Νεοελληνική Λογοτεχνία Β΄ Γυμνασίου – Πάσχα τ’ Απρίλη

Η Πόβλα (σημερινό όνομα Αμπελώνας). Στο βάθος το όρος Μουργκάνα. [πηγή: Ήπειρος, Θεσπρωτία, Μουργκάνα]

 

Σωτήρης Δημητρίου, Πάσχα τ’ Απρίλη

 

Πρόκειται για ένα διήγημα που αποκλίνει από την τυπική παραδοσιακή μορφή, αφού η υπόθεσή του δεν εξελίσσεται με βάση το δομικό σχήμα πλοκή – δέση – κορύφωση – λύση, αλλά υπάρχει μια χαλαρή δομή που συνδέει τα επιμέρους, δηλαδή τις αναμνήσεις του αφηγητή. Η ενότητα του αφηγηματικού πλαισίου διαρρηγνύεται συχνά από σχόλια και αναφορές στη σύγχρονη εποχή (π.χ. όταν ο αφηγητής αναφέρεται στη μαθητική ζωή και στα φοιτητικά του χρόνια). Στο σύνολό του λειτουργεί σαν μνημονική ανάκληση του αφηγητή στην παιδική του ηλικία και στις πασχαλινές διακοπές στο χωριό του. Ο τόνος είναι τρυφερός, νοσταλγικός, απολογητικός. Ο συγγραφέας-αφηγητής θυμάται με συγκίνηση τα συγγενικά του πρόσωπα, νοσταλγεί την άδολη αγάπη των απλών ανθρώπων του χωριού και ιδίως της γιαγιάς του, η μορφή της οποίας έχει καθαγιαστεί στη συνεί­δησή του.

βιβλίο του καθηγητή, σελ.70

 

 

Βασικά σημεία

 

Ενότητες

 

Η παιδική ηλικία

– διαδρομή για το χωριό

Το πρώτο μέρος του αφηγήματος αφιερώνεται στη διαδρομή που πρέπει να καλύψει κανείς για να φτάσει στο χωριό, την Πόβλα. Ο αφηγητής σημειώνει τα κύρια σημεία και τις δυσκολίες της διαδρομής: έλεγχος στη γέφυρα του Καλαμά, λίγες ώρες υποχρεωτική στάση στο Φιλιάτι και μετά δρόμος ανηφορικός, στριφογυριστός, χωρίς άσφαλτο, που περνάει από διάφορα χωριά. Το ταξίδι κρατά μια ολόκληρη μέρα. Σίγουρα η ταλαιπωρία θα ήταν μεγάλη, αλλά στα μάτια του αφηγητή η διαδρομή είναι μαγευτική –τότε και τώρα:

Αϊ-Νικόλας, Άγιοι Πάντες, Παλιοχώρι, ανηφόρες, στροφές, μια στροφή ακόμα και να το χωριό μου, η Πόβλα. Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές, δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.

Ακόμα και σήμερα, αυτή η διαδρομή, αυτά τα χωριά είναι για μένα μια διαδρομή πνευματική, μια διαδρομή νοσταλγίας και καημού.

 

– πασχαλινές διακοπές στο χωριό

Οι ξένοιαστες μέρες στο χωριό δίνονται με μια σειρά εικόνων, όλων των τύπων: οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές, απτικές:

 

Οπτικές

  • Φτάναμε με τα ποδάρια στο σχολειό, κατόπι μια απότομη κατηφοριά μάς έβγαζε στην πλατεία του Νικόπλου, όπου ήταν το περίπτερο του μπαρμπα-Μήτση μας. Μας καρτέραγε με ζαχαρωτά και φιλιά.
  • Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες, μπλατσαριό, ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυκύτατη παρουσία της γιαγιάς μου.
  • Τρεχαλητά με τ’ άλλα παιδιά, επισκέψεις στις θείες, βόλτες στους κήπους του Μαμά, στ’ αμπέλια της Φέρας, στην Αϊ-Παρασκευή. Άρχιζαν δειλά να κοκκινίζουν οι πρώτες κουτσουπιές.
  • Χαρούμενα, απλά παιδιά, μας άφηναν να δούμε και με τα κιάλια μέσα στο Αλβανικό. Φέρναμε κοντά μας εικόνες από ανθρώπους, κυρίως γυναίκες να σκάβουν εν σειρά ή να κάνουν άλλες δουλειές, πάντα σε ομάδες. Είχαν κατασκευάσει και μια τεχνητή λίμνη για την άρδευση. Παρ’ όλο που με τα κιάλια είχα απτό το αντικείμενο της περιέργειάς μου, η έλξη και το μυστήριο βάθαιναν.

 

Ακουστικές

  • Το πρωί μάς ξυπνούσαν πετεινοί, γομάρια, αίγες, βετούλια· φωνούλες απ’ τις γυναίκες που φούρνιζαν, σκούπιζαν, έκοβαν κλαρί. Μαζεμένο το χωριό, αμφιθεατρικά χτισμένο, δημιουργούσε τέλεια ηχητική.
  • Από την Ανάσταση θυμάμαι κάπως τις στρακαστρούκες, που τις πιέζαμε με τις σόλες.
  • Όταν αναχωρούσαμε, χαράματα, για την Ηγουμενίτσα ήταν για μας Μεγάλη Παρασκευή. Πονούσαμε και τα τρία, λες και μας ξερίζωναν. Η αδερφή μου με κλάματα και φωνές, «γιαγιά μουουου», ξύπναγε το χωριό.

 

Οσφρητικές

  • Σε όλη αυτήν τη διαδρομή η μύτη μας είχε πανηγύρι. Φρέσκια, ξάστερη ανάσα ανακατεμένη με τ’ αγριολούλουδα του Απριλιού -φράξο, μανούσια, ζουμπούλια, μοσφακίδια. Τον τόνο τον έδιναν όμως οι καβαλίνες, η κοπριά, το νοτισμένο χώμα.
  • Μας μάζευε με πατάτες γιαχνί. Μοσκοβόλαγε ο τόπος.
  • Τα τριαντάφυλλα, πυκνόφυλλα και μοσχομυριστά, ροζ άσπρα, ήταν παντού. Στις αυλές και στους φράχτες. Σου έσπαιναν τη μύτη. [και οπτική]

 

Απτικές

  • Στη Θελεσουριά, κατεβαίνοντας απ’ το λεωφορείο, μας χτύπαγε ευχάριστα ένα ψυχρό αεράκι που -Κύριος οίδε πώς- το ‘χα συνδέσει με τη Βόρειο Ήπειρο, με την Αλβανία. Μήνυμα από μια άλλη ζωή, πιο ενδιαφέρουσα, πιο πλούσια, πιο αινιγματική.
  • Κατόπι κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα κι αυτή στη μέση.
  • Όλες οι εικόνες μαζί συγκροτούν ένα σύνολο που αποτυπώνει τις ευτυχισμένες και ξένοιαστες μέρες της αθωότητας, της παιδικής ηλικίας.

 

Η ωριμότητα

Ώριμος πλέον ο αφηγητής ξαναβρίσκεται για λίγο στο χωριό του. Στο σύντομο τελικό τμήμα δίνονται όλες οι αλλαγές που έχουν επέλθει στο μεταξύ: η γιαγιά έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και το σπίτι εγκαταλείφθηκε· μόνο η ταυτότητά της έχει μείνει και δίνει αφορμή στον αφηγητή να σημειώσει την πιο συγκινητική ίσως φράση του διηγήματος:

Απ’ τη μικρή φωτογραφία με κοιτούσε πάλι μ’ εκείνη την αγάπη της, που μας έθρεψε και μας εφοδίασε για μια ολόκληρη ζωή.

Δεν είναι όμως μόνο το σπίτι του αφηγητή εγκαταλειμμένο. Το χωριό έχει σχεδόν ερημώσει και μια νέα πραγματικότητα επικρατεί στην περιοχή. Μετά τις πολιτικές μεταβολές στη γειτονική Αλβανία πολλοί Αλβανοί έρχονται με όποιον τρόπο μπορούν στην Ελλάδα, για να εργαστούν. Το διήγημα ολοκληρώνεται με ένα σχετικό επεισόδιο: κάποιοι στρατιώτες έχουν συλλάβει Αλβανούς λαθρομετανάστες και τους έχουν φέρει στο μαγαζάκι του χωριού. Ένας στρατιώτης, πρωτευουσιάνος, που υπηρετεί πολύ μακριά από τον τόπο του, αντιδρά με τρόπο προσβλητικό όχι μόνο για τους Αλβανούς, αλλά και για τον τόπο όπου τον έστειλε ο στρατός να υπηρετήσει τη θητεία του. Αντίθετα, ο ντόπιος μαγαζάτορας τους αντιμετωπίζει με σεβασμό: του φιλεύει λουκούμια, ξέροντας πόσο ταλαιπωρημένοι είναι.

 

Χάρτης των ηπειρώτικων χωριών νοτίως της Μουργκάνας. Το χωριό του αφηγητή σημειώνεται με το σημερινό του όνομα, Αμπελώνας. [πηγή: Ήπειρος, Θεσπρωτία, Μουργκάνα]

 

Αφηγηματική τεχνική

 

Ο τύπος του αφηγητή και αφηγηματικοί τρόποι

Στο διήγημα έχουμε έναν αφηγητή που αφηγείται τη δική του ιστορία, δηλαδή περιστατικά τα οποία έζησε ο ίδιος. Κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και ο διάλογος εμφανίζεται μόνο σε ένα σημείο, για να δώσει με πιστότητα και ζωντάνια μια σύντομη και χαρακτηριστική συζήτηση ανάμεσα σε δυο γειτόνισσες: τη γιαγιά Αγγελούδω και τη θεία Λόλα. Αντίθετα, τα περιγραφικά κομμάτια είναι αρκετά, μια και ο αναγνώστης πρέπει να εξοικειωθεί με την τοπογραφία της περιοχής και του χωριού:

Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές, δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.

Ο όγκος της Μουργκάνας μπροστά μας. Στην κορφή το βουνό είχε ακόμα χιόνια, που άστραφταν από ένα χιλιόχρωμο ηλιοβασίλεμα. Εκεί που χανόταν ο ήλιος ήταν ένας τόπος αγαπημένος, μυστηριακός, αβάδιστος. Ήταν η Βόρειος Ήπειρος.

Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες, μπλατσαριό, ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυκύτατη παρουσία της γιαγιάς μου.

Πέρσι πήγα στο χωριό μου, μετά τη Λαμπρή, για ολιγόωρη επίσκεψη. Το πατρικό μου χορταριασμένο, ετοιμόρροπο. Ο κηπάκος του πνιγμένος στην άγρια βλάστηση.

 

Θέλω κι άλλο!

 

Αφήστε μια απάντηση