A-νόητη ύπαρξη και συνύπαρξη

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα πέτυχε να χωρίσει την κοινωνία από τη θρησκεία. Αιώνες ολόκληρους (τους «μέσους» ή «σκοτεινούς» αιώνες) οι κοινωνικοί θεσμοί, ο πολιτικός βίος, κάθε μορφή οργάνωσης της συλλογικότητας στη Δύση, είχε αυτονόητα υποταχθεί στην κυρίαρχη θρησκευτική ιδεολογία – συχνά και στη θεσμική εκπροσώπηση της θρησκείας. Ηταν για τον δυτικό άνθρωπο μια ιστορική εμπειρία άκρως αρνητική, πρώτη εμπειρία ολοκληρωτισμού (: αστυνόμευσης των ηθών και των πεποιθήσεων).
Από αντίδραση σε αυτή την εμπειρία, η θρησκεία στη δυτική νεωτερικότητα έγινε ιδιωτική υπόθεση. Είναι ατομική επιλογή, αφορά σε ατομικές πεποιθήσεις, ατομική ηθική, ατομικές συναισθηματικές ικανοποιήσεις. Δεν έχει τίποτα να κάνει με την οργάνωση της συλλογικότητας, δεν πρέπει να επηρεάζει, ούτε στο ελάχιστο, τους κοινωνικούς θεσμούς, τον πολιτικό βίο. Βασικό γνώρισμα των δυτικού τύπου κοινωνιών είναι ο χωρισμός θρησκείας και εξουσίας, Εκκλησίας και κράτους, «ιερού» και «κοσμικού».
Αποτέλεσμα του χωρισμού και συνέπεια της ιδιωτικοποίησης είναι η ραγδαία παρακμή των θρησκειών στα πλαίσια των δυτικού τύπου κοινωνιών. Ειδικά ο Χριστιανισμός, που ήταν η κυρίαρχη στη Δύση θρησκεία, εμφανίζει δραματική συρρίκνωση. Δεν πρόκειται για θριαμβευτική νίκη του αθεϊσμού, πρόκειται για πλημμυρίδα αδιαφορίας: για το φαινόμενο «θρησκευτικού αποχρωματισμού των μαζών», όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε.

Οι θρησκευτικοί θεσμοί προσπάθησαν πανικόβλητοι να αντιδράσουν. Δεν διανοήθηκαν, βεβαίως, να αντισταθούν στην ιδιωτικοποίηση της θρησκείας – ο δυτικός Χριστιανισμός, με πρωτοπόρους τον Αυγουστίνο, τον Αλκουίνο, τον Ανσελμο, είχε «εσωτερικεύσει» την πίστη, δηλαδή την είχε μεταβάλει από εκκλησιαστικό (κοινωνούμενων σχέσεων) γεγονός σε ατομοκεντρικών επιτευγμάτων (ορθοφροσύνης και αυτοκυριαρχίας) επίτευγμα. Ηταν αγωνιώδης η προσπάθεια να προσαρμοστεί και ο Χριστιανισμός, ως ατομική θρησκευτική επιλογή, στους όρους της Νεωτερικότητας: Να εξορθολογιστεί, να βάλει στην άκρη τα «μυθολογικά» του στοιχεία (Entmythologisierung), να αποδείξει τη χρηστική του ωφελιμότητα.

Ετσι, ο λόγος του νοήματος της ύπαρξης και της ελευθερίας που γνωρίζεται ως ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, αλλοτριώθηκε σε χρησιμοθηρικό κήρυγμα, σε υστερικά «πρέπει» και «οφείλεις», δηλαδή σε ουτοπική δεοντολογία. Εγινε λόγος ραδιοφωνικός, τηλεοπτικός, καταιγισμός έντυπης προπαγάνδας στην υπηρεσία διόρθωσης των κοινωνικώς εσφαλμένων. Αγνοήθηκε προκλητικά κάθε εμπειρικό έρεισμα της μεταφυσικής ελπίδας.

Φυσικά, ο «εκσυγχρονισμός» του κηρύγματος δεν ανέκοψε τη ραγδαία επέκταση του ορθολογικού μηδενισμού και αμοραλισμού, την περιφρόνηση της θρησκείας. Ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος δέχεται να παρηγορήσει την υπαρξιακή του αγωνία με το γεγονός ότι η «θρησκεία» του έχει θαυμαστή φιλανθρωπική δραστηριότητα και ηθικοπλαστικές πρωτοβουλίες; Ποιος δέχεται να εξαρτήσει την εντιμότητά του και το ήθος του από την «καθοδήγηση» ιδεόληπτων προπαγανδιστών; Ποιο νέο παιδί θα δεχθεί να «ψυχαγωγηθεί» τραγουδώντας γλυκερά θρησκευτικά ασμάτια σε μουσική ροκ;

Στην Ελλάδα, την πραγματικότητα του θρησκευτικού αποχρωματισμού, πραγματικότητα της «εκκοσμίκευσης», τη συσκοτίζει και την αποκρύβει μια εθνικιστική ρητορεία, τελευταίο απομεινάρι του επίσημου κρατικού μας πατριωτισμού. Αποτύχαμε ολοφάνερα στο πρόταγμα, να έχει ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός Ελληνισμός οργανική συνέχεια ιστορικής ύπαρξης στη Νεωτερικότητα. Μπήκαμε στη Νεωτερικότητα συναινώντας στη ριζική και ολοκληρωτική αλλαγή της ιστορικής μας υπόστασης και ταυτότητας – αρνηθήκαμε την πόλη-κράτος και τη μεσαιωνική της συνέχεια: τις αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, δεχθήκαμε να υποκατασταθεί η πολιτική κοινωνία των σχέσεων με τις συμβατικές κατασφαλίσεις των «ατομικών δικαιωμάτων».

Οι «ηγετικές» κοινωνικές ομάδες (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες) δείχνουν να ξέρουν για την «εκκλησία του δήμου» και την «εκκλησία των πιστών» μόνο αφελείς παιδαριωδίες ή τυποποιημένα ιδεολογήματα, που τους άφησε ως ανάμνηση ένα ανιαρό μάθημα «θρησκευτικών» στο σχολείο. Αλλά, μια σοβαρή μελέτη των φαινομένων τόσο του «θρησκευτικού αποχρωματισμού» της κοινωνίας όσο και της παράλληλης «εκκοσμίκευσης» των εκκλησιαστικών θεσμών, μπορεί να γίνει με βάση το υλικό του «επίσημου» κηρυγματικού και κατηχητικού λόγου. Να μελετηθούν, λ.χ., οι εγκύκλιοι και τα επίσημα περιοδικά της Ιεράς Συνόδου και των επιμέρους επισκοπών και «μητροπόλεων», συνεντεύξεις και αρθρογραφία επισκόπων, προγράμματα εκκλησιαστικών ραδιοφωνικών σταθμών.

Ισως μια δημοσκόπηση, με προκλητικά ερωτήματα, ειδικά στους επισκόπους, θα μπορούσε να καταδείξει το πραγματικό μέγεθος της αλλοτρίωσης: «Τι ακριβώς σημαίνει για σας η “αιώνια ζωή” που κηρύττετε; Σημαίνει μιαν επ’ άπειρον παράταση κάθε ατομικής ύπαρξης; Δεν νιώθετε πανικό στη σκέψη να υπάρχετε ατελεύτητα, για δισεκατομμύρια χρόνια, έστω πανευτυχής; Γιατί κάποτε η Εκκλησία μιλούσε για “αλλαγή” του “τρόπου της ύπαρξης”; Ποια εμπειρία του χρόνου και ποια του χώρου προεικονίζει η εκκλησιαστική λατρεία και Τέχνη; Ποια η διαφορά του εκκλησιαστικού γεγονότος της “σωτηρίας” από την ατομική σωτηρία της θρησκευτικής φλυαρίας; Τι είδους “σωτηρία” θα απολαμβάνει μια μάνα αν το παιδί της κολάζεται;».

Τα κηρύγματα σήμερα μιλάνε μόνο για κανόνες συμπεριφοράς και όχι για πληρότητα της ύπαρξης;

Η Ελλάδα εγκλωβισμένη σε διπλωματικά αδιέξοδα: Πώς οδηγηθήκαμε στην επίθεση του 1921

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

i-ellada-egklovismeni-se-diplomatika-adiexoda-561477541

Στην αυγή του 1921, η Ελλάδα αντιμετώπιζε το φάσμα της διπλωματικής απομόνωσης. Είχαν περάσει λιγότεροι από έξι μήνες από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), αλλά ήδη η Γαλλία και η Ιταλία εκδήλωναν ανοιχτά τις τάσεις αποστασιοποίησής τους από τις διατάξεις της. Η αφορμή είχε δοθεί με την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ στον ελληνικό θρόνο τον Δεκέμβριο του 1920. Στην πραγματικότητα, όμως, τα αίτια ήταν βαθύτερα. Οι Ιταλοί ποτέ δεν είχαν αντιμετωπίσει θετικά τη Συνθήκη των Σεβρών και ειδικότερα τις προβλέψεις που αφορούσαν την εδαφική διεύρυνση της Ελλάδας και την προοπτική επέκτασης της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία: η δημιουργία της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ήταν ανέκαθεν απευκταία εξέλιξη για τη Ρώμη. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή αναθεώρηση των γαλλικών προτεραιοτήτων στον ευρύτερο χώρο της Εγγύς Ανατολής ωθούσε το Παρίσι στην απόφαση για μερική ή ακόμα και ολική επαναδιαπραγμάτευση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών. Η μόνη από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ που συνέχιζε να παρέχει κάποια υποστήριξη στην Ελλάδα ήταν η Βρετανία.

Το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο έπρεπε να κινηθεί η ελληνική διπλωματία επιβεβαιώθηκε τον Φεβρουάριο του 1921, κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου που συγκάλεσαν οι Δυνάμεις της Αντάντ. Θεωρητικά, σκοπός της Συνδιάσκεψης ήταν η εξεύρεση λύσης στο μικρασιατικό ζήτημα, η οποία θα βασιζόταν στη Συνθήκη των Σεβρών. Ωστόσο, η ίδια η σύνθεση της Συνδιάσκεψης παρείχε ασφαλείς ενδείξεις ότι το διεθνές σκηνικό γινόταν ολοένα αρνητικότερο για την Αθήνα. Στο Λονδίνο δεν προσκλήθηκε μόνο η επίσημη οθωμανική κυβέρνηση του σουλτάνου, αλλά και η εθνικιστική κυβέρνηση της Αγκυρας. Για πρώτη φορά οι Δυνάμεις της Αντάντ αναγνώριζαν την ύπαρξη ενός δεύτερου τουρκικού κέντρου εξουσίας, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου καμία λύση δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη Μικρά Ασία. Η κατάσταση περιπλεκόταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι κεμαλικοί εμφανίζονταν απρόθυμοι να δεχτούν οτιδήποτε λιγότερο αφενός από την πλήρη εκκένωση των μικρασιατικών εδαφών από τον ελληνικό στρατό, αφετέρου από επιστροφή της Ανατολικής Θράκης στην τουρκική κυριαρχία.

Με αυτά τα δεδομένα, οι Σύμμαχοι πρότειναν τη σύσταση διεθνούς επιτροπής με σκοπό την επιτόπια διερεύνηση της πληθυσμιακής σύνθεσης στην περιοχή της Σμύρνης και στην Ανατολική Θράκη. Η κεμαλική αντιπροσωπεία αποδέχθηκε την έρευνα υπό όρους. Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση –με την ένθερμη υποστήριξη και της βενιζελικής αντιπολίτευσης– την απέρριψε ασυζητητί, επικαλούμενη το γεγονός ότι αυτού του είδους τα ζητήματα είχαν εξεταστεί αναλυτικά όσο και τελεσίδικα κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού το 1919-1920. Κάποια άλλη λύση έπρεπε να βρεθεί. Το τελικό –βρετανικής έμπνευσης– συμμαχικό σχέδιο ειρήνευσης προέβλεπε τον περιορισμό των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη, την τήρηση της τάξης στο υπόλοιπο σαντζάκι του Αϊδινίου από χωροφυλακή στρατολογημένη κατ’ αναλογία του ντόπιου πληθυσμού και με τη συμμετοχή αξιωματικών από τα συμμαχικά κράτη, καθώς και την ανακήρυξη της αυτονομίας της περιοχής με χριστιανό (όχι απαραίτητα Ελληνα) διοικητή διορισμένο από την Κοινωνία των Εθνών. Σταθμίζοντας με ρεαλισμό τα δεδομένα, η ελληνική πλευρά συγκατένευσε, αντιπροτείνοντας κάποιες επιμέρους τροποποιήσεις. Ηταν, όμως, η σειρά της Αγκυρας να φανεί αδιάλλακτη, οδηγώντας έτσι σε πλήρη αποτυχία τις διαπραγματεύσεις.

Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου είχε ναυαγήσει, αφού όμως προηγουμένως είχε αποκαλύψει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών αναφορικά με το καθεστώς των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας ήταν σχεδόν βέβαιο ότι –με τον ένα ή τον άλλον τρόπο– θα αναθεωρούνταν. Ακόμα χειρότερα για την Ελλάδα, οι ατελέσφορες συζητήσεις που διεξήχθησαν στο Λονδίνο συνέπιπταν χρονικά με τη διπλωματική ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος. Τα πρώτα σημάδια είχαν εμφανιστεί ήδη από το τέλος του 1920, όταν κεμαλικοί και μπολσεβίκοι προχώρησαν στη διάλυση του αρμενικού κράτους και στη διανομή των εδαφών του. Η πρώτη σημαντική ψηφίδα της Συνθήκης των Σεβρών είχε οριστικά αφαιρεθεί, δημιουργώντας ρήγμα στο εύθραυστο συμβατικό οικοδόμημα του παρισινού προαστίου. Τον Μάρτιο του 1921 η υπογραφή τουρκοσοβιετικού Συμφώνου Φιλίας επιβεβαίωσε τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Αγκυρα και στη Μόσχα, η οποία στο αμέσως προσεχές διάστημα έλαβε τη μορφή παροχής σημαντικής υλικής βοήθειας από τους μπολσεβίκους προς τους κεμαλικούς.

Την ίδια περίοδο, η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου έδωσε τη δυνατότητα στην κεμαλική αντιπροσωπεία να έχει απευθείας επαφές με τους Γάλλους και τους Ιταλούς, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή αντίστοιχων συμφωνιών. Σε αντάλλαγμα για την εξασφάλιση προνομιακών όρων οικονομικής συνεργασίας με την Αγκυρα, το Παρίσι και η Ρώμη όχι μόνο δεσμεύονταν να αποσυρθούν από την Κιλικία και την Αττάλεια αντίστοιχα, αλλά επιπλέον υπόσχονταν να προμηθεύσουν με όπλα την κεμαλική κυβέρνηση. Σε συνάρτηση με το τουρκοσοβιετικό σύμφωνο φιλίας, οι Συμφωνίες που συνομολόγησε με τη Γαλλία και την Ιταλία υπογράμμιζαν την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Αγκυρας.

Η απόφαση

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Το κάλλος και η κοινωνία με τον Θεό

ΒΙΒΛΙΟ

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών – επιτομή
Εισαγωγή, επιλογή κειμένων και μετάφραση: π. Χρυσόστομος Τύμπας
εκδ. Αρμός

to-kallos-kai-i-koinonia-me-ton-theo0Βρισκόμαστε στο 1782, λίγα χρόνια πριν από τον Μεγάλο Ξεσηκωμό του 1821, στη Βενετία. Εκεί στο τυπογραφείο του Αντώνιο Βόρτολι εκδίδεται με πρωτοβουλία των αγίων Μακαρίου Κορίνθου και Νικοδήμου Αγιορείτη μία ογκώδης συλλογή με κείμενα 36 εκκλησιαστικών πατέρων, οι οποίοι έζησαν και έδρασαν σε διάστημα 10 αιώνων, από τον 4ο έως τον 14ο. Η συλλογή αυτή, στην οποία –αξίζει να σημειωθεί– δεν αναγράφονταν τα ονόματα των επιμελητών και εκδοτών της, είναι η γνωστή σε όλους μας «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών…», ένα έργο με ευρεία διάδοση όχι μόνο μεταξύ των ορθόδοξων λαών, αλλά και μεταξύ των Ευρωπαίων. Για παράδειγμα σας αναφέρω ότι το 1979 έγινε η πρώτη πλήρης μετάφρασή της στην αγγλική (τέσσερις τόμοι) «The Philokalia, vol. I-IV. The Complete Text, Translated from Greek…», ενώ ήδη κυκλοφορεί και η δεκάτομη έκδοσή της στη Ρουμανία.

Πρόσφατα οι εκδόσεις Αρμός προχώρησαν στην έκδοση μιας «Επιτομής» του σημαντικού αυτού έργου, ικανοποιώντας την ανάγκη για «μία συμπερίληψη των αξιολογότερων κειμένων σε ένα μικρότερο και εύληπτο τόμο». Ο αρχιμ. Χρυσόστομος Τύμπας ήταν αυτός που ανέλαβε να φέρει σε πέρας το δύσκολο έργο της επιλογής εκείνων των «φιλοκαλικών» κειμένων, τα οποία θα αναδείκνυαν την αξία του έργου και δεν θα αλλοίωναν τον χαρακτήρα του, καλύπτοντας κατά το δυνατόν περισσότερα θέματα και τροφοδοτώντας τις βασικές γνωσιολογικές ανάγκες του αναγνώστη-πιστού για τον κόσμο, τον Θεό, τον άνθρωπο κ.λπ. Δεν έφθανε όμως μόνον η επιλογή των κειμένων· απαιτούνταν και η απόδοσή τους στη νέα ελληνική, ώστε ο αναγνώστης να πλησιάσει ακόμη περισσότερο τα κείμενα αυτά. Και ομολογουμένως η μεταφραστική απόπειρα είναι εξαιρετική και αποκαλύπτει το πνευματικό κάλλος αλλά και τη θεολογική και φιλοσοφική αξία των κειμένων.

Στη «Φιλοκαλία» ο αναγνώστης συναντάται με την αγάπη του ανθρώπου προς το κάλλος και με την ανεξάντλητη πνευματική ηδονή που προέρχεται από την κοινωνία με τον Θεό. Οι νηπτικοί (νήψις=εγρήγορση και πνευματική αναζήτηση) πατέρες προτείνουν συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος θα γνωρίσει τον Θεό· την επαγρύπνηση στις διάφορες επιθέσεις των σκοτεινών πνευμάτων, τη διατήρηση της καρδιάς σε κατάσταση ησυχίας και προσευχής, την αίτηση με πνεύμα ταπείνωσης προς τον Θεό για βοήθεια και την αδιάλειπτη μνήμη του θανάτου.

Διαβάζοντας με προσοχή τα θεόπνευστα «φιλοκαλικά» κείμενα, ο αναγνώστης βρίσκει διεξόδους από τον εγκλωβισμό του στον σύγχρονο τρόπο ζωής και απελευθερώνεται από κάθε είδους δεσμό με τις γήινες απολαύσεις. Ελεύθερος πια –μέσω της εσωτερικής ενδοσκόπησης και πνευματικής άσκησης– ανακαλύπτει «την ωραιότητα της θείας καταβολής του και ανάγεται βαθμηδόν στο κάλλος του Θεού», όπως εύστοχα τονίζεται στην εισαγωγή.
Για να κατανοήσουμε την ομορφιά και την αξία της «Φιλοκαλίας», παραθέτω ένα ενδεικτικό παράδειγμα, σε μετάφραση πάντοτε του αρχιμ. Χρυσόστομου, αντλημένο από τον «Λόγον ασκητικόν» του Διαδόχου επισκόπου Φωτικής: «Σε κάθε πνευματική θεωρία ας ηγείται η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Οι πρώτες μας διδάσκουν να καταφρονούμε τα ορατά αγαθά· η αγάπη όμως συνάπτει την ίδια την ψυχή με τις αρετές του Θεού και ψηλαφά τον αόρατο μέσα από τη νοερή αίσθηση της ψυχής».
Διαβάζοντας τα «φιλοκαλικά» κείμενα της «Επιτομής», ανοίγεται διάπλατα ο δρόμος του εσωτερικού διαλόγου, του διαλόγου με τον εαυτό μας και τον Θεό.
 
* Ο κ. Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής ΑΠΘ, φιλόλογος στα Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια Ν. Μπακογιάννη.

Η γέννηση μιας νεοκλασικής πόλης

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

photo-8
photo-2
photo-1
photo-4
photo-5
photo-8
photo-2
photo-1
photo-4
photo-5
photo-8

Ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος και ιστορικός της αρχιτεκτονικής Γιάννης Τσιώμης, καθηγητής στην αρχιτεκτονική σχολή Paris-La Vilette και στη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) στο Παρίσι και μέλος της Ακαδημίας Αρχιτεκτονικής της Γαλλίας, μας μιλάει για τα κριτήρια επιλογής της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους, για την τοπογραφία, την αστική μορφολογία και τον πολεοδομικό της σχεδιασμό, καθώς και για τις πολιτιστικές μεταφορές στην Ευρώπη, μεταξύ Γερμανίας, Γαλλίας και Ελλάδας, ως απαραίτητη συνθήκη για τη γένεση της Αθήνας ως πρωτεύουσας πόλης.

Κύριε Τσιώμη, πώς ήταν η Αθήνα πριν γίνει πρωτεύουσα; 

Ποια Αθήνα; Ποιας εποχής; Διότι η Αθήνα αλλάζει μέσα στους αιώνες, η ιστορία την αλλάζει. Η Αθήνα πάντως του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα είναι στην ουσία ένα μεγάλο χωριό. Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για το πόσους κατοίκους και πόσα σπίτια είχε εκείνη την εποχή. Σίγουρα πάντως δεν ήταν ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα της τότε επαρχίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτό όμως που αλλάζει από τα μέσα του 18ου αιώνα είναι ότι, ενώ μέχρι τότε κέντρο της αρχαιότητας για την Ευρώπη ήταν η Ρώμη, από το 1750 και μετά η Αθήνα αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων λόγω των αρχαιοτήτων της και πάρα πολλοί, ιδιαίτερα Εγγλέζοι και Γάλλοι, την επισκέπτονται ως τόπο γένεσης του δυτικού πολιτισμού.

Γιατί επελέγη η Αθήνα ως πρωτεύουσα της Ελλάδας; 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Τέτλαθι κραδίη: Η κούραση της Δύσης

ΑΠΟΨΕΙΣ

tetlathi-kradii-i-koyrasi-tis-dysis-561397372

Μπορείς να συλλάβεις τις κλασικές σπουδές χωρίς τη μελέτη των κειμένων στο πρωτότυπο; Για τους ιθύνοντες του Princeton προφανώς μπορείς. Υπάρχουν τόσες μεταφράσεις που αποδίδουν τη σοφία των αρχαίων σε σημερινές γλώσσες. Αν όμως δεν μπορείς να αναφερθείς στο πρωτότυπο, πώς θα μπορέσεις να κρίνεις τις επιλογές των μεταφραστών που διαφέρουν ανάλογα με το εκάστοτε παρόν; Διάβασα ότι κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα λεξικό της αρχαίας ελληνικής που «διορθώνει» τις σεμνότυφες επιλογές του κλασικού Λίντελ Σκοτ, προϊόν της βικτωριανής εποχής.

Το «πρωτότυπο», η αντίληψη περί πρωτοτύπου είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη του δυτικού πολιτισμού. Και όχι μόνον στα κείμενα. Στα έργα της ανθρώπινης δημιουργίας. Εχουμε αναρωτηθεί από πού προκύπτει η αξία του πρωτοτύπου στα έργα τέχνης; Γιατί ένα εξαιρετικά φτιαγμένο αντίγραφο της «Νυχτερινής Περιπόλου» του Ρέμπραντ δεν μπορεί να φτάσει την αξία του πρωτοτύπου που φιλοξενείται στο Μουσείο Ρικς στο Αμστερνταμ; Επειδή η συνείδηση του πολιτισμού μας στρέφεται γύρω από έναν πυρήνα. Κι αυτός ο πυρήνας είναι η πρωταρχική χειρονομία από την οποία προέκυψαν όλες οι υπόλοιπες. Το ζητούμενο για τον δυτικό πολιτισμό ήταν πάντα η αναζήτηση της πρωταρχικής χειρονομίας, και η υλοποίησή της. Η ελληνική γλώσσα έχει απογράψει και διαμορφώσει την πρωταρχική χειρονομία της φιλοσοφίας, της τραγικής σκέψης, της Ιστορίας, της επικής ποίησης μεταξύ άλλων. Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός εκεί βρήκαν την ορμή για να δημιουργήσουν τη δική τους πρωταρχική χειρονομία, για να παράγουν τη δική τους σκέψη. Οπως γράφει ο Ρεμί Μπραγκ, η σχέση με το πρωτότυπο χαρακτηρίζει την ιδιοπροσωπία του δυτικού πολιτισμού. Ο Αβερρόης, ο μεγάλος Αραβας σχολιαστής του Αριστοτέλη, τον είχε διαβάσει σε μετάφραση. Μήπως έτσι μπορεί να εξηγηθεί και ο ισλαμικός σκοταδισμός που έπνιξε την αραβική αναγέννηση του Αβερρόη και του Αβικένα; Τους έλειπε η ορμή της πρωταρχικής χειρονομίας.

Οι Ελληνες δεν γνώριζαν την τέχνη της μετάφρασης. Λογικό. Δεν υπήρχε άλλος πολιτισμός του οποίου τα έργα να μπορούν να μεταφέρουν στη γλώσσα τους. Επιρροές σίγουρα υπήρχαν, τίποτε δεν γεννιέται απ’ το τίποτε, όμως ό,τι περνούσε τα σύνορά τους είχαν την ικανότητα να το αφομοιώσουν και να το εντάξουν στη δική τους δημιουργική χειρονομία. Τη «σοφία» ο Πλάτων τη μεταμόρφωσε σε φιλοσοφία, σε αναζήτηση της σοφίας. Την «αλαζονεία» ο Αισχύλος την έκανε τραγωδία, τους «Πέρσες». Γι’ αυτό οι Ελληνες και η γλώσσα τους αντιμετωπίστηκαν από όλους τους αιώνες του δυτικού πολιτισμού ως οι θεματοφύλακες της πρωταρχικής χειρονομίας, το απόλυτο πρωτότυπο.

Στους Ρωμαίους χρωστάμε την τέχνη της μετάφρασης, τη γλώσσα της Ευρώπης όπως έλεγε ο Ουμπέρτο Εκο. Ο Κικέρων μετέφρασε Πλάτωνα στα λατινικά και έτσι επεξεργάστηκε το λεξιλόγιο της φιλοσοφίας που άνοιξε τον δρόμο για τους Στωικούς ή τον Επικούρειο Λουκρήτιο. Βέβαια κατά τον Χάιντεγκερ η εξέλιξη της φιλοσοφίας στηρίζεται σε ένα μεταφραστικό λάθος του Κικέρωνα. Μάλλον αδυναμία της γλώσσας του. Στα λατινικά το ρήμα sum δεν έχει μετοχή ενικού. Οπότε ο Κικέρων το πλατωνικό ον το μετέφρασε με το απαρέμφατο esse, «είναι». Οπου αποδεικνύεται ότι η γραμματική δεν είναι άχρηστη γνώση και το πρωτότυπο μπορεί να συνεισφέρει στη σκέψη, εκτός από την αποστήθιση ρηματικών τύπων.

Ολα αυτά μπορεί να μοιάζουν ότι δεν έχουν πρακτικό αντίκρισμα στο παρόν. Θεωρητικές ανησυχίες ενός τύπου που γράφει στην «Καθημερινή» και διακατέχεται από μανία καταδιώξεως, ευτυχώς πολιτισμικής μόνον επί του παρόντος. Καταρρέει ο πολιτισμός μας και οι αξίες του επειδή κάποιοι, αρμοδιότεροι εμού, αποφασίζουν ότι πρέπει να απαλλάξουν τις «κλασικές σπουδές» από το μαρτύριο της επαφής με τα πρωτότυπα κείμενα; Φοβάμαι πως ναι. Το επόμενο βήμα το έχουμε ήδη δει, όταν οι ιταλικές αρχές κάλυψαν τη γύμνια της Αφροδίτης του Καπιτωλίου για να μη σκανδαλιστούν οι Ιρανοί επίσημοι επισκέπτες. Τίποτε φοβερό. Μικρές καθημερινές χειρονομίες που περνούν σχεδόν απαρατήρητες.

Κούραση της παιδείας μας; Χωρίς αμφιβολία. Αν περιοριστούμε στην Ελλάδα, δύο αιώνες τώρα παλεύει να βρει τρόπους για να διδάξει τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά της και δεν έχει βρει τον κατάλληλο. Θα πρέπει να καταγραφεί στις αποτυχίες αυτών των διακοσίων ετών. Ευθύνονται γι’ αυτήν εξίσου οι «αρχαιολάτρες» και όσοι μισούν τα αρχαία ελληνικά.

Πολιτισμική κούραση; Η Δύση δεν αντέχει άλλο. Δεν έχει άλλες δυνάμεις για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Και για να αποφύγει το ναυάγιο ξεφορτώνεται τη σαβούρα, όλο αυτό το βάρος που την έκανε να πιστεύει στην υπεροχή της. Πρώτο και καλύτερο η σχέση της με την πρωταρχική χειρονομία της ύπαρξής της, τα λεγόμενα κλασικά της πρότυπα. Οταν φτάσουμε σε όσα η προοδευτική σκέψη θεωρεί ως «υποπροϊόντα» της κλασικής σκέψης, τη δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα, την ισότητα των φύλων τότε μπορεί να αντιληφθεί τον κίνδυνο. Ισως να είναι αργά. Ομως, μην ξεχνάμε εκείνο το «τέτλαθι κραδίη» –βάστα καρδιά μου– που είπε ο Οδυσσέας όταν νόμιζε πως είχε γλιτώσει από τα βάσανά του, όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με τους μνηστήρες στο ίδιο του το ανάκτορο.

Ποια Ελλάδα ήθελαν τα πρώτα κόμματα (τα λεγόμενα «ξενικά»);

ΑΠΟΨΕΙΣ

poia-ellada-ithelan-ta-prota-kommata-561397285

Αν ξεπεράσουμε κάποτε τους υπερφίαλους πανηγυρισμούς, αν πάψουμε να συγχαίρουμε τους εαυτούς μας για τα κατορθώματα άλλων, που ήσαν πολύ διαφορετικοί από εμάς, μία πιο διαφωτιστική προσέγγιση θα ήταν να εξετάσουμε τα αποτελέσματα της Επανάστασης του 1821 από τη σκοπιά των τριών κομμάτων που γεννήθηκαν στη διάρκειά της και κυριάρχησαν για περίπου τρεις δεκαετίες.

Πρόκειται για τα λεγόμενα «ξενικά» κόμματα. Κατά χρονολογική σειρά εμφάνισης, αλλά και κατά τάξη μεγέθους, ήσαν το «ρωσικό», το «γαλλικό» και το «αγγλικό». Για να αποφευχθούν τα μόνιμα εισαγωγικά, είναι προτιμότεροι τρεις δόκιμοι και απόλυτα ακριβείς όροι: ρωσόφιλο, γαλλόφιλο, αγγλόφιλο.

Ησαν τάχα τα τρία κόμματα τεχνητά δημιουργήματα των ξένων, όπως νομίζεται; Η γένεσή τους, όμως, πήγασε φυσιολογικά από το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης. Το καθένα ταυτιζόταν με εκείνη την Προστάτιδα Δύναμη που θεωρούσε πιο κατάλληλη να προωθήσει την εθνική ολοκλήρωση των Ελλήνων με την εξωτερική της πολιτική. Ταυτόχρονα, αυτή η Προστάτιδα Δύναμη θα επηρέαζε καθοριστικά την εσωτερική πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση του νέου κράτους, σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα, που προσέλκυαν και συνέφεραν ειδικά τους οπαδούς της στην Ελλάδα.

Αν δούμε ποια Ελλάδα δημιούργησε η Επανάσταση μέσα από το πρίσμα των τριών «ξενικών» κομμάτων, φαίνεται πιο καθαρά ότι αυτά δεν ήσαν απλώς «πρακτορεία» των ξένων, αλλά εκφραστές ελληνικών συμφερόντων. Αυτό γίνεται αμέσως ολοφάνερο στην περίπτωση του ρωσόφιλου κόμματος, στο οποίο ανήκε η συντριπτική πλειονότητα των κληρικών και ιδίως των μοναχών, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του απλού αγράμματου λαού, που αυτοί κυρίως επηρέαζαν. Η Ελλάδα που οραματίζονταν ήταν εκείνη που περισσότερο ταίριαζε και συνέφερε στους ίδιους. Δεν θα είχε μόνο Ορθόδοξο ηγεμόνα. Θα είχε επίσης μία Εκκλησία παντοδύναμη, πάμπλουτη και κυρίαρχη στην κοινωνική ζωή, τόσο πνευματικά όσο και οικονομικά, αφού θα παρέμενε στο διηνεκές ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας και επιχειρηματίας (όπως λ.χ. σήμερα στην Κύπρο). Για το ρωσόφιλο κόμμα, πρωταρχικό ζητούμενο ήταν η διαφύλαξη της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα από κάθε λογής απειλές δυτικής προέλευσης.

Εξάλλου, το όραμα του αγγλόφιλου κόμματος για εσωτερική ανάπτυξη και οικοδόμηση φιλελεύθερου ευρωπαϊκού κράτους ταίριαζε ακριβώς στα συμφέροντα των χαρακτηριστικότερων οπαδών του κόμματος. Συμφέροντα εμπορικά και ναυτιλιακά, αλλά και εύλογες προσδοκίες της πλειονότητας των μορφωμένων και εξευρωπαϊσμένων Ελλήνων, που φυσιολογικά θα πρωταγωνιστούσαν στην υλοποίηση του οράματος αυτού. Τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ηγέτη του κόμματος, εξέλεξε βουλευτή του το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1843.

Ωστόσο, τα ερείσματα αυτά ήσαν ακόμη εντελώς ανεπαρκή στο μικρό αρχικό βασίλειο. «Ούτε μίαν ψήφον διαθέτετε» έλεγε το 1844 ο Ιωάννης Κωλέττης στον Νικόλαο Δραγούμη, εννοώντας τους «ετερόχθονες λογιώτατους», δηλαδή τους μορφωμένους που είχαν έρθει από άλλα μέρη. Απαιτώντας σύνταγμα και καθολική ψηφοφορία (του ανδρικού πληθυσμού) «βγάλατε τα μάτια σας με τα ίδια σας τα χέρια»!  Με άλλα λόγια, οι μορφωμένοι οπαδοί και φορείς του εξευρωπαϊσμού όρθωσαν οι ίδιοι το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη δική τους επικράτηση: μία λαϊκή πλειοψηφία κατά κανόνα εχθρική – ή, τουλάχιστον, καχύποπτη και επιφυλακτική.

Ρωσόφιλο και αγγλόφιλο κόμμα συνέπιπταν σε δύο μερικότερα αλλά κρίσιμα ζητήματα εξευρωπαϊσμού: τη δημιουργία αξιοκρατικής γραφειοκρατίας και τακτικού στρατού. Αυτά όμως ήσαν ανάθεμα για το γαλλόφιλο κόμμα και τους δυναμικότερους υποστηρικτές του. Ησαν οι άεργοι και παραγκωνισμένοι αγωνιστές, που είχαν πολεμήσει στην Επανάσταση ως άτακτοι. Αυτοί εύλογα προσδοκούσαν ότι θα έβρισκαν ξανά επωφελή απασχόληση στο πλαίσιο των αλυτρωτικών εξορμήσεων που επαγγελλόταν αόριστα ο Κωλέττης.

Επωφελή απασχόληση ζητούσαν και στη δημόσια διοίκηση, άσχετα από προσόντα και με αποκλεισμό των «ετεροχθόνων». Το γαλλόφιλο έγινε το κατεξοχήν κόμμα του λαϊκιστικού «αυτοχθονισμού», όπως εκδηλώθηκε εκρηκτικά το 1843-44 από την ανταρσία μιας μερίδας του, με επικεφαλής τον Ιωάννη Μακρυγιάννη και τον Ρήγα Παλαμήδη. Αυτοί όχι μόνο δεν πειθάρχησαν στον Κωλέττη, αλλά και έμειναν, όπως φάνηκε, εντελώς ανεπηρέαστοι από όσα συγκλονιστικά τους είπε στην ιστορική ομιλία του, στις 14 Ιανουαρίου 1844, που καθιέρωσε τον όρο «Μεγάλη Ιδέα».

Επειδή τα έθνη «δεν αυτοσχεδιάζονται», όπως δήλωνε ο Κωλέττης, η σύνθεση της κυβέρνησης και γενικά ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσαν παρά να καθρεφτίζουν την υπάρχουσα κοινωνική και μορφωτική κατάσταση. Το ζητούμενο ήταν απλώς η κατάκτηση και η διατήρηση της εξουσίας από μία σταθερή κυβέρνηση («durer c’est gouverner»). Αυτή έπρεπε «να εξέρχεται εκ των σπλάχνων του έθνους». Το ίδιο και οι υποστηρικτές της, εξαγορασμένοι με διορισμούς και ρουσφέτια κάθε λογής.

Με την εφαρμογή του συντάγματος, ο Κωλέττης αμέσως εγκαινίασε ένα «σύστημα» (όπως ονομάστηκε) φαυλοκρατίας και εκλογικής βίας και νοθείας, που μετά τον θάνατό του κληρονόμησε και εφάρμοσε ο Οθωνας, μέχρι την έξωσή του. Ούτε όμως τότε ξεπεράστηκε αυτός ο επίπλαστος «εξευρωπαϊσμός» που κληροδότησε ο γαλλόφιλος Κωλέττης στο ελληνικό κράτος.

Δικαιώθηκε εξάλλου και το ρωσόφιλο κόμμα, αφού διαιωνίζεται μέχρι σήμερα η ταύτιση του έθνους με την Ορθοδοξία και ο εναγκαλισμός Κράτους και Εκκλησίας (έστω χωρίς την αρχική οικονομική ισχύ της).

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ασκήσεις καινοτομίας και συνυπευθυνότητας

ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι πρώτες ημέρες του Αυγούστου έδωσαν πικρή πρόγευση για τις επερχόμενες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα. Φάνταζε μακρινή, μα δεν είναι πια. Οι εικόνες κατέγραψαν αδυναμίες στην αντιμετώπιση πρωτόγνωρων φαινομένων, παρόμοιων με άλλες χώρες, επιβεβαιώνοντας τη δύναμη της κλιματικής… απειλής.

Η κρίση συνέπεσε με τη δημοσίευση της επιστημονικής μελέτης του φαινομένου από τον ΟΗΕ. Βασικό συμπέρασμα, το κρίσιμο όριο θερμοκρασιακής αύξησης του 1,5 βαθμού Κελσίου που σηματοδοτεί άσχημα, αλλά όχι ακόμη καταστροφικά αποτελέσματα. Η μελέτη θέτει ένα απλό αλλά ταυτόχρονα δύσκολο ερώτημα: είναι ικανή η παγκόσμια κοινότητα να «κρατήσει» την αύξηση της θερμοκρασίας κάτω από το όριο;

Το ερώτημα φαντάζει ρητορικό εάν κάποιος αφουγκραστεί τις αποκλίνουσες απόψεις που διατυπώνονται. Συμπολίτες και συνάνθρωποι συγκρούονται ως προς την αλήθεια των επιστημονικών συμπερασμάτων, τη συμμετοχή κρατών, φορέων και ανθρώπων, τις προτεινόμενες πολιτικές και τα αντίστοιχα επιχειρησιακά σχέδια. Αρκετοί προσπερνούν τις διαφωνίες ως σποραδικές, θυμικές ή μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις. Επιφανειακές αναγνώσεις που χάνουν την ουσία ενός προβλήματος, όχι τόσο επιστημονικού αλλά κυρίως κοινωνιολογικού.

Η κλιματική απειλή είναι πολυπαραμετρικό και πολύπλοκο πρόβλημα, χωρίς εύκολες απαντήσεις. Ουσιαστικά, προκύπτει από δύο παράγοντες: την ανυπαρξία άμεσων και πρακτικών λύσεων και την ασυμφωνία κατεύθυνσης και εφαρμογής ανάμεσα στους διαφορετικούς και ανεξάρτητους φορείς.

Συνεπώς, οι όποιες προσεγγίσεις προϋποθέτουν καινοτομία ως προς τις λύσεις και συμφωνία (και συνυπευθυνότητα) ως προς τους στόχους και την εφαρμογή. Μια τέτοια συνδιαμόρφωση, αποδοχή και επιδίωξη κοινών (αλλά αβέβαιων) στόχων, αλλά και η θέσπιση, τήρηση και υποστήριξη κοινών κανόνων και δράσεων, καθιστούν την επίλυση θεμελιωδώς δύσκολη και απελπιστικά χρονοβόρα! Μια άσκηση management για «δύσκολους λύτες».

Πρωταρχικά, είναι σημαντικό να κατανοηθεί η αποτελεσματικότητα της τεχνοκρατικής προσέγγισης στο πρόβλημα. Προφανώς ο σχεδιασμός λύσεων βασίζεται στην επιστημονική έρευνα και στην τεχνολογική καινοτομία. Νέα υλικά, ενεργειακές διαδικασίες και κυκλικές (circular) πρακτικές διαχείρισης αποβλήτων σε καταναλωτικό και βιομηχανικό επίπεδο περιγράφουν βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες δράσεις. H τεχνοκρατική προσέγγιση δεν είναι, όμως, από μόνη της ικανή συνθήκη. Οι καινοτόμοι δράσεις απαιτούν ευρύτερες συνεργασίες χωρίς κλειστές διοικητικά ομάδες, με την ενεργή συμμετοχή φορέων «πρώτης γραμμής» (frontline). Eτσι επιτυγχάνεται η προώθηση καινοτόμων ιδεών και ξεπερνιούνται κατεστημένες συμπεριφορές.

Παράλληλα, πρέπει να αποφευχθεί η αρνητική κοινωνική απόκριση σε τεχνοκρατικές προσεγγίσεις. Η «στεγνή» και εξειδικευμένη ορολογία, και η «ελιτίστικη» παρουσίαση των τεχνοκρατικών πολιτικών περιορίζουν συχνά την αποδοχή τους. Ειδικά όταν αυτές συγκρούονται με αντιλήψεις και πρακτικές ετών, δημιουργώντας έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους αποδέκτες και στους επιτελικούς διαμορφωτές των πολιτικών. Μια πρόκληση που περιγράφει η Gillian Tett των Financial Times στο βιβλίο «Anthro-Vision». Eτσι, καθίσταται απαραίτητη η «μετάφραση» των τεχνοκρατικών κατευθύνσεων σε δράσεις συμβατές με τις κοινωνικές αξίες και νόρμες. Ελιτίστικες λογικές του «δεν ξέρουν αυτοί» δημιουργούν τριβές και υπονομεύουν την απαραίτητη συμμετοχή ρισκάροντας το αποτέλεσμα.

Τέλος, καθίσταται αναγκαία η θέσπιση μηχανισμών διακυβέρνησης και διαχείρισης των δράσεων πέρα και πάνω από συγκεκριμένες ομάδες, όπως υποστήριξε πρόσφατα ο Μ. Ιακωβίδης («Κ», 8/8/2021). Μηχανισμοί που συνθέτουν απόψεις και δημιουργούν συνυπευθυνότητα μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, π.χ. μια ανεξάρτητη αρχή ή η θέσπιση της αντιμετώπισης της κλιματικής απειλής ως κεντρικού μοχλού αξιολόγησης, χρηματοδότησης και λογοδοσίας σε όλες τις κρατικές και διακρατικές βαθμίδες. Στενά (μικρο)πολιτικά παίγνια δεν κομίζουν, μακροπρόθεσμα, κέρδη από ζητήματα όπως η κλιματική απειλή.

Οι καταστροφές του Αυγούστου ανοίγουν μια χρήσιμη συζήτηση. Οι στάχτες από τις φωτιές επιτάσσουν (αυτο)κριτική στάση απέναντι στην απειλή, απαιτώντας τη δημιουργία μετώπου συνυπευθυνότητας για να βρεθούν οι καινοτόμοι απαντήσεις στην κλιματική απειλή. Μικρόψυχες και κοντόφθαλμες αντιπαραθέσεις δεν βοηθούν. Η ευκαιρία είναι μεγάλη. Oπως και η ελπίδα.

* Ο κ. Στέλιος Καβαδίας είναι καθηγητής της έδρας Margaret Thatcher στην Επιχειρηματική Καινοτομία και Ανάπτυξη στο Judge Business School του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ.

Κρίσεις

20.08.2021, 05:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Κρίσεις | tovima.gr

Κάθε φορά που μια κρίση μας χτυπάει την πόρτα, τα θεμελιώδη επανέρχονται. Κατά κάποιον τρόπο μέσα στις κρίσεις οι κοινωνίες «ανακαλύπτουν το χαμένο τους πρόσωπο». Και αυτό που ως τότε παρέμενε ανυποψίαστο, πιθανόν να γίνει αντικείμενο ελέγχου και κατανόησης. Από τη λειτουργία του λεγόμενου πολιτικού συστήματος, μέχρι το σύνορο με τη φύση.

Η αστραπή της ευμάρειας μετά το 1950 στη Δύση, εδραίωσε στέρεα τον μύθο της γραμμικής εξέλιξης. Είναι γνωστή αυτή η αισιόδοξη φαντασία. Ο κόσμος νομοτελειακά θα εξελίσσεται προς ένα καλύτερο μέλλον, η ευτυχία είναι εγγυημένη. Η αντίληψη αυτή γίνεται οδηγός του δυτικού ανθρώπου, η προσωρινή πραγματικότητα βεβαιώνει την αλήθεια της.

Σε μια παραλληλία αυτής της φαντασίας πορεύθηκε και η χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Βελτίωση των υλικών συνθηκών της ζωής, δημοκρατικότητα στην τυπική τουλάχιστον λειτουργία της, αισιόδοξη εκδοχή του βίου, εγγυημένοι και ανεξάντλητοι πόροι, κατανάλωση του χρόνου χωρίς δεσμευτικά σχέδια, απόρριψη κάθε συζήτησης που έχει στο κέντρο της την ευθύνη, ως προϋπόθεση επιμέλειας της συλλογικής μας υπόστασης στον μακρύ χρόνο.

Οι κρίσεις έρχονται να διαταράξουν το όνειρο. Η οικονομική κρίση ανατίναξε την ψευδή σχέση με τα πράγματα, η αποτυχία των ανορθολογικών σχεδίων απόδρασης από τις συνθήκες της εποχής και τις αναγκαιότητες που τη συνοδεύουν γέννησε το δίδαγμα, που έφερε το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών. Ταυτόχρονα οι τομές που η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη μένουν στο περιθώριο, ως προϊόν της προσήλωσης στην ασφάλεια μιας αντίληψης, που σκεπάζει την κρίση αντί να την αναδείξει, που τη θεωρεί στιγμιαία, ενώ φανερά αυτή διαποτίζει το κοινωνικό σώμα, από τη θεσμική εκδοχή του, ως το καθημερινό επαναλαμβανόμενο βίωμα.

Οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι είδαν τις κρίσεις σαν περαστικά καιρικά φαινόμενα, έδειξαν ενδιαφέρον για τη διαχείρισή τους, χωρίς ποτέ να θέσουν το βάθος των αιτιών τους σε μια γενναία δημόσια συζήτηση, που σωτήρια θα αναμόχλευε, όπως ακριβώς κάνει η κρίση, καθετί που προηγήθηκε, καθετί που ευθύνεται για αυτό που κυοφορείται και μπορεί να ξεσπάσει ως κρίση. Και επειδή κάθε κρίση είναι επικίνδυνη αναμέτρηση με τα όρια, αγνοείται και μετατίθεται στις επόμενες σελίδες της εμπειρίας.

Και έρχονται τα γεγονότα. Και συχνά με ανεξέλεγκτη ορμή, απρόσμενα και αιφνίδια πλήττουν κοινωνία και πρόσωπα. Η κρίση δεν είναι προσωπική, έχει όμως πάντα μια προσωπική διάσταση. Οι τελευταίες καταστροφικές πυρκαγιές ξεκινάνε να μας μιλάνε, μέσα από τους συμπολίτες μας που επλήγησαν, για όλα όσα μπορεί καταλυτικά να απειληθούν.

Οι τελευταίες τραγικές ημέρες μας καλούν να δούμε συνολικά τις κρίσεις που μας κατακαίνε, χωρίς οι φλόγες τους να είναι ορατές. Για να τις σβήσουμε, οφείλουμε πια να τα δούμε όλα από την αρχή.

Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.

Το δάσος που (δεν) αγαπήσαμε

O δασολόγος Ρήγας Τσιακίρης εξηγεί γιατί κάθε δραστηριότητα σχετική με τους πνεύμονες πρασίνου πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Τι αναφέρει για τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών και τι προτείνει για την προστασία και την αξιοποίηση των δασών

19.08.2021, 06:00 ΤΟ ΒΗΜΑ

Το δάσος που (δεν) αγαπήσαμε | tovima.gr

«Τη φωτιά δεν τη σβήνεις με τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα το καλοκαίρι, όσα και αν αγοράσεις. Εάν σου ξεφύγει στην αρχή και πάρει διαστάσεις δύσκολα τη σταματάς μετά. Τη φωτιά τη σβήνεις από τον χειμώνα» μου λέει ο συνομιλητής μου, μια από εκείνες τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου που μας έκαψαν την καρδιά.

Μπαίνεις μέσα σε ένα μεγάλο και βαθύσκιο δάσος από αυτά που είναι άφθονα ακόμη στη Βόρεια και στη Δυτική Ελλάδα και είναι σαν να μπήκες σε σαλόνι που δεν ξέρεις πώς να φερθείς. Καταλαβαίνεις πως κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει γι’ αυτήν την συνάντηση. Είναι ένας τόπος με τους νόμους του, τις ετικέτες του και τις ισορροπίες του.

Αναζητώντας δείκτες υγείας

Γι’ αυτό, στην αρχή της συνομιλίας μας με τον κ. Ρήγα Τσιακίρη, δασολόγο στα Ιωάννινα, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και διδακτορικό στο Τμήμα Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η πρώτη ερώτηση που του κάναμε ήταν ακριβώς αυτή: όταν μπαίνετε σε μια δασωμένη περιοχή ποια είναι τα πρώτα πράγματα που κοιτάζετε ώστε αυτά να λειτουργήσουν ως δείκτες για την υγεία της περιοχής αυτής;

Oπως μας είπε, δεν είναι ούτε ένα ούτε δύο αυτά που θα κοιτάξει κάποιος εξοικειωμένος με το δάσος και τις λειτουργίες του: «Κοιτάμε κατ’ αρχήν τι μπορεί να έχει κάνει ο άνθρωπος που μπορεί να εκθέσει το δάσος σε κίνδυνο! Κοιτάμε για παρανομίες όπως λαθροϋλοτομία, σκουπίδια, μπάζα, διανοίξεις δρόμων, λαθροθηρία, θηλιές που λειτουργούν ως παγίδες, αλλά νοιαζόμαστε και για την υγεία των δέντρων. Π.χ. στρες από φυσικά αίτια, ξηράνσεις, προσβολές από παθογόνα, κοιτάμε επίσης τις πηγές, το νερό και το αν υπάρχει αντιπυρική προστασία. Κοιτάμε επίσης τη βιοποικιλότητα και τους σημαντικότερους δείκτες της: την αφθονία και ποικιλία της ορνιθοπανίδας, ψάχνουμε για ίχνη παρουσίας θηλαστικών, τα μανιτάρια, τα σπάνια είδη φυτών κ.ά. έτσι ώστε να συνθέσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα».

Ανθρωπος και δάσος, άλλοτε και τώρα

Σε μια επί τόπου επίσκεψη του ΒΗΜΑ-Science σε δασωμένες εκτάσεις στο Ανατολικό Ζαγόρι, αυτό το καλοκαίρι, πριν ξεσπάσουν οι εφιαλτικές φωτιές παντού, ακούγαμε έναν παλαιό δασεργάτη να μας διηγείται το πώς ήταν η ζωή τους τα καλοκαίρια πριν από τριάντα με σαράντα χρόνια. «Τα καλοκαίρια μπαίναμε στο δάσος μαζί με τις οικογένειές μας και δουλεύαμε εκεί για καιρό. Μέναμε σε πρόχειρα καταλύματα, αλλά η δασική υπηρεσία μάς έδινε τεφτέρια του μπακάλη και βγαίναμε κάποιες φορές για να ψωνίσουμε φαγώσιμα από τα πιο κοντινά μαγαζιά για να μαγειρεύουμε στο δάσος. Μας έφερναν νερό, κάποιες φορές και καφέδες, μας φρόντιζαν από τη Δασική. Και εμείς δουλεύαμε κάνοντας καθαρισμούς και άλλες δουλειές απαραίτητες για να περάσει καλό χειμώνα το δάσος. Eτσι το προσέχαμε κιόλας και ποιος να έμπαινε να βάλει φωτιά ή να κόψει ξύλα παράνομα;».

Το δάσος ως μέρος της οικονομικής ζωής

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο πόλεμος που μπορούσε να κερδηθεί: Τα λάθη της ανώτατης διεύθυνσης των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 για την κατάληψη των Εσκή Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ
o-polemos-poy-mporoyse-na-kerdithei-561465970

Tην 1η Νοεμβρίου 1920 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, οι οποίες έφεραν στην εξουσία την αντιβενιζελική βασιλική παράταξη που ψυχικά ήταν ταγμένη εναντίον της πολιτικής Βενιζέλου. Ισχυρός άνδρας της νέας κυβέρνησης ήταν ο Δημήτριος Γούναρης, που ανέλαβε το υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Γούναρης, όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν αντιλαμβανόταν τη βαρύνουσα σημασία της στρατιωτικής ισχύος στην επίλυση του μικρασιατικού ζητήματος. Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της διοίκησης της Στρατιάς Μικράς Ασίας (στη συνέχεια Στρατιά) στον μέχρι τότε εγκάθειρκτο στις φυλακές Αβέρωφ για αντιστρατιωτικές ενέργειες αντιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα. Ο Παπούλας στερούνταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης, δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει απόφαση επ’ αυτών. Αποφάσεις λάμβανε αντ’ αυτού ο ορισθείς από την κυβέρνηση ως επιτελάρχης της Στρατιάς συνταγματάρχης Κ. Πάλης, απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Κατόπιν τούτων δημιουργήθηκε ένα άτυπο δίπολο, στο οποίο ο μεν Παπούλας ήταν υπεύθυνος για τα διοικητικά ζητήματα, ο δε επιτελάρχης του για τα επιχειρησιακά. Τούτο έβλαψε πολλαπλώς την εκστρατεία.

Κατά τη δίμηνη προεκλογική περίοδο και αυτή των εορταστικών επινικίων που ακολούθησε τις εκλογές επικράτησε σχετική ηρεμία στο μικρασιατικό μέτωπο, πράγμα που πρόσφερε στον Κεμάλ πολύτιμο χρόνο για την οργάνωση του τουρκικού εθνικού στρατού. Κατά την επιθετική αναγνώριση που εκτέλεσε η Στρατιά στα τέλη Δεκεμβρίου προς το Εσκή Σεχήρ διαπιστώθηκε ότι ο τουρκικός στρατός ήταν μια κανονικά συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη, πλην όμως το μέγεθός του παρέμενε ακόμη περιορισμένο. Οι δέκα μεραρχίες που παρέτασσε έναντι του ελληνικού μετώπου διέθεταν δύο έως τρεις χιλιάδες άνδρες, 4-6 πυροβόλα και 24 πολυβόλα. Επομένως, τουρκικός στρατός με την πραγματική σημασία της λέξης δεν υπήρχε στις αρχές του 1921.

Από την άλλη πλευρά, η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε 4.370 αξιωματικούς, 116.500 οπλίτες, οκτώ μεραρχίες, μία ταξιαρχία Ιππικού, 85 τάγματα Πεζικού, 260 πυροβόλα και 636 πολυβόλα· προφανώς ήταν πολύ ισχυρότερη του τουρκικού στρατού. Υπήρχαν όμως και σοβαρά προβλήματα: 1) Η μάχιμη δύναμη των μεραρχιών υπολειπόταν σημαντικά της προβλεπόμενης από τους πίνακες συνθέσεως. 2) Η Στρατιά μπορούσε να διαθέσει για την εκτέλεση νέων επιχειρήσεων μόνο πέντε μεραρχίες. Για την εκτέλεση νέων επιχειρήσεων επιβαλλόταν να ενισχυθεί η μάχιμη δύναμη των μεραρχιών και να συγκροτηθούν νέα συντάγματα μετόπισθεν για να αναλάβουν τις αποστολές κάλυψης και ασφάλειας, ώστε και οι οκτώ μεραρχίες να διατεθούν στις επιχειρήσεις.

Η διάσκεψη του Λονδίνου

Στις αρχές του 1921 οι σύμμαχοι της Αντάντ αποφάσισαν να συνέλθει στο Λονδίνο, στις 9 Φεβρουαρίου, διάσκεψη με σκοπό την επίλυση του μικρασιατικού ζητήματος. Στη διάσκεψη προσκλήθηκε και το κεμαλικό κράτος και επομένως αυτό αναγνωρίστηκε εμμέσως ως κρατική οντότητα. Στην κυβέρνηση επικράτησε η σκέψη για την εκτέλεση από τη Στρατιά μιας επιχείρησης πριν από την έναρξη της διάσκεψης, προκειμένου να καταδειχθεί στους συμμάχους η ισχύς του ελληνικού Στρατού. Ασφαλώς οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν διεξάγονται για εντυπωσιασμό φίλων και αντιπάλων, αλλά για την επίτευξη σκοπών που θα προσφέρουν σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Ο αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (ΕΥΣ) εισηγήθηκε στον Γούναρη την άμεση επιστράτευση τεσσάρων κλάσεων εφέδρων, τον εφοδιασμό της Στρατιάς με τα αναγκαία μέσα και την έναρξη επιχειρήσεων στις αρχές Μαρτίου με σκοπό τη συντριβή του τουρκικού στρατού. Ο Γούναρης δεν αποδέχθηκε τις προτάσεις του αρχηγού της ΕΥΣ.

Επίσης, και η Στρατιά διά του επιτελάρχη της μελέτησε την εκτέλεση μιας επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις επιτυχούς εκτέλεσής της ήταν να ενισχυθεί η Στρατιά διά τριάντα χιλιάδων ανδρών και να εκτελεστεί την άνοιξη. Ο Παπούλας έστειλε τον Πάλη στην Αθήνα για να ζητήσει τις ενισχύσεις. Ο Γούναρης, στον οποίο παρουσιάστηκε ο Πάλης, αρνήθηκε να διαθέσει τη ζητούμενη ενίσχυση. Ο Γούναρης ενημέρωσε τον Πάλη επί των σκέψεων της κυβέρνησης για την εκτέλεση της προαναφερθείσας επιχείρησης, ο δε Πάλης, χωρίς να διαβουλευθεί με τον Παπούλα, του πρότεινε την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Είναι προφανές ότι ο Γούναρης δεν αντιλαμβανόταν ότι για να επιτύχει η επιχείρηση που ζητούσε επιβαλλόταν να υπάρχουν οι αναγκαίες και ικανές δυνάμεις που θα την εκτελέσουν, ο δε Πάλης, για να ικανοποιήσει τον Γούναρη, παραιτήθηκε των προϋποθέσεων που ο ίδιος είχε θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρησης που του πρότεινε.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση