Λογοτέχνες για τον ιό που κατοικεί εντός μας

 ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 01.03.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ισως δεν υπάρχουν συγκλονιστικότερες αναφορές για αρρώστιες που θέριζαν σωρηδόν ανθρώπους από εκείνες στα βιβλία –μυθιστορήματα αγωνιώδη και τρομακτικά–, μαθήματα για τους διαύλους μετάδοσης βιολογικών και ηθικών λοιμώξεων, ανεκμετάλλευτες πηγές γνώσης σε έναν διαδικτυωμένο κόσμο όπου οι ειδήσεις κυκλοφορούν ταχύτερα από τους ιούς, πραγματικούς ή πνευματικούς, και τα λοιμώδη σωμάτια, τα παράσιτα, με το αεροπλάνο.

Ακόμη και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και του αυτοματισμού, των εκτυπωμένων οργάνων, των εμφυτευμένων εντός μας νανομηχανών, των επιστημονικών οπλοστασίων που παράγουν ταχέως αντίδοτα, οι επιδημίες παραμένουν μια παραλυτική απειλή. Ως προϊόντα των παρεκτροπών, των εκτός φυσικών ορίων πρακτικών των έμβυων όντων, των πολυσύνθετων κύκλων ζωής, αλλά και των νησίδων αρτηριοσκληρωτισμού, αυταρχισμού και κοινωνικής ανωριμότητας, αναπαράγονται αέναα. Δεν υπάρχει στη λογοτεχνία των νεότερων χρόνων θεός που τιμωρεί με λοιμούς τους διεφθαρμένους ηγέτες και τους έκλυτους υπηκόους, όπως στην αρχαία ελληνική, ρωμαϊκή και μεσαιωνική γραμματεία, ωστόσο και στα σύγχρονα έργα εξακολουθεί το κακό να έχει και μια ηθική βάση: συνοδεύει τον πόλεμο, την εθνική αναξιοπρέπεια, την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού, την πνευματική ήττα.

Για τον Λουκρήτιο («Περί της φύσεως των πραγμάτων»), το κακό γιγαντώνεται από τον τρόμο και τη θλίψη του πνεύματος στην Αθήνα του 430 π.Χ. Η φύση λειτουργεί αφ’ εαυτής, οι θεοί κατοικούν, αδιάφοροι για τις κοσμικές φροντίδες, πέραν των φλεγόμενων υπάρξεων του κόσμου. Για τον Βοκάκιο («Δεκαήμερο»), ο μαύρος θάνατος στη Φλωρεντία του 1300 «θεραπεύεται» με τη φυγή στην ελαφρότητα και στις σαρκικές απολαύσεις. Για τον Μαντσόνι («Οι αρραβωνιασμένοι»), η πανούκλα συμβαδίζει με την κατάρρευση των ηθών και της λογικής στο υπό ισπανική κατοχή Μιλάνο του 1630. Πόλεμος, πείνα, αδρανείς αρχές, χειραγώγηση των πιστών, δεισιδαιμονίες, λιτανείες που εντείνουν τη μετάδοση της νόσου, κυνήγι του αποδιοπομπαίου τράγου, των φανταστικών ανδρών που με δηλητηριώδεις αλοιφές μεταδίδουν την ασθένεια. Για τον Ντάνιελ Νταφόε («Ημερολόγιο της χρονιάς της πανούκλας»), η μεγάλη πανώλη εξαπλώνεται μέσω του μολυσμένου αέρα της περιρρέουσας ηθικής στο Λονδίνο του 1655. Για τον Καμύ, η πανούκλα είναι ο πόλεμος. Στο Οράν της Αλγερίας, η αρρώστια καταργεί τα προσωπικά πεπρωμένα σε έναν κόσμο περίκλειστο, χωρίς σκοπό και μέλλον, σκεπασμένο με την γκρίζα σκόνη της συμφοράς· η πανούκλα είναι το κλειδί για την ερμηνεία μιας ανθρωπότητας σε αταξία, η αλληγορία του κακού, που δεν ηττάται, οπισθοχωρεί και επανεμφανίζεται. Η λοίμωξη είναι μέσα μας.

Στο «Δεκαήμερο», οι νέοι εγκαταλείπουν την πόλη, στους «Αρραβωνιασμένους» την εγκαταλείπουν οι αρχές, αφήνοντας τα ηνία στους νεκροθάφτες και στους οραματιστές στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Ολοι, από τον Θουκυδίδη ώς τον Βοκάκιο και από τον Μαντσόνι ώς τον Καμύ, αποτυπώνουν τις ίδιες παρενέργειες της επιδημίας, την κατάρρευση των κανόνων και τις συθέμελες αλλαγές στον χαρακτήρα των ανθρώπων: Ο φόβος του θανάτου καταστρέφει αξίες, κάνει τους πολίτες απείθαρχους, κυνικούς, βίαιους – άρρωστοι εγκαταλελειμμένοι από τους συγγενείς τους, γυμνές σωροί στοιβαγμένες σε κάρα, πρόχειροι ομαδικοί τάφοι…

Από το «Περί τυφλότητος» του Σαραμάγκου ώς «Το δέρμα» του Κούρτσιο Μαλαπάρτε και την «Καυτή ζώνη» του Ρίτσαρντ Πρέστον κυριαρχεί η πολιτική αλληγορία ως μέσο αποτύπωσης των αδιεξόδων και της κρίσης αξιών. Ο Σαραμάγκου περιγράφει μια κοινωνία που βυθίζεται στο σκοτάδι της τυφλότητας προσβεβλημένη από έναν άγνωστο ιό. Ο στρατός πυροβολεί όποιον επιχειρεί να αποδράσει από το αποκλεισμένο νοσοκομείο, ενώ η εσωτερική απομόνωση, η σκληρή μάχη για την επιβίωση, η σιδηρά επιτήρηση, η χειραγώγηση, σταδιακά αφαιρούν από τους εγκλωβισμένους την ανθρώπινη υπόστασή τους. Τυφλοί άνθρωποι που μπορούν να δουν, αλλά δεν βλέπουν. Ο Μαλαπάρτε καταδύεται στην ψυχολογία της ήττας, στη χτυπημένη από την πανούκλα Νάπολη του 1943, μια διαλυμένη από τον πόλεμο, τη φτώχεια, τη συναίσθηση του ξεπεσμού Ιταλία, όπου η πάλη (με την αρρώστια) για να ζήσεις λερώνει, διαφθείρει, ταπεινώνει, σε αντίθεση με την πάλη (στον πόλεμο) για να μην πεθάνεις, που συντηρεί «πρόσωπο», αξιοπρέπεια και κουράγια. Ο Πρέστον καταθέτει μια πραγματεία πάνω στην καθοριστική στιγμή που ο ιός Εμπολα ξεφεύγει σκορπώντας τη διάλυση και τη βία. Η ζωή αντιγράφει τη μυθοπλασία. Ή η ανθρωπότητα ξαναζεί σπαράγματα ενός ζόφου που κατατρώει την αξιοσύνη της λογικής, άριστα αποτυπωμένου στα βιβλία.

Ιστορικές πρωτιές σε 200 χρόνια εθνικής ιστορίας

ΤΑΚΗΣ Σ. ΠΑΠΠΑΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.02.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Προσφυγόπουλα στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’20. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, η Ελλάδα διέθετε τον πλέον ομοιογενή (εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά) πληθυσμό στην Ευρώπη (μαζί με την Πορτογαλία).

Η επερχόμενη επέτειος για τη συμπλήρωση δύο αιώνων από την Επανάσταση του ’21 αποτελεί θαυμάσια ευκαιρία για την απογραφή των ιστορικών περιστάσεων στις οποίες η χώρα πρωτοπόρησε σε σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά έθνη ή και διεθνώς. Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο για μια μικρή και όχι πλούσια χώρα σαν τη δική μας, η Ελλάδα βρέθηκε συχνά στην πρωτοπορία ιστορικών εξελίξεων παγκόσμιας σημασίας – αν και όχι πάντα με θετικό για την ίδια αποτέλεσμα. Ας δούμε αμέσως, κατά χρονολογική σειρά, μια δεκάδα από τις πιο εντυπωσιακές πρωτιές της χώρας μας κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες.

1830 (Φεβρουάριος). Οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, υπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Λονδίνου με το οποίο αναγνώρισαν την Ελλάδα ως ανεξάρτητο βασίλειο. Αν και η Ελλάδα δεν ήταν η πρώτη από τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη που επαναστάτησαν εναντίον της Πύλης (είχαν προηγηθεί οι Σέρβοι το 1804), ήταν η πρώτη που κατόρθωσε να ανακηρυχθεί σε ανεξάρτητο εθνικό κράτος (κάτι που η Σερβία δεν πέτυχε παρά μόνο το 1878).

1844 (Μάρτιος). Η Εθνοσυνέλευση που είχε προέλθει από τις εκλογές του προηγούμενου έτους ψήφισε εκλογικό νόμο που καθιέρωνε την καθολική και άμεση ψηφοφορία για όλους τους άρρενες Ελληνες πολίτες. Ετσι, η Ελλάδα έγινε πρωτοπόρος στην Ευρώπη (και μάλλον σε ολόκληρο τον κόσμο) στο πεδίο του καθολικού εκλογικού δικαιώματος. Για σύγκριση, η Ελβετία και η Γαλλία εφάρμοσαν την καθολική ανδρική ψήφο το 1848, η Δανία το 1849, η Γερμανία το 1871, το Βέλγιο το 1893, η Ισπανία το 1890, η Αυστρία το 1896, η Ιταλία το 1912 και η Μ. Βρετανία το 1918.

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι Μυκηναίοι μάς εκπλήσσουν ακόμη

ΒΙΒΛΙΟ 01.03.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Χρυσό διάδημα από τους βασιλικούς τάφους των Μυκηνών.

Ανάμεσα στην πρώτη έκδοση του 1995 και στη δεύτερη μεσολάβησαν 24 χρόνια. Περίπου «μια γενιά» όπως επισημαίνει η αρχαιολόγος Ντόρα Βασιλικού, για την ανατύπωση του βιβλίου της «Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός» από την Αρχαιολογική Εταιρεία, με πλήθος νέων πληροφοριών. Καινούργια στοιχεία από τα ανασκαφικά μέτωπα που εμπλουτίζουν την επιστήμη με νέα ευρήματα, δημοσιεύσεις και απόψεις, αναθεωρώντας παλιά συμπεράσματα, επιβεβαιώνοντας κάποια άλλα.

Η νέα έκδοση φωτίζει τη ζωή και την τέχνη των Μυκηναίων, εστιάζει σε άγνωστα ιερά που ανακαλύφθηκαν, πόλεις και περιοχές άσκαφτες έως τώρα, στην εμπορική δραστηριότητα στα μυκηναϊκά χρόνια, στις συνήθειες των Μυκηναίων, φτάνοντας μέχρι τον εκφυλισμό αυτού του πολιτισμού. Οι γραπτές μαρτυρίες, οι πινακίδες Γραμμικής Γραφής Β΄ που ήρθαν στο φως, συνέβαλαν στη νέα γνώση, όπως αυτές που βρέθηκαν στη Θήβα αλλά και στον Αγιο Βασίλειο Λακωνίας, στο χωριό Ξηροκάμπι, όπου ανασκάπτεται μυκηναϊκό ανάκτορο.

Στο βιβλίο επανεξετάζονται στοιχεία που προέκυψαν από τις πολυάριθμες  ανασκαφές κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη έκδοση, την οποία είχε τότε προλογίσει ο ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης, παρουσιάζονται καινούργιες αντιλήψεις για τη μυκηναϊκή κοινωνία, τα ανάκτορα, τους λόγους για τους οποίους καταστράφηκαν και μαζί καταστράφηκε αυτός ο πολιτισμός. «Ιστορικές συνθέσεις όπως ο “Μυκηναϊκός Πολιτισμός” απαιτούν πολλή γνώση και έρευνα» σημειώνει στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης ο γενικός γραμματέας της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Βασίλειος Πετράκος.

Η 716 σελίδων έκδοση είναι ουσιαστικά ένα καινούργιο βιβλίο που βοηθά τον αναγνώστη να κατανοήσει τους Μυκηναίους. Τη βαθιά μεταβολή που διαγράφεται, όπως υπογραμμίζει η συγγραφέας του, στην ιστορία του ελλαδικού πολιτισμού, μια αλλαγή γρήγορη που μετέβαλε τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. «Τον μεσοελλαδικό κόσμο, κλειστό στον εαυτό του, τον διαδέχθηκε ο λαμπρός Μυκηναϊκός πολιτισμός που ξανοίχθηκε σ’ Ανατολή και Δύση και άγγιξε περιοχές στις οποίες δεν έφτασε ποτέ ο Μινωικός».

Οι Ελληνες γνώρισαν τη μινωική Κρήτη γύρω στα 1.700-1.600 π.Χ. με διάφορες διπλωματικές και εμπορικές επαφές, ίσως και στρατιωτικές επιχειρήσεις και, γρήγορα δέχθηκαν τον πολιτισμό της. «Κρήτες καλλιτέχνες ήρθαν στην Ελλάδα να διδάξουν τα μυστικά της τέχνης τους στους Μυκηναίους και η τέχνη της ηπειρωτικής Ελλάδας μεταβάλλεται τόσο πολύ, ώστε ο Εβανς διατύπωσε τη θεωρία ότι οι Κρήτες είχαν καταλάβει την Ελλάδα, πράγμα αστήρικτο ιστορικά», σημειώνει η συγγραφέας. Και προσθέτει ότι οι ανοιχτοί Μυκηναίοι γνώρισαν και υιοθέτησαν τον πολιτισμό της Κρήτης, «θα ήταν όμως σφάλμα να θεωρηθεί ότι ο Μυκηναϊκός πολιτισμός είναι ο ίδιος ο Μινωικός μεταφυτευμένος στην Ελλάδα, γιατί οι Μυκηναίοι δεν απέβαλαν τα δικά τους βιώματα, και η τέχνη τους πολλές φορές έχει τη σφραγίδα της απώτερης, βόρειας καταγωγής τους». Η συγγραφέας τονίζει ακόμη πως η μινωική τέχνη είναι φυσιοκρατική. «Ολα συνθέτουν μια τέχνη εκλεπτυσμένη με τάση προς το περίτεχνο, όπου το αισθητικό στοιχείο υπερέχει του νοητού». Αντίθετα, ο Μυκηναίος καλλιτέχνης εκφράζει τις ιδέες του με τρόπο απλό και ξεκάθαρο, «δίνοντας συγχρόνως στα δημιουργήματά του μια διάσταση επιβλητική, όπου συχνά, μαζί με τη λιτότητα, επικρατεί και η τάση για το αρρενωπό και αγωνιστικό στοιχείο».

Η γενική επισκόπηση του ελληνικού χώρου, που δεν είχε η προηγούμενη έκδοση, είναι πολύτιμη στον αναγνώστη. «Αυτό το κεφάλαιο», λέει στην «Κ» η  Ντόρα Βασιλικού, «ασχολείται με όλες τις περιφέρειες του ελληνικού χώρου, δείχνοντας την ενότητα που είχε ο πολιτισμός αυτός, αλλά και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Στη Θεσσαλία για παράδειγμα προτιμούν τους θολωτούς τάφους από τους λαξευτούς. Στη Λοκρίδα, στις ανασκαφές στον Κύνο που έκανε η Φανουρία Δακορώνια, βρέθηκε εργαστήριο αγγείων εικονιστικού ρυθμού με διάφορα πρωτότυπα θέματα. Κάθε περιοχή έχει δικά της χαρακτηριστικά, που όλα μαζί σχηματίζουν μια ενότητα. Σήμερα, η έρευνα γύρω από τον μυκηναϊκό κόσμο γνωρίζει αλματώδη πρόοδο. Οι νέες ανασκαφές έδωσαν πληροφορίες και για άγνωστα ιερά, τα οποία είναι δυο τύπων υπαίθρια και κτιστά. Τέτοια ιερά βρέθηκαν στο Καλαπόδι της Λοκρίδας, στην Τροιζηνία, καθώς και στο όρος Λύκαιον στην Αρκαδία. Επιπλέον, έχουμε στοιχεία για μεγάλους χώρους που ανασκάφηκαν, όπως είναι η ακρόπολη της Καδμείας, για την οποία ήταν πολύ αποσπασματικά όσα γνωρίζαμε, διότι η σημερινή Θήβα χτίστηκε πάνω στην αρχαία. Εχουμε επίσης τη μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας στην Αργολίδα, που σκαβόταν για πολλά χρόνια, αλλά τώρα μας έδωσε πολλά στοιχεία, όπως και το Διμήνι. Για την αρχαία Ιωλκό ήταν ελάχιστες οι γνώσεις. Οι πινακίδες της Γραμμικής Β΄ και ένα διοικητικό κέντρο κοντά στο Διμήνι που ήρθε στο φως, στις πολυετείς έρευνες της Βασιλικής Αδρύμη – Σισμάνη, έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες».

Το τέλος

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κρυμμένη δύναμη της αγιότητας

ΒΙΒΛΙΟ 03.03.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Ο Ογκαστ Ντιλ, που υποδύεται τον Αυστριακό αγρότη Φραντς Γαιγκερσταίτερ, την πραγματική ζωή του οποίου περιγράφει η ταινία «Μια κρυφή ζωή» του Τέρενς Μάλικ, που προβάλλεται στους κινηματογράφους. Ο Γαιγκερσταίτερ αποκεφαλίστηκε από τους ναζί στις 9 Αυγούστου 1943, γιατί αρνήθηκε, μέχρι τέλους, να πολεμήσει.

Πριν από κάμποσους μήνες, τον Σεπτέμβριο 2018, έγραφα σε αυτήν εδώ τη στήλη για τον άγιο (beatus, για την ακρίβεια, από το 2007) της Καθολικής Εκκλησίας Φραντς Γαιγκερσταίτερ. Η μνήμη του τιμάται στις 9 Αυγούστου, ημέρα του αποκεφαλισμού του στην γκιλοτίνα από τους ναζί, το 1943, στη φυλακή του Μπράντενμπουργκ, στο Βερολίνο. Ευχόμουν εν κατακλείδι η ταινία του Τέρενς Μάλικ να κάνει γνωστότερη τη μνήμη του νεοφανούς αγίου και να προβληθεί και στην Ελλάδα, γιατί είχα διαπιστώσει με έκπληξη ότι ακόμη και φίλοι μου καθολικοί κληρικοί αγνοούσαν την ύπαρξή του. Η ταινία ήρθε πράγματι και προβάλλεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες με αβέβαιη επιτυχία.

Ο Αυστριακός αγρότης Φραντς Γαιγκερσταίτερ, στο ορεινό χωριό Σανκτ Ράντεγκουντ των Αλπεων, δεν είναι αντιρρησίας συνείδησης, όπως γράφουν πολλοί σε ελληνικές και ξένες εφημερίδες, αλλά πιστός καθολικός, ενεργό μέλος της μικρής ενορίας του χωριού του, που παίρνει τοις μετρητοίς την εντολή «ου φονεύσεις» και το Ευαγγέλιο, που βάζει την κρίση και τη δικαιοσύνη του Θεού πάνω από την κρίση και τη δικαιοσύνη των ανθρώπων. Ζει μια ειρηνική αγροτική και οικογενειακή ζωή, μέσα στο κάλλος της φύσης και στην αιώνια εναλλαγή των εποχών. Η βία όμως θα φτάσει και εκεί· όταν ο πόλεμος σαρώνει όλη την Ευρώπη, κανείς δεν είναι προφυλαγμένος από τη βία του. Ο Φραντς δεν μπορεί να συνταχθεί με τον ναζισμό και τη φονική ιδεολογία του, γι’ αυτό και ρίχνει αρνητική ψήφο στο δημοψήφισμα (10 Απριλίου 1938) για την προσάρτηση της Αυστρίας, όταν το υπέρ επικράτησε με ποσοστό 97,75% (το γεγονός αυτό δεν ιστορείται στην ταινία), δεν παίρνει τα επιδόματα που δίνει το κράτος, δεν χειροκροτεί στις ναζιστικές ομιλίες, δεν δίνει τον οβολό του στον έρανο για τον ναζιστικό στρατό. Η κρίσιμη ώρα, ωστόσο, είναι η ώρα της επιστράτευσης. Ο Φραντς αρνείται να συμπολεμήσει με τους ναζί, γιατί απλούστατα ως χριστιανός αρνείται να σκοτώνει. Ο επίσκοπος προσπαθεί να τον μεταπείσει λέγοντάς του ότι έχει υποχρέωση να υπερασπιστεί την πατρίδα, ο αγρότης όμως ξέρει ότι κανένας πόλεμος δεν είναι ευλογημένος, απολύτως κανένας και για κανέναν λόγο. Η Εκκλησία, που σήμερα τον τιμά ως άγιο και μάρτυρα, την εποχή του μαρτυρίου του δεν ήταν μαζί του, πολλοί κληρικοί και λαϊκοί της μάλιστα υπήρξαν δραστήριοι ναζιστές. Οι συγχωριανοί του στρέφονται εναντίον του, εναντίον της γυναίκας του, ακόμη και εναντίον των τριών μικρών παιδιών του. Δεν λείπουν, ωστόσο, και οι μικρές πράξεις καλοσύνης.

Ενα από τα επιχειρήματα με τα οποία προσπαθούν να τον μεταπείσουν από την απόφασή του είναι ότι η πράξη του δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα, δεν πρόκειται να αλλάξει τον κόσμο και, επιπλέον, δεν πρόκειται να τη μάθει κανείς. Το επιχείρημα δεν τον αγγίζει, γιατί δεν έχει κανένα σκοπό να αλλάξει τον κόσμο, θέλει μόνο να μείνει πιστός στο Ευαγγέλιο.

Είναι άλλωστε κάποιες στιγμές στη ζωή –και αυτή είναι μια τέτοια στιγμή– που το μόνο ερώτημα δεν είναι να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά πώς ο κόσμος να μην αλλάξει εσένα. Του προσάπτουν ακόμη ότι αυτό που κάνει είναι μια πεισματική πράξη εγωισμού. Το μαρτύριο δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί επιδίωξη των χριστιανών. Εάν ο Φραντς δεχόταν να υπηρετήσει ως νοσοκόμος στον στρατό, όπως του προτείνουν, αυτό θα ήταν πράγματι ένας συμβιβασμός αλλά όχι προδοσία της πίστης του. Εκείνος όμως το αρνείται και αυτό, γιατί δεν θέλει να ορκιστεί στον Χίτλερ και στο καθεστώς του.

Ο Φραντς Γαιγκερσταίτερ είναι μια Χριστική μορφή, πορεύεται στο μαρτύριο ως μιμητής Χριστού, όπως φαίνεται τη στιγμή της δίκης και κυρίως της συνομιλίας του με τον πρόεδρο του στρατοδικείου. Πορεύεται προς τη θυσία με μια προσευχή στο στόμα (όχι με τη Διεθνή ή με τον εθνικό ύμνο). Υποψιθυρίζει το Πάτερ ημών στη γλώσσα του – δεν ήταν καλή η ιδέα του Μάλικ να μην υποτιτλίζονται όλα ανεξαιρέτως τα γερμανικά, θα μπορούσε να περιοριστεί στα ναζιστικά ουρλιαχτά. Ο άγιος Φραντς Γαιγκερσταίτερ πεθαίνει άφοβα, γιατί πιστεύει ακλόνητα στη βασιλεία του Θεού, όπου θα ανταμώσει ξανά τη γυναίκα του και τα παιδιά του.

Δεν είναι εύκολο να κάνεις σήμερα ταινία τον βίο ενός αγίου, και μόνο ένας σκηνοθέτης με την τόλμη του Μάλικ θα μπορούσε να το κάνει. Μια ταινία του Μάλικ είναι, βέβαια, μια ταινία του Μάλικ, εξ ου και όλες αυτές οι πανέμορφες και μεγαλειώδεις εικόνες της φύσης. Ισως η αφήγηση του βίου ενός αγίου να μη χρειαζόταν τόσο επιβλητικό φυσικό μεγαλείο, αλλά περισσότερη απλότητα. Ας μη μείνουμε ωστόσο σε αυτήν την επιφύλαξη –θα ήταν μικρόψυχο– και ας προσχωρήσουμε στον τρόπο του σκηνοθέτη. Ο κόσμος και το κάλλος του αποτελεί το πεδίο όπου διεξάγεται ο πόλεμος και λαβαίνουν χώρα οι ανήκουστες φρικαλεότητές του, το πεδίο όπου εκδηλώνεται η κακότητα των ανθρώπων. Ταυτόχρονα όμως και αξεχώριστα αποτελεί και το πεδίο όπου ζει και μαρτυρεί ένας άγιος, όπου ζουν η αγάπη και η καλοσύνη. Η αφανής θυσία του Φραντς Γαιγκερσταίτερ –οι ναζί τον σκότωσαν, αλλά δεν τον υπέταξαν– και η αγάπη, η δική του και της γυναίκας του, εξημερώνουν και εξανθρωπίζουν αυτό το μεγαλειώδες κάλλος, που διαφορετικά θα έμενε απόκοσμο και παγερό, και κάνουν τη ζωή σε αυτόν τον κόσμο άξια να τη ζει κανείς.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (Σταυρόλεξο)

Πηγή: ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Ενότητα 21 Φάκελος Υλικού Αρχαίων Ελληνικών Ο.Π. Σημειώσεις

 

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 21 Η νέα οικουμένη

ELLHNISTIKH FILOSOFIA

 

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Περὶ Ἀλεξάνδρου τύχης καὶ ἀρετῆς, 6 329Α-D

Ο Πλούταρχος με δεδομένο τον προβληματισμό κατά πόσον οι ιδεολογικές συλλήψεις των φιλοσόφων βελτιώνουν τη ζωή και τα ήθη των ανθρώπων εξαίρει την πρακτική αποτελεσματικότητα των πράξεων του Μ. Αλεξάνδρου τον οποίο θεωρεί «φιλοσοφώτατο». Ο Πλούταρχος με την αναφορά του στο «Καὶ μὴν … ἀνατυπωσάμενος» ισχυρίζεται ότι δια της πολιτείας του ο Ζήνων:

Α) απέβλεπε κυρίως στο να καταργηθούν οι ιδιαίτεροι νόμοι με τους οποίους διοικούνται οι πόλεις και οι δήμοι και

Β) θεωρούσε όλους  τους ανθρώπους πολίτες ενός ενιαίου και ομοιόμορφου νομικά κόσμου και γι’ αυτό έπρεπε να  υπάρξει ένα και μόνο σύστημα δικαίου.

Δηλαδή κατά τη διατύπωση του Πλουτάρχου ο Ζήνων προέτρεπε όλους τους ανθρώπους να γίνουν συμπολίτες δια της δημιουργίας ενός ενοποιημένου και κοινού συστήματος κανόνων δικαίου.

 Ο Ζήνων και η Στοά

|»Ο Ζήνων από το Κίτιο (334-262 π.Χ.) είναι ο ιδρυτής της φιλοσοφικής σχολής του Στωικισμού στην Αθήνα. Η σχολή του ονομάστηκε έτσι από το γεγονός ότι ο Ζήνων δίδασκε στη Στοά Ποικίλη της Αθήνας περίπου από το 300 π.Χ. Ο Στωικισμός διαδόθηκε ευρύτατα στους κύκλους των μορφωμένων αλλά και των ηγεμόνων κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο — ανάμεσα στους διάσημους οπαδούς του ήταν ο Αντίγονος Γονατάς της Μακεδονίας και ο πανεπιστήμονας Ποσειδώνιος, και στη Ρώμη ο ποιητής και φιλόσοφος Σενέκας και ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος. Τεράστια υπήρξε η επίδραση της στωικής ηθικής φιλοσοφίας στον Χριστιανισμό, ενώ μέχρι τις μέρες μας το επίθετο «στωικός» περιγράφει την καρτερική στάση του ανθρώπου απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής.

Θεμέλιο της στωικής φιλοσοφίας είναι η πίστη στον λόγον, με τη διττή σημασία της λογικής σκέψης και της ικανότητας του λόγου. Η Φύση, ο Θεός και το Σύμπαν διέπονται από τις αρχές της λογικής, και εναπόκειται στον σοφό άνθρωπο να τις αποκαλύψει και να κατακτήσει την αληθινή ευδαιμονία. Η στωική φιλοσοφία διακρίνεται σε τρεις τομείς: τη λογική, τη φυσική και την ηθική. Η λογική περιλαμβάνει τη γραμματική, τη ρητορική, τη διαλεκτική και την επιστημολογία, δηλαδή την προσέγγιση της γνώσης και της αλήθειας μέσω της λογικής. Ο τομέας της φυσικής αφορά κυρίως τη μελέτη της φύσης, αλλά ταυτόχρονα και τη θεολογία, αφού οι Στωικοί κατά βάθος ταυτίζουν την Φύση με τον Θεό και αυτόν με τη σειρά του με τον Λόγο. Η πρακτική πλευρά του Στωικισμού αφορά την ηθική, αφού για τους Στωικούς η ανθρώπινη ζωή πρέπει να ρυθμίζεται με βάση την αρετή και όχι τα συναισθήματα.»

https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/encyclopedia/hellenistic/page_016.html

«Στο έργο του Ζήνωνα «Πολιτεία» καταργούνται οι θεμελιώδεις  κοινωνικοί και οικονομικοί θεσμοί του ελληνικού κόσμου. Στον ιδανικό κόσμο το κράτος χάνει τη δύναμή του, γιατί κάθε στωικός  σοφός είναι αυτάρκης και κύριος του εαυτού του. Είναι όμως συνδεδεμένος με τους συντρόφους του με τα δεσμά της φιλίας, γιατί όλοι οι σοφοί είναι φίλοι και μόνο μεταξύ τους μπορεί να υπάρξει φιλία με την αληθινή της σημασία. Πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς είναι ένας κοινοβιακός τρόπος ζωής που καταργεί όλες τις διακρίσεις ως προς το φύλο, την καταγωγή, την εθνικότητα και την περιουσία.

“Κατά τους στωικούς ο άνθρωπος χάρη στην ουσιαστική ομοιότητα της ψυχής του με το Λόγο του κόσμου είναι ον προορισμένο από τη φύση του για την κοινότητα. Ταυτόχρονα όμως και η εντολή του Λόγου, που απορρέει από αυτή την ομοιότητα, τον υποχρεώνει να συμπήξει κοινωνία κατά έναν τρόπο που επιδέχεται μόνο ειδικές εξαιρέσεις. Ως αμέσως προσεχής παρουσιάζεται η φιλική σχέση , η ηθική συναναστροφή ενάρετων ατόμων που τα συνδέει η κοινή δραστηριότητα για την τήρηση του ηθικού νόμου. Αλλά από αυτές τις καθαρά προσωπικές σχέσεις η στωική διδασκαλία προχωρεί αμέσως στο γενικότατο στην ολότητα των λογικών όντων. Ως μέρη του ενός κοσμικού Λόγου διαμορφώνουν θεοί και άνθρωποι μαζί ένα μεγάλο λογικό πλαίσιο ζωής, ένα πολιτικόν σύστημα, όπου κάθε άτομο είναι ένα απαραίτητο μέλος. Από εδώ απορρέει το ιδανικό πρόγραμμα εργασίας για το γένος των ανθρώπων: να διαμορφώσουν ένα λογικό βασίλειο που θα περιλαμβάνει στους κόλπους του όλα τα μέλη του.

Το ιδανικό κράτος λοιπόν των στωικών όπως το σχεδίασε ο Ζήνων (παράλληλα αλλά και σε αντίθεση προς το πλατωνικό), δεν αναγνωρίζει τους φραγμούς της εθνικότητας ή του ιστορικού κράτους. Είναι μια έλλογη συμβιωτική κοινότητα όλων των ανθρώπων μια ιδανική παγκόσμια αυτοκρατορία. Ο Πλούταρχος είχε ήδη αντιληφθεί ότι με αυτή τη θεωρία γινόταν μια λογική κατασκευή εκείνου που ιστορικά είχε ξεκινήσει με τον μεγάλο Αλέξανδρο και ολοκληρώθηκε με του Ρωμαίους. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι αυτή την κοσμική αυτοκρατορία οι στωικοί την εννοούσαν κατά πρώτο λόγο ως πνευματική ενότητα γνώσης και βούλησης, και μόνο κατά δεύτερο λόγο ως πολιτική δύναμη.”WINDELBAND WILHELM, HEIMSOETH HEINZ “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ) ΣΕΛ. 204-205”

Η θεωρία είναι ουτοπική και αναγνωρίστηκε ως ουτοπική. Το ενδιαφέρον της όμως έγκειται στην κριτική που εμπεριέχει για την κοινωνία εκείνης της εποχής. Η στωική πολιτική θεωρία δεν είναι ένα πρόγραμμα μεταρρύθμισης αλλά ένα πρότυπο του κόσμου, όπως θα ήταν, αν μπορούσαν να ενωθούν οι άνθρωποι όχι με τεχνικούς δεσμούς, αλλά αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον κοινές αξίες και κοινούς σκοπούς. Χρήμα, οικογένεια και κληρονομική κατάσταση θεωρούνται όλα παράγοντες δυσαρμονίας. Δεν έχουν καμία σχέση με το να είναι κανείς ενάρετος και η αρετή έχει απόλυτη σχέση με το ιδανικό κράτος.» (Long σελ. 321-322) [ΕΡΩΤΗΣΗ Α1]

 

Πόλεις – δήμους

Δημότας – πολίτας

Χιαστό σχήμα

Δῆμος: όσοι κατοικούν στην ύπαιθρο σε αντίθεση με όσους κατοικούν στην πόλη, ο λαός.

Δημότης: άνθρωπος του λαού

Δημοτικός: αυτός που ανήκει στον λαό, ένας από τους πολλούς, ο δημοκρατικός.

 

Ο νόμος στους στωικούς

Συννόμου, νόμῳ, ευνομία (σχήμα ετυμολογικό)

Το ιδανικό για τους στωικούς είναι ο άνθρωπος να ζει σύμφωνα με τη φύση. Δηλαδή πρέπει να ενσαρκώνει και να βιώνει την πρωτογενή φυσική του κατάσταση χωρίς να δεσμεύεται από διάφορες εθνικές, πολιτικές ή κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Γι’ αυτό ο κοσμοπολιτισμός προβλήθηκε ως μια ιδιότητα του στωικού και μια αξία του στωικισμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι βρίσκεται σε αντίθεση με τον νόμο, δηλαδή τους τοπικούς πολιτικούς θεσμούς του κράτους στα όρια του οποίου ζει, εκτός κι αν αυτοί τον παρεμποδίζουν να ζει έλλογα και σύμφωνα με την παγκόσμια έλλογη τάξη.

 

ΖΗΝΩΝ

Η συμβουλή του Αριστοτέλη

«ὡς Ἀριστοτέλης συνεβούλευεν αὐτῷ, …  προσφερόμενος»

Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Αριστοτέλης συμβούλευε τον Αλέξανδρο να διοικεί τους Έλληνες ως ηγέτης τους, ενώ τους βαρβάρους ως αφέντης και τους πρώτους να τους φροντίζει ως φίλους και συγγενείς, ενώ τους δεύτερους ως σκλάβους και ως ζώα και φυτά, δηλαδή όπως διατρέφει κανείς τα ζώα τα οποία ως ά-λογα δεν έχουν καθόλου δική τους βούληση και θέληση. Παρά την επιφυλακτικότητά που μπορεί να έχει κανείς για την γνησιότητα της παραπάνω πληροφορίας, η γενική τάση είναι να γίνεται αποδεκτή ως απηχούσα τις αντιλήψεις του Αριστοτέλη, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από την κυρίαρχη ιδεολογία που θεωρούσε τους βαρβάρους δούλους, λόγω της απόλυτης μοναρχίας που είχαν ως πολίτευμα. Επιπλέον η φράση του Αριστοτέλη από τα Πολιτικά (Ι1252 b9) «βάρβαρον καί δοῦλον ταὐτό φύσει» ενισχύει την παραπάνω άποψη.

“Ο Αριστοτέλης αποδοκίμασε τις επιχειρήσεις του Αλεξάνδρου. Ο λόγος ήταν ότι αυτός είχε προσηλωθεί στην ιδέα της μικρής ελληνικής δημοκρατίας, και καταδίκαζε το μεγάλο κράτος. Επιπλέον έμεινε σταθερός στην γνώμη των Ελλήνων ότι αυτοί ήταν ανώτεροι από τη φύση τους από τις άλλες φυλές, κι έτσι βράθηκε αντίθετος στο βασικότερο χαρακτηριστικό της πολιτικής του Αλεξάνδρου, που ήταν η ίση διακυβέρνηση των Ελλήνων και των βαρβάρων” (Bury, Meiggs σελ.782)

Ο W. Kullmann ( Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη σελ. 74-75 ΜΙΕΤ) θεωρεί την πληροφορία αυτή του Πλουτάρχου πλαστή. «Βάσει αυτής της διαφοροποιημένης άποψης περί βαρβάρων θεωρώ αμφίβολη την αυθεντικότητα του χονδροειδούς ανεκδότου που αφηγείται ο Πλούταρχος σχετικά. Σύμφωνα με το ανέκδοτο αυτό, ο Αριστοτέλης συμβούλευσε σε ένα γράμμα του τον Αλέξανδρο να φροντίζει τους Έλληνες σαν φίλους και συγγενείς, τους βαρβάρους αντίθετα, να τους μεταχειρίζεται σαν ζώα και φυτά. Ο Αλέξανδρος, όμως, δεν ακολούθησε την συμβουλή του. Είναι φανερό ότι η ιστορία αυτή δεν ταιριάζει με τη διαφοροποιημένη εικόνα που παρέχουν το τρίτο και το έβδομο βιβλίο των Πολιτικών, ενώ αντιβαίνει σαφώς και στη θεωρία του πρώτου βιβλίου, κατά την οποία οι δούλοι διαφέρουν εκ φύσεως από τα ζώα, επειδή διαθέτουν την ικανότητα να υπακούν στον λόγο, και από τα φυτά, επειδή έχουν αισθήσεις. Για τον λόγο αυτό αμφιβάλλω αν το ανέκδοτο αυτό είναι αυθεντικό.»

H σημασία της λέξης βάρβαρος (επιμέλεια: Λ. Πόλκας)

http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/education

(α) O I.Θ. Kακριδής δίνει μια πολύ γενική ερμηνεία της λέξης βάρβαρος, η οποία θα μπορούσε να ισχύει για την αρχαϊκή γραμματεία και, εν μέρει για την κλασική· πάντως όχι για το σύνολο της αρχαιοελληνικής εποχής και ούτε για το σύνολο της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Tο ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είναι ότι η σχετική λέξη δεν είναι ελληνική, αλλά βαρβαρική:

«Στους αρχαίους Έλληνες βάρβαρος αρχικά σημαίνει κάθε λαό αλλόγλωσσο, χωρίς καμιά μειωτική απόχρωση. Και κάθε άνθρωπος, που δεν έχει για μητρική του γλώσσα τα ελληνικά, είναι βάρβαρος, άσχετα με την πνευματική του και ψυχική του καλλιέργεια. 

Ώστε βάρβαρος δεν θα πει παρά αλλόγλωσσος. Και από πού παράγεται η λέξη; Από την επανάληψη της συλλαβής βαρ-. Όταν ακούει κανείς μια γλώσσα που δεν την ξέρει, οποιαδήποτε και να είναι η γλώσσα αυτή, τη νιώθει σαν μια σειρά από συλλαβές δίχως νόημα, σαν ένα λόγο αδιάρθρωτο, χωρίς κλίση, χωρίς σύνταξη, χωρίς κανόνες. Ο πρώτος που έπλασε τη λέξη βάρβαρος θα άκουσε κάποιους ξένους να μιλούν, και με την επανάληψη της συλλαβής βαρ- θέλησε να αποδώσει την παράξενη ακουστική εντύπωση που του έκανε ο ακατανόητος αυτός λόγος. Το παράξενο είναι πως η λέξη βάρβαρος δεν είναι καν ελληνική, είναι βαρβαρική. Στα παλιά ινδικά barbara σημαίνει τραυλός. Και οι Ινδοί και οι Έλληνες όμως έχουν δανειστεί τη λέξη από τους Σημίτες: barbar και barbaru στα σουμερικά και στα βαβυλωνιακά έχει τη σημασία του ξένος, αλλοεθνής.» [I.Θ. Kακριδής, “Oι αρχαίοι Έλληνες και οι ξένες γλώσσες”, στο Mελέτες και Άρθρα. Θεσσαλονίκη 1971, σ.13]

(β) O Dihle, παρακολουθώντας την εξέλιξη της σημασίας της λέξης βάρβαρος μέσα στην πορεία της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματείας, εντοπίζει την αλλαγή στη σημασία της με το σημερινό, υποτιμητικό της πλέον, νόημα:

«Tα συγκλονιστικά συμβάντα του Πελοποννησιακού πολέμου και των αμέσως επόμενων δεκαετιών μετέβαλαν την αυτοσυνείδηση των Ελλήνων. Oι κύριες αιτίες γένεσης συναισθημάτων μνησικακίας απέναντι στους Πέρσες, τα οποία οι Έλληνες ήσαν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να επεκτείνουν σε ολόκληρο τον κόσμο των βαρβάρων, ακόμη και στα συγγενικά τους φύλα της Mακεδονίας, ήταν η πρόσφατη προσάρτηση των ελληνικών πόλεων της Mικράς Aσίας στο περσικό κράτος το 378 π.X. και το διαρκώς αυξανόμενο βάρος της περσικής διπλωματίας. Kαι ανάλογη με αυτά τα συναισθήματα ήταν και η πρωτόγνωρη υπεροψία τους. […]

Aυτό το έδαφος έθρεψε το συναίσθημα ότι οι Έλληνες ήταν εκ φύσεως ανώτεροι από τους βαρβάρους. Kανένας δεν επιχειρηματολόγησε υπέρ αυτής της αντίληψης τόσο επίμονα όσο ο Iσοκράτης (Πανηγυρικός), ο πιο επιφανής ρήτορας του 4ου αι. π.X. Aλλά εκείνοι που πάνω απ’ όλα εκφράζουν εντελώς απροκάλυπτα την αντίληψη για την ανωτερότητα των Eλλήνων έναντι των μη Eλλήνων είναι οι φιλόσοφοι και κυρίως ο Aριστοτέλης και ο Πλάτων […]. Όταν ο Φίλιππος της Mακεδονίας υπέταξε την Eλλάδα και άρχισε να εξοπλίζεται για να πολεμήσει τους Πέρσες […], εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της ελληνικής ηθικής και πολέμιος του κόσμου των βαρβάρων. Eκείνη την εποχή εθεωρείτο αυτονόητο ότι ο μη “Έλλην” εχθρός έπρεπε αναγκαστικά να είναι βάρβαρος, ο οποίος όχι μόνο μιλούσε μία ακατανόητη γλώσσα, αλλά επιπλέον ήταν απολίτιστος και δίχως παιδεία. H λέξη βάρβαρος πήρε τη σημασία που διατηρεί τις ημέρες μας κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες του 4ου αι. π.X.» [A. Dihle, Oι Έλληνες και οι ξένοι, μτφρ. T. Σιέτη, εκδ. Οδυσσέας: Aθήνα 1997, σ.56, 58, 61]

Το παρακάτω απόσπασμα από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη φανερώνει την άποψη των Ελλήνων για τους Πέρσες:

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ 4.

Το σύστημα αξιών των Περσών είναι απότοκο του τρόπου ζωής τους

150] Και τίποτα από αυτά δεν έγινε στην τύχη· όλα ήταν φυσικό να γίνουν όπως έγιναν. Δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι, που ανατρέφονται με αυτόν τον τρόπο και κάτω από την τρομάρα του δεσποτικού τους πολιτεύματος, να έχουν μέσα τους καμιά αρετή, δεν είναι δυνατό να στήνουν τρόπαια στις μάχες ενάντια στους εχθρούς. Πώς είναι δυνατόν αλήθεια, με τα δικά τους ήθη, να αναδειχτεί ποτέ άξιος στρατηγός ή και γενναίος στρατιώτης, αφού η μάζα η μεγάλη είναι άτακτος όχλος χωρίς καμία πείρα στους κινδύνους, ανίκανοι για πόλεμο, για τη σκλαβιά όμως καλύτερα εκπαιδευμένοι και από τους δούλους μας; [151] Όσοι πάλι κατέχουν μεγάλα αξιώματα, αυτοί ποτέ δεν έζησαν με κάποια ισορροπία, ποτέ δε νοιάστηκαν για το συμφέρον το κοινό, για το καλό του κράτους· αντίθετα, κάθε στιγμή δείχνουν την περιφρόνηση στους κατώτερους, τη δουλοπρέπειά τους στους ανώτερους, σαν τους ανθρώπους που η διαφθορά τους έχει σημαδέψει. Και γενικά τα σώματά τους είναι μαλθακά, από τον πλούτο βουτηγμένα στην πολυτέλεια και στη χλιδή, και η ψυχή τους πάντα δουλική, ταπεινωμένη και τρομοκρατημένη από το δυνάστη· αφήνουν να τους ερευνούν εξευτελιστικά στου παλατιού τις πόρτες, σέρνονται κατά γης, με κάθε τρόπο ασκούνται στην ταπείνωση· λατρεύουν και προσκυνούν ένα θνητό που τον αποκαλούν θεό, αδιαφορούν για τους θεούς και λογαριάζουν τους ανθρώπους περισσότερο.

Μτφρ. Στ. Μπαζάκου–Μαραγκουδάκη. 1967. Ισοκράτης. Πανηγυρικός, Φίλιππος. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις. Αθήνα: ΟΕΔΒ.

http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek

Η πολιτική που ακολούθησε ο Μ. Αλέξανδρος

«Οὐ γάρ, πολέμων …. δι’ αἵματος καὶ τέκνων ἀνακεραννυμένους.»

Οὐ γάρ πολέμων πολλῶν καὶ φυγῶν ἐνέπλησε καὶ στάσεων ὑπούλων τὴν ἡγεμονίαν»

Στο σημείο αυτό φανερά  εξωραϊζεται από τον Πλούταρχο η πολιτική που ακολούθησε ο Μ. Αλέξανδρος στα κατακτημένα εδάφη.

Θεόθεν 

Πολλοί μελετητές έχουν ασχοληθεί με το πρόβλημα της αποθέωσης του Μ. Αλεξάνδρου. Πίστευε πράγματι ότι ήταν θεός ή γιος θεού; Πέρα από τον μύθο που διέδιδε η μητέρα του η Ολυμπιάδα ότι η πατέρας τους ήταν ο Ηρακλής, μια σημαντική στιγμή για τον Μ. Αλέξανδρο ήταν η επίσκεψή του στο μαντείο του Ἀμμωνος στην Αίγυπτο. Εκεί ο ιερέας τον χαρακτήρισε ως γιο θεού. Επιπλέον το πρόβλημα περιπλέκεται  από την απαίτηση  του να τον προσκυνούν ακόμη και οι Έλληνες συμπολεμιστές του.

Πέρα από τα παραπάνω ιστορικά ερωτήματα, το σίγουρο είναι ότι η πολιτική αξιοποίηση της αποθέωσης του,  εξασφάλισε την συνοχή και ενότητα που επεδίωκε, για να διοικήσει ένα τέτοιο αχανές και πολυεθνικό κράτος.

 «Το πιο σημαντικό και πλούσιο σε αποτελέσματα πράγμα που δημιούργησε ο Αλέξανδρος στην διάρκεια της σύντομης εξουσίας του ήταν η απόλυτη μοναρχία, στηριζόμενη στην δια της λατρείας του ηγεμόνος αποθέωση του βασιλέως». Ο ελληνικός κόσμος, λόγω της πολιτοκεντρικής του νοοτροπίας, δεν μπόρεσε –και λόγω προσηλώσεως στη δημοκρατία- δεν δημιούργησε ευρύτερο κρατικό σχηματισμό υπό βασιλικό εξουσιαστικό καθεστώς. Το μπόρεσε όμως στην Ανατολή ο Αλέξανδρος. Έδωσε το πρότυπο μιας δυναστικής εξουσίας, κατά το υπόδειγμα των Ανατολικών, αλλά με ελληνότροπο χαρακτήρα. (Καργάκος σελ. 186 τ. Γ’)

 

Αρμοστής (=διοικητής) και διαλλακτής (συμφιλιωτής, από το ρήμα διαλλάσσω = ανταλλάσσω έχθρα προς φιλία, συμφιλιώνω)

ὥσπερ ἐν κρατῆρι φιλοτησίῳ (=ποτήρι που συμβάλλει στην φιλότητα, φιλία) παρομοίωση.

Με  τα παραπάνω τονίζεται πως ο Μ. Αλέξανδρος δεν διοικούσε δεσποτικά και αυταρχικά, αλλά στόχο είχε να οικοδομήσει το κράτος και την εξουσία του πάνω στην φιλία και την ομόνοια όλων των λαών που κατοικούσαν σ’ αυτό. Άλλωστε μετά την ανταρσία των Μακεδόνων πολεμιστών στην Ώπη της Μεσοποταμίας, οι οποίοι απαίτησαν την επιστροφή στην πατρίδα, ο Αλέξανδρος σε συμφιλιωτική γιορτή και συμπόσιο «ἐκανε ευχές και για τα άλλα αγαθά και για ομόνοια και για συμμετοχική εξουσία στους Μακεδόνες και στους Πέρσες» σύμφωνα με τον Αρριανό (Αλεξάνδρου Ανάβασις 7,11)

Η πολιτική της συγχώνευσης

«εἰς ταὐτὸ συνενεγκὼν τὰ πανταχόθεν, ὥσπερ ἐν κρατῆρι φιλοτησίῳ μίξας τοὺς βίους καὶ τὰ ἤθη»

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ενότητα 20 Φάκελος υλικού Αρχαίων Ο.Π Σημειώσεις

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 20 Ο κοσμοπολίτης άνθρωπος

1.     ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Διατριβαί, Β 10.1-4

Ο Επίκτητος είχε γεννηθεί στα 50 μΧ., στην  Ίεράπολη της Φρυγίας , περιοχή γνωστή προπάντων για την οργιαστική  λατρεία της Κυβέλης. Μεταφερμένος στη Ρώμη πολύ νέος, άκουσε, δούλος ακόμη, τη διδασκαλία του Μουσόνιου Ρούφου, στωικού φιλοσόφου με όχι  αμελητέα επιρροή στη νεολαία, ώστε και να  εξοριστεί από τον Νέρωνα το 65 μΧ. στη Γυάρο των Κυκλάδων. Ό Μουσόνιος εξορίσθηκε πάλι αργότερα με το γενικό διωγμό των φιλοσόφων επί Βεσπασιανού, παρά την προσωπική εύνοια του αυτοκράτορα, και μόνο επί Τίτου είχε σταθερή  εξασφάλιση της ελευθερίας του και την ευχέρεια να διδάσκει στη Ρώμη. Τότε μάλλον  τον άκουσε ο Επίκτητος και συναρπάσθηκε από τη διδασκαλία του και αφοσιώθηκε στον φιλοσοφικό βίο. ‘Αργότερα, όταν πέθανε ό Μουσόνιος πριν το 81 μ.Χ., ό Επίκτητος, πού είχε απελευθερωθεί εν τω μεταξύ, άρχισε να διδάσκει στωική φιλοσοφία στη Ρώμη και συνέχισε τη διδασκαλία του εκεί, με συνείδηση αποστολής, ως ότου εξορίστηκε από την Ιταλία, επί Δομιτιανού, το 94 μ.Χ ίσως, με το γενικό διωγμό των «μαθηματικών» των «αστρολόγων» και των φιλοσόφων, και τελικά εγκαταστάθηκε στη Νικόπολη της ‘Ηπείρου. Εκεί ό Επίκτητος Έζησε και δίδαξε αρκετά χρόνια, ως το θάνατό του, ύστερα από το 125 μ.Χ. Η διδασκαλία του διασώθηκε από τον Αρριανό, Έλληνα από τη Νικομήδεια ο οποίος συνέγραψε το έργο «Ἐπικτήτου Διατριβαί».  (Περιοδικό Εποχές Μαϊου 1963 σελ. 86)

Σκέψαι τίς εἶ.

Ο Επίκτητος απευθύνεται σε β’ ενικό στον εαυτό του αλλά και σε αυτόν που θα διαβάσει τις διδασκαλίες του. Τον προσκαλεί να στραφεί στον εαυτό του και να τον εξετάσει σε βάθος. «Σε κάθε τι που συμβαίνει, θυμήσου να γυρνάς στον εαυτό σου και να γυρεύεις ποια δύναμη έχεις μέσα σου για να το αντιμετωπίσεις» (Επίκτητος εγχειρίδιο κεφ. Ι’)

Ο άνθρωπος της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής αποτελεί ένα «άτομο» μέσα στην απρόσωπη μάζα των αχανών βασιλείων και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αυτό πού του ανήκει πραγματικά είναι μόνο ο εαυτός του στον οποίο στρέφεται.

«Γιατί πουθενά ησυχότερα κι αμεριμνότερα δεν αποτραβιέται ο άνθρωπος παρά μέσα στην ψυχή του, και μάλιστα εκείνος που έχει τακτοποιημένα τα εσωτερικά του έτσι που, όταν τα βλέπει, καταλαμβάνεται από τέλεια καλή διάθεση. Και καλή διάθεση εννοώ την αρμονική διάθεση. Συχνά λοιπόν δίνε του εαυτού σου του είδους τούτου απομόνωση και ανανέωνέ τον». (Μάρκος Αὐρήλιος, Tὰ εἰς ἑαυτόν, Δ, 3)

«Πρόκειται για τον χώρο του ατομικού βίου, το πεδίο που αποτελείται από αυτό που είναι για όλους τους ανθρώπους το πλέον οικείο και σημαντικό• ο χώρος της αντίληψης του καθενός, οι διαπροσωπικές του σχέσεις, η πηγή των σωματικών καταστάσεων και των ατομικών αισθημάτων» (Vegetti σελ. 286-7)

προαιρέσεως

«Με τον όρο «επιλογή» µεταφράζεται ο ελληνικός όρος προαίρεσις,  από το ρήµα προαιρώ που αποτελείται από την πρόθεση προ- (πρώτα», «πριν») και  αἰρῶ (παίρνω», «επιλέγω», «προτιµώ»). Το προ- µπορεί να έχει δύο σηµασίες µία χρονική (προηγουμένως ως προς τον χρόνο) ή
συγκριτικά (προηγούμενα» αναφορικά µε κάτι άλλο που διακόπτεται). Με την πρώτη σηµασία, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους Στωικούς, που σκοπό είχαν πιθανότατα την προαίρεση ως µια «προκαταρκτική επιλογή» της  διαγωγής στη ζωή. Ο Αριστοτέλης, αντίθετα, είχε
αποδώσει σε αυτό το πρόθεµα µια συγκριτική σηµασία σκοπεύοντας στην προαίρεση ως «προτιμητέα επιλογή» που λαµβάνεται µέσα από τη συζήτηση και καθορίζοντάς την ως µια συνειδητή επιθυµία «που αφορά τα πράγµατα τα οποία εξαρτώνται από εµάς» (Ηθικά Νικοµάχεια,
3, 5, l113a, 10-11). Εκτός από τη συγκριτική σηµασία, ο Επίκτητος οφείλει στον Αριστοτέλη και την έννοια «εκείνο που εξαρτάται από εµάς». Ωστόσο, σύµφωνα µε τον  Αριστοτέλη, αυτός επιβεβαιώνει ότι µόνο η προαίρεση και οι «προαιρετικές πράξεις» εξαρτώνται  από εµάς, ενώ όλα τα υπόλοιπα (σώμα, αντικείμενα, άτομα) είναι ανεξάρτητα: εκείνο που εξαρτάται από εμάς δεν είναι αντικείμενο της προαίρεσης αλλά αναγνωρίζεται από αυτήν. Για τον Επίκτητο η προαίρεση είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για την επίτευξη της ελευθερίας, το ύψιστο αγαθό, για το οποίο κάθε ανθρώπινο ον θα πρέπει να προσπαθεί  αι το οποίο επιτρέπει να ζούμε αυτόνομα σε σχέση με το περιβάλλον.» Εco σελ. 152-154.

ἀδούλευτον καὶ ἀνυπότακτον

Ο Επίκτητος έδινε μεγάλη σημασία στην έννοια της ελευθερίας. Καθώς ο ίδιος είχε γεννηθεί δούλος αντιλαμβανόμαστε πόση αξία είχε γι’ αυτόν  η ελευθερία. Πόσα περιθώρια ελευθερίας όμως διαθέτει ο άνθρωπος; Το σύμπαν για τους Στωικούς διέπεται από θεϊκούς νόμους που είναι οι καλύτεροι δυνατοί καθώς έχουν ρυθμιστεί από τον θεό που χαρίζει στον κόσμο τη βέλτιστη τάξη.

«Πράγματι, ο στωικός θεός δεν διακρίνεται από τον κόσµο• αυτός δεν είναι παρά η διάσταση της λογικότητας του κόσμου  που ενυπάρχει εντός του. Η ανάγκη και η είμαρμένη (ή “μοίρα”, πεπρωμένο) ήταν από κάποια άποψη για τους Στωικούς δύο ονόματα που δήλωναν το ίδιο πράγμα: τη διάσταση της θείας λογικότητας· τα δύο καταλληλότερα ονόματα ήσαν για τους Στωικούς Θεός και λόγος, που από την οπτική γωνία αυτής της κοσμικής θεολογίας συνέπιπταν. Ένα άλλο όνομα για αυτό τον κοσμικό θεό ήταν για τους Στωικούς το “Ζευς”· ταυτίζοντας τη σπουδαιότερη από τις παραδοσιακές θεϊκές μορφές με τον θεό τους, ενέτασσαν τη μορφή αυτή στη φιλοσοφία τους. Τέλος, ο κοσμικός ορθός λόγος αποκαλείτο “θεία πρόνοια”. Η είμαρμένη, που μας επιφυλάσσει αυτή, είναι καλή, ακόμη κι αν εμείς δεν κατανοούμε το θετικό και ωφέλιμο χαρακτήρα της. Η στωική θεία πρόνοια ασχολείται με την ιδιωτική και καθημερινή διάσταση της ζωής, από την οποία ο πλατωνικός και ο αριστοτελικός θεός απουσίαζαν.» (Vegetti σελ. 299)

Για τους Στωικούς όμως η παγκόσμια αυτή έλλογη τάξη δεν έρχεται σε αντίθεση με την ατομική ευθύνη από τη στιγμή που η φύση έχει δώσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της συγκατάθεσης  με τη βοήθεια της λογικής. Έτσι ο άνθρωπος καθίσταται η πρωταρχική αιτία των επιθυμιών του και των πράξεων του, ακόμα κι αν αυτές είναι προδιαγεγραμμένες από το πεπρωμένο.

«Εάν η πορεία των γεγονότων είναι έλλογη, η αιτία της ανελευθερίας δεν µπορεί παρά να βρίσκεται εντός µας, στον τρόπο µε τον οποίο αποδεχόμαστε τον αναγκαίο καθορισµό. Τα πάντα εξαρτώνται από το εάν αναγνωρίζουμε ή όχι την έλλογη φύση των γεγονότων . Αν δεν είµαστε σε θέση να το κάνουµε, θα δημιουργηθεί δυσαρμονία ανάµεσα σε αυτό που είµαστε, από τη µια, και στις φιλοδοξίες και τη θέλησή µας, από την άλλη• τότε θα εμφανιστούν τα πάθη, οι ταραχές, οι φόβοι, δηλαδή όλα όσα µας καθιστούν δυστυχισμένους και µας αφαιρούν την ελευθερία. Αν, αντιθέτως, είµαστε σε θέση να το κάνουµε, ζούµε µέσα µας µια ήρεµη και αρµονική ζωή. Υπάρχει µια στωική ρήση που εκφράζει µε κάθε σαφήνεια την εσωτερική κατάσταση την οποία ποιος πρέπει να κατακτήσει: «να θέλουµε αυτό που συµβαίνει» (συµπεριλαµβανοµένων και γεγονότων όπως ο θάνατός µας). Το περιεχόμενο της ρήσης συμπίπτει µε αυτό µίας άλλης: όµολογουµένως τῆ φύσει ζῆν  (να ζει κανείς σε συµφωνία µε τη φύση)». Vegetti σελ. 288.   (ερώτηση Β1)

Ο ανεμπόδιστος άνθρωπος, αυτός, στον οποίο τα πράγματα έρχονται όπως θέλει, είναι ελεύθερος. Αυτός, όμως, που μπορεί ή να τον ανακόψουν ή να τον εξαναγκάσουν ή να τον εμποδίσουν ή, παρά τη θέλησή του, να τον μπλέξουν σε κάτι, είναι δούλος. Και ποιος είναι ακώλυτος; Αυτός που δεν επιθυμεί τίποτε από τα ξένα. Και ποια πράγματα είναι ξένα; Αυτά που δεν εξαρτάται από εμάς ούτε να τα έχουμε ούτε να μην τα έχουμε· ούτε να τα έχουμε σε μια ορισμένη κατάσταση με έναν ορισμένο τρόπο. Επομένως, το σώμα είναι ξένο, τα μέρη του είναι ξένα, η περιουσία είναι ξένο πράγμα. Αν, λοιπόν, πάσχεις για κάτι από αυτά σαν να είναι δικό σου, θα τιμωρηθείς όπως αξίζει σε αυτόν που επιθυμεί ξένα πράγματα. Αυτός ο δρόμος οδηγεί στην ελευθερία, αυτή μόνο είναι η απαλλαγή από τη δουλεία, να μπορείς κάποτε με όλη σου την ψυχή να πεις το: οδήγησέ με Δία, και συ Πεπρωμένο, εκεί που από παλιά με έχετε ορίσει.

(Ἐπίκτητος, Δ΄ Διατριβή, α΄ «Περὶ ἐλευθερίας», § 128-131)

“Αυτός είναι ο λόγος που το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα στον καθορισμό της έννοιας του “σοφού” εκείνη την εποχή είναι η αταραξία. Στωικοί, επικούρειοι και σκεπτικοί δεν κουράζονται να εγκωμιάζουν ως πλεονέκτημα του σοφού την ανεξαρτησία από την πορεία των πραγμάτων. Ο σοφός είναι ελεύθερος, είναι βασιλιάς, θεός. Ό,τι κι αν του συμβεί δεν θα μπορέσει να θίξει τη γνώση, την αρετή, την ευδαιμονία του. Η σοφία του στηρίζεται σ’ αυτόν τον ίδιο, και ο κόσμος δεν τον νοιάζει. Αυτή η σκιαγράφηση του  ιδεώδους απεικονίζει το χαρακτήρα της εποχής: ο υποδειγματικός άνθρωπος δεν είναι γι’ αυτήν εκείνος που εργάζεται και δημιουργεί για κάποιο μεγάλο σκοπό, αλλά εκείνος που ξέρει να αποδεσμεύεται από τον εξωτερικό κόσμο και να βρίσκει την ευτυχία στον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι εκφράζεται με σαφήνεια η εσωτερική απομόνωση των ατόμων και η αδιαφορία τους απέναντι στους γενικούς σκοπούς. Η ευδαιμονία του σοφού εξαρτάται από την υπέρβαση του εξωτερικού κόσμου.
Πρέπει όμως να ξεπεράσει τον κόσμο -πάνω στον οποίο έτσι κι αλλιώς δεν έχει καμία δύναμη- μέσα του. Πρέπει να κυριαρχήσει στις επιδράσεις που δέχεται από τον κόσμο. αλλά αυτές οι επιδράσεις είναι τα συναισθήματα και οι επιθυμίες που διεγείρουν η ζωή και ο κόσμος στον άνθρωπο. Είναι διαταραχές της ίδιας της ουσίας του, πάθη (affectus). Η αξία λοιπόν της σοφία επιβεβαιώνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος τα πάθη του* ουσιαστικά είναι ελευθερία από τα πάθη, απάθεια (σύμφωνα με την έκφραση των στωικών). Η ευλογία αυτής της “σοφίας” είναι να έχεις αδιατάραχτη εσωτερική γαλήνη.” WINDELBAND WILHELM, HEIMSOETH HEINZ “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ) ΣΕΛ.  194

Κεχώρισαι κατά λόγον, κεχώρισαι θηρίων

Σύμφωνα με τη Στωική φιλοσοφία μέσα στην ψυχή του ανθρώπου υπάρχει το «ηγεμονικό» η διευθύνουσα αρχή ένα είδος κεντρικού οργάνου που διευθύνει τις πράξεις μας και τη συμπεριφορά μας. Το όργανο αυτό βρίσκεται στην καρδιά και σ’ αυτό συρρέουν όλες οι παραστάσεις μας. Το ηγεμονικό υπάρχει και στα ζώα, αλλά μόνο στον άνθρωπο ενεργεί και λειτουργεί με βάση τη λογική. Η ικανότητα  της λογικής αναδύεται στον άνθρωπο στην ηλικία των 14 ετών περίπου. Μέχρι τότε ο άνθρωπος ενεργεί όπως και τα ζώα, ενώ μετά από αυτή την ηλικία ο άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει τη λογική τάξη που ρυθμίζει τα γεγονότα και αυτά που αφορούν εμάς αλλά και τους άλλους.

«Το πρώτο καθήκον ενός όντος είναι να διατηρείται στη φυσική του κατάσταση. Το δεύτερο να αποκτά όσα είναι σύμφωνα με τη Φύση και να αποδιώχνει όσα είναι αντίθετα. Το επόμενο στάδιο είναι η σταθερή και συνεπής επιλογή αυτού που αρμόζει και σε τέλεια συμφωνία με τη Φύση. Σε αυτό το στάδιο αρχίζει για πρώτη φορά να εμφανίζεται και να γίνεται κατανοητό αυτό που μπορεί αληθινά να ονομαστεί αγαθό. Γιατί η πρώτη οικείωση του ανθρώπου  αφορά τα πράγματα που είναι σύμφωνα με τη φύση. Μόλις όμως αποκτήσει νοητική ικανότητα ή μάλλον ἔννοιαν και δει την τάξη και την αρμονία που διέπουν τη συμπεριφορά, αποδίδει σ’ αυτήν την αρμονία πολύ μεγαλύτερη αξία από ό,τι σε όλα τα πράγματα που είχε αγαπήσει προηγουμένως.» Κικέρων De finibus (Long σελ. 296). Σε αυτό το απόσπασμα περιγράφονται τα στάδια εξέλιξης του ανθρώπου από την άλογη (ζωώδη) κατάσταση στην έλλογη και στην κατανόηση του αγαθού.

παρακολουθητικὸς γὰρ εἶ τῇ θείᾳ διοικήσει

Σε αντίθεση με όλα τα φυσικά όντα ο άνθρωπος είναι ο μόνος που έχει προικισθεί από τη φύση με την ικανότητα να κατανοεί τα κοσμικά γεγονότα και να προάγει με τις προσπάθειες του τη λογικότητα της φύσης. Ο άνθρωπος είναι εφοδιασμένος από τη φύση με «παρόρμηση προς την αρετή» και «σπέρματα γνώσης» και τα εφόδια αυτά επαρκούν για να οδηγήσουν το ανθρώπινο λογικό στην σωστή κατεύθυνση. (Long σελ. 289). (ερώτηση Β2)

Τίς οὖν ἐπαγγελία πολίτου; Μηδὲν ἔχειν ἰδίᾳ συμφέρον, περὶ μηδενὸς βουλεύεσθαι ὡς ἀπόλυτον,

«Ένας άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στωικού σύμπαντος. Οι εξωτερικές περιστάσεις ολόκληρης της ζωής του αποτελούν ένα επεισόδιο στην ζωή της καθολικής φύσης και είναι στην εξουσία του μόνο στο βαθμό που μπορεί να επιλέξει να τις αποδεχθεί ή όχι, όταν συμβαίνουν. Αν είναι πιστός Στωικός, θα τις δεχθεί πρόθυμα, κατανοώντας ότι συμβάλλουν στην ευημερία του σύμπαντος ως συνόλου.» (Long σελ 312)

«Ο κόσμος αποτελεί μια ενότητα που συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή του πνεύματος στο οποίο οφείλει την ομοιογένεια, τη συνεκτικότητα και τη διάρκεια του στο χρόνο. Είναι ένας ζωτικός οργανισμός στον οποίο κάθε φυτικό η ζωικό μέλος βρίσκεται σε στενή αλληλουχία με τα υπόλοιπα, ώστε κάθε αλλαγή σε ένα μέλος να επιδρά στο σύνολο και κατ ’επέκταση σ’ όλα τα υπόλοιπα μέλη. (Καρακατσάνης σελ. 70 ).

ἀλλ’ ὥσπερ ἄν, εἰ ἡ χεὶρ ἢ ὁ ποὺς λογισμὸν εἶχον καὶ παρηκολούθουν τῇ φυσικῇ κατασκευῇ, οὐδέποτ’ ἂν ἄλλως ὥρμησαν ἢ ὠρέχθησαν ἢ ἐπανενεγκόντες ἐπὶ τὸ ὅλον.

Ο άνθρωπος με τον λόγο (κατά λόγον) κατανοεί και αποδέχεται την θέση του μέσα στην παγκόσμια έλλογη τάξη. Έχει ηγετική θέση, αυτό, όμως δεν του δίνει το δικαίωμα και την δυνατότητα να δρά αυτονομημένα και έξω από τα όρια που έχει θέση η ειμαρμένη. Εφόσον δεν είναι αυτός που έχει καθορίσει και ρυθμίσει την κοσμική τάξη στην ολότητά της, ο άνθρωπος δεν μπορεί να δρά «ως απόλυτος». Απόλυτα δηλαδή αυτόνομα και εντελώς ανεξάρτητα μόνο ο Λόγος μπορεί να υπάρξει.

Τη παραπάνω αντίληψη θέλει να καταστήσει κατανοητή ο Επίκτητος με την αναλογία του χεριού η του ποδιού τα οποία ως μέλη του σώματος λειτουργούν όχι αυτόνομα αλλά ενταγμένα οργανικά στο σύνολο. Συνεπώς ούτε κάνουν δικές τους αυθαίρετες επιλογές ούτε έχουν δικές τους επιθυμίες. Παρόμοια και ο άνθρωπος λειτουργεί ως οργανικό μέλος της αρμονικής συμπαντικής τάξης την οποία κατανοεί λόγω της λογικότητας του.

Στη θέση δηλαδή του χεριού και του ποδιού, τα οποία δεν μπορούν να αποκοπούν και ζήσουν ανεξάρτητα από το υπόλοιπο σώμα, πρέπει να τοποθετήσουμε τον άνθρωπο, ο οποίος δεν μπορεί να ευδαιμονήσει αποκομμένος από τον κόσμο (με την στωική σημασία). Με όπλο όμως τη λογική (λογισμόν ἔχων) μπορεί να εισδύσει νοητικά στην κοσμική τάξη (παρηκολούθουν τῇ φυσικῇ κατασκευῇ)  και έτσι δεν είναι δυνατόν να επιδιώξει ή να επιθυμήσει κάτι ασύμβατο με αυτήν.(ερώτηση Β3)

“Κατά τους στωικούς ο άνθρωπος χάρη στην ουσιαστική ομοιότητα της ψυχής του με το Λόγο του κόσμου είναι ον προορισμένο από τη φύση του για την κοινότητα. Ταυτόχρονα όμως και η εντολή του Λόγου, που απορρέει από αυτή την ομοιότητα, τον υποχρεώνει να συμπήξει κοινωνία κατά έναν τρόπο που επιδέχεται μόνο ειδικές εξαιρέσεις. Ως αμέσως προσεχής παρουσιάζεται η φιλική σχέση , η ηθική συναναστροφή ενάρετων ατόμων που τα συνδέει η κοινή δραστηριότητα για την τήρηση του ηθικού νόμου. Αλλά από αυτές τις καθαρά προσωπικές σχέσεις η στωική διδασκαλία προχωρεί αμέσως στο γενικότατο στην ολότητα των λογικών όντων. Ως μέρη του ενός κοσμικού Λόγου διαμορφώνουν θεοί και άνθρωποι μαζί ένα μεγάλο λογικό πλαίσιο ζωής, ένα πολιτικόν σύστημα, όπου κάθε άτομο είναι ένα απαραίτητο μέλος. Από εδώ απορρέει το ιδανικό πρόγραμμα εργασίας για το γένος των ανθρώπων: να διαμορφώσουν ένα λογικό βασίλειο που θα περιλαμβάνει στους κόλπους του όλα τα μέλη του.

Το ιδανικό κράτος λοιπόν των στωικών όπως το σχεδίασε ο Ζήνων (παράλληλα αλλά και σε αντίθεση προς το πλατωνικό), δεν αναγνωρίζει τους φραγμούς της εθνικότητας ή του ιστορικού κράτους. Είναι μια έλλογη συμβιωτική κοινότητα όλων των ανθρώπων μια ιδανική παγκόσμια αυτοκρατορία. Ο Πλούταρχος είχε ήδη αντιληφθεί ότι με αυτή τη θεωρία γινόταν μια λογική κατασκευή εκείνου που ιστορικά είχε ξεκινήσει με τον μεγάλο Αλέξανδρο και ολοκληρώθηκε με του Ρωμαίους. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι αυτή την κοσμική αυτοκρατορία οι στωικοί την εννοούσαν κατά πρώτο λόγο ως πνευματική ενότητα γνώσης και βούλησης, και μόνο κατά δεύτερο λόγο ως πολιτική δύναμη.

Είναι ευνόητο ότι ο υψιπετής ιδεαλισμός των στωικών άφηνε πολύ μικρά περιθώρια για πολιτικά ενδιαφέροντα. Παρόλο που στο σοφό όχι μόνο επιτρεπόταν αλλά και του επιβαλλόταν η συμμετοχή στην πολιτική ζωή ως χρέος προς την ολότητα που έπρεπε να το εκπληρώσει ακόμη και μέσα σε τούτο τον κακό κόσμο, τελικά και τα επιμέρους πολιτεύματα αλλά και τα συγκεκριμένα ιστορικά κράτη του ήταν αδιάφορα. Γι’ αυτό η Στοά δεν έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό για κανένα από τα πολιτεύματα που διαμορφώνονταν τότε αντίθετα ακολουθώντας κάποιες απόψεις του Αριστοτέλη προτιμούσε ένα μεικτό σύστημα, περίπου σαν εκείνο που συνιστούσε ο Πολύβιος και το οποίο βασιζόταν σε μια δική του θεώρηση για τις αναγκαστικές μεταβάσεις από τη μια πολιτειακή μορφή στην άλλη. Στον κατακερματισμός της ανθρωπότητας σε κράτη οι στωικοί αντιτάσσουν την ιδέα του κοσμοπολιτισμού που απορρέει απευθείας από την αντίληψη τους για μια ηθική κοινωνική ζωή όλων των ανθρώπων. Το γεγονός ότι την αξιολογική διάκριση σε Έλληνες και σε βαρβάρους, που τη δεχόταν και ο Αριστοτέλης, την εγκατέλειψαν ως ξεπερασμένη, ανταποκρινόταν στα μεγάλα ιστορικά ρεύματα εκείνης της εποχής.

Σύμφωνα με τις ηθικές αρχές τους αδιαφορούσαν για τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής και γι’ αυτόν το λόγο δεν ανέπτυξαν πολιτική δράση για την εισαγωγή κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Απαιτούσαν όμως να εφαρμόζονται καθολικά, ακόμη και για τα κατώτατα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, ακόμη και για τα κατώτατα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, τους δούλους, η δικαιοσύνη και η καθολική αγάπη για τον άνθρωπο που συνάγονται ως υπέρτατα καθήκοντα από την ιδέα του “βασιλείου του Λόγου”. Παρότι η στωική Ηθική αποκρούει την ελληνική ιδέα του εθνικού κράτους, της αξίζει η τιμή ότι μέσα σ’ αυτήν διαμορφώθηκαν κατά τον καλύτερο τρόπο οι ωριμότεροί καρποί της ηθικής ζωής της αρχαιότητας, με τους οποίους εκείνη ξεπερνούσε τον εαυτό της και προοιωνιζόταν το μέλλον. Η αυθυπόστατη αξία της ηθικής προσωπικότητας του επιμέρους στο θεϊκό νόμο του κόσμου, η ένταξη σε ένα ιδεατό πνευματικό πλαίσιο, δια του οποίου ο άνθρωπος υψώνεται πολύ πιο πέρα από τους φραγμούς της γήινης ζωής του και ακόμη η ζωντανή συναίσθηση τους χρέους που τον υποχρεώνει να διατηρεί κατά τον πιο ενεργητικό τρόπο της θέση του στην πραγματικότητα, όλα αυτά είναι τα γνωρίσματα μια κοσμοθεωρίας που έστω και αν, από επιστημονική άποψη εμφανίζεται περισσότερο ως συναρμολόγηση παρά ως κάτι ενιαίο, αποτελεί μια από τις πιο επιβλητικές και πιο καρποφόρες πνευματικές δημιουργίες στην ιστορία των ανθρώπινων ιδεών.”

WINDELBAND WILHELM, HEIMSOETH HEINZ “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ) ΣΕΛ. 204-206”

Ερώτηση Α1

Ο άνθρωπος ανήκει στα φυσικά όντα ενταγμένος στον κόσμο ο οποίος ρυθμίζεται αδιατάρακτος από την θεϊκή λογικότητα που υπάρχει εντός του. Ο άνθρωπος όμως διαθέτει λογική προαίρεση η οποία τον καθιστά ηγετικό ον στο σύμπαν και όχι υπηρετικό και η οποία τον καθοδηγεί ώστε να κατανοήσει και να υπακούσει στην έλλογη παγκόσμια τάξη, να κατανοήσει το αγαθό και έτσι να κατακτήσει την ελευθερία την σοφία και την ευδαιμονία.

ΠΗΓΕΣ

  1. A.A. Long «Η Ελληνιστική φιλοσοφία» ΜΙΕΤ
  2. Mario Vegetti «Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας» Εκδόσεις Τραυλός
  3. Π. Καρακατσάνης «Κείμενα Παιδείας: Η περί παιδείας φιλοσοφία των Στωικών» Εκδόσεις Ατραπός
  4. U Eco – R. Fedriga «Η Ιστορία της Φιλοσοφίας» τόμος 2 ΤΟ ΒΗΜΑ.
  5. Περιοδικό Εποχές Μαϊου 1963
  6. WINDELBAND WILHELM, HEIMSOETH HEINZ “ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)  Μετάφραση Σκουτερόπουλος Μ. Νικόλαος ΜΙΕΤ”

 

Η πίστη και η επιμέλεια του εαυτού

ΒΙΒΛΙΟ 17.02.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΠΑΤΗΡ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Ο ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Οι περιπέτειες της θρησκευτικής πίστης ακολούθησαν την πορεία του ατόμου, κατά τα τρία στάδια του δυτικού πολιτισμού. Για πολλούς αιώνες παραμένει υποταγμένο στις διάφορες συλλογικότητες (οικογένεια, χωριό, θρησκευτική κοινότητα). Οταν ο Διαφωτισμός εισέρχεται στο προσκήνιο, το άτομο ανακαλύπτει την αχανή ενδοχώρα του (επιθυμίες, ασυνείδητο, στοχασμός). Και, εδώ και μερικές δεκαετίες, στην εποχή τις Μετανεωτερικότητας, το δυτικό άτομο καταναλώνει, ιδιωτεύει, απολαμβάνει, αντιφάσκει ανενόχλητο, συλλέγει εμπειρίες.

Ετσι, η πίστη στον Θεό ήταν αναντίρρητη στην Προνεωτερική κοινωνία, όπου δεν υπήρχαν άθεοι. Κατά τη Νεωτερικότητα ανθεί ο ορθολογισμός: «Είναι η θρησκευτική πίστη συμβατή με τη λογική;». Κάποιοι απάντησαν με την αθεΐα, ενίοτε μαχητική και δολοφονική. Στη Μετανεωτερικότητα αλλάζει το κλίμα: «Πολύ καλό πράγμα η πίστη.

Δεν έχει σημασία πού πιστεύετε, αρκεί να πιστεύετε, αν αυτό σας βοηθά ψυχολογικά, αν σας δίνει ηρεμία και νόημα ζωής». Γι’ αυτό και έχει μειωθεί αισθητά η αθεΐα, με την συνακόλουθη ειρωνεία και απαξίωση. Στην εποχή μας ευνοείται η ατομική σύνθεση του «πιάτου» από τον πλούσιο «μπουφέ» των θρησκευτικών πίστεων. Η αλήθεια στην Προνεωτερική κοινωνία είναι αναμφισβήτητη. Στη Νεωτερική αμφισβητήσιμη. Στη Μετανεωτερική αδιάφορη.

Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ότι τις εξελίξεις αυτές τις παρατηρούμε κυρίως στη χριστιανική πίστη. Οσο και αν εμφανίζονται και στις άλλες θρησκείες διερωτήσεις, εσωτερικές κρίσεις, αποκλίσεις κατά μήκος του φάσματος «συντηρητικότητα-προοδευτικότητα», δεν φαίνεται να παρουσιάζουν τις πλούσιες αποχρώσεις της πορείας του Χριστιανισμού στη Δύση.

Ο Διαφωτισμός αναπτύχθηκε κατ’ εξοχήν ως επίκριση και απόρριψη του Χριστιανισμού. Η αμφιβολία για την ιστορική αλήθεια των θρησκευτικών γεγονότων συναγωνιζόταν σε ένταση το ερώτημα αν η πίστη είναι συμβατή με την ελεύθερη ανάπτυξη της λογικής. Αλλά και σήμερα ο θρησκευτικός συγκρητισμός υφαίνει την εξατομικευμένη σύνθεσή του πάνω σε χριστιανικό καμβά, όπου προσθέτει στοιχεία, τόσο από άλλες θρησκείες, όσο και από άθεες θρησκευτικές πίστεις, όπως δυτικές εκδοχές του Βουδισμού γνωστές ως «Νέα Εποχή». Πού οφείλεται αυτή η ξεχωριστή θέση του Χριστιανισμού; Είναι αποτέλεσμα ιστορικής συγκυρίας ότι η γέννηση της Νεωτερικότητας έλαβε χώρα στη χριστιανική Ευρώπη και κατόπιν εξήχθη σε άλλες κουλτούρες; Ή μήπως υπάρχει κάτι εγγενές στον Χριστιανισμό, το οποίο διευκολύνει την ανάδυση του ατόμου, προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για αμφισβήτηση, και αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την ίδια την υπονόμευσή του;

Το ιδιάζον χαρακτηριστικό του Χριστιανισμού ως πρoδρόμου της Νεωτερικότητας αναπτύσσεται στο βιβλίο του Φρεντερίκ Λενουάρ «Ο Χριστός φιλόσοφος». Πράγματι, η ικανότητα μιας θρησκείας να επιτρέπει την ανανέωση, αναθεώρηση, ακόμη και αμφισβήτησή της, μαρτυρεί για την ποιότητά της. Ποιο είναι σήμερα το στίγμα του θρησκεύοντος δυτικού ανθρώπου; Ποιες επιδράσεις των τριών σταδίων διασώζονται; Υπάρχει αμιγής τύπος ο οποίος κυριαρχεί;

Δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Ο άνθρωπος είναι πολύπλοκο πλάσμα για να κλεισθεί σε σχήματα. Οι περισσότεροι των σύγχρονων θρησκευόντων δυτικών ανθρώπων συμπεριφέρονται πρωτίστως ως Νεωτερικοί. Στοχάζονται ελεύθερα, θεωρούν αυτονόητη την επιλογή συντρόφου και επαγγέλματος, διεκδικούν από τους θεσμούς όσα τους προσπορίζει η ιδιότητα του πολίτη, απολαμβάνουν ως δεδομένη τη θρησκευτική τους ελευθερία. Την ίδια στιγμή, όμως, ενδέχεται να υποκύπτουν στις σειρήνες του καταναλωτισμού, να πέφτουν θύματα της κοινωνίας του θεάματος, να υπόκεινται σε εθισμούς, να αναγορεύουν τα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους (ακόμη και θρησκειοποιημένα!) σε κεντρικό κριτήριο της ηθικής τους. Ετσι ενσωματώνουν Μετανεωτερικά στοιχεία στον Νεωτερικό «φέροντα οργανισμό». Αλλά πολλών η πίστη είναι ανεξέταστη. Δεν έχουν επιτρέψει στον εαυτό τους να διερωτηθούν αν και πώς τη συνδέουν υπαρξιακά με την προσωπικότητά τους. Αυτό που παρέλαβαν από τους γονείς τους ή από την κοινότητα δεν το έχουν πολιτογραφήσει ως δικό τους, ενσωματωμένο στην ψυχική τους ταυτότητα με συνέπεια. Ας μην αναφέρουμε και τις προλήψεις, δεισιδαιμονίες, και ιδιωτικές θεολογίες που κακοποιούν την αλήθεια. Προνεωτερικά απολιθώματα εξακολουθούν να επηρεάζουν τη θρησκευτικότητα.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας πολλαπλά πολιτισμικά στρώματα συνυπάρχουν στον ψυχισμό ως υπέδαφος της πίστης. Τι μπορεί να γίνει; Πρέπει κάτι να γίνει; Εδώ η στόχευση του εκκλησιαστικού και του κοσμικού προβληματισμού (πρέπει να) συμπίπτουν. Το αίτημα για συνεχή εξυγίανση της πίστης νομιμοποιείται, τόσο για τη θρησκεία (η οποία ξέρει να διακρίνει καλά μεταξύ υγιούς και νοσηρής θρησκευτικότητας) όσο και για τον εκκοσμικευμένο στοχαστή (ο οποίος προσδοκά να βλέπει γύρω του μια πίστη έντιμη στο εσωτερικό της και εποικοδομητική στη δράση της).

Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω – δεν θα επιστρέψουμε στην Προνεωτερικότητα. Παρ’ όλο που οι κατακτήσεις της Νεωτερικότητας αποδεικνύονται ευάλωτες, θα παραμένουν επιθυμητός στόχος στις σύγχρονες κοινωνίες. Εξ αυτού προκύπτει ότι ο Χριστιανισμός χρειάζεται να συμφιλιωθεί μαζί της, αν θέλει να μιλήσει τη γλώσσα του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτό συνεπάγεται διευκόλυνση του στοχασμού εντός της Εκκλησίας, περισσότερη ενσωμάτωση της Θεολογίας στην εκκλησιαστική ζωή, εφευρετικότητα ως προς τη συμμετοχικότητα των πιστών.

Αλλά σε πείσμα των επικρατούντων στερεοτύπων θα υποστηρίξω ότι και η Μετανεωτερικότητα πρέπει να προσεχθεί. Με κίνδυνο να εκπλήξω μερικούς, θα ισχυρισθώ ότι έχει να συνεισφέρει μια υπαρξιακή εξέλιξη της θρησκευτικής πίστης, κατά την οποία ο άνθρωπος οικειώνεται την αλήθεια, όχι ως εξωτερικό «ρούχο» προς το οποίο οφείλει να συμμορφωθεί, αλλά ως συνηχούσα με την εσωτερική του αλήθεια. Και η χριστιανική πίστη διαθέτει αυτή τη δυνατότητα εξατομίκευσης, όπως ο Ιδιος ο Θεός μπόρεσε να γίνει μικρός άνθρωπος ακριβώς επειδή είναι Μεγάλος. Η συνύπαρξη στο ψυχικό τοπίο ετερόκλητων στοιχείων, τα οποία συνήθως παραμένουν στεγανοποιημένα μεταξύ τους, περιμένει ενοποίηση. Οι ψυχικές διασπάσεις, οι οποίες ευνοούνται από τη Μετανεωτερικότητα, λειτουργούν ως ειδωλολατρία. Με άλλα λόγια, δημιουργούν πολλά «έκτοπα» κέντρα στον ψυχικό κόσμο, που το καθένα διατηρεί μια σχετική αυτονομία. Κάτι χειρότερο: τα κέντρα αυτά δεν αρκούνται στην άσκηση επιρροής και στη διεκδίκηση των απαιτήσεών τους, αλλά προσφέρουν θυσία στον «θεό» τους το καθένα. Η μονοθεΐα σήμερα περνά βαριά ψυχολογική και υπαρξιακή κρίση.

Οι ψυχικές συγκρούσεις και αντιφάσεις, –τα ποικίλα στεγανά δηλαδή του ψυχικού κόσμου–, έχουν προσελκύσει εξαρχής τη φροντίδα των σημαντικών «σχολών» της ψυχοθεραπείας. Συχνά οι θεραπευτές ανακαλύπτουν ότι αυτά τα στεγανά δημιουργήθηκαν από μια παθολογική ανάγκη ελέγχου, με άλλα λόγια, επειδή το άτομο δυσκολεύεται να εμ-πιστευθεί. Η πίστη έτσι αναδύεται ως αποτελεσματική και αναγκαία συνθήκη της επιμέλειας εαυτού.

* Ο πατήρ Βασίλειος Θερμός είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και ψυχίατρος παιδιών και εφήβων.

Επιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ

Λ. Κουσούλης “Άρνηση”

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 16/02/2020
http://www.lefteriskousoulis.gr/index.php/2014-11-06-14-16-38/764-arnisi

Η ελληνική κοινωνία επίμονα και παρατεταμένα επιδόθηκε αποτελεσματικά στην άσκηση. Διέπρεψε ως οπαδός των προβλημάτων και στεφανώθηκε ως εχθρός των λύσεων.

Τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε. Δύσκολα η εμπειρία γίνεται μάθημα και ακόμη πιο δύσκολα οδηγεί σε νέες συμπεριφορές. Ο παλαιός εαυτός της άρνησης παραμένει αλώβητος, κυκλοφορεί ανάμεσα μας και διεκδικεί πρώτο λόγο.

Όλα μιλάνε για τις αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Αλλαγές παντού. Από τις κρατικές λειτουργίες ως τις βασικές υποδομές, από την οικονομία ως τη δημόσια υγεία ή το δημόσιο σχολείο. Και την ώρα που μια διακήρυξη παρόμοια συνοδεύεται από την εικόνα γενικής αποδοχής, στην πράξη ένα μέτωπο άρνησης, διακομματικό και διαταξικό, ορθώνεται, άλλοτε με τρόπο βουβό και άλλοτε με τρόπο θορυβώδη.

Η εξοικείωση με την άρνηση είναι αποτέλεσμα της παιδαγωγικής πολλών δεκαετιών. Οι πολιτικές δυνάμεις προτίμησαν την άρνηση από τη θέση, εγκλωβίστηκαν στην άμεση εκλογική αποτελεσματικότητα του αρνητισμού και έστησαν και στους εαυτούς τους και την κοινωνία την τέλεια παγίδα καθυστέρησης.

Αν προσθέσουμε σε αυτό και την αποστροφή που έντεχνα καλλιεργήθηκε μπροστά στις πραγματικές συνθήκες της νέας εποχής, που προοδευτικά διαμορφωνόταν, έχουμε μια παραποίηση και μια πλάνη σε ολοκληρωμένη εκδοχή.

Η άρνηση είναι το άλλο όνομα του αδιεξόδου. Τόσο μάλιστα που αισθάνεται αυτάρκης. Που διεκδικεί να γίνει ορόσημο. Να σταθούν όλα εκεί που η άρνηση ορίζει. Με οδηγό την ασφάλεια και την ιδιοτέλεια του γνωστού και του οικείου, προτιμάει τις κλειστές πόρτες. Οι ανεμογεννήτριες είναι κακό. Για το ηλεκτρικό ρεύμα που φτάνει στο δικό μας σπίτι δεν ρωτάμε για την πηγή του, αδιαφορούμε για τις συνέπειες της παραγωγής του, αρκεί να το διαθέτουμε και μάλιστα φθηνό.

Ο άνθρωπος της άρνησης είναι ο άνθρωπος της αδράνειας. Η άρνηση είναι το ντεκόρ στην αδρανή και κενή ζωή του. Εύκολη συνάντηση με την επανάσταση. Μόδα και συντήρηση μαζί. Θόρυβος αντίδρασης στο κατεστημένο και μανιφέστο οπισθοδρόμησης. Ο ακτιβιστής της άρνησης είναι πάντα αρνητής της ύπαρξης.

Η άρνηση, το βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, είναι μια απατηλή ζωτικότητα. Μια κοινωνία που νομίζει ότι κινείται και πράττει, την ώρα που παγιδεύεται σε μια ρητορική υπεράσπισης του παλαιού εαυτού της.

Η πολιτική είναι μια υπόθεση από τη φύση της βαθιά συνυφασμένη με την απόκρουση της άρνησης. Είναι η αντιλογία της. Η άρνηση είναι πάντα μια δραματική άρνηση αυτογνωσίας. Είναι η άρνηση παραδοχής του υπαρκτού σε κίνηση κόσμου. Που μέσα του οι μικρές ή μεγάλες κοινότητες ανθρώπων καλούνται, παρατηρώντας τον εαυτό τους, να υπάρξουν, αποκρούοντας αδράνεια και στασιμότητα.

Χίλιες ευκαιρίες θέτουν μπροστά μας το ζήτημα της αυτογνωσίας, χίλιες αρνήσεις θέλουν να το διαγράψουν. Στη μεθόριο αυτή κρίνεται η πορεία μας

“Αἱ Ἐκδόσεις τοῦ τῆς Μακεδονίας Πανεπιστημίου γέμουσιν βιβλίοις…” Μια είδηση στα Αρχαία προς τιμήν της παγκόσμιας ημέρας Ελληνικής γλώσσας

ΕΛΛΑΔΑ 09:19
Το Αθηναϊκό Πρακτορείο τίμησε τη σημερινή παγκόσμια ημέρα της Ελληνικής γλώσσας με μία είδηση γραμμένη στα αρχαία ελληνικά.
Η είδηση του Αθηναϊκού Πρακτορείου:

«Αἱ Ἐκδόσεις τοῦ τῆς Μακεδονίας Πανεπιστημίου γέμουσιν βιβλίοις τὰ Σχολεῖα Δευτέρας Εὐκαιρίας τῶν σωφρονιστικῶν ἱδρυμάτων τοῖς Διαβατοῖς Θεσσαλονίκης, τῇ Νιγρίτᾳ Σερρῶν, τῷ Μαλανδρίνῳ Φωκίδος καὶ τῷ Δομοκῷ Φθιώτιδος.

Ἡ διευθυντὴς τῶν Ἐκδόσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας ἔφη:  «Προσφέρομεν βιβλία εἰς βιβλιοθήκας δεσμοτηρίων καὶ γνόντες τὸ συντελούμενον ἔργον τοῖς τῆς προσθέτου μορφώσεως καὶ τῆς δημιουργικῆς ἀπασχολήσεως  προγράμμασι, ἐδόκει ἡμῖν δημιουργῆσαι δρᾶσιν τοιαύτην, δώρου δίκην τοῖς τοιούτοις Σχολείοις.

Εὐχόμεθα δημιουργῆσαι δῶρον συλλογικόν, ἀγάπης δῶρον, ἓν βιβλίον ἐξ ἑκάστου ἡμῶν τούτων πρὸς ἕκαστον τῶν ἀνθρώπων. Πέραν τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ, ἐκπαιδευτικοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν φοιτητῶν, πάντας ἐκαλέσαμεν ἀναγνώστας τοὺς δυναμένους χαρίζειν ἐκ τῶν σφετέρων βιβλιοθηκῶν βιβλία τοῖς κρατουμένοις, οἳ φοιτῶσι εἰς τὰ Σχολεῖα Δευτέρας Εὐκαιρίας Διαβατῶν καὶ Νιγρίτας Σερρῶν.

Οἱ ἄνθρωποι ἠσπάσθησαν τὴν δρᾶσιν ἀσμένως, διὸ καὶ παράτασις ταύτης ἐγένετο καὶ ἔτι δύο σχολεῖα ἐνισχύθησαν, τῷ Μαλανδρίνῳ Φωκίδος καὶ τῷ Δομοκῷ Φθιώτιδος.

«Τὰ βιβλία, μία συνθήκη πνευματικῆς ἐλευθερίας»

Οἱ δεσμῶται δύνανται γνῶναι λογοτεχνίαν, θέατρον, εἰκαστικά, μουσικήν. Δεῖ σφίσιν κτήσασθαι γνώσεις, ἃς οὐκ ἠδύναντο ἄλλῳ τρόπῳ.

Χρὴ ἡμᾶς ἅπαντας νοῆσαι τὰ βιβλία δύνασθαι ἔξοδον εἶναι ἐκ τοῦ ἡμερίου βίου, μία συνθήκη πνευματικῆς ἐλευθερίας. Ἔξεστιν τοῖς βιβλίοις μᾶλλον βοηθῆσαι εἰς τὸ τοῦ σωφρονισμοῦ ἔργον πρὸς ἀνθρώπους, οἳ χαίρουσιν καθ΄ ἡμέραν ἀναγνῶναι καὶ μὴ μόνον μανθάνειν ἀρέσκει αὐτοῖς ἀλλὰ καὶ ποιεῖν ἴδια γράμματα.

Συνείλεκται ἤδη 1.000 καὶ πλέονα βιβλία καὶ εὐέλπιδές ἐσμεν, ὡς καλυφθήσονται αἱ ἀνάγκαι τῶν βιβλιοθηκῶν. Ὡς εἰκός ἐστίν, ἀποστελοῦμεν σὺν τοῖς συλλεχθεῖσι βιβλίοις τίτλους ἐκδόσεων, ἵνα πλουτῶμεν τὰ διαφέροντα καὶ τὰς γνῶσεις, ἃ ταῦτα ἔξεστι πορίζειν.

Τὰ βιβλία ἑκάστῃ ἡμέρᾳ συλλέγονται, Δευτέρα ἕως Παρασκευή, 9:00 ἕως 15:00, ἐν τῷ χώρῳ τῶν Ἐκδόσεων, τῷ ἰσογείῳ τοῦ Πανεπιστημίου Μακεδονίας (Ἐγνατία 156),  ἕως τῇ 14ῃ Φεβρουαρίου 2020».

Και η απόδοση στην νεοελληνική:

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση