«

»

Μαρ 06 2021

«Ημην δυστυχής ενδομύχως…»

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Ημην δυστυχής ενδομύχως…»

Εχουμε εισέλθει στον νέο, ανά δεκαετία οριζόμενο, παπαδιαμαντικό ενιαυτό και, εξοφλώντας χρεωστικό υπόλοιπο που έχω από πέρυσι (βλ. σε αυτήν εδώ τη στήλη, 2.11.2020), θα γράψω λίγα λόγια για το διήγημα «Νεκράνθεμα» (α΄ δημοσίευση: «Ελεύθερον Βήμα», 6.6.1925). Ο Τριανταφυλλόπουλος στην επετειακή έκδοση του «Βήματος» (2011) υιοθετεί τον τίτλο της έκδοσης Βαλέτα («Νεκράνθεμα εις την μνήμην των»), τον οποίο είχε ορθώς απορρίψει στην έκδοση του Δόμου. Το «εις την μνήμην των», που εμπεριέχεται εξάλλου στη λ. «Νεκράνθεμα», αποτελεί προσθήκη της εφ. «Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος», κατά τη β΄ δημοσίευση του διηγήματος (23.1.1927).

Είναι Σάββατο, 8 Μαΐου, μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και ο αφηγητής έχει εκκλησιαστεί λίαν πρωί στον πανηγυρίζοντα ναΐσκο, στον Πύργο, μαζί με ένα ζηλεμένο νιόπαντρο ζευγάρι, τη Φουλιώ και τον Κωστάκη, μακρινούς συγγενείς του. Η μικρά Φουλιώ, δεκάξι χρονών, έγκυος στον τέταρτο μήνα, θα του πει μια στιγμή «με κρυσταλλίνην φωνήν», εκφράζουσα «διαυγές αίσθημα»: «Σ’ αγαπούμε να μ’ αγαπάς, μπάρμπ’ Αλέξανδρε». Το διήγημα δεν κρύβει καθόλου τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του. «Τους ηγάπων κ’ εγώ πολύ» είναι η απάντηση. Εχουν προσυμφωνήσει μετά τον εκκλησιασμό να περάσουν τη μέρα στον κήπο του φιλόπονου και φιλάλληλου Γιώργη Σαρρή, στο Ξάνεμο. Δεν λείπει τίποτε από την πληρότητα της χαράς: πρωινός εκκλησιασμός, φυσικό κάλλος, καλοσύνη και αγνότητα. Ο αφηγητής μετέχει ψυχικά σε αυτή την χαρά, τη βλέπει και την απολαμβάνει: «απόλαυσις ήτο να βλέπη τις τον Γεώργιον να […]. Απόλαυσις ήτο να βλέπη την μικράν Φουλιώ ν’ […] απόλαυσις να βλέπη την απλοϊκήν Μαρίαν να […] και όλ’ αυτά να τα θεωρή τις καθήμενος δροσερά, υπό το φύλλωμα της μεγάλης συκής, επάνω εις ακατέργαστον μέγα κούτσουρον […] εις το χείλος του φρέατος, σιμά εις τον λευκόν τοίχον της στέρνας». Ο αφηγητής θα δεχθεί πρόταση του Κωστάκη και θα τον ακολουθήσει βαρυνόμενος σε ανηφορική οδοιπορία για να αγναντέψουν το πέλαγος, όπου «είχαμεν […] μεγαλύτερον θέαμα ν’ απολαύσωμεν»: χρυσίζοντα στάχυα, κοίλη πεδιάς, ακτή συνεχής, άμμος κιτρινωπή, χαράδραι χειμάρων κατωφερείς, θάμνοι σχοίνων, κομάρων, πρίνων και ερεικών, η άπειρος αγκάλη του αχανούς πελάγους, τεμνομένου «από μεγάλας νήσους, αλλεπαλλήλους, ελλοχευούσας, υψούσας τον τράχηλον, την μίαν όπισθεν της άλλης», ο Αθως αντικρύ, αριστερά η βορειότερη ακτή του νησιού, με τις αγέλες των εριφίων, μαυράδια κινούμενα εδώ κι εκεί, ο αιγιαλός με τους σκοπέλους του τους σπαρτούς!

Τα μάτια του αφηγητή έχουν τη χάρη να τη βλέπουν όλη αυτή την ομορφιά, ο ίδιος όμως είναι δυστυχισμένος: «ήμην δυστυχής ενδομύχως, από θλιβεράς αφορμάς αφορώσας εμέ και τους οικείους μου, τας οποίας πολύ επροσπάθουν να λησμονώ». Τούτη τη μέρα ειδικά, ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να τις λησμονήσει, γιατί έχει κανονίσει να πάει να βρει τους δικούς του στην Παναγία την Κουνίστρα. Η οικογένεια έχει τάξιμο να λειτουργηθεί εκεί την επαύριο, των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, Κυριακή προ της Πεντηκοστής. Βρίσκονται ήδη στο μοναστήρι από το πρωί του Σαββάτου δύο αδελφές του και ο αδελφός του ο Γιώργης, με τη γυναίκα και τα μικρά παιδιά του.

Ο Γ. Παπαδιαμάντης στα τέλη Μαρτίου 1892 έχει εμπλακεί σε υπόθεση λαθρεμπορίας πετρελαίου στη Σκιάθο, δικάζεται τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς και καταδικάζεται σε φυλάκιση δύο ετών και δυόμισι μηνών. Εκτίει την ποινή του στις φυλακές του Βόλου. Τον Οκτώβριο 1893 του απονέμεται χάρις (για αυτή την ιστορία της λαθρεμπορίας, βλ. Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, «Σχόλια στην παπαδιαμαντική αλληλογραφία των ετών 1892-1893», περ. «μικροφιλολογικά», τχ. 47, άνοιξη 2020, σ. 31-39). Το 1904 «έπαθε τας φρένας» (βλ. επιστολή του Παπαδιαμάντη προς τον Γιάννη Βλαχογιάννη, 13.2.1904) και έχασε τη δουλειά του. Εχει πέντε παιδιά. Ο Παπαδιαμάντης σε νέα επιστολή του από τη Σκιάθο προς τον Βλαχογιάννη (10.3.1904) γράφει ότι περιμένουν τον αδελφό του «να έλθη φαμιλικώς». Πήγε. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε το τάξιμο στην Παναγία την Κουνίστρα: να γίνει καλά ο άρρωστος αδελφός. Τον τρώει τον Παπαδιαμάντη αυτή η αρρώστια, δεν μπορεί να τη βγάλει από τον νου του, και είναι ενδομύχως δυστυχής. Η καλοσύνη των άλλων είναι παρηγορητική, μαλακώνει τον πόνο, καλοσυνεύει τη λαβωματιά, γίνεται πηγή «μικράς αναψυχής», στον «τόπον […] της δοκιμασίας». Ο πόνος ωστόσο μένει πάντα εκεί, αμετάθετος ορίζοντας. Συχνά στο έργο του Παπαδιαμάντη, με κορυφαίο παράδειγμα το «Μυρολόγι της φώκιας», μέσα στο κάλλος της φύσης και στην καλοσύνη των ανθρώπων, υφαίνεται η τραγωδία, που καιροφυλακτεί ανά πάσα στιγμή, μεταξύ χειλέων και κύλικος, όπως θα πει ο αφηγητής, όταν ο Κωστάκης τού διηγείται πώς σώθηκε πριν από εννιά χρόνια, ενώ πνίγηκε ο σύντροφός του, τότε που βούλιαξε η βάρκα τους (βλ. το διήγημα «Σταγόνα νερού…»).

Με βάση τα επιστολικά στοιχεία και τις εορτολογικές πληροφορίες μπορούμε πολύ εύκολα να υπολογίσουμε ότι η δράση του διηγήματος τοποθετείται το 1904. Τη χρονιά εκείνη το Πάσχα είχε πέσει στις 28 Μαρτίου (π.η.), και άρα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στις 8 Μαΐου, ήταν πράγματι ημέρα Σάββατο. Στις 28 Οκτωβρίου 1904 ο Παπαδιαμάντης θα επιστρέψει στην Αθήνα, όπως γράφει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικά ακριβές τούτο διήγημα. Την 1η Νοεμβρίου «η μικρά Φουλιώ […] απέθνηκεν εις την γένναν της, εξ επιλοχίου πυρετού». Την επόμενη χρονιά, 1905, το Πάσχα πέφτει στις 17 Απριλίου. Στις 18 Απριλίου, «την Δευτέραν του Πάσχα, λευκήν και μυροβολούσαν με το “Χριστός ανέστη”, εσβήνετο, αφήσας τόσην ορφάνιαν ξοπίσω του, ο ταλαίπωρος αδελφός μου».

«Τις μοι δώσει ύδωρ, και δάκρυα;»

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων