Μαρ 13 2021
«Ξυπόλυτος ξεκίνησα, ξυπόλυτος θέλω να πεθάνω», ήταν τα πρώτα λόγια που μου είπε ο 97χρονος Ιάκωβος Τσούνης όταν κάθισα στην πολυθρόνα του γραφείου του την περασμένη Δευτέρα το πρωί. Και μάλλον θα το καταφέρει, καθώς ένα πολύ μεγάλο μέρος της περιουσίας του, πάνω από 23 εκατομμύρια ευρώ, έχει δωρίσει κατά τη διάρκεια της ζωής του στις Ενοπλες Δυνάμεις, 60 αποβατικά σκάφη, ενώ μόνο τα τελευταία δύο χρόνια οι δωρεές του αγγίζουν τα 7 εκατομμύρια.
Σε ένα δωμάτιο που ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, γεμάτο πλακέτες, τιμητικά διπλώματα, όπλα αντίκες και παράσημα, θα νόμιζε κανείς ότι ο κ. Τσούνης ήταν στρατιωτικός και όχι εφοπλιστής.
Ή ταν ή επί τας
Το 13ο παιδί ενός δασάρχη ήταν 16 ετών όταν ο Ιωάννης Μεταξάς είπε «Οχι» στην παράδοση της χώρας στις δυνάμεις του Μουσολίνι. Σύντομα το 12ο Σύνταγμα Πατρών αναγκάζεται και μετακομίσει στο σπίτι του στην Εγλυκάδα της Πάτρας, και ο έφηβος τότε Τσούνης κάνει ό,τι μπορεί για να πείσει τον συνταγματάρχη, που πλέον ζει με την οικογένειά του, να καταταγεί παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Και το καταφέρνει. Σύντομα βρίσκεται στα Γιάννενα και από εκεί στο Καλπάκι. Ο πατέρας του μαθαίνει ότι έχει πάει εθελοντής στον πόλεμο όταν ήταν ήδη στα βουνά. «Ή θα έρθεις νικητής ή θα πεθάνεις εκεί», του λέει στο πρώτο του γράμμα. Και όντως, ο κ. Τσούνης εθεωρείτο «ζωντανός-νεκρός» μετά δύο χρόνια στο αλβανικό μέτωπο, καθώς το ψύχος, οι κακουχίες και οι ψείρες τον είχαν μετατρέψει από 70 κιλά έφηβο σε ένα σκελετό 29 κιλών.
Αφού τον είχαν κοινωνήσει ως ετοιμοθάνατο τον επέστρεψαν στην Πάτρα, όπου οι γονείς του δεν πίστευαν ότι θα επιβιώσει. Και όμως σε ένα χρόνο είχε πλήρως επανέλθει, σε τέτοιο σημείο που μετακόμισε στην Αθήνα και από εκεί επιστρατεύτηκε δεύτερη φορά και βρέθηκε στον Γράμμο-Βίτσι για τον Εμφύλιο. «Δεν κάναμε το χατίρι του Στάλιν να γίνει η Κόνιτσα πρωτεύουσα συμμοριτών», μου λέει, και παρά τα 97 του έτη η εξιστόρησή του είναι γλαφυρή και η φωνή του με ένταση. Η εμπειρία του στον στρατό τον σημαδεύει για πάντα και ο ίδιος μένει στην ιστορία ως ο νεότερος βετεράνος του αντιναζιστικού και αντιφασιστικού πολέμου.
Το πρώτο κεφάλαιο
Το 1949, όταν πλέον επιστρέφει στην Αθήνα, αποκτά άδεια βοηθού εκτελωνιστή. Με ένα τραπεζάκι και καρέκλες που δανείζεται από τον ιδιοκτήτη καφενείου απέναντι από το Α΄ τελωνείο Πειραιά, ο Τσούνης χρεώνει 10 δραχμές για κάθε αίτηση εκτελωνισμού.
Συγχρόνως ασχολείται και με διάλυση πλοίων πουλώντας κομμάτια τους στη χαλυβουργία, αλλά και με τροφοδοσίες καραβιών. Σε λιγότερο από 10 χρόνια είχε καταφέρει όχι μόνο να αποκτήσει ένα σημαντικό κεφάλαιο, αλλά και να το επενδύσει σε μετοχές και ακίνητα. Στο μυαλό του Τσούνη, όμως, το μέλλον του βρισκόταν στη ναυτιλία. Και αυτήν τη σκέψη την ενίσχυσε και ο ίδιος ο Ωνάσης, τον οποίο γνώρισε τυχαία στον Σκορπιό καθώς τροφοδοτούσε τη θαλαμηγό του «Χριστινα». «Εχεις ενδιαφέρον για τη θάλασσα;» τον είχε ρωτήσει. «Είμαι εκτελωνιστής και διαλύω πλοία, τι άλλο να θέλω από τη θάλασσα», του είχε απαντήσει ο Τσούνης, για να λάβει ένα χτύπημα στην πλάτη από τον Ωνάση και τη φράση: «Θα μπεις στη ναυτιλία, μπάσταρδε!».
Και ο Ωνάσης βγαίνει αληθινός, αφού το 1960 αποκτά το πρώτο του πλοίο, ένα μικρό εμπορικό των 1.000 τόνων για εσωτερικές διαδρομές. Με τις διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει με τους υπόλοιπους Ελληνες εφοπλιστές ως εκτελωνιστής, οι πόρτες ανοίγουν. Με τη βοήθεια του εφοπλιστή Παπαλιού αγοράζει τα πρώτα του μεγάλα βαπόρια. Παρόλο που είχε φύγει από την Εγλυκάδα περισσότερο από δέκα χρόνια, οι συμβουλές του πατέρα του παρέμειναν καρφωμένες στο μυαλό του. Ο πατέρας του, άνθρωπος με περιορισμένο εισόδημα, είχε ξεκάθαρη ματιά για τα πλούτη και την ευτυχία. «Να μην ξεχάσεις την προέλευσή σου, να μάθεις να ντρέπεσαι και να θυμάσαι ότι τα λεφτά που έχεις δεν είναι δικά σου. Είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν μία ασπιρίνη ή ένα ποτήρι νερό. Να τους βοηθάς αθορύβως και να μην περιμένεις ευχαριστίες αν θες να είσαι χαρούμενος», του είχε πει χαρακτηριστικά.
Γι’ αυτό δεν είναι περίεργο ότι από την αρχή της σταδιοδρομίας του ξεκινάει τη φιλανθρωπική του δράση. Τρία χρόνια από την αγορά του πρώτου μικρού του πλοίου και πριν αποκτήσει τα μεγαλύτερα, δωρίζει το σημαντικό ποσό των 200.000 δολαρίων για την ίδρυση του Λύρειου Ιδρύματος. Και παρά τις προτροπές της οικογένειας Λύρα να ονομαστεί Λύρειο και Τσούνειον Ιδρυμα, ο ίδιος το αρνείται. «Μας εξήγησες ότι τα χρήματα που θα αποκτήσεις θα τα διαθέσεις για τον ανθρώπινο πόνο δίχως κοινωνικές προβολές, αλλά αθόρυβα και σεμνά όπως είπε ο Χριστός», του γράφει σε επιστολή ευχαριστίας τον Ιούλιο του 1963 ο καπετάν Μάρκος Λύρας.
Ο στόλος του
Μαρ 13 2021
Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Ωστόσο, ήδη γίνονται κάποιες συζητήσεις για την άλλη μεγάλη ιστορική επέτειο που ακολουθεί το 2022: τα εκατό χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Και η φετινή χρονιά όμως έχει έναν, άτυπο έστω, χαρακτήρα επετείου: συμπληρώνονται εκατό χρόνια από το 1921, από τότε δηλαδή που το «Μικρασιατικό Ζήτημα», προτού γίνει Καταστροφή, πήρε τον χαρακτήρα της πραγματικά μεγάλης, επικής (και μοιραίας) εκστρατείας.
Από τις αρχές του 1921, περίπου ενάμιση χρόνο μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, όλα έδειχναν να μεταβάλλονται δραματικά. Η κυβέρνηση είχε αλλάξει από τον Νοέμβριο του 1920, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε επιστρέψει και η Ελλάδα έμπαινε όλο και πιο βαθιά σε μια περιπέτεια με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης: μέσα στο 1921 η χώρα επιδίωξε κάτι μεγάλο, στο τέλος όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με το ακριβώς αντίθετο αυτού που επιδίωκε.
Το ελληνικό κράτος, με ολοένα αυξανόμενους οικονομικούς τριγμούς, με μια κοινωνία εξαντλημένη έπειτα από δέκα συνεχή χρόνια πολέμων, διπλωματικά αποδυναμωμένο και απομονωμένο, πολεμούσε σε στρατιωτικό αλλά και πολιτικό επίπεδο για να βρει τη χρυσή τομή στην κρίση. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1921, κατά τη Διασυμμαχική Διάσκεψη του Λονδίνου για το Μικρασιατικό, ενώ ο Λόιντ Τζορτζ έδινε την εντύπωση στους Ελληνες εκπροσώπους ότι η Βρετανία υποστήριζε με ενθουσιασμό τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία, προτάθηκε συμβιβασμός τον οποίο η ελληνική αντιπροσωπεία απέρριψε.
Την ίδια στιγμή, μέσα στο 1921 η τουρκική ηγεσία πέτυχε τη σύναψη φιλικών σχέσεων με την Ιταλία και τη Γαλλία, ενισχύοντας την απομάκρυνσή τους από τις βρετανικές επιλογές. Ειδικότερα, με τον Ιταλό υπουργό Σφόρτσα οι Τούρκοι συμφώνησαν στην κοινή διαχείριση πόρων της ιταλικής ζώνης στη Μικρά Ασία με αντάλλαγμα την αναγνώριση των τουρκικών διεκδικήσεων στη Σμύρνη και στη Θράκη. Η Ιταλία απέσυρε σταδιακά τις δυνάμεις της από την Αντάλια και επέτρεψε στους Τούρκους να αναλάβουν τον έλεγχο της περιοχής. Η Τουρκία είχε επίσης βρει αναπάντεχο σύμμαχο στη νεοσύστατη Σοβιετική Ενωση.

Μέσα σε αυτό το διάστημα, η Ελλάδα επένδυε μονάχα στο άλκιμο αίμα μιας ολόκληρης γενιάς νεαρών ανδρών, πολλοί από τους οποίους βρίσκονταν μακριά απ’ τα σπίτια τους από το 1912. Ετσι, μέσα από συνεχείς επιστρατεύσεις, η χώρα προχώρησε σε κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στην ημερησία διαταγή της 6ης Μαρτίου του 1921, η πρώτη, εμβληματική φράση του Αναστάσιου Παπούλα, αρχηγού της Στρατιάς Μικράς Ασίας μετά τον Νοέμβριο του 1920, προς τους στρατιώτες ήταν: «Στρατιώται, θα επιτεθώμεν!»…
Ομως, οι Ελληνες αξιωματικοί και στρατιώτες άρχισαν τότε να παρατηρούν έκπληκτοι ότι, πλέον, σε χτυπητή αντίθεση με το 1919 και το 1920, δεν είχαν απέναντί τους ελλιπείς και κακά οργανωμένες τουρκικές στρατιωτικές μονάδες ή ομάδες ατάκτων, αλλά έναν τακτικό στρατό που οργανωνόταν, εξοπλιζόταν, διατηρώντας παράλληλα αμείωτο τον φανατισμό και τον πατριωτισμό του.
Αν το 1920 η απόφαση του τότε αρχηγού Στρατιάς Λεωνίδα Παρασκευόπουλου να καταλάβει την Προύσα είχε προκαλέσει την οργή του Βενιζέλου, στις αρχές του 1921 η διεύρυνση του μετώπου και, κυρίως, η διείσδυση εντός της τουρκικής ενδοχώρας, πήρε δραματικές διαστάσεις. Στη μεγάλη εαρινή επίθεση του Γ΄ Σώματος Στρατού τον Μάρτιο του 1921 βορείως του Εσκί Σεχίρ, για πρώτη φορά οι ελληνικές μονάδες υπέστησαν τεράστιες απώλειες δίχως να επιτευχθεί ο αντικειμενικός σκοπός. Επρόκειτο για την πρώτη, ουσιαστικά, ήττα της Στρατιάς Μικράς Ασίας.
Μαρ 13 2021
JACK FAIRWEATHER
Ο εθελοντής
μτφρ. Θεοδώρα Δαρβίρη
εκδ. Gutenberg, 2020, σελ. 528
Οι καιροί της φρίκης αποκαλύπτουν την πιο βαθιά κτηνωδία που μπορεί να εκφραστεί στα έγκατα της ανθρώπινης κατάστασης: πράξεις, πρακτικές και εκφράσεις ανείπωτης βίας, κακίας, δολερότητας, ηθικής έκπτωσης, ωμής ιδιοτέλειας και απόλυτης αναλγησίας.
Ωστόσο, την ίδια ώρα αυτοί οι καιροί γεννούν, σε πολύ μικρότερο ποσοστό φυσικά, απρόσμενες όσο και απίστευτες ιστορίες ηρωισμού και αυταπάρνησης από ανθρώπους «της διπλανής πόρτας», από ανθρώπους που στους καιρούς της «κανονικότητας» πιθανώς θα περνούσαν απαρατήρητοι.
Βλέποντας εκ των υστέρων τις ζωές και τις πράξεις ετούτων των απρόσμενων ηρώων, πάντοτε μαζί με το δέος και τον θαμπωμένο θαυμασμό μας, προσπαθούμε να εξηγήσουμε, συχνά με όρους μη διαλεκτικούς, το πώς και το γιατί σχηματίστηκε μέσα τους μια τέτοια προσήλωση σε ηθικές και ανθρωπιστικές αξίες – και μάλιστα μέσα σε ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα όπου δεν θα απαιτούσε κανείς κάτι τέτοιο.
Από τους (όχι λίγους) «καιρούς της φρίκης», σαφώς ο φριχτότερος για τον 20ό αιώνα (ή και για όλους τους αιώνες) ήταν η περίοδος της κυριαρχίας του ναζισμού με την εφιαλτική του απόληξη: τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. Και εξαιτίας της έντασης του αναπόδραστου εφιάλτη που προξένησε, οι απρόσμενοι ήρωες που αντιστάθηκαν στον ναζισμό γίνονται διαρκώς όλο και ευκρινέστερα σύμβολα ενός παλλόμενου ανθρωπισμού που μπορεί (ακόμη) να συγκροτήσει ηθική αντιπρόταση στην ανθρώπινη κτηνωδία.
Οι φοιτητές του Λευκού Ρόδου στη Γερμανία και ο Φρανς Γέγκερστετερ είναι χαρακτηριστική περίπτωση: οι πρώτοι (κι ας αναφέρουμε μερικά ονόματα: Σόφι Σολ, Χανς Σολ, Αλεξάντερ Σμόρελ, Κρίστοφ Προμπστ, Βίλι Γκραφ – και μαζί ο καθηγητής τους Κουρτ Χούμπερ) με τις σπαρακτικές έξι Προκηρύξεις τους (εκδόσεις Πατάκη, 2019, μετάφραση: Θοδωρής Τσομίδης) και τον αποκεφαλισμό τους από τους ναζί έγιναν το σημείο αναφοράς της μεταπολεμικής Γερμανίας: σήμερα στις σχετικές δημοσκοπικές έρευνες θεωρούνται οι σημαντικότεροι Γερμανοί του 20ού αιώνα (πιθανώς ξεπλένοντας την απολύτως εύλογη γερμανική ιστορική ενοχή για την εκλογική κατίσχυση του Χίτλερ).
Ο Γέγκερστετερ πάλι, Αυστριακός αντιρρησίας συνείδησης που επέλεξε να πεθάνει από το να στρατευτεί με τους ναζί και αποκεφαλίστηκε στο Βερολίνο την άνοιξη του 1943, έχει γίνει από το 2007 άγιος της Καθολικής Εκκλησίας, ενώ με την πρόσφατη ταινία του Τέρενς Μάλικ («Μια κρυφή ζωή», 2019) γίνεται ένα παγκόσμιο σύμβολο του χριστιανικού ουμανισμού αλλά και του αντιμιλιταρισμού.
Ενας τέτοιος απρόσμενος όσο και απίστευτος ήρωας, για τον οποίο χρειάζεται μονάχα μια αντίστοιχη σημαντική ταινία ή τηλεοπτική σειρά ώστε να αναδειχθεί σε παγκόσμιο σύμβολο, είναι ο Πολωνός Βίτολντ Πιλέτσκι (1901-1948). Και είναι αλήθεια πως όσα ξέρουμε για την έννοια του ηρωισμού και της αυταπάρνησης μοιάζουν θαμπά όταν μιλούμε για την πραγματικά εκπληκτική περίπτωση αυτού του Πολωνού αξιωματικού του Ιππικού, ο οποίος μέχρι τα 38 του χρόνια ήταν ένας συνεπής και τυπικός οικογενειάρχης με καλλιτεχνικές ανησυχίες (λάτρης της καθημερινής ζωής, ζούσε στο οικογενειακό αγρόκτημα με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του, μετέχοντας στις κοινοτικές εργασίες του αγροκτήματος). Από το 1939 μετέτρεψε σταδιακά τον αγώνα του με τον ναζισμό σε μια ιδιότυπη προσωπική υπόθεση, σε ένα ακραία παράτολμο όσο και συγκλονιστικό «ένας εναντίον όλων», το οποίο είχε το σθένος να υπηρετήσει μέχρι το τέλος.
Ο Πιλέτσκι, μετά την κατάληψη της Βαρσοβίας από τους ναζί (στις 27 Σεπτεμβρίου του 1939), θεώρησε, όπως και άλλοι Πολωνοί αξιωματικοί, πως ο πόλεμος ενάντια στους ναζί συνεχίζεται: έτσι εντάχθηκε στην πολωνική Αντίσταση. Εναν χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1940, προσφέρεται ως εθελοντής για να υλοποιήσει ένα ακραίο αντιστασιακό σχέδιο: με πλαστή ταυτότητα, βγαίνει εσκεμμένα στον δρόμο της Βαρσοβίας ώστε να συλληφθεί από τους ναζί και να οδηγηθεί στο Αουσβιτς. Στόχος, να δώσει πληροφορίες στην Αντίσταση για τα όσα συμβαίνουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (πρέπει να σημειωθεί πως ακόμη δεν έχει αρχίσει η βιομηχανία των μαζικών δολοφονιών του Ολοκαυτώματος, η οποία κλιμακώνεται μετά την εφιαλτική διάσκεψη της Βάνζεε, τον Ιανουάριο του 1942).
Ο Πιλέτσκι θα μείνει στο Αουσβιτς για δυόμισι χρόνια: στο διάστημα αυτό θα κατασκευάσει ασύρματο πομπό για να ενημερώνει την Αντίσταση, θα δημιουργήσει την παράνομη οργάνωση ZOW (Ενωση Στρατιωτικών Οργανώσεων) που θα στηρίζει τους κρατουμένους με τρόφιμα, ρουχισμό και παντοειδή υποστήριξη, ενώ θα αρχίσει να στέλνει αναφορές στην Αντίσταση όπου περιγράφει αναλυτικά τη λειτουργία του στρατοπέδου ως κέντρου βιομηχανικού φόνου ενάντια στους Εβραίους.
Μαρ 06 2021
Λεύτερης Κουσούλης
Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 28/02/2021
http://www.lefteriskousoulis.gr/index.php/2014-11-06-14-16-38/826-ta-prosopa-tis-parakmis
Όπως και να περιγράψεις την παρακμή, αυτή θα σου ξεφεύγει. Έχει καταλάβει κάθε τόπο, κάθε σημείο. Δεν είναι κάπου, είναι παντού. Δεν αρκεί να γνωρίσεις το μέρος της, πρέπει να καταλάβεις το όλον της. Μέσα στα πολλά πρόσωπα, χάνεται το πρόσωπό της. Και όμως, δεν είναι μυστήριο, είναι μπροστά μας. Παρελαύνει στις τηλεοπτικές οθόνες.
Πρώτα διέγραψε τις σημασίες. Επίμονα, εργατικά, ευφάνταστα, άδειασε τις λέξεις από τα νοήματα. Όπου δεν υπάρχει διάκριση, δεν νοείται διαφορετικότητα. Όλα είναι ίδια. Αν οι λέξεις ορίζουν τα πράγματα, άρα τα οριοθετούν και τα διαχωρίζουν, αδύναμες και ισχνές πλέον οι λέξεις συντελούν στην εγκαθίδρυση μιας σύγχυσης ισοπεδωτικής. Στον αποξηραμένο κάμπο δεν διακρίνονται τα λουλούδια από τα ζιζάνια.
Έχασε έτσι προοδευτικά η γλώσσα τον κύριο ρόλο της. Την επικοινωνία των ανθρώπων σε μια συνθήκη αλήθειας. Η γλώσσα γίνεται κατ’ εξοχήν μέσο επιβολής και κυριαρχίας, αντί να είναι μέσο φωτισμού των πραγμάτων, διαλόγου, ερμηνείας και επεξήγησης της εποχής και του κόσμου.
Ακολούθησε ο Νόμος. Ως εργαλείο συμβίωσης ο Νόμος αντιστέκεται εκ του πυρήνα του στην παρακμή, την αντιμάχεται και την εμποδίζει. Η παρακμή αδιαφορεί για την συμβίωση και αντιτάσσει την επιβίωση, ως όπλο της σε μια κοινωνία, που έχει ήδη ακολουθήσει το δρόμο της ισοπέδωσης και έχει υιοθετήσει τα ωφελήματά του. Ο ατομικός μικρόκοσμος γίνεται το βασίλειο της παρακμής και ο «υλικός» κόσμος του ατομικού συμφέροντος βρίσκει στον κόσμο της την ακμή του. Η ατομική ικανοποίηση και αυτάρκεια γίνεται το μέτρο. Ο κλειστός και στενός ορίζοντας, ο κόσμος όλος. Ο Νόμος διαβάζεται υπό τα κριτήρια της ιδιωτικής ζώνης. Γίνεται δεκτός ή απορρίπτεται. Σεβαστός ή όχι. Ο Νόμος είναι πια μια χλιαρή ζελατίνα.
Απέναντι στην ορμητική αυτή ροή, οι πολιτικοί εκφραστές υποχωρούν. Υιοθετούν τις συμπεριφορές που στο χρόνο κερδίζουν τους πολλούς, συμφιλιώνονται. Προσχωρούν στα αιτήματα. Γίνονται συνομιλητές της κατάστασης και προοδευτικά, μέσα στο χωνευτήρι του χρόνου, μέρος της.
Και έρχεται ο τελευταίος κύκλος της δίνης. Έρχεται η ατιμωρησία. Ως φυσική κατάληξη διαγραφής κάθε κριτηρίου ιεράρχησης. Αφού όλα είναι ίδια, όλα είναι αδιάφορα. Ούτε κανόνας, ούτε κύρωση. Εκεί που τίποτα δεν είναι ιερό, το πρώτο που χάνεται είναι η ιερότητα του προσώπου. Σε αυτό τον χορό του θανάτου, ο άλλος, ο κάθε άλλος είναι μια αδιάφορη περίπτωση. Ο βαθμός εξουσίας και όχι μια συνθήκη δικαίου θα ορίσει την μεγάλη κίνηση.
Μπροστά μας η παρακμή, «φορτωμένη δόξες», δεν έχει πλέον προσχήματα. Αν δεν κάνουμε κάτι, μέσα σε αυτές τις ζοφερές ώρες των ημερών, θα περάσουν και αυτές άκαρπες.
Μαρ 06 2021
Εχουμε εισέλθει στον νέο, ανά δεκαετία οριζόμενο, παπαδιαμαντικό ενιαυτό και, εξοφλώντας χρεωστικό υπόλοιπο που έχω από πέρυσι (βλ. σε αυτήν εδώ τη στήλη, 2.11.2020), θα γράψω λίγα λόγια για το διήγημα «Νεκράνθεμα» (α΄ δημοσίευση: «Ελεύθερον Βήμα», 6.6.1925). Ο Τριανταφυλλόπουλος στην επετειακή έκδοση του «Βήματος» (2011) υιοθετεί τον τίτλο της έκδοσης Βαλέτα («Νεκράνθεμα εις την μνήμην των»), τον οποίο είχε ορθώς απορρίψει στην έκδοση του Δόμου. Το «εις την μνήμην των», που εμπεριέχεται εξάλλου στη λ. «Νεκράνθεμα», αποτελεί προσθήκη της εφ. «Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος», κατά τη β΄ δημοσίευση του διηγήματος (23.1.1927).
Είναι Σάββατο, 8 Μαΐου, μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και ο αφηγητής έχει εκκλησιαστεί λίαν πρωί στον πανηγυρίζοντα ναΐσκο, στον Πύργο, μαζί με ένα ζηλεμένο νιόπαντρο ζευγάρι, τη Φουλιώ και τον Κωστάκη, μακρινούς συγγενείς του. Η μικρά Φουλιώ, δεκάξι χρονών, έγκυος στον τέταρτο μήνα, θα του πει μια στιγμή «με κρυσταλλίνην φωνήν», εκφράζουσα «διαυγές αίσθημα»: «Σ’ αγαπούμε να μ’ αγαπάς, μπάρμπ’ Αλέξανδρε». Το διήγημα δεν κρύβει καθόλου τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του. «Τους ηγάπων κ’ εγώ πολύ» είναι η απάντηση. Εχουν προσυμφωνήσει μετά τον εκκλησιασμό να περάσουν τη μέρα στον κήπο του φιλόπονου και φιλάλληλου Γιώργη Σαρρή, στο Ξάνεμο. Δεν λείπει τίποτε από την πληρότητα της χαράς: πρωινός εκκλησιασμός, φυσικό κάλλος, καλοσύνη και αγνότητα. Ο αφηγητής μετέχει ψυχικά σε αυτή την χαρά, τη βλέπει και την απολαμβάνει: «απόλαυσις ήτο να βλέπη τις τον Γεώργιον να […]. Απόλαυσις ήτο να βλέπη την μικράν Φουλιώ ν’ […] απόλαυσις να βλέπη την απλοϊκήν Μαρίαν να […] και όλ’ αυτά να τα θεωρή τις καθήμενος δροσερά, υπό το φύλλωμα της μεγάλης συκής, επάνω εις ακατέργαστον μέγα κούτσουρον […] εις το χείλος του φρέατος, σιμά εις τον λευκόν τοίχον της στέρνας». Ο αφηγητής θα δεχθεί πρόταση του Κωστάκη και θα τον ακολουθήσει βαρυνόμενος σε ανηφορική οδοιπορία για να αγναντέψουν το πέλαγος, όπου «είχαμεν […] μεγαλύτερον θέαμα ν’ απολαύσωμεν»: χρυσίζοντα στάχυα, κοίλη πεδιάς, ακτή συνεχής, άμμος κιτρινωπή, χαράδραι χειμάρων κατωφερείς, θάμνοι σχοίνων, κομάρων, πρίνων και ερεικών, η άπειρος αγκάλη του αχανούς πελάγους, τεμνομένου «από μεγάλας νήσους, αλλεπαλλήλους, ελλοχευούσας, υψούσας τον τράχηλον, την μίαν όπισθεν της άλλης», ο Αθως αντικρύ, αριστερά η βορειότερη ακτή του νησιού, με τις αγέλες των εριφίων, μαυράδια κινούμενα εδώ κι εκεί, ο αιγιαλός με τους σκοπέλους του τους σπαρτούς!
Τα μάτια του αφηγητή έχουν τη χάρη να τη βλέπουν όλη αυτή την ομορφιά, ο ίδιος όμως είναι δυστυχισμένος: «ήμην δυστυχής ενδομύχως, από θλιβεράς αφορμάς αφορώσας εμέ και τους οικείους μου, τας οποίας πολύ επροσπάθουν να λησμονώ». Τούτη τη μέρα ειδικά, ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να τις λησμονήσει, γιατί έχει κανονίσει να πάει να βρει τους δικούς του στην Παναγία την Κουνίστρα. Η οικογένεια έχει τάξιμο να λειτουργηθεί εκεί την επαύριο, των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, Κυριακή προ της Πεντηκοστής. Βρίσκονται ήδη στο μοναστήρι από το πρωί του Σαββάτου δύο αδελφές του και ο αδελφός του ο Γιώργης, με τη γυναίκα και τα μικρά παιδιά του.
Ο Γ. Παπαδιαμάντης στα τέλη Μαρτίου 1892 έχει εμπλακεί σε υπόθεση λαθρεμπορίας πετρελαίου στη Σκιάθο, δικάζεται τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς και καταδικάζεται σε φυλάκιση δύο ετών και δυόμισι μηνών. Εκτίει την ποινή του στις φυλακές του Βόλου. Τον Οκτώβριο 1893 του απονέμεται χάρις (για αυτή την ιστορία της λαθρεμπορίας, βλ. Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, «Σχόλια στην παπαδιαμαντική αλληλογραφία των ετών 1892-1893», περ. «μικροφιλολογικά», τχ. 47, άνοιξη 2020, σ. 31-39). Το 1904 «έπαθε τας φρένας» (βλ. επιστολή του Παπαδιαμάντη προς τον Γιάννη Βλαχογιάννη, 13.2.1904) και έχασε τη δουλειά του. Εχει πέντε παιδιά. Ο Παπαδιαμάντης σε νέα επιστολή του από τη Σκιάθο προς τον Βλαχογιάννη (10.3.1904) γράφει ότι περιμένουν τον αδελφό του «να έλθη φαμιλικώς». Πήγε. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε το τάξιμο στην Παναγία την Κουνίστρα: να γίνει καλά ο άρρωστος αδελφός. Τον τρώει τον Παπαδιαμάντη αυτή η αρρώστια, δεν μπορεί να τη βγάλει από τον νου του, και είναι ενδομύχως δυστυχής. Η καλοσύνη των άλλων είναι παρηγορητική, μαλακώνει τον πόνο, καλοσυνεύει τη λαβωματιά, γίνεται πηγή «μικράς αναψυχής», στον «τόπον […] της δοκιμασίας». Ο πόνος ωστόσο μένει πάντα εκεί, αμετάθετος ορίζοντας. Συχνά στο έργο του Παπαδιαμάντη, με κορυφαίο παράδειγμα το «Μυρολόγι της φώκιας», μέσα στο κάλλος της φύσης και στην καλοσύνη των ανθρώπων, υφαίνεται η τραγωδία, που καιροφυλακτεί ανά πάσα στιγμή, μεταξύ χειλέων και κύλικος, όπως θα πει ο αφηγητής, όταν ο Κωστάκης τού διηγείται πώς σώθηκε πριν από εννιά χρόνια, ενώ πνίγηκε ο σύντροφός του, τότε που βούλιαξε η βάρκα τους (βλ. το διήγημα «Σταγόνα νερού…»).
Με βάση τα επιστολικά στοιχεία και τις εορτολογικές πληροφορίες μπορούμε πολύ εύκολα να υπολογίσουμε ότι η δράση του διηγήματος τοποθετείται το 1904. Τη χρονιά εκείνη το Πάσχα είχε πέσει στις 28 Μαρτίου (π.η.), και άρα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στις 8 Μαΐου, ήταν πράγματι ημέρα Σάββατο. Στις 28 Οκτωβρίου 1904 ο Παπαδιαμάντης θα επιστρέψει στην Αθήνα, όπως γράφει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικά ακριβές τούτο διήγημα. Την 1η Νοεμβρίου «η μικρά Φουλιώ […] απέθνηκεν εις την γένναν της, εξ επιλοχίου πυρετού». Την επόμενη χρονιά, 1905, το Πάσχα πέφτει στις 17 Απριλίου. Στις 18 Απριλίου, «την Δευτέραν του Πάσχα, λευκήν και μυροβολούσαν με το “Χριστός ανέστη”, εσβήνετο, αφήσας τόσην ορφάνιαν ξοπίσω του, ο ταλαίπωρος αδελφός μου».
«Τις μοι δώσει ύδωρ, και δάκρυα;»
Μαρ 06 2021
Μια τοστιέρα, για να μπει στην αγορά, απαιτεί περισσότερες δοκιμές ασφαλείας από όσες το Facebook, λέει στην «Καθημερινή» ο Κρίστοφερ Γουάιλι, ο Καναδός που αποκάλυψε το σκάνδαλο της Cambridge Analytica, που «επηρέασε» υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ τις εκλογές του 2016 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον πολιτικό διάλογο –που φαίνεται να υποδαυλίζει ή να οξύνει συμβάντα όπως η έφοδος του όχλου στο Καπιτώλιο– γίνεται και πάλι ένα εξαιρετικά σοβαρό πολιτικό ζήτημα διεθνώς.
Αρκετά πιο επιφυλακτικός, ο καθηγητής Ψηφιακής Διακυβέρνησης στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου Γιάννης Θεοχάρης επισημαίνει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν προκαλούν τις ίδιες αντιδράσεις σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις κοινωνίες, και «δεν είναι εκ φύσεως καλά ή κακά για τη δημοκρατία». Προσθέτει ότι, κατά την προεκλογική περίοδο του 2016 στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 0,1% των χρηστών παρήγαγε το 80% των ψευδών ειδήσεων (fake news).
Η Μαριέτζε Σάακε, πρώην ευρωβουλευτής και νυν επικεφαλής του Stanford Cyber Policy Center, θέτει το αμφιλεγόμενο ζήτημα του αποκλεισμού του Ντόναλντ Τραμπ από το Facebook και το Twitter, αλλά υπογραμμίζει ότι «οι δημοκρατίες πρέπει να ανακτήσουν τον έλεγχο των ορίων του δημοσίου διαλόγου από τους κολοσσούς της κοινωνικής δικτύωσης».
Ο δημοσιογράφος και Senior Editor της διαΝΕΟσις Ηλίας Νικολαΐδης φωτίζει την ελληνική εμπειρία. Από το 2009 έως το 2021 μειώθηκαν στο μισό εκείνοι που εμπιστεύονταν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και έως το 2016 ένας στους τέσσερις δήλωνε ότι η κύρια πηγή ενημέρωσής του ήταν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μαρ 06 2021
Λίγο νωρίτερα (Μάιος 1975), η ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου είχε «αναφερθεί» στον Νίκο Καββαδία αποχαιρετίζοντάς τον όχι ως φίλη, αλλά ως μια νέα ομότεχνη που είχε τη δυνατότητα να διακρίνει βιώσιμα στοιχεία στην ποίησή του: «“Ιδεν άστεα και νόον έγνω”, πραγμάτωσε και καρπώθηκε την ουσιαστική αποδημία ο Νίκος Καββαδίας. Αν ο ποιητής είναι πάντα ένα δίβουλο πρόσωπο, άτεγκτα προορισμένο να θρυμματιστεί από το χρόνο, ίσως είναι κλήρος λυτρωτικός ο κλήρος της πραγματοποιημένης αναχώρησης και ποθεινό πρόσχημα βίου το πρόσχημα της συνεχούς φυγής, που αξιώθηκε ο άνθρωπος Καββαδίας… Ο ποιητής μάς εκόμισε τη μοναδική, ίσως, λυρική έκφραση της ναυτικής μας παράδοσης ή, τουλάχιστον, της ψυχογραφίας του ναυτικού “από τα μέσα”, με βεβαιωμένη αυθεντικότητα και ειλικρίνεια. Και για όσους θα φοβούνταν ότι η ψυχογραφία αυτή κινδυνεύει εδώ κι εκεί να είναι περισσότερο χρώμα παρά αίμα, το “πούσι” προλαβαίνει να υποβάλει τόνους βαθιά βιωμένης πικρίας και ένα, φορές, τραγικό ανατρίχιασμα φθοράς και θανάτου. Ο Καββαδίας αγαπήθηκε. Και θα αγαπιέται για πολύ ακόμη, ίσως, όσο, μέσα στα μίζερα χρόνια μας, θα επιζεί αυτό που μάθαμε να λέμε “φιλοπερίεργον του έλληνος”, ο προαιώνιος πόθος για τους πλόες, ο μέσα μας ταλαίπωρος Οδυσσέας» (Δήμητρα Χριστοδούλου, περιοδικό «Αντί», τεύχος 18, 1975). Ενας εσώτερος Οδυσσέας που επιμένει ακόμη (το 2020) να συνομιλεί τόσο με τον Καββαδία: «Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,/ όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές./ Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; – Ματώνει, δε σκοτώνει./ Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές» («Τραβέρσο»), όσο και με τον Εμπειρίκο: «Η θάλασσα κρυφομιλά και πλέχει/ Καμιά φορά σηκώνεται κι ουρλιάζει/ Μα πάντοτε τα ύδατά της παραμένουν/ Θάλασσα της θαλάσσης» («Ενδοχώρα»).

Και ο Καββαδίας και ο Εμπειρίκος έγραψαν έργα της θάλασσας: «Με το καράβι του Θησέα σ’ αφήσαμε στη Νάξο./ Γυμνή, μ’ ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί. /Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πώς να σε φωνάξω;/ Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί» (Νίκος Καββαδίας, «Τραβέρσο»). Οπως και έργα της αγάπης: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια… Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη… Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω, εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων» (Ανδρέας Εμπειρίκος, «Υψικάμινος»). Και οι δυο τους υπήρξαν ακρίτες, με την ιδιαίτερη εκείνη ταυτότητα που έχει προσδιορίσει ο Κ. Θ. Δημαράς: «Τα πιο σπουδαία προϊόντα της λογοτεχνίας μας γεννιούνται κοντά στα ιδεατά ή πραγματικά σύνορα του ελληνισμού, εκεί δηλαδή όπου οι ανταλλαγές είναι πιο πυκνές. Ακριτική κατεξοχήν φαίνεται η λογοτεχνία μας: η τριβή με τον ξένο αναπτύσσει την ηθική συνείδηση, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει τις ξένες επιδράσεις» («Το Βήμα», 28.5.1948).
Ο Νίκος Καββαδίας, με ρίζες κεφαλονίτικες από μάνα και πατέρα, είχε γεννηθεί το 1910 στο Νικόλσκι-Ουσουρίσκι, μια μικρή κινεζική πόλη κοντά στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας, όπου ο πατέρας του διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου (εισαγωγές-εξαγωγές-μεταφορές). Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, γεννημένος στη Βραΐλα το 1901, είχε ρίζες και καταβολές στην Ανδρο από τη μεριά του διαπρεπούς στον ναυτιλιακό και εμπορικό κόσμο πατέρα του και στη Ρωσία από τη μεριά της μητέρας του. Ενα χρόνο μετά η οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα (στη Σύρο το 1902 και από το 1908 στην Αθήνα). Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έρχεται και ο Νίκος Καββαδίας στην Ελλάδα, πρώτα στο Αργοστόλι και μετά (1921) στον Πειραιά. «Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επιμείνει κανείς κάπως περισσότερο», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης («Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο»): «Η συρρίκνωση του Ελληνισμού μετά την επικράτηση των εθνικισμών –δεν το συνειδητοποιήσαμε ποτέ όσο έπρεπε– μας αποστέρησε από τον τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα με την ανοιχτοσύνη εκείνη και την ισχύ που διέθετε το ίδιο μας το γλωσσικό όργανο σε μια μεγάλη έκταση του πολιτισμένου τότε κόσμου». Στην «ανοιχτοσύνη» αυτή έχει αναφερθεί και ο Γιώργος Σεφέρης: «Συλλογίζομαι ξανά πως στον καιρό μου οι περισσότεροι άνθρωποι των γραμμάτων είχανε βγει από την περιφέρεια του Εθνους. Είχανε γεννηθεί στα χρόνια που υπήρχε μεγαλύτερη ευρυχωρία στην Ελλάδα, πριν αρχίσει αυτή η πόλωση των ελληνικών πληθυσμών μέσα στα σύνορα του ελλαδικού κράτους… είχανε γεννηθεί σε χρόνια που άκμαζαν πολυάνθρωπες κοσμοπολιτικές πολιτείες» (Γιώργος Σεφέρης, Πρόλογος στο βιβλίο του Ι. Α. Σαρεγιάννη «Σχόλια στον Καβάφη», 1964). Παιδιά της Ελλάδας και υιοθετημένα παιδιά όλων των πολιτισμών.
Μαρ 06 2021
Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν μια Επανάσταση με εθνικό και θρησκευτικό χαρακτήρα. Οπως έγραψε και ο σαμιώτης ποιητής και αγωνιστής του 1821 Γεώργιος Κλεάνθης, οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν «για του Χριστού την Πίστη την Αγία / Και της Πατρίδος την Ελευθερία».
Από τον Οκτώβριο του 1820 η Φιλική Εταιρεία είχε ορίσει την εξέγερση στην Πελοπόννησο για την 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού. Το μαρτυρούν ο Θ. Κολοκοτρώνης και άλλοι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ηθελαν να συνδέσουν την Ορθοδοξία με την ελευθερία. Είναι επίσης χαρακτηριστικό των ελληνορθόδοξων ιδανικών τoυ 1821 ότι σε όλα τα Συντάγματα των Εθνικών Συνελεύσεων δηλώνεται ότι νόμοι του ελληνικού κράτους θα είναι οι νόμοι «των χριστιανών ημών αυτοκρατόρων», δηλαδή των Βυζαντινών. Οι Ελληνες του 1821 αισθάνονταν συνεχιστές της αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου. Σε εφημερίδα της Τεργέστης δημοσιεύτηκε το 1821 η προκήρυξη του Σαλώνων Ησαΐα και του Αθανασίου Διάκου, οι οποίοι έκαναν σαφές ότι αγωνίζονται «για τον Χριστό και για τον Λεωνίδα».
Είναι λανθασμένη η άποψη ορισμένων ότι στην Επανάσταση μετείχαν μόνο ιερείς, διάκονοι και μοναχοί και ότι οι επίσκοποι ήταν αντίθετοι. Τα γεγονότα είναι αψευδείς μάρτυρες. Το 1821 βάφεται με το αίμα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και του Πατριάρχη Κυρίλλου ΣΤ’, του από Αδριανουπόλεως και άλλων επισκόποων που θανατώθηκαν μαρτυρικά στην Κωνσταντινούπολη και αλλού. Εκτός από τον επίσκοπο της Πάτρας (Παλαιών Πατρών) Γερμανό, που ευλόγησε το λάβαρο στην Αγία Λαύρα και στην Πάτρα, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας κηρύσσει την Επανάσταση στη Φωκίδα και θυσιάζεται στην Αλαμάνα. Στην Πάτμο έρχεται γι’ αυτόν τον σκοπό ο πάτμιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και υψώνει και αυτός το λάβαρο της ελευθερίας.
Πολλοί επίσκοποι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Αγώνα όπως ο Ελους Ανθιμος με τα φλογερά κηρύγματά του, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ταλαντίου Νεόφυτος. Και στην Εξοδο του Μεσολογγίου, που συγκλόνισε την ανθρωπότητα, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, βοηθός του μητροπολίτη Αρτης Πορφυρίου, θυσιάζεται ανατινάζοντας τον Ανεμόμυλο, αφού επί ένα έτος ενθάρρυνε τους πολιορκημένους μεταταδίδοντας τη Θεία Κοινωνία.
Ελληνες, φιλέλληνες αλλά και οθωμανοί ιστορικοί το παραδέχονται: Επίσκοποι, ιερείς, απλοί μοναχοί, όλοι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ήταν παρόντες. Την ελευθερία μας την οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στα «ματωμένα ράσα». Δανείζομαι τον όρο από το ομώνυμο βιβλίο του ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά.
Θέλω να επισημάνω ότι δεν είναι αληθές ότι οι πρόγονοί μας περίμεναν τη Γαλλική Επανάσταση για να μάθουν τι σημαίνει ξεσηκωμός. Δεκάδες κινήματα Ελλήνων κατά των οθωμανών δυναστών καταγράφει ο Κωνσταντίνος Σάθας, τα οποία αγνοούνται από τα σχολικά βιβλία. Δεν ήταν μόνο η εξέγερση του επισκόπου Τρίκκης Διονυσίου Φιλοσόφου (Σκυλοσόφου) το 1601-1611 και τα Ορλοφικά το 1769-1770, όπως αναφέρουν ορισμένα σχολικά βιβλία. Οι Ελληνες άρχισαν τις εξεγέρσεις τους για την ελευθερία αμέσως μετά την Αλωση της Πόλης. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 άκουσε με ενδιαφέρον τα φιλελεύθερα μηνύματα της Δυτικής Ευρώπης, αλλά πρωτίστως είναι πνευματικό τέκνο του Ρήγα Βελεστινλή, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, των Νεομαρτύρων και των συνεχών εξεγέρσεων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Τετρακόσια χρόνια εξεγέρσεων στη Νότια Ελλάδα, 500 χρόνια στη Βόρεια Ελλάδα!
Εχω την τιμή να προεδρεύω επί είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρόκειται για μία από τις πολλές πρωτοβουλίες τις οποίες ανέλαβε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος.