«

»

Απρ 25 2022

Ο ιστορικός Τζάιλς Μίλτον μιλάει για την καταστροφή της Σμύρνης, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη δύναμη των ανθρώπων

ΚΟΣΜΟΣ

Ο ιστορικός Τζάιλς Μίλτον στην «K»: Μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά

Ο ιστορικός Τζάιλς Μίλτον στην «K»: Μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά

«Καθώς τελείωνε το απόγευμα, οι ιδιοκτήτες των μικρότερων μπαρ και των ζυθοπωλείων της πόλης άρχισαν να κλείνουν τις πόρτες τους. Ομως τα μεγαλύτερα καταστήματα παρέμεναν ανοιχτά – ανάμεσά τους το “Γκραντ Οτέλ Κράιμερ Παλάς”. Κάποια στιγμή το ίδιο απόγευμα, το ξενοδοχείο δέχτηκε έναν εξαιρετικά διακεκριμένο επισκέπτη. Ο Μουσταφά Κεμάλ μπήκε στο λόμπι του ξενοδοχείου και ζήτησε τραπέζι. Στην αρχή δεν τον αναγνώρισε κανείς και τον πληροφόρησαν ότι τα μπαρ και τα ρεστοράν ήταν πλήρη. Οταν όμως το προσωπικό του ξενοδοχείου έμαθε την ταυτότητα του πελάτη, το τραπέζι βρέθηκε αμέσως. Ο Κεμάλ παρήγγειλε ένα ρακί και ρώτησε τον σερβιτόρο: “Ηρθε ποτέ εδώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος για να πιει ένα ποτήρι ρακί;”. Οταν του είπαν ότι ο Ελληνας βασιλιάς δεν είχε ποτέ πατήσει το πόδι του στο ξενοδοχείο, ο Κεμάλ αποκρίθηκε: “Εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί μπήκε στον κόπο να πάρει τη Σμύρνη;”».

Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Βρετανού συγγραφέα, ιστορικού και δημοσιογράφου Τζάιλς Μίλτον «Χαμένος παράδεισος: Σμύρνη 1922» και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο που περιγράφει όσα διαδραματίζονταν στην άλλοτε ειρηνική πόλη της Μικράς Ασίας δύο μέρες μετά τη θριαμβευτική είσοδο του τουρκικού ιππικού στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 και άλλες τόσες πριν από την πυρπόληση και την καταστροφή της. Το περιστατικό που περιγράφει, με τον Κεμάλ να διερωτάται αγέρωχα για τα κίνητρα του Κωνσταντίνου Α΄ στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922, είναι ιστορικά πυκνό και, τουλάχιστον αφηγηματικά μιλώντας, επιβεβαιώνει κάτι που είχαν παρατηρήσει οι Times του Λονδίνου για τον άνθρωπο που μας το μετέφερε: «Ο Τζάιλς Μίλτον», έγραφε κάποτε η εφημερίδα, «είναι ικανός να επιλέξει ένα γεγονός από την Ιστορία και να το κάνει να αποκτήσει σάρκα και οστά».

Για την ακρίβεια, ολόκληρο το «Χαμένος παράδεισος: Σμύρνη 1922», που βασίστηκε σε συνεντεύξεις με επιζώντες, σε μαρτυρίες, ημερολόγια και χρονικά των Λεβαντίνων, των δυτικών που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, είναι ακριβώς αυτό: μια ολοζώντανη, καθηλωτικά παραστατική, αλλά και ανυπόφορα σκληρή τελικά αφήγηση, από τον καιρό που στη Σμύρνη συνυπήρχαν αρμονικά Ελληνες, Αρμένιοι, Τούρκοι, Εβραίοι, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, μέχρι τη μέρα που, όπως θα έγραφαν οι New York Times, «η Σμύρνη σβήστηκε απ’ τον χάρτη». Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Μίνωας σε επετειακή έκδοση, ενώ πρόσφατα δόθηκε από την «Κ» στους αναγνώστες της. Από το 2008 που εκδόθηκε στην Ελλάδα (σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά), έχει πουλήσει δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα· ένα ερώτημα πάντως προς τον συγγραφέα εξακολουθεί να έχει νόημα ακόμα και –ή ειδικά– σήμερα: γιατί μπήκε εκείνος στον κόπο να ασχοληθεί με τη Σμύρνη;

Ο ιστορικός Τζάιλς Μίλτον στην «K»: Μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά-1
Ο Τζάιλς Μίλτον είναι συγγραφέας του βιβλίου «Χαμένος παράδεισος: Σμύρνη 1922».

Η οπτική των Λεβαντίνων

«Η ιστορία της καταστροφής της Σμύρνης», αποκρίνεται στην ερώτηση της «Κ» ο Τζάιλς Μίλτον, «είναι έντονα διαμφισβητούμενη, με εντελώς διαφορετικές ερμηνείες ως προς τους υπαιτίους της. Οι Ελληνες αφηγούνται μια εκδοχή, οι Τούρκοι μια άλλη, ενώ οι Αρμένιοι έχουν τη δική τους παραλλαγή των γεγονότων. Αποφάσισα να πω την ιστορία από την οπτική των οικογενειών των Λεβαντίνων που ζούσαν στην πόλη, οι οποίοι ούτε υπέρ των Ελλήνων ήταν ούτε υπέρ των Τούρκων. Είχαν εξαιρετικά καλές σχέσεις με όλες τις διαφορετικές κοινότητες της Σμύρνης κι ένιωσα ότι οι πρωτογενείς μαρτυρίες τους για όσα συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1922 θα μου επέτρεπαν να καταθέσω μια νηφάλια εξιστόρηση.

Αμερικανοί, Βρετανοί και άλλες δυνάμεις είχαν αναρίθμητα πολεμικά πλοία στον κόλπο της Σμύρνης και θα μπορούσαν να επέμβουν. Αποδείχθηκαν όμως απρόθυμοι να πάρουν θέση, για εντελώς κυνικούς λόγους.

Επίσης, με ενδιέφερε ο ρόλος των δυτικών δυνάμεων – ή η απουσία του. Οι Αμερικανοί, οι Βρετανοί και άλλες δυνάμεις είχαν αναρίθμητα πολεμικά πλοία στον κόλπο της Σμύρνης και θα μπορούσαν εύκολα να επέμβουν αν το είχαν επιθυμήσει. Αποδείχθηκαν όμως απρόθυμοι να πάρουν θέση, για εντελώς κυνικούς λόγους. Ηξεραν ότι ο Κεμάλ ήταν η ανερχόμενη δύναμη στην Τουρκία και ήδη λιμπίζονταν τις πολύ κερδοφόρες εμπορικές συμφωνίες που θα μπορούσαν να συνάψουν μαζί του, ειδικά σε σχέση με το πετρέλαιο. Ο Σεπτέμβριος του 1922 ήταν άλλη μια περίπτωση στην οποία οι δυτικές δυνάμεις αρνήθηκαν να επέμβουν, διότι δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Και όταν τελικά οι εκπρόσωποί τους συμμετείχαν στο ανθρωπιστικό εγχείρημα διάσωσης, το έκαναν εν πολλοίς ντροπιασμένοι από τα ίδια τα πληρώματα των πλοίων τους, από ανθρώπους με συνείδηση, που δεν άντεχαν άλλο να βλέπουν αμάχους να σφάζονται μπροστά στα μάτια τους».

Τέτοιες ιστορίες κυνισμού, αμφιθυμίας ή δειλίας, μπροστά στις ωμότητες που διέπραττε ο άτακτος τουρκικός στρατός στα σοκάκια της Σμύρνης και στην αποβάθρα της, υπάρχουν αρκετές στο βιβλίο του Τζάιλς Μίλτον, με πρωταγωνιστές αξιωματικούς των δυτικών δυνάμεων, δημοσιογράφους και άλλους. Μία από τις πιο σοκαριστικές, τις πιο εξοργιστικές για τον συγγραφέα, είναι η ιστορία του πλοιάρχου της βρετανικής ναυαρχίδας «Αϊρον Ντιουκ», που το βράδυ της καταστροφής, όχι μόνο επέμεινε να ακολουθηθεί το ημερήσιο πρόγραμμα, αλλά και διέταξε την ορχήστρα του πλοίου να παίξει δυνατά μουσική, όταν οι κραυγές από την προκυμαία ήταν πια πολύ δυνατές.

Από την άλλη, οι ιστορίες ηρωισμού, τόλμης και ωραίας αποκοτιάς, επίσης δεν λείπουν από την αφήγηση. Χαρακτηριστικότερη είναι εκείνη του Αζα Τζένινγκς, ενός συνεσταλμένου, αφοσιωμένου και μάλλον αδιάφορου υπαλλήλου της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων της Σμύρνης, που επιστρατεύοντας θάρρος, ανθρωπιά, αλλά και καπατσοσύνη, κατάφερε να πείσει ξένους και Ελληνες πλοιάρχους να μεταφέρουν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες στο νησί της Μυτιλήνης. Ο Τζάιλς Μίλτον φαίνεται να τον θαυμάζει και δικαίως: «Η απίστευτη και ενθαρρυντική ιστορία του Αζα Τζένινγκς», λέει ο Βρετανός, «αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τη διαφορά, ακόμα και όταν όλα φαίνονται εναντίον τους. Ηταν ο πιο απρόβλεπτος ήρωας: ενώ δεν είχε κάνει τίποτε αξιοσημείωτο στη ζωή του, εκείνο τον Σεπτέμβριο στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Βλέποντας τις φρικτές σκηνές που εκτυλίσσονται στην Ουκρανία», συνεχίζει ο Τζάιλς Μίλτον, «μόνο να ελπίζει μπορεί κανείς ότι υπάρχουν και άλλοι σαν τον Αζα Τζένινγκς που θα ρισκάρουν τα πάντα για να σώσουν ανθρώπους σε ανάγκη».

Προφανής σύγκριση

Αλήθεια, πόσο ασφαλής θα ήταν μια σύγκριση ανάμεσα σε όσα συνέβησαν στη Σμύρνη και στον πόλεμο στην Ουκρανία; «Μία είναι η προφανής σύγκριση», αποκρίνεται ο Μίλτον. «Πάντα τα αθώα θύματα είναι που υποφέρουν. Μια άλλη συνάφεια έχει να κάνει με τους πρόσφυγες: φτάσαμε τις τέσσερις εβδομάδες πολέμου και ήδη εκατομμύρια έχουν μείνει χωρίς στέγη, ενώ πολλά εκατομμύρια ακόμα έχουν γίνει πρόσφυγες. Υπάρχει επίσης το ερώτημα της ανταλλαγής πληθυσμών: το 1923 οι ελληνικοί πληθυσμοί εκτοπίστηκαν από την Τουρκία και οι τουρκικοί από την Ελλάδα. Θα είναι αυτή τελικά η μοίρα της Ουκρανίας; Και αν ναι, ποιο θα είναι το μέλλον των Ουκρανών που ζουν στα ανατολικά τμήματα της χώρας; Οποια λύση και αν προκριθεί, θα είναι σίγουρα επώδυνη».

Ηταν διεθνής, πολύγλωσση πόλη, είχε ένα χαρακτήρα φαντασιακό

 

Βασισμένο σε ένα πλήθος αμερόληπτων περιγραφών (όπως εκείνων της Μίνι Μιλς, διευθύντριας του Αμερικανικού Διακολεγιακού Ινστιτούτου της Σμύρνης, της Κινγκ Μπιρτζ, συζύγου ενός Αμερικανού ιεραποστόλου, του Κλόφλιν Ντέιβις, μέλους του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού κ.ά.), το βιβλίο του Τζάιλς Μίλτον πιστοποιεί ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν πολλοί ιστορικοί της γείτονος, ήταν ο τουρκικός στρατός που στις 13 Σεπτεμβρίου 1922 έβαλε φωτιά στη Σμύρνη. Τι τύχη είχε άραγε το βιβλίο στην Τουρκία; «Ημουν πανευτυχής όταν εκδόθηκε», απαντά ο Βρετανός. «Ο εκδότης είπε ότι δεν συμφωνούσε με όλα όσα έγραφα, αλλά ένιωθε ότι ήταν σημαντικό να γίνει το βιβλίο διαθέσιμο στο τουρκικό κοινό, κάτι για το οποίο είμαι πολύ ευγνώμων. Πήγα και στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου της Κωνσταντινούπολης για να το προωθήσω. Δεν το υποδέχθηκαν όλοι με ευμενή σχόλια. Απέναντί μου είχα πολλούς Τούρκους που αμφισβητούσαν έντονα όσα είχα γράψει για τη μεγάλη φωτιά της Σμύρνης».

Αν ωστόσο ζητήσουμε από τον Τζάιλς Μίλτον να ξεχωρίσει το κρισιμότερο από τα γεγονότα που προηγήθηκαν και οδήγησαν στην καταστροφή, τότε θα στραφεί στο άλλο στρατόπεδο. Κατά τη γνώμη του, η απόβαση του ελληνικού στρατού το 1919 «ήταν η πρώτη μεγάλη συμφορά, από την οποία η πόλη ποτέ δεν ανέκαμψε πραγματικά. Οι Ελληνες στρατιώτες πραγματοποίησαν θριαμβική είσοδο στην πόλη, στο πλαίσιο ενός κατανοητού αλλά ιδιαίτερα επικριτέου ξεσπάσματος πατριωτισμού, που κατόπιν ακολουθήθηκε από σκηνές ακραίας βίας. Ο ρόλος που διαδραμάτισε ο μητροπολίτης Χρυσόστομος, ευλογώντας τους στρατιώτες σε μια εκδήλωση με μεγάλη δημοσιότητα και εκφωνώντας πύρινα εθνικιστικά κηρύγματα που υποδαύλιζαν τους διχασμούς, δεν ήταν ακριβώς λαμπρός. Ο διορισμός του Αριστείδη Στεργιάδη στη θέση του ύπατου αρμοστή της Σμύρνης ήταν μια έξυπνη κίνηση από τη μεριά του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ηταν ένας δικηγόρος που μιλούσε ευθέως και έκανε ό,τι μπορούσε για να αποκαταστήσει την τάξη και την ειρήνη στην πόλη. Ηταν επίσης ευλαβικά απροκατάληπτος και πάντα έτοιμος να τιμωρήσει όσους Ελληνες παρεκτρέπονταν. Οταν όμως διορίστηκε, η ζημιά είχε ήδη γίνει. Οι σχέσεις των Ελλήνων και των Τούρκων της πόλης είχαν διαρραγεί ανεπανόρθωτα».

Η τραγική ειρωνεία, ως γνωστόν, είναι ότι πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω στην ιστορία της Σμύρνης θα συναντήσει κανείς μια πόλη σχεδόν φαντασιακή, εντυπωσιακά πολυπολιτισμική και ειρηνική. Για να αναβιώσει την ατμόσφαιρά της στο βιβλίο του, ο Τζάιλς Μίλτον αξιοποίησε μεταξύ άλλων τους περίφημους ταξιδιωτικούς οδηγούς «Baedeker», που όχι μόνο περιέγραφαν τη Σμύρνη στην ακμή της, αλλά περιείχαν και λεπτομερείς περιγραφές των ξενοδοχείων, των κλαμπ και των μπαρ της, των αγορών και των παζαριών της, καθώς και των πολλών ρεστοράν και ζυθοπωλείων.
«Οι ταξιδιωτικοί οδηγοί περιείχαν ακόμα και τα μενού των εστιατορίων», λέει ο Τζάιλς Μίλτον, «που σέρβιραν αρτοσκευάσματα από τις περιοχές του Καυκάσου, μοσχάρι κατσαρόλας, κρεατόπιτες από την Ελλάδα ή πουτίγκες Γιόρκσαϊρ. Βρήκα επίσης αρκετές ταξιδιωτικές περιγραφές που αναφέρονταν στην πολύχρωμη, κοσμοπολίτικη φύση της Σμύρνης, στις διάφορες συνοικίες της, στις εκκλησίες και στα τζαμιά της, στις γιορτές και στα πανηγύρια της. Υπήρχαν νερουλάδες που κουβαλούσαν τα κουδουνιστά, μπρούντζινα δοχεία τους· χότζες που μουρμούριζαν προσευχές· Ιταλοί δικολάβοι που παρέδιδαν μαθήματα ξένων γλωσσών. Ηταν στα αλήθεια μια διεθνής, πολύγλωσση πόλη, που είχε πράγματι ένα χαρακτήρα φαντασιακό. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Αμερικανοί είχαν ονομάσει την παροικία τους “Παράδεισο”. Ενιωθαν ότι ζούσαν σε μια πόλη πολύ πιο ανεκτική και ανοιχτόμυαλη από εκείνες των ΗΠΑ. Με μια λέξη, ήταν παράδεισος».

Και ποιος θα ήταν ο ιδανικός τρόπος για να τιμηθεί η φετινή επέτειος της Μικρασιατικής Καταστροφής; «Ο μοναδικός εφικτός δρόμος προς τα εμπρός είναι ο δρόμος της συμφιλίωσης», αποκρίνεται ο Τζάιλς Μίλτον και φέρνει ένα ελαφρώς αναπάντεχο παράδειγμα: «Εχω συναντήσει πολλές απίστευτες ιστορίες συμφιλίωσης, από την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τη μετα-απαρτχάιντ εποχή στη Νότιο Αφρική. Χρειάζεται ιδιαίτερο θάρρος και δύναμη χαρακτήρα για να ξεπεράσει κανείς τα αισθήματα μίσους και πικρίας, ώστε να οικοδομηθεί ένα καλύτερο μέλλον. Ειδικά όταν σκέφτομαι τη Νότιο Αφρική, μου φαίνεται πραγματικά αξιοσημείωτη περίπτωση. Η χώρα μπορούσε πανεύκολα να διολισθήσει στη βία και στον εμφύλιο· να καταστραφεί εντελώς. Και ενώ είχε –και έχει– πολλά προβλήματα, χρειάστηκε κάποιος με το ανάστημα ενός Νέλσον Μαντέλα για να εξασφαλίσει ότι η χώρα δεν θα βυθιζόταν στη βία».

Αφήστε μια απάντηση

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων