http://www.pemptousia.gr/?p=14024
Ιούλ 20 2021
Καθορισμός εξεταστέας ύλης για το έτος 2022 για τα μαθήματα που εξετάζονται πανελλαδικά για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αποφοίτων Γ’ τάξης Ημερησίου Γενικού Λυκείου και Γ’ τάξης Εσπερινού Γενικού Λυκείου.
https://www.esos.gr/sites/default/files/articles-legacy/exetastea_ylh_gel_panellaikes_2022.pdf
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Ιούλ 14 2021
Η αμφισβήτηση των αρχαίων
Ιούλ 08 2021
Η σημασία των κλασικών σπουδών
Το φθινόπωρο του 2020 είχαμε μια ημερίδα για τo «θαυμάζειν και απορείν» στη φιλοσοφία στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Εγώ μίλησα για το έργο του Αυστριακού φιλοσόφου Ludwig Wittgenstein που έζησε το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Γράφοντας το κείμενο, διαπίστωσα ότι η θέση του Πλάτωνα πως το θαυμάζειν είναι η αρχή της φιλοσοφίας, και του Αριστοτέλη πως από περιέργεια και θαυμασμό άρχισαν για πρώτη φορά οι άνθρωποι να φιλοσοφούν, αποτελούσε κοινό τόπο για μια σειρά φιλοσόφους από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα. Η απορία (μία εκδοχή του θαυμασμού) και η συνεπαγόμενη ταραχή γίνονται, για τον Σέξτο Εμπειρικό, το έναυσμα για να στραφεί κανείς στη φιλοσοφική έρευνα. «Ο θαυμασμός είναι το θεμέλιο όλης της φιλοσοφίας», για τον Montaigne. «Αφού θαυμάσουν οι άνθρωποι αρχίζουν να φιλοσοφούν», έγραφε ο Bacon, για τον οποίο επίσης ο θαυμασμός ήταν ο «σπόρος της γνώσης»· αρχή της γνώσης ήταν o θαυμασμός για τον Descartes, αρχή της γνώσης και της φιλοσοφίας για τον Hobbes και τον Adam Smith. Ολες αυτές οι αναφορές παραπέμπουν ρητά ή σιωπηρά στον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη. Ο Wittgenstein θεωρεί την απορία και τη διανοητική δυσφορία αρχή της φιλοσοφίας, ενώ χρησιμοποιεί για τη θέαση του κόσμου ως περιορισμένου όλου την ίδια γερμανική λέξη (Anschauung) που χρησιμοποιεί και ο Schleiermacher για να μεταφράσει τη «θεωρία» στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Τον ίδιο όρο χρησιμοποιεί και ο Schopenhauer για να μιλήσει για την αντιληπτική γνώση των πλατωνικών ιδεών και τη βαθιά κατανόηση του κόσμου διά της αντίληψης.
Από τα παραπάνω βλέπουμε ότι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία έχει διαποτίσει τη φιλοσοφική σκέψη με τις έννοιες και την εικονοποιία της. Σκεφτόμαστε και δημιουργούμε με τους όρους και τις κατηγορίες της επί 2.500 χρόνια. Κι αυτό γίνεται όχι μόνο στη φιλοσοφία. Γίνεται στη λογοτεχνία, στα εικαστικά, στη θεολογία, στο θέατρο, στο δίκαιο, στα μαθηματικά, στην ψυχανάλυση, στην πολιτική θεωρία. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την επίδραση της ελληνικής μυθολογίας, του Ομήρου, των τραγικών, των φιλοσόφων, των ιστορικών, του Ευκλείδη. Πόσα εκατομμύρια μαθητές επί αιώνες σε όλον τον κόσμο δεν διδάχθηκαν και μελέτησαν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, τους διαλόγους του Πλάτωνα, τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, την Ευκλείδεια Γεωμετρία, την Αντιγόνη του Σοφοκλή ή τον Οιδίποδα; Εχουμε όλοι, στη Δύση τουλάχιστον, λίγο-πολύ, την ίδια παιδεία. Αυτή που μάς έκανε αυτό που είμαστε. Αυτό δεν είναι λόγος κομπασμού ή οίησης – είναι υπόθεση αυτογνωσίας. Γυρίζοντας πίσω, σκάβοντας τις διαδρομές της ιστορίας, μαθαίνουμε ποιοι είμαστε. Αλλοτε βάζοντας τα καλά μας, ωραιοποιώντας το παρελθόν μας, κι άλλοτε τσαλακώνοντας τις σιδερωμένες επιφάνειες, καθώς αποκαλύπτουμε ασυνέχειες, εντάσεις, παρασιωπήσεις και χάσματα. Αυτό είμαστε κι αυτό έχουμε να κάνουμε. Είναι η σκευή μας και τα εργαλεία μας.
Την εμπλουτίζουμε, τη διορθώνουμε, τη διευρύνουμε, την αναθεωρούμε, ανακαλύπτουμε καινούργια εργαλεία, χρησιμοποιούμε τα παλαιά αλλιώς, αλλά αυτά έχουμε και μ’ αυτά δουλεύουμε. Δεν πετάμε το παρελθόν μας ακόμη κι αν το επικρίνουμε. Αλλωστε, δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτό, όπως δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τη μητρική μας γλώσσα. Με αυτήν την αφετηρία γνωρίσαμε τον κόσμο και συγκροτήσαμε μια ταυτότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μάθουμε κι άλλες γλώσσες και μέσω αυτών να γνωρίσουμε νέους κόσμους, να εκτιμήσουμε τη συνεισφορά τους, να δούμε μέσα από τη δική τους οπτική τη δική μας εξέλιξη. Οχι μόνο μπορούμε, αλλά επιβάλλεται να δούμε την ταυτότητα και τη διαδρομή μας, τόσο εκ των έσω όσο και εξωτερικά. Απέναντι στο παρελθόν μας, αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες αυτών που αναγνωρίζουμε ως προγόνους μας, για τις κατακτήσεις τους αλλά και για τα λάθη, τις αστοχίες και τα κρίματα. Είναι οι αποσκευές μας που φέρουμε στο ταξίδι της ζωής.
Μελετώντας τα κλασικά γράμματα γνωρίζουμε τον εαυτό μας, αλλά συγχρόνως τους εκάστοτε άλλους, συνδεόμαστε με την ανθρωπότητα και υπερβαίνουμε τα στενά όρια του σημερινού ορίζοντα. Μπορούμε να το κάνουμε δοξαστικά, κριτικά, αναθεωρητικά, διερευνητικά. Οπως κι αν το κάνουμε, πρέπει να το κάνουμε σοβαρά. Δεν είναι πολυτέλεια, είναι καθήκον.
* Η κ. Βάσω Κιντή είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ.
Ιούλ 08 2021
Η πολιτική ορθότητα ως ευσεβισμός
Οπως όλες οι ευγενείς ιδέες, η «πολιτική ορθότητα» έχει, χονδρικά, δύο εκδοχές – την καλή και την κακή. Στην καλή της εκδοχή συνιστά πολιτική ευπρέπεια – κατάφαση στην ετερότητα, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Στην κακή της εκδοχή μετατρέπεται σε πολιτικό ευσεβισμό – απολιθώνεται σε τελετουργική-αυτοεπιβεβαιωτική επίδειξη σεβασμού σε θέσφατα, εκφράζεται με ξύλινη γλώσσα και, δυνητικά, εκφυλίζεται σε αστυνομία σκέψης.
Η ακύρωση του «Πρώτου Πανελλήνιου Συνεδρίου Γονιμότητας και Αναπαραγωγικής Αυτονομίας: Ορια και Επιλογές», έπειτα από γενικευμένες αντιδράσεις σε διαφημιστικό σποτ προβολής του, είναι ενδιαφέρουσα περίπτωση. Το σποτ δικαίως εκλήφθηκε ως πατερναλιστικό για τις γυναίκες. Επιπλέον, ήταν αντιφατικό ως προς την προαγωγή της «αναπαραγωγικής αυτονομίας» που διακηρυκτικά ασπαζόταν το συνέδριο.
Η στερεότυπη αντίδραση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν να στηλιτευθεί ο «σεξιστικός» χαρακτήρας του. Αν οι αντιδράσεις έμεναν μέχρις εκεί θα ήταν στη σφαίρα της πολιτικής ευπρέπειας (έστω θυσιάζοντας την εννοιολογική ακρίβεια – πατερναλισμός και σεξισμός δεν ταυτίζονται). Ωστόσο, προχώρησαν παραπέρα. Το περιστατικό αποτέλεσε ευκαιρία εύκολης επίδειξης «φεμινιστικών» διαπιστευτηρίων από την πολιτική ελίτ. Πρόκειται για την κακή εκδοχή της πολιτικής ορθότητας – πολιτικός ευσεβισμός.
Το κοινό μοτίβο, με σχεδόν πανομοιότυπη φρασεολογία, από τον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ Θ. Λιβάνιο μέχρι τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Α. Τσίπρα, ήταν ότι «το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση [του σώματος των γυναικών] είναι αδιαπραγμάτευτο». Η κ. Γεννηματά επιβεβαίωσε ότι η ρηχότητα της σκέψης είναι ευθέως ανάλογη με τη ρητορική ακρότητα. «Κανείς δεν θα μας γυρίσει στον Μεσαίωνα», είπε.
Η επίδειξη διαπιστευτηρίων πολιτικής ορθότητας μετατρέπει την ευπρέπεια σε ευσεβισμό. Το θολό αξιακό πλαίσιο που πλαισίωνε το συνέδριο (εν μέρει συντηρητικά πατερναλιστικό, εν μέρει φιλελεύθερο με έμφαση στις «επιλογές») προσαρμόστηκε προκρούστεια από τους πολιτικούς στις δικές τους ιδεολογικοπολιτικές ανάγκες. Δεν θέλησαν να συμβάλουν στοχαστικά στον προβληματισμό, αλλά να κάνουν επίδειξη ευλάβειας στη φιλελεύθερη αξία της επιλογής.
Ο τρόπος που το έκαναν παρουσιάζει ενδιαφέρον. Το επίμαχο διαφημιστικό σποτ έστρεψε τους μιντιακούς προβολείς σε ένα, πιθανότατα, χαμηλής ορατότητας συνέδριο. Οι πολιτικοί αναγκάστηκαν να πάρουν θέση (η μη θέση είναι θέση στη μιντιακή κοινωνία). Στο άγριο περιβάλλον των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για να προσεχθεί το μήνυμά τους, υιοθέτησαν αφ’ υψηλού ηθικολογική έως επιθετική γλώσσα («Μεσαίωνας»). Μετέτρεψαν έτσι το θολό αξιακό πλαίσιο του συνεδρίου σε έναν συμβολικό αχυράνθρωπο προκειμένου να καρπωθούν το πολιτικό όφελος της εύκολης κατάρριψής του.
Το συντηρητικά πατερναλιστικό ύφος του συνεδρίου μετατράπηκε υπόρρητα σε άρνηση του «δικαιώματος αυτοδιάθεσης», το οποίο, φυσικά, υπερασπίζουν οι εν λόγω πολιτικοί. Πρόκειται για μία ακόμα εκδήλωση αυτοαναφορικότητας: δεν τους ενδιαφέρει τόσο να σταθούν κριτικά, με στοχαστική αυθεντικότητα, απέναντι στο σκεπτικό του συνεδρίου, όσο να προβάλουν τη δική τους οπτική. Κατασκευάζουν έναν εκφυλισμένο αντίπαλο για να τον συντρίψουν με ευκολία στην πολιτική παλαίστρα.
Πού είναι το κακό; Παραβλέποντας τις αποχρώσεις υιοθετείται μια χονδροειδής γλώσσα, η οποία είναι αναντίστοιχη των θεμάτων που μας προβληματίζουν. Ο συντηρητικός στη σημερινή Ελλάδα, λ.χ., διαφέρει από τον αντίστοιχο συντηρητικό της δεκαετίας του 1950. Η βαθμιαία φιλελευθεροποίηση των αξιών, ομόλογη με αυτή άλλων κοινωνιών του ευρωπαϊκού Νότου, έχει μετατοπίσει τον άξονα του συντηρητισμού προς πιο φιλελεύθερη κατεύθυνση. Ποιος αμφισβητεί, σοβαρά και συγκροτημένα, το «δικαίωμα στην [γυναικεία] αυτοδιάθεση» σήμερα;
Δεν λέω ότι οι έμφυλες ανισότητες και τα έμφυλα στερεότυπα έχουν εκλείψει, κάθε άλλο. Λέω, όμως, ότι είμαστε, συντηρητικοί και προοδευτικοί, πιο ευαίσθητοι σε θέματα φύλου – το λεξιλόγιό μας έγινε πιο ευαίσθητο, διευρύνθηκε η προοπτική μας. Οι διαφωνίες μας εκδηλώνονται σε ένα αξιακό πλαίσιο που θεωρεί την ισότητα φύλων, τη μόρφωση, σταδιοδρομία και επιλογές τεκνοποιίας των γυναικών αυτονόητες αξίες.
Οπως στη θρησκευτική λατρεία, ο πολιτικός ευσεβισμός, αν αφεθεί ανεξέλεγκτος, εγκλωβίζει τους ομιλητές σε ένα ηθικολογικό και κομφορμιστικό πλαίσιο λόγου. Η αναζήτηση ορθο-δοξίας (ορθογνωμίας) επιφέρει ευσεβιστική πλειοδοσία: σημασία δεν έχει αν είσαι «ευσεβής», αλλά να φαίνεται ότι είσαι. Δεν αντιμετωπίζονται τα βιωμένα προβλήματα, αλλά προβάλλονται κατασκευασμένα προβλήματα, όπως αυτά διαμορφώνονται σε ιδεοληπτικά πλαίσια αναφοράς, υποστηριζόμενα από ανθρώπους που σταδιοδρομούν στην προβολή του πολιτικού ευσεβισμού. Οι ιδέες δεν αιωρούνται στο κενό – έχουν καριερίστες υποστηρικτές.
Ο κομφορμισμός αφαιρεί νοητικό πλούτο από τη δημόσια σφαίρα μιας ανοιχτής κοινωνίας. Οι πολιτικά ασεβείς νιώθουν ότι αποκλείονται. Πρέπει, όμως, να μπορούμε να συζητούμε, με νου, ευαισθησία και ανοιχτό μυαλό, δύσκολα θέματα όπως η γονιμότητα, ο σεξισμός, η έμφυλη βία κ.ο.κ. Η μιντιακή κατακραυγή που επιφέρει η υποψία αν-ορθοδοξίας περιστέλλει το πεδίο συζήτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι το συνέδριο ακυρώθηκε.
Και κάτι ακόμα. Ο πολιτικός ευσεβισμός δεν περιστέλλει μόνο τη δημόσια συζήτηση, αλλά συρρικνώνει και την ανεξαρτησία των θεσμών. Η ειρωνεία είναι ότι επιδεικνύει έναντι των ανεξάρτητων θεσμών τον συντηρητικό πατερναλισμό αυτών που επικρίνει! Δεν είναι ένδειξη θεσμικής υπανάπτυξης ένας υφυπουργός να αποφασίζει (ή έστω να μιλάει) για λογαριασμό ενός ανεξάρτητου δημόσιου οργανισμού; Ο κ. Λιβάνιος τουίταρε ότι «η ΕΡΤ και το ΑΠΕ αποσύρονται από χορηγοί επικοινωνίας του πρώτου συνεδρίου γονιμότητας και αναπαραγωγικής αυτονομίας». Του πέφτει λόγος; Δεν έχουν επικεφαλής η ΕΡΤ και το ΑΠΕ;
* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.
Ιούλ 08 2021
Ζούμε στο βασίλειο του Ρήματος
«Language is not properly regarded as a system of communication. It is a system for expressing thought, something quite different…»
NOAM CHOMSKY
«On Nature and Language».
Ο τρόπος που κατά κανόνα βλέπουμε και διδάσκουμε τη γλώσσα εμείς οι δάσκαλοι είναι ένας έντονα φορμαλιστικός τρόπος ο οποίος αναλώνεται στο τυπικό μέρος της γλώσσας, με αποτέλεσμα να χάνεται για τους μαθητές μας η ουσία της γλώσσας, δηλ. η άμεση αχώριστη σχέση της με τη σκέψη μας, με τον κόσμο των εννοιών και νοημάτων για τα οποία υπάρχει η γλώσσα οι λέξεις, οι προτάσεις, το κείμενο. Χάνουμε τελικά το δάσος βλέποντας τα δέντρα. Και κυρίως στην τυποκρατία θυσιάζονται η ουσία, η δύναμη και η ομορφιά της γλώσσας η «μαγεία της γλώσσας».
Γλωσσολογικά σήμερα πλέον η γλώσσα θεωρείται ένα εσωτερικευμένο καθολικό σύστημα της νόησης του ανθρώπου με το οποίο παράγεται και προσλαμβάνεται ένα άπειρο πλήθος προτάσεων. Αυτός είναι ο τρόπος που επικοινωνούμε γλωσσικά. Υποστηρίζουμε (ήδη στη Γραμματική μας με τον καθηγητή Χρίστο Κλαίρη) ότι βάση και κέντρο της πρότασης είναι το Ρήμα, το οποίο εξειδικεύεται σημασιοσυντακτικά από Ονόματα, τα «ορίσματα»: από το υποκείμενο υποχρεωτικά και δυνητικά από ένα ή και δύο αντικείμενα. Με τη σειρά τους τα ορίσματα εξειδικεύονται σημασιοσυντακτικά κυρίως από Αρθρα, Επίθετα, (επιθετικές) Αντωνυμίες και (επιθετικές) Μετοχές, ενώ το ρήμα εξειδικεύεται από Επιρρήματα, Προθέσεις (προθετικά σύνολα), Συνδέσμους (επιρρηματικές προτάσεις) και (επιρρηματικές) Μετοχές. Πρόκειται για τα στοιχεία τα γνωστά ως «μέρη τού λόγου» που παραλείπουμε, δυστυχώς, οι διδάσκοντες να δείξουμε ότι αντιστοιχούν σε βασικές νοητικές κατηγορίες και ότι είναι ο «καθρέφτης» (speculum) της σκέψης μας. Αυτή η αδρομερής θεώρηση (και διδασκαλία) της γλώσσας σκιαγραφεί με απλό αλλά ουσιαστικό και αποκαλυπτικό τρόπο τι συνιστά και πώς λειτουργεί η γλώσσα στο καθοριστικό επίπεδο της πρότασης (με διαφορές βεβαίως στην τυπολογία των γλωσσών).
Αρα το σημείο αναφοράς των πάντων στην πρόταση είναι το ρήμα. Αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο γύρω από αυτό «συν-τάσσονται» όλα τα άλλα συστατικά που το εξειδικεύουν. Ολα τα μη-ρηματικά στοιχεία περιβάλλουν το ρήμα, εξειδικεύοντας την πληροφορία που δίνει. Το σταθερά σε κάθε μορφή επικοινωνίας εξειδικευόμενο στοιχείο είναι το ρήμα, ενώ όλα τα άλλα γύρω του, άμεσα ή έμμεσα, είναι εξειδικευτικά στοιχεία. Γι’ αυτό μιλάμε πάντοτε για «το υποκείμενο του ρήματος» και ποτέ για «το ρήμα του υποκειμένου»! Ομοίως μιλάμε για «το αντικείμενο του ρήματος», ποτέ για «το ρήμα του αντικειμένου»!
Η βάση της πρότασης συνιστά μια «ενεργειακή τριάδα»: υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο. Το ρήμα στην επικοινωνία δηλώνει κάθε μορφή ενέργειας. Η έννοια της ενέργειας είναι καθοριστική, αφού σ’ αυτήν εστιάζεται κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου. Ωστόσο, αν το ρήμα είναι η ενέργεια καθ’ εαυτήν, είναι ανάγκη να υπάρξουν δύο άλλοι όροι άμεσα σχετιζόμενοι με την ενέργεια, η πηγή της ενέργειας και ο αποδέκτης της ενέργειας. Η πηγή της ενέργειας δεν είναι παρά το υποκείμενο που ενεργοποιεί το ρήμα, ο δε αποδέκτης της ενέργειας είναι το αντικείμενο (ένα ή δύο) που συμπληρώνει (εξ ού και συμπλήρωμα) ή, αλλιώς, που ολοκληρώνει την ενέργεια («περαίνει τι», κατά τον Πλάτωνα). Χωρίς την ενέργεια, δηλ. χωρίς το ρήμα, δεν υφίσταται πρόταση («λόγος», κατά τον Πλάτωνα). Χωρίς την πηγή της ενέργειας, δηλ. το υποκείμενο του ρήματος, δεν μπορεί να τεθεί σε ενέργεια το ρήμα πάλι δεν υφίσταται πρόταση. Χωρίς τον αποδέκτη ή το προϊόν της ενέργειας, δηλ. το αντικείμενο / τα αντικείμενα (εφόσον απαιτείται από το ρήμα), δεν ολοκληρώνεται η ενέργεια η πρόταση πάσχει νοηματικά.
Αρα η δημιουργία προτάσεως, δηλ. η απόδοση ενός νοήματος, μιας σύναψης εννοιών της σκέψης μας, προϋποθέτει υποχρεωτικά την ενέργεια και τη διττή εξειδίκευσή της, την πηγή της και τον αποδέκτη της. Χωρίς την εξειδίκευση «τραυματίζεται» το νόημα, στερούμενο πηγής ή αποδέκτη, με αποτέλεσμα να γίνεται «α-νόητο».
Ως προς τη βαρύτητα του ρήματος είναι πολύ χαρακτηριστικός ο τρόπος που οι Κινέζοι γραμματικοί περιγράφουν τη διαφορά ρήματος και ονόματος στη γλώσσα: το ρήμα είναι η «ζωντανή λέξη», ενώ το όνομα είναι η «νεκρή λέξη»! Προφανώς με τη διάκριση αυτή τονίζουν τον δυναμικό σημασιολογικό χαρακτήρα του ρήματος ως «ενέργειας / πράξης / κατάστασης» σε αντίθεση με τον στατικό χαρακτήρα που έχουν γενικότερα από σημασιολογικής πλευράς τα ονόματα (ουσιαστικά). Τη διάκριση αυτή επιδοκιμάζει ο πολύς Οtto Jespersen («The Philosophy of Grammar» 1924, σ. 86) τονίζοντας τη σχέση ρήματος και πρότασης: «The verb is a life-giving element, which makes it particularly valuable in building up sentences […]».
Είναι αναγκαία μια διασάφηση. Μιλώντας για ρήματα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ «πλήρων ρημάτων» (π.χ. κάνω, δίνω, διαβάζω, ακούω, έρχομαι, εργάζομαι) και «συνδετικών ρημάτων» (π.χ. είναι, αποτελεί, συνιστά, θεωρείται). Γενικότερα θα μπορούσε να λεχθεί ότι το πλήρες ρήμα χρησιμοποιείται ως βάση του λόγου για να δηλώσει το «γίγνεσθαι», τις ποικίλες μορφές ενέργειας του ανθρώπου, τις μεταβολές και καταστάσεις, ενώ το συνδετικό ρήμα δηλώνει το «εἶναι» του υποκειμένου, την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά του. Το πλήρες ρήμα έχει περισσότερο «δυναμικό» χαρακτήρα, ενώ το συνδετικό ρήμα είναι φύσει «στατικό».
Τελικά μπορεί να λεχθεί μεταφορικά ότι νοητικά (ως σκέψη) και λεκτικά (ως γλώσσα) «ζούμε στο βασίλειο του ρήματος». Ολα γίνονται ή υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό για να υπηρετήσουν άμεσα ή έμμεσα τη βασική πληροφορία που δίνει το ρήμα, έστω κι αν επικοινωνιακά η έμφαση μπορεί να αφορά και σε άλλο στοιχείο της πρότασης («λειτουργική προοπτική» της πρότασης). Η ίδια η παρουσία και λειτουργία και αυτού του άλλου στοιχείου (επιθέτου, επιρρήματος, επιρρηματικής πρότασης κ.λπ.) «πρωτοτυπικά», κατ’ αρχήν δηλ. υπηρετεί, έμμεσα τουλάχιστον, την εξειδίκευση του (πλήρους) ρήματος. Το ίδιο –με διαφορετική θεώρηση και δικαιολόγηση– ισχύει και για τη «συνδετική σύνταξη», η οποία όμως απαιτεί άλλη πραγμάτευση.
* Ο κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ.
Ιούλ 07 2021
Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα των Λατινικών Ομάδας Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών της Γ΄ τάξης του Ημερησίου και Εσπερινού Γενικού Λυκείου.
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
https://www.esos.gr/arthra/73605/latinika-programma-spoydon-tis-glykeioy
Ιούν 25 2021
Εξεταστέα-Διδακτέα Ύλη Λατινικών Γ΄ τάξης Γενικού Λυκείου
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Ιούν 20 2021
Ο Κώστας Κουτσουρέλης μιλάει στην «Κ»
Αρνούμαστε να δούμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο
Με την κυκλοφορία του νέου δοκιμίου του Κώστα Κουτσουρέλη με τίτλο «Τι είναι και τι δεν είναι ποίηση» από τη Μικρή Αρκτο, συνομιλήσαμε με τον ποιητή για την ουσία της ποίησης στους σύγχρονους καιρούς.
– Ποια ήταν η ανάγκη σας να γράψετε για την Ποίηση είτε μιλώντας για μια ενδεχόμενη «αυτοκτονία» της είτε ορίζοντάς την;
– Γράφοντας μετέχουμε σ’ έναν διπλό διάλογο. Ο πρώτος είναι με την παράδοση, με τις σημαντικές μορφές του παρελθόντος που αναμετρήθηκαν με τα ίδια ερωτήματα. Και ο δεύτερος, με τους συγκαιρινούς μας που τα επαναθέτουν. Ο λόγος που ασχολούμαι στο τελευταίο μου βιβλίο με τον ορισμό της ποίησης είναι γιατί θέλω να καταδείξω ό,τι εγώ θεωρώ διαδεδομένη και βλαπτική, για την ποίηση την ίδια, πλάνη: ότι δηλαδή δεν είναι ένα είδος λόγου, οριζόμενο με αμιγώς μορφικά λογοτεχνικά κριτήρια όπως όλα τα άλλα, το μυθιστόρημα ή το δράμα λ.χ., αλλά κάτι σαν Πεπρωμένο ή Αποστολή, «άτυπη νομοθεσία της ανθρωπότητας», «ιέρεια του αόρατου», «φάρμακο για τις πληγές της λογικής» κ.ο.κ. Ξεκινώντας από τέτοια αφετηρία, πολλοί ποιητές των τελευταίων δύο αιώνων έκλεισαν την τέχνη τους σ’ έναν πύργο τόσο αριστοκρατικό και φυγόκοσμο ώστε, αλίμονο, άφησαν απέξω το 90% της παράδοσής τους και το μεγαλύτερο μέρος του κοινού. Φυσικά και η ποίηση μπορεί να είναι φορέας μεγάλων ιδεών ή όργανο ζήτησης της αλήθειας, το έχει αποδείξει τόσες φορές. Είναι όμως συγχρόνως και τόσα άλλα: πολιτική έκφραση και κοινωνική κριτική, ανάλαφρη σάτιρα και αθώο τραγούδι, πρακτική διδαχή και συναρπαστική αφήγηση, υψηλή ψυχαγωγία και απλή διασκέδαση.
– Η έμμετρη και έρρυθμη καταγωγή της ποίησης πιστεύετε ότι έχει επιβιώσει στις ημέρες μας;
– Στο βιβλίο δείχνω, και με νούμερα κάποτε, ότι όχι μόνο έχει επιβιώσει, αλλά ότι η επιστροφή της είναι στην κυριολεξία εντυπωσιακή, και όχι μόνο στην Ελλάδα. Ο αριθμός των νέων ποιητών (και όχι μόνο εκείνων) που στρέφονται στις αυστηρές έμμετρες μορφές διαρκώς αυξάνεται. Ισχυρίζομαι μάλιστα ότι η «επιστροφή στο μέτρο» είναι το μόνο νέο και ανανεωτικό ρεύμα της ποίησής μας των τελευταίων δεκαετιών. Θα ήθελα κάποτε να δω έναν από τους φιλολόγους μας να σκύβει πάνω σ’ αυτόν τον ισχυρισμό.
– Είμαστε μια χώρα που έχει γεννήσει μεγάλους ποιητές; Σήμερα υπάρχει νέα ποιητική παραγωγή. Πιστεύετε ότι η εποχή μας δεν βγάζει μεγάλα μεγέθη ή υπάρχουν;
– Οταν γκρινιάζουμε ότι δεν έχουμε σήμερα μεγάλους ποιητές, ουσιαστικά λέμε το εξής απλό: ότι κανείς τωρινός ποιητής μας δεν έχει την απήχηση που είχαν στη δημόσια σφαίρα οι μείζονες ομότεχνοί του του παρελθόντος. Πράγμα που αλίμονο αληθεύει. Δυστυχώς, όταν θέτουμε το επόμενο λογικά ερώτημα, για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό, δεν είμαστε ειλικρινείς στις απαντήσεις μας. Οπως δείχνω στο βιβλίο, προσπαθούμε να φορτώσουμε την ευθύνη σε όλους τους άλλους: στην «αμορφωσιά» του κοινού, την «αντιποιητική εποχή», τη στάση των ΜΜΕ κ.ο.κ. Αρνούμαστε να δούμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο, το γεγονός δηλαδή ότι η ποίηση του καιρού μας έχει καταντήσει είδος λόγου άκρως εσωστρεφές και άτερπνο για τον αναγνώστη, σχεδόν κωδικό. Γραμμένο για να αναλώνεται αποκλειστικά από τους παραγωγούς της και ακατάλληλο για κάθε άλλον σχεδόν.
– Γιατί το αναγνωστικό κοινό δεν διαβάζει ποίηση, ενώ οι εκδότες εκδίδουν αρκετούς νέους ποιητές;
– Εδωσα ήδη μια αρχική απάντηση. Συμπληρώνοντας να πω ότι το δεύτερο εξηγεί το πρώτο. Πολλοί εκδότες εκδίδουν πάμπολλους ποιητές κάθε ηλικίας, επειδή δεν αναλαμβάνουν κανενός είδους ρίσκο. Το μεν κόστος της έκδοσης το καλύπτουν συνήθως οι ίδιοι οι εκδιδόμενοι, η δε κριτική σχεδόν ποτέ δεν βρίσκει κάποιο απ’ αυτά τα πληθωριστικά βιβλία περιττό ή αποδοκιμαστέο. Εχει δηλαδή αντιστραφεί ο εμπορικός κύκλος, οι εκδότες δεν πωλούν πλέον βιβλία στους αναγνώστες, αλλά στους συγγραφείς. Το κοινό σε όλα αυτά μένει απέξω: ούτε οι εκδότες, ούτε οι ποιητές το λαμβάνουν υπόψη τους. Και ανταποδίδει τα ίσα: αδιαφορεί. Ασφαλώς μέσα στα χίλια βιβλία που βγαίνουν ετησίως, κάποια θα μπορούσαν να αποσπάσουν την προσοχή –προσωπικά είμαι βέβαιος: ακόμη και την αγάπη του. Πώς όμως θα τα βρει μέσα στον καταθλιπτικό όγκο των υπολοίπων;

O Kώστας Κουτσουρέλης θυμίζει τη διάγνωση του Πάουντ: ενώ η ποίηση είναι μια ολόκληρη ήπειρος, καθένας θέλει να την ταυτίζει με το δικό του χωριουδάκι.
– Τα προσωπικά βιώματα ενός δημιουργού, ο πόνος εν προκειμένω, τον κάνει καλύτερο ή χειρότερο δημιουργό; Και μπορεί αυτό να συνοδοιπορήσει με την ηθική ή την ανθρωπιά του;
– Αν ο Καρυωτάκης δεν είχε βρεθεί στο αδιέξοδο που βρέθηκε, και ζούσε λ.χ. ώς τη δεκαετία του 1980, θα έγραφε άραγε καλύτερα ποιήματα απ’ όσα πρόλαβε να μας αφήσει; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό. Ο πόνος εξευγενίζει, έλεγε ο Νίτσε, τα εμπόδια και η δυστυχία κάποιους δημιουργούς αποδεδειγμένα τους χαλύβδωσαν, τους έκαναν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Ομως τα όρια της αντοχής του καθενός διαφέρουν, αυτό που για τον έναν είναι κίνητρο, για τον άλλο είναι γκρεμός. Ετσι και αλλιώς, η υψηλή τέχνη προϋποθέτει υψηλή ευφυΐα και αυτή, όπως λένε οι ειδικοί, κάνει τους κατόχους της συνήθως ανικανοποίητους, συχνά και δυστυχείς. Ομως η δυστυχία δεν είναι τεκμήριο λογοτεχνικής, πολλώ δε μάλλον ηθικής, υπεροχής. Κάτι τέτοιες απόψεις, ένας άνθρωπος που ο ίδιος και υπέφερε και κατατρέχτηκε πολύ, ο νομπελίστας Ιωσήφ Μπρόντσκι, τις αποκαλούσε «απάνθρωπες».
– Πρόσφατα γράψατε και εσείς για την κόρη σας. Τον τελευταίο καιρό, αυξάνονται παγκοσμίως και στην Ελλάδα οι προσωπικές αφηγήσεις. Ποια είναι πιστεύετε η ανάγκη του δημιουργού να γράψει για την προσωπική του ζωή;
– Δεν είναι καινούργιος ο τρόπος αυτός. Ας αναλογιστούμε τον Αρχίλοχο ή τον Κάτουλλο, τον Πρόδρομο ή τον Βιγιόν. Η ανάγκη να μιλήσουν για τα βιώματά τους είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Ωστόσο, στη λογοτεχνία, ας μη το ξεχνάμε, το πρώτο πρόσωπο του ομιλούντος από μόνο του δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Ολο το ζήτημα είναι πώς το προσωπικό βίωμα θα απο-προσωποποιηθεί, πώς δηλαδή θα αποκτήσει υπερπροσωπική, οικουμενική διάσταση. Ειδάλλως, μπορεί να βολευτεί κανείς και με ένα reality show.
– Τελικά, τι είναι και τι δεν είναι ποίηση; Από ποιον και πώς ορίζεται;
– «Αν αφαιρέσει κανείς από την ποίηση το μέλος, τον ρυθμό και το μέτρο, δεν θα του απομείνει παρά πρόζα», διαβάζουμε στον Πλάτωνα. Αυτός είναι, άπαξ και διά παντός για εμένα, ο ορισμός της ποίησης. Ενας ορισμός καθαρά μορφικός όπως προείπα, πλατύς τόσο ώστε να αγκαλιάζει το σύνολο της τεράστιας παράδοσής της. Το ότι πολλοί τον αρνούνται σήμερα και τον αντικαθιστούν με άλλους ορισμούς, ουσιοκρατικούς, μεταφυσικούς κ.ο.κ., έχει να κάνει με εκείνη τη σκωπτική διάγνωση του Πάουντ, ότι ενώ η ποίηση είναι μια ολόκληρη ήπειρος, καθένας θέλει να την ταυτίζει με το δικό του χωριουδάκι. Για να αποκλείσει τους ξενομερίτες και τους αλλόπιστους, φυσικά. Λογικό και ανθρώπινο θα πει κανείς. Ομως και εσφαλμένο. Εν προκειμένω είχε άδικο ο Μακ Λιούαν, το μέσο δεν είναι το μήνυμα. Μηνύματα έχει κανείς το ελεύθερο να στέλνει όποια θέλει. Ποτέ δεν πρόκειται να συμπέσουμε όλοι σε ένα. Ομως το μέσο είναι για όλους κοινό.
Ιούν 20 2021
Νεομάρτυρες, η πνευματική αντίσταση του Ελληνισμού
Ο δρόμος προς την Επανάσταση του ’21
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Β. ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗΣ
Νεομάρτυρες.
Από τη σκλαβιά στον ουρανό.
εκδ. Αρχονταρίκι, 2021, σελ. 528
Οι νεομάρτυρες αποτελούν αξιοσημείωτη ιστορική πραγματικότητα για τον υπό οθωμανική κυριαρχία Ελληνισμό, η μελέτη της οποίας έχει κατά καιρούς απασχολήσει την ιστορική, θεολογική, λαογραφική και φιλολογική έρευνα. Καθώς τα σχετικά με τη ζωή, το μαρτύριο και τη λατρευτική παράδοση και τιμή τους παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που έχει αυξηθεί μάλιστα λόγω του εορτασμού της επετείου των διακοσίων χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης (1821-2021), η ανάλογη βιβλιογραφία είναι εκτεταμένη, και συνεχώς εμπλουτίζεται.
Στο πλαίσιο αυτό, πρόσφατα οι εκδόσεις Αρχονταρίκι παρουσίασαν το βιβλίο του κ. Χαράλαμπου Β. Στεργιούλη, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Νεομάρτυρες. Από τη σκλαβιά στον ουρανό». Σε αυτό, μετά τον πρόλογο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σταγών και Μετεώρων κ. Θεοκλήτου (σ. 13) και το εκτενές, βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο και απολύτως κατατοπιστικό για τα σχετικά με τους νεομάρτυρες της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας προοίμιο του καθηγητή κ. Θεόδωρου Ξ. Γιάγκου, κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (σ. 19 κ. εξ.), στις σελίδες του οποίου ζωντανεύει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής της Τουρκοκρατίας και οι συνθήκες του μαρτυρίου τους, ο συγγραφέας, φιλόλογος, εκπαιδευτικός, δρ Βυζαντινής Φιλολογίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ΑΠΘ, με βάση βασικές βιβλιογραφικές και αρχειακές πηγές, αναφέρεται στις περιπτώσεις 24 ανδρών και γυναικών νεομαρτύρων, απ’ όλους τους αιώνες της δουλείας (σ. 81 κ. εξ.).
Ακολουθεί συνοπτική αναγραφή των σχετικών με τους κυριότερους γνωστούς νεομάρτυρες, υπό τον τίτλο «Συναξάρι των Νεομαρτύρων» (σ. 451 κ. εξ.), με την επιμέλεια της κ. Μαρίας Τζερμπίνου-Μιχαλακοπούλου, εκπαιδευτικού. Το εξαιρετικό εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει ο κ. Γιώργος Π. Μποζάς, αγιογράφος, καθηγητής εικαστικών στα Εκπαιδευτήρια της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, ενώ στον δίσκο ψηφιακής εγγραφής (cd) με απολυτίκια νεομαρτύρων, που συνοδεύει την έκδοση, ψάλλει ο πρωτοπρεσβύτερος Γρηγόριος Δ. Καραλής, θεολόγος, και καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής στο Τμήμα «Βυζαντινή Μουσική – Ψαλτική Τέχνη» του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.
Στο βιβλίο αυτό ο κ. Στεργιούλης καταφέρνει να μιλήσει εύληπτα αλλά και με πλήρη γνώση των τελευταίων ανακαλύψεων και πορισμάτων της σχετικής έρευνας για τους νεομάρτυρες, τα κύρια χαρακτηριστικά, το έργο και την προσφορά τους. Δείχνει ότι τα συναξάρια των νεομαρτύρων της τουρκοκρατίας αποτελούν πέραν των άλλων και πηγές για την ιστορία και την καθημερινή ζωή του Ελληνισμού στη διάρκεια της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας, καθώς περιέχουν ιστορικές και λαογραφικές πληροφορίες, δεδομένου ότι περιγράφουν συνθήκες ζωής και απευθύνονται σε ένα λαϊκότερο ακροατήριο, στο οποίο οι περιγραφές της καθημερινότητας λειτουργούν ως μέσο για τη μετάδοση των νοημάτων και των μηνυμάτων της πίστης. Γι’ αυτό άλλωστε οι βίοι των νεομαρτύρων αποτελούν σημαντική πηγή για τη μελέτη της διαχρονικής πορείας και παράδοσης του Γένους, και στο λαογραφικό επίπεδο, της εξέτασης της παραδοσιακής καθημερινότητας.
Πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλίο, που μπορεί άνετα να διαβαστεί από το ευρύτερο κοινό, λόγω της καλλιέπειας που το χαρακτηρίζει. Ο συνδυασμός λόγου και ήχου, σύγχρονης ιστορικής αφήγησης και μαρτυριών των πηγών, το καθιστούν άριστο εργαλείο για τη γνωριμία του κοινού με τους νεομάρτυρες, οι οποίοι λειτούργησαν ως ένας ακόμη μηχανισμός πνευματικής αντίστασης του Ελληνισμού απέναντι στις πρακτικές εξισλαμισμού και αφομοίωσης των υπόδουλων ελληνορθόδοξων πληθυσμών, ώστε τελικά να φτάσουμε στην Επανάσταση του 1821.
* Ο κ. Μ. Γ. Βαρβούνης είναι καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης / Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας.

































