Ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που συμβάλλει στην ανθρώπινη εξέλιξη, είναι το σχολείο. Όμως, ποιος πραγματικά είναι ο ρόλος του, αφενός ως προς το άτομο και αφετέρου ως προς την κοινωνία; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα απασχολεί καθημερινά χιλιάδες ανθρώπους, από μαθητές μέχρι εκπαιδευτικούς, καθώς όσο απλή και αν είναι, φαντάζει «άπιαστο» όνειρο για τα ελληνικά δεδομένα.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Το φιλμάκι παρουσιάζει ένα νέο να οδηγεί το αμαξίδιο της ΑΜΕΑ αδελφής του. Είναι τόσα τα εμπόδια και η κίνηση, ώστε δεν μπορεί να διασχίσει το δρόμο, ενώ όλοι αδιαφορούν. Αγανακτισμένος ο νέος παίρνει ένα σφυρί και καταστρέφει ό,τι βρίσκει μπροστά του. Πράττει σωστά; Η βία που ασκεί είναι «καλή»; Όχι. Κατανοητή ναι, καλή όχι. Δεν υπάρχει καλή βία. Η βία είναι πάντα κακό. Βία και καλό δεν πάνε μαζί, είναι έννοιες ασύμβατες και αντιφατικές: η θέση της μιας αίρει την άλλη. Η βία συνήθως γεννά νέα βία, ο άνθρωπος γίνεται για τον άνθρωπο λύκος και η ζωή γίνεται πόλεμος όλων εναντίον όλων, κάτι που δεν αρμόζει σε πολιτικά οργανωμένη κοινωνία. Το καλό αρνείται κάθε μορφή βίας (σωματική, ψυχολογική, λεκτική) από όπου κι αν προέρχεται, όποιους λόγους κι αν επικαλείται. Αυτό ζητούν οι ανθρωπιστικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, δημοκρατικές αρχές και αξίες, αυτό είναι το πρόταγμα για ομαλή συμβίωση των ανθρώπων και για ένα καλύτερο κόσμο.Συνεχίστε την ανάγνωση

Όποιο περιεχόμενο κι αν έχουν τα παιγνίδια ανταγωνισμού που προβάλλονται στα ιδιωτικά κανάλια, ένα γνώρισμα τα εξομοιώνει: το απόλυτο δικαίωμα των κριτών να εξευτελίζουν τους παίχτες. Αυτούς δηλαδή που βιάζονται να πιστέψουν πως είναι παίχτες, ελπίζοντας ότι η πίστη τους αυτή θα θεραπεύσει τα τραύματα της αξιοπρέπειάς τους. Στην πραγματικότητα είναι πιόνια. Για λίγες μονάδες τηλεθέασης, οφείλουν να συμμορφωθούν, να ανεχθούν τις λοιδορίες των κριτών. Αυτός είναι ο κανόνας, είτε για διαγωνισμούς μαγειρικής πρόκειται είτε για την «επιβίωση σε άγρια νησιά» ή την επιλογή σούπερ μοντέλου.

 

Volume 1 No. 1 of ‘Television’ monthly magazine, 1928 | Science Museum Group Collection” από undefined διατίθεται με άδεια χρήσης CC by-nc-sa-undefined

Αν οι παίχτες δεν δείξουν εξαρχής υπακοή σε αυτούς τους όρους, αν δεν αποδεχτούν τους κριτές σαν παιδονόμους, δεν θα περπατήσει το «πρότζεκτ», όπως το αποκαλούν οι παραγωγοί του, για να του δώσουν κάτι από δυτικό αέρα. Και οι κριτές, απολαμβάνοντας σαδιστικά την εξουσιούλα τους, ανταγωνίζονται ποιος θα φανεί ειρωνικότερος και προσβλητικότερος. Γιατί ξέρουν ότι, από επεισόδιο σε επεισόδιο, η προσοχή θα στρέφεται όλο και σαφέστερα στον ωμότερο. Αυτός θα αβγατίσει τις πιθανότητες να κληθεί και σε επόμενο παιχνίδι. Αν βέβαια δεν σπεύσει να ανοίξει μπαρ για να τοκίσει τη φήμη του. Ο αντίλογος; Ο ίδιος πάντα: «Κι εσένα τι σε νοιάζει αν κάποιοι δέχονται να τους ειρωνεύονται αγρίως σε κοινή θέα; Ενήλικοι άνθρωποι είναι, ξέρουν τι κάνουν». Κατ’ αρχάς στα παιχνίδια αυτά δεν βλέπουμε μόνο τυπικά ενηλίκους, αλλά και παιδιά, συρμένα από γονείς που τα κριτήριά τους τα τάραξαν οι σειρήνες της δημοσιότητας: «Μάνα ταλέντου», «Πατέρας μίνι σεφ» κ.ο.κ. Και ύστερα, η κυνική αντιμετώπιση των πραγμάτων, το δόγμα «κι εμένα τι με νοιάζει», διευκολύνει την ηθική διάβρωση, την καλλιέργεια και διάδοση ελεεινών προτύπων: «Αν είναι να “πετύχεις”, άσ’ τους να σε τσαλακώσουν, θα σου περάσει». Γίνε πιονάκι, γίνε μαριονέτα, γίνε ρεντίκολο, αρκεί να δεις το «όνειρό» σου να παίρνει σάρκα και οστά. Μα υπάρχει όνειρο που συγχωρεί το τσαλάκωμα;

Το δόγμα της κυνικής αδιαφορίας για όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, με πρόσχημα την ηλικία των τηλεοπτικώς ανταγωνιζομένων, σε θέλει τηλεθεατή της διάλυσης της κοινωνίας σε μονάδες παγερά αδιάφορες η μία για την άλλη ή υποχρεωτικά αλληλοεχθρευόμενες. Το δίδυμό του; «Άλλαξε κανάλι». Όταν όμως όλα γύρω σου, σε εφημερίδες, περιοδικά, Διαδίκτυο, διαύλους, παρέες, είναι Νομάδες, Νεξτ Τοπ Μόντελ, Σαρβάιβορ κτλ., τα βλέπεις ακόμη κι αν έχεις κλειστή την τηλεόρασή σου.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή την 9-11-2018

 

 

MEP-Giorgos-Grammatikakis-1021×580

Από την αδιαφορία και τη σιωπή, όσον αφορά το περιβάλλον, η χώρα μας έχει περάσει σε ένα επίπεδο γενικευμένης φλυαρίας. Η σημασία του υπογραμμίζεται παντού: σε λόγους πολιτικών και σε εκδηλώσεις κοινωνικές, στις τηλεοπτικές εκπομπές και σε δημοσιεύματα των εφημερίδων. Μεγάλες εταιρίες, τράπεζες και οργανισμοί ανακηρύσσονται υπέρμαχοι του περιβάλλοντος, ενώ τα δεινά που μας επιφυλάσσει το μέλλον περιγράφονται από όλους με μελανά χρώματα. Δεν αμφισβητείται ότι το καινοφανές αυτό ενδιαφέρον δημιουργεί κάποιες νέες προοπτικές. Όπως όμως παρατήρησε από παλιά ο Θουκυδίδης, οι Έλληνες είμαστε «θεατές των λόγων και ακροατές των έργων». Η πικρή αυτή διαπίστωση δεν εξαιρεί τα προβλήματα του περιβάλλοντος και κάνει τον δρόμο δύσβατο και μακρύ.

Σε αυτόν ακριβώς τον δρόμο αναφέρονται οι υπαινιγμοί που ακολουθούν. Ο προσεκτικός αναγνώστης καλείται να τους συμπληρώσει -ή να προσθέσει άλλους.

Συνεχίστε την ανάγνωση

του Σάιμον Γκας

 

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει. 
Γιώργος Σεφέρης, Γυμνοπαιδία– Σαντορίνη

 

Σε λίγες μέρες η γυναίκα μου κι εγώ αφήνουμε την Αθήνα ύστερα από οκτώ ευτυχισμένα χρόνια στη χώρα σας –πρώτα στη δεκαετία του ’80 και για δεύτερη φορά αυτά τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα ήταν καλή μαζί μας. Μας χάρισε τον πρώτο μας γιο, που γεννήθηκε εδώ πριν από 23 χρόνια. Μας χάρισε πολλούς φίλους. Μας χάρισε πολλές στιγμές ευτυχίας. Και ποτέ, μα ποτέ δεν μας άφησε να πλήξουμε.

Η Ελλάδα και οι Έλληνες ασκούν έντονη επίδραση στους ξένους. Ο Βρετανός συγγραφέας Lawrence Durrell έγραψε: «Άλλες χώρες μπορούν να σε κάνουν να ανακαλύψεις έθιμα ή παραδόσεις ή τοπία. Η Ελλάδα σου προσφέρει κάτι πιο σκληρό: την ανακάλυψη του εαυτού σου». Στην Ελλάδα εμείς οι Βορειοευρωπαίοι αφήνουμε πίσω μας λίγη απ’ την ψυχραιμία και την επιφυλακτικότητά μας και γινόμαστε πιο εξωστρεφείς, αναζητάμε πιο πολύ τη συντροφιά των άλλων ανθρώπων. Δεν εκπλήσσομαι που η λέξη privacy δεν μεταφράζεται ακριβώς στα Ελληνικά. Αλλά, πάλι, ούτε η λέξη παρέα μεταφράζεται στα Αγγλικά.

Η Ελλάδα άναψε τον πόθο του ταξιδιού σε γενιές και γενιές Βρετανών, και η Μαριάν κι εγώ προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε τα βήματά τους. Η μυρωδιά του καπνού του ξύλου που καίγεται ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην Ήπειρο, τα λιβάδια με τ’ αγριολούλουδα στην Πελοπόννησο την άνοιξη, τα κρυστάλλινα γαλανά νερά του Ιονίου το καλοκαίρι είναι μερικές από τις αναμνήσεις που θα πάρουμε μαζί μας φεύγοντας.

Οι Ζουλού λένε ότι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι μέσα από άλλους ανθρώπους. Η Ελλάδα δεν θα σήμαινε τόσα πολλά για μας αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που γνωρίσαμε εδώ. Η γιαγιά που μας φίλεψε ροδάκινα απ’ το καλάθι της όταν χάλασε το αυτοκίνητο της παρέας μας, στη Θεσσαλία το 1975. Το ζευγάρι που μας παραχώρησε το διαμέρισμά του, παρόλο που μόλις μας είχε συναντήσει, στο Ρέθυμνο το 1984. Ο ταξιτζής στη Χίο, το 1992, που όταν ο γιος μου ο Κρίστοφερ ζαλισμένος από το ταξίδι έκανε εμετό κι έκανε χάλια και το ταξί και τον ίδιο, αυτός ανησυχούσε μόνο αν ήταν εντάξει το παιδί. Θα μας λείψουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στην Ελλάδα, που μας έδωσαν τη φιλία τους και τη συντροφιά τους.

Θα θέλαμε επίσης, η Μαριάν κι εγώ, να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς που ήταν τόσο επιεικείς και συγχωρητικοί όσο εμείς κατακρεουργούσαμε την ελληνική γλώσσα. Θέλω να ζητήσω ιδιαιτέρως συγγνώμη από μια κυρία που γνώρισα σε μια δεξίωση πριν από λίγα χρόνια. Τη ρώτησα τι δουλειά έκανε ο άντρας της. Μου απάντησε ότι ήταν γεωπόνος. Δυστυχώς, μπέρδεψα τη λέξη γεωπόνος με τη λέξη Γιαπωνέζος. Καθώς η συζήτηση προχωρούσε, διαπίστωσα με έκπληξη ότι δεν ήξερε σχεδόν τίποτε για την Ιαπωνία. Και καθώς επέμενα με τις ερωτήσεις μου για τον ιαπωνικό πολιτισμό, έβλεπα σιγά σιγά τον πανικό να φουντώνει στα μάτια της.

Θα ήθελα ακόμη να ζητήσω συγγνώμη κι από τον προβεβλημένο εκείνον υπουργό, που παρέμεινε ατάραχος όταν τον ρώτησα πώς σκόπευε να αντιμετωπίσει όλες τις προσκλήσεις και όχι τις προκλήσεις του τομέα ευθύνης του. Τώρα ήρθε ο καιρός να πάμε σε μιαν άλλη χώρα. Χαιρόμαστε με την προοπτική των νέων εμπειριών, των νέων ενδιαφερόντων που πάντα φέρνει ένα νέο διπλωματικό πόστο. Όπως λέει κι ο ποιητής:

«Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι 
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένες πρωτοϊδωμένους»

Αλλά, δεν θα είναι Ελλάδα.

Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι θα επιστρέψουμε. Δεν νομίζουμε ότι η Ελλάδα μας έχει δώσει ακόμη την άδεια να την εγκαταλείψουμε οριστικά. Και όταν επιστρέψουμε δεν θα το κάνουμε μόνο για τους ανθρώπους ή για το τοπίο, αλλά και γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα που θαυμάζουμε για πάρα πολλά πράγματα.

Αλλά αυτό που ιδιαίτερα θαυμάζουμε εδώ είναι η σημασία που δίνουν οι Έλληνες στους οικογενειακούς δεσμούς και τη φιλία, την επιμονή σας να χαίρεστε τη ζωή, την ανοιχτόκαρδη διάθεσή σας, τη γενναιοδωρία σας και την αίσθηση αξιοπρέπειας και ευπρέπειας. Το ταλέντο των Ελλήνων ξεχειλίζει σε κάθε τομέα, από τις καλές τέχνες ως τον κάθε χώρο δουλειάς και δημιουργίας. Ένα από τα προνόμια που είχα ως πρέσβης στην Ελλάδα ήταν η ευκαιρία που μου έδωσε να συναντήσω τόσους προικισμένους, ζωντανούς ανθρώπους από φοιτητές μέχρι δισεκατομμυριούχους.

Ομολογώ ότι ακόμη και τώρα, μετά οκτώ χρόνια στην Ελλάδα, υπάρχουν ακόμη μερικά πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Δεν καταλαβαίνω την ελληνική μανία να βουτάνε όλοι στη θάλασσα κάθε φορά που η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από τους δέκα βαθμούς. Εγώ μεγάλωσα σε μια χώρα που η θάλασσα ήταν κρύα και γκρίζα και, γενικώς, έπρεπε να αποφεύγεται. Δεν καταλαβαίνω γιατί τα κινητά είναι τόσο δημοφιλή, ενώ τόσες και τόσες Ελληνίδες σε διακοπές έχουν τη συνήθεια να φωνάζουν τόσο δυνατά και σε τόσο ψηλές νότες ώστε οι φωνές τους να σκίζουν τον αιθέρα και λόγγοι και ραχούλες να αντηχούν «έλα Τούλααα…». Θαυμάζουμε το πάθος των Ελλήνων για προσωπική ελευθερία και ελευθερία του λόγου. Ακόμη δεν έχω καταλάβει τα παραθυράκια στην τηλεόραση. Πώς καταλαβαίνει ο ένας τι λέει ο άλλος όταν όλοι μιλούν ταυτόχρονα; Ο στρατηγός Ντε Γκολ αναρωτήθηκε κάποτε πώς είναι δυνατόν να κυβερνήσει κανείς μια χώρα που παράγει 246 διαφορετικά είδη τυριών. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να κυβερνήσει κανείς μια χώρα που έχει σχεδόν τόσους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς όσα τυριά έχει η Γαλλία. Αυτό που καταλαβαίνω και ξέρω καλά είναι ότι η Μαριάν και εγώ αισθανόμαστε τεράστια τρυφερότητα, ευγνωμοσύνη και θαυμασμό για μια χώρα που μας φέρθηκε τόσο καλά.

Σ’ ευχαριστώ, Ελλάδα.

Ο κ. Σάιμον Γκας ήταν πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα.

πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28-12-2008