πηγή εικόνας: jainuniversity.ac.in

 

Μετράει άραγε η λογοτεχνία σαν πηγή για τους ιστορικούς; Τη συνυπολογίζουν στις αναπλάσεις τους σαν τεκμήριο, έστω και όχι ακριβώς ισότιμο με τα ντοκουμέντα; Με τη συγκαιρινή ιστοριογραφία μιας εποχής, πρώτα πρώτα. Ή με την εφημεριδογραφία της. Ή με τα απομνημονεύματα όσων πρωταγωνιστών μιας περιόδου φρόντισαν να ανασυντάξουν τη μνήμη τους, σχεδόν πάντα με αυτοδικαιωτική μεροληψία, καθώς και με τις αναμνήσεις κάποιων αδόξων και αναλωσίμων. Ή με τα ημερολόγια «επωνύμων» και «ανωνύμων», μέχρι προληπτικής αυτολογοκρισίας φροντισμένα τα μεν, αστόλιστα τα δε, και ίσως γι’ αυτό ωφελιμότερα.Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο ατρόμητος Κατσαντώνης παίζει τον ταμπουρά του (λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Θεόφιλου). Ο Αντώνης Κατσαντώνης (πραγματικό όνομα: Αντώνης Μακρυγιάννης, 1775 – 1808) ήταν ήρωας του προεπαναστατικού Ελληνισμού. Υπήρξε αρχηγός Ελλήνων κλεφταρματολών, εθνομάρτυρας, πρόδρομος του 1821. Πηγή: Βικιπαίδεια

 

Η ιστορία του κλέφτικου συνδέεται οπωσδήποτε με το ακριτικό τραγούδι, κρατάει από εκεί. Για το ακριτικό οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε είναι από τον επίσκοπο Καισαρείας Αρέθα, μαθητή του Πατριάρχη Φωτίου. Είχε την εξαιρετική ιδέα, στις αρχές του 10ου αιώνα, να δώσει εντολή να τα καταγράψουν, χρηματοδοτώντας μάλιστα το εγχείρημα από την τσέπη του.Συνεχίστε την ανάγνωση

Προτομή του Θεμιστοκλή της ρωμαϊκής εποχής σε «Αυστηρό στυλ», βασισμένη σε ελληνικό πρωτότυπο (Αρχαιολογικό Μουσείο της Όστια, Ρώμη). Το χαμένο πρωτότυπο αυτής της προτομής, που χρονολογείται περίπου στο 470 π.Χ., έχει περιγραφεί ως «το πρώτο αληθινό πορτρέτο ενός Ευρωπαίου». Πηγή: Βικιπαίδεια

 

(Ψευδο)Αἰσχίνης, Ἐπιστολαί 3, 1-3

«Ουδείς προφήτης στον τόπο του». Αυτό φαίνεται να υποστηρίζει ο ρήτορας Αισχίνης (περ. 389-314 π.Χ.), κύριος πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη, στο απόσπασμα μιας επιστολής του, στην οποία εμφανίζεται εξόριστος.

Οἱ μὲν ἄλλοι πάντες, ὅσοι φεύγουσιν ἀδίκως, ἢ δέονται τῶν πολιτῶν, ὅπως ἐπανέλθωσιν, ἢ διαμαρτόντες τούτου λοιδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας· ἐγὼ δὲ ἐπείπερ ἀναξίως ὧν ἐπολιτευσάμην ἠτύχησα καὶ κατηγορῶν ἄλλων αὐτὸς ἑάλων, ἄχθομαι μέν, ὥσπερ εἰκός ἐστιν, ἀγανακτῶ δὲ οὐδέν. Οὐ γὰρ οὕτως ἔγωγε ἠλίθιός εἰμι, ὥστε, ἐξ ἧς πόλεως ὁ Θεμιστοκλῆς ὁ τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερώσας ἐξηλάθη, καὶ ὅπου Μιλτιάδης, ὅτι μικρὸν ὦφλε τῷ δημοσίῳ, γέρων ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἀπέθανε, ταύτῃ τῇ πόλει Αἰσχίνην τὸν Ἀτρομήτου φεύγοντα ἀγανακτεῖν οἴεσθαι δεῖν, εἴ τι τῶν εἰωθότων Ἀθήνησιν ἔπαθεν. Ἀλλ’ ἔγωγε καὶ λαμπρὸν εἰκότως μοι νομίσαιμ’ ἂν αὐτὸ γενέσθαι, τὸ γεγονέναι ἄξιος τοῦ ὅμοια παθεῖν ἐκείνοις.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη [πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα (1832–1904). Πηγή: Βικιπαίδεια]

 

Έρωτα ανίκητε στη μάχη. Ο φυλακισμένος/ερασιτέχνης ηθοποιός ύψωσε τα χέρια μπροστά στη γεμάτη «πλατεία» του αυτοσχέδιου θεάτρου που είχε στηθεί στον αύλειο χώρο των φυλακών Κορυδαλλού. Πέριξ όρθιοι φύλακες που τον καμάρωναν. Τον τοίχο της φυλακής κάλυπτε ένα τεράστιο γκραφίτι, που μου φάνηκε σαδιστικό: μία τροπική παραλία. Από πάνω είχε κάγκελα και μετά συρματόπλεγμα.

Οι φυλακισμένοι έδειχναν να το ευχαριστιούνται. Είχαν φορέσει τα κοστούμια τους και το χαίρονταν πραγματικά. Ένας (που μετά μού συστήθηκε ως υπεύθυνος για τη μουσική του έργου) είχε ήδη πάρει θέση να παίξει κι όσο έμπαινε ο κόσμος δεν άφησε λεπτό το κλαρίνο του – έπαιζε συγκινητικά καλά. Η είσοδος του κοινού κράτησε ώρα, γιατί έπρεπε όλοι να ελεγχθούν, όμως οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έμοιαζαν κάπως χαρούμενοι ή τουλάχιστον «ψημένοι», δεν βαρυγκομούσαν με την έξτρα δουλειά, η ατμόσφαιρα θύμιζε τέλος σχολικής χρονιάς. Ακόμα και οι διάδρομοι θύμιζαν σχολείο, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τα δημόσια σχολεία της χώρας.Συνεχίστε την ανάγνωση