ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 21 Η νέα οικουμένη


ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Περὶ Ἀλεξάνδρου τύχης καὶ ἀρετῆς, 6 329Α-D
Ο Πλούταρχος με δεδομένο τον προβληματισμό κατά πόσον οι ιδεολογικές συλλήψεις των φιλοσόφων βελτιώνουν τη ζωή και τα ήθη των ανθρώπων εξαίρει την πρακτική αποτελεσματικότητα των πράξεων του Μ. Αλεξάνδρου τον οποίο θεωρεί «φιλοσοφώτατο». Ο Πλούταρχος με την αναφορά του στο «Καὶ μὴν … ἀνατυπωσάμενος» ισχυρίζεται ότι δια της πολιτείας του ο Ζήνων:
Α) απέβλεπε κυρίως στο να καταργηθούν οι ιδιαίτεροι νόμοι με τους οποίους διοικούνται οι πόλεις και οι δήμοι και
Β) θεωρούσε όλους τους ανθρώπους πολίτες ενός ενιαίου και ομοιόμορφου νομικά κόσμου και γι’ αυτό έπρεπε να υπάρξει ένα και μόνο σύστημα δικαίου.
Δηλαδή κατά τη διατύπωση του Πλουτάρχου ο Ζήνων προέτρεπε όλους τους ανθρώπους να γίνουν συμπολίτες δια της δημιουργίας ενός ενοποιημένου και κοινού συστήματος κανόνων δικαίου.
Ο Ζήνων και η Στοά
|»Ο Ζήνων από το Κίτιο (334-262 π.Χ.) είναι ο ιδρυτής της φιλοσοφικής σχολής του Στωικισμού στην Αθήνα. Η σχολή του ονομάστηκε έτσι από το γεγονός ότι ο Ζήνων δίδασκε στη Στοά Ποικίλη της Αθήνας περίπου από το 300 π.Χ. Ο Στωικισμός διαδόθηκε ευρύτατα στους κύκλους των μορφωμένων αλλά και των ηγεμόνων κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο — ανάμεσα στους διάσημους οπαδούς του ήταν ο Αντίγονος Γονατάς της Μακεδονίας και ο πανεπιστήμονας Ποσειδώνιος, και στη Ρώμη ο ποιητής και φιλόσοφος Σενέκας και ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος. Τεράστια υπήρξε η επίδραση της στωικής ηθικής φιλοσοφίας στον Χριστιανισμό, ενώ μέχρι τις μέρες μας το επίθετο «στωικός» περιγράφει την καρτερική στάση του ανθρώπου απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής.
Θεμέλιο της στωικής φιλοσοφίας είναι η πίστη στον λόγον, με τη διττή σημασία της λογικής σκέψης και της ικανότητας του λόγου. Η Φύση, ο Θεός και το Σύμπαν διέπονται από τις αρχές της λογικής, και εναπόκειται στον σοφό άνθρωπο να τις αποκαλύψει και να κατακτήσει την αληθινή ευδαιμονία. Η στωική φιλοσοφία διακρίνεται σε τρεις τομείς: τη λογική, τη φυσική και την ηθική. Η λογική περιλαμβάνει τη γραμματική, τη ρητορική, τη διαλεκτική και την επιστημολογία, δηλαδή την προσέγγιση της γνώσης και της αλήθειας μέσω της λογικής. Ο τομέας της φυσικής αφορά κυρίως τη μελέτη της φύσης, αλλά ταυτόχρονα και τη θεολογία, αφού οι Στωικοί κατά βάθος ταυτίζουν την Φύση με τον Θεό και αυτόν με τη σειρά του με τον Λόγο. Η πρακτική πλευρά του Στωικισμού αφορά την ηθική, αφού για τους Στωικούς η ανθρώπινη ζωή πρέπει να ρυθμίζεται με βάση την αρετή και όχι τα συναισθήματα.»
https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/encyclopedia/hellenistic/page_016.html
«Στο έργο του Ζήνωνα «Πολιτεία» καταργούνται οι θεμελιώδεις κοινωνικοί και οικονομικοί θεσμοί του ελληνικού κόσμου. Στον ιδανικό κόσμο το κράτος χάνει τη δύναμή του, γιατί κάθε στωικός σοφός είναι αυτάρκης και κύριος του εαυτού του. Είναι όμως συνδεδεμένος με τους συντρόφους του με τα δεσμά της φιλίας, γιατί όλοι οι σοφοί είναι φίλοι και μόνο μεταξύ τους μπορεί να υπάρξει φιλία με την αληθινή της σημασία. Πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς είναι ένας κοινοβιακός τρόπος ζωής που καταργεί όλες τις διακρίσεις ως προς το φύλο, την καταγωγή, την εθνικότητα και την περιουσία.
“Κατά τους στωικούς ο άνθρωπος χάρη στην ουσιαστική ομοιότητα της ψυχής του με το Λόγο του κόσμου είναι ον προορισμένο από τη φύση του για την κοινότητα. Ταυτόχρονα όμως και η εντολή του Λόγου, που απορρέει από αυτή την ομοιότητα, τον υποχρεώνει να συμπήξει κοινωνία κατά έναν τρόπο που επιδέχεται μόνο ειδικές εξαιρέσεις. Ως αμέσως προσεχής παρουσιάζεται η φιλική σχέση , η ηθική συναναστροφή ενάρετων ατόμων που τα συνδέει η κοινή δραστηριότητα για την τήρηση του ηθικού νόμου. Αλλά από αυτές τις καθαρά προσωπικές σχέσεις η στωική διδασκαλία προχωρεί αμέσως στο γενικότατο στην ολότητα των λογικών όντων. Ως μέρη του ενός κοσμικού Λόγου διαμορφώνουν θεοί και άνθρωποι μαζί ένα μεγάλο λογικό πλαίσιο ζωής, ένα πολιτικόν σύστημα, όπου κάθε άτομο είναι ένα απαραίτητο μέλος. Από εδώ απορρέει το ιδανικό πρόγραμμα εργασίας για το γένος των ανθρώπων: να διαμορφώσουν ένα λογικό βασίλειο που θα περιλαμβάνει στους κόλπους του όλα τα μέλη του.
Το ιδανικό κράτος λοιπόν των στωικών όπως το σχεδίασε ο Ζήνων (παράλληλα αλλά και σε αντίθεση προς το πλατωνικό), δεν αναγνωρίζει τους φραγμούς της εθνικότητας ή του ιστορικού κράτους. Είναι μια έλλογη συμβιωτική κοινότητα όλων των ανθρώπων μια ιδανική παγκόσμια αυτοκρατορία. Ο Πλούταρχος είχε ήδη αντιληφθεί ότι με αυτή τη θεωρία γινόταν μια λογική κατασκευή εκείνου που ιστορικά είχε ξεκινήσει με τον μεγάλο Αλέξανδρο και ολοκληρώθηκε με του Ρωμαίους. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι αυτή την κοσμική αυτοκρατορία οι στωικοί την εννοούσαν κατά πρώτο λόγο ως πνευματική ενότητα γνώσης και βούλησης, και μόνο κατά δεύτερο λόγο ως πολιτική δύναμη.”WINDELBAND WILHELM, HEIMSOETH HEINZ “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ) ΣΕΛ. 204-205”
Η θεωρία είναι ουτοπική και αναγνωρίστηκε ως ουτοπική. Το ενδιαφέρον της όμως έγκειται στην κριτική που εμπεριέχει για την κοινωνία εκείνης της εποχής. Η στωική πολιτική θεωρία δεν είναι ένα πρόγραμμα μεταρρύθμισης αλλά ένα πρότυπο του κόσμου, όπως θα ήταν, αν μπορούσαν να ενωθούν οι άνθρωποι όχι με τεχνικούς δεσμούς, αλλά αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον κοινές αξίες και κοινούς σκοπούς. Χρήμα, οικογένεια και κληρονομική κατάσταση θεωρούνται όλα παράγοντες δυσαρμονίας. Δεν έχουν καμία σχέση με το να είναι κανείς ενάρετος και η αρετή έχει απόλυτη σχέση με το ιδανικό κράτος.» (Long σελ. 321-322) [ΕΡΩΤΗΣΗ Α1]
| Πόλεις – δήμους
Δημότας – πολίτας |
Χιαστό σχήμα |
Δῆμος: όσοι κατοικούν στην ύπαιθρο σε αντίθεση με όσους κατοικούν στην πόλη, ο λαός.
Δημότης: άνθρωπος του λαού
Δημοτικός: αυτός που ανήκει στον λαό, ένας από τους πολλούς, ο δημοκρατικός.
Ο νόμος στους στωικούς
Συννόμου, νόμῳ, ευνομία (σχήμα ετυμολογικό)
Το ιδανικό για τους στωικούς είναι ο άνθρωπος να ζει σύμφωνα με τη φύση. Δηλαδή πρέπει να ενσαρκώνει και να βιώνει την πρωτογενή φυσική του κατάσταση χωρίς να δεσμεύεται από διάφορες εθνικές, πολιτικές ή κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Γι’ αυτό ο κοσμοπολιτισμός προβλήθηκε ως μια ιδιότητα του στωικού και μια αξία του στωικισμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι βρίσκεται σε αντίθεση με τον νόμο, δηλαδή τους τοπικούς πολιτικούς θεσμούς του κράτους στα όρια του οποίου ζει, εκτός κι αν αυτοί τον παρεμποδίζουν να ζει έλλογα και σύμφωνα με την παγκόσμια έλλογη τάξη.

ΖΗΝΩΝ
Η συμβουλή του Αριστοτέλη
«ὡς Ἀριστοτέλης συνεβούλευεν αὐτῷ, … προσφερόμενος»
Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Αριστοτέλης συμβούλευε τον Αλέξανδρο να διοικεί τους Έλληνες ως ηγέτης τους, ενώ τους βαρβάρους ως αφέντης και τους πρώτους να τους φροντίζει ως φίλους και συγγενείς, ενώ τους δεύτερους ως σκλάβους και ως ζώα και φυτά, δηλαδή όπως διατρέφει κανείς τα ζώα τα οποία ως ά-λογα δεν έχουν καθόλου δική τους βούληση και θέληση. Παρά την επιφυλακτικότητά που μπορεί να έχει κανείς για την γνησιότητα της παραπάνω πληροφορίας, η γενική τάση είναι να γίνεται αποδεκτή ως απηχούσα τις αντιλήψεις του Αριστοτέλη, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από την κυρίαρχη ιδεολογία που θεωρούσε τους βαρβάρους δούλους, λόγω της απόλυτης μοναρχίας που είχαν ως πολίτευμα. Επιπλέον η φράση του Αριστοτέλη από τα Πολιτικά (Ι1252 b9) «βάρβαρον καί δοῦλον ταὐτό φύσει» ενισχύει την παραπάνω άποψη.
“Ο Αριστοτέλης αποδοκίμασε τις επιχειρήσεις του Αλεξάνδρου. Ο λόγος ήταν ότι αυτός είχε προσηλωθεί στην ιδέα της μικρής ελληνικής δημοκρατίας, και καταδίκαζε το μεγάλο κράτος. Επιπλέον έμεινε σταθερός στην γνώμη των Ελλήνων ότι αυτοί ήταν ανώτεροι από τη φύση τους από τις άλλες φυλές, κι έτσι βράθηκε αντίθετος στο βασικότερο χαρακτηριστικό της πολιτικής του Αλεξάνδρου, που ήταν η ίση διακυβέρνηση των Ελλήνων και των βαρβάρων” (Bury, Meiggs σελ.782)
Ο W. Kullmann ( Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη σελ. 74-75 ΜΙΕΤ) θεωρεί την πληροφορία αυτή του Πλουτάρχου πλαστή. «Βάσει αυτής της διαφοροποιημένης άποψης περί βαρβάρων θεωρώ αμφίβολη την αυθεντικότητα του χονδροειδούς ανεκδότου που αφηγείται ο Πλούταρχος σχετικά. Σύμφωνα με το ανέκδοτο αυτό, ο Αριστοτέλης συμβούλευσε σε ένα γράμμα του τον Αλέξανδρο να φροντίζει τους Έλληνες σαν φίλους και συγγενείς, τους βαρβάρους αντίθετα, να τους μεταχειρίζεται σαν ζώα και φυτά. Ο Αλέξανδρος, όμως, δεν ακολούθησε την συμβουλή του. Είναι φανερό ότι η ιστορία αυτή δεν ταιριάζει με τη διαφοροποιημένη εικόνα που παρέχουν το τρίτο και το έβδομο βιβλίο των Πολιτικών, ενώ αντιβαίνει σαφώς και στη θεωρία του πρώτου βιβλίου, κατά την οποία οι δούλοι διαφέρουν εκ φύσεως από τα ζώα, επειδή διαθέτουν την ικανότητα να υπακούν στον λόγο, και από τα φυτά, επειδή έχουν αισθήσεις. Για τον λόγο αυτό αμφιβάλλω αν το ανέκδοτο αυτό είναι αυθεντικό.»
H σημασία της λέξης βάρβαρος (επιμέλεια: Λ. Πόλκας)
http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/education
(α) O I.Θ. Kακριδής δίνει μια πολύ γενική ερμηνεία της λέξης βάρβαρος, η οποία θα μπορούσε να ισχύει για την αρχαϊκή γραμματεία και, εν μέρει για την κλασική· πάντως όχι για το σύνολο της αρχαιοελληνικής εποχής και ούτε για το σύνολο της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Tο ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είναι ότι η σχετική λέξη δεν είναι ελληνική, αλλά βαρβαρική:
«Στους αρχαίους Έλληνες βάρβαρος αρχικά σημαίνει κάθε λαό αλλόγλωσσο, χωρίς καμιά μειωτική απόχρωση. Και κάθε άνθρωπος, που δεν έχει για μητρική του γλώσσα τα ελληνικά, είναι βάρβαρος, άσχετα με την πνευματική του και ψυχική του καλλιέργεια.
Ώστε βάρβαρος δεν θα πει παρά αλλόγλωσσος. Και από πού παράγεται η λέξη; Από την επανάληψη της συλλαβής βαρ-. Όταν ακούει κανείς μια γλώσσα που δεν την ξέρει, οποιαδήποτε και να είναι η γλώσσα αυτή, τη νιώθει σαν μια σειρά από συλλαβές δίχως νόημα, σαν ένα λόγο αδιάρθρωτο, χωρίς κλίση, χωρίς σύνταξη, χωρίς κανόνες. Ο πρώτος που έπλασε τη λέξη βάρβαρος θα άκουσε κάποιους ξένους να μιλούν, και με την επανάληψη της συλλαβής βαρ- θέλησε να αποδώσει την παράξενη ακουστική εντύπωση που του έκανε ο ακατανόητος αυτός λόγος. Το παράξενο είναι πως η λέξη βάρβαρος δεν είναι καν ελληνική, είναι βαρβαρική. Στα παλιά ινδικά barbara σημαίνει τραυλός. Και οι Ινδοί και οι Έλληνες όμως έχουν δανειστεί τη λέξη από τους Σημίτες: barbar και barbaru στα σουμερικά και στα βαβυλωνιακά έχει τη σημασία του ξένος, αλλοεθνής.» [I.Θ. Kακριδής, “Oι αρχαίοι Έλληνες και οι ξένες γλώσσες”, στο Mελέτες και Άρθρα. Θεσσαλονίκη 1971, σ.13]
(β) O Dihle, παρακολουθώντας την εξέλιξη της σημασίας της λέξης βάρβαρος μέσα στην πορεία της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματείας, εντοπίζει την αλλαγή στη σημασία της με το σημερινό, υποτιμητικό της πλέον, νόημα:
«Tα συγκλονιστικά συμβάντα του Πελοποννησιακού πολέμου και των αμέσως επόμενων δεκαετιών μετέβαλαν την αυτοσυνείδηση των Ελλήνων. Oι κύριες αιτίες γένεσης συναισθημάτων μνησικακίας απέναντι στους Πέρσες, τα οποία οι Έλληνες ήσαν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να επεκτείνουν σε ολόκληρο τον κόσμο των βαρβάρων, ακόμη και στα συγγενικά τους φύλα της Mακεδονίας, ήταν η πρόσφατη προσάρτηση των ελληνικών πόλεων της Mικράς Aσίας στο περσικό κράτος το 378 π.X. και το διαρκώς αυξανόμενο βάρος της περσικής διπλωματίας. Kαι ανάλογη με αυτά τα συναισθήματα ήταν και η πρωτόγνωρη υπεροψία τους. […]
Aυτό το έδαφος έθρεψε το συναίσθημα ότι οι Έλληνες ήταν εκ φύσεως ανώτεροι από τους βαρβάρους. Kανένας δεν επιχειρηματολόγησε υπέρ αυτής της αντίληψης τόσο επίμονα όσο ο Iσοκράτης (Πανηγυρικός), ο πιο επιφανής ρήτορας του 4ου αι. π.X. Aλλά εκείνοι που πάνω απ’ όλα εκφράζουν εντελώς απροκάλυπτα την αντίληψη για την ανωτερότητα των Eλλήνων έναντι των μη Eλλήνων είναι οι φιλόσοφοι και κυρίως ο Aριστοτέλης και ο Πλάτων […]. Όταν ο Φίλιππος της Mακεδονίας υπέταξε την Eλλάδα και άρχισε να εξοπλίζεται για να πολεμήσει τους Πέρσες […], εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της ελληνικής ηθικής και πολέμιος του κόσμου των βαρβάρων. Eκείνη την εποχή εθεωρείτο αυτονόητο ότι ο μη “Έλλην” εχθρός έπρεπε αναγκαστικά να είναι βάρβαρος, ο οποίος όχι μόνο μιλούσε μία ακατανόητη γλώσσα, αλλά επιπλέον ήταν απολίτιστος και δίχως παιδεία. H λέξη βάρβαρος πήρε τη σημασία που διατηρεί τις ημέρες μας κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες του 4ου αι. π.X.» [A. Dihle, Oι Έλληνες και οι ξένοι, μτφρ. T. Σιέτη, εκδ. Οδυσσέας: Aθήνα 1997, σ.56, 58, 61]
Το παρακάτω απόσπασμα από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη φανερώνει την άποψη των Ελλήνων για τους Πέρσες:
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ 4.
Το σύστημα αξιών των Περσών είναι απότοκο του τρόπου ζωής τους
150] Και τίποτα από αυτά δεν έγινε στην τύχη· όλα ήταν φυσικό να γίνουν όπως έγιναν. Δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι, που ανατρέφονται με αυτόν τον τρόπο και κάτω από την τρομάρα του δεσποτικού τους πολιτεύματος, να έχουν μέσα τους καμιά αρετή, δεν είναι δυνατό να στήνουν τρόπαια στις μάχες ενάντια στους εχθρούς. Πώς είναι δυνατόν αλήθεια, με τα δικά τους ήθη, να αναδειχτεί ποτέ άξιος στρατηγός ή και γενναίος στρατιώτης, αφού η μάζα η μεγάλη είναι άτακτος όχλος χωρίς καμία πείρα στους κινδύνους, ανίκανοι για πόλεμο, για τη σκλαβιά όμως καλύτερα εκπαιδευμένοι και από τους δούλους μας; [151] Όσοι πάλι κατέχουν μεγάλα αξιώματα, αυτοί ποτέ δεν έζησαν με κάποια ισορροπία, ποτέ δε νοιάστηκαν για το συμφέρον το κοινό, για το καλό του κράτους· αντίθετα, κάθε στιγμή δείχνουν την περιφρόνηση στους κατώτερους, τη δουλοπρέπειά τους στους ανώτερους, σαν τους ανθρώπους που η διαφθορά τους έχει σημαδέψει. Και γενικά τα σώματά τους είναι μαλθακά, από τον πλούτο βουτηγμένα στην πολυτέλεια και στη χλιδή, και η ψυχή τους πάντα δουλική, ταπεινωμένη και τρομοκρατημένη από το δυνάστη· αφήνουν να τους ερευνούν εξευτελιστικά στου παλατιού τις πόρτες, σέρνονται κατά γης, με κάθε τρόπο ασκούνται στην ταπείνωση· λατρεύουν και προσκυνούν ένα θνητό που τον αποκαλούν θεό, αδιαφορούν για τους θεούς και λογαριάζουν τους ανθρώπους περισσότερο.
Μτφρ. Στ. Μπαζάκου–Μαραγκουδάκη. 1967. Ισοκράτης. Πανηγυρικός, Φίλιππος. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις. Αθήνα: ΟΕΔΒ.
http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek
Η πολιτική που ακολούθησε ο Μ. Αλέξανδρος

«Οὐ γάρ, πολέμων …. δι’ αἵματος καὶ τέκνων ἀνακεραννυμένους.»
Οὐ γάρ πολέμων πολλῶν καὶ φυγῶν ἐνέπλησε καὶ στάσεων ὑπούλων τὴν ἡγεμονίαν»
Στο σημείο αυτό φανερά εξωραϊζεται από τον Πλούταρχο η πολιτική που ακολούθησε ο Μ. Αλέξανδρος στα κατακτημένα εδάφη.
Θεόθεν
Πολλοί μελετητές έχουν ασχοληθεί με το πρόβλημα της αποθέωσης του Μ. Αλεξάνδρου. Πίστευε πράγματι ότι ήταν θεός ή γιος θεού; Πέρα από τον μύθο που διέδιδε η μητέρα του η Ολυμπιάδα ότι η πατέρας τους ήταν ο Ηρακλής, μια σημαντική στιγμή για τον Μ. Αλέξανδρο ήταν η επίσκεψή του στο μαντείο του Ἀμμωνος στην Αίγυπτο. Εκεί ο ιερέας τον χαρακτήρισε ως γιο θεού. Επιπλέον το πρόβλημα περιπλέκεται από την απαίτηση του να τον προσκυνούν ακόμη και οι Έλληνες συμπολεμιστές του.
Πέρα από τα παραπάνω ιστορικά ερωτήματα, το σίγουρο είναι ότι η πολιτική αξιοποίηση της αποθέωσης του, εξασφάλισε την συνοχή και ενότητα που επεδίωκε, για να διοικήσει ένα τέτοιο αχανές και πολυεθνικό κράτος.
«Το πιο σημαντικό και πλούσιο σε αποτελέσματα πράγμα που δημιούργησε ο Αλέξανδρος στην διάρκεια της σύντομης εξουσίας του ήταν η απόλυτη μοναρχία, στηριζόμενη στην δια της λατρείας του ηγεμόνος αποθέωση του βασιλέως». Ο ελληνικός κόσμος, λόγω της πολιτοκεντρικής του νοοτροπίας, δεν μπόρεσε –και λόγω προσηλώσεως στη δημοκρατία- δεν δημιούργησε ευρύτερο κρατικό σχηματισμό υπό βασιλικό εξουσιαστικό καθεστώς. Το μπόρεσε όμως στην Ανατολή ο Αλέξανδρος. Έδωσε το πρότυπο μιας δυναστικής εξουσίας, κατά το υπόδειγμα των Ανατολικών, αλλά με ελληνότροπο χαρακτήρα. (Καργάκος σελ. 186 τ. Γ’)
Αρμοστής (=διοικητής) και διαλλακτής (συμφιλιωτής, από το ρήμα διαλλάσσω = ανταλλάσσω έχθρα προς φιλία, συμφιλιώνω)
ὥσπερ ἐν κρατῆρι φιλοτησίῳ (=ποτήρι που συμβάλλει στην φιλότητα, φιλία) παρομοίωση.
Με τα παραπάνω τονίζεται πως ο Μ. Αλέξανδρος δεν διοικούσε δεσποτικά και αυταρχικά, αλλά στόχο είχε να οικοδομήσει το κράτος και την εξουσία του πάνω στην φιλία και την ομόνοια όλων των λαών που κατοικούσαν σ’ αυτό. Άλλωστε μετά την ανταρσία των Μακεδόνων πολεμιστών στην Ώπη της Μεσοποταμίας, οι οποίοι απαίτησαν την επιστροφή στην πατρίδα, ο Αλέξανδρος σε συμφιλιωτική γιορτή και συμπόσιο «ἐκανε ευχές και για τα άλλα αγαθά και για ομόνοια και για συμμετοχική εξουσία στους Μακεδόνες και στους Πέρσες» σύμφωνα με τον Αρριανό (Αλεξάνδρου Ανάβασις 7,11)
Η πολιτική της συγχώνευσης
«εἰς ταὐτὸ συνενεγκὼν τὰ πανταχόθεν, ὥσπερ ἐν κρατῆρι φιλοτησίῳ μίξας τοὺς βίους καὶ τὰ ἤθη»
Συνέχεια ανάγνωσης