Απονομή του μεταλλίου της Λεγεώνας της Τιμής στον Γεωργιάδη από τον συνταγματάρχη Χάρρυ Ώλντριτζ. Πηγή εικόνας karpathiaki.gr. Λεζάντα: Φ. Τομαή, Μνήμες Πολέμου, Επιχείρηση “Κιβωτός του Νώε”, σελ.112

 

Η ακόλουθη αφήγηση ανήκει στον Αλέξανδρο Γεωργιάδη (1898-1976), ο οποίος γεννήθηκε στην Κάρπαθο και μετανάστευσε στην Αμερική το 1916. Αφού πέρασε από διάφορες δουλειές, σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανολόγος στο Κάρνεγκι του Πίτσμπουργκ. Έχοντας πάρει την αμερικανική υπηκοότητα το 1940, κατατάχθηκε στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες (OSS) και στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδρασε ως πράκτορας κυρίως στον Έβρο. 

 

 

Η Αμερική της εποχής μου φάνταζε στους ξένους το ίδιο όπως και σήμερα. Ήταν ο παράδεισος του κάθε φτωχού κι απελπισμένου από την παρατεταμένη οικονομική δυσπραγία της Ευρώπης, νέου ή και μεσήλικα, που αναζητούσε μια καλύτερη τύχη για τον ίδιο και την οικογένειά του έχοντας διασχίσει μέσα σε άθλιες συνθήκες τον ωκεανό και περάσει τον ταπεινωτικό έλεγχο του Έλλις Άιλαντ. Χιλιάδες ψυχές, στριμωγμένες σαν σακιά στους υγρούς θαλάμους των προσωρινών διαμονητηρίων, περίμεναν στωικά στις ατέλειωτες ουρές για να ανοίξουν για έλεγχο το στόμα τους στους Αμερικανούς εξεταστές, να βήξουν για να φανεί ότι δεν πάσχουν από φυματίωση, την αρρώστια μάστιγα της εποχής που είχε αποδεκατίσει χιλιάδες Ευρωπαίους, κι από εκεί να ξεχυθούν στο εσωτερικό της νέας τους πατρίδας. Άλλοι γνώριζαν ήδη τον προορισμό τους, κάποιος συγγενής ή φίλος τους περίμενε ήδη, άλλοι όμως έδειχναν ολότελα χαμένοι μη γνωρίζοντας τίποτα, ούτε καν στοιχειωδώς τη γλώσσα για να συνεννοηθούν. Μία πραγματική Βαβέλ ανθρώπων κάθε προέλευσης με μόνο κοινό τη θρησκεία, καθώς οι περισσότεροι ήσαν Καθολικοί. Οι Ορθόδοξοι ήμασταν μειοψηφία, αλλά ενωμένοι μεταξύ μας, κι αυτό φαινόταν στην Κυριακάτικη λειτουργία όταν μαζευόμασταν στους ναούς για να ανταλλάξουμε πληροφορίες κάθε είδους με νέα από την πατρίδα, κυρίως όμως για δουλειά καθώς ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης στον Τύπο.Συνεχίστε την ανάγνωση

πηγή εικόνας: Καθημερινή (shutterstock)

 

Ο Σιγκεχίρο Οϊσι ξεκίνησε να μελετά την πολυσύνθετη και ταλαιπωρημένη έννοια της ευτυχίας ήδη ως φοιτητής Ψυχολογίας. Το 2015 και ενώ είχαν περάσει ήδη δύο δεκαετίες από τις πρώτες τους επιστημονικές αναζητήσεις, άρχιζε να συνειδητοποιεί ότι η ευτυχία δεν συνεπάγεται και σταθερότητα, όπως πίστευε έως τότε. Σταθερή δουλειά, σταθερό εισόδημα, σταθεροί φίλοι, σταθερός γάμος. Ναι, αλλά πού βρίσκονται η αλλαγή και η περιπέτεια;Συνεχίστε την ανάγνωση

Anne Vallayer-Coster (1744 – 1818), Νεκρή φύση με στρογγυλό μπουκάλι (πηγή: Βικιπαίδεια)

 

Ακολουθεί αληθινή ιστορία. Ο Νίκος ονειρευόταν να γίνει μάγειρας. Όχι ένας απλός μάγειρας. Σεφ με χρυσούς σκούφους, αστέρια Μισελέν, να έχει στην κουζίνα του όλα τα λαμπερά βραβεία της παγκόσμιας γαστρονομίας, να πρωταγωνιστεί στις λίστες με τα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου, να ταξιδεύουν από όλα τα μήκη και πλάτη της γης για να δοκιμάσουν τα πιάτα του.

Ήταν συνειδητοποιημένος από την αρχή. Δεν έδωσε Πανελλήνιες, γράφτηκε σε μια σχολή μαγειρικής στην Αθήνα, την τελείωσε αριστεύοντας –λίγα χέρια σαν κι αυτόν έχω δει στη σχολή, θυμάται ακόμα ο δάσκαλός του– και μόλις αποφοίτησε, με τις οικονομίες του αγόρασε ένα αεροπορικό εισιτήριο για το Λονδίνο για να περάσει δοκιμαστικό σε ένα από τα πιο γνωστά εστιατόρια της πόλης.Συνεχίστε την ανάγνωση

πηγή εικόνας: maxmag

 

«Εσύ τι θες να γίνεις;» Στα δεκαοκτώ μάς το ρωτάνε αυτό, τότε που δεν ξέρεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι. Ούτε στα τριάντα ξέρεις. Ούτε μετά. Ελλείψει φιλοσοφικής και λογοτεχνικής παιδείας, νομίζουμε πως ο άνθρωπος μένει ίδιος και απαράλλαχτος και πως μάλιστα στα δεκαοκτώ θα διαλέξει έναν εαυτό σαν ρούχο.

Στη Νομική Αθήνας γνώρισα αμέτρητους δυστυχισμένους φοιτητές που δεν ήθελαν να βρίσκονται εκεί. Τα μαθήματα τούς φαίνονταν μίζερα. Και πού να δεις τη δουλειά του δικηγόρου μετά! Αρκετοί από δαύτους δεν είχαν καμία όρεξη να κάνουν μια τέτοια δουλειά. Όλοι, όμως, υποτίθεται πως έπρεπε να κάνουν αυτή τη δουλειά. Οι Πανελλήνιες μεταφράζουν την οικονομική αναγκαιότητα σε «επιλογή», το ελληνικό πανεπιστήμιο –με την απίστευτη ρηχότητά του και τη γραφειοκρατική λογική– κάνει τη δουλειά ταυτότητα.Συνεχίστε την ανάγνωση

Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: lavart.gr

 

Ένας ακόμη τρόπος για να κερδίζει χρήματα ήταν οι δημόσιες αναγνώσεις. Ο Χανκ πίστευε πως η γραφή δεν είχε απολύτως ουδεμία σχέση με το να πηγαίνει κάνεις και να διαβάζει ποιήματά του δημοσίως. Θεωρούσε πως αυτό ήταν έκφραση ματαιοδοξίας, ήταν κάτι στημένο και δεν είχε καμία σχέση με την πράξη της ποιητικής δημιουργίας. Μπουκόφσκι: «Η πράξη της δημιουργίας έχει να κάνει με τη γραφή των ποιημάτων στη γραφομηχανή». Συνεπώς, έκανε δημόσιες αναγνώσεις μόνο και μόνο επειδή χρειαζόταν τα χρήματα και απεχθανόταν κάθε λεπτό αυτής διαδικασίας. Είπε στον Ουίλιαμ Τζ. Ρόμπσον και τη Τζόσετ Μπράισον: «Κατέληξα να γίνω αυτό που θα ονόμαζε κανείς απατεώνας λογοτέχνης. Τώρα κάνω πράγματα που παλαιότερα δεν θα μπορούσα να κάνω -ένα απ’ αυτά είναι να κάνω δημόσιες αναγνώσεις. Αυτό το πράγμα δεν μου αρέσει καθόλου». Συνεχίστε την ανάγνωση

Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: iefimerida.gr

 

Στο Post Office ο Μπουκόφσκι συνέχισε τη φόρμα που χρησιμοποιούσε στις στήλες του, εκείνη της αυτοβιογραφικής εξιστόρησης, χρησιμοποιώντας τις προσωπικές του εμπειρίες ως βάση της αφήγησης την οποία εξέλιξε σαν πικαρέσκο μυθιστόρημα: ήταν μια ιστορία δίχως αυστηρή δομή, δίχως την ανάπτυξη χαρακτήρων, δίχως εξέλιξη και δίχως κατακλείδα. Πρόκειται για την παλαιότερη φόρμα εξιστόρησης: τη χρησιμοποίησε ο Τσόσερ στο Canterbury Tales, ο Βοκάκιος στο Δεκαήμερον -που ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία του Μπουκόφσκι-, ο Ραμπελέ στο Gargantua and Pantagruel -το οποίο είναι βέβαιο πως άρεσε στο Μπουκόφσκι-, ο Σαντ, ο Σουίφτ και πολλοί άλλοι. Στην Ιαπωνία η βασική φόρμα της νουβέλας είναι το σισόσετσου ή αλλιώς «νουβέλα πρώτου προσώπου», η οποία είναι απολύτως αυτοβιογραφική, όμως περιέχει ορισμένα φανταστικά επεισόδια· δηλαδή ήταν ακριβώς η μέθοδος του Μπουκόφσκι την οποία ακολουθούσε ως επί το πλείστον στις νουβέλες: «Προσθέτω κάποια ελάχιστα φανταστικά στοιχεία, κάνω βελτιώσεις. Μπορεί σχεδόν καθετί να είναι βιωμένο αλλά δεν μπορώ να μην το τροποποιήσω ελαφρώς με κάτι που θα του δώσει περισσότερη ζωντάνια. Η ιδέα είναι η εξιστόρηση να μην περιστρέφεται γύρω από μένα». Ο Μπουκόφσκι δημιουργεί κάποια απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και στον αφηγητή δίνοντας στον πρωταγωνιστή το όνομα Χένρι Τσινάσκι, προσφέροντας στον εαυτό του ένα περιθώριο ελευθερίας όπου η φαντασία του μπορεί να ξετυλιχτεί αχαλίνωτη και τα πραγματικά γεγονότα μπορούν να τροποποιηθούν και να αλλάξουν προς όφελος της λογοτεχνίας ή για δικούς του λόγους. Μπουκόφσκι: «Ο Μπουκόφσκι όπως και να ’χει να διακρίνεται μέσα σ’ όλα. Καταλαβαίνεις, «έκανα αυτό». Ειδικά εάν αυτό που κάνεις είναι κάτι καλό ή σπουδαίο ή μοιάζει έστω σπουδαίο και φέρει το όνομά σου. Αυτό είναι υπερβολικό. Εάν όμως αυτό το κάνει ο Τσινάσκι, ίσως να μην το έχω κάνει εγώ, καταλαβαίνεις, πρόκειται για επινόηση». Συνεχίστε την ανάγνωση

Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899 – 1986). Πηγή: Ο αναγνώστης

 

Μπορχεσιανά θέματα

– Πότε, πού και γιατί εμφανίζεται το θέμα του λαβυρίνθου;

– Θυμάμαι ένα βιβλίο μέ μιά ἀναπαράσταση τῶν ἑπτά θαυμάτων τοῦ κόσμου. Μιά ἀπ’ αὐτές ἦταν ὁ λαβύρινθος τῆς Κρήτης. Ἕνα οἰκοδόμημα ποὺ ἔμοιαζε μέ ἀρένα ταυρομαχιῶν, μέ παράθυρα πολύ μικρά, θά ἔλεγα μέ χαραμάδες. Ἀπό μικρό παιδί σκεφτόμουν πώς ἄν εἶχα κοιτάξει παλιά αὐτό τό σχέδιο, μέ τή βοήθεια ἑνός φακοῦ, θά εἶχα καταφέρει νά δῶ τόν Μινώταυρο. Ἐξάλλου ὁ λαβύρινθος εἶναι ἕνα ἔκδηλο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς, καί ἡ περιπλοκή, ἡ ἔκπληξη απ’ ὅπου βγαίνει ἡ μεταφυσική κατά τόν Ἀριστοτέλη, ὑπῆρξε μιά ἀπ’ τίς πιό κοινές συγκινήσεις τῆς ζωῆς μου ὅπως καί τοῦ Τσέστερτον ποὺ εἶπε: «ὅλα περνοῦν, μένει ὅμως πάντοτε ἡ ἔκπληξη, προπάντων ἡ ἔκπληξη τῆς κάθε μέρας». Ἐγώ, γιά νά ἐκφράσω αὐτήν τήν περιπλοκή ποὺ μέ συνόδευσε σ’ ὅλη μου τή ζωή καί μ’ ἔκανε νά μή μπορῶ νά ἐξηγήσω τίς ἴδιες μου τίς πράξεις, διάλεξα τό σύμβολο τοῦ λαβυρίνθου ἤ μᾶλλον ὁ λαβύρινθος μοῦ ἐπιβλήθηκε, ἐπειδή ἡ ἔννοια ἑνός οἰκοδομήματος πού κατασκευάστηκε μέ σκοπό κάποιος νά χαθεῖ ἐκεῖ μέσα, εἶναι τό ἀναπόφευκτο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς. Πειραματίστηκα μέ διάφορες παραλλαγές πάνω σ’ αὐτό τό θέμα πού μέ ὁδήγησαν στόν Μινώταυρο καί σέ διηγήματα ὅπως τό Ἡ κατοικία τοῦ Ἀστερίονα. Ἀστερίονας εἶναι ἕνα ἀπό τά ὀνόματα τοῦ Μινώταυρου. Ἐπιπλέον τό θέμα τοῦ λαβυρίνθου ὑπάρχει μέ ἰδιαίτερο τρόπο στό διήγημα Ὁ θάνατος καί ἡ πυξίδα καί σέ ἀρκετά ποιήματα τῶν τελευταίων μου βιβλίων.Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο Ίταλο Καλβίνο (1923 – 1985) ήταν Ιταλός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα. (πηγή: Βικιπαίδεια)

 

Με πάγο; Ναί; Πάω μιά στιγμή στήν κουζίνα νά πάρω τόν πάγο. Κι ἀμέσως ἡ λέξη «πάγος» διαστέλλεται ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί σ’ ἐμένα καί μᾶς χωρίζει ἤ ἴσως μᾶς ἐνώνει, ὅπως μιά εὔθραυστη κρούστα ἐνώνει τίς δύο ὄχθες μιᾶς παγωμένης λίμνης. Ἄν ὑπάρχει κάτι πού ἀπεχθάνομαι, εἶναι νά ἑτοιμάζω τόν πάγο. Μ’ ἀναγκάζει νά διακόψω μιά συζήτηση πού μόλις ἄρχισε, στήν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή πού τή ρωτάω: θά πιεῖς λίγο οὐίσκι; κι ἐκείνη: εὐχαριστῶ, λέει, μιά σταλιά, κι ἐγώ: μέ πάγο; Καί ἤδη προχωρῶ πρός τήν κουζίνα ὅπως πηγαίνει κανείς ἐξορία, ἤδη μέ βλέπω νά παλεύω μέ τά παγάκια πού δέν ἐννοοῦν νά ξεκολλήσουν ἀπό τή θήκη τους. Μή χολοσκᾶς, λέω, εἶναι θέμα ἑνός λεπτοῦ, κι ἐγώ πίνω πάντα τό οὐίσκι μου μέ πάγο. Εἶναι ἀλήθεια, τό ντιντίνισμα τοῦ ποτηριοῦ μοῦ κάνει παρέα, μέ ἀπομονώνει ἀπό τήν ὀχλαγωγία στίς γιορτές μέ τόν πολύ κόσμο, μ’ ἐμποδίζει νά χαθῶ μέσα στόν κυματισμό τῶν φωνῶν καί τῶν ἤχων, αὐτόν τόν κυματισμό ἀπό τόν ὁποῖο ἐκείνη ἀποκόπηκε μόλις ἐμφανίστηκε γιά πρώτη φορά στό ὀπτικό μου πεδίο, στό ἀνεστραμμένο κιάλι τοῦ ποτηριοῦ μου μέ τό οὐίσκι: τά χρώματά της ἀναδύονταν μέσα ἀπό ἐκεῖνο τό διάδρομο ἀνάμεσα σέ δύο δωμάτια γεμάτα καπνό καί μουσική στή διαπασῶν, κι ἐγώ στεκόμουνα ἐκεῖ μέ τό ποτήρι μου χωρίς νά πηγαίνω οὔτε ἐδῶ οὔτε ἐκεῖ, κι ἐκείνη μέ ἔβλεπε ἐπίσης σέ μιά παραμορφωτική σκιά μέσα ἀπό τή διαφάνεια τοῦ γυαλιοῦ τοῦ πάγου τοῦ οὐίσκι, δέν ξέρω ἄν ἄκουγε ὅσα τῆς ἔλεγα, γιατί ἦταν ὅλη αὐτή ἡ χάβρα, ἤ ἴσως κιόλας νά μήν τῆς εἶχα μιλήσει, ἴσως εἶχα κουνήσει μόνο τό ποτήρι καί ὁ πάγος ταλαντεύτηκε καί ἔκανε ντλίν ντλίν ἐνῶ ἐκείνη ἔλεγε κάτι μέ τό κουδούνισμα τοῦ πάγου της πάνω στό γυαλί, βέβαια δέν μποροῦσα ἀκόμα νά φανταστῶ ὅτι θά ἐρχόταν τό ἴδιο αὐτό βράδι στό σπίτι μου. Ἀνοίγω τήν κατάψυξη, ὄχι, κλείνω τήν κατάψυξη, πρῶτα πρέπει νά βρῶ τό μπώλ γιά τά παγάκια. Κάνε ὑπομονή μιά στιγμή, ἐπιστρέφω ἀμέσως. Ἡ κατάψυξη εἶναι πολική σπηλιά ποὺ στάζει κρύσταλλα πάγου, μιά κρούστα πάγου ἔχει κολλήσει τή θήκη μέσα στήν κατάψυξη, τήν ξεκολλάω μέ μεγάλη προσπάθεια, οἱ ρόγες τῶν δακτύλων μου γίνονται ἄσπρες. Στό ἰγκλοῦ, ἡ Ἐσκιμώα νυφούλα περιμένει τόν κυνηγό τῆς φώκιας ποὺ ἔχει χαθεῖ σ᾿ ἕνα κομμάτι πάγου. Γιά νά ξεκολλήσουν τώρα τά παγάκια ἀπό τά τοιχώματα τῶν διαμερισμάτων τους, ἀρκεῖ μιά ἐλαφριά πίεση: κι ὅμως δέν γίνεται τίποτα, εἶναι ἕνας συμπαγής ὄγκος, ἀκόμα κι ἄν ἀναποδογυρίσω τή θήκη δέν πέφτει, τή βάζω κάτω ἀπό τή βρύση τοῦ νεροχύτη, ἀνοίγω τό ζεστό νερό, ἡ ὁρμή του τσιτσιρίζει στή λαμαρίνα τή σκεπασμένη μέ πάχνη, τά δάκτυλά μου γίνονται ἀπό ἄσπρα κόκκινα. Ἔβρεξα τό ἕνα μανίκι τοῦ πουκαμίσου μου, αὐτό εἶναι κάτι πολύ ἐνοχλητικό, ἄν ὑπάρχει κάτι ποὺ ἀπεχθάνομαι εἶναι νά αἰσθάνομαι κολλημένο στόν καρπό τοῦ χεριοῦ μου τό βρεγμένο πανί. Βάλε στό μεταξύ ἕνα δίσκο, ἐγώ ἔρχομαι ἀμέσως μέ τόν πάγο, μ᾿ ἀκούς; Δέν μέ ἀκούει ὅσο δέν κλείνω τή βρύση, ὑπάρχει πάντα κάτι ποὺ μᾶς ἐμποδίζει ν᾿ ἀκουγόμαστε καί νά βλεπόμαστε. Ἀκόμα καί σ᾿ ἐκεῖνο τό διάδρομο μιλοῦσε μέσα ἀπό τά μαλλιά ποὺ ἔκρυβαν τό μισό πρόσωπό της, μιλοῦσε στό χεῖλος τοῦ ποτηριοῦ κι ἐγώ ἔνιωθα τά δόντια της νά γελοῦν στό γυαλί, στόν πάγο, ἐνῶ ἐκείνη ἐπαναλάμβανε: πα-γε-τώ-νας; λές καί ἀπ᾿ ὅλη τήν κουβέντα ποὺ τῆς εἶχα κάνει ἔφτανε σ᾿ αὐτήν μονάχα τούτη ἡ λέξη, εἶχα κι ἐγώ τά μαλλιά μου πεσμένα μπροστά στά μάτια μου καί μιλοῦσα στόν πάγο ποὺ ἔλιωνε ἀργά. Χτυπῶ τή θήκη στήν ἄκρη τοῦ νεροχύτη, ξεκολλᾶ μονάχα ἕνα παγάκι, πέφτει ἔξω ἀπό τό νεροχύτη, θά κάνει μιά λιμνούλα στό πάτωμα, πρέπει νά τό μαζέψω, πῆγε καί χώθηκε κάτω ἀπό τόν μπουφέ, πρέπει νά σκύψω, ν᾿ ἀπλώσω τό χέρι μου ἐκεῖ κάτω, γλιστρᾶει μέσα ἀπό τά δάκτυλά μου, νά ἐπιτέλους ποὺ τό ἔπιασα, τό ρίχνω στό νεροχύτη, ξαναφέρνω τή θήκη ἀντεστραμμένη κάτω ἀπό τή βρύση. Ἤμουν ἐγώ αὐτός ποὺ μίλησε γιά τόν μεγάλο παγετῶνα ποὺ πρόκειται νά καλύψει πάλι τή γῆ, ὅλη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία δημιουργήθηκε σ᾿ αὐτό τό διάστημα ἀνάμεσα σέ δύο περιόδους παγετώνων ποὺ τώρα πιά τελειώνει, οἱ μουδιασμένες ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καταφέρνουν μέ δυσκολία νά φτάσουν μέχρι τό γήινο φλοιό ποὺ λάμπει ἀπό πάχνη, οἱ κόκκοι τοῦ κριθαριοῦ συσσωρεύουν τήν ἡλιακή ἰσχύ πρίν αὐτή ἐξανεμιστεῖ καί τήν ἀναπαράγουν στή ζύμωση τοῦ ἀλκοόλ, στό βάθος τοῦ ποτηριοῦ ὁ ἥλιος δίνει ἀκόμα τή μάχη του ἐνάντια στούς πάγους, στόν κυρτό ὁρίζοντα τοῦ Μαέλστρομ* ταξιδεύουν τά παγόβουνα. Ξαφνικά τρία τέσσερα παγάκια ξεκολλοῦν καί πέφτουν στό νεροχύτη, πρίν προφτάσω νά γυρίσω τή θήκη πέφτουν ὅλα μαζί σφυροκοπώντας τόν τοῖχο. Χώνω τά χέρια μου στό νεροχύτη γιά νά τ᾿ ἁρπάξω καί νά τά βάλω στό μπόλ, τώρα πιά δέν ξεχωρίζω τό παγάκι ποὺ εἶχε πέσει στό πάτωμα καί εἶχε βρωμίσει, εἶναι καλύτερα νά τά πλύνω ὅλα ἕνα πρός ἕνα, μέ τό ζεστό νερό, ὄχι, μέ τό κρύο, ἤδη λιώνουν, στό βάθος τοῦ μπόλ ἀρχίζει καί διαμορφώνεται μιά χιονοσκεπασμένη λιμνούλα. Στ᾿ ἀνοιχτά τῆς ἀρκτικῆς θάλασσας τά παγόβουνα δημιουργοῦν ἕνα ἄσπρο κέντημα κατά μῆκος τοῦ ρεύματος τοῦ κόλπου, ὕστερα τό ξεπερνοῦν, προχωροῦν πρός τούς τροπικούς σάν ἕνα κοπάδι γιγάντιων κύκνων, φθάνουν τό στόμιο τῶν λιμανιῶν, ἀνεβαίνουν στίς στροφές τῶν ποταμῶν, κι ἔτσι ψηλά ποῦ εἶναι σάν οὐρανοξύστες μπήγουν τά αἴχμηρά τους σπηρούνια στούς πραγματικούς οὐρανοξύστες γρατζουνίζοντας τούς τζαμένιους τοίχους. Ἡ σιωπή τῆς πολικῆς νύχτας διασχίζεται ἀπό τή βοή τῶν ρηγμάτων ποῦ ἀνοίγουν καταβροχθίζοντας ὁλόκληρες μητροπόλεις, καί ἀπό τόν ὑπόκωφο ἦχο τῶν χιονοστιβάδων ποῦ ἠρεμοῦν μαλακώνουν σβήνουν. Ποιός ξέρει τί κάνει ἐκείνη μέσα, τόσο σιωπηλή, δέν δίνει σημεῖα ζωῆς, μποροῦσε βέβαια νά ἔρθει νά μέ βοηθήσει, εὐλογημένο κορίτσι, οὔτε κάν ποῦ τῆς πέρασε ἀπό τό μυαλό νά μοῦ πεῖ: θέλεις νά σέ βοηθήσω; Εὐτυχῶς τέλειωσα, σκουπίζω τά χέρια μ’ αὐτή τήν πετσέτα τῆς κουζίνας, δέν θά ἤθελα ὅμως νά μοῦ μείνει ἡ μυρωδιά, καλύτερα νά ξαναπλύνω τά χέρια μου, τώρα ὅμως ποῦ θά σκουπιστῶ; Τό πρόβλημα εἶναι ἄν τούτη ἡ ἡλιακή ἐνέργεια ποῦ συσσωρεύτηκε στό γήινο φλοιό θά εἶναι ἀρκετή γιά νά διατηρήσει τή θερμοκρασία τῶν σωμάτων κατά τή διάρκεια τῆς προσεχοῦς ἐποχῆς τῶν παγετώνων, τήν ἡλιακή θερμοκρασία τοῦ ἀλκοόλ τοῦ ιγκλού τῆς Ἐσκιμώας νύφης. Νά, τώρα θά γυρίσω κοντά της καί θά μπορέσουμε νά πιοῦμε ἥσυχοι τό οὐίσκι μας. Βλέπεις τί ἔκανε τόση ὥρα σιωπηλή; Ἔχει βγάλει τά ροῦχα της, εἶναι γυμνή στόν δερμάτινο καναπέ. Θά ἤθελα νά προχωρήσω πρός τό μέρος της ἀλλά τό δωμάτιο ἔχει καταληφθεῖ ἀπό τούς πάγους· κρύσταλλα ἑνός ἐκτυφλωτικοῦ λευκοῦ ἔχουν μαζευτεῖ πάνω στό χαλί, πάνω στά ἔπιπλα· ἡμιδιαφανεῖς σταλακτίτες κρέμονται ἀπό τό ταβάνι, στερεοποιοῦνται σέ διάφανες κολόνες, ἀνάμεσα σ’ ἐμένα καί σ’ ἐκείνη ἔχει ὑψωθεῖ μιά συμπαγής κάθετη πλάκα, εἴμαστε δυό κορμιά φυλακισμένα μέσα στόν ὄγκο ἑνός παγόβουνου, καταφέρνουμε μετά βίας νά βλέπει ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέσα ἀπό ἕνα τεῖχος γεμάτο αἰχμηρά ἀγκάθια ποῦ λαμπυρίζουν στίς ἀκτῖνες ἑνός ἀπόμακρου ἥλιου. [1975]

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Χάρτης, τχ. 11 (Μάιος 1984), σ. 552-554 

Μετάφραση γιά τόν Χάρτη: Ἀνταῖος Χρυσοστομίδης

[διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη της αρχικής δημοσίευσης]

 

* Το Μαέλστρομ (maelstrom) ή αλλιώς Moskstraumen (ή Moskenstraumen) είναι ένα σύστημα παλιρροιακών δινών και στροβίλων, ένα από τα ισχυρότερα στον κόσμο, που σχηματίζεται στο αρχιπέλαγος Lofoten της Νορβηγίας.

Παγκόσμιος χάρτης από τον Battista Agnese, που δείχνει τον κόσμο όπως ήταν γνωστός το 1544. Στον χάρτη φαίνεται η διαδρομή που ακολούθησε ο Μαγγελάνος και, μετά τον θάνατό του, ο Ελκάνο. Επίσης, διακρίνεται η διαδρομή από το Κάντιθ της Ισπανίας στο Περού και το πέρασμα του Ισθμού του Παναμά. Αυτή ήταν η διαδρομή των πλοίων με τους θησαυρούς που μετέφεραν τεράστιες ποσότητες ασημιού από το Περού στην Ισπανία. (πηγή: Wikimedia Commons)

 

Ο Antonio Pigafetta, του οποίου η γέννηση τοποθετείται ανάμεσα στο 1480 και στο 1491 και ο θάνατος πιθανόν το 1534, ήταν Βενετός διανοούμενος, που γεννήθηκε στη Βιτσέντσα της σημερινής Ιταλίας. Είχε σπουδάσει αστρονομία, γεωγραφία και χαρτογραφία. Το 1519 συμμετείχε ως βοηθός του Μαγγελάνου στην ισπανική αποστολή που είχε ως σκοπό τη χαρτογράφηση ενός νέου δρόμου για τα Νησιά των Μπαχαρικών από τα δυτικά, αφού λόγω της συνθήκης της Τορδεσίγιας (El Tratado de Tordesillas, 7 Ιουνίου 1494) οι Ισπανοί δεν είχαν πρόσβαση στην ανατολική ζώνη του κόσμου. Ο Antonio Pigafetta ήταν ένας από τους 18 άνδρες (από τους περίπου 270) που πραγματοποίησαν ολόκληρο το ταξίδι και κατάφεραν να επιστρέψουν στην Ισπανία τον Σεπτέμβριο του 1522, υπό την διοίκηση του Χουάν Σεμπαστιάν Ελκάνο (Juan Sebastián Elcano). Αυτοί οι άνδρες ολοκλήρωσαν τον πρώτο περίπλου του κόσμου μέσα σε τρία χρόνια.Συνεχίστε την ανάγνωση

Λεπτομέρεια από έναν χάρτη του 1590 από τον γεωγράφο Abraham Ortelius, που δείχνει το πλοίο Βικτόρια. Η λεζάντα στα λατινικά λέει περίπου τα εξής: «Ήμουν η πρώτη που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο και εγώ σε καθοδήγησα, Μαγγελάνε, να διασχίσεις το Στενό. Τόλμησα και δικαίως με αποκαλούν ΝΙΚΗ: τα πανιά μου είναι φτερά· το έπαθλό μου είναι δόξα· η μάχη μου, ο ωκεανός». (πηγή: Βικιπαίδεια)

 

Φελίπε ντε Ρόδας

Ο Φελίπε ντε Ρόδας, γεννημένος το 1475 στο νησί της Ρόδου, υπήρξε ένας από τους ελάχιστους επιζώντες που ολοκλήρωσαν τον πρώτο ιστορικό γύρο του κόσμου (αποστολή Μαγγελάνου-Ελκάνο). Γιος του ναύκληρου Βασίλη και της Χουάνα, ξεκίνησε την καριέρα του ως ναύτης στο πλοίο Victoria. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, επέδειξε εξαιρετική αντοχή κάτω από αντίξοες συνθήκες πείνας και δίψας. Κατά την επιστροφή του Victoria, στο Πράσινο Ακρωτήρι (9 Ιουλίου 1522) συμμετείχε στην επικίνδυνη αποστολή αποβίβασης με λέμβο σε εχθρικό πορτογαλικό έδαφος για την εξεύρεση εφοδίων, όπου και αιχμαλωτίστηκε μαζί με άλλα δώδεκα μέλη του πληρώματος. Μετά από 37 ημέρες αιχμαλωσίας, απελευθερώθηκε κατόπιν διπλωματικής παρέμβασης του Αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ και επέστρεψε στην Ισπανία. Με την ολοκλήρωση των ναυτικών του καθηκόντων, εγκαταστάθηκε στη Σεβίλλη, όπου αξιοποίησε τη μοναδική του εμπειρία στις διεθνείς θάλασσες, δραστηριοποιούμενος με επιτυχία στο εμπόριο με τις Ινδίες σε συνεργασία με τον ξάδελφό του, Μιγκέλ.Συνεχίστε την ανάγνωση