Περί του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου

ΑΠΟΨΗ

Η κατανόηση της ιστορίας του Ελληνικού Εμφυλίου δεν είναι εφικτή παρά μόνον από την πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων, που συνέβησαν και από τις δύο αντίπαλες πλευρές, καθώς και από τη συνέργειά τους.

peri-toy-ellinikoy-emfylioy-polemoy-561708658

Η κατανόηση της ιστορίας του Ελληνικού Εμφυλίου δεν είναι εφικτή παρά μόνον από την πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων, που συνέβησαν και από τις δύο αντίπαλες πλευρές, καθώς και από τη συνέργειά τους. Σταθμούς στη σχετική βιβλιογραφία αποτελούν: α. το βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949)», Βιβλιόραμα, 2005 και β. το βιβλίο του Δημ. Γ. Ζαφειρόπουλου «Ο Αντισυμμοριακός Αγών 1945-1949, 1956», που εκκινούν από εντελώς διαφορετικές προκείμενες.

Καθοριστική συμβολή στη μελέτη της άκρως σημαντικής αυτής ιστορικής περιόδου αποτέλεσε η νέα πραγματικότητα, όπου μετά την πτώση της ΕΣΣΔ καταργήθηκαν τα κομματικά «στεγανά» του πάλαι ποτέ κραταιού Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Eνωσης και του αντίστοιχου Διεθνούς Τμήματός του, που καθόριζαν την πρόσβαση στο σοβιετικό αρχειακό υλικό. Eκτοτε, στον βαθμό που η διάδοχος της ΕΣΣΔ, Ρωσική Ομοσπονδία, δεν ταυτίζεται με το σοβιετικό καθεστώς, πλήθος αρχείων απελευθερώθηκαν και αποχαρακτηρίζονται σταδιακά, δυνάμει των σχετικών υπουργικών αποφάσεων. Πρόκειται για μία κυριολεκτικώς γνωσιακή επανάσταση, καθώς προσφέρεται πλέον μια μοναδική δυνατότητα άντλησης συγκεκριμένων αρχειακών τεκμηρίων τροποποιώντας τις προσεγγίσεις μας για την ιστορία του 20ού αιώνα. Επομένως στην ήδη υπάρχουσα καταγραφή της ιστορίας του Ελληνικού Εμφυλίου από αμιγώς πρωτογενείς πηγές, όπως αναφέρει ο καθηγητής Νίκος Μαραντζίδης στο πρόσφατο άρθρο του στην «Καθημερινή», έρχεται να προστεθεί το βιβλίο μου «Ακρως Απόρρητο: Οι σχέσεις ΕΣΣΔ-ΚΚΕ / 1944-1952» (ΚΨΜ, 2019). Το εν λόγω έργο, υπό το πρίσμα νέων δεδομένων, αποτελεί μια συστηματική καταγραφή και ανάλυση των πρώην σοβιετικών αρχείων αναφορικά με τον Εμφύλιο Πόλεμο και με τις περίπλοκες σχέσεις μεταξύ ΚΚΕ και Σοβιετικής Eνωσης.

Βέβαια από το 2019 έως σήμερα έχουν πράγματι αποχαρακτηριστεί πλήθος εγγράφων που μπορούν να φωτίσουν περαιτέρω πτυχές του Ελληνικού Εμφυλίου. Ωστόσο, η σταχυολόγηση αρχειακών τεκμηρίων είναι απαραίτητο να πληροί κάποια μεθοδολογικά και δεοντολογικά κριτήρια: α. την προώθηση του ακαδημαϊκού – επιστημονικού διαλόγου, β. τη δυνατότητα της πλήρους και όχι αποσπασματικής ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού.

Μολονότι τα καθ’ ύλην στρατιωτικού τύπου έγγραφα, ήτοι αλληλογραφία μεταξύ ΚΚΕ-ΚΚΣΕ σχετικά με την παροχή βοήθειας, δεν προκαλούν καμία σοβαρή έκπληξη στους συστηματικούς μελετητές της περιόδου, καθώς ένας τεράστιος όγκος αυτών των πληροφοριών έχει ήδη δημοσιευθεί, βρίθουν εντούτοις από σημαντικές ad hoc λεπτομέρειες που επιβεβαιώνουν ή απορρίπτουν προγενέστερες υποθέσεις εργασίας. Επί παραδείγματι: Γνωρίζουμε ότι η σφοδρή σύγκρουση Βαφειάδη – Ζαχαριάδη έλαβε χώρα εντός του πλαισίου αντιπαλότητας μεταξύ Τίτο και Στάλιν.

Η εθνική ενότητα και συμφιλίωση δεν θα καταστούν δυνατές χωρίς την αναγκαία μελέτη και τη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης στην Ελλάδα.

Στις σελίδες του βιβλίου μου Ακρως Απόρρητο (σ. 95-109) παρατίθεται ο τρόπος διά του οποίου ένα διεθνές πρόβλημα του κομμουνιστικού κινήματος (ρήξη μεταξύ Βελιγραδίου και Μόσχας) μετετράπη σε ενδογενές πρόβλημα του ΚΚΕ. Ενδεικτικά, παραθέτω το ακόλουθο νέο στοιχείο: Την 27η Νοεμβρίου 1948, το μέλος του Διεθνούς Τμήματος του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων), Μπ. Πονομαριώφ, συνέταξε την ακόλουθη απολογιστική αναφορά για τον Μάρκο Βαφειάδη λέγοντας μεταξύ άλλων: «[…] Τους τελευταίους μήνες στο Π.Γ. του ελληνικού κόμματος ανέκυψαν σοβαρές διαφωνίες. Κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου, ο Μιχαήλωφ (Βαφειάδης) ευρίσκεται στην ΕΣΣΔ για θεραπεία. Σε αυτό το διάστημα διήγε συζητήσεις με τον σύντροφο Ν.Α. Μπουλγκάνιν, τον σύντροφο Μ.Α. Σούσλωφ, και επίσης με εργαζόμενους της Κ.Ε. του ΠΚΚ (μπ). Πριν αναχωρήσει από τη Μόσχα ο Μιχαήλωφ έγραψε δύο γράμματα στην Κ.Ε. του ΠΚΚ (μπ). Εκ των συζητήσεων και των γραμμάτων προκύπτει ότι ο Μιχαήλωφ βρίσκεται σε σοβαρή αντίθεση με το πολιτικό γραφείο της Κ.Ε. του ΚΚΕ και πρωτίστως με τον Νικολάγιεφ (Ζαχαριάδη) και τον Ιωαννίδη». Συνεπώς το ζήτημα Ζαχαριάδη εντός του ΚΚΕ ετέθη από τον Βαφειάδη με τρόπο ο οποίος φαίνεται ότι δεν είναι ούτε αυτόνομος ούτε αυθόρμητος. Ο σκοπός ήταν η εν τη γενέσει διάλυση της όποιας απόπειρας «τιτοϊκών ανταρσιών» εντός των Κ.Κ. των βαλκανικών χωρών.

Ο πρόσφατος «θόρυβος» περί Ελληνικού Εμφυλίου, μας οδηγεί πίσω, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Η εθνική ενότητα και συμφιλίωση δεν θα καταστούν δυνατές χωρίς την αναγκαία μελέτη και ερμηνεία των πηγών και τη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης στην Ελλάδα γύρω από τα ζητήματα του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Οι συνάδελφοί μου κι εγώ έχουμε υποχρέωση να συμβάλλουμε σε αυτό, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες της εκάστοτε χρονικής συγκυρίας.

O δρ Νίκος Παπαδάτος είναι διδάκτωρ ιστορίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης, επισκέπτης καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας, πολιτικών κομμάτων και κοινωνικών κινημάτων του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας Λομονόσοφ και ερευνητής – διδάσκων στο ΚΕΜΕ του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Νίκος Μαραντζίδης: Ο ελληνικός Εμφύλιος, η ΕΣΣΔ και η μάχη των Αρχείων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

H πρόσφατη δημοσιοποίηση μέσω Τwitter, από τον καθηγητή Σεργκέι Ραντζένκο, εγγράφων από τα ρωσικά αρχεία, που δείχνουν τη στενή εμπλοκή των Σοβιετικών στον ελληνικό Εμφύλιο προκάλεσε σε πολλούς αίσθηση. Οι «αποκαλύψεις» για τον ρόλο της ΕΣΣΔ αναζωπύρωσαν ένα θαμμένο ενδιαφέρον

nikos-marantzidis-o-ellinikos-emfylios-i-essd-kai-i-machi-ton-archeion-561692851

H πρόσφατη δημοσιοποίηση μέσω Τwitter, από τον καθηγητή Σεργκέι Ραντζένκο, εγγράφων από τα ρωσικά αρχεία, που δείχνουν τη στενή εμπλοκή των Σοβιετικών στον ελληνικό Εμφύλιο προκάλεσε σε πολλούς αίσθηση. Οι «αποκαλύψεις» για τον ρόλο της ΕΣΣΔ αναζωπύρωσαν ένα θαμμένο ενδιαφέρον.

Μεταξύ άλλων, δημοσιοποιήθηκε το από 23/9/1947 αποκρυπτογραφημένο μήνυμα σχετικά με τα αιτήματα βοήθειας που απεύθυνε το ΚΚΕ στην ΕΣΣΔ: «Τα αιτήματα του Ζαχαριάδη έχουν ικανοποιηθεί πλήρως, εκτός από δύο σημεία», ενημέρωνε ο υπουργός Εξωτερικών Μολότοφ τον Στάλιν, «1. Αντί για τα 60 κανόνια ορεινού τύπου που ζητήθηκαν, τα οποία δεν διαθέτουμε, στέλνουμε την αντίστοιχη ποσότητα σε γερμανικά 37 χλστ. αντιαρματικά κανόνια και πυρομαχικά για αυτά. Σύμφωνα με τον Βασιλέβσκι (στρατάρχης, αναπληρωτής υπουργός Αμυνας), τέτοια κανόνια έχουν ξανασταλεί στους Ελληνες και έμειναν  ικανοποιημένοι. 2. Δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το αίτημα παροχής υποδημάτων και ρουχισμού, λόγω έλλειψης στρατιωτικών στολών και υποδημάτων ξένου τύπου. 100 χιλ. δολάρια θα σταλούν στον Ζαχαριάδη μέσω του τμήματος του συντρόφου Σούσλοφ (επικεφαλής του Διεθνούς Τμήματος της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ). Εχει ανατεθεί στον Λαβρέντιεβ (πρεσβευτής της ΕΣΣΔ στο Βελιγράδι) να πληροφορήσει προσωπικά ή μέσω ατόμου της εμπιστοσύνης του προφορικά τον Ζαχαριάδη σχετικά με όλα όσα του αποστέλλουμε».

Το έγγραφο, εντούτοις, είχε εντοπιστεί αρκετά χρόνια νωρίτερα στα Ρωσικά Κρατικά Αρχεία Νεότερης Ιστορίας (RGANI, Fond 89, opis 48, delo 21), και δημοσιοποιηθεί μεταφρασμένο στον τόμο «Η Ελλάδα και οι πρώην Ανατολικές χώρες στον Ψυχρό Πόλεμο. Ανέκδοτες αρχειακές πηγές από την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, την Ανατολική Γερμανία και τη Σοβιετική Ενωση» (2015, σελ. 206) που επιμελήθηκαν οι ιστορικοί Στράτος Δορδανάς και Ελένη Πασχαλούδη στο πλαίσιο μιας ευρύτερης έρευνας στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Ανεξαρτήτως αυτού πάντως, το έγγραφο είναι εξαιρετικής σημασίας. Εστάλη στον Στάλιν, λίγες ημέρες μετά την εκπόνηση του Σχεδίου Λίμνες από τον ΔΣΕ (10/9/1947) όταν αποφασίστηκε η δημιουργία τακτικού στρατού 50.000-60.000 ατόμων με στόχο τον έλεγχο της Μακεδονίας με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Η ΕΣΣΔ, βεβαίως, ήταν απολύτως ενήμερη για το σχέδιο (το οποίο εξάλλου συντάχθηκε στα ρωσικά) και είχε δώσει κάτι περισσότερο από πράσινο φως. Η επιτυχής εφαρμογή του σχεδίου θα είχε αναμφίβολα ως αποτέλεσμα τη διαίρεση της χώρας σε Βορρά και Νότο (κάτι σαν την Κορέα δηλαδή), με τον Βορρά να βρίσκεται υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Ευτυχώς, και για τους νικητές και για τους ηττημένους, το σχέδιο ναυάγησε.

Οι Ελληνες σύντροφοι, βέβαια, είχαν ήδη ζητήσει αρκετά νωρίτερα βοήθεια από τον συγκρατημένο Στάλιν. Τον Μάιο του 1947, ο Ζαχαριάδης ταξίδεψε στη Μόσχα και συναντήθηκε με το δεξί χέρι του Στάλιν, τον Ζντάνοφ (τα πρακτικά συνάντησης –RGASPI, fond 77, opis 3, delo 143– δημοσιοποίησε στην Ελλάδα η ιστορικός Ιωάννα Παπαθανασίου, «Τα Νέα», 22/5/1999).

Στη συνάντηση, παρόντος και του Σούσλοφ, ο Ζαχαριάδης ζωγράφισε μια υπερβολικά αισιόδοξη εικόνα, δηλώνοντας πως το ένα τρίτο της ελληνικής επικράτειας βρίσκεται υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι η γιουγκοσλαβική στήριξη δεν ήταν αρκετή για τη νίκη. Ο ΔΣΕ χρειαζόταν χρήματα και όπλα για στρατό 50.000 ανδρών. Προς το τέλος της συνάντησης, ο Ζαχαριάδης συνδύασε τα αιτήματα με τον διεθνιστικό συναισθηματισμό: «Γνωρίζουμε τις δυσκολίες για την ίδια την ΕΣΣΔ. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να απαιτούμε τίποτα από την ΕΣΣΔ. Θα μας δώσετε ό,τι μπορείτε. Δεν θέλουμε να προκαλέσουμε ζημιά στην ΕΣΣΔ. Για την ΕΣΣΔ είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τα πάντα».

Εντέλει, η ΕΣΣΔ και οι Λαϊκές Δημοκρατίες έδωσαν πράγματι ό,τι μπορούσαν. Η εξωτερική βοήθεια που πήρε ο ΔΣΕ ήταν μεγάλη και πολυσχιδής. Παρότι και η ίδια η ΕΣΣΔ απέστειλε όπλα και χρήματα, ο ρόλος της ήταν κυρίως εποπτικός. Ανέθεσε ευθύνες και επιμέρισε καθήκοντα. Αρχικά (1946-1947) το βάρος έπεσε στους Γιουγκοσλάβους και Βούλγαρους, που έδωσαν υποστήριξη σε τρόφιμα, όπλα, ιατροφαρμακευτικό υλικό, ρουχισμό.

Η Μόσχα είχε δώσει το πράσινο φως στο Σχέδιο Λίμνες του ΔΣΕ όταν αποφασίστηκε η δημιουργία τακτικού στρατού 50.000-60.000 ατόμων με στόχο τον έλεγχο της Μακεδονίας.

