Ο ιερέας Γέρζι Ποπιελούσκο, σκληρός επικριτής του δικτατορικού καθεστώτος της Πολωνίας, δολοφονήθηκε από άνδρες της Ασφάλειας
Στις 31 Οκτωβρίου 1984, μια είδηση συγκλόνισε την Πολωνία, που από τρία χρόνια βρισκόταν υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου: ο ιερέας Γέρζι Ποπιελούσκο βρέθηκε νεκρός, δολοφονημένος από τις δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος. Ποιος ήταν ο ιερέας εκείνος και πώς και γιατί «έπρεπε» να πεθάνει;

Ο Ποπιελούσκο γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο 1947 και αφού τελείωσε το σχολείο, φοίτησε στο ιερατικό σεμινάριο της Βαρσοβίας. Μεταξύ 1966 και 1968 υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του σε μια ειδική μονάδα, σκοπός της οποίας ήταν να αποτρέψει τους νέους άνδρες από το να γίνουν ιερείς. Κάθε ιερέας, από τη στιγμή που θα έμπαινε στο ιεροδιδασκαλείο μέχρι τον θάνατό του, αντιμετωπιζόταν ως εχθρός του κομμουνιστικού συστήματος και πράκτορας ενός ξένου κράτους, του Βατικανού. Μέσα στο υπουργείο Εσωτερικών υπήρχε ειδική διεύθυνση, το λεγόμενο Τμήμα 4, που ήταν αφιερωμένη στην παρακολούθηση της Καθολικής Εκκλησίας. Η σκληρή και ταπεινωτική μεταχείριση την οποία υπέστη δεν είχε καμία επίδραση στις πεποιθήσεις του Ποπιελούσκο, αφού, μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας του, συνέχισε τις σπουδές του. Ωστόσο, οι επανειλημμένες τιμωρίες που υπέστη για την επιμονή του να μη γίνει λαϊκός επηρέασαν την υγεία του για το υπόλοιπο της ζωής του.
Εμπρακτη υποστήριξη της Αλληλεγγύης
Ο Ποπιελούσκο χειροτονήθηκε ιερέας από τον καρδινάλιο Στέφαν Βισίνσκι τον Μάιο του 1972. Ως νεαρός κληρικός υπηρέτησε αρχικά κοντά στη Βαρσοβία από το 1972 έως το 1975 και στη συνέχεια σε διάφορες ενορίες της πόλης, οι οποίες περιελάμβαναν αρκετούς εργάτες, καθώς και φοιτητές. Η καθοριστική στιγμή για την πολιτικοποίησή του ήρθε το 1980, όταν άρχισε να τελεί τις λεγόμενες «Λειτουργίες για την πατρίδα» στην ενορία του Αγίου Στανισλάου Κόστκα, σε ένα προάστιο της Βαρσοβίας. Οι λειτουργίες αυτές έγιναν σύμβολο πνευματικής αντίστασης κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος, προσελκύοντας χιλιάδες ανθρώπους που αναζητούσαν ελπίδα και ηθική υποστήριξη από τις διώξεις που υφίσταντο, καθιστώντας έτσι τον Ποπιελούσκο γνωστό σε έναν πολύ ευρύτερο κύκλο πέραν της «στενής» ενορίας του.

Τον επόμενο χρόνο, ο Ποπιελούσκο προσκολλήθηκε στο εργατικό κίνημα, προσφέροντας ηθική συμπαράσταση στους απεργούς της Χαλυβουργίας της Βαρσοβίας. Στη συνέχεια συνδέθηκε με εργάτες και συνδικαλιστές του κινήματος της Αλληλεγγύης που αντιτάχθηκαν στο κομμουνιστικό καθεστώς, και έγινε ο εφημέριος της οργάνωσης. Ο Ποπιελούσκο άρχισε να οργανώνει και υλική φιλανθρωπική βοήθεια για οικογένειες των οποίων μέλη είχαν φυλακιστεί. Ως σθεναρός αντίπαλος του καθεστώτος, τα κηρύγματά του συνδύαζαν τις θρησκευτικές κατηχήσεις με πολιτικά μηνύματα, επικρίνοντας την κομμουνιστική κυβέρνηση, εκφράζοντας την αλληλεγγύη του προς τους πολιτικούς κρατούμενους και παρακινώντας τον κόσμο να διαμαρτυρηθεί. Αυτές οι λειτουργίες χαρακτηρίστηκαν τότε ως «δύο ώρες ελευθερίας». Το βασικό μήνυμα που εξέπεμπε ήταν ότι «το θεμελιώδες ζήτημα για την απελευθέρωση του ανθρώπου και του έθνους είναι η υπέρβαση του φόβου».

Αυτό το κήρυγμα ευθυγραμμιζόταν με τη διακήρυξη του Πάπα Ιωάννη Παύλου κατά την πρώτη επίσκεψή του ως Ποντίφικα στην Πολωνία το 1978, κατά την οποία είχε συμβουλεύσει δημοσίως το καθολικό εκκλησίασμα «μη φοβάστε» (υπονοώντας το κομμουνιστικό καθεστώς). Την περίοδο του στρατιωτικού νόμου (μετά τον Δεκέμβριο του 1981), η Καθολική Εκκλησία ήταν η μόνη δύναμη που μπορούσε να εκφράσει σχετικώς ανοιχτά τη διαμαρτυρία της, καθώς η τακτική τέλεση της Θείας Λειτουργίας παρείχε ευκαιρίες για δημόσιες συγκεντρώσεις στις εκκλησίες.
Στις «Λειτουργίες για την πατρίδα», το βασικό μήνυμα που εξέπεμπε ο Ποπιελούσκο ήταν ότι «το θεμελιώδες ζήτημα για την απελευθέρωση του ανθρώπου και του έθνους είναι η υπέρβαση του φόβου».
Τα κηρύγματα του Ποπιελούσκο μεταδίδονταν τακτικά από το Radio Free Europe (Ράδιο Ελεύθερη Ευρώπη) και έτσι έγιναν γνωστά σε όλη την Πολωνία για την ασυμβίβαστη στάση τους κατά του καθεστώτος. Μεταξύ 1982 και 1984, ο Ποπιελούσκο έκανε 26 «Λειτουργίες για την πατρίδα» στην ενορία του στη Βαρσοβία. Η δραστηριότητά του είχε μεγάλο αντίκτυπο και στις αρχές ασφαλείας του καθεστώτος, που τον στιγμάτισαν ως έναν από τους πλέον «επικίνδυνους» αντιπάλους. Χαρακτηριστικά, οι «Λειτουργίες για την πατρίδα» αναφέρονταν τότε ως «συνεδρίες μίσους» από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Η δημοτικότητα των λειτουργιών αυξανόταν από μήνα σε μήνα, όπως και η δυσαρέσκεια του Κομμουνιστικού Κόμματος για τον νεαρό ιερέα. Στην Αρχιεπισκοπή της Βαρσοβίας και προσωπικά στον αρχιεπίσκοπο Γιόζεφ Γκλεμπ ασκήθηκε πίεση για να τον φιμώσουν. Ακολούθησε και κρατική καταστολή, καθώς πράκτορες παρακολουθούσαν συχνά τις λειτουργίες για να κρατούν σημειώσεις για το περιεχόμενο των κηρυγμάτων του και να παρατηρούν ποιοι παρευρίσκονταν σε αυτές.
Προηγήθηκαν τρεις προσπάθειες εξόντωσής του







































