«

»

Οκτ 01 2022

Το αποτύπωμα των προσφύγων

ΚΟΣΜΟΣ

Η συμβολή των ξεριζωμένων πληθυσμών της Μικρασίας υπήρξε καταλυτική για την εξέλιξη της σύγχρονης Ελλάδας

Το αποτύπωμα των προσφύγων

Η μαζική είσοδος προσφύγων στη χώρα από τον Σεπτέμβριο του 1922 προκάλεσε δέος στην ελληνική κοινωνία και δημιούργησε ποικίλα προβλήματα κατά το πρώτο διάστημα, μέχρι και το 1924. Οι πρόσφυγες έφθασαν στην Ελλάδα σε κατάσταση τραγική. Οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει βιαστικά τα σπίτια τους, με ελάχιστα ή τίποτα από τα κινητά αγαθά τους.

Πολλές οικογένειες αποτελούνταν από γυναίκες, παιδιά και ηλικιωµένους, καθώς πολλοί άνδρες είχαν κρατηθεί στη Μικρά Ασία ως αιχµάλωτοι ή όµηροι.

Πολλά προσφυγόπουλα ήταν ορφανά και από τους δύο γονείς, ορισµένα µάλιστα ήταν αυτό που αποκαλούµε σήµερα «ασυνόδευτα». Στα τέλη του 1923 εκτιµάται ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα 1.300.000-1.400.000 πρόσφυγες.

Επιπροσθέτως η οικονοµική κατάσταση της χώρας, η συναλλαγµατική αστάθεια και ο πληθωρισµός προκάλεσαν το καλοκαίρι του 1923 άνοδο στις τιµές. Την ακρίβεια και τις ελλείψεις σε τρόφιµα επέτεινε η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων.

Αμεση προτεραιότητα, περίθαλψη και στέγη

Οι πρώτες και στοιχειώδεις ανάγκες των προσφύγων αντιμετωπίστηκαν όσο και όπως αυτό ήταν δυνατό. Οι πρόσφυγες στεγάστηκαν σε εγκαταλελειμμένες αποθήκες, εκκλησίες, θέατρα, δημόσια κτίρια και στρατόπεδα, υπόστεγα, σκηνές, αυτοσχέδιες κατασκευές. Τα σχολεία δεν λειτούργησαν ή υπολειτούργησαν, αφού τα περισσότερα είχαν επιταχθεί ή καταληφθεί, ενώ ιδιωτικά ακίνητα επιτάχθηκαν «εν όλω ή εν μέρει». Για τη διατροφή τους φρόντισαν, πέρα από το κράτος, ελληνικές και ξένες οργανώσεις, σύλλογοι και πολίτες. Οι συνθήκες της μετακίνησης και της άφιξης, η σωματική ταλαιπωρία, η κακή διατροφή, η υποτυπώδης στέγαση, ο ψυχικός τραυματισμός επιβάρυναν την υγεία τους. Επείγουσα προτεραιότητα αποτέλεσε η αντιμετώπιση μολυσματικών ασθενειών, όπως η ευλογιά, η δυσεντερία, ο εξανθηματικός τύφος. Εξαπλώθηκαν η ελονοσία στην ύπαιθρο και η φυματίωση στα αστικά κέντρα, ασθένειες ενδημικές εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.

Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν η υψηλή θνησιμότητα, κυρίως στις πόλεις, και ακόμη μεγαλύτερη από το 1923 στους χώρους υποδοχής των προσφύγων, στα λοιμοκαθαρτήρια. Τα έτη 1922-1924 στις πόλεις ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων. Το κράτος, με την αρωγή ελληνικών και κυρίως ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, ανάμεσα στις οποίες ξεχώρισαν ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός, η Near East Relief και η American Women’s Hospitals, αντιμετώπισε το δύσκολο αυτό πρώτο διάστημα.

Ηδη από την άνοιξη του 1923 ξεκίνησε η εγκατάσταση των προσφύγων στην ύπαιθρο, σε εγκαταλελειμμένα ακίνητα μουσουλμάνων, απαλλοτριωμένα ή δημόσια κτήματα. Αυτό θα συστηματοποιηθεί από το 1924 με τη φροντίδα της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ). Συγχρόνως υπήρξε μέριμνα για την κατασκευή οικιών στις πόλεις για τους πρόσφυγες από το υπουργείο Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως, το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων και στη συνέχεια την ΕΑΠ. Και ενώ η αγροτική αποκατάσταση σχεδόν ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1930, η πλειονότητα των προσφύγων στις πόλεις χρειάστηκε περισσότερα χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του 1970, για να αποκτήσει μόνιμη και κατάλληλη στέγη.

Πληθώρα θετικών κοινωνικών επιπτώσεων

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η άφιξη και εγκατάσταση των προσφύγων μετά το 1922 αποτελεί τομή στη νεότερη ελληνική ιστορία, αφετηρία δημιουργίας της σημερινής Ελλάδας. Οι στόχοι που συνδέθηκαν με την ένταξη των προσφύγων στην Ελλάδα υλοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό: η κατοχύρωση των συνόρων, η εξασφάλιση της ειρήνης στην περιοχή, η ενίσχυση της μικροϊδιοκτησίας, η κοινωνική σταθερότητα, η αύξηση της γεωργικής παραγωγής. Αν προσθέσουμε τη συμβολή τους στη λαϊκή κουλτούρα και στην πνευματική ζωή και πολιτισμό, δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι οι πρόσφυγες συν-διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελλάδα.

Η άφιξη και η εγκατάσταση των προσφύγων επηρέασε αποφασιστικά την πύκνωση του πληθυσμού στις αραιοκατοικημένες βόρειες επαρχίες, την ίδρυση νέων οικισμών, την οργανική ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών» και την εθνολογική σύσταση της χώρας. Το 1920 το ποσοστό των μη Ελλήνων ορθοδόξων ήταν 20%, ενώ το 1928 6%. Αυξήθηκε ραγδαία ο βαθμός αστικοποίησης της χώρας, με το ποσοστό των προσφύγων στον αστικό πληθυσμό να είναι ιδιαίτερα υψηλό. Η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και άλλα αστικά κέντρα, κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, διογκώθηκαν. Οι πρόσφυγες το 1928 αποτελούσαν το 28% του Δήμου Αθηναίων, το 40% του Δήμου Πειραιά και το 48% του Δήμου Θεσσαλονίκης. Αποτέλεσμα της μαζικής εγκατάστασης των προσφύγων ήταν και η ριζική αλλαγή του μοντέλου οικιστικής ανάπτυξης. Ηδη τον Ιούλιο του 1923 ψηφίστηκε πλαίσιο για την οικοδόμηση νέων οικισμών και θεσμοθετήθηκε η διευκόλυνση «ανεγέρσεως ευθηνών οικιών, προοριζομένων διά τους αναπήρους πολέμου, τους υπαλλήλους, τους συνταξιούχους, τους εργάτας, τους πρόσφυγας». Η ΕΑΠ το 1926 εξέδωσε «Οικοδομικό Κανονισμό».

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα επηρέασε καταλυτικά την οργάνωση της δημόσιας υγείας, με την ίδρυση δημόσιων νοσοκομείων και ιατρείων, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, και την εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού. Το 1923 ιδρύθηκε στους Αμπελόκηπους το Νοσοκομείο Προσφύγων Αθηνών (σήμερα «Ιπποκράτειο»), στη Νέα Ιωνία νοσοκομείο (σήμερα «Η Αγία Ολγα»), στη Ν. Κοκκινιά νοσοκομείο της οργάνωσης American Women’s Hospitals (σήμερα «Κρατικό Νίκαιας»). Στη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα ιδρύθηκαν το 1923 Κεντρικό Νοσοκομείο Προσφύγων (σήμερα «Γεώργιος Γεννηματάς») και νοσοκομεία σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Εγιναν για πρώτη φορά μαζικοί εμβολιασμοί και στο πλαίσιο μιας τιτάνιας προσπάθειας μέχρι τον Απρίλιο του 1923 είχαν εμβολιαστεί 550.000 πρόσφυγες.

Η άφιξη των προσφύγων συνέβαλε επίσης στη δημιουργία της κοινωνικής πρόνοιας με την ίδρυση δημόσιων ορφανοτροφείων και οικοτροφείων. Ηδη το φθινόπωρο 1922 ο μεγάλος αριθμός ορφανών και ασυνόδευτων οδήγησε στην ίδρυση κρατικών ορφανοτροφείων. Το 1925 λειτουργούσαν στην Ελλάδα 53 ορφανοτροφεία. Στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας οι αλλαγές δεν περιορίστηκαν μόνο στο θεσμικό επίπεδο αλλά διαμόρφωσαν μια νέα κοινωνική αντίληψη για την οφειλόμενη στάση απέναντι στους οικονομικά ασθενέστερους και τους έχοντες ανάγκη, που διαφοροποιείτο από την παλαιότερη αντίληψη περί αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας.

Το αποτύπωμα των προσφύγων-1
Ουρά για το συσσίτιο στην παραγκούπολη. Οι πρόσφυγες στεγάστηκαν σε αποθήκες, εκκλησίες, θέατρα, δημόσια κτίρια και στρατόπεδα, υπόστεγα, σκηνές. Φωτ. ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ «ΕΛΛΑΔΑ, 20ός ΑΙΩΝΑΣ, ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»

Ανάπτυξη του αγροτικού τομέα και της βιομηχανίας

 

 

Στην ελληνική οικονομία η επίδραση της εγκατάστασης των προσφύγων υπήρξε πολυδιάστατη. Η δημόσια οικονομία κλονίστηκε τα έτη 1922-1923 και ισορρόπησε τα έτη 1927-1928 με τη βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών και την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το αποτύπωμα των προσφύγων-2
Οικισμός προσφύγων στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του ’50.

Στον αγροτικό τομέα η εγκατάσταση των προσφύγων συνδέεται με την υλοποίηση της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1917, την αύξηση και αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, τη διαμόρφωση ενισχυτικών της γεωργίας θεσμών, την εκπαίδευση των αγροτών, την –έστω και για λίγο– εξασφάλιση της σιτάρκειας, την εισαγωγή ή επέκταση καλλιεργειών, όπως καπνός, βαμβάκι, μετάξι, κρόκος, τεύτλα, σουλτανίνα. Η νέα κατάσταση μετά την άφιξη των προσφύγων υπήρξε η αφορμή για την εκτέλεση μεγάλων δημόσιων έργων στην ύπαιθρο, κυρίως της Μακεδονίας. Πραγματοποιήθηκαν αντιπλημμυρικά και εγγειοβελτιωτικά έργα (αρδευτικά, αποξηράνσεις), δημιουργήθηκαν φυτώρια, πειραματικά και πρότυπα κτήματα ή σταθμοί για τη βελτίωση της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, διανεμήθηκαν επιλεγμένοι σπόροι σίτου από την Αυστραλία και αμερικανικά κλήματα αμπελιού, δοκιμάστηκαν ξένες και ντόπιες ποικιλίες, σύγχρονες καλλιεργητικές μέθοδοι, χρησιμοποιήθηκαν χημικά λιπάσματα, ενώ σε ομάδες αγροτών δόθηκαν βενζινάροτρα, τρακτέρ και θεριζοαλωνιστικές μηχανές.

Η ελληνική βιομηχανία στον Μεσοπόλεμο γνώρισε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, οφειλόμενους και στην εγκατάσταση των προσφύγων, οι οποίοι αποτέλεσαν ειδικευμένο και φθηνό εργατικό δυναμικό, διεύρυναν την εσωτερική αγορά, ενώ ορισμένοι από αυτούς αναδείχθηκαν σε επιχειρηματίες. Τη δεκαετία 1920-1930 διπλασιάστηκε ο αριθμός των βιομηχανικών μονάδων, κυρίως όμως των μικρών. Μεγάλη ανάπτυξη σημείωσαν οι τομείς της κλωστοϋφαντουργίας των βαμβακερών και πλεκτών, της επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και της παραγωγής οικοδομικών υλικών. Η άφιξη των προσφύγων επέδρασε επίσης αποφασιστικά στην ένταξη των γυναικών στον ενεργό πληθυσμό.

Εμπλούτισαν τον πολιτισμό και τον αθλητισμό

Νέα στοιχεία κόμισαν οι πρόσφυγες στη λαϊκή τέχνη και στη μουσική. Η μουσική που έφεραν μαζί τους, η «σμυρνέικη», όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται η αστική μουσική της Κωνσταντινούπολης και των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας, ήταν γνωστή στην Ελλάδα ήδη από προηγούμενες δεκαετίες μέσω των καφέ-αμάν και Καραγκιόζη. Η μουσική αυτή αναδείχθηκε από τη δεκαετία του 1930 σε λαϊκή μουσική της πόλης, τα ρεμπέτικα. Μικρασιάτες επαγγελματίες μουσικοί, ορισμένοι από τους οποίους είχαν αξιόλογη καριέρα (περιοδείες, ηχογραφήσεις), κατέφυγαν στην Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα και στον Πειραιά.

Ο αθλητισμός υπήρξε ένας άλλος τομέας στον οποίο οι αστοί Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα. Το 1922 τα αθλητικά σωματεία της Σμύρνης μετρούσαν ήδη τρεις δεκαετίες δράσης. Ερχόμενοι στην Ελλάδα ως πρόσφυγες μετέφεραν ορισμένους από τους υπάρχοντες συλλόγους και ίδρυσαν νέους, συμβάλλοντας σημαντικά στη διάδοση και μαζικοποίηση του αθλητισμού, κυρίως του ποδοσφαίρου.
Από τον χώρο των προσφύγων αναδείχθηκαν εξαιρετικές προσωπικότητες στον χώρο της πνευματικής δημιουργίας, της λογοτεχνίας και της τέχνης. Η παρουσία των προσφύγων γενικά συνεισέφερε ποικιλοτρόπως στη διαμόρφωση της σημερινής νεοελληνικής ταυτότητας και του νεοελληνικού πολιτισμού.

* Ο κ. Νίκος Ανδριώτης είναι ιστορικός.

Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων