Τα μήλα των Εσπερίδων

Φιλολογικά. Για το σχολείο και όχι μόνο.

Τα μήλα των Εσπερίδων

Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ᾿ έναν μικρόψυχο καιρό; Νέοι της Σιδώνος, 400 μ.Χ.

2 Φεβρουαρίου 2014 από Τσαλουχίδης Παντελής
· 3 Σχόλια · Νεοελληνική Λογοτεχνία

Ίσως να έχει γίνει πια κλισέ. Γενιές ποιητών επαναλαμβάνουν τη διάσημη αυτή φράση του Χέλντερλιν που την πρωτογνώρισα ως motto στα Ημερολόγια Καταστρώματος του Γ.Σεφέρη. Σε κάποιους ακούγεται κωμικό ή μελοδραματικό, σε άλλους – λιγότερους – διατηρεί τη βαρύθυμη αρχική του διάθεση. Υπάρχουν άλλωστε ποιητές και ποιητές καθώς επίσης και διαφορετικοί καιροί. Αλλά το ερώτημα δε χάνει τη δυναμική του. Έχουν θέση οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς, δηλαδή σε εποχές που περισσεύει ο φθόνος και η μνησικακία; Σε εποχές με μικρή ψυχή: φτηνή, πρόστυχη και κακόγουστη, όπως ακριβώς στην περιγραφή του Κ.Καρυωτάκη στο ποίημα «Εις Ανδρέαν Κάλβον»:
Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχὴν ἔχουν αἱ μᾶζαι,
ἰδιοτελῆ καρδίαν,
καὶ παρειὰν ἀναίσθητον
εἰς τοὺς κολάφους.
Ο Κάλβος μου έχει γίνει από παλιά μια επίμονη ιδέα που επανέρχεται κάθε φορά που η η οικονομική εξαθλίωση του τόπου γίνεται αφορμή να ανοίξει ο κεκονιαμένος τάφος των οικονομικών του δημοσίου και να αποκαλύπτονται γυμνοί σκελετοί με τα ίχνη των τυμβωρύχων ολόγυρα.  Άνθρωποι σαν τον Κάλβο ανιδιοτελείς, λίγο ρομαντικοί, ποιητές και καρμπονάροι, τι δουλειά να έχουν στο ρωμέηκο που προέκυψε μετά την επανάσταση και κρατά απαράλλαχτο και χειρότερο ακόμη ως τα σήμερα;

3333

Λίγες είναι οι στιγμές που θα χωρούσε ο Κάλβος σε τούτον τον τόπο. Όπως δε χώρεσε και ο Σολωμός· τον κάναμε εθνικό ποιητή και (νομίζουμε ότι) ξεμπερδέψαμε μαζί του. Λίγοι οι καιροί που δεν μολύνονται από την ιδιοτέλεια της «κατάπτυστης ψυχής» των μαζών. Λίγοι και οι ποιητές που εξόριστοι στον αιώνα τους θα περιγράψουν τις μέρες του λοιμού: τον Κάλβο θυμάται ο Καρυωτάκης όταν αντικρίζει γύρω του τους «ήρωες» των ντάνσιγκ και των καφενείων – και πού να ζούσε σήμερα τι θα έβλεπε… Και από την άλλη στον Καβάφη ειρωνικά ακούγεται η δικαίωση του έργου του Αισχύλου από ένα παιδί ζωηρό,/ φανατικό για γράμματα, καθώς αυτή γίνεται σε βάρος του αγώνα του στον Μαραθώνα. Να μην ξεχνάμε όμως τόπο και χρόνο: Νέοι της Σιδώνος, 400 μ.Χ

Από τον Κάλβο στον Καβάφη και σε ένα ποίημα που ευτύχησε να αποκτήσει άξιο απόγονο, το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη Νέοι της Σιδώνος, 1970. Προς το παρόν θα επιμείνω στους καβαφικούς Σιδώνιους νέους με τη μελαγχολική παρατήρηση ότι οι αντίστοιχοι σημερινοί ευκατάστατοι νέοι ούτε την παιδεία των καβαφικών νέων διαθέτουν ούτε τον (επιδερμικό έστω και ανέξοδο) κοινωνικό προβληματισμό εκείνων στο ποίημα του Μ.Αναγνωστάκη.

Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ
[
δημιουργία: 1920 / έκδοση: 1920]

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·
κ’ είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Pιανός.
Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει -»
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε·

«A δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες.
Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τι Aγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις
μ ό ν ο  που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Aρταφέρνη.»

Οι «Νέοι της Σιδώνος» ανήκουν προφανώς στα ποιήματα που, φαινομενικά τουλάχιστον, δε βασάνισαν ιδιαίτερα τον ποιητή καθώς το ποίημα γράφτηκε και παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά, το 1920. Και όμως πρόκειται για ένα ιδιαίτερα καλοδουλεμένο ποίημα στο οποίο δεν περισσεύει λέξη και που – για ακόμα μια φορά – αφήνει οριστικά αναποφάσιστο τον υποψιασμένο αναγνώστη για τις προθέσεις του ποιητή. Πρόκειται άραγε για μια διακήρυξη της βιοθεωρίας του ποιητή; Dioecesis_Orientis_400_ADΉ μήπως ο ποιητής κατασκευάζει άλλο ένα προσωπείο μόνο και μόνο για να αποστασιοποιηθεί ειρωνικά από αυτό; Και τα δυο; Τότε πόσο από τη μια πλευρά και πόσο από την άλλη; Εξίσου ή γέρνει άραγε η ζυγαριά και προς τα πού; Τελικά στην ποίηση του Καβάφη οι ερωτήσεις πολλές φορές αξίζουν περισσότερο από τις απαντήσεις.

Στην εξελληνισμένη Σιδώνα λοιπόν, τέσσερις αιώνες μετά την εμφάνιση του χριστιανισμού, πέντε νέοι διασκεδάζουν με τον παραδοσιακό, από την ομηρική ήδη εποχή, τρόπο των Ελλήνων αριστοκρατών: την απαγγελία ποιημάτων. Βέβαια, η εικόνα αυτή μοιάζει πλέον παράξενη καθώς ο ελληνικός κόσμος, όπως τουλάχιστον τον ξέρουμε από τους αρχαϊκούς χρόνους  έως και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, έχει αρχίσει να καταρρέει. Ο Θεοδόσιος (διόλου μέγας όπως και να τον δει κανείς) έχει ήδη κλείσει τους ειδωλολατρικούς ναούς από το 384 έως 391 μ.Χ και όταν πεθαίνει, το 395 μ.Χ, κληροδοτεί την αυτοκρατορία στους δύο γιους του: στον Αρκάδιο, το ανατολικό τμήμα και στον Ονώριο το δυτικό. Στη Δύση το ρωμαϊκό κράτος δέχεται την κάθοδο των βαρβάρων και σταδιακά οδηγείται στη διάλυση. Βέβαια, και το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος πλήρωσε φόρο αίματος στους Βησιγότθους του Αλάριχου και κυρίως η Ελλάδα έως και την Πελοπόννησο (395-397 μ.Χ). the_barbarian_invasions__c__ad_300___c__550Οι αρχαίοι ναοί λεηλατούνται και τα έργα τέχνης καταστρέφονται συστηματικά. Είναι κυριολεκτικά η ταφόπλακα του αρχαίου κόσμου και πολιτισμού στις χώρες της παλιάς Ελλάδας. Την ίδια περίοδο οι Ούννοι εισβάλλουν στη Θράκη και φτάνουν σχεδόν έξω από την Αντιόχεια. Μια εποχή ιδιαίτερα ταραγμένη, ουσιαστικά ορόσημο για την έναρξη του μεσαιωνικού κόσμου· και ίσως αυτό ακριβώς το μεταίχμιο των δυο κόσμων, αρχαίου και μεσαιωνικού, να έλκει τον Καβάφη.

Σίγουρα πάντως η συγκεκριμένη χρονολογία, 400 μ.Χ, δεν αφήνει αδιάφορο τον ποιητή εφόσον εμφανίζεται, μετά από το συγκεκριμένο, σε άλλα δυο ποιήματα: Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.X.) [1923/1923] και Τέμεθος, Αντιοχεύς· 400 μ.X. [;/1925] με το πρώτο να διαδραματίζεται επίσης στη Σιδώνα ενώ το δεύτερο βορειότερα στην Αντιόχεια. Να κρατήσουμε δυο παρατηρήσεις: πρώτη ότι και τα δυο είναι ερωτικά ποιήματα, στίχοιτης ηδονής της εκλεκτής, που πηαίνει / προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη. Και δεύτερη ότι σχετίζονται με ποιητές οι οποίοι γράφουν για ένα κοινό μυημένων (που εκτιμά τέτοια ποίηση) λίαν ευτόλμους στίχους και πάντοτε στα κρυφά ή με προσωπείο – ας διαβάζουν Εμονίδην οι ανίδεοι Αντιοχείς. Φανερά πια ο κόσμος που θα επέτρεπε και θα επικροτούσε τέτοιους στίχους έχει δραματικά περιοριστεί και έχει χάσει την ισχύ του· οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες είναι κυρίαρχοι στην κοινωνία και πολιτική.

David_Roberts_Sidon_from_the_North_525Από την άλλη ωστόσο τα πολιτιστικά επιτεύγματα του αρχαίου κόσμου δεν έχουν εξαφανιστεί. Η Μικρά Ασία, η Φοινίκη και η Αίγυπτος δεν έχουν υποστεί ακόμη τα δεινά της Δύσης ή του ελλαδικού χώρου. Το μεγαλύτερο μέρος των αρχαίων κειμένων επιβιώνει ακόμη και θα χαθεί μέσα στις περσικές επιδρομές και την αραβική κατάκτηση που θα τις ακολουθήσει. Ο Μελέαγρος, ο Κριναγόρας και ο Ριανός, ελάχιστα γνωστοί σε μας πέρα από την Παλατινή Ανθολογία, είναι αναγνωρίσιμοι από τους νέους που διασκεδάζουν. Φυσικά δεν τίθεται θέμα για τον Αισχύλο που ανήκει σε τελείως διαφορετική κλάση· αλλά χωρά άραγε ο Αισχύλος στο ελαφρύ τούτο συμπόσιο-φιλολογική βραδιά;

Ουσιαστικά ολόκληρο το ποίημα συντίθεται από δυο συμμετρικές ενότητες των δεκατριών στίχων η καθεμιά. Στην πρώτη ενότητα ο χώρος, τα πρόσωπα και η απαγγελία του ηθοποιού· στη δεύτερη ο μονόλογος του φανατικού για γράμματα νέου. Τριχοτομημένη σε αντίστοιχες στροφές/υποενότητες η πρώτη ενότητα, ενιαία (φαινομενικά) σε μια εκτεταμένη στροφή η δεύτερη που περιέχει τον νοηματικό πυρήνα του ποιήματος. Στην πρώτη τον λόγο έχει ο τριτοπρόσωπος αφηγητής και σχολιαστής συνάμα, ενώ τη δεύτερη μονοπωλεί ο ζωηρός εραστής της τέχνης με την πρωτοπρόσωπη και κάπως αναιδή ρητορεία του. Portrait of Cavafry IIΤο παράδοξο της πρώτης ενότητας βρίσκεται ωστόσο στην τριπλή διαίρεσή της: η αφήγηση της πρώτης υποενότητας συνεχίζεται στην τρίτη, με τη δεύτερη, την περιγραφή χώρου και προσώπων, να παρεμβάλλεται σαν ξεχασμένη παρένθεση ανάμεσά τους. Πράγματι, η πρώτη στροφή εισάγει τον αναγνώστη κατευθείαν στο κεντρικό γεγονός της υπόθεσης του ποιήματος, την ανάγνωση από τον ηθοποιό των εκλεκτών επιγραμμάτων. Ήδη γίνονται εξαρχής γνωστά ότι ο ηθοποιός αναλαμβάνει να διασκεδάσει κάποιους – προφανώς τους νέους του τίτλου στη Σιδώνα το 400 μ.Χ – όπως και ότι η ανάγνωση των επιγραμμάτων ήταν μέρος μόνο του προγράμματός του.

Πρόκειται για μια μάλλον εκλεπτυσμένη (ενδεχομένως και δαπανηρή) διασκέδαση που όμως σε κάθε περίπτωση δείχνει να παραμένει ελαφριά και χαλαρή. Αυτήν ακριβώς την εικόνα της χαλαρότητας και της τρυφηλής ζωής τονίζει η περιγραφή της δεύτερης στροφής. Εκεί βρίσκεται και η σκοπιμότητα της παρουσίας της στο μέσον της αφήγησης: η εικόνα της αίθουσας πάνω από τον κήπο και τα αρώματα του κήπου ανακατεμένα με τα αρώματα των πέντε νέων, η οπτική και η οσφρητική εικόνα, υπογραμμίζουν ό,τι είχαμε ήδη υποψιαστεί ως τώρα. Πλούσιοι, μορφωμένοι και αβροδίαιτοι οι νέοι του ποιήματος ετοιμάζονται για μια βραδιά τέχνης χωρίς – κατά τα φαινόμενα – ιδιαίτερο προβληματισμό ή βαθιά νοήματα και αναζητήσεις. Να υπογραμμίσουμε τα αρώματα που θυμίζουν στον συστηματικό αναγνώστη του Καβάφη τα ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής. (Παραπέμπω στην Ανεμόσκαλα του ΚΕΓ και στον συμφραστικό πίνακα λέξεων για τον Καβάφη για περαιτέρω αναζητήσεις – υπάρχει πια ένα ισχυρό εργαλείο για πολλές και ποικίλες αναγνώσεις του καβαφικού έργου). Η λανθάνουσα ηδυπάθεια από τα αρώματα του κήπου και των νέων ενισχύει την παραπάνω εικόνα. arcadius br1-vertΜάστορας ο Καβάφης στο να σκηνοθετεί χώρους και πρόσωπα χωρίς άμεσες ερωτικές αναφορές αλλά με διάχυτη ερωτική ατμόσφαιρα όπως λ.χ στο Αλεξανδρινοί Βασιλείς ή στον Καισαρίωνα.

Εφόσον προηγήθηκαν η περίσταση, ο χώρος και τα πρόσωπα, η τρίτη υποενότητα προχωρά στο ίδιο το επεισόδιο. Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός. Με τη χρήση της παθητικής φωνής (διαβάστηκαν) το βάρος πέφτει στην πράξη της ανάγνωσης που μπαίνει πια στον κέντρο του ενδιαφέροντος. Αλλά και το ίδιο το ρήμα έχει ενδιαφέρον εφόσον οι Μελέαγρος, Κριναγόρας και Ριανός δεν απαγγέλλονται αλλά διαβάζονται. Θα μπορούσε κανείς, έχοντας αρκετό δίκιο, να αντιτείνει ότι ο ποιητής αποφεύγει έτσι την τριπλή χρήση του ρήματος «απαγγέλλω»  που υπάρχει ήδη στους στίχους 2 και 8, καθώς και ότι το «διαβάζω» και το «απαγγέλλω» εδώ λειτουργούν σχεδόν ως συνώνυμα. Ίσως να είναι έτσι αλλά από την άλλη ο Καβάφης «στριμώχνει» τους τρεις ποιητές σε μόλις ένα στίχο χωρίς άλλο σχόλιο πλην της αναφοράς των ονομάτων τους. Πιθανόν το «διαβάστηκαν», μαζί με την εν τάχει αναφορά των ποιητών που προηγούνται του αισχύλειου επιγράμματος, να θέτει διακριτικά ενώπιον του αναγνώστη τον πρώτο και πλέον αδύναμο όρο σύγκρισης. Όσο για τους τρεις ποιητές μπορεί κανείς να βρει κάποια παραπάνω στοιχεία εδώ.

Βαραίνει ωστόσο η ατμόσφαιρα με τον Αισχύλο που με τα αδέκαστα σταθμά του χρόνου ζυγίζει πολύ περισσότερο και από τους τρεις προηγούμενους ποιητές μαζί. Ήδη το «Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει -» ακούγεται σαν βροντή στον αίθριο ουρανό της ανέφελης ποιητικής βραδιάς. Ένα επίγραμμα γραμμένο κατά την παράδοση από τον ίδιο τον Αισχύλο (πιθανότατα ωστόσο της ελληνιστικής εποχής). Ειρωνεία της τύχης: μας παραδίδεται στους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου (14,6), συμπόσιο λογίων και πάλι στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. Ο Γιάννης Δάλλας  (Καβάφης και Ιστορία, σελ. 94-98) προσέχει κάτι που έχει διαφύγει από όλους σχεδόν τους σχολιαστές του ποιήματος:  πηγή για την αφόρμηση του ποιήματος (συμπόσιο, πλούτος, χαλαρή διάθεση, η σύγκριση ανάμεσα στην πολεμική δράση και το καλλιτεχνικό έργο) είναι το συγκεκριμένο έργο του Αθήναιου και ιδιαίτερα το σημείο όπου πρώτα ο Αλκαίος και έπειτα ο Αρχίλοχος ελέγχονται για την πρόκριση από μέρους τους της πολεμικής δράσης  έναντι του καλλιτεχνικού έργου· τρίτος έρχεται ο Αισχύλος και το επίγραμμά του

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ᾽ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Η μεταφορά του σκηνικού και της σύγκρισης από τη Ρώμη του 200 μ.Χ στη Σιδώνα του 400 μ.Χ προφανώς έχει τη σκοπιμότητά της για τον Καβάφη. Αντιγράφω από τον Γ. Δάλλα (οπ.π): Ο Καβάφης αυτόματα κινητοποιεί την τεχνική του, της αναδημιουργίας. Μας μεταφέρει πέρα από τη Ρώμη του Αθηναίου με τα σοφολογιότατα γερόντια του, στη Σίδωνα με τα νεαρά παιδιά της — μια από τις τελευταίες νησίδες του ελληνισμού. Προτιμά τα υστερόγραφα της ιστορίας· και αυτός είναι ο λόγος, πού στη σκηνοθεσία του συμποσίου του αγνοεί δυο ανερχόμενες δυνάμεις: του χριστιανισμού στα επίκεντρα και των βαρβάρων στον ορίζοντα του 400 μΧ. Και στη σκηνοθεσία αυτή παρεμβάλλει ανάγλυφες μες από την αντιστοιχία των εποχών και συνάμα συνοψισμένες τις απόψεις μιας προσωπικής καλλιτεχνικής αγωγής.

Έχει πάντως τις ευθύνες του και ο ηθοποιός για την αντίδραση του νέου. Ο Καβάφης φροντίζει να τις αποδώσει με τους σε παρένθεση στίχους 10 και 11 : (τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον / το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»)aisxylos και είμαι σίγουρος ότι την παρένθεση που λειτουργεί σαν μια δήθεν δευτερεύουσα παρατήρηση όπως και το υπέρ το δέον τα ευχαριστιέται πολύ καθώς κλείνει ταυτόχρονα το μάτι στον αναγνώστη. Σα να του λέει: «Κοίτα, δεν έβαλε άδικα τις φωνές το παιδί το ζωηρό, το φανατικό για γράμματα. Έβαλε το χέρι του και ο ηθοποιός. Πού η ευδόκιμος αλκή και πού το Μαραθώνιον άλσος στη Σιδώνα εδώ, 900 χρόνια μετά τη μεγάλη μάχη; Πώς θα το έλεγε ο Φιλέλλην ηγεμονίσκος; Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες, / τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά / πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα». Σε κάθε περίπτωση υπέρ το δέον και ας μην είναι πια και Φράατα ή Ζάγρος η Σιδώνα».

Και ακολουθεί η απάντηση στην «πρόκληση» που συνιστά το επίγραμμα. Σε ευθύ λόγο φυσικά για να δοθεί με ακρίβεια και χωρίς απώλειες η συναισθηματική θερμοκρασία. Ιδιαίτερη σημασία έχει η άμεση και γρήγορη αντίδραση (πετάχθηκε, ευθύς) του νέου· ενός παιδιού ζωηρού (και πάλι το θέμα της κίνησης) και φανατικού (το θέμα του πάθους) για γράμματα.  Υπ’ όψιν επίσης ότι δε γνωρίζουμε τίποτα άλλο για την ταυτότητα του νέου αυτού, ούτε καν αν ανήκει στους πέντε αρωματισμένους νέους. Να είναι άραγε ένας από αυτούς, ο κορυφαίος του χορού που αναλαμβάνει να απαντήσει εκ μέρους των στις αξίες που προβάλλει το επίγραμμα – τόσο μακρινές στους νέους της Σιδώνας στα 400 μ.Χ; Δε φαίνεται να απασχολούν τέτοια ερωτήματα τον ποιητή. Το ήθος, ο χαρακτήρας του νέου και το σύστημα αξιών του τον ενδιαφέρουν, τα άλλα μένουν εικασίες του αναγνώστη.

Από άποψη οργάνωσης λόγου η αγόρευση του νέου διαιρείται σε τρία μέρη – υποενότητες. 1) Τη ρητά και απερίφραστα διατυπωμένη αρνητική αξιολόγηση των ιδεών που προβάλλει το αισχύλειο επίγραμμα (στ. 14-15), 2) τα όσα πρέπει (έπρεπε καλύτερα) να πράττει ο ποιητής (στ 16-19) και 3) τα όσα έπρεπε να αποφύγει (στ. 20-26). Είναι χαρακτηριστικό ότι η δεύτερη ενότητα ακολουθεί ακριβώς την οργάνωση της πρώτης όχι μόνο στον συνολικό αριθμό στίχων αλλά και στις τρεις και πάλι υποενότητες που έχουν ίδιο αριθμό στίχων η καθεμιά με τις αντίστοιχες της πρώτης: δύο, τέσσερις και εφτά. Μόνη διαφορά, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, είναι ότι οι υποενότητες της δεύτερης ενότητας βρίσκονται μέσα στην μία και μοναδική στροφή ενώ στην πρώτη ενότητα η διαίρεση των υποενοτήτων σε στροφές κάνει τη διάκρισή τους εναργέστερη.

Οι πρώτοι δυο στίχοι της δεύτερης ενότητας καταγράφουν την αρνητική αξιολόγηση του επιγράμματος από τον νεαρό. Ο τόνος μάλλον κοφτός και απότομος, με τελεία στο τέλος κάθε στίχου. Ο δεύτερος στίχος επεκτείνει και προσπαθεί, ως ένα βαθμό, να αιτιολογήσει τον πρώτο στίχο (μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες). Εντυπωσιακή η κυριαρχία του πρώτου προσώπου που ξεκινά από τον πρώτο στίχο (A δεν μ’ αρέσει) και φτάνει με κορύφωση ως τον πέμπτο (Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ) με το λεκτικό ρήμα κηρύττω στον τρίτο στίχο να ακούγεται, μέσα από τις παύλες που το φωτίζουν, σαν διακήρυξη των πιστεύω του νέου – ας αφήσουμε κατά μέρος τον ποιητή προς το παρόν. Ένα προσωπικό μανιφέστο αλλά πόσο υπερφίαλο και εγωιστικό… Μόνο τα πρωτοπρόσωπα ρήματα που προαναφέρθηκαν αρκούν για να πειστούμε ότι ο νεαρός υπερβαίνει τα εσκαμμένα, με χαρακτηριστικότερο όλων το απαιτώ. Επιπλέον οι προστακτικές και οι προτρεπτικές υποτακτικές δίνουν και παίρνουν: Δώσε, θυμήσου, Κι όχι…να βγάλεις, να βάλεις. Ο νέος δεν επιχειρηματολογεί αλλά ρητορεύει ξεκάθαρα .

marathonasΧτισμένη πάνω στα τρία αυτά συστατικά (προπετής χρήση του πρώτου προσώπου, προστακτικές και προτρεπτικές υποτακτικές, λεκτικό ρήμα υψηλής έντασης που μας εισάγει στη βιοθεωρία του νέου) η ρητορεία του φανατικού για γράμματα παιδιού έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις προθέσεις και τις στοχεύσεις της. Πριν όμως φτάσουμε εκεί ας κρατήσουμε κατά νου ότι η ποιητική ρητορική στην καβαφική ποίηση, όταν δεν εξυπηρετεί εξόφθαλμα διδακτικούς στόχους, γίνεται όχημα της καβαφικής ειρωνείας, λεκτικής ή/και δραματικής. Και ότι εδώ τα σημάδια μιας πιθανής ειρωνικής ανάγνωσης, ξεκινώντας ήδη από την σκηνοθεσία και τα σχόλια του αφηγητή, πληθαίνουν θεαματικά στη δεύτερη αυτή ενότητα.

Ήδη αναφερθήκαμε στους πρώτους δυο στίχους· να συμπληρώσουμε εδώ τον όρο «λιποψυχίες» που και μετριασμένος ακόμη από το «κάπως σαν» ακούγεται βαρύς για κάποιον που δεν «λιποψύχησε» ούτε στον Μαραθώνα ούτε στη Σαλαμίνα. Προφανώς ο όρος έχει τη σημασία του στο στόμα του νεαρού που λιποψυχία θεωρεί το ότι ο Μαραθωνποιητής δεν κάνει λόγο στο επιτύμβιο επίγραμμά του για το έργο του· από την άλλη δε μπορούμε παρά να σκεφτούμε και το ειρωνικό παιγνίδι του ποιητή με σύγκρουση που προκύπτει ανάμεσα στην κυριολεκτική χρήση του όρου (δειλία στη μάχη) και στην πιο μεταφορική (απαξίωση του καλλιτεχνικού έργου σε σύγκριση με την πολεμική αρετή).

Η πρόταση – καλύτερα: η διακήρυξη του νέου – ακολουθεί στους επόμενους τρεις συν έναν στίχους. Οι τρεις (16-18) τονίζουν εμφατικά τη σπουδαιότητα του καλλιτεχνικού έργου (δυο φορές η λέξη «έργο» στους δυο πρώτους στίχους, διόλου ασήμαντη η επανάληψη) του κάθε τεχνίτη, τέτοια που να απορροφά κάθε δύναμη και μέριμνα του καλλιτέχνη τόσο στη ζωή όσο και στην ώρα της δοκιμασίας αλλά ακόμη και στο κατώφλι των γηρατειών, επί γήραος ουδώ όταν η ώρα σου πια γέρνει . Μπορούμε κάλλιστα να θυμηθούμε εδώ τη «Σατραπεία» και το κόστος που πληρώνει ο καλλιτέχνης για να εξασφαλίσει τη ζωή του (παραπέμπω στη σχετική ανάρτηση όπου φαίνονται ξεκάθαρα και οι θέσεις του ποιητή). Δε μπορεί παρά να ακούγεται η φωνή του Καβάφη μέσα από τα λόγια αυτά. Το πρόβλημα είναι αλλού: ποιος τα λέει και κυρίως πώς τα λέει. Ακριβώς αυτόν τον προβληματισμό μας υπενθυμίζει ο τέταρτος στίχος της συγκεκριμένης υποενότητας, ο στίχος 19: Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ. Όπως και να’χει το περιμένω και πολύ περισσότερο το απαιτώ δύσκολα θα τα απηύθυνε ο Καβάφης στον Αισχύλο. Ένα παιδί όμως φανατικό για γράμματα και στη Σιδώνα του 400 μ.Χ; Μάλλον έχει λιγότερους περιορισμούς. Πολλαπλά χρήσιμη λοιπόν η υπερβολική παρρησία του νέου που δε μοιάζει να είναι μ ό ν ο μια ακόμη ηθοποιία του Καβάφη. Ας μείνει ωστόσο αυτό για το τέλος της ανάρτησης.

Στους τελευταίους επτά στίχους ο νέος ανεβάζει περισσότερο τον ρητορικό του τόνο: από τη μια το μεγαλόστομο εγκώμιο των τραγωδιών του Αισχύλου και από την άλλη μ ό ν ο οι τάξεις των στρατιωτών που αντιστάθηκαν στον Δάτι και τον Αρταφέρνη – σωρός στα μάτια του νεαρού. Πιθανόν το μ ό ν ο , επίτηδες γραμμένο με αραιά γράμματα, άρα υπερτονισμένο, να προσπαθεί μάλλον ανεπιτυχώς να μετριάσει την αρνητική – κατά τον νεαρό – σύγκριση ανάμεσα στο έργο του ποιητή και τη ζωή του, με την έννοια του ναι μεν αλλά. Δηλαδή ναι μεν αξιόλογη η συμμετοχή του στη μάχη αλλά όχι και το σημαντικότερο έργο της ζωής του. Από την άλλη όμως μπορεί και να οξύνει τη σύγκριση, αν διαβαστεί αποκλειστικά ως ειρωνεία. PersesΑμφίσημη σε κάθε περίπτωση η διατύπωση, ξεκάθαρη όμως η εικόνα του νεαρού: τόσα ξέρει, τόσα συγκρίνει θα έλεγε κανείς – αλλά  ο ποιητής; Γιατί επιλέγει ένα τόσο «ενοχλητικό» προσωπείο; Προφανώς έχει πάρει τις αποστάσεις του όπως φανερώνει ο τίτλος και η σκηνοθεσία του ποιήματος  αλλά και πάλι ο νεαρός δείχνει σε κάθε περίπτωση υπερβολικός. Λαμπρός ο Λόγος της Τραγωδίας (κεφαλαία ο Λόγος και η Τραγωδία, να διαβάζονται όπως ακριβώς προφέρονται, με υπερβολικό τονισμό). Και έπειτα Αγαμέμνονας, Κασσάνδρα, Ορέστης, Προμηθέας, Επτά επί Θήβας: θριαμβική απαρίθμηση ηρώων του αισχύλειου έργου για να κατέβει υποτιμητικά αμέσως μετά στο «μ ό ν ο» και στο «σωρό». Βέβαια ο προσεχτικός αναγνώστης θα δει ότι από τους ήρωες λείπει το φάντασμα του Δαρείου και ο ηττημένος Ξέρξης από τους Πέρσες του Αισχύλου. Τυχαία άραγε η παράλειψη; Προφανώς όχι, γιατί οι «Πέρσες», ανάμεσα στα άλλα, επαινούν ακριβώς αυτό που πασχίζει να υποβαθμίσει ο νεαρός. Τι θα απαντούσε άραγε ο Αισχύλος; Κάτι τέτοιο, λέει ο Σεφέρης (οι υπογραμμίσεις δικές μου):
«Νεαρέ μου επίγονε, εκτιμώ πολύ τους λογίους που αντιπροσωπεύεις· και τους επιγραμματοποιούς που σας διασκεδάζουν δεν τους περιφρονώ. Τι σημαίνει αν η ποίησή τους είναι διαφορετική από τη δική μου· κρατούν ζωντανή τη γλώσα μου. Τι σημαίνει αν ο Μελέαγρος δανείζεται τα λόγια που έβαλα στο στόμα του Δαναού μου, για να διώξει το κουνούπι που τσιμπά το κορίτσι του (Παλ. Ανθ., V, 151) —δόξα κι αυτό για μένα. Το επιτύμβιό μου ανάμεσα στους στίχους αυτού του Σύρου παιδικού, που τον απατούσαν οι Εβραίοι (Παλ. Ανθ., V, 160), εκείνου του Κριναγόρα, του αυλικού της Οκταβίας, ή εκείνου του άλλου, του Ριανού, της γλυκομύριστης μαντζουράνας (Παλ. Ανθ., IV, 1) —μα γιατί όχι; Το σπουδαίο είναι ότι, ύστερ’ από χίλια χρόνια, ο ηθοποιός λέει ακόμη το “Αισχύλον Ευφορίωνος…”.

     »Με συγκινεί κατάκαρδα η φροντίδα σας. Χωρίς εσάς ποιος ξέρει σε τι αξύπνητες μνήμες θα είχε ταφεί η ποίησή μου· και τα ελεεινά χειρόγραφά μας ποιος ξέρει τι λαχανικά θα είχαν λιπάνει… Σεις τα seferis-1καλλιγραφήσατε, σεις τα ταχτοποιήσατε με ψιλοδασείες για να τα προφέρουν σωστά οι μέλλουσες γενιές. Τους αρματώσατε ένα γερό καράβι για να περάσουν τους αιώνες. Ένα καράβι! τι λέω; τους φτιάξατε το ίδιο το πέλαγος. Απλώσατε τη γλώσσα μας σε εκτάσεις που θα ήταν αδύνατο να υποψιαστούμε εμείς οι Σαλαμινομάχοι με τις μικρές μας τις βαρκούλες. Συζητάτε το επιτύμβιο μου στη Σιδώνα, στα 400 μ.Χ. —αυτό μονάχα; Την ελληνική λαλιά, ώς μέσα στη Βακτριανή την πήγατε, ώς τους Ινδούς (ρνβ´). Είμαι γεμάτος αγαλλίαση μπροστά σε τέτοια θαύματα.
     »Όμως ξεχνάς, είναι φυσικό, λίγες λεπτομέρειες. Είπες πως πολέμησα μες στο “σωρό”. Όχι, νεαρέ μου επίγονε· πολέμησα μαζί με ελεύθερους ανθρώπους, σαν εμένα· με τους ίσους μου· μ’ αυτούς που μάθαιναν και παίζαν τα χορικά μου, κι όλοι μαζί πιστεύαμε στις τραγωδίες μου. Ήμουν μαζί τους και ήταν μαζί μου· ένα πράγμα. Πολέμησα με την τραγωδία μου· για να μπορούμε να γράφουμε δράματα και να τα παρασταίνουμε όπως τα θέλαμε. Δεν πολέμησα τον Δάτη και τον Αρταφέρνη· δεν αισθανόμουν μίσος για τους δυστυχισμένους αυτούς βαρβάρους που δεν είχαν καθόλου τον τρόπο να καταλάβουν πώς δούλευε το μυαλό μας· τους συμπονούσα· ξέχασες, σκόπιμα ίσως, τους Πέρσες μου στην απαρίθμησή σου. Πολέμησα για τον εαυτό μας· το ίδιο έκανα όταν έγραφα.

     »Εμείς είχαμε την πόλη· και τα ξυλένια τείχη ακόμη λογάριαζαν· είχαν μια δύναμη μαγική. Σεις έχετε πρωτεύουσες και τον ξέσκεπο κόσμο. Οι ορίζοντές μας ήταν στενοί μπροστά στους δικούς σας· αλλά ποιος ξέρει πόσο μεγάλους ορίζοντες μπορεί να σηκώσει ο νους του ανθρώπου και από ποιο πλάτος πέφτει στην υπνοβασία. Τα τείχη μας έγιναν σκόνη μέσα στον ανθρώπινο πολτό όπου ζείτε· όμως είναι φοβερή η απομόνωσή σας —η καλαμιά στον κάμπο. Χτίσατε το “Μουσείο”, το μεγάλο μοναστήρι, το πολύτιμο αυτό δεσμωτήριο· και ο Κριναγόρας σας αφιερώνει στίχους σε μια οδοντογλυφίδα (Παλ. Ανθ., VI, 345) —μεγάλοι ορίζοντες. “Των στρατιωτών οι τάξεις” καθώς λες, που βγαίναν από τις περιορισμένες πολιτείες μας, ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που απαγγέλναν και άκουγαν, όλοι μαζί, τις Ραψωδίες, τα χορικά μου, και τις Ιστορίες ακόμη του Ηροδότου.»

AisxylosΠαρέθεσα την «απάντηση» του Αισχύλου κατά τον Σεφέρη για να φανεί η καλύτερη, πιστεύω, προσέγγιση στο ποίημα μέσα από αυτό το σχόλιο. Όντως οι νέοι της Σιδώνας αδυνατούν να συλλάβουν την έννοια του πολίτη σε ανεξάρτητη πόλη κράτος. Ούτε η αίσθηση της ελευθερίας είναι ίδια, ούτε το σύστημα αξιών, ούτε φυσικά η συλλογικότητα υπάρχει πλέον. Τι θα έγραφε άραγε η επιτύμβια στήλη του Περικλή; Απαντά ο Ι.Θ.Κακριδής: Αν βρίσκαμε σήμερα την επιτύμβια στήλη του Περικλή, είναι βέβαιο ότι θα έγρα­φε, όπως και τόσων άλλων Αθηναίων: Περικλής Ξανθίππου Χολαργεύς. Το όνομα του, το όνομα του πατέρα του και του δήμου του. Όλα τα λοιπά (τίτλοι: στρατηγός, πολιτικός κτλ.) είναι απλές συνέπειες της προσωπικότητας του. Δεν προσθέτουν, θολώνουν. Δεν προβάλλουν, σκοτίζουν: Δεν ελευθερώνουν. Για τέτοιους ανθρώπους η ιδιότητα του πολίτη και του οπλίτη είναι αυτές που καθορίζουν την ταυτότητα του ατόμου, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μάχη της αξίας του Μαραθώνα. Καμία σχέση όλα αυτά με το 400 μ.Χ και τους αρωματισμένους νέους, για τους οποίους η τέχνη είναι το παν. Αλλά καιρός να δούμε και τον Καβάφη πίσω από το προσωπείο.

Δε χρειάζεται να τονίσουμε πόσο εκτιμά ο Καβάφης το έργο του και τι αξία του αποδίδει. Όπως προαναφέρθηκε, στην ανάρτηση για την Σατραπεία παρατίθενται τρία χαρακτηριστικά σημειώματα του ποιητή που φανερώνουν ότι το ποιητικό του έργο είναι το επίκεντρο της ζωής του, καθώς τοποθετείται πάνω ακόμα και από την ερωτική απόλαυση. Προφανώς  ο ποιητής ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τους στίχους
Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Όμως γνωρίζει αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει ο νεαρός από τη Σιδώνα: ότι χωρίς ελευθερία το καλλιτεχνικό έργο δύσκολα γεννιέται και ανθίζει. Έχει άλλωστε και ο ίδιος πληρώσει το τίμημα, την σατραπεία της άνεσης που του κοστίζει την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία και την αναγνώριση – που θα μπορούσε να έχει πολύ νωρίτερα και μεγαλύτερηKavafis. Η λύση του προσωπείου του ασυγκράτητου φιλότεχνου νέου είναι μια καλή λύση: από τη μια η ιδέα της απόλυτης κυριαρχίας της Τέχνης περνά στον αναγνώστη (που διακρίνει εύκολα και τον ποιητή πίσω από το προσωπείο) από την άλλη η μονοδιάστατη και υπερβολική προβολή της Τέχνης από τον νεαρό, καθώς και η μεγαλοστομία και η προπέτειά του μπορούν να αποδοθούν άνετα στο περιβάλλον και την εποχή που ζει, καθώς και στην ηλικία και το πάθος του για γράμματα. Όπως προαναφέρθηκε, το προσωπείο έχει πολύ λιγότερους περιορισμούς από τον ποιητή στο πώς και με ποια ένταση θα εκφράσει τις απόψεις του. Και ταυτόχρονα αφήνει στον ποιητή τη δυνατότητα να μείνει ειρωνικά (ως προς το νεαρό) ουδέτερος. Σα να μας λέει «Σωστά, κι εγώ πιστεύω ότι το καλλιτεχνικό έργο είναι το παν για εμάς τους φανατικούς για γράμματα αλλά για κοιτάξτε και αυτόν που το κηρύττει. Σιδώνα, 400 μ.Χ, συμπόσιο πάνω σε κήπο και αρώματα…μήπως τελικά και ο Αισχύλος έχει τα δίκια του; Μήπως τελικά και η δράση, ο αγώνας για τη ελευθερία και τα ιδανικά της πόλης μπορούν να σταθούν ισάξια και πιο πάνω ακόμη από τα ποιήματα και τις τραγωδίες;»  Δεν περιμένουμε φυσικά απάντηση διότι δεν υπάρχει απάντηση. Η ζυγαριά ισορροπεί απόλυτα ακίνητη.  Ίσως γιατί έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα από τις ερωτήσεις, οι όποιες απαντήσεις άλλα δεν έχουν να σε δώσουν πια.

Ευχαριστίες στους γνωστούς μύστες των καβαφικών μυστηρίων που μου έδωσαν την έμπνευση και κάμποσο υλικό για να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο ποίημα. Ναι, σαν τον Ιουλιανό και τον Πηγάσιο, όντως. Αρκούν πια χειρονομίες και αόρατα διαδικτυακά νοήματα για να συνεννοηθούμε. Όσοι έχετε facebook και την έχετε λίγο την καβαφική λόξα περάστε από εδώ να γίνουμε περισσότεροι: http://tinyurl.com/pnwfevw

Ο φάκελος του ποιήματος
https://app.box.com/s/ih4zwzmhqt662h4f7e0u
περιλαμβάνει τα παρακάτω άρθρα και αποσπάσματα μελετών

1. Anthony Dracopoulos, «The Rhetoric of Dilemma and Cavafean Ambiguity»
2. Edmund Keeley, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια. Eξέλιξη ενός μύθου
3. Γ.Σεφέρης, «Ακόμη λίγα για τον Αλεξανδρινό», 1962. Δοκιμές, Β΄. Ίκαρος, 1974
4. Γιάννης Δάλλας, Καβάφης και Ιστορία
5. Γιάννης Δάλλας, «Η πολυσημία του καβαφικού ποιήματος (Νέοι της Σιδώνας)» (περ. Ο Πολίτης, τ.55, σελ 70-81)
6. Γιώργος Π. Σαββίδης,  «Cavafy versus Aeschylus» (1984). Μικρά καβαφικά, Α΄, Ερμής, 1985
7. Ι.Α.Σαρεγιάννης, Σχόλια στον Καβάφη
8. Μαρία Αθανασοπούλου, «Σχόλιο στο Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ»
9. Νέοι της Σιδώνος 400μΧ – Απαγγελλία Μίμη Σουλιώτη (1992)
10. Ρένος & Στάντης & Ήρκος Αποστολίδης, Απαντα τα δημοσιευμένα ποιήματα
11. Σόνια Ιλίνσκαγια,  Κ.Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα
12. Τίμος Μαλάνος,  Ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης

Ετικέτες: ·

3 Σχόλια μέχρι τώρα ↓

  • margarita

    απλά εξαιρετικό άρθρο!!!!τι να πω για τη φράση:ο κεκονιαμένος τάφος των οικονομικών του δημοσίου;;;;!!!!άψογη και εύστοχη!χαιρομαι να διαβάζω καβαφιστές!

  • Τσαλουχίδης Παντελής

    Ε, ναι, έτσι είναι Μαργαρίτα. Μαγείρευαν στατιστικές και πουλούσαν στον κοσμάκη φούμαρα για ισχυρή Ελλάδα. Και εμείς βαυκαλιζόμασταν με την ιδέα ότι «είμαστε Ευρωπαίοι» επειδή αντιγράψαμε με δανεικά λεφτά το γελοίο lifestyle του Κλικ και Νίτρο. Όλα αυτά τελείωσαν γρήγορα και φάνηκε πίσω από τα πολυτελή σκηνικά η παράγκα του Καραγκιόζη, διαχρονικό σύμβολο του ψευτορωμέηκου.

  • Μαργαρίτα

    Γύρισα πάλι εδώ… σε αυτό το ιστολόγιο που με βοηθά! Είμαστε άραγε ελεύθεροι να δημιουργούμε ή μήπως απλά μικρόψυχοι;

Αφήστε μια απάντηση

Top
...