Από τον Σεπτέµβριο του 1948, μετά τη ρήξη Τίτο – Στάλιν, τον τεχνικό συντονισμό της συγκέντρωσης και αποστολής της βοήθειας στο ΚΚΕ ανέλαβε μια επιτροπή από υψηλά ιστάμενους των Γενικών Επιτελείων Στρατού, μυστικών υπηρεσιών και των τμημάτων εξωτερικών υποθέσεων των Κ.Κ. της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας (από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν στις εργασίες της επιτροπής ο Γ. Ιωαννίδης και ο Η. Καρράς). Η επιτροπή είχε την έδρα της στη Βαρσοβία (εξ ου και ο ηγετικός ρόλος των Πολωνών στον συντονισμό της βοήθειας), ίδρυσε ένα ταμείο για την αγορά όπλων και παρακολουθούσε την υλοποίηση των αποφάσεων. Η Αλβανία, επιπλέον, απέκτησε κρίσιμο ρόλο γιατί από το έδαφός της διεξαγόταν ο κύριος όγκος των μεταφορών για «μέσα». Στο λιμάνι του Δυρραχίου έφταναν τα πολωνικά εμπορικά πλοία με τα εφόδια στα αμπάρια τους και στα Τίρανα προσγειώνονταν αεροπλάνα με επείγουσα βοήθεια.

Οι Σοβιετικοί παρακολουθούσαν τις εξελίξεις. Ανάμεσα σε άλλους, ο Ιωσήφ Κισινέφσκι, υπεύθυνος των διεθνών σχέσεων του Κ.Κ. Ρουμανίας, γνωστός ως δεξί χέρι της Μόσχας στο Βουκουρέστι, ενημέρωνε τους Σοβιετικούς για τις εργασίες της επιτροπής, μέσω αναφορών στον Λεονίντ Μπαράνοφ, αναπληρωτή διευθυντή του τμήματος διεθνών σχέσεων του ΚΚΣΕ (RGASPI, Fond 575, Opis 1, delo 97).

Παρά τη βοήθεια –που ένα μέρος της, πάντως, δεν έφτασε ποτέ στο ΚΚΕ, είτε γιατί χάθηκε στον δρόμο, είτε δεν υπήρχαν οι υποδομές υποδοχής, είτε, τέλος, γιατί οι Αλβανοί σύντροφοι παρακράτησαν τμήμα της για τις δικές τους ανάγκες– ο ΔΣΕ ηττήθηκε. Ο Ελληνικός Στρατός υπερείχε σε ποσότητα και ποιότητα οπλισμού, αριθμητική δύναμη, ποιότητα αξιωματικών, επιμελητεία και εφεδρείες. Οπωσδήποτε, το μέγεθος της εξωτερικής βοήθειας στο ΚΚΕ δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτήν που έλαβε η ελληνική κυβέρνηση από τις ΗΠΑ.

Αν πιθανώς στο Βελιγράδι άναψε η φωτιά του Εμφυλίου, στη Μόσχα σίγουρα έσβησε οριστικά. Τον Ιανουάριο του 1950, ο Ζαχαριάδης κλήθηκε μαζί με τον Ενβέρ Χότζα για να λυθούν τα εκκρεμή θέματα μεταξύ ΚΚΑ – ΚΚΕ. Εκεί, παρουσία του Μολότοφ και άλλων Σοβιετικών αξιωματούχων, ο ταπεινωμένος Ζαχαριάδης αποδέχθηκε να εγκαταλείψουν όλοι οι αντάρτες του ΔΣΕ το έδαφος της Αλβανίας. Σε μια σπάνια στιγμή αυτοκριτικής, ο Ελληνας κομμουνιστής ηγέτης ομολόγησε πως υπήρξε περισσότερο αισιόδοξος από όσο το επέτρεπαν οι αντικειμενικές συνθήκες (RGASPI, Fond 82, Opis 8, Delo 1188).

Η αναζήτηση των «χαμένων αρχείων»

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ξεριζωμός των Ελλήνων, τα ψηφιακά ίχνη του

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ερευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Μέσα στο 1922 ο Γιάννης Σουµελίδης παίρνει µια πληροφορία από ένα φίλο του στον τουρκικό στρατό. Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς του είπε ή σε ποια χρονική στιγμή, αλλά η πληροφορία έκανε τον Σουμελίδη και την οικογένειά του να αφήσουν τις δουλειές τους στα χάνια της Λαραχανής του Πόντου και να φύγουν

o-xerizomos-ton-ellinon-ta-psifiaka-ichni-toy-561705190

Μέσα στο 1922 ο Γιάννης Σουµελίδης παίρνει µια πληροφορία από ένα φίλο του στον τουρκικό στρατό. Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς του είπε ή σε ποια χρονική στιγμή, αλλά η πληροφορία έκανε τον Σουμελίδη και την οικογένειά του να αφήσουν τις δουλειές τους στα χάνια της Λαραχανής του Πόντου και να φύγουν. Διήνυσαν τα 50 χιλιόμετρα που χωρίζει το χωριό της Λαραχανής, το σημερινό Ακαρσού της Τουρκίας, από την παραθαλάσσια Τραπεζούντα και έφυγαν εν πλω για τη Θεσσαλονίκη. «Εκεί τους είχαν σε καραντίνα για μερικούς μήνες και μετά έφυγαν για το Ροδοχώρι της Νάουσας. Σύμφωνα με την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, το Ροδοχώρι, επειδή ήταν ορεινό, έμοιαζε με τον τόπο καταγωγής τους», μας λέει σήμερα η 22χρονη τελειόφοιτη του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ζωή Σουμελίδου για την ιστορία των προγόνων της.

Αρκετά χιλιόμετρα νοτιότερα, από το χωριό Σατί της Καππαδοκίας, ο Αθανάσιος Ανδρέου ξεκινούσε στα 25 του χρόνια το μακρύ ταξίδι του ξεριζωμού. Από την Καππαδοκία βρέθηκε πρώτα στην Αργεντινή, πριν φθάσει στην Ελλάδα και εγκατασταθεί στον Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών. Εκεί του παραχωρήθηκε καλλιεργήσιμη γη και συνέχισε τις αγροτικές εργασίες που άφησε στην Καππαδοκία. Κάποια στιγμή, το «Ανδρέου» έγινε «Ανδρέας» και άλλαξε το επώνυμό του σε «Παπαδόπουλος». «Δεν ξέρω γιατί το άλλαξε, αλλά θέλω να μάθω περισσότερα», λέει η Δήμητρα Παπαδοπούλου, φοιτήτρια στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η οποία κατάγεται από την οικογένεια Ανδρέου από την πλευρά του πατέρα της. Προσφυγική ήταν και η οικογένεια της μητέρας της, με τον προπάππου της, Κωνσταντίνο Τσομπάνογλου, να έρχεται στην Ελλάδα από την Καλλίπολη της Μικράς Ασίας. Μεγάλωσε με τις ιστορίες της γιαγιάς της για το πόσο δύσκολη ήταν η ζωή και η επιβίωση τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης στην Ελλάδα. Από τα λίγα πράγματα που έφερε μαζί της η προγιαγιά της από την Καλλίπολη ήταν μια εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που ήταν στην οικογένειά της –και παραμένει– για πέντε γενιές. «Οταν ήμουν μικρότερη δεν έδειχνα μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά τώρα καταλαβαίνω τη σημασία αυτών των ιστοριών», μας λέει η 20χρονη φοιτήτρια.

Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να συμμετάσχει στο μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα που εκπονείται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και επιχειρεί να αποτυπώσει ψηφιακά την πρώτη μεγάλη μετακίνηση πληθυσμού του 20ού αιώνα, με στόχο να δώσει μια σαφή εικόνα για τους τόπους προορισμού και εγκατάστασης των προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Η κ. Παπαδοπούλου συμμετέχει στη συγκέντρωση στοιχείων για τον εμπλουτισμό των μεγάλων βάσεων δεδομένων που έχει δημιουργήσει το Εργαστήριο Εφαρμογών Πληροφορικής και Υπολογιστικών Οικονομικών του πανεπιστημίου με τα ονόματα και την πορεία περίπου 600.000 αγροτών και αστών προσφύγων. Το ενδιαφέρον για την οικογενειακή της ιστορία έσπρωξε και την κ. Σουμελίδου να καταπιαστεί με το ερευνητικό πρόγραμμα, εντοπίζοντας τα χωριά της Ανατολίας απ’ όπου προήλθαν οι πρόσφυγες και σημειώνοντάς τα όχι με μια πινέζα σε ένα χάρτη, αλλά με γεωχωρικές συντεταγμένες. Οι δύο φοιτήτριες είναι μέλη μιας ευρύτερης ομάδας σπουδαστών με επικεφαλής τον διευθυντή του Εργαστηρίου και αναπληρωτή καθηγητή Υπολογιστικής Προσομοίωσης Θανάση Σταυρακούδη. «Αν δούμε το πρότζεκτ σαν ένα πλοίο, εμείς είμαστε οι Α΄ μηχανικοί», μας λέει σχηματικά. Η ομάδα του οργανώνει τις βάσεις δεδομένων ψηφιοποιώντας καταλόγους και λίστες προσφύγων που έχουν εντοπιστεί σε διάφορα δημόσια ιστορικά αρχεία και συνδέει τους οικισμούς καταγωγής των προσφύγων, όπως εμφανίστηκαν στην απογραφή του 1928, με τους σημερινούς. Ενας από τους στόχους του προγράμματος είναι η δημιουργία μιας ιστοσελίδας, όπου οι χρήστες θα μπορούν να «ακολουθούν» την πορεία ενός πρόσφυγα μέσα στα χρόνια.

Τα δεδομένα που συγκεντρώνει το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αναλύονται και ερμηνεύονται από τον επικεφαλής και συντονιστή της έρευνας, τον καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν Στέλιο Μιχαλόπουλο. Στη βιντεοκλήση μας, ο κ. Μιχαλόπουλος θυμάται ότι η Ιστορία που έμαθε στο σχολείο τελείωνε με τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά δεν γνωρίζουμε, σημειώνει, με στοιχεία και δεδομένα ποια ήταν η συμβολή των προσφύγων του ’22 στην πολιτική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία της Ελλάδας. «Είναι σαν να υπάρχει ένα δίκτυο με τις ιστορίες των προσφύγων αλλά να μην υπάρχουν οι αρμοί που θα το ενώσουν. Ελπίζω ότι με την έρευνά μας θα δημιουργήσουμε τους αρμούς που θα ενώσουν αυτά τα κύτταρα της κοινωνίας», μας λέει.

Για πρώτη φορά θα αποκτήσουμε σαφή εικόνα για τους τόπους αφετηρίας και εγκατάστασης όσων ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923.

Από το 2017 που οι ερευνητές βούτηξαν στον βυθό χιλιάδων σελίδων και καταλόγων, κυρίως χειρόγραφων, έχουν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό την καταγραφή και ψηφιοποίηση των δύο μεγάλων προσφυγικών ομάδων, των αγροτών και των αστών προσφύγων. Μάλιστα, όπως μας λέει ο κ. Μιχαλόπουλος, έχουν ολοκληρώσει την ψηφιοποίηση των αγροτών προσφύγων αποτυπώνοντας πρώτη φορά 1.754 κωμοπόλεις και πόλεις προέλευσής τους στην Ανατολία. «Για πρώτη φορά έχουμε μια πλήρη, λεπτομερή καταγραφή των περιοχών προέλευσης. Οπως προκύπτει, πρόσφυγες από τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη έλαβαν αγροτικό κλήρο με μεγαλύτερη συχνότητα από τους πρόσφυγες με καταγωγή από τα μικρασιατικά παράλια. Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν ως επί το πλείστον σε πόλεις, συχνά στις παρυφές του αστικού ιστού. Οι πρόσφυγες από την Καππαδοκία φαίνεται να έχουν μοιραστεί σε πόλεις και χωριά», σημειώνει. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα εύρημα της έρευνας σε σχέση με τις συνθήκες εγκατάστασης των αστών προσφύγων. Από την ψηφιοποίηση της απογραφής που διενήργησε η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων το 1927, η οποία ήταν στο ιστορικό αρχείο της Κοινωνίας των Εθνών στην Γενεύη, οι ερευνητές αποτύπωσαν το μεγάλο ποσοστό των οικογενειών που έμεναν σε παραπήγματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 124.483 προσφυγικές οικογένειες που απογράφηκαν, μόνο το 18% έμενε σε ενοικιαζόμενα σπίτια για τα οποία δεν σημειώθηκαν διευθύνσεις. Από τις υπόλοιπες 101.406 οικογένειες, το 39% ζούσε σε καταλύματα τύπου Α, που θεωρήθηκαν «υγιεινά και επαρκή». Ωστόσο, το 50% του συνόλου των αστών προσφύγων, δηλαδή σχεδόν 62.000 οικογένειες, έμενε σε καταλύματα τύπου Β και Γ, δηλαδή «ξύλινα παραπήγματα αμφιβόλου στερεότητας» και «κατηρειπωμένας κατοικίας, σκηνάς, τενεκεδοκαλύβας, εγκαταλελειμμένα δημόσια κτίρια, φυλακές, τζαμιά, σχολεία και εκκλησίες». Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς βελτιώθηκαν οι συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων, καθώς δεν διενεργήθηκε ποτέ ξανά παρόμοια απογραφή. «Το πρόβλημα βαίνει μειούμενο αλλά παραμένει οξύ κατά τη δεκαετία του ’30, ενώ υφίσταται κατά τόπους και μετά τον πόλεμο στις μεγάλες πόλεις», μας λέει ο καθηγητής του London Business School και συνεργάτης της έρευνας, Ηλίας Παπαϊωάννου.

o-xerizomos-ton-ellinon-ta-psifiaka-ichni-toy0
Πανόραμα της προκυμαίας της Σμύρνης με τα εμβληματικά της κτίρια, πριν από την καταστροφή του 1922, τη μεγάλη πυρκαγιά και τους διωγμούς του ελληνικού πληθυσμού. Φωτ. ΣΥΛΛΟΓΗ Α. ΜΑΪΛΛΗ

Αττική και Πελοπόννησος

Η πλειονότητα των προσφύγων, λένε οι ερευνητές, εντοπίζεται στην επαρχία της Αττικής. Από τους συνολικά 867.000 κατοίκους του 1928, το 31,3% είναι προσφυγικής καταγωγής. Οι πρόσφυγες της Αττικής αποτελούν το 22,2% του συνόλου των προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την απογραφή του ’28, η Πελοπόννησος έλαβε τους λιγότερους πρόσφυγες, ενώ μόλις δύο δηλώθηκαν στην επαρχία Βιάννου στην Κρήτη.

Παρέμειναν άραγε οι πρόσφυγες στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν; Τα εμπειρικά δεδομένα λένε μάλλον ναι. Τόσο ο Γιάννης Σουμελίδης όσο και ο Αθανάσιος Ανδρέου έμειναν για πάντα στους τόπους της αρχικής τους εγκατάστασης όταν έφθασαν στην Ελλάδα. Η Ζωή Σουμελίδου ζει με την οικογένειά της στην Εδεσσα, πολύ κοντά στο Ροδοχώρι, ενώ η Δήμητρα Παπαδοπούλου και η οικογένειά της μένουν στον Νέο Μυλότοπο. Στην πραγματικότητα το ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί, όπως λέει ο κ. Μιχαλόπουλος, διότι η πρώτη και τελευταία απογραφή του ελληνικού κράτους με ερώτηση περί προσφυγικής καταγωγής είναι του 1928. Πάντως, από τα στοιχεία που ανέλυσαν οι ερευνητές από την απογραφή του 2001 (που περιλάμβανε ερώτηση για τον τόπο μόνιμης κατοικίας της μητέρας κατά τη γέννηση του κάθε ατόμου, και έτσι απομόνωσαν όσους είχαν γεννηθεί πριν από το 1923 και δήλωσαν μόνιμη κατοικία μητέρας την Τουρκία) είδαν ότι, παρά τις μαζικές μετακινήσεις και την πάροδο 70 ετών, το αποτύπωμα της προσφυγικής εγκατάστασης παρέμενε έντονο.

o-xerizomos-ton-ellinon-ta-psifiaka-ichni-toy1

Το αποτύπωμά τους σε πολιτική, οικονομία

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι πόλεμοι που έφτιαξαν την Ελλάδα Ο Σπυρίδων Πλουμίδης αναλύει τη δεκαετία 1912-1922, κατά την οποία η χώρα μας διπλασιάστηκε εδαφικά και πληθυσμιακά

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

oi-polemoi-poy-eftiaxan-tin-ellada-561682150

Ο ιστορικός Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης με το βιβλίο του «Η “σιδηρά” δεκαετία: Οι Εθνικοί Πόλεμοι της Ελλάδας (1912-1922)» συνθέτει μια εμπεριστατωμένη μελέτη για τη δεκαετία των εθνικών πολέμων (1912-1922) που ταλάνισαν τη χώρα μας και τα σημάδια τους στο κοινωνικοπολιτικό σκηνικό είναι εμφανή έως σήμερα. Οπως γράφει στον πρόλογο: «Η εκατονταετηρίδα από τη λήξη των Εθνικών Πολέμων της Ελλάδας αποτελεί μεγάλη ιστορική επέτειο. Οι πόλεμοι του 1912-1922 αποτελούν ορόσημο στην ιστορική πορεία του ελληνικού κράτους. Στη διάρκεια αυτής της πολυτάραχης δεκαετίας η Ελλάδα διαμορφώθηκε εδαφικά στη σημερινή της περίπου μορφή. Η έκταση και ο πληθυσμός της διπλασιάστηκαν. Η χώρα αναβαθμίστηκε γεωπολιτικά στα Βαλκάνια και φιλοδόξησε να εξελιχθεί σε περιφερειακή δύναμη στην Εγγύς Ανατολή. Οι φιλοδοξίες αυτές ωστόσο ανακόπηκαν όταν ο ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τις ακτές της Μικράς Ασίας τον Σεπτέμβριο του 1922. Η Ελλάδα από τη δόξα έφθασε πάλι στην άκρα ταπείνωση. Το τραύμα και το ερώτημα της ήττας του 1922 παραμένουν ακόμη ανοικτά, χαίνοντα και δυσίατα. Η νέα “επίσκεψη” και περαιτέρω επισταμένη έρευνα των γεγονότων είναι επομένως αναγκαία και επίκαιρη. Η φρέσκια ματιά από τον ιστορικό του εικοστού πρώτου αιώνα μπορεί, με το πλεονέκτημα της μεγάλης χρονικής απόστασης, να συμβάλει σε μια πιο ψύχραιμη προσέγγιση και ερμηνεία των συμβάντων πριν από μία εκατονταετία από το σήμερα».

oi-polemoi-poy-eftiaxan-tin-ellada0

Η συγκεκριμένη μελέτη βασίζεται στα σχόλια των Times του Λονδίνου και της Revue des Deux Mondes (της γαλλικής επιθεώρησης των τεχνών, των γραμμάτων αλλά και της διεθνούς πολιτικής, που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και επιρροής εκείνη την εποχή στην Ευρώπη και στην Αμερική), ενώ περιέχει απομνημονεύματα και αναλύσεις κορυφαίων Ελλήνων αξιωματικών (του Βίκτωρος Δούσμανη, του Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, του Ιωάννη Μεταξά, του πρίγκιπα Ανδρέου, του Κλεάνθους Μπουλαλά κ.ά.). Ο Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1974. Το 1996 αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και το 2004 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Εχει διδάξει στα Πανεπιστήμια της Δυτικής Μακεδονίας, των Ιωαννίνων και του Ιονίου. Σήμερα υπηρετεί ως αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εχει γράψει επίσης τα βιβλία: «Εθνοτική συμβίωση στα Βαλκάνια. Ελληνες και Βούλγαροι στη Φιλιππούπολη 1878-1914» (Πατάκη), «Εδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια. Ο “γεωργικός εθνικισμός” στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-46)» (Πατάκη), «Το καθεστώς Ιωάννη Μεταξά (1936-1941)» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας), «Τα μυστήρια της Αιγηΐδος: Το Μικρασιατικό Ζήτημα στην ελληνική πολιτική, 1891-1922» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας), «Μεταξύ επανάστασης και μεταρρύθμισης: Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος και βενιζελισμός (1909-1922)» (Πατάκη), «Ο ήχος των εν Υδρα: Ο Πόρος κατά την Ελληνική Επανάσταση (1821-1831)» (Παπαδήμα).

Το βιβλίο του «Η “σιδηρά” δεκαετία: Οι Εθνικοί Πόλεμοι της Ελλάδας (1912-1922)» θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μίνωας αύριο, 24 Ιανουαρίου και εγκαινιάζει τη νέα σειρά ιστορικών βιβλίων των συγκεκριμένων εκδόσεων, που θα παρουσιάσει όλη τη νεότερη ελληνική Ιστορία.

Η «Κ» προδημοσιεύει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.

Η Μεγάλη Ιδέα νοούνταν ως η συνέ- χεια του εθνικοαπε- λευθερωτικού Αγώνα του 1821.

Οι δύο πόλεμοι του 1912-13, που διεξήγαγε η Ελλάδα ενάντια στην Τουρκία και στη Βουλγαρία, αποτελούν τμήμα των Εθνικών Πολέμων που πραγματοποίησαν τα χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων για την εθνική τους ολοκλήρωση και αποκατάσταση. Οι Εθνικοί Πόλεμοι στα Βαλκάνια λήγουν το 1918 με τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας ο πολεμικός αγώνας συνεχίστηκε ωστόσο έως το 1922 στον χώρο της Εγγύς Ανατολής. Οπως σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, κινητήριος μοχλός εδώ ήταν η αρχή των εθνοτήτων, δηλαδή η ιδέα της συνένωσης όλων των ομοεθνών σε ένα ενιαίο κράτος. Οι Εθνικοί Πόλεμοι του 1912-1922 αποτελούν, επομένως, το αποκορύφωμα της υλοποίησης της εθνικής ιδέας των Ελλήνων, γνωστότερης ως Μεγάλης Ιδέας μέσα από τα λόγια του Ιωάννη Κωλέττη (1844). Η Μεγάλη Ιδέα, η οποία νοούνταν ως η συνέχεια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του 1821, υπήρξε επί έναν αιώνα η ηγεμονική ιδεολογία του ελληνικού κράτους και γύρω της περιστρεφόταν όλος ο ελληνικός δημόσιος βίος. Η υλοποίηση ωστόσο της Μεγάλης Ιδέας δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση και προϋπέθετε τον σκληρό ανταγωνισμό και τη σύγκρουση με την οθωμανική Τουρκία και με άλλα έθνη με εθνικισμούς που έκαναν δυναμικά την εμφάνισή τους στο διεθνές προσκήνιο το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, τους Βουλγάρους και τους Αλβανούς (1878), και εν συνεχεία τους Νεοτούρκους (1908).

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα του 19ου αιώνα ήταν πρωταρχικώς και πρωτίστως η «Τουρκομάχος Ελλάς», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο τίτλος ενός δημοφιλούς επικού ποιήματος του Αλέξανδρου Σούτσου. Οπως σχολιάζει εύστοχα μία περίπου δεκαετία μετά το πέρας των Εθνικών Πολέμων, το 1934, ο Αριστοκλής Αιγίδης, ένας Μικρασιάτης στην καταγωγή δημοσιολόγος και νομομαθής, η «Εθνική Ιδέα» των Ελλήνων δεν ήταν παρά ένας «συνεχής και αδιάκοπος πόλεμος, κεκηρυγμένος ή ακήρυκτος, με την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν αφ’ ενός, με τους εν τη Ευρωπαϊκή Τουρκία λοιπούς επιδόξους κληρονόμους αυτής αφ’ ετέρου». Η Συνθήκη της Λοζάνης (24 Ιουλίου 1923), η οποία τερμάτισε τους Εθνικούς Πολέμους, συνιστούσε το τυπικό τέλος αυτού του «εκατονταετούς πολέμου» ανάμεσα στους Ελληνες και τους Τούρκους, που είχε ξεκινήσει το 1821. Μέχρι τότε «ολόκληρος η εθνική ζωή περιεστρέφετο πέριξ της Εθνικής Ιδέας» και αναλισκόταν σε μια «διαρκή πολεμικήν παρασκευήν», όπως συμπληρώνει ο ίδιος σχολιαστής. Πράγματι, για έναν περίπου αιώνα η πολιτική ζωή της Ελλάδας περιστρεφόταν γύρω από το ζήτημα και τον πόθο της εθνικής ενοποίησης.

«Τι σόι αντάρτικο σκότωνε Ελληνες;»

ΒΙΒΛΙΟ

Νίκος Γκατζογιάννης

Το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου με τίτλο «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» (εκδ. Πατάκης) είναι ένα αριστούργημα, η λογοτεχνική αξία και βαρύτητα του οποίου δεν έτυχαν της προσοχής που τους αξίζει.

nikos-gkatzogiannis-ti-soi-antartiko-skotone-ellines-561682018

Αμερικανοί φίλοι μου λογοτέχνες συχνά με ρωτούν γιατί η σύγχρονη Ελλάδα έχει αναδείξει πολύ περισσότερους σπουδαίους ποιητές από πεζογράφους, σημειώνοντας ότι και οι δύο νομπελίστες της χώρας, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης, έγραψαν ποίηση παρά μυθοπλασία.

Σε πρώτη μου απάντηση τους επισημαίνω ότι οι Ελληνες έγραφαν ποίηση εδώ και 3.000 χρόνια, ενώ το μυθιστόρημα υπάρχει μόνο τα τελευταία 300. Προσθέτω, επιπλέον, ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει αναδείξει πολλούς σπουδαίους πεζογράφους, αναφέροντας για παράδειγμα τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Στράτη Μυριβήλη και τον Θανάση Βαλτινό.

Από εδώ και πέρα όμως, σε αυτή τη λίστα διακεκριμένων λογοτεχνών, θα προσθέσω το όνομα του Σωτήρη Δημητρίου. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» (εκδ. Πατάκης) είναι ένα αριστούργημα, η λογοτεχνική αξία και βαρύτητα του οποίου δεν έτυχαν της προσοχής που τους αξίζει.

Υποψιάζομαι ότι η αιτία γι’ αυτό είναι, σε κάποιο βαθμό, η μεγάλη του επιτυχία στην απόδοση της γλώσσας του τόπου και του χρόνου στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία του –τα χωριά των βουνών της Μουργκάνας στην Ηπειρο τη δεκαετία του 1940– που όσοι από εμάς θυμόμαστε τους ιδιωματισμούς και ρυθμούς της φωνής, τον θαυμάζουμε πραγματικά για το επίτευγμά του. Οι περισσότεροι όμως από τους σημερινούς αναγνώστες πρέπει να καταβάλουν κάποια προσπάθεια για να το κατανοήσουν. Αν όμως η συγγραφή είναι μια ζωγραφική με λέξεις, τότε ο Σωτήρης Δημητρίου έχει αποτυπώσει στο βιβλίο του τη ζωή των αγροτών στα βουνά της Ηπείρου στα μέσα του περασμένου αιώνα τόσο ζωντανά, όσο και ο Πέτερ Μπρίγκελ αποτύπωσε στους πίνακές του την αγροτική ζωή στις Κάτω Χώρες τέσσερις αιώνες νωρίτερα. Το σκηνικό όπου διαδραματίζεται η τραγική ιστορία που αφηγείται ο Δημητρίου είναι το χωριό που γεννήθηκε, γνωστό για αιώνες ως Πόβλα που αργότερα μετονομάστηκε σε Αμπελώνα. Αγκαλιάζει τα σύνορα της Αλβανίας κατά μήκος της τελευταίας δασικής ζώνης του ορεινού όγκου της Μουργκάνας και απέχει περίπου 10 χιλιόμετρα από το δικό μου χωριό, το Λία. Οι άντρες της Πόβλα, όπως και αυτοί του Λία, ήταν κυρίως καλατζήδες που έλειπαν κάποιες φορές από το σπίτι τους για ολόκληρους μήνες. Οι γυναίκες ήταν ως επί το πλείστον αναλφάβητες υπηρέτριες, που έκαναν ό,τι τους έλεγαν οι πατέρες, οι σύζυγοι και οι πεθερές τους. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν τα παιδιά τους, η θρησκεία και η μεταξύ τους επικοινωνία.

Η ζωή στην Πόβλα, όπως και στα 16 χωριά της οροσειράς της Μουργκάνας, ήταν μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα τόσο πρωτόγονη όσο οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Το χωριό είχε έναν ιερέα και ένα σχολάρχη, όχι όμως γιατρό. Δεν υπήρχαν δρόμοι, ρεύμα, τρεχούμενο νερό, ούτε άλλες ανέσεις. Το κρέας, η ζάχαρη και ο καφές ήταν σπάνιες πολυτέλειες και η καθημερινή ζωή διέπονταν από δεισιδαιμονία, φόβο και καχυποψία.

Ο πόλεμος

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος χειροτέρεψε την κατάσταση στην Πόβλα και στα γύρω χωριά και ο Εμφύλιος που ακολούθησε επέφερε μιαν αφάνταστη σκληρότητα. Οι περισσότεροι άνδρες εγκατέλειψαν τα χωριά τους για να μην τους στρατολογήσουν με τη βία οι αντάρτες κομμουνιστές που κατέλαβαν την περιοχή το φθινόπωρο του 1947, οι νέες γυναίκες επιστρατεύτηκαν στον Δημοκρατικό Στρατό και τα μικρά παιδιά μεταφέρθηκαν σε κομμουνιστικές χώρες στον Βορρά. Στην καχυποψία και τον φόβο, προστέθηκαν ο φθόνος, η προδοσία και η ψευδομαρτυρία.

Αυτό που συνέβη με όσους έμειναν στην Πόβλα, το αφηγείται παραστατικά στο βιβλίο του Δημητρίου η μητέρα του, η Αλέξω, της οποίας το μυαλό και η μνήμη παραμένουν στα 98 της τόσο καθαρά, όσο ο ήχος από τα κουδούνια των κατσικιών που άκουγε σε όλη της την παιδική ηλικία. Το επίκεντρο της ιστορίας είναι η μητέρα της Μηλιά, η σύζυγος του προέδρου του χωριού, που όπως και οι περισσότεροι άντρες της Πόβλα, τράπηκε σε φυγή καθώς πλησίαζε ο Δημοκρατικός Στρατός. Οταν οι αντάρτες δεν κατάφεραν να βρουν τον πρόεδρο του χωριού, άρπαξαν τη γυναίκα του τη Μηλιά. «Τις έκλεισαν τις γυναίκες στο κατώι του Λιάγκου. Τους έβαλαν τη μασιά πυρωμένην στον γκιοζι και στο στόμα. Μας τάειπε με χρόνια η Χρυσάνθη του Λιάγκου που την είχαν απόλυκουν. Ω, παιδάκια μου, τους έλεγε, έχω έξι κοπέλες παντρεμένες και ανύπαντρες. Και αυτή κοροϊδευαν που έκανε αράδα το σταυρό… Δεν αγλυμονήθηκαν κείνα τα δουλεμένα τα τυραγνισμένα χέρια;».

Βασάνισαν ή και εκτέλεσαν αναλφάβητες αγρότισσες των οποίων η μόνη ανατρεπτική δράση ήταν να εκφράζουν απρόσεκτα τις απόψεις τους για τη ζωή υπό τον Δημοκρατικό Στρατό.

Η Μηλιά δεν ήταν το μόνο θύμα των ανταρτών. Καθώς επέβαλλαν ολοένα και πιο δρακόντεια μέτρα στους ντόπιους πληθυσμούς, ένιωθαν την ανάγκη να σκορπίσουν τον τρόμο σε όλα τα χωριά της Μουργκάνας, βρίσκοντας όλο και περισσότερους «αντιδραστικούς» για να συλλάβουν, να βασανίσουν, να καταγγείλουν σε δίκες παρωδία και να τους εκτελέσουν. Οι περισσότερες από αυτές ήταν αναλφάβητες αγρότισσες των οποίων η μόνη ανατρεπτική δράση ήταν να εκφράζουν απρόσεκτα τις απόψεις τους για τη ζωή υπό τον Δημοκρατικό Στρατό. «Τ’ ήξεραν οι γυναίκες, αγράμματες και ξυπόλυτες και ζόρκες», λέει η Αλέξω.

Στις αρχές Μαρτίου του 1948, η Πόβλα απελευθερώθηκε για λίγο από τον Ελληνικό Στρατό, αλλά οι αντάρτες αντεπιτέθηκαν και ανακατέλαβαν το χωριό σκοτώνοντας δεκάδες στρατιώτες και πιάνοντας 177 αιχμαλώτους, τους οποίους οδήγησαν στο αρχηγείο τους στον Τσαμαντά, χωριό που βρίσκεται πάνω από την Πόβλα.

nikos-gkatzogiannis-ti-soi-antartiko-skotone-ellines0

Εκτελέσεις

Στον Τσαμαντά, τέσσερις αξιωματικοί μεταξύ των κρατουμένων, από τους οποίους ένας γιατρός, δικάστηκαν συνοπτικά και εκτελέστηκαν. Στους υπόλοιπους δόθηκε η επιλογή: να ενταχθούν στον αντάρτικο στρατό ή να παραδώσουν τις στολές τους και να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν απλοί στρατεύσιμοι που η ζωή τους διακόπηκε από τον πόλεμο και προτίμησαν τη δεύτερη επιλογή. Τους οδήγησαν μακριά από το χωριό, αλλά μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά ώστε να μην τους βλέπουν, εξαφανίστηκαν και δεν τους είδαν ποτέ ξανά.

Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, το 1971, ένας βοσκός βρήκε έναν μισοθαμμένο σκελετό στην κοίτη ενός ρέματος κοντά σε ένα ασβεστόλακκο έξω από το χωριό. Εκεί βρέθηκαν τελικά 120 σκελετοί, καθένας με τα χέρια του δεμένα με σύρμα και μια τρύπα από σφαίρα στο κρανίο. Θάφτηκαν σε έναν λόφο στα περίχωρα του Τσαμαντά, αλλά κανένας υπουργός, κανένας ποιητής, κανένας διάσημος δεν επισκέφτηκε ποτέ τον χώρο για να τιμήσει τη θυσία τους, όπως κάνουν κάθε χρόνο στη Μακρόνησο για να αποτίσουν σεβασμό σε αυτούς που φυλακίστηκαν εκεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αλλά και μετά.

Τουλάχιστον οι συγγενείς των στρατιωτών έμαθαν πού είναι θαμμένα τα λείψανα των αγαπημένων τους για να μπορούν να πάνε εκεί για να τους θρηνήσουν, η Αλέξω όμως δεν έχει τέτοια δυνατότητα μιας και τα λείψανα της μητέρας της δεν βρέθηκαν ποτέ. «Αυτοί βγήκαν για να σκοτώσουν τους ίδιους τους Ελληνες… Ανθρωποι της καταστροφής, τι σόι αντάρτικο, τι καθεστώς ήταν αυτό που σκοτώνανε τους Ελληνες;».

Οταν τελικά οι αντάρτες εκδιώχθηκαν από τα βουνά της Μουργκάνας, τον Σεπτέμβριο του 1948, ανάγκασαν όλους τους κατοίκους των χωριών που κατείχαν να τους ακολουθήσουν, πρώτα στην Αλβανία και μετά σε διάφορες χώρες του Ανατολικού μπλοκ. Θα περνούσαν τουλάχιστον έξι χρόνια μέχρι να μπορέσει κάποιος από αυτούς να επιστρέψει. «Ξορνιάστηκαν ο κόσμος με τους βρυκολάκους τους αντάρτες. Σκόρπισαν σαν ντουφεκιασμένα πουλιά. Αυτοί δεν ήταν για τίποτα, μονάχα για το κακό», θρηνεί η Αλέξω.

«Να θυμόμαστε τη Μακρόνησο, αλλά και τους νεκρούς του Τσαμαντά»

Ο Δημητρίου κατορθώνει κάτι σπάνιο στη νεοελληνική λογοτεχνία, παρουσιάζοντας τη θλιβερή του ιστορία. Τη γράφει με το απλό τοπικό ιδίωμα που μιλούσαν οι χαρακτήρες του σε όλη τους τη ζωή και το συντηρεί, χωρίς να «κομπιάζει» ποτέ σε όλη την αφήγηση. Και κάνει κάτι ακόμα πιο αξιοσημείωτο: αποκαλύπτει την πρωταγωνίστριά του, τη γιαγιά του Μηλιά, όχι άμεσα και ολότελα, αλλά με τον τρόπο που την περιγράφουν, συζητούν για αυτήν και τη θυμούνται οι συγχωριανοί της και ιδιαίτερα η κόρη της η Αλέξω, η αφηγήτρια. Ωστόσο, είναι σε θέση να αναδείξει τον ηρωισμό της Μηλιάς με τον συγκινητικό τρόπο που εξιστορεί τα βάσανα και το μαρτύριό της.

Παρά τη συγκλονιστική ιστορία που παρουσιάζει και τον εξαιρετικό τρόπο αφήγησης, το «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» δεν έτυχε της προσοχής που συγκέντρωσαν τα προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, παρ’ όλο που αναμφίβολα πρόκειται για το κορυφαίο του έργο. Κι ενώ όσοι έγραψαν κριτική γι’ αυτό επαίνεσαν τη λογοτεχνική ποιότητα του βιβλίου, με έναν κριτικό μάλιστα να συγκρίνει το γράψιμό του με αυτό του Ομήρου και του Παπαδιαμάντη, δεν προχώρησαν σε λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του βιβλίου, όπως κάνω εγώ εδώ. Η αιτία και για τις δύο παραλείψεις είναι προφανής. Υπάρχει μια πολιτισμική εμμονή στην Ελλάδα να ρίχνουν στο πηγάδι της λήθης τα βίαια γεγονότα του Εμφυλίου και ιδιαίτερα τη βαρβαρότητα των κομμουνιστών σε περιοχές που ήλεγχαν. Καθώς όμως παρακολουθώ τις αναταράξεις στην αμερικανική κοινωνία σήμερα, ως αντίδραση στη βία κατά των μαύρων και των ιθαγενών της Αμερικής στο παρελθόν, αναρωτιέμαι αν είναι υγιές για τους Ελληνες να προσπαθούν να παραβλέψουν τη βαρβαρότητα που ασκήθηκε σε αθώους πολίτες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου. Νομίζω πως όχι.

Εχει σίγουρα παρέλθει αρκετός χρόνος για να περάσει ο ελληνικός Εμφύλιος στην Ιστορία, όχι όμως και να παραχαράσσονται τα γεγονότα, αγνοώντας τη βαρβαρότητα των ανταρτών ή και τις υπερβολές της κυβέρνησης που ήταν τότε στην εξουσία. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε τις άγριες συνθήκες που βίωσαν όσοι στάλθηκαν στα στρατόπεδα εξορίας στη Μακρόνησο. Είναι εξίσου σημαντικό όμως, να μην ξεχάσουμε τη σφαγή των 120 στρατιωτών στον Τσαμαντά, νεαρών αγοριών που είχαν μόλις ενηλικιωθεί, ή των άμοιρων γυναικών, όπως η Μηλιά και η μητέρα μου, Ελένη Χαϊδή Γκατζογιάννη, που εκτελέστηκαν στα χωριά που κατείχε ο Δημοκρατικός Στρατός.

Αξίζουν συγχαρητήρια στον Σωτήρη Δημητρίου, όχι μόνο για το έξοχο λογοτεχνικό του κείμενο που αναφέρεται σε ένα σκοτεινό κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, αλλά και γιατί έγραψε για αυτό με ειλικρίνεια και χωρίς φόβο. Η αξιολόγηση που έκανε κάποτε στην κριτική του για το βιβλίο μου «Ελένη» ο Βρετανός ιστορικός Κ. Μ. Γουντχάους, ισχύει εξίσου και για το «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» του Σωτήρη Δημητρίου. Είναι ένα από τα σπάνια βιβλία στα οποία η δύναμη της τέχνης επαναδημιουργεί την πλήρη ιστορική αλήθεια.

• Μετάφραση από τα αγγλικά: Αλεξάνδρα Σκαράκη.

Ο Πάολο Οντορίκο στην «Κ»: Ένας Έλληνας στη Δύση (οι περιπέτειες του Νίκανδρου του Κερκυραίου τον 16ο αι.)

ΒΙΒΛΙΟ

Ο Ιταλός βυζαντινολόγος Πάολο Οντορίκο μιλάει στην «Κ» για το οδοιπορικό του 16ου αιώνα «Ταξίδι στην Εσπερία»

o-paolo-ontoriko-stin-k-enas-ellinas-sti-dysi-561672214

«Εκανα το πρώτο μου ταξίδι όταν ήμουν 19 ετών. Μια μέρα αποφάσισα ότι ήθελα να πάρω το Οριάν Εξπρές από την Τεργέστη και να πάω στην Ελλάδα. Μόνος μου. Εμεινα 15 μέρες και επέστρεψα στην Ιταλία λίγο πριν από τα Χριστούγεννα. Με την επιστροφή μου, με έπιασε πυρετός. Δεν ήταν από κάποια ασθένεια, ήταν ψυχολογικό. Θυμάμαι ότι περπατούσα στην πόλη μου και δεν αναγνώριζα τους δρόμους. Χάθηκα. Ενα ταξίδι 15 ημερών στην Ελλάδα σηματοδότησε την αλλαγή μου από έφηβο σε άνδρα. Γι’ αυτό καταλαβαίνω τον Νίκανδρο. Επειδή η διαδρομή του προς τη Δύση ήταν στην πραγματικότητα μια μεγάλη εσωτερική πορεία».

Ο Πάολο Οντορίκο, βυζαντινολόγος, γεννημένος στο Ούντινε, πρώην διευθυντής σπουδών στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) του Παρισιού, ιδρυτής του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Νοτιοανατολικών Ευρωπαϊκών Σπουδών και συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων και άρθρων για τη βυζαντινή παιδεία, θυμάται τη νεανική του ταξιδιωτική περιπέτεια μπροστά στην οθόνη του κινητού του. Η συνομιλία μας με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του οδοιπορικού «Ταξίδι στην Εσπερία» (εκδ. Αγρα) γίνεται διαδικτυακά και καταργεί τη γεωγραφική απόσταση Παρίσι – Αθήνα, όπως και τη χρονική, από τον 16ο στον 21ο αιώνα. Ο κ. Οντορίκο, απολαμβάνοντας την παλαιά πλέον συνήθεια του καπνίσματος με τρόπο πολύ ορεκτικό, αφηγείται τις περιπέτειες του Νίκανδρου του Κερκυραίου, του οποίου ένα ταξίδι για δουλειά άλλαξε ολόκληρη τη ζωή του.

«Δεν ξέρουμε απολύτως τίποτε για τον Νίκανδρο», λέει μιλώντας για ένα πρόσωπο που χωρίς το βιβλίο του θα είχε χαθεί στη λήθη του χρόνου. «Εάν δεν υπήρχε το ταξίδι στην Εσπερία, ο Νίκανδρος θα είχε παραμείνει ένα απλό όνομα ανάμεσα στο πλήθος των αντιγραφέων, οι οποίοι κατά την Αναγέννηση τα έφερναν δύσκολα βόλτα στην υπηρεσία πλουσιότατων παραγγελιοδοτών. Ολα όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν, πέρα από κάποια αποσπάσματα σχετικά με τη ζωή του, αφορούν μια σύντομη περίοδο, η οποία ξεκινά από το καλοκαίρι του 1545 και τελειώνει το 1546», σημειώνει ο ίδιος στην Εισαγωγή της συγκεκριμένης έκδοσης. Το «Ταξίδι στην Εσπερία» μεταφράζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα ολόκληρο, με την επιμέλεια του κ. Οντορίκο. Παρότι πέρασε απαρατήρητο στους αιώνες μετά τη συγγραφή του, «είναι και παραμένει μοναδικό επειδή αποκαλύπτει κάτι σπάνιο για εκείνη την εποχή: τη ματιά ενός Ελληνα για τη Δύση», διευκρινίζει ο ιστορικός.

«Ενα σημαντικό στοιχείο του βιβλίου είναι ιστορικό. Οχι όμως επειδή ο συγγραφέας του μιλάει για πράγματα που οι ιστορικοί δεν γνωρίζαμε», συνεχίζει. «Αν εξαιρέσουμε κάποια ανθρωπολογικά στοιχεία, ξέρουμε τα περισσότερα από αυτά που αναφέρει. Δεν θα έκανα λοιπόν τον κόπο να το μεταφράσω για αυτό τον λόγο. Το πραγματικό του ενδιαφέρον βρίσκεται στην οπτική του Νίκανδρου: Πώς ένας Ελληνας της εποχής κοιτάζει την Ευρώπη κάνοντας την αντίστροφη πορεία από εκείνη των συγχρόνων του Δυτικών που επισκέπτονταν την Ανατολή;

»Οι Βυζαντινοί όλα τα προηγούμενα χρόνια είχαν περιορισμένη επαφή με τον κόσμο της Δύσης. Σίγουρα ορισμένοι μετακινούντο για εμπορικούς σκοπούς ή για να πάνε στις κατά τόπους πρεσβείες, αλλά γενικά δεν έφευγαν από την Ανατολή. Λένε πως εάν ο Χίτλερ είχε ταξιδέψει στις ΗΠΑ, ίσως και να μην τους είχε κηρύξει τον πόλεμο. Τα μάτια του Νίκανδρου άνοιξαν με το ταξίδι, ενώ το βλέμμα του φέρει τα στοιχεία που πηγάζουν κατά κάποιον τρόπο από την ταυτότητά του. Είναι χριστιανός ορθόδοξος, Κερκυραίος, ουμανιστής με κλασική παιδεία που εργάζεται στην Αδελφότητα της Βενετίας. Περιηγείται την Ευρώπη –Ιταλία, Γερμανία, Φλάνδρα, Αγγλία, Γαλλία– σαν να εξερευνά μια άγνωστη γη. Ταξιδεύοντας ωριμάζει και μετατρέπεται από ταπεινός αντιγραφέας χειρογράφων σε περιηγητή. Κι αυτό είναι το δεύτερο σημαντικό στοιχείο του βιβλίου. Ο Νίκανδρος μέσα σε ένα χρόνο γίνεται κάποιος άλλος, είναι σαν να δημιουργείται από την αρχή. Η ανθρώπινη πλευρά της συγκεκριμένης ιστορίας είναι σχεδόν μυθιστορηματική».

o-paolo-ontoriko-stin-k-enas-ellinas-sti-dysi0
Χάρτης του Παρισιού του 16ου αιώνα. Από το βιβλίο «Ταξίδι στην Εσπερία» (εκδόσεις Αγρα, 2021).

Επιθυμία φυγής

Από τα λίγα που ξέρουμε για αυτόν είναι ότι το αληθινό του όνομα ήταν Ανδρόνικος Νούκιος. Σύμφωνα με τις υποθέσεις γεννήθηκε την πρώτη δεκαετία του 16ου αιώνα στην Κέρκυρα, που βρισκόταν υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Το νησί λεηλατήθηκε από τους Οθωμανούς το 1537 και ο νεαρός Ανδρόνικος κράτησε στη μνήμη κάποια από εκείνα τα γεγονότα, που ανακαλεί στην αφήγησή του. Η οικογένειά του ήταν σχετικά ευκατάστατη και γνωρίζουμε ότι ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος. Οπως συνέβη με αρκετούς από τους Κερκυραίους προύχοντες κατά τη διάρκεια της λεηλασίας, μάλλον και οι δικοί του βρήκαν καταφύγιο στη Βενετία. Το επώνυμο της οικογένειας ήταν πιθανόν Νούκιος – Nuccio.

Τα πρώτα χρόνια της εξορίας του νεαρού Ανδρόνικου στη Βενετία δεν πρέπει να ήταν εύκολα, μολονότι διέθετε καλή εκπαίδευση και λίγα χρήματα. Εργαζόταν στην υπηρεσία του Ισπανού ευγενούς Ουρτάντο ντε Μεντόζα μαζί με άλλους αντιγραφείς και επίσης ήταν υπεύθυνος των ελληνικών εκδόσεων του οίκου Ντα Σάμπιο και γραμματέας της αδελφότητας των Ελλήνων της Βενετίας. Ετσι, μόλις του δόθηκε η ευκαιρία για μια καλύτερη τύχη, αυτοπροτάθηκε να συνοδεύσει τον πρέσβη του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, τον ανθρωπιστή Γεράρδο βαν Βέλτγουικ, στην αυλή του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Αυτό το ταξίδι δεν κράτησε πολύ: από τη Βενετία με πλοίο μέχρι τη Ραγκούσα και με άλογα μέσω των Βαλκανίων έφθασαν και επέστρεψαν από την Κωνσταντινούπολη μέσα σε 28 ημέρες.

Ο πρέσβης δεν έμεινε στη Βενετία. Γρήγορα πήρε τον δρόμο για τη Γερμανία, με σκοπό να συναντήσει τον αυτοκράτορα και να αναφέρει τα αποτελέσματα της πρεσβείας του. Φυσικά ο Ανδρόνικος ακολούθησε τον νέο του κύριο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αποφάσισε να συγγράψει τις περιπέτειές του και να αφηγηθεί τις εντυπώσεις του από τις περιοχές που επισκέφθηκε. Επηρεασμένος από την κλασική του μόρφωση και τους συγγραφείς της αρχαιότητας, θέλησε να μιμηθεί τους τρόπους τους. Αλλαξε λοιπόν το όνομά του· ο αντιγραφέας Ανδρόνικος έγινε ο συγγραφέας Νίκανδρος.

«Ξέρεις βέβαια τον λόγο της αναχώρησής μου από τη Βενετία και ποια βαθιά επιθυμία φυγής με κατείχε», γράφει στις πρώτες γραμμές της διήγησής του, απευθυνόμενος σε κάποιον «άριστο ανάμεσα στους φίλους» του. Σε εκείνον κοινοποιεί την απόφαση να «παραδώσει στη γραφή όλα όσα συνάντησε σε αυτή την αποδημία», όπως λέει, δηλαδή να διηγηθεί την περιοδεία που τον έφερε «από την Ιταλία στη Γερμανία και στα Βρετανικά νησιά».

Το πραγματικό του ενδιαφέρον βρίσκεται στην οπτική του Νίκανδρου: Πώς ένας Ελληνας της εποχής κοιτάζει την Ευρώπη κάνοντας την αντίστροφη πορεία από εκείνη των συγχρόνων του Δυτικών;

Αναπαράσταση του κόσμου

«Στην αρχή κάνει τον γεωγράφο, με μέτριο ενδιαφέρον», λέει ο κ. Οντορίκο. «Στη συνέχεια, επειδή είναι ένας άνθρωπος γεμάτος περιέργεια, αρχίζει να κοιτάζει πιο προσεκτικά. Θέλει να μάθει και δεν διστάζει να πλησιάσει τους ανθρώπους από οποιαδήποτε κοινωνική τάξη. Προσπαθεί να καταλάβει λέξεις από τη γλώσσα τους. Οσο το ταξίδι προχωράει, η αλλαγή της προσωπικότητάς του είναι φανερή στο κείμενό του. Δεν καταγράφει απλώς όσα βλέπει. Γίνεται πλέον ένας συγγραφέας των εθίμων. Αλλά ακόμη κι όταν συναντάει πράγματα που του φαίνονται παράξενα –για παράδειγμα, τα τεράστια προϊστορικά οστά, μάλλον δεινοσαύρων, που λατρεύονται σε εκκλησίες ως λείψανα γιγάντων του παρελθόντος–, παραμένει παιδί της Αναγέννησης, επιφυλακτικός απέναντι στον ανορθολογισμό.

»Συνεχίζοντας έρχεται σε επαφή με τις πολεμικές συγκρούσεις που σπαράζουν την Ευρώπη επί δεκαετίες. Και στην πορεία μετατρέπεται σε σχολιαστή των πολιτικών καταστάσεων. Τελικά το οδοιπορικό του γίνεται ταυτόχρονα κι ένα πνευματικό ταξίδι προς την αναπαράσταση του κόσμου».

Ο Ανδρόνικος ολοκλήρωσε την πορεία του γεμάτος γνώσεις και εμπειρίες. Εμεινε για λίγο στο Παρίσι και προσπάθησε να βρει μια θέση στην αυλή του Φραγκίσκου Α΄. Γρήγορα κατάλαβε ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο και αναζήτησε δουλειά στη Ρώμη. Από αυτό το σημείο και μετά τα ίχνη του χάθηκαν. Από κάποιο έγγραφο μαθαίνουμε ότι δέκα χρόνια αργότερα βρισκόταν στη Βενετία και ότι ακόμη ήταν ζωντανός. «Πολύ θα ήθελα να ξέρω πώς ήταν όταν γύρισε στη Βενετία, με ποια μάτια είδε πάλι τους γνωστούς του, με ποια ευαισθησία τους συναναστράφηκε», λέει ο ιστορικός. «Πρέπει να ήταν γεμάτος εικόνες κι αισθήσεις και είχε αποκτήσει μια καινούργια, βαθύτατη κατανόηση της Ιστορίας, της πολιτικής, της κοινωνίας. Είναι κάτι που με συγκινεί, αλλά αυτό ανήκει στη λογοτεχνία».

o-paolo-ontoriko-stin-k-enas-ellinas-sti-dysi1
Η Βενετία στις φλόγες, 16ος αιώνας. Επίσης από το βιβλίο «Ταξίδι στην Εσπερία».

Ο ναρκισσισμός της στρουθοκαμήλου (το άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάννης)

ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για «ναρκισσισμό της στρουθοκαμήλου», όπως μιλάμε π.χ. για «ανοσία της αγέλης»; Ο Νάρκισσος κάνει την αρχική εμφάνισή του στην ελληνική μυθολογία ως ένας «κούκλος» που αυτοθαυμάζεται καθώς καθρεφτίζεται στην επιφάνεια του νερού. Σε μεταγενέστερες επανεμφανίσεις του, την επιφάνεια του νερού έχουν υποκαταστήσει κανονικοί καθρέφτες ή και πορτρέτα, όπως εκείνο του Ντόριαν Γκρέι.

Αλλά η στρουθοκάμηλος; Για να της αποδώσουμε μία μορφή ναρκισσισμού πρέπει να υποθέσουμε ότι κρύβει το κεφαλάκι της στην άμμο όχι μόνο ή όχι πάντα από φόβο κινδύνου, αλλά και για να μη φαίνεται πόσο άσχημο είναι. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον δικό μας εθνοκεντρικό ναρκισσισμό – τον ναρκισσισμό της εθνικής μας στρουθοκαμήλου. Εξακολουθεί να τρέφεται από ακατάσχετες θριαμβολογίες, αναδιατυπωμένες με τα πιο εντυπωσιακά σύγχρονα τηλεοπτικά μέσα. Τις ασχήμιες όμως τις αγνοεί. Ούτε τις γνωρίζει ούτε θέλει να τις γνωρίζει.

Μόνον έτσι εξηγείται γιατί είναι άγνωστο στη χώρα μας (έξω από έναν μικρό κύκλο «ειδικών») το άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάννης, που επικαλέστηκε το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών στις 13 Ιανουαρίου, όταν επιτέθηκε εντελώς ανάρμοστα στη δική μας Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Χρησιμοποίησε, μάλιστα, μία διατύπωση διφορούμενη και παραπλανητική, δίνοντας την εντύπωση ότι η Ελλάδα όχι μόνον ήταν υποχρεωμένη, αλλά και υποχρεώθηκε να πληρώσει αποζημίωση.

Τι λέει όμως το επίμαχο άρθρο, στην επίσημη ελληνική μετάφραση της συνθήκης (ΦΕΚ Α΄/25-8-1923):

«Η Ελλάς αναγνωρίζει την υποχρέωσιν αυτής όπως επανορθώσει τας προξενηθείσας εν Ανατολία ζημίας εκ πράξεων του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως αντιθέτων προς τους νόμους του πολέμου.

Εξ άλλου, η Τουρκία, λαμβάνουσα υπ’ όψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος, ως αύτη προκύπτει εκ της παρατάσεως του πολέμου και των συνεπειών αυτού, παραιτείται οριστικώς πάσης απαιτήσεως κατά της Ελληνικής Κυβερνήσεως περί επανορθώσεων».

«Και είχα πάγει, ξέρετε, με κάποια ανησυχία, γιατί είχα περάσει από όλα αυτά τα μέρη όπου οι δικοί μας δεν είχαν αφήσει πέτρα επί πέτρας, στην υποχώρηση…».

Η ιστορία του άρθρου είναι συνοπτικά η εξής. Ο Ισμέτ (ο μετέπειτα επονομαζόμενος Ινονού) είχε πάει στη Λωζάννη, ως εκπρόσωπος της νικήτριας Τουρκίας, αποφασισμένος να διεκδικήσει πολεμικές επανορθώσεις για τις καταστροφές που είχε προκαλέσει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία (ή Ανατολία). Το ποσό ήταν εξωφρενικά μεγάλο, το ίδιο και ο κατάλογος των ζημιών. Οι Τούρκοι είχαν το θράσος να συνυπολογίζουν και την καταστροφή της Σμύρνης, που είχαν οι ίδιοι πυρπολήσει μετά την κατάληψή της, αφανίζοντας ειδικά τις συνοικίες των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ευρωπαίων (φραγκολεβαντίνων).

Ως εκπρόσωπος της ηττημένης Ελλάδας, ο Βενιζέλος αμφισβήτησε μεθοδικά τόσο την έκταση των καταστροφών όσο και την οικονομική αποτίμησή τους. Πρόβαλε επίσης αντίστροφη ελληνική αξίωση για αποζημιώσεις εκ μέρους της Τουρκίας. Υπήρχε έτσι βάση για συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων, όπως θα προτιμούσαν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις που συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη της Λωζάννης (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία). Ομως ο Ισμέτ ήταν ανένδοτος ειδικά σ’ αυτό το σημείο. Συνέχισε να αποκλείει τη διέξοδο του συμψηφισμού, επειδή συνεπαγόταν την εκ μέρους του αναγνώριση της βασιμότητας των ελληνικών αξιώσεων αποζημίωσης.

Ετσι, το ζήτημα έμεινε εκκρεμές μαζί με όλα τα άλλα που προκάλεσαν τη διακοπή των εργασιών (και παραλίγο το ναυάγιο) της συνδιάσκεψης στις 4 Φεβρουαρίου 1923. Οταν όμως επαναλήφθηκαν οι εργασίες της την άνοιξη, βρέθηκε επιτέλους ένας συμβιβασμός, που ισοδυναμούσε με συμψηφισμό χωρίς να φαίνεται. Αυτός ήταν που αποτυπώθηκε στο άρθρο 59. Καθοριστική υπήρξε η εκ μέρους της Ελλάδας παραχώρηση του μεθοριακού Καραγάτς στην Τουρκία, δηλαδή ελάχιστων (αλλά χρήσιμων) τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Επτά χρόνια αργότερα, το 1930, ο Βενιζέλος επισκέφθηκε την Αγκυρα και έθεσε με τον Κεμάλ και τον Ισμέτ τα θεμέλια της ελληνοτουρκικής φιλίας, που φαινόταν τότε αυτονόητη και στις δύο πλευρές. Ελεγε ύστερα στη φίλη του, Πηνελόπη Δέλτα, ότι η εμπιστοσύνη στις φιλειρηνικές προθέσεις του «μεταδόθηκε και στα πλήθη», που τον ζητωκραύγαζαν! «Ναι, ο κοσμάκης, στο δρόμο. Και είχα πάγει, ξέρετε, με κάποια ανησυχία, γιατί είχα περάσει από όλα αυτά τα μέρη όπου οι δικοί μας δεν είχαν αφήσει πέτρα επί πέτρας, στην υποχώρηση… θυμάστε… τη φοβερή εκείνη υποχώρηση, όπου φεύγοντας κατέστρεψαν τα πάντα… Αφήστε τα…». Αυτά είναι δημοσιευμένα από το 1978, στον πρώτο τόμο του αρχείου της Δέλτα, που επιμελήθηκε ο εγγονός της Παύλος Α. Ζάννας. Μοιάζουν σήμερα απίστευτα…

Πάντως, η εθνική μας στρουθοκάμηλος έχει δύο επιλογές: ή θα χώσει βαθύτερα το κεφαλάκι της στην άμμο της αυταρέσκειας ή θα το βγάλει, επιτέλους, στη λιακάδα της αυτογνωσίας.

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 14 Ηθική αρετή και μεσότητα: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Β 6.4-8, 1106a26-b7 Απαντήσεις στις Ενδεικτικές δραστηριότητες

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Με ποιο τρόπο ο Αριστοτέλης διαφυλάσσει τον προσωπικό (υποκειμενικό) χαρακτήρα των ηθικών επιλογών του ανθρώπου και αποκηρύσσει κάθε μορφής αντικειμενοποιημένη (και υποχρεωτική για όλους) ηθική;

Στο κείμενο γίνεται διαίρεση της αντικειμενικής και υποκειμενικής μεσότητας. Εφόσον η ηθική δεν σχετίζεται με την αντικειμενική αλλά με την υποκειμενική μεσότητα δίνεται έμφαση στην ιδιαίτερη προσωπικότητα, φύση, χαρακτήρα και ανάγκες του καθενός.

Ιδιαίτερα το παράδειγμα του Μίλωνα και της τροφής μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για πολλές καταστάσεις της ανθρώπινης ζωής, στην οποία κυριαρχεί η πολυπλοκότητα και η ποικιλία απροσδιόριστων και απρόσμενων καταστάσεων. Γι’ αυτό κατά την εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει οι διδάσκαλοι (πᾶς ἐπιστήμων) να διακρίνουν την ατομική μεσότητα που αναφέρεται στον κάθε εκπαιδευόμενο ώστε η παιδευτική επίδραση να είναι όσο το δυνατόν λυσιτελής. Τα παραπάνω δεν ακυρώνουν την ανάγκη ύπαρξης κανόνων, νόμων και γενικών πλαισίων που οδηγούν στην αρμονική συμβίωση και συνεργασία των ανθρώπων. Άλλωστε η ανθρώπινη πείρα είναι πολύ πλούσια και τροφοδοτείται από την ιστορική διαδρομή του ανθρώπου, ώστε να μπορεί να θεσπίσει γενικούς κανόνες που όμως δεν θα έχουν ανελαστική, καταπιεστική και ολοκληρωτικού τύπου εφαρμογή.

      2. Ο άνθρωπος είναι για τον Αριστοτέλη το ζωντανό ον που έχει λογική. Πώς υπεισέρχεται η λογική (και οι διανοητικές αρετές) στο πεδίο της ηθικής;

Στην περίοδο: «οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει, τὸ δὲ μέσον ζητεῖ καὶ τοῦθ’ αἱρεῖτaι, μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς.»  τονίζεται η σημασία της λογικής για τον υπολογισμό και εντοπισμό της υποκειμενικής μεσότητας και συνακόλουθα για την κατάκτηση της αρετής. Στην λέξη ἐπιστήμων  υπάρχει η έννοια της λογικής και των διανοητικών αρετών, αφού για να μπορεί ο επιστήμων να ξεχωρίσει και να απορρίψει τα δύο άκρα της υπερβολής και της έλλειψης, ενώ αντίθετα  να επιλέξει την μεσότητα, χρειάζεται τη συνδρομή και των τριών διανοητικών αρετών:

α) της σοφίας, δηλαδή της γνώσης που χρειάζεται,

β) της σύνεσης, αφού πρέπει να αξιολογήσει τις διάφορες καταστάσεις και

γ) της φρόνησης, αφού πρέπει να επιλέξει την ορθή πράξη που βρίσκεται στη μεσότητα.

Άλλωστε με τη φρόνηση το λογικό μέρος της ψυχής καθοδηγεί το μετέχον του αλόγου και του λόγου μέρος της (τό ἐπιθυμητικόν), δηλαδή, τις επιθυμίες τις ορμές και τον τρόπο εκδήλωσης των συναισθημάτων.

“Η ευτυχία του ανθρώπου (εὐδαιμονία), που αναγνωρίζεται και εδώ ως ο ύψιστος σκοπός (τέλος) κάθε προσπάθειας, εξαρτάται βέβαια ως ένα βαθμό και από την τύχη⋅ είναι ολοκληρωμένη μόνο όταν προσθέσει την εύνοιά της και η τύχη. Αλλά η ηθική ασχολείται μόνο με ό,τι βρίσκεται στη δική μας δικαιοδοσία (τα ἐφ’ ἡμῖν), μόνο με εκείνη την ευτυχία που κατακτά ο άνθρωπος με τη δική του δραστηριότητα (πρακτόν αγαθόν). Εκείνο όμως που κάνει ευτυχισμένο το κάθε ον είναι το ξεδίπλωμα της δικής του φύσης και η ανάπτυξη της δραστηριότητας που του προσιδιάζει⋅ επομένως ο άνθρωπος γίνεται ευτυχισμένος από το Λόγο. Σύμφωνα με αυτά, αρετή του ανθρώπου είναι η διαγωγή (ἕξις) που τον κάνει ικανό να ασκήσει την έλλογη δραστηριότητά του. {…}

Οι ηθικές αρετές γεννιούνται από την αγωγή της βούλησης, με την οποία ο άνθρωπος εθίζεται να πράττει σύμφωνα με τη σωστή γνώση (φρόνησις – ορθός λόγος). Κάνουν τον άνθρωπο ικανό, όταν αποφασίζει για κάτι, να ακολουθεί τον πρακτικό λόγο, δηλαδή τη γνώση του ορθού. {…}

Επειδή η ηθική αρετή γενικά συνδέεται με τις έμφυτες τάσεις, τη γνώση και τον εθισμό, οι επιμέρους αρετές διακρίνονται ανάλογα με τις διαφορετικές συνθήκες ζωής στις οποίες αναφέρονται. Ο Αριστοτέλης όμως δεν έδωσε ένα σύστημα αρετών, αλλά πραγματεύτηκε τις επιμέρους αρετές με περιεκτικό και γεμάτο ευαισθησία τρόπο. Η γενική αρχή του είναι ότι η έλλογη γνώση βρίσκει παντού στις παράλογες ακρότητες προς τις οποίες τείνουν οι φυσικές ορμές, τη σωστή μεσότητα. Έτσι, ανδρεία λ.χ. είναι η σωστή μέση κατάσταση ανάμεσα τη δειλία και στο παράτολμο θάρρος. Ιδιαίτερα διεξοδικά ασχολήθηκε με τη φιλία, που είναι η κοινή τάση προς κάθε καλό και ωραίο, και με τη δικαιοσύνη, που είναι το θεμέλιο της πολιτικής συμβίωσης.” “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ WINDELBAND- HEIMSOETH Μετάφραση:  Σκουτερόπουλος, Ν.  ΜΙΕΤ” σελ. 173-175 τ. 1

 

     3. Μία από τις κυρίαρχες αξίες της αρχαιοελληνικής κοινωνίας ήταν η έννοια του μέτρου, της αποφυγής των ακροτήτων. Χαρακτηριστικά είναι τα ρητά μέτρον ἄριστον και μηδὲν ἄγαν. Εκτιμάτε ότι ο Αριστοτέλης στην ηθική του διδασκαλία πρωτοτυπεί συγκριτικά με αυτήν την αξία;

Οι Έλληνες έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση για τη σοφία. Στον Όμηρο και τους μεταγενέστερους ποιητές σοφός ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε καλά μια τέχνη, έναν συγκεκριμένο χώρο δημιουργίας ή δράσης, όπως τη χρήση του πηδαλίου, την κατασκευή αγγείων, τη θεραπεία ασθενειών ή τη σύνθεση ποιημάτων. Σοφία ήταν η εξειδικευμένη και πρακτική γνώση. Όταν επρόκειτο για αποφάσεις, ο σοφός διέκρινε το νόημα των περιστάσεων καλύτερα από τους άλλους και πρότεινε λύσεις ευφυείς και αποτελεσματικές: έβρισκε, όπως έλεγαν, περάσματα μέσα στο σφιχτό δίχτυ της αναγκαιότητας.

Αυτή η έννοια της πρακτικής σοφίας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά την ύστερη αρχαϊκή εποχή και πήρε σημασία πολιτική. Ένας κατάλογος Επτά Σοφών καταρτίστηκε αργότερα και περιλάμβανε άνδρες με ιδιαίτερη πολιτική οξυδέρκεια. Τέτοιοι ήταν ο Αθηναίος Σόλων, ο Περίανδρος της Κορίνθου, ο Μυτιληναίος Πιττακός, ο Λίνδιος Κλεόβουλος (από τη Ρόδο), ο Βίας από την Πριήνη και ο Λακεδαιμόνιος Χίλων. Όλοι τους είχαν συμβάλει στην αντιμετώπιση των πολιτικών και κοινωνικών αδιεξόδων της εποχής και της πόλης τους.

Στην κατάρτιση του καταλόγου των Επτά Σοφών δόθηκε μέριμνα να αντιπροσωπεύεται ολόκληρη η επικράτεια του ελληνισμού. Ο αριθμός επτά ήταν συμβολικός. Το κοινό χαρακτηριστικό της σκέψης και της δράσης τους ήταν η μετριοπάθεια. Οι άνδρες αυτοί συνειδητοποίησαν ότι κάθε δράση προκαλεί αντίδραση, κάθε ενέργεια προς τη μια κατεύθυνση γεννά αντίρροπη δύναμη με αντίθετη φορά, κάθε κέρδος έχει το ισόποσο τίμημά του. Αυτός ήταν ο νόμος της Ανάγκης. Στις πολιτικές αποφάσεις που πήραν και στους νόμους που συνέταξαν οι σοφοί της αρχαϊκής εποχής προσπάθησαν να βρουν και να εφαρμόσουν δυναμικές ισορροπίες: καταστάσεις στις οποίες ο νόμος της Ανάγκης δεν θα είχε καταστροφικές συνέπειες για το κοινωνικό σώμα. Το εκκρεμές δεν μπορούσε να σταματήσει. Μπορούσε όμως το πεδίο του να περιοριστεί. Έτσι αναγνώρισαν τη σημασία του μέτρου. Τα διδάγματά τους αναγράφηκαν στο μαντείο των Δελφών και αποτέλεσαν το μέγιστο μάθημα του Απόλλωνος για τους θνητούς: «Τίποτε μην κάνεις υπερβολικό», «Το μέτρο είναι ο καλύτερος οδηγός», «Είσαι τόσο σίγουρος ώστε να δίνεις εγγυήσεις; Στη γωνιά παραμονεύει η πτώση σου.»

Η υπερβολική αυτή έμφαση στο μέτρο και τη μετριοπάθεια δεν αποσκοπούσε στην ανάσχεση του πρακτικού δυναμισμού. Πάντοτε οι επιχειρήσεις περικλείουν κινδύνους και πάντοτε το μέλλον είναι πιο αβέβαιο όταν πατάς σε ξένη γη. Οι Έλληνες το γνώριζαν πολύ καλά αυτό από τη μυθική εκστρατεία στην Τροία και την εποχή του πρώτου αποικισμού. Ο τονισμός της αξίας του μέτρου προειδοποιούσε για τον κίνδυνο που κρύβεται μέσα στην επιτυχία. Ήταν η φρόνιμη αντίδραση των σοφών στην παθιασμένη έφεση για υπεροχή, που χαρακτήριζε ολόκληρη την αρχαϊκή εποχή. Το πιο γνωστό ρητό του δελφικού Απόλλωνα, Γνῶθι σαυτόν, σήμαινε αρχικά «γνώριζε ότι είσαι θνητός». Οι Επτά Σοφοί θέλησαν να περιορίσουν την ὕβριν, την αλαζονική συμπεριφορά που συνεπάγεται η επιτυχία και να προειδοποιήσουν για τις καταστροφικές συνέπειες που φέρνει η λήθη της ανθρώπινης κατάστασης, η ἄτη. Οι ίδιοι οι θεοί φθονούν -πίστευαν- όσους πλησιάζουν υπερβολικά τη δική τους ατελεύτητη και άμοχθη ευδαιμονία και τους εκδικούνται στέλνοντας τη νέμεσιν. Οι θνητοί έπρεπε δυστυχώς, τις περισσότερες φορές, να πάθουν για να μάθουν ότι δεν είναι παντοδύναμοι.

Δ. Ι. Κυρτάτα και Σπ. Ι. Ράγκου : «Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος – Πολιτική – Πολιτισμός σελ. 112-113) ΤΟ ΒΗΜΑ / www.greek-language.gr/

Για τον Αριστοτέλη η ύψιστη αρετή του πολίτη είναι η «φρόνηση». Η φρόνηση είναι διανοητική αρετή, συνίσταται στην ικανότητα του ατόμου να διαχωρίζι με ορθή κρίση τη σωστή από τη λανθασμένη πράξη, το καλό από το κακό. Δεν ταυτίζεται με την έγκυρη γνώση(την επιστήμη), γιατί έχει άμεση σχέση με την ανθρώπινη πρακτική, και επομένως εμπεριέχει κάτι το μερικό και περιπτωσιακό. Είναι η εύστοχη εκτίμηση των περιστάσεων. Η αριστοτελική φρόνηση θυμίζει το δελφικό «μηδέν ἄγαν» ή την σωκρατική τέχνη του βίου: κατευθύνει την ανθρώπινη συμπεριφορά συλλαμβάνοντας σε κάθε περίσταση το σωστό μέτρο, προσφέρει ένα κριτήριο σωστού προσανατολισμού στη ζωή.  Β. Κάλφας και Γ. Ζωγραφίδης «Αρχαἰοι Ἐλληνες φιλόσοφοι σελ. 155-156» ΤΟ ΒΗΜΑ

 

Σύμφωνα με τα παραπάνω η έννοια του μέτρου αποτελούσε κύριο στοιχείο του άγραφου ηθικού κώδικα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Αυτή την κυρίαρχη έννοια που προστάτευε τον άνθρωπο από την ύβρι και την υπέρβαση των ανθρώπινων μέτρων, ο Αριστοτέλης την συστηματοποίησε και την ενέταξε στην συλλογιστική του προσπάθεια που στόχο είχε να ορίσει την έννοια της αρετής.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 13 Η ηθική αρετή και η ηθική πράξη: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Β 1.5-8, 1103b2-25 Απαντήσεις στις Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Ποια είναι η επιδίωξη των νομοθετών; Με ποιο κριτήριο αξιολογούνται τα πολιτεύματα;

Αφού γίνεται ηθικός, όποιος πράττει ηθικές πράξεις, γι’ αυτό και οι νομοθέτες θεσπίζουν νόμους και συγκροτούν πολιτειακούς θεσμούς με αποκλειστικό στόχο την ηθικοποίηση των πολιτών. Τα πολιτεύματα  λοιπόν διαφέρουν μεταξύ τους στον βαθμό κατά τον οποίο επιτυγχάνουν τον παραπάνω στόχο, δηλαδή με το ένα πολίτευμα οι πολίτες ασκήθηκαν περισσότερο στην αρετή και με το άλλο λιγότερο.  Είναι φανερό ότι στο χωρίο το οποίο μας απασχολεί, ο Αριστοτέλης δεν μιλά για καλά ή κακά πολιτεύματα˙ όσο εξαρτάται από τους νομοθέτες, όλα τα πολιτεύματα  είναι καλά, αφού  όλων των νομοθετών η πρόθεση είναι να κάνουν τους πολίτες τους ενάρετους˙ αν τελικά διαπιστώνουμε διαφορά πολιτεύματος από πολίτευμα, πρόκειται στην ουσία για διαφορά ως προς τον βαθμό τελειότητας: και με το λιγότερο τέλειο πολίτευμα δεν περνούμε στην περιοχή του κακού˙ το ένα πολίτευμα βοηθά περισσότερο τους πολίτες να ασκηθούν με τον σωστότερο τρόπο στα έργα της αρετής, ώστε να γίνουν κάτοχοι της, το άλλο απλώς επιτελεί το ίδιο αυτό έργο με λιγότερη επιτυχία. Η διάκριση δηλαδή των πολιτευμάτων σε ανώτερα (ἀγαθά) και κατώτερα (φαῦλα)γίνεται με κριτήριο τη μεγαλύτερη ή μικρότερη βοήθεια που προσφέρουν στον πολίτη οι νομοθέτες για να κατακτήσουν την αρετή.

Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι μια τέτοια διαπαιδαγώγηση είναι έργο της πόλης το οποίο συντελείται με το νομοθετικό έργο και τον σωφρονισμό. Είναι λοιπόν έργο του πολιτικού και του νομοθέτη να διασφαλίσει την αρετή των συμπολιτών του και κατ’ επέκταση την ευτυχία του, από τη μια, οργανώνοντας μια πόλη όπου οι πολίτες θα μπορούν πράγματι να εκπαιδεύονται έτσι ώστε να γίνονται ενάρετοι, και από την άλλη, διασφαλίζοντας μέσα στην πόλη τη δυνατότητα του ελεύθερου χρόνου που θα επιτρέπει στους φιλοσόφους να ζήσουν τη θεωρητική ζωή. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης δεν ονειρεύεται να θεμελιώσει μια προσωπική, ατομική ηθική δίχως σχέση με την πόλη, αλλά ακριβώς στους πολιτικούς και τους νομοθέτες απευθύνεται – στα Ηθικά Νικομάχεια-, τη δική τους κρίση να διαμορφώσει περιγράφοντας τους τις διαφορετικές όψεις της αρετής και της ευτυχίας του ανθρώπου, για να μπορέσουν να νομοθετήσουν με τρόπο τέτοιο που να δίδει τη δυνατότητα στους πολίτες να ασκούν την ενάρετη ζωή και, σε ορισμένους προνομιούχους, να ασκούν τη φιλοσοφική ζωή.  (Pierre Hadot «Τι είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία σελ. 128-129 εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ).

“Ο Αριστοτέλης πίστευε ακράδαντα, όπως και ο Πλάτων, ότι η ηθική ικανότητα του ανθρώπου, που είναι το κατεξοχήν ζώον πολιτικόν, μόνο στη συλλογική ζωή μπορεί να βρει την τελείωσή της. Πίστευε και αυτός ότι τελικά δεν υπάρχει ολοκληρωμένη ηθικότητα έξω από το κράτος, του οποίου ουσιαστικός σκοπός είναι, κατά τη δική του άποψη, η ηθική μόρφωση των πολιτών.

Κάθε πολίτευμα είναι “σωστό”, όταν η κυβέρνηση έχει απώτατος στόχο το ηθικό καλό της κοινότητας, και κάθε πολίτευμα είναι “λαθεμένο”, όταν δεν συμβαίνει αυτό. Επομένως, η ηθική ποιότητα του κράτους δεν εξαρτάται από την εξωτερική μορφή του, που καθορίζεται από τον αριθμό εκείνων που κυβερνούν. Η εξουσία του ενός μπορεί ως βασιλεία να είναι καλή, ως τυραννίς κακή⋅ η εξουσία των ολίγων μπορεί ως αριστοκρατία της μόρφωσης και του φρονήματος να είναι καλή, ως ολιγαρχία του πλούτου και της καταγωγής κακή* και όταν όλοι μετἐχουν στην εξουσία, αυτό μπορεί να είναι καλό, αν πρόκειται για ευνομούμενο πολίτευμα (πολιτεία), και κακό, αν πρόκειται για αναρχία του όχλου (δημοκρατία).”  “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ WINDELBAND- HEIMSOETH Μετάφραση:  Σκουτερόπουλος, Ν.  ΜΙΕΤ” σελ. 175 τ. 1

  1. Πώς αποδεικνύεται από τον φιλόσοφο ότι αυτό που συμβαίνει με την εκμάθηση των τεχνών συμβαίνει κατ’ αναλογία και με την κατάκτηση των αρετών;

Η δεύτερη παράγραφος εισάγεται με τις λέξεις ούτω δη και για να δηλώσει την ομοιότητα και την αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στην εκμάθηση των τεχνών και στην κατάκτηση των αρετών.

Η ομοιότητα βρίσκεται στο ότι, όπως στις τέχνες απαιτείται η άσκηση στην κιθαριστική (κιθαρίζειν) και στην οικοδομική (οικοδομείν) με βάση όμως τους κανόνες και τον τρόπο που ορίζει ο διδάσκων,  ώστε να προκύψει ικανός οικοδόμος (εὖ οἰκοδομεῖν ⇒ ἀγαθοί οἰκοδόμοι), έτσι και στις αρετές πρέπει να προηγηθούν οι πράξεις (δίκαια πράττοντες ⇒ δίκαιοι γινόμεθα) οι οποίες θα πρέπει να είναι επιλεγμένες ελεύθερα, να είναι σταθερές και να έχουν συγκεκριμένο στόχο. (Μπορούμε εδώ να σημειώσουμε ότι ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το ρήμα γίγνομαι  και όχι το ρήμα εἰμί, για να τονίσει ότι οι αρετές αποκτώνται δια του εθισμού και ότι δεν είναι έμφυτες).

Η σημασία της πράξης φαίνεται από την επανάληψη του ρήματος πράττω (πράττοντες) σε ενεστώτα τονίζοντας την διάρκεια και την επιμονή και σταθερότητα των ορθών πράξεων και ορθού ήθους.

 

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Πώς το παράδειγμα των νομοθετών και των τεχνιτών βοηθά τον Αριστοτέλη να ενισχύσει τη θέση του ότι η αρετή αποκτάται μέσω εθισμού;

Ο Αριστοτέλης στην α’ παράγραφο συνεχίζει την προσπάθεια του να αποδείξει ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη. Στο συγκεκριμένο σημείο αντλεί ένα επιχείρημα από την οργάνωση της πόλης και τους νομοθέτες οι οποίοι συντάσσουν τη νομοθεσία με τη λογική ότι οι νόμοι έχουν παιδαγωγική αξία και με τον εθισμό στοχεύουν να ηθικοποιήσουν τους πολίτες. Αν η αρετή ήταν έμφυτη τότε η προσπάθεια αυτή θα ήταν ανόητη και μάταιη.

Στην ίδια λογική υπακούει και η αναφορά στην κιθαριστική και οικοδομική τέχνη για την εξάσκηση των οποίων χρειάζεται ο διδάσκαλος, αυτός που θα δείξει στους εκπαιδευόμενους το εὖ κιθαρίζειν και το  εὖ οικοδομεῖν. Αν η τέχνική ικανότητα ήταν κάτι έμφυτο, δεν θα χρειαζόταν ο δάσκαλος. Το ίδιο ισχύει και για την αρετή, όπως καθαρά δηλώνει ο Αριστοτέλης.

ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται: ο εθισμός οδηγεί στην απόκτηση (γίνεται) της αρετής ή στον εκφυλισμό της (φθείρεται). Η ποιότητα του εθισμού είναι ο βασικός παράγοντας που καθορίζει την κατάκτηση ή όχι της αρετής: ο ποιοτικός εθισμός οδηγεί στην αρετή,  ο ακαθοδήγητος και χωρίς τον σωστό προσανατολισμό  στην φθορά της.

«Στην πραγματικότητα ο Αριστοτέλης θέλει εδώ να τονίσει: α) Αν οι πολίτες γίνονται αγαθοί ασκούμενοι με συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς με την βοήθεια των νόμων του νομοθέτη τους, θα πει ότι την αρετή τους οι πολίτες δεν την έχουν φύσει αλλά ότι αυτή είναι αποτέλεσμα εθισμού =άσκησης. β) Πάλι με τον εθισμό = την άσκηση στο ακριβώς αντίθετο αποκτά κανείς την ακριβώς αντίθετη του αγαθού ιδιότητα = «γίνεται» κακός (κακός κιθαριστής, κακός οικοδόμος-κακός πολίτης)˙ κακός «γίνεται» κανείς πάλι με την επανάληψη συγκεκριμένων τρόπων συμπεριφοράς.» (Δ. Λυπουρλής «Αριστοτέλης Ηθικά Νικομάχεια» ΤΟ ΒΗΜΑ τ. 1 σελ. 307)

  1. Σε ποιες περιοχές της ανθρώπινης πράξης και συναισθηματικής εκδήλωσης αναπτύσσονται μέσω του εθισμού πάγιες συμπεριφορές που επιδέχονται ηθική αξιολόγηση και χαρακτηρίζουν αντίστοιχα τον φορέα τους;

τῶν ἀρετῶν

 

περιοχές της ανθρώπινης πράξης και συναισθηματικής εκδήλωσης πάγιες συμπεριφορές
Oλων των μορφών οι συναλλαγές, συμβόλαια, συμφωνίες, πρωτίστως οι οικονομικές. Όσοι μαθαίνουν να είναι δίκαιοι στις συναλλαγές τους, γίνονται δίκαιοι, αλλιώς, άδικοι.
όλα όσα προκαλούν φόβο (φοβερά) Ως προς το πάθος του φόβου συναντώνται οι ηθικές στάσεις (ἕξεις) της ανδρείας, της δειλίας και του θράσους.
ἐπιθυμία: Είναι βασική βιολογική και ψυχολογική λειτουργία του ανθρώπου: κυριότερες μορφές της

είναι στον Αριστοτέλη η επιθυμία για τροφές και η σεξουαλική επιθυμία.

Άνθρωποι που δεν μπορούν καθόλου να ελέγξουν τις επιθυμίες τους χαρακτηρίζονται ἀκόλαστοι, ενώ στο άλλο άκρο, της παντελούς αδιαφορίας, βρίσκονται οι ἀναίσθητοι· στη μέση βρίσκονται οι σώφρονες, όσοι δηλαδή διατηρούν σώας τας φρένας και ελέγχουν λογικά τις επιθυμίες τους.
η ὀργὴ είναι η δυνατή επιθυμία να

πάρουμε εκδίκηση.

ηθικές στάσεις: ὀργιλότης, ἀναισθησία, πραότης

 

  1. Γιατί ο φιλόσοφος αποδίδει καθοριστική σημασία στη νεανική ηλικία, όσον αφορά τη διαμόρφωση του χαρακτήρα;

 

«Τη μεγάλη σημασία που έχει η αγωγή και η παιδεία ο Αριστοτέλης είχε πολλές φορές την ευκαιρία να την τονίσει. Στα Ηθικά Νικομάχεια βλ. π.χ. τα ακόλουθα χωρία:

ΙΟ95 a 2 Ἕκαστος δὲ κρίνει καλῶς ἃ γινώσκει, καὶ τούτων ἐστὶν ἀγαθὸς κριτής. καθ᾿ ἕκαστον μὲν ἄρα ὁ πεπαιδευμένος, ἁπλῶς δ᾿ ὁ περὶ πᾶν πεπαιδευμένος. (= «ο καθένας κρίνει σωστά τα πράγματα που ξέρει, και είναι αυτών των πραγμάτων καλός κριτής. Ο άνθρωπος λοιπόν που έχει εκπαιδευθεί σε ένα συγκεκριμένο θέμα είναι καλός κριτής αυτού του θέματος, και αυτός που έχει δεχθεί μια γενική παιδεία είναι γενικά ένας καλός κριτής»),

ΙΙ72 a 20-23 διὸ παιδεύουσι τοὺς νέους οἰακίζοντες ἡδονῇ καὶ λύπῃ· δοκεῖ δὲ καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἤθους ἀρετὴν μέγιστον εἶναι τὸ χαίρειν οἷς δεῖ καὶ μισεῖν ἃ δεῖ. (=«γι’ αυτό και η αγωγή των νέων κυβερνιέται με το πηδάλιο της ηδονής και της λύπης˙ κατά την κοινή, άλλωστε, αντίληψη το να μάθουμε να χαιρόμαστε με τα πράγματα με τα οποία πρέπει να χαιρόμαστε και να μισούμε τα πράγματα που πρέπει να μισούμε έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη διαμόρφωση της ηθικής αρετής»).

Στο θέμα, βέβαια, αυτό ο Αριστοτέλης ακολουθούσε από κοντά τις διδασκαλίες του Πλάτωνα, οι αντιλήψεις όμως αυτές ήταν, θα έλεγε κανείς, πολύ πλατιά απλωμένες στον αρχαίο κόσμο.» (Δ. Λυπουρλής «Αριστοτέλης Ηθικά Νικομάχεια» ΤΟ ΒΗΜΑ τ. 1 σελ. 308-9)

Η παιδευτική επίδραση ασκείται στους νέους, γιατί σε αυτή την ηλικία μπορεί ευκολότερα να σχηματισθούν και να παγιωθούν οι ορθές ἕξεις.

Η εκπαίδευση παρέχεται στις μικρές και νεαρές ηλικίες, γιατί η αδιαμόρφωτη και εύπλαστη ψυχή των νέων μπορεί να οδηγηθεί στην απὀκτηση καλών έξεων με βάση ηθικές και πολιτικές αξίες που θα οδηγήσουν στην ευδαιμονία.

Οι έξεις είναι πιο δύσκολο να διαμορφωθούν σε μεγάλη ηλικία, γιατί τότε θα πρέπει να ξεριζωθούν οι τυχόν κακές έξεις που έχει ως τότε υιοθετήσει ο άνθρωπος και ύστερα να ενσωματωθούν στην ψυχή του οι αγαθές έξεις. Αυτή η διαδικασία είναι πιο δύσκολη και γι’ αυτό ατελέσφορη πολλές φορές.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 19 Το πολίτευμα της δημοκρατίας: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Δ 4.2-3, 1291b30-39 Απαντήσεις στις Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Ποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δημοκρατίας αναφέρει ο Αριστοτέλης;

Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δημοκρατίας είναι η ισότητα, επειδή οι φτωχοί έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους πλούσιους και καμία από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες δεν κυριαρχεί επί της άλλης: «κοινωνούντων ἁπάντων μάλιστα τῆς πολιτείας ὁμοίως».

Στα «Πολιτικά Γ 1, 6/12» ο Αριστοτέλης αναφέρει τα κριτήρια τα οποία πρέπει να συγκεντρώνει κάποιος, για να χαρακτηριστεί πολίτης: «πολίτης δ’ ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς. … Τίς μὲν οὖν ἐστιν ὁ πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν· ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ἀρχῆς βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς, πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης τῆς πόλεως» (Όμως με την ακριβέστερη σημασία της λέξεως ο πολίτης δεν ορίζεται με τίποτα άλλο παρά με τη συμμετοχή του στις δικαστικές λειτουργίες και στην εξουσία. ….. Ποιος λοιπόν, είναι ο πολίτης είναι από αυτά φανερό˙  σ’ όποιον δηλαδή υπάρχει η δυνατότητα να μετέχει σε πολιτική  και δικαστική εξουσία, λέμε ότι είναι πια πολίτης αυτής της πόλεως,). Συνεπώς η ισότητα συμμετοχής στο πολίτευμα (κοινωνούντων ἁπάντων μάλιστα τῆς πολιτείας ὁμοίως) πρακτικά αναφέρεται στην συμμετοχή του πολίτη στην πολιτική (εκτελεστική και βουλευτική) και δικαστική εξουσία. Αναφορικά με την δικαστική εξουσία πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι δικαστές που δικάζουν στο λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας είναι απλοί πολίτες που επιλέγονται με κλήρωση, γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης τη συμμετοχή στην δικαστική εξουσία την  εντάσσει στα δικαιώματα του πολίτη.

Επιπλέον βασικό στοιχείο της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, η δυνατότητα του ελεύθερου πολίτη να εργάζεται και να δρα αυτόβουλα κυρίως όμως να συμμετέχει εξ ίσου στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας και να πράττει κανείς σύμφωνα με τις αποφάσεις που εκφράζουν τη βούληση του ως πολίτη. Η ελευθερία δηλαδή είναι συνυφασμένη με την ισότητα. (Αξιολόγηση  ΚΕΕ σελ. 158)

Η λέξη ισότητα βέβαια την εποχή του Αριστοτέλη αναφερόταν στην πολιτική ισότητα όλων των πολιτών μιας πόλης, δεν συμπεριελάμβανε δηλαδή τους δούλους, τις γυναίκες και τα παιδιά. (kullman σελ. 67)

Η λέξη ελευθερία διακρίνει τον ελεύθερο πολίτη από τον δούλο, τον οποίο ο φιλόσοφος θεωρούσε «ἔμψυχον ὄργανον» (λέξη που χρησιμοποιείται και για τα μέλη του ανθρώπινου σώματος, όπως το χέρι), που εργάζεται για το όφελος του δεσπότη. Κάθε δούλος αποτελεί ένα εργαλείο που αντικαθιστά περισσότερα εργαλεία. Δεσπότης και δούλος αποτελούν ένα είδος οργανικής ενότητας. (ο Αριστοτέλης προσπαθεί να ερμηνεύσει τη δουλεία ως φυσικό φαινόμενο).

«Μετά την εμπειρία της τυραννίας, στον ελληνικό κόσμο άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το άριστο πολίτευμα. Οι περισσότεροι Έλληνες συμφωνούσαν ότι δεν επιθυμούσαν να τους διοικεί ένας άνθρωπος, είτε αυτός ονομαζόταν τύραννος είτε βασιλιάς. Προτιμούσαν την ἰσονομίαν, την ἰσοκρατίαν και την ἰσηγορίαν. Με τους όρους αυτούς εννοούσαν την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, τη δυνατότητά τους να μετέχουν στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων και την ελευθερία να εκφράζονται δημοσίως, ιδίως σε θέματα πολιτικής. Εκτός από ισηγορία θα έπρεπε βεβαίως να υπάρχει και παρρησία, δηλαδή το θάρρος για τη διατύπωση μιας γνώμης. Δεν ήταν όμως όλοι οι Έλληνες σύμφωνοι εάν τα δικαιώματα αυτά θα έπρεπε να τα έχει το σύνολο των ελεύθερων κατοίκων μιας πόλης ή μόνο μια μερίδα τους.» Κυρτάτας Δ.Ι. &  Ράγκος Σπ. Ι., Η ελληνική αρχαιότητα, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 2010

η ελευθερία και η ισότητα: Η ελευθερία είναι χαρακτηριστικό της δημοκρατίας, όχι μόνο με το νόημα ότι στο πολίτευμα αυτό μπορεί κανείς να ζει ὡς βούλεται (γνώρισμα του δούλου είναι τὸ ζῆν μὴ ὡς βούλεται), αλλά και με το νόημα ότι στο πολίτευμα αυτό τα αξιώματα προορίζονται για όλους τους πολίτες· γνώρισμα της ελευθερίας, λέει αλλού στο ίδιο έργο ο Αριστοτέλης, είναι τὸ ἐν μέρει (= με τη σειρά) ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν. Η ισότητα, πάλι, είναι χαρακτηριστικό της δημοκρατίας με το νόημα ότι το δικαίωμα να καταλαμβάνουν αξιώματα στην πολιτεία το έχουν όλοι οι πολίτες ὁμοίως. (σχόλιο Φιλοσοφικού λόγου σελ. 190)

Αρχή της πλειοψηφίας.

Ἐπεὶ δὲ πλείων ὁ δῆμος, κύριον δὲ τὸ δόξαν τοῖς πλείοσιν, ἀνάγκη δημοκρατίαν εἶναι ταύτην: Από τη στιγμή που ο λαός (ο δήμος) είναι η πλειοψηφία και οι αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι αυτό που τελικά επικρατεί, το πολίτευμα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατία.

Επειδή οι φτωχοί είναι περισσότεροι,  στα δημοκρατικά πολιτεύματα έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τους πλούσιους, και έτσι δικαιοσύνη τελικά καταλήγει να θεωρείται η θέληση των περισσότερων πολιτών, δηλαδή της  πλειοψηφίας.

  1. Σε ποια πολιτική αντιπαλότητα μεταξύ αντίπαλων ομάδων αναφέρεται το κείμενο;

Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στις δύο κοινωνικές ομάδες που επικρατούν στις πόλεις. Στην μία ανήκουν οι άποροι, δηλαδή οι φτωχοί, και στην άλλη οι εύποροι, οι πλούσιοι. Με βάση αυτή την διάκριση χωρίζει τα πολιτεύματα σε δημοκρατίες και ολιγαρχίες. Οι ολιγαρχίες κυβερνώνται από μια μειοψηφία πλουσίων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από την ευγενική καταγωγή (γένος), τον πλούτο και την μόρφωση (παιδεία). Οι δημοκρατίες κυβερνώνται από μια πλειοψηφία φτωχών οι οποίοι χαρακτηρίζονται από την ταπεινή καταγωγή (ἀγένεια), την φτώχεια (πενία) και κατώτερες ενασχολήσεις (βαναυσία). (Ross σελ. 357)

Επιπλέον σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στα όργανα του κράτους περιλαμβάνονται:

  • Οι τεχνίτες (το καλούμενον βάναυσον)
  • Οι έμποροι (το ἀγοραῖον)
  • Οι έμμισθοι χειρώνακτες (το θητικόν)
  • Οι πολεμιστές (το προπολεμῆσον)
  • Οι δικαστές
  • Η τάξη που ασκεί δαπανηρά καθήκοντα (οι εὔποροι).

Η λειτουργική αυτά ανάλυση αντιστοιχεί στην ταξινόμηση των πολιτευμάτων.» (Ross σελ. 358)

Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορούμε στους απόρους να εντάξουμε τους τεχνίτες, τους φτωχούς μικρεμπόρους και τους έμμισθους χειρώνακτες και βέβαια ένα μέρος των πολεμιστών και των δικαστών (εφόσον αυτοί ανήκουν στους απλούς πολίτες).

«Η φτώχεια και ο πλούτος διαμορφώνουν ήθος και ψυχολογία στους ανθρώπους, δουλοπρεπές ήθος και ηττοπαθή ψυχολογία η φτώχεια, αλαζονικό ήθος και υπεροπτική στάση ο πλούτος. Οι φτωχοί τείνουν στην ευτέλεια, στην απάτη και στη δουλική υποταγή. Οι πλούσιοι τείνουν στη βία, στην επιβολή και στην περιφρόνηση των φτωχών. Η μεσότητα, όμως, αποτελεί εγγύηση ισορροπίας και αρμονίας ατομικής και κοινωνικής. Το πολίτευμα, λοιπόν, το οποίο στηρίζεται στην ευρεία μεσαία τάξη και σε πολίτες μέσης οικονομικής κατάστασης είναι σε θέση να οδηγήσει σε ευδαιμονία και σε πραγμάτωση του βασικού σκοπού της πόλης, του εὖ ζῆν.» (Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου Αριστοτέλης τ. β’ σελ. 43 ΤΟ ΒΗΜΑ)

      3. Να εντοπίσετε δύο σημεία του κειμένου στα οποία ο φιλόσοφος αναφέρεται ρητά σε τρέχουσες αντιλήψεις της εποχής του.

Οι φράσεις: ἡ λεγομένη,  καθάπερ ὑπολαμβάνουσί τινες, χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν ότι ο Αριστοτέλης γνωρίζει και καταγράφει τις απόψεις των συγχρόνων του σχετικά με τα θέματα που πραγματεύεται.

Δημοκρατία μὲν οὖν ἐστι πρώτη μὲν ἡ λεγομένη μάλιστα κατὰ τὸ ἴσον.

Στο σημείο αυτό ο Αριστοτέλης αναφέρει το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό της Δημοκρατίας, δηλαδή την ισότητα με βάση τις σύγχρονες πολιτικές αντιλήψεις.

Εἴπερ γὰρ ἐλευθερία μάλιστ’ ἔστιν ἐν δημοκρατίᾳ, καθάπερ ὑπολαμβάνουσί τινες.

Εδώ καταγράφει την κρατούσα άποψη σχετικά με το δεύτερο χαρακτηριστικό της δημοκρατίας δηλαδή την ελευθερία.

Και στις δύο περιπτώσεις φαίνεται πώς ο Αριστοτέλης δείχνει πως είναι επιφυλακτικός απέναντι στις κρατούσες πολιτικές αντιλήψεις της εποχής του και ότι θα προβεί σε βαθύτερη εξέταση των σχετικών θεμάτων.

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Ως ρεαλιστής φιλόσοφος ο Αριστοτέλης λαμβάνει πάντα υπόψη, κατά τις θεωρητικές του περιγραφές, ορισμένα πραγματικά δεδομένα. Ισχύει κάτι τέτοιο και για το συγκεκριμένο Κείμενο Αναφοράς;

Ο Αριστοτέλης μελετώντας και καταγράφοντας 158 Πολιτείες, δηλαδή τις μορφές διακυβέρνησης πλήθους ελληνικών πόλεων, είχε την ευκαιρία να μελετήσει συστηματικά και διεξοδικά τις διαφορές εκδοχές της πολιτικής διακυβέρνησης στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Η αναφορά του λοιπό, στο κείμενο αναφοράς στο πολίτευμα της δημοκρατίας στηρίζεται στις προσωπικές του παρατηρήσεις στις πόλεις στις οποίες έζησε και κυρίως στην Αθήνα, αλλά και στην εξέταση όλων των πολιτικών συστημάτων που ερεύνησε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο έργο του άσκησε αυστηρή κριτική στα αυταρχικά καθεστώτα της Σπάρτης, της Κρήτης και της Καρχηδόνας. Με βάση επίσης τις γνώσεις του και τις παρατηρήσεις του διέκρινε τα πολιτεύματα σε ορθές πολιτείες και παρεκβάσεις.

Το παραπάνω στοιχείο, της εμπειρικής παρατήρησης και ρεαλιστικής θεώρησης της πολιτικής πραγματικότητα υπάρχει εμφανώς και στο κείμενο αναφοράς, αφού η πρώτη αυτή μορφή της δημοκρατίας που περιγράφει είναι υπαρκτή μορφή διακυβέρνησης και ενσωματώνει κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες και εξελίξεις πολλών ετών. Άλλωστε τις μορφές δημοκρατίας τις κατατάσσει σύμφωνα με την κλιμακούμενη εξέλιξη τους από την πιο μετριοπαθή μορφή τους στην πιο απόλυτη αλλά και στην ουσία στην πιο ανελεύθερη μορφή της στην δημοκρατία των δημαγωγών.

Τα στοιχεία από το κείμενο που αποτελούν μέρος της πραγματικότητας που καταγράφει ο Αριστοτέλης είναι η διάκριση των πολιτών σε άπορους και εύπορους, τα κύρια χαρακτηριστικά της δημοκρατίας (η ελευθερία και η ισότητα) και το γεγονός ότι η αριθμητική υπεροχή του δήμου είναι ο  παράγοντας που του δίνει τη δυνατότητα να κυβερνά και να επιβάλλει τη θέληση του.

  1. Με βάση τα γνωρίσματα της δημοκρατίας τα οποία συγκεντρώσατε στην ερώτηση κατανόησης του κειμένου, θεωρείτε ότι η αρχαιοελληνική λέξη δημοκρατία δηλώνει ό,τι και η σημερινή;

Η σημερινή μορφή της δημοκρατίας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αρχαιοελληνική εκδοχή της. βέβαια σημασιολογικά έχει διαφοροποιηθεί, αφού η λέξη δῆμος σήμαινε την πλειονότητα των πολιτών, οι οποίοι ανήκαν βέβαια στους ἀπόρους, στα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας.

Σήμερα η ψυχή της δημοκρατίας είναι η λαϊκή κυριαρχία, η οποία απορρέει από την πλειοψηφία των πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου και που εκφράζεται μέσα από τις θεσμικά κατοχυρωμένες δημοκρατικές διαδικασίες. Όμως πέρα από αυτή τη σημασιολογική διαφορά και σήμερα κύριο χαρακτηριστικό των δημοκρατικών πολιτευμάτων είναι η ελευθερία, η πνευματική και ηθική αυτονομία, η ισότητα (ισονομία, ισότητα στη συμμετοχή στα πολιτικά αξιώματα). Αυτά τα χαρακτηριστικά αναφέρονται βέβαια στο κείμενο αναφοράς.

  1. Είναι η δημοκρατία, όπως την περιγράφει ο Αριστοτέλης, ένα ιδανικό, άριστο και απαρασάλευτο, πολίτευμα ή η ποιότητά της εξαρτάται από την ιστορική εφαρμογή της;

Η δημοκρατία σύμφωνα με τη διάκριση του Αριστοτέλη ανήκει στα «ἡμαρτημένα» πολιτεύματα με την έννοια ότι οι πολλοί, οι ἂποροι, κυβερνούν με στόχο όχι το συλλογικό συμφέρον αλλά της παράταξης που εκπροσωπούν.

Η ορθή εκδοχή της δημοκρατίας είναι η ονομαζόμενη «Πολιτεία», εφόσον η κυρίαρχη τάξη των πολλών ενδιαφέρεται για το συμφέρον όλων των πολιτών , δηλαδή όχι μόνο των ἀπόρων αλλά και των εὐπόρων. [σχήμα κατεξοχήν: Όταν οι αρχαίοι Έλληνες ήθελαν να πουν “ο βασιλιάς των Περσών”, συχνά έλεγαν “ο βασιλιάς” (= ο βασιλιάς)· το ίδιο, όταν έλεγαν “ο ποιητής” (= ο ποιητής), εννοούσαν τον Όμηρο, κι όταν έλεγαν “ο ρήτορας” (= ο ρήτορας), εννοούσαν τον Δημοσθένη. Τον εκφραστικό αυτό τρόπο τον λέμε “σχήμα κατεξοχήν” (“ο κατεξοχήν βασιλιάς”, “ο κατεξοχήν ποιητής”, “ο κατεξοχήν ρήτορας”, κ.τ.λ.). Έτσι και στην περίπτωσή μας· ένα από τα πολιτεύματα πήρε το όνομα πολίτευμα (= το πολίτευμα).]

Αυτό που ονομάζει ο Αριστοτέλης «Πολιτεία» είναι αυτό που εννοούμε σήμερα δημοκρατία. Ένα μίγμα δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων. Γιατί, αν στη δημοκρατία επικρατούν πότε οι φτωχοί και στην ολιγαρχία οι πλούσιοι, έχουμε εκτροπή. Γι’ αυτό απαιτείται εξισορρόπηση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, ιδιαίτερα η εξαφάνιση της φτώχειας, γιατί «η πενία στάσιν ἐμποιεῖ και κακουργίαν», ώστε να επικρατήσει κι εδώ η μεσότητα.

«Η μεσότητα δεν σώζει μόνον την πολιτεία, αλλά και την ίδια την δημοκρατία. Έτσι σε κάθε πόλη υπάρχουν τρία είδη, οι πολύ πλούσιοι, οι πολύ φτωχοί και οι τρίτοι, οι μέσοι. Επειδή, λοιπόν, κατά κοινή παραδοχή το μέτριο και το μέσο είναι το άριστο, είναι φανερό ότι από όλα τα ευτυχήματα η μέση κτήση είναι η καλύτερη. Και αυτό, συνεχίζει ο Αριστοτέλης, γιατί η μετριότητα του πλούτου ευκολότατα υπάγεται στην πειθαρχία, ενώ αντίθετα αυτοί που έχουν ιδιότητες καθ’ υπερβολήν … είναι πολύ δύσκολο να υπαχθούν στις επιταγές του ορθού λόγου.» (Σαρρής σελ. 445)

«Η Πολιτεία αποτελεί από τη φύση της μια μέση οδό ανάμεσα στη δημοκρατία και στην ολιγαρχία, αφού δεν απαιτεί μεγάλη περιουσία αλλά ούτε δέχεται την πλήρη απουσία περιουσίας. Στην πραγματικότητα εμπιστεύεται την εξουσία στη μεσαία τάξη. […] Επομένως, ευδαίμων είναι η πόλη που έχει μια μεγάλη αναλογία πολιτών μεσαίας τάξης, ικανών να διατηρούν την απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα στα δύο άκρα. … Όταν δεν υπάρχει τέτοια μεσαία τάξη, επικρατεί η ολιγαρχία ή η δημοκρατία, οι οποίες εύκολα καταλήγουν στην τυραννία. Αλλά οι δημοκρατίες είναι ασφαλέστερες από τις ολιγαρχίες, γιατί έχουν συνήθως ευρύτερη μεσαία τάξη.» (Ross σελ. 370).

Σύμφωνα με τα παραπάνω ο σημαντικότερος παράγοντας σταθερότητας της δημοκρατίας είναι η εξισορρόπηση των αντικρουόμενων συμφερόντων και τάσεων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την συλλογικότητα, την διαλλακτικότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη και τον γνήσιο διάλογο που τείνει στην σύνθεση. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά μόνο μια δημοκρατική και ανθρωπιστική παιδεία μπορεί να μεταδώσει στους νέους και αυριανούς πολίτες.

Αν προσπαθούσαμε να συσχετίσουμε τους όρους «πολιτεία» και «δημοκρατία» με σημερινούς, αυτό θα ήταν ομολογουμένως ένα πολύ δύσκολο έργο. Παρ’ όλα αυτά πολλοί μελετητές θεωρούν ότι αντίστοιχη με τη λέξη «πολιτεία» θα ήταν ίσως, στις μέρες μας, η έκφραση «συνταγματική δημοκρατία». Από την άλλη, για τον αριστοτελικό όρο «δημοκρατία» πολλοί χρησιμοποίησαν εκφράσεις όπως «αχαλίνωτη δημοκρατία», «οχλοκρατία», «ανεξέλεγκτη δημοκρατία».

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση