![]()
Εργα του καλλιτέχνη του γυαλιού Γιώργου Παπαδόπουλου που παρουσιάστηκαν στην εικαστική έκθεση με θέμα «Ορθοδοξία: Τρεις καλλιτέχνες – Τρεις τεχνικές – Ενα θέμα» στο Λονδίνο, στην αίθουσα του Ελληνικού Κέντρου.
Νοέ 02 2019
| ΚΕΙΜΕΝΟ | ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ |
| Ἐπειδὴ δὲ εἶπέ τις αὐτῷ τῶν ἐμπείρων ὅτι σαφῶς βουλιμιῶσι κἄν τι φάγωσιν ἀναστήσονται,
περιιὼν περὶ τὰ ὑποζύγια, εἴ πού τι ὁρῴη βρωτόν, διεδίδου καὶ διέπεμπε διδόντας τοὺς δυναμένους περιτρέχειν τοῖς βουλιμιῶσιν. Ἐπειδὴ δέ τι ἐμφάγοιεν, ἀνίσταντο καὶ ἐπορεύοντο. Πορευομένων δὲ Χειρίσοφος μὲν ἀμφὶ κνέφας πρὸς κώμην ἀφικνεῖται, καὶ ὑδροφορούσας ἐκ τῆς κώμης πρὸς τῇ κρήνῃ γυναῖκας καὶ κόρας καταλαμβάνει ἔμπροσθεν τοῦ ἐρύματος. Αὗται ἠρώτων αὐτοὺς τίνες εἶεν. Ὁ δ᾽ ἑρμηνεὺς εἶπε περσιστὶ ὅτι παρὰ βασιλέως πορεύονται πρὸς τὸν σατράπην. Αἱ δὲ ἀπεκρίναντο ὅτι οὐκ ἐνταῦθα εἴη, ἀλλ᾽ ἀπέχει ὅσον παρασάγγην. Οἱ δ᾽, ἐπεὶ ὀψὲ ἦν, πρὸς τὸν κώμαρχον συνεισέρχονται εἰς τὸ ἔρυμα σὺν ταῖς ὑδροφόροις. Χειρίσοφος μὲν οὖν καὶ ὅσοι ἐδυνήθησαν τοῦ στρατεύματος ἐνταῦθα ἐστρατοπεδεύσαντο, τῶν δ᾽ ἄλλων στρατιωτῶν οἱ μὴ δυνάμενοι διατελέσαι τὴν ὁδὸν ἐνυκτέρευσαν ἄσιτοι καὶ ἄνευ πυρός· καὶ ἐνταῦθά τινες ἀπώλοντο τῶν στρατιωτῶν.
|
Όταν κάποιος από τους πιο πεπειραμένους (ή από αυτούς που ήξεραν τον λόγο) είπε σ’ αυτόν ότι ολοφάνερα υποφέρουν από εξάντληση λόγω ασιτίας και ότι, αν φάνε κάτι, θα σηκωθούν, διερχόμενος γύρω από εκεί που βρίσκονταν τα ζώα, μήπως δει κάτι φαγώσιμο, τα μοίραζε και όσους μπορούσαν να τρέχουν τους έστελνε εδώ κι εκεί, οι οποίοι τα έδιναν στους πεινασμένους. Όταν κάποιος έτρωγε κάτι, σηκωνόταν και προχωρούσε. Καθώς προχωρούσαν ο Χειρίσοφος κατά το σούρουπο φθάνει σε ένα χωριό και βρίσκει μπροστά στο τείχος κάποιες γυναίκες και κορίτσια να πηγαίνουν για νερό από το χωριό προς τη βρύση. Αυτές τους ρωτούσαν ποιοι είναι. Ο διερμηνέας είπε στα περσικά, ότι σταλμένοι από τον βασιλιά πηγαίνουν προς τον σατράπη. Αυτές απάντησαν ότι αυτός δεν βρίσκεται εκεί , αλλά μακριά σε απόσταση σχεδόν ένα παρασάγγη. Αυτοί, επειδή ήταν αργά, μπαίνουν μαζί με τις γυναίκες μέσα στο τείχος προς τον διοικητή του χωριού. Ο Χειρίσοφος λοιπόν και όσοι από το στράτευμα μπόρεσαν, εκεί στρατοπέδευσαν, ενώ όσοι από τους υπόλοιπους στρατιώτες δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσουν την πορεία διανυκτέρευσαν χωρίς τροφή και φωτιά· και εκεί κάποιοι από τους στρατιώτες χάθηκαν.
|
| Περίειμι (εἶμι): | Πηγαίνω ολόγυρα, περιέρχομαι, (ο χρόνος) παρέρχεται |
| Διαδίδωμι: | Δίνω από χέρι σε χέρι, διανέμω. |
| διαπέμπω: | Στέλνω εδώ κι εκεί. |
| Περιτρέχω: | Τρέχω ολόγυρα αναζητώντας κάτι, περιστρέφομαι, περικυκλώνω. |
| Περσιστί: | Στην περσική γλώσσα. |
| Κώμαρχος: | Ο προεστός (διοικητής) του χωριού |
| Διατελῶ: | Φέρω σε πέρας, κατορθώνω,
(+ κατηγορ. Μτχ) εξακολουθώ να |
Νοέ 02 2019
| ΚΕΙΜΕΝΟ | ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ |
| Ἐντεῦθεν ἐπορεύοντο διὰ χιόνος πολλῆς καὶ πεδίου σταθμοὺς τρεῖς παρασάγγας πεντεκαίδεκα. Ὁ δὲ τρίτος ἐγένετο χαλεπὸς καὶ ἄνεμος βορρᾶς ἐναντίος ἔπνει παντάπασιν ἀποκαίων πάντα καὶ πηγνὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ἔνθα δὴ τῶν μάντεών τις εἶπε σφαγιάσασθαι τῷ ἀνέμῳ, καὶ σφαγιάζεται· καὶ πᾶσι δὴ περιφανῶς ἔδοξεν λῆξαι τὸ χαλεπὸν τοῦ πνεύματος. Ἦν δὲ τῆς χιόνος τὸ βάθος ὀργυιά· ὥστε καὶ τῶν ὑποζυγίων καὶ τῶν ἀνδραπόδων πολλὰ ἀπώλετο καὶ τῶν στρατιωτῶν ὡς τριάκοντα. Διεγένοντο δὲ τὴν νύκτα πῦρ καίοντες· ξύλα δ᾽ ἦν ἐν τῷ σταθμῷ πολλά· οἱ δὲ ὀψὲ προσιόντες ξύλα οὐκ εἶχον. Οἱ οὖν πάλαι ἥκοντες καὶ τὸ πῦρ καίοντες οὐ προσίεσαν πρὸς τὸ πῦρ τοὺς ὀψίζοντας, εἰ μὴ μεταδοῖεν αὐτοῖς πυροὺς ἢ ἄλλο εἴ τι ἔχοιεν βρωτόν. Ἔνθα δὴ μετεδίδοσαν ἀλλήλοις ὧν εἶχον ἕκαστοι. Ἔνθα δὲ τὸ πῦρ ἐκαίετο, διατηκομένης τῆς χιόνος βόθροι ἐγένοντο μεγάλοι ἔστε ἐπὶ τὸ δάπεδον· οὗ δὴ παρῆν μετρεῖν τὸ βάθος τῆς χιόνος. Ἐντεῦθεν δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν ὅλην ἐπορεύοντο διὰ χιόνος, καὶ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐβουλιμίασαν. Ξενοφῶν δ᾽ ὀπισθοφυλακῶν καὶ καταλαμβάνων τοὺς πίπτοντας τῶν ἀνθρώπων ἠγνόει ὅ τι τὸ πάθος. |
Από εκεί προχώρησαν μέσα στην πεδιάδα κάτω από χιονόπτωση τρεις σταθμούς και δεκαπέντε παρασάγγες. Κατά τον τρίτο σταθμό συνάντησαν μεγάλη δυσκολία και φυσούσε αντίθετος βόρειος άνεμος καταψύχοντας ολότελα τα πάντα και παγώνοντας τους ανθρώπους. Τότε κάποιος από τους μάντεις πρότεινε να θυσιάσουν στον άνεμο, και γίνεται η θυσία. Και σε όλους ολοφάνερα φάνηκε ότι σταμάτησε η σφοδρότητα του ανέμου. Το βάθος (σήμερα λέμε ύψος) του χιονιού ήταν μια οργιά. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθούν πολλά ζώα και αιχμάλωτοι και περίπου τριάντα στρατιώτες. Πέρασαν λοιπόν τη νύχτα ανάβοντας φωτιά. Υπήρχαν πολλά ξύλα στον σταθμό. Αυτοί, όμως, που έφτασαν αργά δεν είχαν ξύλα. Όσοι λοιπόν, έφτασαν πρώτοι και ζεσταίνονταν στη φωτιά δεν άφησαν αυτούς που ήρθαν αργοπορημένοι να πλησιάσουν στη φωτιά, αν δεν τους έδιναν σιτάρι ή κάποιο άλλο, αν είχαν, φαγώσιμο. Εκεί λοιπόν έδωσε ο ένας στον άλλο ό,τι είχε ο καθένας. Όπου έκαιγε η φωτιά, καθώς έλιωνε το χιόνι δημιουργήθηκαν λάκκοι μεγάλοι μέχρι το έδαφος· εκεί ήταν δυνατόν να μετρήσουν το βἀθος (ύψος) του χιονιού. Από εκεί όλη την επόμενη μέρα προχωρούσαν μέσα στο χιόνι, και πολλοί από τους ανθρώπους υπέφεραν από υπερβολική ασιτία. Ο Ξενοφώντας καθώς ήταν αρχηγός της οπισθοφυλακής και βρίσκοντας αυτούς που έπεφταν κάτω, δεν γνώριζε ποια ήταν η αιτία. |
|
|
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
| Σταθμός: | στάβλος, κατάλυμα για τους οδοιπόρους,
στην Περσία ήταν τα οικήματα κατά μήκος της βασιλικής οδού, στα οποία κατέλυε ο Βασιλιάς, όταν ταξίδευε.
|
| ὁ παρασάγγης, γεν. -ου: | Απόσταση ίση με 300 στάδια (1 στάδιο=184 μέτρα). |
| ἀποκαίω: | Καίω, καταψύχω. |
| Πηγνύς: μετοχή Ενεστώτα ε.φ. του πήγνυμι : | στερεώνω, προσηλώνω, (για υγρά) κάνω κάτι να παγώσει. |
| Σφαγιάζομαι: | Προσφέρω θυσία. |
| ὁργυιά: | μονάδα μέτρησης ίση μήκους με 1 μέτρο και 85 εκατοστά. |
| Προσίημι: | στέλνω προς, αφήνω κάποιον να πλησιάσει, αποδέχομαι,
(+απρ.) τολμώ να, (+αιτ.) προσελκύω. |
| ὀψίζω: | Πράττω αργά, έρχομαι αργά. |
| Μεταδίδωμι τινός τινί: | Παρέχω μερίδιο. |
| Βόθρος: | Λάκκος. |
| Παρῆν Παρατατικός του πάρειμι: | (+δοτ.) είμαι κοντά, είμαι παρών, παρίσταμαι ως βοηθός,
φθάνω σε, (απρόσωπο) είναι δυνατόν. |
| Βουλιμιάω –ῶ | Υποφέρω από ασιτία. |
| ὀπισθοφυλακέω –ῶ | Διοικώ την οπισθοφυλακή, το πίσω μέρος του στρατεύματος. |
| Καταλαμβάνω: | (+αιτ.) πιάνω κάτι, κυριεύω,
εννοώ, καταλαβαίνω, αποδέχομαι, προλαβαίνω, πιάνω (αυτούς που καταδιώκω), ανακαλύπτω, ευρίσκω, συλλαμβάνω, σταματώ, εμποδίζω. |
Νοέ 01 2019
Γεννήθηκε στο Κοντογόνι (Παπαφλέσσα) Πυλίας. Ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος έχει εκδώσει εννέα ποιητικά βιβλία και τρία βιβλία δοκιμίων για θέματα λογοτεχνίας και κριτικής. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και στα αραβικά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Ευθύνη». Το 2005 τού απονεμήθηκε το βραβείο Eλληνα Λυρικού ποιητή «Λάμπρος Πορφύρας» της Ακαδημίας Αθηνών και το 2013 το Διεθνές Βραβείο Κ. Π. Καβάφη για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Το πλέον πρόσφατο ποιητικό του βιβλίο, το «Θέριστρον» (εκδ. Κέδρος 2018), τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το 2018 και το Βραβείο Ζαν Μωρεάς.
– Από τα δοκίμιά σας για τον Παπαδιαμάντη καταλαβαίνω ότι παρουσιάζεται μια σύγκρουση ανάμεσα στους Διαφωτιστές και στους «παραδοσιακούς» Ορθοδόξους. Θεωρείτε ότι η σύγκρουση αυτή παραμένει σταθερά αναλλοίωτη και στις μέρες μας;
– Η σύγκρουση υπάρχει σε δύο επίπεδα: κατ’ αρχάς στο επίπεδο του εκφερόμενου δημοσίου λόγου, δηλαδή στο επίπεδο της δημοσιογραφικής του διαχείρισης, που είναι επιδερμική. Οπωσδήποτε υπάρχει μια αντίθεση οπτικής που σχετίζεται με τα κοσμοείδωλα των δύο τάσεων όταν διαμορφωνόταν ο νεότερος ελληνισμός, παρότι αμφότερα είχαν μια αφετηρία αγαθών προθέσεων. Επασχαν από την έγνοια για τη συλλογική ιδιοπροσωπία αλλά και για τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνισμού. Αυτό απετέλεσε το κοινό τους στοιχείο. Από την αρχή συνέβαινε το εξής: εκείνοι από τους «παραδοσιακούς» οι οποίοι είχαν και θύραθεν ευρωπαϊκή παιδεία αλλά και την παιδεία της εποχής τους, γύρεψαν εξαρχής –και διδάσκοντας τις επιστήμες που έφεραν τα «εξ Εσπερίας πεφωτισμένα έθνη»– τη δημιουργική σύνθεση της παραδομένης καθ’ ημάς εμπειρίας με τα σύγχρονά τους ευρωπαϊκά ρεύματα, σύνθεση η οποία εκκρεμεί επιτακτικά και στο νεοελληνικό σήμερα.
– Τι εννοείτε λέγοντας εμπειρία;
– Την εμπειρία του ενανθρωπήσαντος Χριστού μέσα στην Ιστορία – «Φως που πατεί χαρούμενο τον Αδη και τον Χάρο», κατά τον σολωμικό στίχο. Δείγμα της, το ιδιότυπο μέσα στην «αγραμματοσύνη» του Χριστός Ανέστη στον ήρωα του Παπαδιαμάντη:
Κ᾽στὸ – μπρὲ – Κ᾽στὸς ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων,
θάνατον μπατήσας,
κι ἔντοις – ἔντοις μνήμασι,
ζωὴν παμμακάριστε!
Επίσης, ο γηραιός και σεβάσμιος Κρητικός ψάλλει το Μεγαλυνάριο της Μεγάλης Παρακλήσεως «με την εξής προσθήκην», γράφει ο Παπαδιαμάντης: «Αλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες!, την εικόνα σου την σεπτήν…».

– Επομένως οι παραδοσιακοί Ορθόδοξοι θα ήθελαν μια κοινωνία που βάση της θα είναι η χαρά της κοινότητας;
– Η χαρά της Ανάστασης, δεμένης με το Μυστήριο του Σταυρού. Η εμβάπτιση κάθε πτυχής του βίου στην ιερότητα. Κάποιοι εκκλησιαστικοί, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις (ο οποίος από την άλλη αλληλογραφούσε με τον Βολταίρο και τη Μεγάλη Αικατερίνη), υποστήριζαν ότι δεν πρέπει να προσλαμβάνουμε τα πάντα ακρίτως από την Ευρώπη. Λόγου χάριν, o ντεϊσμός, η μετατροπή της χριστιανικής παράδοσης της Ευρώπης σε μια αόριστη ιδεολογία περί υπέρτατου όντος που, ουσιαστικά, εξορίζει τον Θεό από τη ζωή, τους έβρισκε αντίθετους.
– Στην Ορθοδοξία, πού βρίσκεται ο Θεός μέσα στην κοινωνία;
– Στην εκκλησιαστική κοινότητα. Είναι βρώσιμος και πόσιμος. Η Εκκλησία είναι τραπέζι χαράς. Είναι ο Μυστικός Δείπνος με τον Χριστό Αναστημένο.
Το μοντέρνο υπάρχει ως μορφή νεκροφάνειας, ως πτωμαΐνη
– Στην ορθόδοξη αγιογραφία η Παναγία είναι το κύριο πρόσωπο;
– Είναι ο Χριστός, και η Παναγία διά του Χριστού. Μάλιστα, δεν είναι μόνον ο Εσταυρωμένος Χριστός του πάθους, αλλά δι’ αυτού, ο Χριστός της Ανάστασης.
– Με ενδιαφέρει η σχέση Του με την Παναγία. Ποια από τις τρεις μεγάλες μορφές στην αγιογραφία (Δεομένη, Βρεφοκρατούσα και Εγκυμονούσα) σάς εκπροσωπεί καλύτερα;
– Θα προτιμούσα τον όρο «εικονογραφία». Και στις τρεις μορφές που προαναφέρατε, η Παναγία είναι ο άνθρωπος που έγινε Θεοτόκος και σάρκωσε τον Χριστό. Είναι ο άνθρωπος τον οποίον ανέμενε η Ιστορία. «Εξ ης ο σύμπας των ανθρώπων χους εις σώμα ανεπλάσθη Θεώ» (Ιωάννης Δαμασκηνός).
– Το μοντέρνο λοιπόν δεν μπορεί παρά να υπάρχει στη ζωή μας.
– Το μοντέρνο υπάρχει ως μορφή νεκροφάνειας, ως πτωμαΐνη. Η κρίση των τελευταίων δεκαετιών θέτει ένα αίτημα: την επανεύρεση ενός συστήματος αναφορών το οποίο θα φέρνει μια γαλήνη συνύπαρξης. Η συνομιλία με τις έμμετρες μορφές, την εκκλησιαστική υμνογραφία, το δημοτικό τραγούδι και τον μοντερνισμό, εξίσου μου δίνει τη δυνατότητα συγκροτήσεως ενός προσωπικού ιδιώματος βιωματικά. Είναι η προτροπή που μου δίνει ο αρχέγονος ρυθμός, ώστε να αναφερθώ στον εκφραστικό κόσμο εκείνο που είχε άμεση σχέση με την ιερότητα. Οπως δεν μπορεί να είναι κανείς ζωγράφος αν δεν γνωρίζει χρώμα και σχέδιο, έτσι και σήμερα υπάρχουν εκατομμύρια φερόμενοι ως ποιητές χωρίς να ξέρουν τι είναι το μέτρο.
– Αυτές οι απεικονίσεις, πώς διαφοροποιούν την έννοια του ιερού για τους ανθρώπους; Πώς επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων – είτε πιστεύουν είτε όχι;
– Στον πόνο και στη βλασφημία, όλοι τη μάνα μας επικαλούμαστε και βρίζουμε! Βρίζουμε τη μάνα που κουβαλά τον Χριστό μέσα της, γιατί αρνούμαστε την ενηλικίωση ως εξατομίκευση. Γι’ αυτό κάνουμε σαν παλαβοί έναντι της συνθήκης της κατά Κονδύλη «μαζικής δημοκρατίας».
– Στη δική σας ποίηση, η μορφή που χρησιμοποιείτε αποτελεί έκφραση αυτής της παράδοσης και μια προσωπική σας αντίδραση σε αυτή την πεπτωκυία λαϊκή ευσέβεια;
– Η σχέση με το Ιερό είναι πάντα ζητούμενο. Σήμερα, έχει απολεσθεί από τον κανόνα της συμπεριφοράς του Νεοέλληνα. Υφίσταται μόνο όπου και όταν λειτουργεί σωστά το εκκλησιαστικό σώμα.
– Εσείς θέλετε να την επαναφέρετε ποιητικά;
– Η ποίηση δεν είναι θέμα προθέσεως. Είναι θέμα μορφής και αποτελέσματος. Ασκούμαι σε όλες τις μορφές. Κατατείνω όμως στα τελευταία μου τρία βιβλία, με κορύφωση το «Θέριστρον», στη σύγκραση των κατακτήσεων του μοντερνισμού διά του «ελεύθερου στίχου» με τα επιτεύγματα της υπόλοιπης λυρικής παρακαταθήκης, από την οποία αξιοποιώ την εμμετρότητα, τη ρυθμική αγωγή και την προσωδιακή τάξη.
Σας θυμίζω ότι από το 1913 ο πρωτοπόρος του μοντερνισμού T.S. Eliot είχε τονίσει ότι υπάρχει αντινομία στη φράση «ελεύθερος στίχος». Στίχος σημαίνει συγκεκριμένη χρήση και διάταξη των λέξεων ώστε να παράγεται ποιητικό αποτέλεσμα. Τα πρώτα έργα του μοντερνισμού (π.χ. Waste Land) γράφονται σε έμμετρη μορφή. Η εμμετρότητα υπάρχει στους κορυφαίους του μοντερνισμού.
– Μήπως αυτή η επιλογή της εμμετρότητας είναι ένα είδος νευρωτικού εφησυχασμού, επαναλήψεως του σταθερά αναγνωρίσιμου;
– Πολύ ωραία ερώτηση. Σήμερα η ποιητική έκφραση παλινωδεί ανάμεσα σε δύο πόλους: τη λεκτική «πιτυρίδα» της ασυδοσίας του κατ’ επίφαση μοντερνισμού, που καταλήγει παραληρηματική φαιδρότητα. Από την άλλη πλευρά, η αναπαλαιωτική αντίδραση οδηγεί σε ένα αρνητικό φαινόμενο άμυνας: στον μηρυκασμό ή στη νευρωτική επιστροφή στο παρελθόν. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι να γράψουμε ποιήματα «ρετρό», κατά μίμησιν του Αγρα, του Καρυωτάκη ή και του Σολωμού ακόμα. Είναι να επανεύρουμε την ευρωστία της μονάδας, του «πυρηνικού κόσμου» του ποιήματος, που είναι ο στίχος, μέσα από τη συνομιλία με τις έμμετρες μορφές υπονομεύοντάς τες, εξαρθρώνοντας όπου και όταν πρέπει την παραδομένη εμμετρότητα και δημιουργώντας ένα νέο ρίγος, βγαλμένο από την αλληλοπεριχώρηση έμμετρου και μοντέρνου.
Οκτ 03 2019
Οκτ 03 2019
Οκτ 03 2019
Σεπ 24 2019
Ο Επίκουρος, ιδρυτής μιας από τις πιο σημαντικές φιλοσοφικές σχολές της ελληνιστικής εποχής, γεννήθηκε στη Σάμο το 341 π. Χ. από Αθηναίους γονείς. Έχοντας ταξιδέψει πολύ και έχοντας δημιουργήσει ενεργούς κύκλους οπαδών στη Λάμψακο και στη Μυτιλήνη, μετακομίζει στην Αθήνα γύρω στο 306 π. Χ. Εκεί ιδρύει μια αυθεντική φιλοσοφική σχολή και προσελκύει μεγάλο αριθμό μαθητών στον Κήπο του, έναν ιδιόκτητο χώρο έξω από τα όρια της πόλης, όπου συναντιούνται οι Επικούρειοι. Πεθαίνει το 271 π. Χ. Ο Επίκουρος παραδίδει μια φιλοσοφική ερμηνεία του κόσμου και του χώρου μέσα σε αυτόν που καταλαμβάνεται από τους ανθρώπους, και μέσα στις προθέσεις του είναι να μπορέσει να δώσει απαντήσεις στον αντικειμενικό σκοπό να καταφέρει κάποιος να επιτύχει και να έχει μια σταθερή και ευτυχισμένη ζωή. (Η ιστορία της φιλοσοφίας Umberto Eco/Riccardo Fedriga τ. 2 σελ. 16,18, Το Βήμα).
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
Α. Τι λέει το κείμενο;
Για τον Επίκουρο δεν υπάρχει κατάλληλη ηλικία για να ασχοληθεί κανείς με τη φιλοσοφία. Η επιδίωξη της σοφίας πρέπει να ξεκινά από την παιδική ηλικία και να συνοδεύει αλλά και να διαμορφώνει τον άνθρωπο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό για τον Επίκουρο, για τι η φιλοσοφία εξασφαλίζει σε όλους τους ανθρώπους την υγεία της ψυχής, πράγμα που είναι το μέσο για την επίτευξη της ευδαιμονίας. Όλοι οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν μια ευτυχισμένη ζωή και αυτό το θεωρούν υπέρτατο σκοπό τους, άρα από το μέσο που οδηγεί σ’ αυτό ,δηλαδή τη φιλοσοφία, δεν μπορεί να αποκλείεται κανείς ούτε νέος ούτε γέρος, αλλά ούτε φτωχός ή πλούσιος, δούλος ή ελεύθερος, πολίτης ή μη.
«Ο προτρεπτικός αυτός λόγος προς τη φιλοσοφία είναι, μάλλον για πρώτη φορά στην ιστορία της φιλοσοφίας, μια ανοικτή (στον αντίποδα της πολιτικής ή πνευματικής αριστοκρατίας) πρόσκληση σε όλους τους ανθρώπους: νέους και γέρους πρώτα, αλλά -μπορεί κάποιος να συμπληρώσει με βάση τα όσα γνωρίζουμε- και προς άνδρες και γυναίκες, ελεύθερους και δούλους, μορφωμένους και αμόρφωτους, πλούσιους και φτωχούς. Ίσως η μόνη διάκριση που υφίσταται να ειναι ανάμεσα σε εκείνους που επιθυμούν να φιλοσοφήσουν και σε εκείνους που δεν επιθυμούν. Ωστόσο και οι τελευταίοι, αν ακούσουν την αληθινή (δηλ. την επικούρεια) φιλοσοφία και τον σκοπό της, θα προστρέξουν στο κάλεσμα της.» (Γ. Ζωγραφίδης «Επίκουρος, Ηθική η θεραπεία της ψυχής» , ΤΟ ΒΗΜΑ σελ. 394)
Ο νέος άνθρωπος με τη φιλοσοφία αποκτά ωριμότητα και σύνεση και έτσι ρυθμίζει τη ζωή του ορθά, ιεραρχεί τους στόχους του, απαλλάσσεται από την πλεονεξία, με αποτέλεσμα να μην βασανίζεται από την αγωνία για το μέλλον.
«Πάνω απ’ όλα πάντως πρέπει κανείς να εφαρμόζει την πειθαρχία των επιθυμιών, πρέπει να μάθει να αρκείται σε αυτό που είναι εύκολο να αποκτήσει, σε αυτό που ικανοποιεί τις βασικές ανάγκες της ύπαρξης και να μάθει να αρνείται ό,τι είναι περιττό. Συνταγή απλή που όμως επιφέρει μια ριζική ανατροπή του τρόπου ζωής: γεύματα λιτά, ρούχα απλά, απόρριψη πλούτου, τιμών και αξιωμάτων μια ζωή απόρριψης.» (Pierre Hadot «Τι είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία σελ. 172 ΙΝΔΙΚΤΟΣ)
Γι’ αυτό αναφέρει στο κείμενο ότι ο νέος θα χαρακτηρίζεται από γεροντική ωριμότητα και δεν θα φοβάται το μέλλον, αφού δεν επιδιώκει τίποτα που να του προκαλεί άγχος και αδημονία και υπέρμετρες φροντίδες.
Από την άλλη στους ηλικιωμένους μεγάλη δύναμη έχει η μνήμη για τα περασμένα, αφού το παρελθόν είναι μεγαλύτερο σε διάρκεια από το προσδοκώμενο μέλλον. Οι αναμνήσεις λοιπόν, από μια συγκρατημένη ζωή, από μια σοφά βιωμένη ζωή θα γεμίζει ικανοποίηση τον άνθρωπο καθώς θα χαίρεται τα αγαθά που του χάρισε μια μετρημένη ζωή.
Ας προσέξουμε τις αντιστοιχίες:
| νέος | γέρων |
| μήτε μελλέτω φιλοσοφεῖν
ἄωρος μήπω παρεῖναι τὴν ὥραν μήπω τοῦ φιλοσοφεῖν ὑπάρχειν ὥραν
|
μήτε κοπιάτω φιλοσοφῶν
πάρωρος παρεληλυθέναι τὴν ὥραν μηκέτι εἶναι (ὥραν)
|
Στην επόμενη όμως περίοδο προτιμάται το χιαστό (με βάση τις μεταφράσεις του φακέλου υλικού):
|
νέῳ |
γέροντι
|
| τῷ μὲν[ γέροντι] ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων | τῷ δὲ [νέῳ] ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων |
| ο ένας ώστε, καθώς γερνά, να παραμένει νέος μέσα στα αγαθά από ευγνωμοσύνη προς τα όσα έγιναν (μτφρ Γ. Ζωγραφίδης) | και ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, καθώς θα είναι απαλλαγμένος από τον φόβο για όσα θα γίνουν. (μτφρ Γ. Ζωγραφίδης) |
| ο ένας για να μένει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα. (μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος) | ο άλλος για να ’ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύει φόβος για τα μελλούμενα. (μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος) |
Άλλη άποψη:
Στην Τράπεζα θεμάτων στις απαντήσεις του θέματος 23761 και σε απάντηση στο ερώτημα: Β1. Με ποια επιχειρήματα ο Επίκουρος αποδεικνύει την αναγκαιότητα της φιλοσοφίας για όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας;
δίνεται η παρακάτω απάντηση:
“Η τρίτη περίοδος του αποσπάσματος συνιστά τη συμπερασματική (ὥστε…) διατύπωση της εισαγωγικής θέσης (δεοντολογική διατύπωση/χρήση ρηματικού επιθέτου) πλαισιωμένης με νέο επιχείρημα, επίσης κατά
συμμετρικό τρόπο διατυπωμένο (τῷ μὲν … τῷ δὲ):
1. Οι νέοι, καθώς θα γερνούν, θα τείνουν να διασώσουν τη νεότητά τους, από ευγνωμοσύνη προς τα όσα έγιναν.
2. Οι ηλικιωμένοι, θα νιώθουν νέοι στα γεράματά τους, λόγω της έλλειψης φόβου για τα μελλοντικά δεινά ή και τον θάνατο.
Για τον Επίκουρο τόσο η ευγνωμοσύνη για όσα συμβαίνουν στη ζωή, όσο και η υπέρβαση του φόβου για το μέλλον ή και τον θάνατο συνιστούν το τελικό ζητούμενο μιας συνεπούς φιλοσοφικής στάσης, σύμφωνα με τις αρχές της επικούρειας διδασκαλίας.”
Την ίδια άποψη εκφράζει και ο κος Μπετσάκος (Βασίλειος Μπετσάκος Επιμορφωτικό Υλικό για τα Αρχαία Ελληνικά Γ’ Λυκείου):
Στην τρίτη περίοδο (επανα)κατατίθεται το συμπέρασμα, η κεντρική θέση δηλαδή του φιλοσόφου: Ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι, πλαισιωμένο από ένα δεύτερο επιχείρημα, και πάλι συμμετρικό:
Β1: Οι νέοι, καθώς θα οδηγούνται προς τα γηρατειά, θα τείνουν να διασώσουν τη νεότητά τους, μέσα από την ευγνωμοσύνη για όσα ζουν.
Β2: Οι ηλικιωμένοι, θα νιώθουν νέοι μέσα στα γηρατειά τους, καθώς θα αναπτύσσουν την έλλειψη φόβου για το μέλλον.
Η θέση που εδώ εννοείται: τόσο η ευγνωμοσύνη για τη ζωή, όσο και η αφοβία για τα μελλοντικά δεινά ή τον θάνατο αποτελούν μια φιλοσοφική στάση ζωής.”
« μήτε μελλέτω, μήτε κοπιάτω, φιλοσοφητέον, μελετᾶν χρή: Οι φράσεις αυτές έχουν τον έντονο δεοντολογικό χαρακτήρα (προστακτικές, ρημ. επίθετο –τέος, που δηλώνει το δέον, χρὴ +απαρέμφατο)· και ταιριάζουν στο γραμματειακό είδος: λόγος προτρεπτικός/διδακτική επιστολή.» Βασίλειος Μπετσάκος Επιμορφωτικό Υλικό για τα Αρχαία Ελληνικά Γ’ Λυκείου
« Εφόσον η φιλοσοφία φέρνει την ευδαιμονία, είναι μια δραστηριότητα αναγκαία για κάθε ηλικία και διαρκώς επείγουσα. Η αδιαφορία προς τη φιλοσοφία καθυστερεί, αν όχι ματαιώνει, την πορεία προς τον σκοπό της ζωής. Αυτό αποτελεί πεποίθηση του Επίκουρου, που θέλει ως κοινό για τις φιλοσοφικές του διδασκαλίες τον μέσο άνθρωπο. Ο νέος δεν έχει ολοκληρωμένη εκπαίδευση, άρα μπορεί να πλησιάσει τη φιλοσοφία αδέσμευτος ακόμη από τα βαρίδια της περιττής γνώσης (η άρνηση της παιδείας από τον Επίκουρο γίνεται και εδώ φανερή), ενώ ο γέρος συνεχίζει να ζει μέσα στα αγαθά της φιλοσοφίας, εξασφαλίζοντας τις ευχάριστες αναμνήσεις του. [….] Η διαφορά του γέρου από τον νέο είναι ως προς τη βιωμένη ευτυχία. Αν ο νέος έχει την ελπίδα αλλά και τον φόβο, ο άλλος έχει τη μνήμη -βασικό όρο της επικούρειας ευδαιμονίας. Βλ. Επίκουρος, Κύριαι δόξαι XVII. Πρβ. Ἐπικούρου Προσφώνησις 19, όπου ο γέρος, ξεχνώντας τα περασμένα αγαθά, γίνεται νέος». (Γ. Ζωγραφίδης «Επίκουρος, Ηθική η θεραπεία της ψυχής» , ΤΟ ΒΗΜΑ σελ. 395, 396)
Η φράση που δείχνει ότι και ο Επίκουρος, όπως όλοι οι φιλόσοφοι, επιδιώκει την ευδαιμονία και στόχος της φιλοσοφικής τους δραστηριότητας είναι να δείξουν τον δρόμο στους ανθρώπους προς αυτήν είναι η τελευταία του κειμένου: «εἴπερ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν»: όταν έχουμε την ευδαιμονία, έχουμε τα πάντα, όταν απουσιάζει από τη ζωή μας, κάνουμε τα πάντα ,για να την κατακτήσουμε.
«Ο Επίκουρος αυτό θεώρησε και αυτό έζησε ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρώπινης ζωής: το «πώς μπορώ να είμαι ευτυχισμένος» δηλαδή ποια είναι η ιδανική μορφή ζωής που μπορώ να ζήσω. Και δεν ήταν ένα θεωρητικό ερώτημα. Την εποχή εκείνη οι φιλόσοφοι πίστευαν ότι μπορεί να απαντηθεί όχι μόνο στα λόγια αλλά και από την ίδια τη ζωή. Και το πρώτο βήμα ήταν η επιλογή της κατάλληλης φιλοσοφικής σχολής: όταν την επέλεγες, δεν επέλεγες απλώς μια μέθοδο να γνωρίζεις, ένα τρόπο να σκέφτεσαι ή κάποιες συγκεκριμένες γνώσεις· επέλεγες έναν τρόπο να ζήσεις.
Κορεσμένος από φιλοσοφικές συζητήσεις που δεν οδηγούσαν σε κάτι ωφέλιμο για την ανθρώπινη ζωή, ο Επίκουρος δεν δίστασε να διεκδικήσει για την φιλοσοφία τον ανώτερο δυνατό στόχο: να καθοδηγήσει τον χαμένο άνθρωπο μέσα από τις αντιξοότητες της προσωπικής και δημόσιας ζωής του, να κατακτήσει την ευτυχία εδώ και τώρα. Η φιλοσοφία δεν είναι απλώς μια μέθοδος που τη χρησιμοποιείς για τον σκοπό σου και μετά σου είναι άχρηστη· είναι ο δρόμος και το τέρμα μαζί. «Στις άλλες ασχολίες το αποτέλεσμα έρχεται αφού αυτές ολοκληρωθούν. Στην φιλοσοφία αντίθετα συνδυάζεται το τερπνό με τη γνώση. Η απόλαυση δεν έρχεται μετά τη μάθηση αλλά πάνε μαζί. […]
Ο μόνος τρόπος ζωής που οδηγεί στην ευτυχία είναι ο φιλοσοφικός. Δεν είναι μια ζωή χαμένη στην ερημική γαλήνη των μελετών, αλλά μια άσκηση των αρετών στην χαρούμενη κοινότητα των φίλων.» (Κάλφας, Ζωγραφίδης «Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι» σελ. 180, 190 ΤΟ ΒΗΜΑ)
Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου
Σεπ 16 2019
Εισαγωγικά
Το έργο Προτρεπτικός ή Προς Θεμίσωνα ανήκει στην πρώιμη φιλοσοφική δραστηριότητα του Αριστοτέλη (προ του 351 π.Χ. ) και έχει διττό στόχο:
α) να συμβουλέψει τον Θεμίσωνα, έναν άγνωστο Κύπριο βασιλιά, να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία με απώτερο στόχο την ευδαιμονία, θυμίζοντας έτσι το πλατωνικό πρότυπο του φιλόσοφου βασιλιά,
β) να απαντήσει στον «Περί Αντιδόσεως» λόγο του Ισοκράτη, όπου ο ρήτορας ασκεί πολεμική στον Πλάτωνα και την Ακαδημία, υποστηρίζοντας την αξία της ρητορικής, ως παράγοντα παιδείας, καθώς στηρίζεται στην πείρα της πραγματικότητας. Από την άλλη κατηγορεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Ακαδημίας, για τον ανώφελο θεωρητικό της χαρακτήρα.
Ο Αριστοτέλης υπερασπίζεται τη φιλοσοφία και αντικρούει τον πρακτικό χαρακτήρα που της αποδίδει ο Ισοκράτης. Για τον Αριστοτέλη φιλοσοφία σημαίνει να υιοθετούμε φιλοσοφικό τρόπο σκέψης για τα πράγματα. Μας καλεί να ερευνούμε και να εξετάζουμε τη ζωή μας σε μια διαρκή πορεία προς το γνῶθι σαὐτόν. « Η ουσία της ηθικής φιλοσοφίας που παρουσιάζει ο παρών λόγος είναι η αυτογνωσία και ευδαιμονία στην οποία καταλήγει ο άνθρωπος με τη φιλοσοφική γνώση που είναι και γνώση ηθικών αρχών, η οποἰα τον βοηθά να ρυθμίσει την προσωπική του ζωή» (Τριαντάρη σελ. 406)
Η ΔΟΜΗ
α. Η διάκριση των εσωτερικών και εξωτερικών αγαθών και η σημασία της φιλοσοφίας.
β. Η υπόσταση της φιλοσοφίας: η θεωρητική γνώση και οι αρετές της ψυχής.
γ. Η πρακτική σοφία, η ανωτερότητα και η αυτοαξία της φιλοσοφίας.
δ. Η φρόνηση ως έννοια και τελικός σκοπός στην ανθρωπολογική αντίληψη του Προτρεπτικού.
Η παραπάνω διάταξη αποσκοπεί να αναδείξει όχι μόνο τη θεωρητική δραστηριότητα αλλά και την πρακτική της φιλοσοφίας και επιπλέον την ανάδειξή της στην ηθικοπολιτική διανόηση του Προτρεπτικού. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, εάν αναλογιστούμε, όπως αποδεικνύεται και από την ερμηνευτική σημασία του κειμένου, ότι η φρόνηση είναι ισοδύναμη με τη φιλοσοφία, δηλαδή έχει τη σημασία της θεωρητικής γνώσης της αλήθειας, όσο και τη σημασία της ηθικής γνώσης και πρακτικής σοφίας. (Τριαντάρη σελ. 452)
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
Α. Τι λέει το κείμενο;
Ο συλλογισμός:
Α’ προκείμενη: το σώμα και τα σχετιζόμενα με αυτό είναι εργαλεία των οποίων μπορούμε να κάνουμε κακή χρήση.
Β’ προκείμενη: η γνώση της επιστήμης (=φιλοσοφίας) μπορεί να βοηθήσει να τα αξιοποιήσουμε σωστά.
Συμπέρασμα: πρέπει λοιπόν να φιλοσοφούμε, για να ζούμε σωστά και ωφέλιμα.
Οι όροι ὑποκείμενα, χρῆσις, ἐπιστήμης, φιλοσοφητέον, ὠφελίμως συνδέονται ως εξής:
Το σώμα και όσα συνδέονται με αυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσον και εργαλείο (ὑποκείμενα). Αυτά έχουν κάποια χρήση (χρῆσις) που είναι κατάλληλη για να υπηρετήσει το σκοπό τους. Η επιστήμη (ἐπιστήμης) μας καθιστά γνωστή αυτή τη χρήση. Πρέπει, λοιπόν να κατέχουμε αυτή τη γνώση (φιλοσοφητέον), η οποία συντελεί, ώστε να τα διαθέτουμε ορθά και να ζούμε ωφέλιμα (ὠφελίμως) και ευτυχισμένα.
“Η ψυχή είναι γι’ αυτόν (τον Αριστοτέλη) η εντελέχεια του σώματος, η μορφή που προκύπτει από τις κινήσεις και τις μεταβολές του οργανικού σώματος. Η ψυχή είναι το σκόπιμο αίτιο της σωματικής διαμόρφωσης και κίνησης, και, όντας ασώματη, είναι πραγματική ως δύναμη που κινεί και κατευθύνει το σώμα.”
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ WINDELBAND- HEIMSOETH Μετάφραση: Σκουτερόπουλος, Ν. ΜΙΕΤ” σελ. 171 τ. 1
«Στην πρώτη παράγραφο η φιλοσοφία θεωρείται απαραίτητη για τον έλεγχο των μέσων που θα διασφαλίσουν τον απώτερο στόχο του ανθρώπου, το τέλος της ζωής του (τελεολογική διάσταση). Αυτό είναι διττό: στη δημόσια ζωή η ορθότητα του βίου του κάθε ανθρώπου (ὀρθῶς)· στην ιδιωτική του ζωή η ωφέλεια (ὠφελίμως). Σα μέσα-όργανα που πρέπει να ελεγχθούν είναι το σώμα, τα μέλη του και οι δραστηριότητές του. Η χρήση των σωματικών μέσων απαιτεί ολοκληρωμένη, στέρεη γνώση (ἐπιστήμη), ώστε να αποφευχθούν πιθανοί κίνδυνοι. Αυτήν τη γνώση επιζητεί η φιλοσοφία.