Η γέννηση μιας νεοκλασικής πόλης

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

photo-8
photo-2
photo-1
photo-4
photo-5
photo-8
photo-2
photo-1
photo-4
photo-5
photo-8

Ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος και ιστορικός της αρχιτεκτονικής Γιάννης Τσιώμης, καθηγητής στην αρχιτεκτονική σχολή Paris-La Vilette και στη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) στο Παρίσι και μέλος της Ακαδημίας Αρχιτεκτονικής της Γαλλίας, μας μιλάει για τα κριτήρια επιλογής της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους, για την τοπογραφία, την αστική μορφολογία και τον πολεοδομικό της σχεδιασμό, καθώς και για τις πολιτιστικές μεταφορές στην Ευρώπη, μεταξύ Γερμανίας, Γαλλίας και Ελλάδας, ως απαραίτητη συνθήκη για τη γένεση της Αθήνας ως πρωτεύουσας πόλης.

Κύριε Τσιώμη, πώς ήταν η Αθήνα πριν γίνει πρωτεύουσα; 

Ποια Αθήνα; Ποιας εποχής; Διότι η Αθήνα αλλάζει μέσα στους αιώνες, η ιστορία την αλλάζει. Η Αθήνα πάντως του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα είναι στην ουσία ένα μεγάλο χωριό. Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για το πόσους κατοίκους και πόσα σπίτια είχε εκείνη την εποχή. Σίγουρα πάντως δεν ήταν ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα της τότε επαρχίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτό όμως που αλλάζει από τα μέσα του 18ου αιώνα είναι ότι, ενώ μέχρι τότε κέντρο της αρχαιότητας για την Ευρώπη ήταν η Ρώμη, από το 1750 και μετά η Αθήνα αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων λόγω των αρχαιοτήτων της και πάρα πολλοί, ιδιαίτερα Εγγλέζοι και Γάλλοι, την επισκέπτονται ως τόπο γένεσης του δυτικού πολιτισμού.

Γιατί επελέγη η Αθήνα ως πρωτεύουσα της Ελλάδας; 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Τέτλαθι κραδίη: Η κούραση της Δύσης

ΑΠΟΨΕΙΣ

tetlathi-kradii-i-koyrasi-tis-dysis-561397372

Μπορείς να συλλάβεις τις κλασικές σπουδές χωρίς τη μελέτη των κειμένων στο πρωτότυπο; Για τους ιθύνοντες του Princeton προφανώς μπορείς. Υπάρχουν τόσες μεταφράσεις που αποδίδουν τη σοφία των αρχαίων σε σημερινές γλώσσες. Αν όμως δεν μπορείς να αναφερθείς στο πρωτότυπο, πώς θα μπορέσεις να κρίνεις τις επιλογές των μεταφραστών που διαφέρουν ανάλογα με το εκάστοτε παρόν; Διάβασα ότι κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα λεξικό της αρχαίας ελληνικής που «διορθώνει» τις σεμνότυφες επιλογές του κλασικού Λίντελ Σκοτ, προϊόν της βικτωριανής εποχής.

Το «πρωτότυπο», η αντίληψη περί πρωτοτύπου είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη του δυτικού πολιτισμού. Και όχι μόνον στα κείμενα. Στα έργα της ανθρώπινης δημιουργίας. Εχουμε αναρωτηθεί από πού προκύπτει η αξία του πρωτοτύπου στα έργα τέχνης; Γιατί ένα εξαιρετικά φτιαγμένο αντίγραφο της «Νυχτερινής Περιπόλου» του Ρέμπραντ δεν μπορεί να φτάσει την αξία του πρωτοτύπου που φιλοξενείται στο Μουσείο Ρικς στο Αμστερνταμ; Επειδή η συνείδηση του πολιτισμού μας στρέφεται γύρω από έναν πυρήνα. Κι αυτός ο πυρήνας είναι η πρωταρχική χειρονομία από την οποία προέκυψαν όλες οι υπόλοιπες. Το ζητούμενο για τον δυτικό πολιτισμό ήταν πάντα η αναζήτηση της πρωταρχικής χειρονομίας, και η υλοποίησή της. Η ελληνική γλώσσα έχει απογράψει και διαμορφώσει την πρωταρχική χειρονομία της φιλοσοφίας, της τραγικής σκέψης, της Ιστορίας, της επικής ποίησης μεταξύ άλλων. Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός εκεί βρήκαν την ορμή για να δημιουργήσουν τη δική τους πρωταρχική χειρονομία, για να παράγουν τη δική τους σκέψη. Οπως γράφει ο Ρεμί Μπραγκ, η σχέση με το πρωτότυπο χαρακτηρίζει την ιδιοπροσωπία του δυτικού πολιτισμού. Ο Αβερρόης, ο μεγάλος Αραβας σχολιαστής του Αριστοτέλη, τον είχε διαβάσει σε μετάφραση. Μήπως έτσι μπορεί να εξηγηθεί και ο ισλαμικός σκοταδισμός που έπνιξε την αραβική αναγέννηση του Αβερρόη και του Αβικένα; Τους έλειπε η ορμή της πρωταρχικής χειρονομίας.

Οι Ελληνες δεν γνώριζαν την τέχνη της μετάφρασης. Λογικό. Δεν υπήρχε άλλος πολιτισμός του οποίου τα έργα να μπορούν να μεταφέρουν στη γλώσσα τους. Επιρροές σίγουρα υπήρχαν, τίποτε δεν γεννιέται απ’ το τίποτε, όμως ό,τι περνούσε τα σύνορά τους είχαν την ικανότητα να το αφομοιώσουν και να το εντάξουν στη δική τους δημιουργική χειρονομία. Τη «σοφία» ο Πλάτων τη μεταμόρφωσε σε φιλοσοφία, σε αναζήτηση της σοφίας. Την «αλαζονεία» ο Αισχύλος την έκανε τραγωδία, τους «Πέρσες». Γι’ αυτό οι Ελληνες και η γλώσσα τους αντιμετωπίστηκαν από όλους τους αιώνες του δυτικού πολιτισμού ως οι θεματοφύλακες της πρωταρχικής χειρονομίας, το απόλυτο πρωτότυπο.

Στους Ρωμαίους χρωστάμε την τέχνη της μετάφρασης, τη γλώσσα της Ευρώπης όπως έλεγε ο Ουμπέρτο Εκο. Ο Κικέρων μετέφρασε Πλάτωνα στα λατινικά και έτσι επεξεργάστηκε το λεξιλόγιο της φιλοσοφίας που άνοιξε τον δρόμο για τους Στωικούς ή τον Επικούρειο Λουκρήτιο. Βέβαια κατά τον Χάιντεγκερ η εξέλιξη της φιλοσοφίας στηρίζεται σε ένα μεταφραστικό λάθος του Κικέρωνα. Μάλλον αδυναμία της γλώσσας του. Στα λατινικά το ρήμα sum δεν έχει μετοχή ενικού. Οπότε ο Κικέρων το πλατωνικό ον το μετέφρασε με το απαρέμφατο esse, «είναι». Οπου αποδεικνύεται ότι η γραμματική δεν είναι άχρηστη γνώση και το πρωτότυπο μπορεί να συνεισφέρει στη σκέψη, εκτός από την αποστήθιση ρηματικών τύπων.

Ολα αυτά μπορεί να μοιάζουν ότι δεν έχουν πρακτικό αντίκρισμα στο παρόν. Θεωρητικές ανησυχίες ενός τύπου που γράφει στην «Καθημερινή» και διακατέχεται από μανία καταδιώξεως, ευτυχώς πολιτισμικής μόνον επί του παρόντος. Καταρρέει ο πολιτισμός μας και οι αξίες του επειδή κάποιοι, αρμοδιότεροι εμού, αποφασίζουν ότι πρέπει να απαλλάξουν τις «κλασικές σπουδές» από το μαρτύριο της επαφής με τα πρωτότυπα κείμενα; Φοβάμαι πως ναι. Το επόμενο βήμα το έχουμε ήδη δει, όταν οι ιταλικές αρχές κάλυψαν τη γύμνια της Αφροδίτης του Καπιτωλίου για να μη σκανδαλιστούν οι Ιρανοί επίσημοι επισκέπτες. Τίποτε φοβερό. Μικρές καθημερινές χειρονομίες που περνούν σχεδόν απαρατήρητες.

Κούραση της παιδείας μας; Χωρίς αμφιβολία. Αν περιοριστούμε στην Ελλάδα, δύο αιώνες τώρα παλεύει να βρει τρόπους για να διδάξει τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά της και δεν έχει βρει τον κατάλληλο. Θα πρέπει να καταγραφεί στις αποτυχίες αυτών των διακοσίων ετών. Ευθύνονται γι’ αυτήν εξίσου οι «αρχαιολάτρες» και όσοι μισούν τα αρχαία ελληνικά.

Πολιτισμική κούραση; Η Δύση δεν αντέχει άλλο. Δεν έχει άλλες δυνάμεις για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Και για να αποφύγει το ναυάγιο ξεφορτώνεται τη σαβούρα, όλο αυτό το βάρος που την έκανε να πιστεύει στην υπεροχή της. Πρώτο και καλύτερο η σχέση της με την πρωταρχική χειρονομία της ύπαρξής της, τα λεγόμενα κλασικά της πρότυπα. Οταν φτάσουμε σε όσα η προοδευτική σκέψη θεωρεί ως «υποπροϊόντα» της κλασικής σκέψης, τη δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα, την ισότητα των φύλων τότε μπορεί να αντιληφθεί τον κίνδυνο. Ισως να είναι αργά. Ομως, μην ξεχνάμε εκείνο το «τέτλαθι κραδίη» –βάστα καρδιά μου– που είπε ο Οδυσσέας όταν νόμιζε πως είχε γλιτώσει από τα βάσανά του, όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με τους μνηστήρες στο ίδιο του το ανάκτορο.

Ποια Ελλάδα ήθελαν τα πρώτα κόμματα (τα λεγόμενα «ξενικά»);

ΑΠΟΨΕΙΣ

poia-ellada-ithelan-ta-prota-kommata-561397285

Αν ξεπεράσουμε κάποτε τους υπερφίαλους πανηγυρισμούς, αν πάψουμε να συγχαίρουμε τους εαυτούς μας για τα κατορθώματα άλλων, που ήσαν πολύ διαφορετικοί από εμάς, μία πιο διαφωτιστική προσέγγιση θα ήταν να εξετάσουμε τα αποτελέσματα της Επανάστασης του 1821 από τη σκοπιά των τριών κομμάτων που γεννήθηκαν στη διάρκειά της και κυριάρχησαν για περίπου τρεις δεκαετίες.

Πρόκειται για τα λεγόμενα «ξενικά» κόμματα. Κατά χρονολογική σειρά εμφάνισης, αλλά και κατά τάξη μεγέθους, ήσαν το «ρωσικό», το «γαλλικό» και το «αγγλικό». Για να αποφευχθούν τα μόνιμα εισαγωγικά, είναι προτιμότεροι τρεις δόκιμοι και απόλυτα ακριβείς όροι: ρωσόφιλο, γαλλόφιλο, αγγλόφιλο.

Ησαν τάχα τα τρία κόμματα τεχνητά δημιουργήματα των ξένων, όπως νομίζεται; Η γένεσή τους, όμως, πήγασε φυσιολογικά από το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης. Το καθένα ταυτιζόταν με εκείνη την Προστάτιδα Δύναμη που θεωρούσε πιο κατάλληλη να προωθήσει την εθνική ολοκλήρωση των Ελλήνων με την εξωτερική της πολιτική. Ταυτόχρονα, αυτή η Προστάτιδα Δύναμη θα επηρέαζε καθοριστικά την εσωτερική πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση του νέου κράτους, σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα, που προσέλκυαν και συνέφεραν ειδικά τους οπαδούς της στην Ελλάδα.

Αν δούμε ποια Ελλάδα δημιούργησε η Επανάσταση μέσα από το πρίσμα των τριών «ξενικών» κομμάτων, φαίνεται πιο καθαρά ότι αυτά δεν ήσαν απλώς «πρακτορεία» των ξένων, αλλά εκφραστές ελληνικών συμφερόντων. Αυτό γίνεται αμέσως ολοφάνερο στην περίπτωση του ρωσόφιλου κόμματος, στο οποίο ανήκε η συντριπτική πλειονότητα των κληρικών και ιδίως των μοναχών, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του απλού αγράμματου λαού, που αυτοί κυρίως επηρέαζαν. Η Ελλάδα που οραματίζονταν ήταν εκείνη που περισσότερο ταίριαζε και συνέφερε στους ίδιους. Δεν θα είχε μόνο Ορθόδοξο ηγεμόνα. Θα είχε επίσης μία Εκκλησία παντοδύναμη, πάμπλουτη και κυρίαρχη στην κοινωνική ζωή, τόσο πνευματικά όσο και οικονομικά, αφού θα παρέμενε στο διηνεκές ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας και επιχειρηματίας (όπως λ.χ. σήμερα στην Κύπρο). Για το ρωσόφιλο κόμμα, πρωταρχικό ζητούμενο ήταν η διαφύλαξη της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα από κάθε λογής απειλές δυτικής προέλευσης.

Εξάλλου, το όραμα του αγγλόφιλου κόμματος για εσωτερική ανάπτυξη και οικοδόμηση φιλελεύθερου ευρωπαϊκού κράτους ταίριαζε ακριβώς στα συμφέροντα των χαρακτηριστικότερων οπαδών του κόμματος. Συμφέροντα εμπορικά και ναυτιλιακά, αλλά και εύλογες προσδοκίες της πλειονότητας των μορφωμένων και εξευρωπαϊσμένων Ελλήνων, που φυσιολογικά θα πρωταγωνιστούσαν στην υλοποίηση του οράματος αυτού. Τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ηγέτη του κόμματος, εξέλεξε βουλευτή του το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1843.

Ωστόσο, τα ερείσματα αυτά ήσαν ακόμη εντελώς ανεπαρκή στο μικρό αρχικό βασίλειο. «Ούτε μίαν ψήφον διαθέτετε» έλεγε το 1844 ο Ιωάννης Κωλέττης στον Νικόλαο Δραγούμη, εννοώντας τους «ετερόχθονες λογιώτατους», δηλαδή τους μορφωμένους που είχαν έρθει από άλλα μέρη. Απαιτώντας σύνταγμα και καθολική ψηφοφορία (του ανδρικού πληθυσμού) «βγάλατε τα μάτια σας με τα ίδια σας τα χέρια»!  Με άλλα λόγια, οι μορφωμένοι οπαδοί και φορείς του εξευρωπαϊσμού όρθωσαν οι ίδιοι το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη δική τους επικράτηση: μία λαϊκή πλειοψηφία κατά κανόνα εχθρική – ή, τουλάχιστον, καχύποπτη και επιφυλακτική.

Ρωσόφιλο και αγγλόφιλο κόμμα συνέπιπταν σε δύο μερικότερα αλλά κρίσιμα ζητήματα εξευρωπαϊσμού: τη δημιουργία αξιοκρατικής γραφειοκρατίας και τακτικού στρατού. Αυτά όμως ήσαν ανάθεμα για το γαλλόφιλο κόμμα και τους δυναμικότερους υποστηρικτές του. Ησαν οι άεργοι και παραγκωνισμένοι αγωνιστές, που είχαν πολεμήσει στην Επανάσταση ως άτακτοι. Αυτοί εύλογα προσδοκούσαν ότι θα έβρισκαν ξανά επωφελή απασχόληση στο πλαίσιο των αλυτρωτικών εξορμήσεων που επαγγελλόταν αόριστα ο Κωλέττης.

Επωφελή απασχόληση ζητούσαν και στη δημόσια διοίκηση, άσχετα από προσόντα και με αποκλεισμό των «ετεροχθόνων». Το γαλλόφιλο έγινε το κατεξοχήν κόμμα του λαϊκιστικού «αυτοχθονισμού», όπως εκδηλώθηκε εκρηκτικά το 1843-44 από την ανταρσία μιας μερίδας του, με επικεφαλής τον Ιωάννη Μακρυγιάννη και τον Ρήγα Παλαμήδη. Αυτοί όχι μόνο δεν πειθάρχησαν στον Κωλέττη, αλλά και έμειναν, όπως φάνηκε, εντελώς ανεπηρέαστοι από όσα συγκλονιστικά τους είπε στην ιστορική ομιλία του, στις 14 Ιανουαρίου 1844, που καθιέρωσε τον όρο «Μεγάλη Ιδέα».

Επειδή τα έθνη «δεν αυτοσχεδιάζονται», όπως δήλωνε ο Κωλέττης, η σύνθεση της κυβέρνησης και γενικά ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσαν παρά να καθρεφτίζουν την υπάρχουσα κοινωνική και μορφωτική κατάσταση. Το ζητούμενο ήταν απλώς η κατάκτηση και η διατήρηση της εξουσίας από μία σταθερή κυβέρνηση («durer c’est gouverner»). Αυτή έπρεπε «να εξέρχεται εκ των σπλάχνων του έθνους». Το ίδιο και οι υποστηρικτές της, εξαγορασμένοι με διορισμούς και ρουσφέτια κάθε λογής.

Με την εφαρμογή του συντάγματος, ο Κωλέττης αμέσως εγκαινίασε ένα «σύστημα» (όπως ονομάστηκε) φαυλοκρατίας και εκλογικής βίας και νοθείας, που μετά τον θάνατό του κληρονόμησε και εφάρμοσε ο Οθωνας, μέχρι την έξωσή του. Ούτε όμως τότε ξεπεράστηκε αυτός ο επίπλαστος «εξευρωπαϊσμός» που κληροδότησε ο γαλλόφιλος Κωλέττης στο ελληνικό κράτος.

Δικαιώθηκε εξάλλου και το ρωσόφιλο κόμμα, αφού διαιωνίζεται μέχρι σήμερα η ταύτιση του έθνους με την Ορθοδοξία και ο εναγκαλισμός Κράτους και Εκκλησίας (έστω χωρίς την αρχική οικονομική ισχύ της).

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ασκήσεις καινοτομίας και συνυπευθυνότητας

ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι πρώτες ημέρες του Αυγούστου έδωσαν πικρή πρόγευση για τις επερχόμενες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα. Φάνταζε μακρινή, μα δεν είναι πια. Οι εικόνες κατέγραψαν αδυναμίες στην αντιμετώπιση πρωτόγνωρων φαινομένων, παρόμοιων με άλλες χώρες, επιβεβαιώνοντας τη δύναμη της κλιματικής… απειλής.

Η κρίση συνέπεσε με τη δημοσίευση της επιστημονικής μελέτης του φαινομένου από τον ΟΗΕ. Βασικό συμπέρασμα, το κρίσιμο όριο θερμοκρασιακής αύξησης του 1,5 βαθμού Κελσίου που σηματοδοτεί άσχημα, αλλά όχι ακόμη καταστροφικά αποτελέσματα. Η μελέτη θέτει ένα απλό αλλά ταυτόχρονα δύσκολο ερώτημα: είναι ικανή η παγκόσμια κοινότητα να «κρατήσει» την αύξηση της θερμοκρασίας κάτω από το όριο;

Το ερώτημα φαντάζει ρητορικό εάν κάποιος αφουγκραστεί τις αποκλίνουσες απόψεις που διατυπώνονται. Συμπολίτες και συνάνθρωποι συγκρούονται ως προς την αλήθεια των επιστημονικών συμπερασμάτων, τη συμμετοχή κρατών, φορέων και ανθρώπων, τις προτεινόμενες πολιτικές και τα αντίστοιχα επιχειρησιακά σχέδια. Αρκετοί προσπερνούν τις διαφωνίες ως σποραδικές, θυμικές ή μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις. Επιφανειακές αναγνώσεις που χάνουν την ουσία ενός προβλήματος, όχι τόσο επιστημονικού αλλά κυρίως κοινωνιολογικού.

Η κλιματική απειλή είναι πολυπαραμετρικό και πολύπλοκο πρόβλημα, χωρίς εύκολες απαντήσεις. Ουσιαστικά, προκύπτει από δύο παράγοντες: την ανυπαρξία άμεσων και πρακτικών λύσεων και την ασυμφωνία κατεύθυνσης και εφαρμογής ανάμεσα στους διαφορετικούς και ανεξάρτητους φορείς.

Συνεπώς, οι όποιες προσεγγίσεις προϋποθέτουν καινοτομία ως προς τις λύσεις και συμφωνία (και συνυπευθυνότητα) ως προς τους στόχους και την εφαρμογή. Μια τέτοια συνδιαμόρφωση, αποδοχή και επιδίωξη κοινών (αλλά αβέβαιων) στόχων, αλλά και η θέσπιση, τήρηση και υποστήριξη κοινών κανόνων και δράσεων, καθιστούν την επίλυση θεμελιωδώς δύσκολη και απελπιστικά χρονοβόρα! Μια άσκηση management για «δύσκολους λύτες».

Πρωταρχικά, είναι σημαντικό να κατανοηθεί η αποτελεσματικότητα της τεχνοκρατικής προσέγγισης στο πρόβλημα. Προφανώς ο σχεδιασμός λύσεων βασίζεται στην επιστημονική έρευνα και στην τεχνολογική καινοτομία. Νέα υλικά, ενεργειακές διαδικασίες και κυκλικές (circular) πρακτικές διαχείρισης αποβλήτων σε καταναλωτικό και βιομηχανικό επίπεδο περιγράφουν βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες δράσεις. H τεχνοκρατική προσέγγιση δεν είναι, όμως, από μόνη της ικανή συνθήκη. Οι καινοτόμοι δράσεις απαιτούν ευρύτερες συνεργασίες χωρίς κλειστές διοικητικά ομάδες, με την ενεργή συμμετοχή φορέων «πρώτης γραμμής» (frontline). Eτσι επιτυγχάνεται η προώθηση καινοτόμων ιδεών και ξεπερνιούνται κατεστημένες συμπεριφορές.

Παράλληλα, πρέπει να αποφευχθεί η αρνητική κοινωνική απόκριση σε τεχνοκρατικές προσεγγίσεις. Η «στεγνή» και εξειδικευμένη ορολογία, και η «ελιτίστικη» παρουσίαση των τεχνοκρατικών πολιτικών περιορίζουν συχνά την αποδοχή τους. Ειδικά όταν αυτές συγκρούονται με αντιλήψεις και πρακτικές ετών, δημιουργώντας έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους αποδέκτες και στους επιτελικούς διαμορφωτές των πολιτικών. Μια πρόκληση που περιγράφει η Gillian Tett των Financial Times στο βιβλίο «Anthro-Vision». Eτσι, καθίσταται απαραίτητη η «μετάφραση» των τεχνοκρατικών κατευθύνσεων σε δράσεις συμβατές με τις κοινωνικές αξίες και νόρμες. Ελιτίστικες λογικές του «δεν ξέρουν αυτοί» δημιουργούν τριβές και υπονομεύουν την απαραίτητη συμμετοχή ρισκάροντας το αποτέλεσμα.

Τέλος, καθίσταται αναγκαία η θέσπιση μηχανισμών διακυβέρνησης και διαχείρισης των δράσεων πέρα και πάνω από συγκεκριμένες ομάδες, όπως υποστήριξε πρόσφατα ο Μ. Ιακωβίδης («Κ», 8/8/2021). Μηχανισμοί που συνθέτουν απόψεις και δημιουργούν συνυπευθυνότητα μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, π.χ. μια ανεξάρτητη αρχή ή η θέσπιση της αντιμετώπισης της κλιματικής απειλής ως κεντρικού μοχλού αξιολόγησης, χρηματοδότησης και λογοδοσίας σε όλες τις κρατικές και διακρατικές βαθμίδες. Στενά (μικρο)πολιτικά παίγνια δεν κομίζουν, μακροπρόθεσμα, κέρδη από ζητήματα όπως η κλιματική απειλή.

Οι καταστροφές του Αυγούστου ανοίγουν μια χρήσιμη συζήτηση. Οι στάχτες από τις φωτιές επιτάσσουν (αυτο)κριτική στάση απέναντι στην απειλή, απαιτώντας τη δημιουργία μετώπου συνυπευθυνότητας για να βρεθούν οι καινοτόμοι απαντήσεις στην κλιματική απειλή. Μικρόψυχες και κοντόφθαλμες αντιπαραθέσεις δεν βοηθούν. Η ευκαιρία είναι μεγάλη. Oπως και η ελπίδα.

* Ο κ. Στέλιος Καβαδίας είναι καθηγητής της έδρας Margaret Thatcher στην Επιχειρηματική Καινοτομία και Ανάπτυξη στο Judge Business School του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ.

Κρίσεις

20.08.2021, 05:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Κρίσεις | tovima.gr

Κάθε φορά που μια κρίση μας χτυπάει την πόρτα, τα θεμελιώδη επανέρχονται. Κατά κάποιον τρόπο μέσα στις κρίσεις οι κοινωνίες «ανακαλύπτουν το χαμένο τους πρόσωπο». Και αυτό που ως τότε παρέμενε ανυποψίαστο, πιθανόν να γίνει αντικείμενο ελέγχου και κατανόησης. Από τη λειτουργία του λεγόμενου πολιτικού συστήματος, μέχρι το σύνορο με τη φύση.

Η αστραπή της ευμάρειας μετά το 1950 στη Δύση, εδραίωσε στέρεα τον μύθο της γραμμικής εξέλιξης. Είναι γνωστή αυτή η αισιόδοξη φαντασία. Ο κόσμος νομοτελειακά θα εξελίσσεται προς ένα καλύτερο μέλλον, η ευτυχία είναι εγγυημένη. Η αντίληψη αυτή γίνεται οδηγός του δυτικού ανθρώπου, η προσωρινή πραγματικότητα βεβαιώνει την αλήθεια της.

Σε μια παραλληλία αυτής της φαντασίας πορεύθηκε και η χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Βελτίωση των υλικών συνθηκών της ζωής, δημοκρατικότητα στην τυπική τουλάχιστον λειτουργία της, αισιόδοξη εκδοχή του βίου, εγγυημένοι και ανεξάντλητοι πόροι, κατανάλωση του χρόνου χωρίς δεσμευτικά σχέδια, απόρριψη κάθε συζήτησης που έχει στο κέντρο της την ευθύνη, ως προϋπόθεση επιμέλειας της συλλογικής μας υπόστασης στον μακρύ χρόνο.

Οι κρίσεις έρχονται να διαταράξουν το όνειρο. Η οικονομική κρίση ανατίναξε την ψευδή σχέση με τα πράγματα, η αποτυχία των ανορθολογικών σχεδίων απόδρασης από τις συνθήκες της εποχής και τις αναγκαιότητες που τη συνοδεύουν γέννησε το δίδαγμα, που έφερε το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών. Ταυτόχρονα οι τομές που η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη μένουν στο περιθώριο, ως προϊόν της προσήλωσης στην ασφάλεια μιας αντίληψης, που σκεπάζει την κρίση αντί να την αναδείξει, που τη θεωρεί στιγμιαία, ενώ φανερά αυτή διαποτίζει το κοινωνικό σώμα, από τη θεσμική εκδοχή του, ως το καθημερινό επαναλαμβανόμενο βίωμα.

Οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι είδαν τις κρίσεις σαν περαστικά καιρικά φαινόμενα, έδειξαν ενδιαφέρον για τη διαχείρισή τους, χωρίς ποτέ να θέσουν το βάθος των αιτιών τους σε μια γενναία δημόσια συζήτηση, που σωτήρια θα αναμόχλευε, όπως ακριβώς κάνει η κρίση, καθετί που προηγήθηκε, καθετί που ευθύνεται για αυτό που κυοφορείται και μπορεί να ξεσπάσει ως κρίση. Και επειδή κάθε κρίση είναι επικίνδυνη αναμέτρηση με τα όρια, αγνοείται και μετατίθεται στις επόμενες σελίδες της εμπειρίας.

Και έρχονται τα γεγονότα. Και συχνά με ανεξέλεγκτη ορμή, απρόσμενα και αιφνίδια πλήττουν κοινωνία και πρόσωπα. Η κρίση δεν είναι προσωπική, έχει όμως πάντα μια προσωπική διάσταση. Οι τελευταίες καταστροφικές πυρκαγιές ξεκινάνε να μας μιλάνε, μέσα από τους συμπολίτες μας που επλήγησαν, για όλα όσα μπορεί καταλυτικά να απειληθούν.

Οι τελευταίες τραγικές ημέρες μας καλούν να δούμε συνολικά τις κρίσεις που μας κατακαίνε, χωρίς οι φλόγες τους να είναι ορατές. Για να τις σβήσουμε, οφείλουμε πια να τα δούμε όλα από την αρχή.

Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.

Το δάσος που (δεν) αγαπήσαμε

O δασολόγος Ρήγας Τσιακίρης εξηγεί γιατί κάθε δραστηριότητα σχετική με τους πνεύμονες πρασίνου πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Τι αναφέρει για τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών και τι προτείνει για την προστασία και την αξιοποίηση των δασών

19.08.2021, 06:00 ΤΟ ΒΗΜΑ

Το δάσος που (δεν) αγαπήσαμε | tovima.gr

«Τη φωτιά δεν τη σβήνεις με τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα το καλοκαίρι, όσα και αν αγοράσεις. Εάν σου ξεφύγει στην αρχή και πάρει διαστάσεις δύσκολα τη σταματάς μετά. Τη φωτιά τη σβήνεις από τον χειμώνα» μου λέει ο συνομιλητής μου, μια από εκείνες τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου που μας έκαψαν την καρδιά.

Μπαίνεις μέσα σε ένα μεγάλο και βαθύσκιο δάσος από αυτά που είναι άφθονα ακόμη στη Βόρεια και στη Δυτική Ελλάδα και είναι σαν να μπήκες σε σαλόνι που δεν ξέρεις πώς να φερθείς. Καταλαβαίνεις πως κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει γι’ αυτήν την συνάντηση. Είναι ένας τόπος με τους νόμους του, τις ετικέτες του και τις ισορροπίες του.

Αναζητώντας δείκτες υγείας

Γι’ αυτό, στην αρχή της συνομιλίας μας με τον κ. Ρήγα Τσιακίρη, δασολόγο στα Ιωάννινα, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και διδακτορικό στο Τμήμα Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η πρώτη ερώτηση που του κάναμε ήταν ακριβώς αυτή: όταν μπαίνετε σε μια δασωμένη περιοχή ποια είναι τα πρώτα πράγματα που κοιτάζετε ώστε αυτά να λειτουργήσουν ως δείκτες για την υγεία της περιοχής αυτής;

Oπως μας είπε, δεν είναι ούτε ένα ούτε δύο αυτά που θα κοιτάξει κάποιος εξοικειωμένος με το δάσος και τις λειτουργίες του: «Κοιτάμε κατ’ αρχήν τι μπορεί να έχει κάνει ο άνθρωπος που μπορεί να εκθέσει το δάσος σε κίνδυνο! Κοιτάμε για παρανομίες όπως λαθροϋλοτομία, σκουπίδια, μπάζα, διανοίξεις δρόμων, λαθροθηρία, θηλιές που λειτουργούν ως παγίδες, αλλά νοιαζόμαστε και για την υγεία των δέντρων. Π.χ. στρες από φυσικά αίτια, ξηράνσεις, προσβολές από παθογόνα, κοιτάμε επίσης τις πηγές, το νερό και το αν υπάρχει αντιπυρική προστασία. Κοιτάμε επίσης τη βιοποικιλότητα και τους σημαντικότερους δείκτες της: την αφθονία και ποικιλία της ορνιθοπανίδας, ψάχνουμε για ίχνη παρουσίας θηλαστικών, τα μανιτάρια, τα σπάνια είδη φυτών κ.ά. έτσι ώστε να συνθέσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα».

Ανθρωπος και δάσος, άλλοτε και τώρα

Σε μια επί τόπου επίσκεψη του ΒΗΜΑ-Science σε δασωμένες εκτάσεις στο Ανατολικό Ζαγόρι, αυτό το καλοκαίρι, πριν ξεσπάσουν οι εφιαλτικές φωτιές παντού, ακούγαμε έναν παλαιό δασεργάτη να μας διηγείται το πώς ήταν η ζωή τους τα καλοκαίρια πριν από τριάντα με σαράντα χρόνια. «Τα καλοκαίρια μπαίναμε στο δάσος μαζί με τις οικογένειές μας και δουλεύαμε εκεί για καιρό. Μέναμε σε πρόχειρα καταλύματα, αλλά η δασική υπηρεσία μάς έδινε τεφτέρια του μπακάλη και βγαίναμε κάποιες φορές για να ψωνίσουμε φαγώσιμα από τα πιο κοντινά μαγαζιά για να μαγειρεύουμε στο δάσος. Μας έφερναν νερό, κάποιες φορές και καφέδες, μας φρόντιζαν από τη Δασική. Και εμείς δουλεύαμε κάνοντας καθαρισμούς και άλλες δουλειές απαραίτητες για να περάσει καλό χειμώνα το δάσος. Eτσι το προσέχαμε κιόλας και ποιος να έμπαινε να βάλει φωτιά ή να κόψει ξύλα παράνομα;».

Το δάσος ως μέρος της οικονομικής ζωής

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο πόλεμος που μπορούσε να κερδηθεί: Τα λάθη της ανώτατης διεύθυνσης των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 για την κατάληψη των Εσκή Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ
o-polemos-poy-mporoyse-na-kerdithei-561465970

Tην 1η Νοεμβρίου 1920 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, οι οποίες έφεραν στην εξουσία την αντιβενιζελική βασιλική παράταξη που ψυχικά ήταν ταγμένη εναντίον της πολιτικής Βενιζέλου. Ισχυρός άνδρας της νέας κυβέρνησης ήταν ο Δημήτριος Γούναρης, που ανέλαβε το υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Γούναρης, όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν αντιλαμβανόταν τη βαρύνουσα σημασία της στρατιωτικής ισχύος στην επίλυση του μικρασιατικού ζητήματος. Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της διοίκησης της Στρατιάς Μικράς Ασίας (στη συνέχεια Στρατιά) στον μέχρι τότε εγκάθειρκτο στις φυλακές Αβέρωφ για αντιστρατιωτικές ενέργειες αντιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα. Ο Παπούλας στερούνταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης, δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει απόφαση επ’ αυτών. Αποφάσεις λάμβανε αντ’ αυτού ο ορισθείς από την κυβέρνηση ως επιτελάρχης της Στρατιάς συνταγματάρχης Κ. Πάλης, απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Κατόπιν τούτων δημιουργήθηκε ένα άτυπο δίπολο, στο οποίο ο μεν Παπούλας ήταν υπεύθυνος για τα διοικητικά ζητήματα, ο δε επιτελάρχης του για τα επιχειρησιακά. Τούτο έβλαψε πολλαπλώς την εκστρατεία.

Κατά τη δίμηνη προεκλογική περίοδο και αυτή των εορταστικών επινικίων που ακολούθησε τις εκλογές επικράτησε σχετική ηρεμία στο μικρασιατικό μέτωπο, πράγμα που πρόσφερε στον Κεμάλ πολύτιμο χρόνο για την οργάνωση του τουρκικού εθνικού στρατού. Κατά την επιθετική αναγνώριση που εκτέλεσε η Στρατιά στα τέλη Δεκεμβρίου προς το Εσκή Σεχήρ διαπιστώθηκε ότι ο τουρκικός στρατός ήταν μια κανονικά συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη, πλην όμως το μέγεθός του παρέμενε ακόμη περιορισμένο. Οι δέκα μεραρχίες που παρέτασσε έναντι του ελληνικού μετώπου διέθεταν δύο έως τρεις χιλιάδες άνδρες, 4-6 πυροβόλα και 24 πολυβόλα. Επομένως, τουρκικός στρατός με την πραγματική σημασία της λέξης δεν υπήρχε στις αρχές του 1921.

Από την άλλη πλευρά, η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε 4.370 αξιωματικούς, 116.500 οπλίτες, οκτώ μεραρχίες, μία ταξιαρχία Ιππικού, 85 τάγματα Πεζικού, 260 πυροβόλα και 636 πολυβόλα· προφανώς ήταν πολύ ισχυρότερη του τουρκικού στρατού. Υπήρχαν όμως και σοβαρά προβλήματα: 1) Η μάχιμη δύναμη των μεραρχιών υπολειπόταν σημαντικά της προβλεπόμενης από τους πίνακες συνθέσεως. 2) Η Στρατιά μπορούσε να διαθέσει για την εκτέλεση νέων επιχειρήσεων μόνο πέντε μεραρχίες. Για την εκτέλεση νέων επιχειρήσεων επιβαλλόταν να ενισχυθεί η μάχιμη δύναμη των μεραρχιών και να συγκροτηθούν νέα συντάγματα μετόπισθεν για να αναλάβουν τις αποστολές κάλυψης και ασφάλειας, ώστε και οι οκτώ μεραρχίες να διατεθούν στις επιχειρήσεις.

Η διάσκεψη του Λονδίνου

Στις αρχές του 1921 οι σύμμαχοι της Αντάντ αποφάσισαν να συνέλθει στο Λονδίνο, στις 9 Φεβρουαρίου, διάσκεψη με σκοπό την επίλυση του μικρασιατικού ζητήματος. Στη διάσκεψη προσκλήθηκε και το κεμαλικό κράτος και επομένως αυτό αναγνωρίστηκε εμμέσως ως κρατική οντότητα. Στην κυβέρνηση επικράτησε η σκέψη για την εκτέλεση από τη Στρατιά μιας επιχείρησης πριν από την έναρξη της διάσκεψης, προκειμένου να καταδειχθεί στους συμμάχους η ισχύς του ελληνικού Στρατού. Ασφαλώς οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν διεξάγονται για εντυπωσιασμό φίλων και αντιπάλων, αλλά για την επίτευξη σκοπών που θα προσφέρουν σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Ο αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (ΕΥΣ) εισηγήθηκε στον Γούναρη την άμεση επιστράτευση τεσσάρων κλάσεων εφέδρων, τον εφοδιασμό της Στρατιάς με τα αναγκαία μέσα και την έναρξη επιχειρήσεων στις αρχές Μαρτίου με σκοπό τη συντριβή του τουρκικού στρατού. Ο Γούναρης δεν αποδέχθηκε τις προτάσεις του αρχηγού της ΕΥΣ.

Επίσης, και η Στρατιά διά του επιτελάρχη της μελέτησε την εκτέλεση μιας επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις επιτυχούς εκτέλεσής της ήταν να ενισχυθεί η Στρατιά διά τριάντα χιλιάδων ανδρών και να εκτελεστεί την άνοιξη. Ο Παπούλας έστειλε τον Πάλη στην Αθήνα για να ζητήσει τις ενισχύσεις. Ο Γούναρης, στον οποίο παρουσιάστηκε ο Πάλης, αρνήθηκε να διαθέσει τη ζητούμενη ενίσχυση. Ο Γούναρης ενημέρωσε τον Πάλη επί των σκέψεων της κυβέρνησης για την εκτέλεση της προαναφερθείσας επιχείρησης, ο δε Πάλης, χωρίς να διαβουλευθεί με τον Παπούλα, του πρότεινε την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Είναι προφανές ότι ο Γούναρης δεν αντιλαμβανόταν ότι για να επιτύχει η επιχείρηση που ζητούσε επιβαλλόταν να υπάρχουν οι αναγκαίες και ικανές δυνάμεις που θα την εκτελέσουν, ο δε Πάλης, για να ικανοποιήσει τον Γούναρη, παραιτήθηκε των προϋποθέσεων που ο ίδιος είχε θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρησης που του πρότεινε.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

«Μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες»

ΑΠΟΨΕΙΣ

miden-echontes-kai-panta-katechontes-561472342

Στις 7 Νοεμβρίου 1943, τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής κατέλαβαν το Καρπενήσι, παρά τη σθεναρή αντίσταση ανταρτών του ΕΛΑΣ. Πυρπόλησαν και κατέκαψαν την πόλη. Οι φωτογραφίες του Σπύρου Μελετζή μαρτυρούν το αδιανόητα συγκλονιστικό μέγεθος της καταστροφής. Το Καρπενήσι θύμιζε το σημερινό Χαλέπι στη Συρία: παντού ερείπια. Οι κάτοικοι είχαν προλάβει να καταφύγουν στα γειτονικά βουνά. Οταν επέστρεψαν, είδαν μια μόνο κατ’ όνομα πόλη.

Θυμάμαι τον πατέρα μου, 14 ετών τότε, να μας αφηγείται συχνά τις κακουχίες. Αστεγοι, πεινασμένοι και τρομαγμένοι, έπρεπε να οργανώσουν την επιβίωσή τους στον βαρύ χειμώνα. Το σπίτι, πριν από την καταστροφή, ήταν καινούργιο. Το είχε χτίσει ο παππούς με τις οικονομίες που είχε φέρει ως μετανάστης από την Αμερική. Κάηκε κι αυτό, όπως όλα τα άλλα. Πώς ξεκινάς από την αρχή;

Αυτό είναι το αγωνιώδες ερώτημα και για τους κατοίκους της Βόρειας Εύβοιας σήμερα. Δεν είναι μόνο η τεράστια υλική ζημία, αλλά και η ψυχική εξουθένωση που βιώνουν, βλέποντας τον κόσμο τους ξαφνικά να έχει καταρρεύσει· να ζουν σαν να πρόσφυγες στη χώρα τους. Πώς το ξεπερνάς;
Ρωτούσα συχνά τον πατέρα μου, όπως ρωτώ και Ελληνοκύπριους πρόσφυγες μετά την εισβολή του ’74, πώς τα κατάφερε. Η απάντηση ήταν και είναι η ίδια: «Τι άλλο να κάναμε; Επρεπε να ζήσουμε. Σφίγγεις τα δόντια, αγωνίζεσαι και προχωράς. Τουλάχιστον δεν είμασταν μόνοι. Στεκόμασταν ο ένας στον άλλον».

Η ικανότητα του ανθρώπου να ανακάμπτει μετά από συμφορές εκπλήσσει. Το πατρικό σπίτι ξαναχτίστηκε, έστω κι αν η ζωή άργησε να γίνει ομαλή – την Κατοχή διαδέχθηκε ο Εμφύλιος. Οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες ξανάγιναν νοικοκύρηδες, αν και ο πόνος για τη χαμένη πατρίδα δεν εξέλιπε. Ερευνες στις ΗΠΑ δείχνουν ότι αν και πάνω από τους μισούς ανθρώπους εκτίθενται σε τραυματικά γεγονότα, μόνο το 5%-10% αναπτύσσει μετατραυματική διαταραχή.

Αυτό που μου έκανε πάντοτε εντύπωση στους ανθρώπους της γενιάς των γονιών μου ήταν η ανθεκτικότητά τους – η ικανότητα να ανακάμπτουν μετά από καταστροφές και συμφορές. Η ανθεκτικότητα (resilience) εμφαίνεται στον τρόπο ανταπόκρισης σε αυτές. Αν και ένα μεγάλο μέρος της ψυχολογικής έρευνας έχει εντοπίσει τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν ανθεκτικότητα σε ένα άτομο (π.χ. αισιοδοξία, αυτοεκτίμηση, σθένος κ.λπ.), τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι τόσο εγγενώς ατομικά όσο σχεσιακά: προκύπτουν από σχέσεις του ατόμου με το περιβάλλον του. Η πεποίθηση λ.χ. ότι «θα τα καταφέρουμε» διαμορφώνεται μέσα από διαδικασίες επικοινωνίας στην κοινότητα. Ο ρόλος της ηγεσίας είναι, φυσικά, καθοριστικός.
Η Αφροαμερικανίδα Σούζαν Ράις, πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Εθνη, περιγράφει πώς οι γονείς της της ενστάλαξαν την αυτοπεποίθηση σε ένα περιβάλλον φυλετικών προκαταλήψεων. Ο πατέρας της δεν εσωτερίκευσε ποτέ τις ρατσιστικές προσβολές: αντλούσε την αυτοεκτίμησή του όχι από τα σχόλια των συγκαιρινών του, αλλά από τη θρησκευτική του πεποίθηση για τις δυνατότητες που είχε ως δημιούργημα του Θεού. Η αυτοπεποίθηση της Ράις δεν ήταν αυτοφυής: καλλιεργήθηκε στην οικογένεια, η οποία με τη σειρά της αντλούσε, εν πολλοίς, νόημα ζωής από τη μεταφυσική της κοινότητας στην οποία μετείχε.

Τα ανθρώπινα συστήματα διαθέτουν εγγενή ανθεκτικότητα, όπως η φύση διαθέτει ενδογενή αναγεννητικότητα. Το βλέπουμε σε οικογένειες, οργανισμούς και κοινότητες, όταν δοκιμάζονται από μείζονες κρίσεις (π.χ. θάνατος, βιομηχανικά ατυχήματα, φυσικές καταστροφές). Το κοινό στοιχείο της ανθεκτικής απόκρισης είναι η ικανότητα του συστήματος να παράγει νόημα ζωής, να κινητοποιεί κοινωνικό κεφάλαιο (να καλλιεργεί δεσμούς αλληλοβοήθειας και αλληλοστήριξης), να μην αυτοθυματοποιείται, και να μαθαίνει.

Είδαμε ήδη μερικές από αυτές τις ικανότητες στα καμένα χωριά της Εύβοιας. Η αλληλεγγύη που εκδηλώθηκε μεταξύ των συγχωριανών και προσφέρθηκε από άλλα μέρη της χώρας και φιλικά κράτη ήταν εντυπωσιακή. Μια φράση που συχνά χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ήταν: «Ολοι μαζί τρέξαμε να σώσουμε το χωριό». Μπροστά στον κίνδυνο, η κοινότητα απέκτησε αίσθηση κοινής μοίρας – κινητοποιούμενη, ενώθηκε. Η πολλαπλή αρωγή της πολιτείας ενισχύει υλικά και συμβολικά τους πληγέντες – ο δικός πόνος τους έγινε και δικός μας. Οι εκκλησιαστικές τελετουργίες αποτέλεσαν μηχανισμούς συσπείρωσης, ψυχικής αλληλοστήριξης και επιβεβαίωσης του νοήματος της ζωής – οι ιώβειες δοκιμασίες χαλυβδώνουν την πίστη και ενισχύουν την ελπίδα. Μπορεί να φαίνεται ότι τα χάνουμε όλα, αλλά έχουμε το μείζον – τη χάρη του Θεού. «Μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (Απ. Παύλος, Προς Κορινθίους, Β΄, 6, 10). Οι ψυχολόγοι μιλούν για «αυτο-ενίσχυση» – τη θετική μεροληψία ότι θα τα καταφέρουμε.

Μείζονες καταστροφές λειτουργούν ως καταλύτες αναστοχασμού. Οι μεγα-πυρκαγιές των τελευταίων ετών θέτουν μετ’ επιτάσεως πλείστα θέματα: από την κλιματική αλλαγή μέχρι τη δασοπροστασία και τη δασοπυρόσβεση, τους δασικούς χάρτες, την αυθαίρετη δόμηση, τη λειτουργία του κράτους, και την ποιότητα του πολιτικού λόγου. Η συστημική ανθεκτικότητα απαιτεί την αποτελεσματική σύζευξη κεντρικής οργάνωσης και τοπικής αυτο-οργάνωσης. Το ενδεχόμενο να γίνουμε θύματα απροσδόκητων σφοδρών γεγονότων είναι μια υπόμνηση της ανθρώπινης τρωτότητας. Την επόμενη φορά που θα δούμε έναν πρόσφυγα ή έναν επαίτη να μας χτυπάει την πόρτα, καλό είναι να θυμόμαστε ότι, κάποτε, ίσως ήταν κι αυτός νοικοκύρης.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Μικρασιατική εκστρατεία: Μεγάλη εμπειρία, φτωχές γνώσεις

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

megali-empeiria-ftoches-gnoseis-561471190

To ελληνικό κράτος ουδέποτε ασχολήθηκε σοβαρά με την εκπόνηση συνεπούς αμυντικής πολιτικής. Ο στρατός του 19ου αιώνα ήταν ένας καχεκτικός και με πτωχή εκπαίδευση οργανισμός. Καθώς η πολεμική τέχνη με τη βοήθεια της τεχνολογίας εξελισσόταν σε περισσότερο επιστημονική βάση, η διοίκηση ενός στρατεύματος κατέστη πολύπλοκη, απαιτώντας τη μελέτη πλήθους παραμέτρων και τεχνικών ζητημάτων που έπρεπε να λυθούν. Προέκυψε συνεπώς για τις ανώτερες διοικήσεις η ανάγκη ειδικά καταρτισμένων στελεχών με ανώτερη εκπαίδευση σε θέματα τακτικής, οργάνωσης και διοίκησης. Ο Ελληνικός Στρατός επέδειξε και σε αυτόν τον τομέα μεγάλη καθυστέρηση.

Στη Γερμανία, από το 1801, ήδη, είχε ιδρυθεί στο Βερολίνο Ακαδημία Πολέμου (Kriegsakademie), όπου οι μελλοντικοί επιτελείς φοιτούσαν επί 3 έτη, ενώ μόλις το 1876 συνεστήθη στο Παρίσι Ανωτέρα Σχολή Πολέμου (Εcole Superieure de Guerre) 2ετούς κύκλου σπουδών. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έσπευσε από το 1845 να ιδρύσει Πολεμική Σχολή Γενικού Επιτελείου (Erkαn-ι Harbiye Mektebi) με 3ετές πρόγραμμα σπουδών, ενώ εξακολούθησε την εκπαίδευση επιτελών σε Γαλλία, Γερμανία.

Χαρακτηριστικά, το 1902 ο οθωμανικός στρατός διέθετε περίπου 550 αξιωματικούς αποφοίτους επιτελικών σχολών, σε σύγκριση με τους τέσσερις της Ελλάδας!

Ο πρώτος Ελληνας που είχε την ευκαιρία πλήρους επιτελικής μόρφωσης, ήταν ο ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Νικόλαος Τρικούπης το 1893, όταν εισήχθη στην Εcole Supérieure de Guerre, αφού προηγουμένως επί 4ετία είχε εκπαιδευθεί σε γαλλικές μονάδες και σχολές. Η περίπτωση του συγκεκριμένου ήταν μοναδική, καθώς μόλις είχε αποφοιτήσει από το Στρατιωτικό Σχολείο Ευελπίδων και η ιδιαίτερη εύνοια της υπηρεσίας οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν ανιψιός του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη.

Ο ελληνο-οθωμανικός Πόλεμος του 1897 απέδειξε την πλήρη ανεπάρκεια του Ελληνικού Στρατού σε όλους τους τομείς, ωθώντας τον αρχιστράτηγο Διάδοχο Κωνσταντίνο –που με οδυνηρό τρόπο διαπίστωσε τη χαοτική κατάσταση στο Στρατηγείο– να ζητήσει από τον Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄ την άδεια προς φοίτηση Ελλήνων αξιωματικών στην Kriegsakademie. Πράγματι, το 1899 μετέβησαν στην ακαδημία οι ανθυπολοχαγοί Μηχανικού Ιπποκράτης Παπαβασιλείου, Ιωάννης Μεταξάς, Ξενοφών Στρατηγός, οι οποίοι αποφοιτώντας το 1902, υπηρέτησαν για έξι μήνες σε μονάδες Πεζικού του γερμανικού στρατού. Η αποστολή αξιωματικών σε πολεμικές ακαδημίες συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια και μετά το 1912 –οπότε η κυβέρνηση Βενιζέλου προσκάλεσε τη Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή– άρχισε η φοίτηση σε μεγαλύτερους αριθμούς στην Εcole Supérieure de Guerre.

megali-empeiria-ftoches-gnoseis0
Το στρατηγείο του Γ΄ Σώµατος Στρατού στο Παζαρτζίκ.

Το περιορισμένο και πολύτιμο αυτό ανθρώπινο δυναμικό για το στράτευμα παρασύρθηκε στη δίνη του Διχασμού που ξέσπασε στη χώρα το 1915. Εκτιμάται ότι έως το 1921, ο Ελληνικός Στρατός διέθετε έναν πυρήνα 30 αξιωματικών πλήρως εκπαιδευμένων σε Γαλλία και Γερμανία, ενώ άλλοι 20 είχαν παρακολουθήσει το 1914 σχετικά μαθήματα ετησίου κύκλου στην Ελλάδα, που οργάνωσε η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή. Επικεντρώνοντας στους 30 εκπαιδευθέντες στο εξωτερικό, 10 βενιζελικοί παραιτήθηκαν μετά τις εκλογές του 1920, ενώ ήδη άλλοι τέσσερις είχαν αποστρατευθεί (λ.χ. Α. Γρίβας, Ι. Μεταξάς) και ένας (Α. Βενετσανόπουλος) είχε μεταταχθεί στο Οικονομικό, ώστε λίγο πριν από την έναρξη κρισίμων επιχειρήσεων να έχει απομείνει διαθέσιμο το ήμισυ αυτών. Νέες διαρροές όμως σημειώθηκαν, καθώς ο Ξ. Στρατηγός πολιτεύθηκε και ο Ι. Παπαβασιλείου τοποθετήθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στη Ρώμη. Παράλληλα, ο Μ. Πάσσαρης ανέλαβε καθήκοντα επιτελάρχη στη Στρατιά Θράκης, ενώ ο Δ. Σκαρπαλέζος στην Επιτελική Υπηρεσία στην Αθήνα, η οποία ουδεμία εμπλοκή είχε στις επιχειρήσεις. Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ε. Μπακιρτζής με την επιστροφή του από το Παρίσι δεν αξιοποιήθηκε κατάλληλα, τοποθετούμενος απλά ως διοικητής πυροβολαρχίας. Ακόμα και οι Ν. Τρικούπης, Γ. Βαλέττας αναλαμβάνοντας διοικητές μεραρχιών, μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν εμπλέκοντο σε επιτελικό έργο, ωφέλιμο στις επιχειρήσεις.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων Γυμνασίου (σχολικό έτος 2021-22)

https://www.esos.gr/arthra/74422/odigies-gia-ti-didaskalia-mathimaton-gymnasioy


Λήψη αρχείου


Λήψη αρχείου


Λήψη αρχείου

 

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση