Ο πολιτισμός της Θήρας

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

o-politismos-tis-thiras-561459796

Με την έλευση του Αυγούστου οι περισσότεροι από εμάς έχουν ήδη φτάσει ή κατευθύνονται ολοταχώς προς το μέρος που θα περάσουν μερικές έστω ημέρες διακοπών. Προσωπικά, δύο είναι οι αγαπημένοι μου καλοκαιρινοί προορισμοί: αφενός μεν το πατρογονικό μου χωριό και αφετέρου το νησί της Σαντορίνης. Σ’ αυτό το νησί, που στην αρχαιότητα το ονόμαζαν Θήρα, οι αρχαιολόγοι έκαναν το 1967 μια εκπληκτική ανακάλυψη: μια χαμένη πόλη, πολύ μεγαλύτερη από την Πομπηία. Αν και δεν γνωρίζουμε το πραγματικό της όνομα σήμερα την ονομάζουμε Ακρωτήρι, από το όνομα ενός γειτονικού χωριού. Θαμμένα κάτω από ηφαιστειακά υλικά δεκάδων μέτρων, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τα ίχνη ενός πολιτισμού που είχε χαθεί εδώ και 36 αιώνες. Οι τοίχοι των σπιτιών ήταν διακοσμημένοι με εκπληκτικές τοιχογραφίες που αντιπροσώπευαν μια μοναδική μορφή τέχνης και δημιουργικότητας, η οποία δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη εκείνης της περιόδου. Και απ’ ό,τι φαίνεται, οι υπέροχοι αυτοί διάκοσμοι ήταν αρκετά διαδεδομένοι, ώστε δεν περιορίζονταν μόνο στις ανώτερες τάξεις. Ακόμη και ένα απλό μπάνιο ήταν εντυπωσιακά σύγχρονο και διέθετε έως και εσωτερική αποχέτευση.

Hταν ένας εκπληκτικός πολιτισμός της Εποχής του Χαλκού, περισσότερο ανεπτυγμένος απ’ όσο θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Εικόνες με λιοντάρια, πιθήκους και αντιλόπες μαρτυρούν τη λεπτομερή γνώση που είχαν για μέρη μακρινά. Γιατί η αρχαία Θήρα ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα εμπορίου στη Μεσόγειο. Και μαζί με το εμπόριο θα πρέπει να είχαν και άριστη γνώση της αστρονομίας και της γεωγραφίας, τα μέσα αλλά και το επακόλουθο των θαλάσσιων ταξιδιών τους. Αυτή ήταν πραγματικά η πρώτη θαλάσσια αυτοκρατορία. Στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και με μια μεγάλη ναυτική αυτοκρατορία, οι κάτοικοι της Θήρας θα χρειαζόταν να έχουν μια εμπεριστατωμένη γνώση της ναυσιπλοΐας και επομένως των άστρων και των αστερισμών. Hταν ένας πολιτισμός πριν από την εποχή του και η εποχή του τελείωσε γύρω στο 1650 π.Χ. όταν μια ισχυρή ηφαιστειακή έκρηξη συνέτριψε το νησί και σταμάτησε το ρολόι της ανάπτυξης του δυτικού πολιτισμού για περίπου δύο χιλιάδες χρόνια.

Σήμερα πιστεύουμε ότι η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας ήταν η πιο ισχυρή ηφαιστειακή έκρηξη όλων των εποχών. Δέκα φορές πιο ισχυρή από την έκρηξη του Βεζούβιου που έθαψε την Πομπηία και 120 φορές πιο ισχυρή από την έκρηξη του ηφαίστειου της Αγίας Ελένης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η καταστροφική εκείνη έκρηξη εκτίναξε 100 κυβικά χιλιόμετρα ηφαιστειακών υλικών στην ατμόσφαιρα σχηματίζοντας μια πανύψηλη στήλη θανάτου, ίχνη της οποίας εντοπίστηκαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Η βίαιη έκρηξη κατέστρεψε το Ακρωτήρι, θάβοντάς το κάτω από ένα παχύ στρώμα ηφαιστειακής τέφρας. Σε αντίθεση με την Πομπηία, δεν βρέθηκαν μέχρι τώρα απολιθωμένα σώματα, γεγονός που μπορεί και να σημαίνει ότι οι κάτοικοί του το είχαν ίσως εγκαταλείψει πριν από την τελική έκρηξη.

Περίπου 100 χιλιόμετρα νότια της Θήρας, βρίσκεται η Κρήτη. Από εκεί, η ανεξέλεγκτη αυτή καταστροφική μανία της Φύσης θα φάνταζε στους κατοίκους της Κνωσού σαν το τέλος του κόσμου. Για μέρες, ισχυροί σεισμοί κλόνιζαν την πόλη και ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει από τα νέφη τέφρας και αερίων, που συνέχιζε να εκτοξεύει το ηφαίστειο της Θήρας, ενώ σύντομα θα έρχονταν τα ακόμη χειρότερα. Η τεράστια μετατόπιση νερού, που προκλήθηκε από τους σεισμούς και την κατάρρευση του ίδιου του ηφαιστείου, δημιούργησε μια σειρά παλιρροιακών κυμάτων, που άρχισαν να απλώνονται σε όλη τη Μεσόγειο και τα βόρεια παράλια της Κρήτης. Φτάνοντας στα ρηχά νερά της ακτογραμμής, τα κύματα άρχισαν να γιγαντώνονται. Τεράστιοι τοίχοι νερού, που έφταναν έως και τα 20 μέτρα σε ύψος, ξεχύθηκαν προς την ενδοχώρα, καταστρέφοντας στο πέρασμά τους σχεδόν τα πάντα. Κι έτσι, με τις πηγές πλούτου, τις καλλιέργειες και το εμπόριό του κατεστραμμένα, ο μινωικός πολιτισμός κατέρρευσε, ενώ τα απομεινάρια του πέρασαν στα χέρια των Μυκηναίων εισβολέων από την ηπειρωτική Ελλάδα.

Σήμερα ό,τι απέμεινε από τη Θήρα είναι το νησί της Σαντορίνης. Τα εντυπωσιακά τείχη της ηφαιστειακής καλντέρας υψώνονται 300 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Ομως το Ακρωτήρι εξακολουθεί να είναι θαμμένο κάτω από ηφαιστειακά μπάζα δεκάδων μέτρων, αφού οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως ένα μικρό μόνο τμήμα της πόλης. Κι έτσι ολόκληρη η ιστορία περιμένει ακόμη να ανακαλυφθεί. Μπορεί, άραγε, στο Ακρωτήρι κάτω από τα μπάζα μέσα σ’ ένα σπίτι που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα να βρεθεί μια ουράνια σφαίρα, με όλα τα άστρα και τους αστερισμούς που είχαν καταγραφεί στη Θήρα πριν από 4.000 χρόνια; Χωρίς αμφιβολία τα ίδια άστρα που λαμπυρίζουν σήμερα στον νυχτερινό ουρανό της Σαντορίνης, κοίταζαν από ψηλά εκείνον τον ανερχόμενο τότε πολιτισμό. Ηταν τα ίδια άστρα και οι ίδιοι αστερισμοί που χρησιμοποιούσαν οι θαλασσοπόροι της Θήρας. Και αυτά, τα ίδια άστρα, φώτιζαν επίσης τον ουρανό κι εκείνη την τελευταία μοιραία νύχτα πριν γίνει η έκρηξη και ξεχαστούν για πάντα.

* Ο κ. Διονύσης Π. Σιμόπουλος είναι επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.

Η Δημοκρατική Επανάσταση

ΑΠΟΨΕΙΣ

i-dimokratiki-epanastasi-561462436

« Πρέπει να εκλέξητε βουλευτάς αξίους της εμπιστοσύνης σας και ικανούς να εκτελέσωσιν τα ιερά χρέη των διοικητών. Τακτικήν εκλογήν αποφασίζει ο νόμος εκείνην, εις την οποίαν μικροί και μεγάλοι, ιερείς και λαϊκοί, πάσης τάξεως και καταστάσεως άνθρωποι, εν ενί λόγω ο λαός ολόκληρος έχει την ψήφον του».

Το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε προέρχεται από την πρώτη προκήρυξη εθνικών εκλογών στη νεότερη Ελλάδα. Η προκήρυξη έχει ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 1822 και την υπογράφουν ο Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης (καθώς ο Πρόεδρος, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, βρισκόταν στο Μεσολόγγι υπερασπιζόμενος την πόλη στην πρώτη πολιορκία της) και ο Αρχιγραμματέας της Επικρατείας και Μινίστρος των Εξωτερικών Υποθέσεων, Θεόδωρος Νέγρης. Δεν ήταν τυχαία άτομα. Ο 62χρονος Θάνος Κανακάρης ήταν στενός συνεργάτης του Μαυροκορδάτου και ο «δημοκρατικώτερος των προυχόντων» σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ο κατά τρεις δεκαετίες νεότερός του Νέγρης, ο πραγματικός συντάκτης αυτού του κειμένου, ήταν ένας από τους πιο ριζοσπάστες φιλελεύθερους με τολμηρή και επεξεργασμένη πολιτική σκέψη. Οι ριζοσπάστες φιλελεύθεροι της εποχής δεν περιλάμβαναν στην ατζέντα τους μόνο το κράτος δικαίου (την «ευνομία») και τις ατομικές ελευθερίες αλλά και τη διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων. «Διότι μόνον το έθνος έχει το δικαίωμα να αποφασίση κατά την θέλησίν του διοίκησιν».

Οπως είδατε στην εισαγωγική παράγραφο, η επαναστατική κυβέρνηση προκήρυττε εκλογές με καθολική ψηφοφορία των ανδρών («ο λαός ολόκληρος»), χωρίς προϋποθέσεις, κάτι πρωτοποριακό όχι μόνο σε ευρωπαϊκό αλλά παγκόσμιο επίπεδο. Η Διοίκηση τονίζει, απευθυνόμενη στους πολίτες, «πόσην φροντίδα έχει εις το να μη στερηθήτε κανενός από τα δικαιώματά σας, διά την απόλαυσιν των οποίων ελάβετε εις χείρας τα όπλα και χωρίς τα οποία δεν είσθε βεβαίως ελεύθεροι».

Η προκήρυξη αυτή, λοιπόν, λέει ξεκάθαρα ότι οι Ελληνες δεν επαναστάτησαν κατά των Οθωμανών για να ανατρέψουν απλώς το καθεστώς της κατάκτησης. Δεν είναι ο στόχος τους μόνο η εθνική ανεξαρτησία αλλά έχουν και έναν επιπλέον σκοπό, να εξασφαλίσουν μια διακυβέρνηση που σήμερα θα ονομάζαμε (αλλά και τότε έτσι ακριβώς την ονόμαζαν), δημοκρατική και φιλελεύθερη. «Μόνη η παραστατική διοίκησις [αντιπροσωπευτική δημοκρατία], εκείνη δηλ. η οποία φέρει πρόσωπον λαού, ανήκει εις τους Ελληνας, οίτινες, διά να διοικώνται ορθώς, ώρμησαν κατά των τυράννων κάμνοντες τόσας και τόσας θυσίας». Ενα εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι

Το Σύνταγμα, οι εκλογές, οι απρόσωποι θεσμοί, η συμμετοχή, ο Τύπος, μετέτρεψαν τους Ρωμιούς ραγιάδες σε Ελληνες πολίτες.

το εξής: Τι από όλα αυτά που προέβλεπαν τα συντάγματα και οι διακηρύξεις εφαρμόστηκε στην πραγματικότητα; Οταν εκδίδεται αυτή η προκήρυξη δεν έχει κλείσει ακόμα μήνας από τον θάνατο του Δράμαλη, ο οποίος παρέμενε στην Πελοπόννησο με ισχυρά στρατεύματα. Ακόμα και ο Μοριάς δεν ήταν εντελώς ελεύθερος. Οι Οθωμανοί έλεγχαν εκεί έξι κάστρα. Το Μεσολόγγι θα περάσει από μια μεγάλη δοκιμασία που θα λήξει την τελευταία ημέρα του χρόνου (31/12/1822). Στην ανατολική Στερεά η αδυσώπητη πολιτική σύγκρουση είχε οδηγήσει ακόμα και σε εν ψυχρώ δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων. Οι εκλογές διεξάγονται κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου 1823, μέσα σε ένα κλίμα που αρχίζει να γίνεται εμφυλιοπολεμικό. Οταν θα ξεκινήσει η Εθνική Συνέλευση στο Αστρος τα αντίπαλα στρατόπεδα θα έχουν διαμορφωθεί. Αρα, τι νόημα έχουν αυτές οι διακηρύξεις;

Στο εξαιρετικό νέο βιβλίο του Πέτρου Πιζάνια, «Η Ελληνική Επανάσταση 1821-1830» (Εστία, 2021), μαθαίνουμε μερικά ενδιαφέροντα πράγματα, όπως το πόσοι ψήφιζαν. Το ποσοστό των Ελλήνων που απολάμβανε πολιτικά δικαιώματα ανερχόταν στο 25%-27% του συνολικού πληθυσμού, δηλαδή ψήφιζαν σχεδόν όλοι οι άνδρες άνω των 25 ετών, χωρίς οικονομικά ή κοινωνικά κριτήρια. Το ελληνικό σύστημα ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό στην Ευρώπη. Στις αρχές του 1823 διεξήχθησαν εκλογές σε τουλάχιστον 61 περιοχές.

Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τα πολλά προβλήματα και τις στρεβλώσεις αυτής της διαδικασίας και να την υποτιμήσουμε. Το δύσκολο είναι να αντιληφθούμε, σήμερα, τον μεγάλο παιδαγωγικό και συμβολικό της ρόλο. Οι εκλογές συνέχιζαν να γίνονται «κανονικά» στο διάλειμμα μεταξύ των δύο φάσεων του εμφυλίου, ακόμα και στα χρόνια στρατιωτικής κάμψης της Επανάστασης (1826-27).

Ομως πόσο γνήσιες ήταν αυτές οι εκλογές; Κατ’ αρχάς, δεν πρέπει να τις συγκρίνουμε με τις σημερινές. Ας τις συγκρίνουμε, όμως, με εκλογές που διεξάγονται στη Μεγάλη Βρετανία τη δεκαετία του 1830 και περιγράφει ο Τσαρλς Ντίκενς στο πρώτο του μυθιστόρημα, το «The Pickwick Papers» (1836-7), που βασίζεται και στις δημοσιογραφικές του εμπειρίες. Οπως μας δείχνει ο Ντίκενς σε ένα κεφάλαιο που αφιερώνεται στην εκλογική διαδικασία σε μια φανταστική επαρχιακή πόλη της ανατολικής Αγγλίας, που σατιρικά ονομάζει Eatanswill («eatand-swill»), η διαφθορά, η εξαγορά ψήφων και η νοθεία είναι ο κανόνας στη Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η κατάσταση θα συνεχιστεί μέχρι τη δεκαετία του 1870, δηλαδή την εποχή που η αξιοπιστία και η ποιότητα των εκλογών βελτιώθηκε αισθητά και στην Ελλάδα. Αλλά το 1831 απολαμβάνει πολιτικά δικαιώματα στη Βρετανία το 11% του ανδρικού πληθυσμού. Μετά τη μεταρρύθμιση του 1832 το ποσοστό θα ανέβει στο 18%. Θα χρειαστεί να φτάσουμε στο 1918 για να εισαχθεί η καθολική ψηφοφορία στη Μεγάλη Βρετανία, δηλαδή την πατρίδα του κοινοβουλευτισμού. Στην πατρίδα της συνταγματικής αβασίλευτης δημοκρατίας, στις ΗΠΑ, χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1865 για να καταργηθεί η δουλεία (που στην Ελλάδα καταργήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 1825), να περάσει ένας αιώνας για να αποκτήσουν οι μαύροι, πραγματικά, το δικαίωμα ψήφου σε πολλές πολιτείες του νότου, ενώ μέχρι και σήμερα υπάρχει συστηματική προσπάθεια υπονόμευσης της αρχής της καθολικής ψηφοφορίας. Στην ελληνική περίπτωση, όμως, συμβαίνει κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό. Το πολιτικό προσωπικό ανανεώνεται έπειτα από κάθε εκλογή. Στις εκλογές που προκήρυξε ο Θάνος Κανακάρης, τα 4/5 αυτών που εξελέγησαν «ήταν πρόσωπα χωρίς καμία προηγούμενη υψηλή κοινωνική θέση» (Πέτρος Πιζάνιας). Η ανανέωση αυτή συνεχίστηκε και στις δύο άλλες εκλογές που ακολούθησαν.

Υπάρχει ένας άλλος δείκτης δημοκρατίας που είναι πιο ουσιαστικός. Ο τρόπος που οι πολίτες βλέπουν το κράτος. Οι Ελληνες της εποχής κατακλύζουν τα υπουργεία και άλλους δημόσιους θεσμούς με αναφορές, καταγγελίες, προσφυγές, αιτήσεις. Σε πολλά από αυτά τα κείμενα οι Ελληνες αλλά και οι Ελληνίδες (οι «πολίτιδες», όπως τις ονομάζουν οι πρόκριτοι των Αθηνών) αναφέρονται στο Σύνταγμα, στα δικαιώματά τους, στην κυβέρνηση που τους εκπροσωπεί, στους αντιπροσώπους τους. Η Βάσω Σειρηνίδου ονομάζει το φαινόμενο αυτό «λαϊκό νομικισμό». Τέλος, οι Ελληνες από το 1824 και μέχρι το 1827 έχουν έναν ελεύθερο Τύπο που παίζει σοβαρό ρόλο στο δημοκρατικό πολιτικό παιχνίδι. Μία από τις εφημερίδες, τα «Ελληνικά Χρονικά», θα ταυτιστεί διεθνώς με τον αγώνα των Ελλήνων. Αλλά τα «Ελληνικά Χρονικά» ήταν η ριζοσπαστικά φιλελεύθερη εφημερίδα που υποστήριζε με συνέπεια τις δημοκρατικές αρχές.

Το Σύνταγμα, οι εκλογές, οι απρόσωποι θεσμοί, η συμμετοχή, ο Τύπος, μετέτρεψαν τους Ρωμιούς ραγιάδες σε Ελληνες πολίτες. Ετσι, μετά μια μεγάλη περίοδο αυταρχισμού που έληξε τον Σεπτέμβριο του 1843, οι Ελληνες, μαζί με το Σύνταγμα του 1844, πέρασαν και τον πρώτο εκλογικό νόμο του νέου αναγνωρισμένου κράτους που καθιέρωνε την καθολική ψηφοφορία των ανδρών, μια θεσμική κατάκτηση η οποία συνδέεται με μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές παραδόσεις στον κόσμο.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΊΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦΊΜ με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

Το αίσθημα του τραγικού

ΑΠΟΨΕΙΣ

Κοινόχρηστες οι λέξεις τραγωδία και τα παράγωγά της έχουν χάσει το βάρος της σημασίας τους. Τραγωδία στην καθημερινότητά μας χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε δυσμενές γεγονός. Τραγωδία το αυτοκινητικό δυστύχημα, τραγικοί ήρωες τα θύματα, «τραγικές» φιγούρες οι συγγενείς τους. Τραγωδία η αρρώστια, τραγωδία και ο θάνατος. Και όσο κι αν οι νεκροί δεδικαίωνται δεν είναι όλοι τους τραγικοί ήρωες. Κι όταν πάμε να δούμε «τραγωδία» στην Επίδαυρο στο μυαλό μας έρχεται μια υπόθεση γεμάτη με όλη τη δυστυχία της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάτι χειρότερο και από το ίδιο το κακό. Ανθρωποι που τσακώνονται μεταξύ τους, φωνάζουν, βγάζουν τα μάτια τους, δολοφονούν και γενικά ασχημονούν κατά της ηρεμίας μας.

Η αλήθεια είναι ότι το φαινόμενο δεν αφορά μόνον τη χρήση της λέξης στα ελληνικά. Στις τρεις ευρωπαϊκές γλώσσες που γνωρίζω ισχύει το ίδιο. Γι’ αυτό δεν το αποδίδω στη δική μας γλωσσική αμέλεια και στην έμφυτη τάση μας να υπερβάλλουμε. Οφείλεται περισσότερο στην κυρίαρχη νοοτροπία της σύγχρονης εποχής είτε αυτή εκφράζεται μέσα από τις μεγάλες ιδεολογικές κατασκευές του εικοστού αιώνα, είτε από τη μετανεωτερικότητα. Οι ιδεολογικές κατασκευές υποσχέθηκαν την επεξεργασία της ανθρώπινης φύσης με στόχο την απάλειψη των εγγενών της αντιθέσεων, κοινώς τη βελτίωσή της. Απέτυχαν παταγωδώς, όμως τις διαδέχθηκε η μετανεωτερικότητα η οποία υποσχέθηκε την κατάργηση των ορίων της ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος θα ζήσει καλύτερα αν καταργήσει τα όρια που δεσμεύουν την ύπαρξή του, φυλετικά, θρησκευτικά, ακόμη και σωματικά όπως υπόσχεται η θεωρία περί «κοινωνικού φύλου».

Ωσπου έρχεται η φύση για να υπενθυμίσει στον άνθρωπο τα όριά του. Η πανδημία του κορωνοϊού μας υπενθυμίζει πως η επιστήμη είναι δυνατή όχι επειδή η δύναμή της δεν έχει όρια, αλλά επειδή έχει τη δύναμη να ξεπερνάει τα όρια που της θέτει η φύση. Μην ξεχνάμε ότι μια επιδημία αναγκάζει τον Οιδίποδα να αρχίσει την έρευνα που θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη των ορίων της ζωής του. Οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές, τα παλιρροϊκά κύματα, οι μεγάλοι σεισμοί επαναφέρουν τις ανθρώπινες κοινωνίες στην τάξη των ορίων τους. Τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη τον κατασπαράζει ένα τέρας που ξεπήδησε μέσ’ από τα κύματα του Ποσειδώνα. Τσουνάμι θα λέγαμε σήμερα.

Παραφράζοντας τον Μαλρώ που έγραψε ότι ο 21ος αιώνας ή θα είναι πνευματικός ή δεν θα υπάρξει, θα έλεγα ότι ο αιώνας μας ή θα είναι τραγικός ή δεν θα υπάρξει. Η ελληνική τραγωδία, μαζί με το κληροδότημα των λογοτεχνικών αριστουργημάτων κατέθεσε και μια συγκροτημένη αντίληψη για την ανθρώπινη ύπαρξη. Επειδή δεν είναι διατυπωμένη σε φιλοσοφικό σύστημα, αλλά με τη γλώσσα της ποίησης που οργανώνει τη σκέψη της μαζί με το αίσθημά της, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε το «αίσθημα του τραγικού». Το μετατρέψαμε σε κοινοτοπία επειδή πιστεύαμε πως η δύναμή μας δεν έχει όρια, κοινώς ότι μπορούμε να τιθασεύσουμε τη φύση, και μέσα στη φύση και τη δική μας. Πόσο όμως σύγχρονη ακούγεται η αποστροφή του Θουκυδίδη «έως η ανθρωπείη φύσις η αυτή είη»; Οσα μέσα κι αν διαθέτουμε, όση τεχνολογία κι αν ενεργοποιήσουμε ο φόβος που αισθανόμαστε απέναντι στη φωτιά δεν διαφέρει από τον φόβο του αρχαίου ανθρώπου που πίστευε πως τους κεραυνούς τους ρίχνει ο Δίας.
Για δεκαετίες ερμηνεύαμε τις πυρκαγιές με ιδεολογικά και πολιτικά κριτήρια. Καταπατητές, η βουλιμική δόμηση, οι βοσκοί, πράκτορες σκοτεινών δυνάμεων. Σίγουρα έπαιξαν τον ρόλο τους στην καταστροφή. Οπως και η αδιαφορία της αμέλειας, οι χωματερές, τα κενά της άμυνας. Τα γνωστά οικεία δεινά. Ηταν η θεωρία που πρόβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ για τα αυθαίρετα στο Μάτι. Είναι η θεωρία του Ερντογάν που αποδίδει τις πυρκαγιές στα μικρασιατικά παράλια σε εμπρηστικές ενέργειες των Κούρδων. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπιζε τα μεσαία στρώματα όπως ο Ερντογάν τους Κούρδους. Ομως όταν βλέπεις τον χάρτη της NASA με τις πυρκαγιές σε όλον τον πλανήτη, κι όταν ακούς ότι μέσα σε μια μέρα υπάρχουν ενενήντα μέτωπα σε όλη την Ελλάδα αναρωτιέσαι μήπως κάπου αλλού είναι το πρόβλημα. Είναι καθησυχαστικό να αποδίδεις σε ανθρώπινη ενέργεια τις καταστροφές. Βρίσκεις τον ένοχο και ξεμπερδεύεις με το φαινόμενο. Είναι ακριβώς το πρόβλημα που θέτει η τραγική σκέψη.

Δεν έχω καμία διάθεση να παραβλέψω τις ευθύνες της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού. Ελλείψεις, παραλείψεις, λάθος χειρισμοί. Ομως δεν μπορώ να μη δω αυτό που βλέπουν τα μάτια μου. Η πανδημία, οι πυρκαγιές είναι εδώ για να μας υπενθυμίζουν τα όρια της ανθρώπινης παντοδυναμίας. Να μας υποδεικνύουν την επικαιρότητα του τραγικού αισθήματος. Ναι, όταν καίγεται ολόκληρη η Μεσόγειος μπορείς να μιλήσεις για τραγωδία. Κι ας έχει χάσει η λέξη τη σημασία της.

Τα social media δεν είναι εργαλεία διαλόγου

ΒΙΒΛΙΟ

O Mανώλης Ανδριωτάκης μιλάει στην «Κ»

ta-social-media-den-einai-ergaleia-dialogoy-561453265

ta-social-media-den-einai-ergaleia-dialogoy0«Πήραμε Χάξλεϊ». Από το 2004, οπότε και έστησε ένα από τα πρώτα ελληνικά blogs, η οπτική του Μανώλη Ανδριωτάκη πάνω στο τοπίο των νέων μέσων σταδιακά σκοτεινιάζει. Ανήσυχος, ανεξάρτητος και πολυπράγμων, μελετά συστηματικά τις εξελίξεις στον χώρο του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως και τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη εξέλιξη. Παράλληλα διατυπώνει τις σκέψεις του σε βιβλία, άρθρα (είναι τακτικός συνεργάτης της «Καθημερινής»), ντοκιμαντέρ και σεμινάρια.

Ο Ανδριωτάκης μίλησε στην «Κ» μέσω Skype με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, «Homo Automaton: Η τεχνητή νοημοσύνη κι εμείς» (εκδ. GarageBooks). Είναι η πιο ολοκληρωμένη αλλά και πιο ζοφερή ματιά του πάνω στο φαινόμενο. Ο 47χρονος συγγραφέας παρουσιάζει τη λεπτή χειραγώγησή μας από τους αλγορίθμους μηχανικής μάθησης (machine learning algorithms). Παρακολουθώντας την παραμικρή κίνησή μας στο Διαδίκτυο, τα προγράμματα αυτά φιλτράρουν και εξατομικεύουν το περιεχόμενο που προβάλλεται στις οθόνες μας με σκοπό να μας κάνουν πιο δεκτικούς στο εμπορικό μήνυμα.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με το βιβλίο, είναι ακραιφνώς δυστοπικό: μια κοινωνία εποπτείας που επιδιώκει να προβλέψει –ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνει– πεποιθήσεις, προτιμήσεις και συμπεριφορές. Πολίτες με περιορισμένη νοητική αυτονομία και ελευθερία βούλησης. Το λεγόμενο «μαύρο κουτί» παραμερίζει τον αναλογικό άνθρωπο εξυφαίνοντας έναν θαυμαστό καινούργιο ανθρωπολογικό τύπο: τον Homo Automaton.

«Τα social media δεν είναι εργαλεία διαλόγου», λέει ο Ανδριωτάκης, ο οποίος έκλεισε τον λογαριασμό του στο Instagram, αποσύρθηκε από το Twitter και περιόρισε δραστικά τη χρήση του Facebook. «Αν υποθέσουμε ότι η δημοκρατία, οι θεσμοί της, οι καταστατικοί κανόνες της ευνοούνται από τον διάλογο και τη δημοκρατική διαβούλευση», λέει, «τότε τα μέσα αυτά δεν ευνοούν τον διάλογο. Είναι εργαλεία πειθούς».

– Μελετάς τον χώρο των νέων μέσων από την εμφάνισή τους. Παρατηρώ μια μετατόπιση στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Στο τελευταίο σου βιβλίο αναδύεται μια πιο απαισιόδοξη προοπτική.
– Υπάρχει όντως μια μετατόπιση. Νομίζω δεν είμαι μόνος σε αυτό. Φόβοι και ανησυχίες προϋπήρχαν, ωστόσο η εκλογή Τραμπ, το Brexit αλλά και οι εκλογές εδώ το 2015 έφεραν στην επιφάνεια όχι μόνο την τοξικότητα των μέσων, αλλά και τα δομικά τους προβλήματα. Μιλάμε για συγκεκριμένες πλατφόρμες, συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα. Υπάρχει ένα νήμα σκέψης που ξεκινά από το βιβλίο μου «Η πέμπτη εξουσία» (εκδ. Νεφέλη, 2005), το οποίο ανέλυε πώς ο τύπος που βασίζεται στη διαφήμιση βλέπει να του υπαγορεύεται το περιεχόμενο. Αυτό συμβαίνει και τώρα: επιχειρήσεις, που είναι σε μεγάλο βαθμό και εκδοτικές επιχειρήσεις, βασίζονται στο ίδιο αυτό επιχειρηματικό μοντέλο της διαφήμισης. Ζούμε ένα είδος απομάγευσης των ψηφιακών μέσων.

– Οι κίνδυνοι και οι επιβλαβείς συνέπειες από τη χρήση των μέσων δικτύωσης είναι πλέον λεπτομερώς τεκμηριωμένα και επιβεβαιώνονται ακόμη και από ανθρώπους μέσα από το ίδιο το tech industry. Γιατί λοιπόν εξακολουθούν να είναι τόσο δημοφιλή;
– Γιατί απαντούν σε μια ανθρώπινη ανάγκη: την ανάγκη για επικοινωνία. Και προσφέρουν ένα πλαίσιο που είναι πολύ ελκυστικό και πολύ δουλεμένο. Εχει μεγάλη ακρίβεια η στόχευσή τους γιατί έχει μεγάλη ακρίβεια η ανάλυσή τους. Είναι –τύποις– δωρεάν. Και είναι όλοι εκεί. Αυτό καταδεικνύει τη διεισδυτικότητα και τη δομική τους σχέση με την πραγματικότητα. Τα θέλεις αυτά τα εργαλεία γιατί αυτός είναι σήμερα ο κόσμος.

– Θεωρείς πως οι αλγόριθμοι που διέπουν τη λειτουργία των social media υπονομεύουν τους θεσμούς από τους οποίους εξαρτάται η εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας;
– Σε ένα βαθμό την υπονομεύουν. Τα social media δεν είναι εργαλεία διαλόγου. Αν υποθέσουμε ότι η δημοκρατία, οι θεσμοί της, οι καταστατικοί κανόνες της ευνοούνται από τον διάλογο και τη δημοκρατική διαβούλευση, τότε τα μέσα αυτά δεν ευνοούν τον διάλογο. Είναι εργαλεία πειθούς. Διατείνονται ότι προτάσσουν τον διάλογο, τη διάδραση, την επικοινωνία, τη διασύνδεση. Ομως αυτά είναι προσχηματικά, γιατί ο στόχος της μηχανής του ΑΙ και του machine learning είναι η διαφήμιση, ο εμπορικός σκοπός. Από τη στιγμή που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει μια εταιρεία για να πουλήσει παπούτσια, θα τα χρησιμοποιήσει και ένας πολιτικός, ένας ακτιβιστής ή ένας θρησκευτικός ηγέτης για να προωθήσουν τα δικά τους μηνύματα. Τα μέσα αυτά δεν υπακούν στους κανόνες που διέπουν τα παραδοσιακά μέσα. Οι αλγόριθμοι χρησιμοποιούν το machine learning για να προβλέψουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Λειτουργούν λοιπόν υπονομευτικά για τη δημοκρατία γιατί δεν ευνοούν τον διάλογο, αλλά τη συναισθηματική χειραγώγηση και αντίδραση, και με αυτόν τον τρόπο απομακρύνουν τον πολίτη από την κριτική σκέψη. Τον μετατρέπουν σε ένα «αυτόματο».

– Αν όμως μετατράπηκαν συνειδητά σε ένα εργαλείο ελέγχου, τότε μιλάμε για ένα πολιτικό πρόβλημα.
– Είναι όντως πολιτικό. Αφήνεις μια βιομηχανία να ελέγξει τα πάντα. Και δεν είναι μια τυχαία βιομηχανία, αλλά μια βιομηχανία γνώσης. Μια ελεύθερη κοινωνία δεν βασίζει τη φιλοσοφία της στη χειραγώγηση των ανθρώπων. Αν θέλεις αυτόνομους και ανεξάρτητους πολίτες, δεν ψάχνεις τρόπους να τους ελέγξεις, αλλά κοιτάς πώς θα τους δώσεις εργαλεία ώστε αυτοί οι ίδιοι να πάρουν τις καλύτερες αποφάσεις για τον εαυτό τους. Αν θέλεις να διασφαλίσεις ότι θα έχεις ελεύθερους και καλά ενημερωμένους πολίτες, θα πατήσεις πάνω σε αυτές τις δομές γνώσης, ενημέρωσης, πληροφόρησης και επικοινωνίας. Είναι τόσο δομικά τα χαρακτηριστικά που δεν μπορείς να τα αφήσεις ανεξέλεγκτα. Συνεπώς έχει νόημα να έχεις καλή δημοσιογραφία και καλό εκπαιδευτικό σύστημα. Ειδάλλως καταλήγεις με ένα καρότο και ένα μαστίγιο, όχι μια ώριμη κοινωνία.

Νομίζω πως το ζήτημα είναι και φιλοσοφικό. Αν δεχτούμε ότι, έστω σε ένα βαθμό, υπάρχει ελευθερία βούλησης, με τα μέσα αυτά γίνεται τεχνικά και σε μαζική κλίμακα εφικτό να τη βγάλεις έξω από την εξίσωση, να είναι όλα υπαγορευμένα, από τις πιο μικρές στις πιο μεγάλες επιλογές.

– Ποιος έβλεπε πιο καθαρά το μέλλον τελικά; Ο Οργουελ ή ο Χάξλεϊ;
– Πιστεύω πήραμε Χάξλεϊ.

– Υπάρχει περιθώριο χειραφέτησης;
– Πιστεύω στη δύναμη της εκπαίδευσης και της παιδείας. Oσο δεν αποδεχόμαστε την τελική γνώση και όσο πιέζουμε πολιτικά, είμαι αισιόδοξος πως δεν θα καταλήξουμε ούτε στο σενάριο του Οργουελ ούτε στο σενάριο του Χάξλεϊ. Διακρίνω στοιχεία που με προβληματίζουν και με ενεργοποιούν. Ομως δεν θέλω αυτό το βιβλίο να αντιμετωπιστεί ως ένα «call to arms», αλλά ως συμβολή σε έναν απαραίτητο διάλογο, που δεν γίνεται. Γιατί στο Facebook ο διάλογος αυτός δεν μπορεί να γίνει. Μπορεί;

– Πιστεύεις πως μπορούν να υπάρξουν social media χωρίς μηχανή χειραγώγησης από πίσω;
– Είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν μη εμπορικά κίνητρα πίσω από τα δίκτυα και ενδεχομένως στο μέλλον τα πράγματα να μην είναι όπως σήμερα. Μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Βέβαια, πολλά άλλα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν αδύνατα πριν γίνουν. Θα υπάρξει κάποια διόρθωση. Καινούργιες τεχνολογίες πιθανώς και να αλλάξουν ολοσχερώς το τοπίο.

Οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να ελέγχουν αυτές τις εταιρείες

– Οι Αρχές μοιάζουν καταδικασμένες να παίζουν ένα catch-up game με το tech industry. Μπορούμε να περιμένουμε από τη Σίλικον Βάλεϊ να αυτορρυθμιστεί ή είναι σαν να περιμένουμε από τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα;
– Εκ των πραγμάτων οι εταιρείες είναι πιο μπροστά. Αλλά δεν κάνουν κάτι στα κρυφά, δεν υπάρχει κάποια συνωμοσία. Είναι υποχρεωμένες από τον νόμο να υποβάλουν τις πατέντες τους στα ρυθμιστικά όργανα. Είναι θέμα power game σε τι βαθμό ασκούν δύναμη πάνω στις ρυθμιστικές αρχές, στις πολιτικές δυνάμεις, ώστε να εξασφαλίσουν ένα είδος ασυλίας. Υπάρχουν και κανόνες τους οποίους το tech industry προσπέρασε γιατί είναι προφανώς μια βιομηχανία με τρομερές υποσχέσεις κερδών, τρομερές επενδύσεις. Yπάρχει και μια διάσταση τεχνο-ουτοπιστική που τις ευνοεί, υπάρχει δηλαδή μεγάλη επένδυση ελπίδας πάνω στον ψηφιακό κόσμο.

– Ανησυχείς πως οι μηχανισμοί παρακολούθησης που αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν για να περιορίσουν την εξάπλωση της COVID-19 θα διατηρηθούν και μετά το πέρας της πανδημίας;
– Τα contact tracing apps που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν νομίζω πως έχουν λόγο να παραμείνουν. Η διελκυστίνδα παίζεται στα λογισμικά αναγνώρισης προσώπων, στο predictive policing, στα βιομετρικά δεδομένα. Νομίζω πως αν η πανδημία έκανε κάτι καλό είναι ότι ευαισθητοποίησε λίγους ανθρώπους παραπάνω σε σχέση με τις θετικές διαστάσεις των σχετικών τεχνολογιών. Χωρίς αυτά τα αδιανόητα εργαλεία, τις βάσεις δεδομένων, τις επεξεργαστικές δυνατότητες, την ταχύτητα, νομίζω πως ούτε η ανάπτυξη του εμβολίου ούτε η διαχείριση της πανδημίας θα είχαν επιτευχθεί στον βαθμό που επιτεύχθηκαν.

– Ομως, ενώ οι ιδιωτικές εταιρείες –στη Δύση τουλάχιστον– γνωρίζουν πλέον πιο πολλά για εμάς από ό,τι οι ίδιες οι κυβερνήσεις, οι υπέρμαχοι των προσωπικών ελευθεριών εξακολουθούν να διαδηλώνουν κατά των κυβερνήσεων. Γιατί συμβαίνει αυτό;
– Επειδή είναι οι κυβερνήσεις που θα έπρεπε να ελέγχουν αυτές τις εταιρείες. Θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να τους βάζουν όρια, αλλά δυσκολεύονται. Ομως έτσι λειτουργεί η δημοκρατία, είναι διαγκωνισμός εξουσιών.

Οι ξεχασμένοι χριστιανοί της Συρίας

ΚΟΣΜΟΣ

Κατάφεραν, με απώλειες, να επιβιώσουν από το Ισλαμικό Κράτος, αλλά τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με τη φτώχεια και την πείνα

oi-xechasmenoi-christianoi-tis-syrias-561453772

Ο ένας ήρθε από την ερειπωμένη Συρία και ο άλλος είχε καταφθάσει από τις ζούγκλες της Αφρικής. Και οι δύο ταξίδεψαν από σημεία του πλανήτη όπου οι χριστιανικοί πληθυσμοί δοκιμάζονται σκληρά. Από το βήμα της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, στα Χανιά, ο μητροπολίτης Αρκαδίας του Πατριαρχείου Αντιοχείας, Βασίλειος, μετέφερε την αγωνία των ξεχασμένων(;) χριστιανών της Συρίας, οι οποίοι, παρότι σίγησαν τα όπλα, δίνουν τώρα αγώνα επιβίωσης με αντίπαλο τούτη τη φορά όχι το Ισλαμικό Κράτος, αλλά τη φτώχεια και την πείνα. Και ο ορθόδοξος χριστιανός βουλευτής στην Ουγκάντα, Θεόδωρος Σεκικούμπο, αποτύπωσε την εικόνα της εξάπλωσης του ισλαμικού εξτρεμισμού στη Μαύρη Ηπειρο και την απειλή που συνιστά η εγκληματική του δράση για τους χριστιανούς.

Μίλησαν και οι δύο στην «Κ», με τον μητροπολίτη Βασίλειο να μας αποκαλύπτει συγκινημένος, για πρώτη φορά, ότι είχε εκπονήσει σχέδιο αγοράς εκτάσεων στην Ελλάδα για να φτιάξει εκεί μια «Κιβωτό Σωτηρίας» χριστιανών της Συρίας! «Ηταν το 2015 και οι τρομοκράτες του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) είχαν φτάσει στην είσοδο της Κοιλάδας των Χριστιανών, στα σύνορα με τον Λίβανο, όπου είχαν καταφύγει για να γλιτώσουν χριστιανοί από όλη τη Συρία», αφηγήθηκε. «Αυτοί του ISIS είχαν καταλάβει ένα μουσουλμανικό χωριό, το μοναδικό στην κοιλάδα, και το είχαν μετατρέψει σε ορμητήριο για τις επιθέσεις εναντίον των χριστιανών. Προκλήθηκε μεγάλη ανησυχία, πανικός, καθώς μαθαίναμε για τις αγριότητες των τρομοκρατών εναντίον των χριστιανών αλλά και των μουσουλμάνων που δεν ήταν μαζί τους. Κάποιοι που είχαν συγγενείς στο εξωτερικό έφευγαν για να φιλοξενηθούν από τους δικούς τους στην Ευρώπη ή στην Αμερική. Μερικοί όμως δεν είχαν πού να πάνε, ούτε την οικονομική δυνατότητα να ταξιδέψουν. Τότε, λοιπόν, από κοινού με τους δύο βοηθούς μου αρχιμανδρίτες, Ηλία και Δημήτριο, σχεδιάσαμε αθόρυβα να αγοράσουμε στην Εύβοια στην αρχή, αλλά καταλήξαμε τελικά στην Πελοπόννησο, μια έκταση και είπαμε ότι αν δεν αναγκαστούμε να φύγουμε, θα ήταν μια λύση να τη νοικιάζαμε και να εισπράττουμε χρήματα από τις ελιές για να βοηθήσουμε τον κόσμο. Αλλά χρειαζόταν να φύγει ο κόσμος στο τέλος, διότι οι τρομοκράτες είχαν φτάσει μέχρι την πόρτα της Κοιλάδας των Χριστιανών. Αυτούς που δεν είχαν συγγενείς έξω θα τους λέγαμε, ελάτε να εγκατασταθείτε εδώ μέχρι να περάσει η φουρτούνα. Να τους σώσουμε δηλαδή. Δόξα τω Θεώ όμως οι τρομοκράτες δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την κοιλάδα, και έτσι έμειναν οι χριστιανοί και αποφασίσαμε να ξοδέψουμε εκεί τα χρήματα για να τους βοηθήσουμε».

Με το που σίγησαν στη Συρία και στο Ιράκ τα κανόνια και το ISIS ηττήθηκε επί του πεδίου, οι προβολείς του παγκόσμιου ενδιαφέροντος για την τύχη του χριστιανικού στοιχείου στο περίφημο Λεβάντε (Συρία, Ιράκ, Λίβανος) μονομιάς έσβησαν, ωσάν να μην εκδιώχθηκαν, ξεσπιτώθηκαν, δολοφονήθηκαν χιλιάδες εξ αυτών. Ζήτησα, λοιπόν, από τον γεννημένο στη Συρία, με ελληνική αλλά και λιβανέζικη υπηκοότητα, ιεράρχη να μου περιγράψει την κατάσταση, μεταπολεμικά, των χριστιανών στις περιοχές της Βίβλου.

oi-xechasmenoi-christianoi-tis-syrias0«Το θέμα δεν είναι πώς είναι η κατάσταση των χριστιανών στη Συρία και στο Ιράκ, αλλά πώς είναι η κατάσταση στη Συρία και στο Ιράκ, διότι είμαστε πολίτες αυτών των χωρών, όπως και οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι. Ναι μεν είναι πλειονότητα οι μουσουλμάνοι και εμείς μειονότητα, αλλά είμαστε όλοι πολίτες της ίδιας χώρας, έχουμε θρησκευτικά τα ίδια δικαιώματα, ανοίγουμε εκκλησίες, μοναστήρια, διδάσκουμε τα θρησκευτικά μας, γινόμαστε υπάλληλοι, βουλευτές, υπουργοί σε αυτές. Μετά τον πόλεμο ήρθε η φτώχεια και η πείνα, διότι με το εμπάργκο της Δύσης δεν υπάρχει οικονομία. Υπάρχει πείνα, η οικονομία στη Συρία είναι αναιμική. Και όσοι έχουν χρήματα δεν βρίσκουν προϊόντα να αγοράσουν. Δεν επιτρέπουν την εισαγωγή προϊόντων οι δυτικοί αλλά και οι Αραβες. Ενα άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι ότι πολλοί χριστιανοί με τον πόλεμο μετέφεραν τα λεφτά τους σε τράπεζες στον Λίβανο. Ομως τώρα οι τράπεζες αυτές έχουν σχεδόν φαλιρίσει και έχασαν τις οικονομίες τους. Πεινάει ο κόσμος…».

Ο μητροπολίτης Αρκαδίας τονίζει επ’ αυτού τη βοήθεια που η Εκκλησία παρέχει στους δοκιμαζόμενους χριστιανούς: «Η Εκκλησία έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο, βοηθάει πολύ σε όλη την επικράτεια της Συρίας. Διανέμουμε τρόφιμα στα σπίτια, βοηθάμε στην περίθαλψη, στις επισκευές των σπιτιών, αγοράζουμε βιβλία και υλικό για τους μαθητές. Υστερα, και κάποιοι που έχουν φύγει στο εξωτερικό και επιστρέφουν, δίνουν χρήματα σε συγγενείς τους και σε όσους έχουν περισσότερο ανάγκη. Βοηθάμε ο ένας τον άλλο, για να επιβιώσουμε. Οι αδελφοί μας στη Δύση δεν δείχνουν να έχουν αντιληφθεί πλήρως την κατάστασή μας…».

Ο κ. Βασίλειος μιλάει για την τύχη των εκκλησιών και των μοναστηριών που καταστράφηκαν στον πόλεμο, αλλά και για τους χριστιανούς που εγκατέλειψαν τη Συρία. «Σε εμάς του ορθοδόξους καταστράφηκε ένα μοναστήρι, της Αγίας Θέκλας, στη Μααλούλα. Οι μοναχές επέστρεψαν, με τη βοήθεια της Ελλάδας και της Ρωσίας, επισκευάστηκε το μοναστήρι, και νομίζω ότι μερικές εκκλησίες στα προάστια της Δαμασκού επισκευάστηκαν ήδη. Μερικές πάντως, ενώ δεν έπαθαν ζημιές, δεν έχουν πλέον πιστούς, γιατί έφυγαν προς περιοχές που δεν είχαν καταληφθεί από τους τρομοκράτες, όπως η Ταρτούς, η Λαοδίκεια κ.ά., ή προς το εξωτερικό. Σιγά σιγά, επισκευάζονται όσες υπέστησαν ζημιές. Παράλληλα, φτιάχνουμε και άλλες εκκλησίες…».

«Εχετε εικόνα για το πόσοι χριστιανοί μπορεί να έφυγαν από τη Συρία;», τον ρώτησα. «Τουλάχιστον 400.000 από το 1.700.000 ορθοδόξων και καθολικών. Αρκετοί πολέμησαν για να σώσουν τα σπίτια, τις οικογένειές τους, τα ιερά τους. Στην Κοιλάδα των Χριστιανών πρόσφεραν τουλάχιστον 120 μάρτυρες. Εγιναν στις αρχές σκληρές μάχες εκεί, αλλά δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν διότι δεν είχαν προσβάσεις στο εσωτερικό της κοιλάδας». Οσο για την εικόνα από το Ιράκ, που ανήκει στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αντιοχείας, λέει: «Πρώτα πρώτα, ορθόδοξοι στο Ιράκ δεν υπάρχουν, ζήτημα αν μετριούνται περισσότερες από εκατό οικογένειες. Αλλά οι Ιακωβίτες, οι Σύροι και οι άλλοι οι Συροχαλδαίοι και οι παλιοί Ασσύριοι, αυτοί έμειναν τουλάχιστον 250.000 από δύο τρία εκατομμύρια που ήταν. Είχαν μεγάλες απώλειες».

«Τι έκανε ένας ορθόδοξος χριστιανός μητροπολίτης στον πόλεμο;» ήταν μια άλλη ερώτησή μου. «Στην περιοχή της Αρκαδίας, ο πόλεμος δεν ήταν τόσο σκληρός αλλά οπωσδήποτε ήταν επικίνδυνα. Εγώ μετακινούμουν για να βοηθάω και να εμψυχώνω χριστιανούς στα χωριά. Καθώς η μητρόπολή μου είναι ακριβώς στα σύνορα με τον Λίβανο, μπαινόβγαινα τις μέρες του πολέμου στην κοιλάδα. Δεν ήταν εύκολο, αλλά αισθανόμουν ότι ήταν χρέος μου. Πολλοί με παρότρυναν “μην το κάνεις, δεν ακούς τις βόμβες που πέφτουν;”. Ο ηγέτης όμως πρέπει να είναι κοντά στους πιστούς που δοκιμάζονται. Ο μητροπολίτης δεν πρέπει να φοβάται, αλλά και αν φοβάται δεν πρέπει να το δείχνει, διότι θα φοβηθεί και ο κόσμος».

Αγνοούμενοι μητροπολίτες

Μοιραία, η συζήτησή μας έφτασε κάποια στιγμή στην εξαφάνιση των δύο ορθόδοξων μητροπολιτών, Παύλου και Ιωάννη, στον δρόμο από την Τουρκία προς το Χαλέπι, στις 22 Απριλίου 2013, και τον ρώτησα εάν για την Εκκλησία έχει κλείσει η σκοτεινή και ανεξιχνίαστη αυτή υπόθεση, που έγινε πρωτοσέλιδο παγκοσμίως. «Οχι, όχι, για εμάς παραμένει ανοιχτή. Περιμένουμε από τις ορθόδοξες και τις άλλες χριστιανικές χώρες να εργαστούν πιο ενεργά και αποφασιστικά για την εξιχνίασή της και αν αποδειχθεί ότι έχουν δολοφονηθεί, θα ομολογήσουμε ότι έγιναν μάρτυρες της Εκκλησίας μαζί με όλους τους άλλους που σφαγιάστηκαν γιατί αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν. Γι’ αυτό μέχρι τώρα δεν εκλέξαμε αντικαταστάτες τους στη μητρόπολη Χαλεπίου».

«Ελπίζετε σ’ ένα θαύμα;» ρωτώ. «Χωρίς ελπίδα δεν μπορούμε να ζήσουμε και να προχωρήσουμε στο μέλλον. Αυτό που απορώ είναι ότι ο Πατριάρχης Ιωάννης μίλησε με Ελληνες, Τούρκους, Αμερικανούς, Ρώσους, Ρουμάνους, όπου πήγαινε το κύριο θέμα που έθετε ήταν αυτό. Κανείς, μα κανείς δεν του είπε ότι ξέρει κάτι. Μια φορά ο πατριάρχης είπε στην πρέσβειρα των ΗΠΑ στον Λίβανο: “Καλά εσείς μπορείτε να δείτε από τους δορυφόρους μια φιάλη αερίου επτά ορόφους κάτω από τη γη, δεν είδατε τίποτα το τι έγινε μέρα μεσημέρι κάτω από τον ήλιο σε μια καυτή περιοχή, στον εθνικό δρόμο με την πομπή των δύο μητροπολιτών;”. Του απάντησε ότι ήταν κάτι ξαφνικό, δυστυχώς δεν γνωρίζουν κάτι». Του ζήτησα να σχολιάσει τις πληροφορίες που μεταδίδονται διεθνώς για επιστροφή του ISIS, με πολεμικές επιχειρήσεις και τρομοκρατικές ενέργειες στη Συρία και αν ανησυχεί το χριστιανικό στοιχείο. «Αληθεύει ότι επανεμφανίστηκαν οι τρομοκράτες, αλλά όχι στην κεντρική Συρία, εκεί στα σύνορα με το Ιράκ, όπως και στη Σαουδική Αραβία και σε άλλα κράτη. Η προσπάθειά τους να μας διώξουν απέτυχε, τώρα δεν μπορούν πια να το κάνουν…».

Η κατάσταση στην Αφρική

oi-xechasmenoi-christianoi-tis-syrias2Με την ήττα του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), χιλιάδες ένοπλοι ισλαμιστές πέρασαν από τη Συρία και το Ιράκ στην Αφρική για να συνεχίσουν την εξτρεμιστική δράση τους. Μερικοί στο βόρειο τμήμα της (Λιβύη, Αίγυπτος, Αλγερία κ.α.) και άλλοι ενισχύοντας τη διαβόητη Μπόκο Χαράμ στις κάτω του Νίγηρα περιοχές. Ο Θεόδωρος Σεκικούμπο, χριστιανός ορθόδοξος βουλευτής στο Κοινοβούλιο της Ουγκάντας, μας είπε για την ισλαμική απειλή στην Αφρική: «Είναι μια ομάδα φονταμενταλιστών που αγωνίζεται να επιβάλει το καθαρό, το σκληρό Ισλάμ. Θέλουν όλος ο κόσμος να είναι υπό την ηγεμονία τους. Είναι μια ομάδα που έχει ως βάση της το Κονγκό, αλλά συνεργάζεται με τις υπόλοιπες γειτονικές χώρες, Μάλι, Μοζαμβίκη, έχουμε και στην Ουγκάντα τέτοιους. Η βάση τους είναι το Κονγκό, μια μεγάλη χώρα, και συνεργάζονται με φανατικούς και στις γύρω περιοχές. Στόχος τους στην Ουγκάντα είναι να ανατρέψουν βίαια την κυβέρνηση, αλλά δεν βλέπω να έχουν καμία τέτοια δυνατότητα. Δεν παύουν όμως να είναι εξτρεμιστές που θέλουν να επιβάλουν διά της βίας τη θρησκευτική τους πίστη». Ο Θεόδωρος Σεκικούμπο εκλέγεται βουλευτής σε μια χώρα με πληθυσμό γύρω στα 60.000.000, όπου δεν υπάρχει επίσημη θρησκεία και οι χριστιανοί αποτελούν το 7% του πληθυσμού, με τους ορθοδόξους να αριθμούν γύρω στις 25.000 ψυχές. «Εχουμε ένα μοναστήρι και πενήντα εκκλησίες. Με τους μουσουλμάνους, που είναι φιλήσυχοι άνθρωποι, έχουμε άριστες σχέσεις και γενικά ασκούμε ελεύθερα και ανεμπόδιστα τα θρησκευτικά μας καθήκοντα. Οχι, δεν είναι δύσκολο να είναι κανείς χριστιανός στην Ουγκάντα».

Από τη Ρομιγί στον Περάλτα

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κ. Περάλτα είναι καθηγητής κλασικών σπουδών στο Πρίνστον. Μας ήταν άγνωστος ώς την ημέρα που μάθαμε πως ηγείται, τρόπον τινά, κίνησης που στοχεύει στην απαλλαγή των φοιτητών κλασικών σπουδών από την υποχρέωση να μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και λατινικά. Την περασμένη Κυριακή (11/7) στην «Κ» δημοσιεύθηκε συνέντευξη που έδωσε στον Σάκη Ιωαννίδη. Αν δεν τη διαβάσατε αξίζει να την αναζητήσετε. Είναι η επιτομή της νοοτροπίας που επιδιώκει, στο όνομα της πολιτισμικής υπέρβασης, την υποβάθμιση των κλασικών σπουδών στην εκπαίδευση. Η νοοτροπία αυτή έχει όνομα και φιλοδοξεί να καλύψει το ψυχολογικό κενό που άφησαν μετά την κατάρρευσή τους οι μεγάλες ιδεολογικές κατασκευές του εικοστού αιώνα. Λέγεται «πολιτική ορθότητα».

Ξεκινώ από τα πρακτικά, αυτά που προσφέρονται φυσικώ τω τρόπω. Οταν βρέχει και βγεις από το σπίτι σου θα βραχείς. Ή αποφασίζεις να μη βγεις ή παίρνεις ομπρέλα. Η εκμάθηση αυτών των γλωσσών, λέει, δυσκολεύει τους φοιτητές, με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως αντικίνητρο. Είναι σαν να λες ότι θέλω να γίνω χειρουργός, αλλά δεν αντέχω να βλέπω αίμα. Βλέπω μπροστά μου το μειλίχιο πρόσωπο της Ζακλίν ντε Ρομιγί, έτσι όπως την είδα τελευταία φορά σε μια τελετή στη Γαλλική Ακαδημία. Μια μικρόσωμη γιαγιούλα που σήκωνε στις κυρτές πλάτες της την Ελλάδα ολόκληρη. Εβραία, που έγραψε ότι ο Λυσίας τη βοήθησε να αντέξει τη ναζιστική κατοχή. Τι θα απαντούσε σε κάποιον που θα τη ρωτούσε αν μπορεί να γίνει ελληνιστής χωρίς να διαβάζει αρχαία, χωρίς να μπορεί να έρθει σε επαφή με την πρώτη ύλη της τέχνης του; Αυτή που είπε ότι οι Ελληνες ανέπτυξαν θεωρητική σκέψη χάρη στο απαρέμφατο, όταν η πράξη έγινε πράττειν. Θα θύμωνε; Θα γελούσε; Μάλλον θα έλεγε: «Επόμενη ερώτηση». Η επαφή με το πρωτότυπο κείμενο είναι σαν τη γνώση του περιοδικού πίνακα στη χημεία.

Ο Περάλτα, όμως, εξηγεί. Οσο λιγότεροι φοιτητές τόσο λιγότερες πιστώσεις. Για σκεφθείτε τη διευκόλυνση στην Ιατρική, για παράδειγμα, με στόχο τις πιστώσεις. Ο Περάλτα, όμως, επιμένει. Είναι μια μεγάλη ομάδα φοιτητών οι οποίοι δυσκολεύονται να κατακτήσουν κάτι που αισθάνονται ότι δεν τους ανήκει. Εννοεί τους μαύρους Αφροαμερικανούς. Οσο και αν ψάξουν στην κλασική γραμματεία, από τον Ομηρο έως τον Μάρκο Αυρήλιο, δεν μπορούν να βρουν κάτι που να αφορά τη δική τους ταυτότητα. Οι κλασικοί μας, αν και είχαν δούλους, δεν λένε τίποτε για το δουλεμπόριο. Δεν είναι φρόνιμο να δυσκολεύεις κάποιον μαύρο να μάθει ελληνικά ή λατινικά για να έρθει σε επαφή με μια σκέψη που προβάλλει την ανωτερότητα της λευκής φυλής. Στο σημείο αυτό στη φαντασία μου εμφανίζεται το πρόσωπο του Ζαν-Πιερ Βερνάν. Πολέμησε στην Αντίσταση κατά των Γερμανών που ήθελαν να επιβάλουν την ανωτερότητα της αρίας φυλής. Και μετά αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη της αρχαίας Ελλάδας. Από τη σημασία μιας λέξης ήταν ικανός να δημιουργήσει ολόκληρη θεωρία για τη λειτουργία του μύθου. Σε αντίθεση με τους ελληνιστές του κ. Περάλτα, είχε κάνει τον κόπο να μάθει αρχαία.

Ο κ. Περάλτα επικαλείται την κριτική σκέψη. Θέλει να αντιμετωπίσει «κριτικά» τις κλασικές σπουδές. «Ας μελετήσουμε και τον αφρικανικό ανθρωπισμό», μας παροτρύνει. Ζητώ συγγνώμη για την άγνοιά μου στον τομέα, φαντάζομαι κάτι θα ξέρει για να το λέει ο καθηγητής του Πρίνστον. Ολα είναι σχετικά στον χαρούμενο κόσμο μας. Ομως, υποθέτω ότι ο κ. Περάλτα θα ξέρει ότι τους όρους της «κριτικής» σκέψης που επικαλείται τους έθεσε ο Πλάτων και τον «ανθρωπισμό» οι επίγονοί του, οι οποίοι τον διάβαζαν στο πρωτότυπο.

Χρειάζεται επιείκεια και ανοχή, λένε οι μεν. «Μπόρα είναι θα περάσει», λένε οι δε. Καμία αντίρρηση. Και επιείκεια και ανοχή και υπομονή. Πλην όμως, ο κόσμος μας έχει μικρύνει απελπιστικά. Για καλό και για κακό, οι ιδέες κυκλοφορούν γρήγορα. Για σκεφθείτε την πολυπολιτισμική Ελλάδα. Οπου οι μουσουλμάνοι συμπολίτες μας θα διαμαρτύρονται επειδή είναι υποχρεωμένοι να μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και επειδή τους υποχρεώνουμε να μαθαίνουν αξίες που προϋπήρξαν της απόλυτης αλήθειας που έφερε ο Μωάμεθ τον έβδομο αιώνα. Προσωπικά, δεν θέλω να το σκέφτομαι.

Η οργή του σουλτάνου

ΑΠΟΨΕΙΣ
i-orgi-toy-soyltanoy-561429928

Το απόσπασμα προέρχεται από αυτόγραφο διάταγμα του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ με ημερομηνία 5-6 Απριλίου 1821. Περιλαμβάνεται στο πρόσφατο βιβλίο «Η οργή του σουλτάνου: Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το 1821» (Εκδόσεις ΕΑΠ, 2021) των Ηλία Κολοβού, Σουκρού Ιλιτζάκ και Μοχάμαντ Σχαριάτ-Παναχί. Εκεί θα βρείτε 62 αυτοκρατορικά διατάγματα του 1821, μεταφρασμένα από τα οθωμανικά τουρκικά, που όλα αφορούν την Ελληνική Επανάσταση, μαζί με μια αναλυτική χρησιμότατη ιστορική εισαγωγή. Οπως βλέπετε στην εικόνα, αυτά τα διατάγματα είναι σχολιασμένα με κόκκινο μελάνι από τον ίδιο τον σουλτάνο.

Για την Ελληνική Επανάσταση έχουμε πάρα πολλά τεκμήρια. Ομως μέχρι πρόσφατα είχαμε διαθέσιμες κυρίως δύο οπτικές γι’ αυτήν, την ελληνική και την ευρωπαϊκή. Η οθωμανική οπτική δεν μας ήταν τόσο ξεκάθαρη, αν και τα τεκμήρια δεν έλειπαν. Το σημαντικότερο έργο μέχρι πρόσφατα ήταν η «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» (1960) του Νικηφόρου Μοσχόπουλου, που αποτελούσε μια ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή κειμένων Ελλήνων και Οθωμανών ιστορικών. Είχαμε και κάποια ελάχιστα σπαράγματα τουρκικών εγγράφων που είχαν βρεθεί σε Οθωμανούς αιχμαλώτους, όπως αυτό το απόσπασμα από επιστολή του Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά (Κιουταχή) προς τον Βεζίρη της Βούλας. Την υπογράφει στις 23 Αυγούστου 1826, 20 ημέρες μετά την έναρξη της πολιορκίας της Ακρόπολης από τον ίδιο:

«Οπως γνωρίζεις, το φρούριο των Αθηνών [η Ακρόπολη] είναι χτισμένο εδώ και πάρα πολύ καιρό πάνω σε ένα ψηλό και δύσβατο βράχο. Δεν μπορεί να κατασκευαστεί υπόνομος εκεί, ούτε μπορείς να κάνεις έφοδο εύκολα εναντίον του. […] Κυρίως όμως το φρούριο αυτό, επειδή είναι τόσο παλιό και επειδή απ’ αυτόν τον τόπο βγήκαν πολλοί περιβόητοι φιλόσοφοι αλλά και επειδή τα τεχνικά έργα της αρχαιότητας προξενούν θαυμασμό στους μορφωμένους Ευρωπαίους, γι’ αυτό και όλοι οι Ευρωπαίοι, αλλά και τα υπόλοιπα έθνη των απίστων, βλέπουν αυτό το φρούριο σαν να είναι το ίδιο τους το σπίτι. Επειδή οι Ευρωπαίοι και τα άλλα άπιστα έθνη που είναι χριστιανικά, το αντιμετωπίζουν ως τόπο προσκυνήματος, το υπερασπίζονται τώρα και κάνουν ό,τι μπορούν για να μη χαθεί από τον έλεγχο των άπιστων αποστατών. Συμφώνησαν, λοιπόν, και υποσχέθηκαν να τους βοηθήσουν [τους Ελληνες] και στην ξηρά και στη θάλασσα».

Ολα αυτά ήταν πολύ χρήσιμα, αλλά τα τελευταία χρόνια μάθαμε πολύ περισσότερα για την οθωμανική οπτική. Μια ομάδα εξαιρετικών οθωμανολόγων, Ελλήνων, Τούρκων, αλλά και Ιρανών στην καταγωγή όπως ο Σχαριάτ-Παναχί, οι οποίοι ζουν σήμερα όλοι στην Ελλάδα, αξιοποιούν τα πλουσιότατα και σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτα οθωμανικά αρχεία της περιόδου, αλλά ξαναδιαβάζουν και τους Οθωμανούς ιστοριογράφους (όπως ο Σανί-ζαντέ, ο Τζεβντέτ Πασάς, ο Εσάτ Εφέντης κ.ά.), αξιοποιώντας ταυτόχρονα και τα Οθωμανικά Αρχεία της Πρωθυπουργίας, όπως κάνει ο Λεωνίδας Μοίρας στο βιβλίο «Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα μάτια των Οθωμανών», που κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις Τόπος. Βλέπουμε εκεί μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα για τους Οθωμανούς από τη δισδιάστατη της παλαιότερης παραδοσιακής ιστοριογραφίας. Για παράδειγμα, μαθαίνουμε ότι ο ικανότατος ναύαρχος Χιουσρέβ Πασά (διάδοχος του σκοτωμένου Καρά-Αλή και του αποκεφαλισμένου Καρά Μεχμέτ), σε συνομιλία με Αυστριακό διπλωμάτη, αναγνωρίζει το πόσο εγκληματικό πολιτικό λάθος ήταν η καταστροφή της Χίου:

«Κανένας δεν ξέρει καλύτερα από μένα την ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλέσαμε με την καταστροφή στη Χίο. Οι αυτουργοί είναι υπεύθυνοι μπροστά στον Αλλάχ και στον Αφέντη μας για το αίμα αθώων που έχυσαν χωρίς λόγο σε αυτήν την περίσταση. […] Γνωρίζω ότι η Ευρώπη έχει τα μάτια της στραμμένα πάνω μας».

Διαφοροποιείται, έτσι, από τον Βαχίτ Πασά (τις απόψεις του οποίου γνωρίζουμε από το 1861), όμως και ο ίδιος θα συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο στα Ψαρά, ένα χρόνο αργότερα. Θα είναι ο τρίτος Καπουδάν Πασάς που την πορεία του στο Αιγαίο θα τη διακόψει βίαια ο Κανάρης με το πυρπολικό του, αλλά και ο μόνος που θα επιζήσει και θα μετατεθεί.

Σε ένα άλλο βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2019, «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση (από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά» (έκδοση του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών), οι συγγραφείς Σοφία Λαΐου και Μαρίνος Σαρηγιάννης προσφέρουν άλλο ένα χρησιμότατο πανόραμα της οθωμανικής πολιτικής σκέψης και της πρόσληψης της Επανάστασης από τους Οθωμανούς. Εκεί δημοσιεύεται και μια πολύτιμη μαρτυρία ενός Οθωμανού στρατιωτικού αξιωματούχου, του Γιουσούφ Μπέη, που βρέθηκε στην Πελοπόννησο για να συλλέξει φόρους ως φοροενοικιαστής, καταγόταν από το Ναύπλιο και είναι από αυτούς που μεταφέρθηκαν στη Σμύρνη, μετά τη συμφωνία παράδοσης. Η διήγηση του Γιουσούφ μάς βοηθά να ξαναδούμε γνωστά γεγονότα (όπως τη μάχη στα Δερβενάκια) κυριολεκτικά από την άλλη πλευρά, να κατανοήσουμε τα συναισθήματα των Οθωμανών, να νιώσουμε την εμπειρία του «άλλου»:

«Μέχρι και αυτή τη στιγμή ο ταπεινός καίγομαι όλο φωτιά και βασανίζομαι με όλες τις αναμνήσεις και τις λεπτομέρειες από τα προηγούμενα γεγονότα στα οποία υπήρξα μάρτυρας, τον αποχωρισμό και τον πόνο των συγγενών και των οικείων, τα βάσανα και τις δυσκολίες που τράβηξα, την καταπίεση και τις λοιδορίες της τυραννικής μοίρας».

Ο Γιουσούφ γράφει μετά το 1828, όταν έχουν τελειώσει όλα, αλλά πολλά σημεία του κειμένου δεν μπορούν παρά να μας θυμίσουν ένα άλλο χειρόγραφο Οθωμανού Μωραΐτη, γραμμένο πριν από μισόν αιώνα, εκείνο του Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντη (βλ. Νεοκλής Σαρρής, «Προεπαναστατική Ελλάδα και Οσμανικό Κράτος», Ηρόδοτος 1993). Ο θρήνος του Γιουσούφ θυμίζει την πρόβλεψη του Σουλεϋμάν, 36 χρόνια πριν από την Επανάσταση: «Οι χώρες φεύγουν από τα χέρια μας», τη διαπίστωση του μεταρρυθμιστή σουλτάνου Σελήμ Γ΄ το 1790: «Στον ρεαγιά δεν απέμεινε αντοχή» και την ποιητική προφητεία του Μουσταφά Γ΄, του σουλτάνου των Ορλωφικών: «Αυτός ο κόσμος γκρεμίζεται και μη νομίζεις πως θα διορθωθεί σε μας».
Η είδηση για την κήρυξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το απόγευμα της 1ης Μαρτίου. Οι οθωμανικές αρχές, πιθανόν, είχαν ήδη πληροφορηθεί τα γεγονότα από τον Ρώσο πρέσβη Στρογκανόφ. Ο σεϊχουλισλάμης Τσερκέζ Χατζή Χαλίλ Εφέντης προστάτεψε τους Ελληνες από μια γενική σφαγή εξαιτίας της φοβερής οργής του σουλτάνου. Αρνήθηκε να εκδώσει φετβά για τη σφαγή αθώων και έτσι οι εκτεταμένες σφαγές δεν εξελίχθηκαν σε κανονική γενοκτονία. Ακόμη και μεγάλοι βεζίρηδες όπως ο Σεγίτ Αλή Πασάς και ο Μπεντερλής Αλή Πασάς δεν είχαν τη διάθεση να μετατραπούν σε εκτελεστικά όργανα μιας τυφλής οργής. Στα αυτόγραφα διατάγματα του ικανότατου μεταρρυθμιστή Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ βλέπουμε σε τι βαθμό τον έχει συγκλονίσει αυτό που συμβαίνει και πόσο εμπλέκεται ο ίδιος προσωπικά στην αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά και πόσα μεγάλα πολιτικά σφάλματα διαπράττει. Στην αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή του («A Radical Rethinking of Empire», 2011) στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές στην ελληνική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών, ο Σουκρού Ιλιτζάκ τονίζει πόσο οδυνηρό και αφυπνιστικό ήταν το σοκ για το αυτοκρατορικό σύστημα, αλλά και πόσο περιορισμένα τα όρια κατανόησης της Επανάστασης καθώς και προσαρμογής του οθωμανικού κράτους στην «αποστασία των Ρωμιών».

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦίΜ με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

Μοιραίοι και ανεύθυνοι στην Κιουτάχεια το 1921

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το πολεμικό συμβούλιο της 15ης Ιουλίου – Πώς απεφασίσθη η ολέθρια προέλαση προς την Άγκυρα

moiraioi-kai-aneythynoi-stin-kioytacheia-to-1921-561436390

Οπως είδαμε σε προηγούμενο άρθρο («Καθημερινή», 28.3.2021), μόλις σχηματίστηκε η κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη τον Μάρτιο του 1921, αυτός και οι υπουργοί του επιδίωξαν να εκμεταλλευθούν στο έπακρο το γόητρο του βασιλέα Κωνσταντίνου Α΄ (ή «ΙΒ΄») ως νικηφόρου «Στρατηλάτη», μολονότι ήταν πλέον βαριά άρρωστος και σκιά του παλιού του εαυτού. Ηθελαν ειδικότερα να δημιουργήσουν την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος» με το επιτελείο του των Βαλκανικών Πολέμων, για να διευθύνει ο ίδιος τις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία.

Μιλώντας μαζί τους, ο Ιωάννης Μεταξάς διατύπωσε σφοδρές αντιρρήσεις. Επισήμανε όχι μόνο τη συνταγματική ανωμαλία και τη σύγχυση ευθυνών μεταξύ υπεύθυνης κυβέρνησης και ανεύθυνου βασιλέα, αλλά και την κακή κατάσταση της υγείας του Κωνσταντίνου, που δεν ήταν πλέον σε θέση να ασκήσει διοίκηση. Ο αδίστακτος Γούναρης απάντησε κυνικά ότι «εν ανάγκη πρέπει και να θυσιασθή ο Βασιλεύς υπέρ του Εθνους»!

Διάλεξαν μάλιστα την αποφράδα 29η Μαΐου (επέτειο της Αλωσης) ως ημέρα αναχώρησης του Κωνσταντίνου για τη Σμύρνη, όπου εγκαταστάθηκε με το αναστημένο «Βασιλικό Επιτελείο» των Βαλκανικών Πολέμων – με αρχηγό τον Βίκτωρα Δούσμανη, υπαρχηγό τον Ξενοφώντα Στρατηγό, αλλά χωρίς τον Μεταξά. Καλλιεργήθηκε έτσι η απατηλή εντύπωση ότι ο Κωνσταντίνος με τον Δούσμανη θα είχαν εφεξής την υψηλή διεύθυνση των επιχειρήσεων, ενώ ο ρόλος τους υπήρξε το πολύ συμβουλευτικός, αν όχι καθαρά συμβολικός. Το βιβλίο του Δούσμανη «Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής» είναι μία συνεχής διαμαρτυρία για την αχρήστευση και αγνόησή του. Εχει μάλιστα τον εύγλωττο υπότιτλο: «Διατί απέτυχον αι προσπάθειαί μου κατά το χρονικόν διάστημα 1920-22 προς αποτροπήν της Καταστροφής». Το ότι ο Κωνσταντίνος κατηγορείται μέχρι σήμερα, εντελώς αβάσιμα, ως δήθεν υπεύθυνος «αρχιστράτηγος», οφείλεται στην επιτυχημένη προσπάθεια του Γούναρη να τον παρουσιάσει σαν τέτοιο.
Εχει ιδιαίτερη αξία εδώ η μαρτυρία του αυλικού γιατρού Κωνσταντίνου Λούρου. Η βασίλισσα Σοφία συνόδευσε τον άνδρα της μέχρι τη Σμύρνη, μαζί με τον Λούρο. Ενα βράδυ που είδε, μετά το δείπνο, τον Κωνσταντίνο «κατάχλωμο, δυσπνοούντα και ακουμπισμένο στον τοίχο», δεν άντεξε ο Λούρος και απευθύνθηκε στον παριστάμενο Γούναρη: «Δεν βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, ότι ο Βασιλεύς πάσχει; Δεν τον βλέπετε ωχρό και δυσπνοούντα; Και δεν νομίζετε ότι πρέπει να επιστρέψει μαζί μας στην Αθήνα;» Ομως ο Γούναρης αρνήθηκε απότομα κάθε συζήτηση: «Ο Βασιλεύς, φίλτατε Λούρο, είναι έτοιμος ν’ αναχωρήσει για το μέτωπο, όπου θα τον παρακολουθεί ο γιατρός του κ. Αναστασόπουλος, και μην ανησυχείτε!».

Σ’ αυτή την κατάσταση ήταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος όταν τον περιέφεραν στη Μικρά Ασία, σαν ζωντανό σύμβολο – αν όχι σαν λείψανο. Συχνά μάλιστα στηριζόταν σε μπαστούνι, όπως δείχνουν κάποιες φωτογραφίες. Δεν χρησίμεψε μόνο σε τελετές για την τόνωση του ηθικού, όπως η θεαματική παρασημοφορία των σημαιών στο Εσκί-Σεχήρ. Χρησίμεψε επίσης για να καλύψει με το κύρος του τη μοιραία απόφαση για την ολέθρια εξόρμηση προς την Αγκυρα, που πήρε το πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια στις 15 Ιουλίου 1921.

O Παπούλας αρχιστράτηγος

Δεν έχει υπογραμμιστεί αρκετά ότι οι Αντιβενιζελικοί και προσωπικά ο Γούναρης διάλεξαν και διατήρησαν σχεδόν μέχρι τέλους έναν αρχιστράτηγο –τον Αναστάσιο Παπούλα– μολονότι γνώριζαν εξαρχής ότι ήταν τελείως ακατάλληλος. Υπήρξε μάλιστα ο πιο αστοιχείωτος αντιστράτηγος του ελληνικού στρατού, αφού είχε ξεκινήσει απλός φαντάρος και δεν είχε, όπως φαίνεται, καμία απολύτως κατάρτιση – ούτε αξιωματικού ούτε καν υπαξιωματικού! Σ’ αυτόν εμπιστεύτηκαν τη μεγαλύτερη στρατιά που παράταξε μέχρι τότε η Ελλάδα, για το μεγαλύτερο πολεμικό εγχείρημα που επιχείρησε… Αν σκεφτεί κανείς πόση συζήτηση έχει γίνει για τις ιδιορρυθμίες του τελευταίου αρχιστρατήγου Γεωργίου Χατζηανέστη, προξενεί κατάπληξη ότι έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη η παχυλή αμάθεια και η έλλειψη κατάρτισης του προκατόχου του. Ισως επειδή ο Παπούλας προσφέρθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των Εξι, αντί να είναι αυτός κατηγορούμενος και να εκτελεστεί στη θέση του Χατζηανέστη, ως περισσότερο υπεύθυνος για την ήττα.

moiraioi-kai-aneythynoi-stin-kioytacheia-to-19210
Το διάγγελμα («ημερήσια διαταγή») του Κωνσταντίνου στην εφημερίδα «Σκριπ», 15.9.1921. Στη φωτογραφία ο Κωνσταντίνος με τον αδελφό του πρίγκιπα Νικόλαο.

Δεν έχει επίσης προσεχθεί ότι ο Γούναρης, ως υπουργός Στρατιωτικών τότε, έσπευσε να διορίσει τον Παπούλα αρχιστράτηγο αμέσως μετά την εκλογική νίκη της 1ης Νοεμβρίου 1920 – όχι μόνο για λόγους «κομματικής υπερισχύσεως εν τω στρατεύματι», όπως γράφει ο Δούσμανης, αλλά και προκαταλαμβάνοντας τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, που δεν είχε ακόμη επιστρέψει από την Ελβετία. Σύμφωνα με τον αδελφό του πρίγκιπα Ανδρέα, η μητέρα τους βασίλισσα Ολγα, ως μεταβατική τότε αντιβασίλισσα, ζήτησε τη γνώμη του Κωνσταντίνου πριν υπογράψει το διάταγμα διορισμού του Παπούλα. Ο Κωνσταντίνος προτιμούσε τον αντιστράτηγο Στέφανο Γεννάδη, αλλά η γνώμη του αγνοήθηκε.

Με τα δεδομένα αυτά, διαμορφώθηκε μία κατάσταση που εξασφάλιζε απόλυτη ελευθερία κινήσεων στον Γούναρη. Κανείς από τους στρατιωτικούς δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσει, να επιβάλει και να εφαρμόσει με συνέπεια και συνέχεια ένα δικό του στρατηγικό σχέδιο στη Μικρά Ασία. Μόνο κάποιος σαν τον Μεταξά θα μπορούσε να το είχε κάνει, από τη θέση του υπουργού Στρατιωτικών. Αυτό όμως δεν το ανεχόταν ο Γούναρης, που προτιμούσε στη θέση αυτή τον εντελώς ανίδεο Νικόλαο Θεοτόκη.

Ο παραμερισμός του άρρωστου Κωνσταντίνου συμπαρέσυρε και αχρήστευσε τον Δούσμανη, που είχε νομίσει ότι θα μπορούσε να διευθύνει αυτός τον πόλεμο επικαλούμενος τον βασιλέα και τις διαταγές του. Από την άλλη πλευρά, η ανεπάρκεια του Παπούλα τον καθιστούσε εξαιρετικά ανασφαλή, αναποφάσιστο, αλλά και έρμαιο των εισηγήσεων του επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας, που είχε αρχηγό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Πάλλη. Τον ανταγωνισμό μεταξύ στρατιωτικών ήρθε να επιτείνει σε ακραίο βαθμό ο Ξενοφών Στρατηγός, που, από μέλος της Εθνοσυνέλευσης, ανακλήθηκε στην ενέργεια και μεταμορφώθηκε για ένα διάστημα σε στρατιωτικό παράγοντα, πριν γίνει ξανά πολιτικός και μάλιστα υπουργός του Γούναρη. Στα πολύ μεταγενέστερα απομνημονεύματα του Δούσμανη, χλευάζεται ως «αμφίβιος»!

Από τους στρατιωτικούς, «κακός δαίμονας» της Στρατιάς Μικράς Ασίας υπήρξε ο συνταγματάρχης Πτολεμαίος Σαρηγιάννης, υπαρχηγός του επιτελείου της, κληρονομημένος από το βενιζελικό καθεστώς. Τότε είχε προϊστάμενό του τον Θεόδωρο Πάγκαλο, με τον οποίο δεν έπαψε να συνδέεται. Με τις ανεδαφικές διαβεβαιώσεις του, ο Σαρηγιάννης παρέσυρε τον ίδιο τον Γούναρη, πρώτα στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 1921, όπου έκανε τον έξυπνο και στον φημισμένο Γάλλο στρατηγό Gouraud. Υστερα ο Σαρηγιάννης παρέσυρε ξανά τον Γούναρη στην Κιουτάχεια τον Ιούλιο.

Ο Σαρηγιάννης υπήρξε όχι μόνο ο «κακός δαίμονας» αλλά και ο κατεξοχήν «λάθρα βιώσας» στρατιωτικός υπεύθυνος της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στο κρίσιμο πολεμικό συμβούλιο της Κιουτάχειας δεν πήρε μέρος, αλλά επηρέασε τον Γούναρη παρασκηνιακά. Στη δίκη των Εξι απέφυγε να εμφανιστεί, μολονότι αυτό ζητήθηκε από την υπεράσπιση. Προστατευόταν από τον Πάγκαλο, που τον έκανε μάλιστα αρχηγό του ΓΕΣ όταν ο ίδιος έγινε δικτάτορας το 1925-26. Ξαναβρίσκουμε αργότερα τον Σαρηγιάννη στον ΕΛΑΣ και στο ΕΑΜ! Εκ μέρους του ΕΑΜ υπήρξε μάλιστα για λίγες μέρες υφυπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Παπανδρέου το 1944, ακριβώς πριν τα Δεκεμβριανά.

«Απλή επιδρομή» όχι από την Ταξιαρχία Ιππικού αλλά από όλη τη Στρατιά!

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Οταν η νεοελληνική ποίηση παίζει μπάλα

ΑΠΟΨΕΙΣ

Παρά τα γλωσσικά γονίδιά μας, δεν φαίνεται πιθανό ότι την ώρα που παρακολουθούμε ένα αθλητικό παιχνίδι θυμόμαστε πως η «αγωνία» μας είχε κάποτε τη σημασία του «αγώνα», της άμιλλας για τη νίκη. Κι αν πλέον δηλώνει τη στενοχώρια και το άγχος, θα ευθύνονται ίσως τα αισθήματα που μας κυριεύουν όταν βλέπουμε άλλους να αθλούνται ανθ’ ημών και υπέρ ημών. Τα αισθήματα αυτά σπανίως είναι αμιγούς αθλητικού χαρακτήρα. Πολύ συχνά προσλαμβάνουν εθνικά γνωρίσματα, ιδίως σε διοργανώσεις όπως οι Ολυμπιακοί, το Γιούρο, το Μουντομπάσκετ κ.ο.κ. Το «πόλις εναντίον πόλεως» των αρχαίων έγινε έθνος εναντίον έθνους ή, σπανιότερα, τάξη κατά τάξης και ιδεολογία κατά ιδεολογίας.

Ανάμεσα στην ποίηση και στην αθλητικογραφία ο δανεισμός μοτίβων και λέξεων είναι αμφίπλευρος. Η «γλώσσα του ποδοσφαίρου», όπως συμβατικά αποκαλείται, αντλεί και προσοικειώνεται στοιχεία από τις γλώσσες ή τα ιδιόλεκτα διαφόρων τεχνών. Η εξήγηση φαίνεται απλή. Οσο εκτυλίσσονται οι φάσεις πάνω στο χορτάρι, όσο δηλαδή πόδια και νους συνεργάζονται για να αναδείξουν τη δική τους, ιδιαίτερη τέχνη, αναδεικνύονται και πτυχές των καθιερωμένων τεχνών. Μιλάμε λοιπόν για «γκολ-ποίημα», για τον μπαλαδόρο που «ζωγραφίζει» ή «κεντάει», για φάσεις «κινηματογραφικής ταχύτητας», για τους «μαέστρους», τους «δεξιοτέχνες», τα «πρώτα βιολιά» και τους «ενορχηστρωτές», για τους μάγους που «χορεύουν τους αντιπάλους», για το «θέατρο» του παίκτη που τάχα τον κλαδεύουν κι ας μην τον ακουμπούν, για τον σκόρερ που «γράφει το 1-0», για τον τερματοφύλακα που «διαβάζει γρήγορα τη φάση». Και μιλούσαμε, χρόνια πριν, για τον «Χατζηπαναγή-Νουρέγιεφ», τον αρτίστα του Ηρακλή που δεν αξιωθήκαμε να τον δούμε στην Εθνική, να τον δει και ο κόσμος όλος και να χαζέψει με την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα. Το παζλ συμπληρώνεται με τη γραπτή κριτική αποτίμηση της απόδοσης κάθε παίκτη, που δεν έχει να ζηλέψει πολλά (καλά ή κακά) από την οικεία μας τεχνοκριτική.

Πεζογραφία και ποίηση υποδέχονται και αξιοποιούν διαφορετικά το θέμα-ποδόσφαιρο. Διηγηματογράφοι και πεζογράφοι, στην πλειονότητά τους, προκρίνουν την οπτική του ρεαλισμού και, κατά τις γνώσεις του ο καθένας, συνθέτουν ένα ανάλογο του αθλητικού ρεπορτάζ, με την επιπλέον μέριμνα να εντάξουν κοινωνικά τους ήρωές τους και να τους ψυχογραφήσουν βαθύτερα. Οι ποιητές συνήθως αλληγορούν. Χρησιμοποιούν το γήπεδο και το θεατρικό έργο δύο πράξεων (τριών ή τεσσάρων, επί παρατάσεως και πέναλτι) που ξεδιπλώνεται στην επιφάνειά του σαν ευανάγνωστη μεταφορά. Σαν ευκαιρία αναπαράστασης άλλου είδους αγώνων – κοινωνικών, υπαρξιακών, πολιτικών, εθνικών.

Οσο χαλαρότερη ή εξωτερικότερη είναι η σχέση των ποιητών με τα της μπάλας τόσο συμβατικότερη ή προσχηματικότερη μοιάζει η αναπαράσταση που επιχειρούν, όπως δείχνουν πιστεύω οι στίχοι που ακολουθούν. Και πρώτα ένα απόσπασμα από τις «Γειτονιές του κόσμου» του Γιάννη Ρίτσου (1957): «Ομορφα που ’παιζε ο Παυλής – ονειρευόμασταν δικοί και ξένοι / όταν τον βλέπαμε το απόγευμα να παίζει στο γήπεδο της γειτονιάς με τις αγριομολόχες / ονειρευόμασταν μεθαύριο που θα γίνει ο αρχηγός του κόκκινου ποδόσφαιρου της Λαϊκής Δημοκρατίας μας. […] Γιατί ο Παυλής αν και ξυπόλυτος έπαιζε, Τζον, σ’ όλες τις θέσεις / και κυνηγός και μπακ και σέντερ-χαφ (στη γλώσσα σου τα λέμε Τζον) – / ακόμα και τερματοφύλακας – τον καμάρωνε η μάνα του / και μεις τον καμαρώναμε […] – τον καμαρώναμε, Τζον, κι ονειρευόμασταν – / κάτι γερές κλωτσιές, απ’ το ’να τέρμα στ’ άλλο, / φώναζε κι η μαρίδα της γειτονιάς – τόσο γερές κλωτσιές – / τόσο που παραξενευτήκαμε, Τζον, που δεν κατάφερε / στο τελευταίο του παιχνίδι να δώσει μια κλωτσιά από κείνες τις γνωστές του / και να τινάξει, Τζον, το τανκ σου ώς το Λονδίνο / ώσμε την κούτρα, Τζον, του κ. Τσώρτσιλ σας. / Μα ήταν, βλέπεις, ξυπόλυτος. Τι να σου κάνει; / Σου μιλάω για τον Παυλή που ’χε πουλήσει τα παπούτσια του – δεν αξιώθηκε από τότε, Τζον, να ξαναβάλει παπούτσι στα ποδάρια του / κι έτσι ξυπόλυτος σκοτώθηκε ο Παυλής το Δεκέμβρη / κι έτσι ξυπόλυτα μείναν τα ποδάρια του. Δεν τα ’λιωσε το τανκ σου, Τζον, τα πόδια του / κι έτσι ξυπόλυτος, Τζον, έτσι ξυπόλυτος / ο Παυλής τώρα σεργιανάει στην αθανασία».

Απόσπασμα τώρα από το ποίημα του Νίκου Καρούζου «Αγχώδης εμπειρία» («Πενθήματα», 1969): «Τ’ απόγευμα της Κυριακής / ανοίγω το ραδιόφωνο / σηκώνω το καπάκι της σιωπής. / Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες. / “Εχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό / του πρώτου ημιχρόνου…” / Κατεβάζω το καπάκι. / Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε, / στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι; / Απολαμβάνω για λίγο / συντριπτική γαλήνη και ξανανοίγω. / “Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης / και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση / προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι / μαρκάρεται όμως από τον Πονεμένο…” – / κλείνω».

Τέλος, οι διάσημοι καταληκτικοί στίχοι του ποιήματος του Εγγονόπουλου «Στα γκωλ-ποστ» («Η κοιλάδα με τους ροδώνες», 1978): «ένα σας λέω: / όλοι να τρέξουμε αμέσως / στα γκωλ-ποστ / παιδιά! / στα γκωλ-ποστ! / στα γκωλ-ποστ! / άγρυπνοι / –ακοίμητοι φρουροί / πανέτοιμοι / το μάτι εδώ / το μάτι εκεί / να γρηγορούμε // μην αρχινίσουνε να πέφτουνε / τα τέρματα / βροχή / και ηττηθούμε».

Και άλλοι ποιητές χρησιμοποίησαν σαν θέμα τους το ποδόσφαιρο, λ.χ. ο Εκτορας Κακναβάτος, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Τάκης Καρβέλης, ο Ανέστης Ευαγγέλου και βέβαια ο Αρης Δικταίος, ο οποίος αφιέρωσε το ποίημα «Επίνικος Μήτσω Υφαντίδη, Πειραιεί, ποδοσφαίρα» στον Ηλία Υφαντή του Ολυμπιακού («Πολιτεία», 1959). Η γενιά του ’70 έχει προσφέρει τους περισσότερους ποδοσφαιρόθεμους στίχους. Πολλά μέλη της, εξοικειωμένα με το ποδόσφαιρο, ενισχύουν το κείμενό τους (συστηματικά ή σποραδικά) με εικόνες των γηπέδων ή με σχήματα και θραύσματα της γλώσσας που δεσπόζει εκεί. Σχεδόν όλοι οι άρρενες εταίροι της (και πάντως καμία από τις ποιήτριες της συγκεκριμένης γενιάς, όσο μπορώ να γνωρίζω) δανείστηκαν λίγο ή πολύ από την ποδοσφαιρική τράπεζα: Γιάννης Βαρβέρης, Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Πατίλης, Χριστόφορος Λιοντάκης, Λευτέρης Πούλιος, Μιχάλης Γκανάς, Μίμης Σουλιώτης, Δημήτρης Καλοκύρης, Κώστας Παπαγεωργίου, Διονύσης Σαββόπουλος, Κώστας Σοφιανός, Γιώργος Χρονάς.

Ο συχνότερος ποιητικός επισκέπτης των γηπέδων, όχι μόνο της γενιάς του ’70 αλλά και γενικότερα, πρέπει να ήταν ο Βασίλης Στεριάδης (1947-2003). Σημαδιακοί οι τίτλοι των τελευταίων συλλογών του: «Ο προπονητής παίκτης» (1992) και «Χριστούγεννα της ισοπαλίας» (2002). Στα γνωστότερα ποιήματα της γενιάς αυτής συγκαταλέγεται η «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου» του Γιώργου Μαρκόπουλου, που αφορμάται ρητά από τον «Επίνικο» του Δικταίου για τον Υφαντή.

Πλην της επώνυμης ποδοσφαιρόθεμης λογοτεχνίας υπάρχει και η ανώνυμη, δεκαπεντασύλλαβη συνήθως και ομοιοκατάληκτη. Αρκετά γηπεδικά συνθήματα και τραγούδια, και πρωτίστως όσα δεν συντάσσονται από τον νταηλίδικο σεξισμό, έχουν τη χάρη τους. Αλλά γι’ αυτά ίσως μια άλλη φορά.

Οι αθλητικοί αγώνες και η λογοτεχνία

ΑΠΟΨΕΙΣ

Για εμάς τους Νεοέλληνες ο όρος «Αγώνας» είναι ταυτισμένος βέβαια με την Επανάσταση του 1821. Το κεφαλαίο άλφα, και τα συμφραζόμενα φυσικά, αναβαθμίζουν και εξειδικεύουν την έννοια που έχει η λέξη στη συνηθισμένη χρήση του, της άμιλλας, της προσπάθειας ή ενός παιχνιδιού αθλητικού χαρακτήρα. Τα παιχνίδια αυτά τα αποκαλούμε και «αναμετρήσεις». Διασώζουμε έτσι το νόημα της σύγκρουσης, μιας αντιπαράθεσης που αναπαράγει την πολεμική σύρραξη σε ηπιότερη μορφή, με τελετουργικά σχήματα και κανόνες που περιορίζουν τη βία.

Από τη σημερινή αρματωσιά των αθλητών, ίσως το πιο κοντινό σε κάποιο τμήμα της πανοπλίας των αρχαίων είναι οι απαραίτητες περικνημίδες ή επικαλαμίδες. Καμωμένες από πλαστικό υλικό, προστατεύουν το ίδιο μέλος του σώματος που προστάτευαν οι κνημίδες των αρχαίων πολεμιστών, μεταλλικές εκείνες, από κασσίτερο ή ορείχαλκο. Για τη δουλειά στα χωράφια, όπως μαθαίνουμε από την «Οδύσσεια», οι κνημίδες ήταν «βόειαι», από δέρμα βοδιού.

Στα ομηρικά έπη και στα άλλα γραπτά κειμήλια της αρχαιότητας θα συναντήσουμε τη λέξη «αγών» και με άλλες σημασίες, όχι μόνο της ποικιλόμορφης άμιλλας (δραματικός αγώνας, ιππικός, γυμνικός, αγώνας ομορφιάς κτλ.). Κατ’ αρχάς η λέξη, παράγωγο του ρήματος «άγω», σημαίνει τη συνάθροιση ανθρώπων με σκοπό την παρακολούθηση των αγώνων, αλλά και τον ίδιο τον τόπο όπου γίνονται οι αγώνες. Σημαίνει βέβαια τις μάχες και τον πόλεμο, αλλά και τη δίκη· στα κατοπινά χρόνια δε, προσέλαβε και τη σημασία της ταλαιπωρίας. Το πλούσιο νόημα του «αγώνος» ώθησε τον Φρίντριχ Νίτσε στη σκέψη πως ο όρος έχει κομβική σημασία στον αρχαιοελληνικό κόσμο· είναι το κατεξοχήν στοιχείο της ταυτότητάς του.
Εγραφε λοιπόν ο Γερμανός φιλόσοφος το 1872, στον τελευταίο από τους «Πέντε προλόγους για πέντε άγραφα βιβλία», που αφορούσε τον «Αγώνα Ομήρου και Ησιόδου». Το τερπνό αρχαίο κείμενο, που ανήκει στο «Μουσείον» του Αλκιδάμα, σοφιστή του 4ου αιώνα π.Χ. από τη μικρασιατική Ελαία, οι ρίζες του πάντως φτάνουν στον 5ο αιώνα, περιγράφει τη μυθική ποιητική αναμέτρηση των δύο επικών στη Χαλκίδα. Αρχικός νικητής ο Ομηρος, με κριτήριο τις επευφημίες των θεατών-ακροατών, αλλά τελικός ο Ησίοδος, διά βασιλικής διαταγής: «Κάθε χάρισμα ν’ αναπτύσσσεται με τον αγώνα, να το πρόσταγμα της αρχαίας δημώδους παιδείας. […] Κάθε Ελληνας από παιδί λαχταρούσε διακαώς να συμμετάσχει στον αγώνα πόλης με πόλη, συμβάλλοντας στην ευημερία της δικιάς του» (Φρ. Νίτσε, «Αγών Ομήρου», πρόλογος – μετάφραση – σχόλια Βαγγέλης Δουβαλέρης, φιλολογική επιμέλεια – σχόλια Ηρκος Ρ. Αποστολίδης, Gutenberg, 2015).

Αν στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων έπαυαν οι πόλεμοι, στη διάρκεια των πολέμων, έτσι όπως τους ιστόρησε η ποίηση, τελούνταν επιτάφιοι αγώνες, που έδιναν στους εμπολέμους τη δυνατότητα να αποδώσουν τις οφειλόμενες νεκρικές τιμές στους ήρωές τους, αλλά και να ανασυγκροτηθούν. Ηδη στην «Ιλιάδα» ο Ομηρος ιστόρησε τον αθλητικού τύπου ανταγωνισμό, απαθανατίζοντας τα «άθλα επί Πατρόκλω», στη ραψωδία Ψ· οι πιο σπουδαίοι ήρωες συναγωνίστηκαν στην αρματοδρομία, στην πυγμαχία, στον δρόμο ταχύτητας, στη δισκοβολία, με πολυτιμότερο έπαθλο τη μνημόνευσή τους από τον πατριάρχη της ποίησης.

Στον δρόμο του Ομήρου, οι επιγενόμενοι ποιητές δεν φειδωλεύτηκαν τις λέξεις τους για να αναφερθούν στον αθλητισμό, για να τον δοξάσουν (ανταμειβόμενοι), όπως ο Πίνδαρος, ή για τον ελεεινολογήσουν, όπως ο Ευριπίδης (που ακολούθησε ως προς αυτό τον προσωκρατικό φιλόσοφο Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο) και αργότερα, τον 1ο αιώνα μ.Χ., ο σκωπτικός Λουκίλλιος. «Ουδέ δίκαιον προκρίνειν ρώμην της αγαθής σοφίης» πίστευε ο Ξενοφάνης, έκρινε δηλαδή άδικο να δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στη ρώμη και όχι στη σοφία. Ο δε Ευριπίδης, στον χαμένο «Αυτόλυκό» του, αποφαινόταν ότι το χειρότερο γένος είναι οι αθλητές: «Κακών γαρ μυρίων καθ’ Ελλάδα / ουδέ κάκιόν εστιν αθλητών γένους». Θυμίζω, πάντως, ότι στη νεανική του ηλικία ο τραγωδός είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το αθλητισμό.

Εφόσον λοιπόν η ιδρυτική πράξη της ποίησης υπήρξε ανοιχτή στα αθλήματα, το να επιδείξει αποστροφή η σημερινή λογοτεχνία μάλλον θα υποδήλωνε σνομπισμό. Δεν έχουν λείψει, βέβαια, οι συγγραφείς που θεωρούν αδιανόητο να μολυνθεί η υψηλή τους τέχνη από τα παίγνια των πληβείων. Μολαταύτα, η ποίηση, η πεζογραφία, αλλά και το δοκίμιο δεν απέστρεψαν το πρόσωπό τους από τον αθλητισμό. Ενίοτε, αρκεί να ανταποκρίνεται ο τίτλος σε μια εικόνα οικουμενικώς αναγνωρίσιμη για να κερδίσει φήμη διαρκείας ένα βιβλίο. Παράδειγμα «Η αγωνία του τερματοφύλακα τη στιγμή του πέναλτι» του Πέτερ Χάντκε.

Η ακριβής χαρτογράφηση δεν είναι εύκολη. Ο κορυφαίος, πάντως, διανοούμενος που δεν έκρυψε ποτέ το πάθος του για το ποδόσφαιρο υπήρξε ο Αλμπέρ Καμύ, τερματοφύλακας στην ομάδα του πανεπιστημίου του. «Χάρη στο ποδόσφαιρο», είπε όταν τιμήθηκε με το Νομπέλ, το 1957, «δημιούργησα μια νέα ταυτότητα, που με βοήθησε να γράφω καλύτερα». Εξακολουθητικός –και πολιτικά διορατικός– ήταν και του Ουρουγουανού λογοτέχνη Εντουάρντο Γκαλεάνο ο έρωτας για το ποδόσφαιρο. Και παραγωγικότατος. Μνημονεύω τους (ελληνικούς) τίτλους δύο βιβλίων του: «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου» και «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και το φως».

Στα δικά μας, ενδέχεται να είναι ο Κ.Π. Καβάφης ο λογοτέχνης που χρησιμοποίησε πρώτος τη λέξη «φούτμπωλ». Αυτό έγινε στα κατάστιχα όπου σημείωνε ασυνήθιστες λέξεις. Ιδού: «Ποδοσφαίρησις: διά Foot-Ball (βλ. π.χ. “Νέον Aστυ” 27.9.’07). Καλλίτερα όμως να γράφουμε, καθώς και λέμε, φούτ-μπώλλ» («Το λεξικό παραθεμάτων», φιλολογική επιμέλεια Μιχάλης Πιερής, Ικαρος, 2015, σ. 212).

Ο πρώτος Ελληνας πεζογράφος που καταπιάστηκε με το ποδόσφαιρο ως κοινωνικό φαινόμενο υπήρξε ο Κώστας Χατζηαργύρης. Στο μυθιστόρημά του «Ο δρόμος προς τη δόξα» (1937) σαρκάζει τη γενιά του ’30. Οχημα της σάτιράς του η ραγδαία ανέλιξη στον χώρο των λογοτεχνών ενός φιλόδοξου γραφιά, που επιχειρεί «να αιχμαλωτίσει τα λαϊκά στρώματα με ποδοσφαιρικά διηγήματα». Στον καιρό μας το ποδόσφαιρο κίνησε την έμπνευση αρκετών μυθιστοριογράφων και διηγηματογράφων, του Μένη Κουμανταρέα λόγου χάρη («Η φανέλα με το 9»), του Δημήτρη Μίγγα, του Δημήτρη Πετσετίδη.

Από τους ποιητές, οι πιο φημισμένοι απ’ όσους εμπνεύστηκαν αρκετά νωρίς από το ποδόσφαιρο ήταν ο Γιάννης Ρίτσος, ο Νίκος Καρούζος και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Πασίγνωστο ήταν, πάντως, και το ποικιλότροπα εκδηλωμένο πάθος του Μανόλη Αναγνωστάκη για την μπάλα, για τον Αγιαξ ειδικότερα και τον Απόλλωνα. Στο «ΥΓ.», πρωτοδημοσιευμένο το 1983, δεν λείπουν οι ποδοσφαιρικού τύπου αναφορές: «Οταν τα βράδια της Κυριακής μετά το ματς γέμιζαν οι ταβέρνες γύρω από το γήπεδο και συ έτρεχες στο σπίτι να διαβάσεις». Και: «Το ματς τη ζωής του είχε τελειώσει – τώρα έπαιζε την παράταση».

Συνεχίζουμε την επόμενη Κυριακή, στο ενδιάμεσο του Γιούρο και του Κόπα Αμέρικα, που έληξαν, και των Ολυμπιακών Αγώνων του Τόκιο. Τριών διοργανώσεων που, με τη διεξαγωγή τους στην ουσία ερήμην των θεατών, ακύρωσαν την πρώτη σημασία της λέξης «αγών»: της «συναθροίσεως προς θεωρίαν αγώνων». Από την τηλεόραση δεν συμμετέχεις σε γιορτή.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση