστούς. Δίπλα στους γονείς τους, γίνονται οι γονείς τους, και τα παιδιά τους, που θα μεγαλώσουν δίπλα στους παππούδες τους, θα γίνουνε κι αυτά το ίδιο. Γι’ αυτό οι γενιές του 2016 συζητάνε με λεξιλόγιο του 1960, επειδή το μετεμφυλιακό αφήγημα είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο των παππούδων τους στη διπλανή ξαπλώστρα, και άρα αυτό είναι και το δικό τους. Μ’ αυτό το ρυθμό, να περιμένετε στις παραλίες του 2036 να ακούτε για “Αλλαγή” και “Τσοβόλα δως τα όλα”.

Αυτή η χρονοκαθυστέρηση, όμως, δεν είναι εξέλιξη. Η ελληνική οικογένεια στο όνομα της ασφάλειας και της αυτάρκειάς της, θυσιάζει την εξέλιξη. Η κοινωνία, αποτελούμενη από εκατομμύρια αυτόνομες και αναλλοίωτες οικογενειακές μερίδες, δεν έχει καύσιμα για να πάει παρακάτω. Από πού θα έρθει η εξέλιξη; Ποιος θα εισάγει ιδέες, ποιος θα αλλάξει αντιλήψεις του βαλτώνουν; Μέσα από ποιο μηχανισμό θα διαχυθούν αυτές οι ιδέες στον πληθυσμό, πώς θα τον διαποτίσουν; Οι μαζικοί κοινωνικοί θεσμοί παίζουν αυτό το ρόλο στις κανονικές κοινωνίες, η παιδεία, οι οργανώσεις, οι φορείς, οι δομές που άνθρωποι φτιάχνουν για να συνυπάρχουν με τους άλλους ανθρώπους. Τη μόνη τέτοια δομή που λειτουργεί στην Ελλάδα τη βλέπετε γύρω από το τραπεζάκι όπου η γιαγιά καθαρίζει το καρπούζι για να μη φάει καμια κόρη ή κανά εγγόνι κανένα κουκούτσι.

Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία δεν εξελίσσεται ή δεν εξελίχθηκε ποτέ. Ίσα ίσα, από πολλές σημαντικές απόψεις και σε πολλά θέματα η προβληματική και κατακερματισμένη ελληνική κοινωνία υπήρξε διαχρονικά προοδευτική και ενίοτε και πρωτοπόρα. Το πρόβλημα είναι ότι η ανάγκη εξέλιξης και προσαρμοστικότητας για τις κοινωνίες αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Και ειδικά σήμερα, με τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες, με τις δεδομένες εξωτερικές πιέσεις, και με την διαφαινόμενη αμείλικτη και μη-αναστρέψιμη δημογραφική προοπτική της χώρας, η ανάγκη για εξέλιξη και προσαρμοστικότητα στη δικιά μας κοινωνία είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Δυστυχώς, η δομή της είναι εμπόδιο ανυπέρβλητο. Η ελληνική οικογένεια είναι ένας παράγοντας συντήρησης, ακινησίας, στασιμότητας. Εξ’ ορισμού κι από τη φύση της απεχθάνεται την εντροπία, θέλει να μένει κλειστή, ελεγχόμενη, ασφαλής και σταθερή. Θέλει μόνο να αυξάνει τον αριθμό των μελών της (όσο μπορεί να αντέξει η σύνταξη του παππού, έστω) και θέλει την αποκλειστικότητά τους, απαιτεί αυτά να μην συμμετέχουν σε άλλους, ευρύτερους θεσμούς ή, αν συμμετέχουν, να επιστρέφουν το βράδυ στο διαμέρισμα πάνω από το πατρικό, όπου θα τους περιμένει ένα πιάτο φαΐ φτιαγμένο με στοργή κι οι λογαριασμοί των ΔΕΚΟ πληρωμένοι. Α, και όσο λείπουν, να παίρνουν και μια ζακέτα μαζί.

Έχει αλλάξει ο καιρός, τα βράδια σηκώνει αέρα.

Αφήστε μια απάντηση

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων