Αρχείο ετικέτας Γιώργος Μαρκόπουλος

Σημειώσεις – Γιώργος Μαρκόπουλος “Οι παλιοί εαυτοί μου”

Γιώργος Μαρκοπουλος “Οι παλιοί εαυτοί μου”

Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;
Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,
των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
πού πήγαν, πού χάθηκαν;

Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.

Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους
κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.
                     Μαρκόπουλος Γιώργος, Κρυφός κυνηγός, Κέδρος, 2010 

Η συλλογή Κρυφός Κυνηγός του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι η τελευταία ποιητική του συλλογή. Ίσως η πιο βαρύθυμη καθώς σε αρκετά της ποιήματα καταγράφεται μια ιδιαίτερα σοβαρή περιπέτεια της υγείας του και ταυτόχρονα όλη η μελαγχολία που φέρνει το κατώφλι των γηρατειών και της αντίπερα όχθης που διαγράφεται..jpg Είναι αλήθεια ότι η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου ως την Ιστορία του Ξένου και της Λυπημένης είχε κλείσει την εξωστρέφειά της (η κοινωνική ματιά επίσης επιβιώνει στη συνέχεια αν και σποραδικά και δύσκολα) που, αν εξαιρέσει κανείς τις δυο πρώτες συλλογές, αντισταθμίζονταν από μελαγχολικά εσωτερικά τοπία, πάντοτε έντονα βιωματικά. Στον Κρυφό Κυνηγό το βίωμα ενός επικείμενου θανάτου είναι κυρίαρχο λόγω της ασθένειας και αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε πικρές αναδρομές στο παρελθόν και αναστοχασμούς της ζωής που έζησε – και αυτής που δεν έζησε. Σχετικά μικρότερα ποιήματα σε σύγκριση με τις επικές συνθέσεις του παρελθόντος που δεν φοβήθηκαν τον πλατειασμό και την ανεξέλεγκτη πεζολογία και ρητορεία, λιτότητα, χαμηλοί ελεγειακοί τόνοι, αμεσότητα στο λόγο (αυτό δεν άλλαξε από τις πρώτες συλλογές), βιωματικότητα, Ο τίτλος πάλι Κρυφός Κυνηγός συνήθως ερμηνεύεται με βάση τη δεδομένη αγάπη του ποιητή για το ποδόσφαιρο ως τον παίχτη του κέντρου που βγαίνει ξαφνικά σεντερ φορ και σκοράρει – εδώ ο θάνατος που ξαφνικά βγαίνει και σκοράρει (ευτυχώς μόνο στην ποίηση, ο Γιώργος το ξεπέρασε από όσο ξέρω). Εμένα μου θυμίζει πάντως τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Μιχάλη Γκανά και τον πατέρα που Θυμάται κυνηγετικές σκηνές // με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα, // πριν γίνει θήραμα κι ὁ ίδιος // στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού, // που τον παραμονεύει αθέατος  // αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο // πότε μια λάμψη κάνης, // πότε μια κίνηση στις κουμαριές // κι ἡ μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του. // Ξέρει καλά ότι κρατάει   / μακρύκανο παλιό μπροστογεμές // γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο. Όταν αποφασίσει να τού ρίξει // δε θα προλάβει πάλι να τον δει // πίσω απ’ το σύννεφο τής ντουφεκιάς του.

Συλλογές

  • Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα 1968
  • Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Αθήνα 1973, εκδόσεις Κούρος
  • Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα 1976, εκδόσεις Κέδρος
  • Οι πυροτεχνουργοί, Αθήνα 1979, εκδόσεις Εγνατία/Τραμ
  • Ποιήματα 1968-1976, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1980
  • Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα 1987, εκδόσεις Υάκινθος
  • Ποιήματα 1969-1987, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1992
  • Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα 1994
  • Μη σκεπάζεις το ποτάμι, Αθήνα 1998, εκδόσεις Κέδρος.
  • Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα 2010, εκδόσεις Κέδρος.

Giorgos Markopoulos 2014Ο τίτλος ξεκάθαρος: «Οι παλιοί εαυτοί». Και έτσι το ποίημα ξεκινά με το ερώτημα για τους παλιούς εαυτούς του ποιητικού υποκειμένου, πού να χάθηκαν άραγε στην πρώτη ενότητα, μεσολαβεί η μελαγχολική απάντηση του όγδοου στίχου αυτόνομη, μετέωρη ανάμεσα στο πριν και το καταθλιπτικό τώρα της τρίτης ενότητας (στίχοι 9-12). Λόγος ευθύς, λιτός και απέριττος, παρατακτική σύνδεση με συχνό το ασύνδετο σχήμα, έντονη πεζολογία χωρίς λυρικές εξάρσεις, με ελεγχόμενη ωστόσο και προσεγμένη δραματικότητα. Η πρώτη ενότητα εισάγεται και κλείνει με τον ίδιο σχεδόν στίχο Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν; – στον τελευταίο το όλοι δεν υπάρχει γιατί προηγήθηκαν ήδη όλοι. Το (δραματικό και έντονο) διπλό ερώτημα λειτουργεί ως φυσική συνέχεια του τίτλου και έτσι δεν απαιτείται να επαναληφθεί το υποκείμενο (οι παλιοί εαυτοί). Άλλωστε απαριθμούνται παρακάτω, ξεκινώντας από τον πιο χαρακτηριστικό και αυτόν που θεωρεί το ποιητικό υποκείμενο ως κυρίαρχο εαυτό (Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο) από την παιδική ηλικία: το παιδί, αεικίνητο και άτακτο, έπειτα η εφηβεία με τον έρωτα και τις πληγές του, το στρατιωτικό (με τρία επίθετα εδώ: ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος) και τέλος ακόμα και των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη (θεωρώ ότι εδώ, αν κρίνουμε από το επίθετο φλογερός, παραπέμπει τόσο σε αγώνες με πορείες αλλά και στους ατέλειωτες βόλτες με φίλους, συζητήσεις και διαφωνίες με πεζοπορίες χιλιομέτρων). Και η ενότητα κλείνει ξανά με το ίδιο αρχικό ερώτημα που η δραματικότητά του ενισχύεται με την επανάληψή του. Ένα ολόκληρο σύνολο από φάσεις της ζωής που απαριθμούνται με άξονα τα επίθετα που τις χαρακτηρίζουν ήσυχο (δεν καθόταν), (του έρωτα ο έφηβος) ο πληγωμένος, ο ατίθασος (του στρατού) ο σκληρός ο ατρόμητος, ο φλογερός οδοιπόρος και πάνω από όλα να προηγείται αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,

Και καταλήγουν στην τελική, ποιητική μεν καταθλιπτική δε, απάντηση στο ερώτημα: Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε. Όλοι οι εαυτοί τυλίγονται σε έναν άνεμο, χάθηκαν σαν αέρας. Σαν κάτι αόρατο, περίπου άυλο να τους τύλιξε και να τους εξαφάνισε. Μαγικά σχεδόν τους φύσηξε και τους τύλιξε.

Το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει στην τρίτη ενότητα στον τελευταίο εαυτό που δεν έχει πια τίποτα από τα υψηλά ή δυναμικά χαρακτηριστικά των άλλων, των παλιότερων. Ο τρέχον εαυτός δεν είναι παρά Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία. Μοναξιά και αϋπνία τα χαρακτηριστικά του, και τα δύο συνδυαστικά να φωτογραφίζουν την τρίτη ηλικία, τον τελευταίο πια εαυτό. Που όμως (προσέχουμε στις φράσεις ορίστε, να τος, την αποστροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον αναγνώστη) ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους δημιουργεί στιγμιαία τις προσδοκίες για έναν εαυτό που να θυμίζει εκείνον τον φλογερό οδοιπόρο. Πάλι στον δρόμο όμως αλίμονο κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες. Υλικά φτηνά, καθημερινά, του νοικοκυριού (οι σόμπες μάλλον ηλεκτρικά σώματα). Η άδηλη σύγκριση ανάμεσα στον εαυτό φλογερό οδοιπόρο και στον τωρινό με τα ψώνια στα χέρια προσπαθώντας να καταπολεμήσει την αϋπνία με μοναχικές βόλτες εισάγει ένα επιπλέον στοιχείο δραματικότητας πέρα από την ίδια την πεζή και καταθλιπτική εικόνα του τελευταίου αυτού εαυτού. Στοιχείο που γίνεται ακόμα πιο έντονο αν το συγκρίνουμε με τον πρωταρχικό, κυρίαρχο εαυτό από όσους πια χάθηκαν: Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο.

Σημειώσεις – Γιώργος Μαρκόπουλος «Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι»

Γιώργος Μαρκόπουλος «Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι»

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.

Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί
ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός, γεγονότα συνέβησαν…
Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πώς πέθανε κι ο πατέρας.

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια.

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε.
(Από τη συλλογή Οι πυροτεχνουργοί, 1979)

Αν δεν έχει ζήσει κανείς σε φτωχογειτονιά το 60 και το 70  μέσα στα τουρκόσπιτα με τους μεροκαματιάρηδες να παλεύουν να χτίσουν ένα σπίτι δίπλα στο ερείπιο που ζούσαν ή να σηκώσουν τον δεύτερο όροφο, άλλοτε νόμιμα άλλοτε αυθαίρετα, απογεύματα και γιορτές και σχόλες, όποτε έβρισκαν χρόνο και χρήματα για υλικά και όποτε μπορούσε να βοηθήσει και κανένας φίλος, δεν θα καταλάβει ποτέ το βάρος που κουβαλάει το ποίημα. Θα προσπαθήσω να πω δυο πράγματαIMG 20220508 163935

Η ποίηση του ΓΜ είναι από την αρχή ως το τέλος βιωματική. Το βίωμα ιδίως στις πρώτες συλλογές είναι αβάσταχτο, επώδυνο, γίνεται ποίημα άμεσα σαν γέννα. Έχει τις αστοχίες του έτσι καλλιτεχνικά αλλά από την άλλη έχει φοβερή λιτότητα και αμεσότητα και βρίσκει με αξιοσημείωτη ευστοχία τον στόχο του, Και γενικά ο ΓΜ είναι πάντα λιτός, ακόμα και σε ποιήματα ποταμός (έχει δυο τρία, η “Ζιγκουάλα Αθήνα”, “Βράδυ βαθύ να μπαίνεις στον Περαία”, “Ωδή στον παίχτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου”). Το ποίημα αυτό δεν είναι η εξαίρεση φυσικά 

Ποιητικές συλλογές. Με εξαίρεση τις επιλογές του (Ποιήματα), την τελευταία και οριακά την προτελευταία όλες εξαντλημένες,  Μετά τους Πυροτεχνουργούς περνά σε πιο εσωτερικά τοπία και η κοινωνική όραση χάνει την έντασή της αλλά δεν εξαφανίζεται.

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα 1968
Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Αθήνα 1973, εκδόσεις Κούρος
Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα 1976, εκδόσεις Κέδρος
Οι πυροτεχνουργοί, Αθήνα 1979, εκδόσεις Εγνατία/Τραμ/Εστία
Ποιήματα 1968-1976, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1980
Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα 1987, εκδόσεις Υάκινθος
Ποιήματα 1969-1987, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1992
Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα 1994
Μη σκεπάζεις το ποτάμι, Αθήνα 1998, εκδόσεις Κέδρος.
Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα 2010, εκδόσεις Κέδρος.

Προσέχουμε τον τίτλο: εκτενής, σχεδόν αμήχανος. Πεζολογία και εντελώς αντιποιητικός. Αν ακολουθήσουμε τα κενά που αφήνει ο ποιητής στην έκδοση του ποιήματος (έχω την τρίτη έκδοση του 82) το ποίημα ακολουθεί διαίρεση 2-4-1-1 Πρωτοπρόσωπο, ο Μαρκόπουλος δεν έχει πολλά πολλά ποιητικά τερτίπια. Βίωμα ίσον πρώτο πρόσωπο και η γραφή χωρίς φτιασίδια. Δυο επίθετα όλα κι όλα (η μετοχή χορταριασμένο και το ταπεινή στον τελευταίο στίχο). Λεξιλόγιο καθημερινό, κάπου λαϊκό (όταν περιγράφει το μισοτελειωμένο σπίτι) καθόλου εξεζητημένες λέξεις. Λόγος χτισμένος με παρατακτική σύνδεση ή ασύνδετο σχήμα. Ελάχιστες δευτερεύουσες προτάσεις, οι απολύτως απαραίτητες.

Ήδη ο πρώτος στίχος συνοψίζει δραματικά όλη την προσπάθεια του πατέρα: έφαγε μια ζωή. Και μπορεί το ρήμα να είναι μια καθημερινή έκφραση, μια μεταφορά που δηλώνει την δυσανάλογα υψηλή δαπάνη χρόνου για ένα κάποιο αποτέλεσμα. Εδώ όμως έχει ιδιαίτερο βάρος: μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι Ο δεύτερος στίχος επεξηγεί το πώς: Απογεύματα Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο. Ώρες και μέρες που θα έπρεπε να ξεκουράζεται μετά τη δουλειά, ώρες και μέρες χωρίς απλές, καθημερινές απολαύσεις, με στερήσεις σε ένα κουζινάκι (πρώτα έφτιαχναν υποτυπωδώς την κουζίνα για να υπάρχει μια παροχή νερού και ένας χώρος που να μην είσαι συνέχεια έξω σε ανοιχτό χώρο, μερικές φορές τραβούσαν και ρεύμα από το σπίτι δίπλα με μια μπαλαντέζα). Να στερείται την οικογένειά του, τη γυναίκα του, τους φίλους του. Δεν είναι τυχαίο βέβαια που η οικογένεια δε φαίνεται πουθενά. Και όλα αυτά μάταια, όπως φανερώνουν οι στίχοι 3-4. Όταν πέθανε, μας αφηγείται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής άφησε  … ένα χορταριασμένο στρατί // ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια… Όλη αυτή η προσπάθεια, όλες οι θυσίες του πατέρα κατέληξαν μερικοί τοίχοι από τούβλα και τίποτα περισσότερο. Και έμειναν έτσι (αυτό υποδηλώνει το χρόνια με τα αποσιωπητικά)

 Στη δεύτερη ενότητα βλέπουμε τα χρόνια που περνάνε και τις αλλαγές που συμβαίνουν: Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός, γεγονότα συνέβησαν… Άλλαξαν και τα πράγματα στην οικογένεια και στην κοινωνία (προσέχουμε εδώ ξανά τα αποσιωπητικά ), έφυγαν τα δύο αδέλφια όσο ζούσε ακόμη ο πατέρας, χάθηκαν μεταξύ τους, έμαθαν αλλού τον θάνατό του: Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πώς πέθανε κι ο πατέρας. Το σπίτι δε φτιάχτηκε και έμεινε ερείπιο, ο στόχος που ήταν να μείνει ενωμένη η οικογένεια στην ίδια στέγη (γι’ αυτό έφτιαχναν και δεύτερο όροφο ή άλλο σπίτι) δεν υλοποιήθηκε. Αλλάξαν οι καιροί…

Στον Γιώργο Μαρκόπουλο η λυρική αιχμή του τέλους σε ένα έντονα πεζολογικό ποίημα με συχνά αντιποιητικό λεξιλόγιο δεν είναι ασυνήθιστη. Ούτε όμως και ο δραματικός χαρακτήρας που μπορεί αυτή να έχει είτε αυτόνομα είτε συνδυαστικά με το σύνολο του ποιήματος.  Οι δύο τελευταίοι στίχοι της δεύτερης ενότητας αυτονομούνται (και οπτικά στο ποίημα) με το κενό που αφήνει ο ποιητής ανάμεσά τους και ανάμεσα στο υπόλοιπο ποίημα. Εδώ ο αφηγητής στρέφεται προς την αγαπημένη του και ζητά να εξηγήσει Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια Και λογικά ο υποψιασμένος αναγνώστης που έχει αποκωδικοποιήσει το ποίημα ξέρει την απάντηση του τελευταίου στίχου Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε. Όλη την ταπεινή αυτή θαλπωρή της αγάπης της γυναίκας, της οικογένειας που στερήθηκε ο πατέρας, αυτή την αγάπη και τη θαλπωρή επιθυμεί να ζήσει ο ήρωας, φοβάται μήπως φύγει από τη ζωή αφήνοντας κι αυτός μισοτελειωμένα σπίτια, στόχους που τελικά αποδεικνύονται ανούσιοι ή ανέφικτοι ή ξεπερνιούνται αλλά έχουν προλάβει να μας φάνε τη ζωή. Όλος ο λυρισμός που κουβαλάει ο προτελευταίος στίχος με την ερωτική ατμόσφαιρα που τον διαπερνά, παίρνει έναν δραματικό τόνο στον τελευταίο στίχο ο οποίος συνοψίζει τις στερήσεις του πατέρα, την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε.