«

»

Αυγ 13 2021

Τα social media δεν είναι εργαλεία διαλόγου

ΒΙΒΛΙΟ

O Mανώλης Ανδριωτάκης μιλάει στην «Κ»

ta-social-media-den-einai-ergaleia-dialogoy-561453265

ta-social-media-den-einai-ergaleia-dialogoy0«Πήραμε Χάξλεϊ». Από το 2004, οπότε και έστησε ένα από τα πρώτα ελληνικά blogs, η οπτική του Μανώλη Ανδριωτάκη πάνω στο τοπίο των νέων μέσων σταδιακά σκοτεινιάζει. Ανήσυχος, ανεξάρτητος και πολυπράγμων, μελετά συστηματικά τις εξελίξεις στον χώρο του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως και τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη εξέλιξη. Παράλληλα διατυπώνει τις σκέψεις του σε βιβλία, άρθρα (είναι τακτικός συνεργάτης της «Καθημερινής»), ντοκιμαντέρ και σεμινάρια.

Ο Ανδριωτάκης μίλησε στην «Κ» μέσω Skype με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, «Homo Automaton: Η τεχνητή νοημοσύνη κι εμείς» (εκδ. GarageBooks). Είναι η πιο ολοκληρωμένη αλλά και πιο ζοφερή ματιά του πάνω στο φαινόμενο. Ο 47χρονος συγγραφέας παρουσιάζει τη λεπτή χειραγώγησή μας από τους αλγορίθμους μηχανικής μάθησης (machine learning algorithms). Παρακολουθώντας την παραμικρή κίνησή μας στο Διαδίκτυο, τα προγράμματα αυτά φιλτράρουν και εξατομικεύουν το περιεχόμενο που προβάλλεται στις οθόνες μας με σκοπό να μας κάνουν πιο δεκτικούς στο εμπορικό μήνυμα.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με το βιβλίο, είναι ακραιφνώς δυστοπικό: μια κοινωνία εποπτείας που επιδιώκει να προβλέψει –ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνει– πεποιθήσεις, προτιμήσεις και συμπεριφορές. Πολίτες με περιορισμένη νοητική αυτονομία και ελευθερία βούλησης. Το λεγόμενο «μαύρο κουτί» παραμερίζει τον αναλογικό άνθρωπο εξυφαίνοντας έναν θαυμαστό καινούργιο ανθρωπολογικό τύπο: τον Homo Automaton.

«Τα social media δεν είναι εργαλεία διαλόγου», λέει ο Ανδριωτάκης, ο οποίος έκλεισε τον λογαριασμό του στο Instagram, αποσύρθηκε από το Twitter και περιόρισε δραστικά τη χρήση του Facebook. «Αν υποθέσουμε ότι η δημοκρατία, οι θεσμοί της, οι καταστατικοί κανόνες της ευνοούνται από τον διάλογο και τη δημοκρατική διαβούλευση», λέει, «τότε τα μέσα αυτά δεν ευνοούν τον διάλογο. Είναι εργαλεία πειθούς».

– Μελετάς τον χώρο των νέων μέσων από την εμφάνισή τους. Παρατηρώ μια μετατόπιση στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Στο τελευταίο σου βιβλίο αναδύεται μια πιο απαισιόδοξη προοπτική.
– Υπάρχει όντως μια μετατόπιση. Νομίζω δεν είμαι μόνος σε αυτό. Φόβοι και ανησυχίες προϋπήρχαν, ωστόσο η εκλογή Τραμπ, το Brexit αλλά και οι εκλογές εδώ το 2015 έφεραν στην επιφάνεια όχι μόνο την τοξικότητα των μέσων, αλλά και τα δομικά τους προβλήματα. Μιλάμε για συγκεκριμένες πλατφόρμες, συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα. Υπάρχει ένα νήμα σκέψης που ξεκινά από το βιβλίο μου «Η πέμπτη εξουσία» (εκδ. Νεφέλη, 2005), το οποίο ανέλυε πώς ο τύπος που βασίζεται στη διαφήμιση βλέπει να του υπαγορεύεται το περιεχόμενο. Αυτό συμβαίνει και τώρα: επιχειρήσεις, που είναι σε μεγάλο βαθμό και εκδοτικές επιχειρήσεις, βασίζονται στο ίδιο αυτό επιχειρηματικό μοντέλο της διαφήμισης. Ζούμε ένα είδος απομάγευσης των ψηφιακών μέσων.

– Οι κίνδυνοι και οι επιβλαβείς συνέπειες από τη χρήση των μέσων δικτύωσης είναι πλέον λεπτομερώς τεκμηριωμένα και επιβεβαιώνονται ακόμη και από ανθρώπους μέσα από το ίδιο το tech industry. Γιατί λοιπόν εξακολουθούν να είναι τόσο δημοφιλή;
– Γιατί απαντούν σε μια ανθρώπινη ανάγκη: την ανάγκη για επικοινωνία. Και προσφέρουν ένα πλαίσιο που είναι πολύ ελκυστικό και πολύ δουλεμένο. Εχει μεγάλη ακρίβεια η στόχευσή τους γιατί έχει μεγάλη ακρίβεια η ανάλυσή τους. Είναι –τύποις– δωρεάν. Και είναι όλοι εκεί. Αυτό καταδεικνύει τη διεισδυτικότητα και τη δομική τους σχέση με την πραγματικότητα. Τα θέλεις αυτά τα εργαλεία γιατί αυτός είναι σήμερα ο κόσμος.

– Θεωρείς πως οι αλγόριθμοι που διέπουν τη λειτουργία των social media υπονομεύουν τους θεσμούς από τους οποίους εξαρτάται η εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας;
– Σε ένα βαθμό την υπονομεύουν. Τα social media δεν είναι εργαλεία διαλόγου. Αν υποθέσουμε ότι η δημοκρατία, οι θεσμοί της, οι καταστατικοί κανόνες της ευνοούνται από τον διάλογο και τη δημοκρατική διαβούλευση, τότε τα μέσα αυτά δεν ευνοούν τον διάλογο. Είναι εργαλεία πειθούς. Διατείνονται ότι προτάσσουν τον διάλογο, τη διάδραση, την επικοινωνία, τη διασύνδεση. Ομως αυτά είναι προσχηματικά, γιατί ο στόχος της μηχανής του ΑΙ και του machine learning είναι η διαφήμιση, ο εμπορικός σκοπός. Από τη στιγμή που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει μια εταιρεία για να πουλήσει παπούτσια, θα τα χρησιμοποιήσει και ένας πολιτικός, ένας ακτιβιστής ή ένας θρησκευτικός ηγέτης για να προωθήσουν τα δικά τους μηνύματα. Τα μέσα αυτά δεν υπακούν στους κανόνες που διέπουν τα παραδοσιακά μέσα. Οι αλγόριθμοι χρησιμοποιούν το machine learning για να προβλέψουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Λειτουργούν λοιπόν υπονομευτικά για τη δημοκρατία γιατί δεν ευνοούν τον διάλογο, αλλά τη συναισθηματική χειραγώγηση και αντίδραση, και με αυτόν τον τρόπο απομακρύνουν τον πολίτη από την κριτική σκέψη. Τον μετατρέπουν σε ένα «αυτόματο».

– Αν όμως μετατράπηκαν συνειδητά σε ένα εργαλείο ελέγχου, τότε μιλάμε για ένα πολιτικό πρόβλημα.
– Είναι όντως πολιτικό. Αφήνεις μια βιομηχανία να ελέγξει τα πάντα. Και δεν είναι μια τυχαία βιομηχανία, αλλά μια βιομηχανία γνώσης. Μια ελεύθερη κοινωνία δεν βασίζει τη φιλοσοφία της στη χειραγώγηση των ανθρώπων. Αν θέλεις αυτόνομους και ανεξάρτητους πολίτες, δεν ψάχνεις τρόπους να τους ελέγξεις, αλλά κοιτάς πώς θα τους δώσεις εργαλεία ώστε αυτοί οι ίδιοι να πάρουν τις καλύτερες αποφάσεις για τον εαυτό τους. Αν θέλεις να διασφαλίσεις ότι θα έχεις ελεύθερους και καλά ενημερωμένους πολίτες, θα πατήσεις πάνω σε αυτές τις δομές γνώσης, ενημέρωσης, πληροφόρησης και επικοινωνίας. Είναι τόσο δομικά τα χαρακτηριστικά που δεν μπορείς να τα αφήσεις ανεξέλεγκτα. Συνεπώς έχει νόημα να έχεις καλή δημοσιογραφία και καλό εκπαιδευτικό σύστημα. Ειδάλλως καταλήγεις με ένα καρότο και ένα μαστίγιο, όχι μια ώριμη κοινωνία.

Νομίζω πως το ζήτημα είναι και φιλοσοφικό. Αν δεχτούμε ότι, έστω σε ένα βαθμό, υπάρχει ελευθερία βούλησης, με τα μέσα αυτά γίνεται τεχνικά και σε μαζική κλίμακα εφικτό να τη βγάλεις έξω από την εξίσωση, να είναι όλα υπαγορευμένα, από τις πιο μικρές στις πιο μεγάλες επιλογές.

– Ποιος έβλεπε πιο καθαρά το μέλλον τελικά; Ο Οργουελ ή ο Χάξλεϊ;
– Πιστεύω πήραμε Χάξλεϊ.

– Υπάρχει περιθώριο χειραφέτησης;
– Πιστεύω στη δύναμη της εκπαίδευσης και της παιδείας. Oσο δεν αποδεχόμαστε την τελική γνώση και όσο πιέζουμε πολιτικά, είμαι αισιόδοξος πως δεν θα καταλήξουμε ούτε στο σενάριο του Οργουελ ούτε στο σενάριο του Χάξλεϊ. Διακρίνω στοιχεία που με προβληματίζουν και με ενεργοποιούν. Ομως δεν θέλω αυτό το βιβλίο να αντιμετωπιστεί ως ένα «call to arms», αλλά ως συμβολή σε έναν απαραίτητο διάλογο, που δεν γίνεται. Γιατί στο Facebook ο διάλογος αυτός δεν μπορεί να γίνει. Μπορεί;

– Πιστεύεις πως μπορούν να υπάρξουν social media χωρίς μηχανή χειραγώγησης από πίσω;
– Είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν μη εμπορικά κίνητρα πίσω από τα δίκτυα και ενδεχομένως στο μέλλον τα πράγματα να μην είναι όπως σήμερα. Μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Βέβαια, πολλά άλλα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν αδύνατα πριν γίνουν. Θα υπάρξει κάποια διόρθωση. Καινούργιες τεχνολογίες πιθανώς και να αλλάξουν ολοσχερώς το τοπίο.

Οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να ελέγχουν αυτές τις εταιρείες

– Οι Αρχές μοιάζουν καταδικασμένες να παίζουν ένα catch-up game με το tech industry. Μπορούμε να περιμένουμε από τη Σίλικον Βάλεϊ να αυτορρυθμιστεί ή είναι σαν να περιμένουμε από τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα;
– Εκ των πραγμάτων οι εταιρείες είναι πιο μπροστά. Αλλά δεν κάνουν κάτι στα κρυφά, δεν υπάρχει κάποια συνωμοσία. Είναι υποχρεωμένες από τον νόμο να υποβάλουν τις πατέντες τους στα ρυθμιστικά όργανα. Είναι θέμα power game σε τι βαθμό ασκούν δύναμη πάνω στις ρυθμιστικές αρχές, στις πολιτικές δυνάμεις, ώστε να εξασφαλίσουν ένα είδος ασυλίας. Υπάρχουν και κανόνες τους οποίους το tech industry προσπέρασε γιατί είναι προφανώς μια βιομηχανία με τρομερές υποσχέσεις κερδών, τρομερές επενδύσεις. Yπάρχει και μια διάσταση τεχνο-ουτοπιστική που τις ευνοεί, υπάρχει δηλαδή μεγάλη επένδυση ελπίδας πάνω στον ψηφιακό κόσμο.

– Ανησυχείς πως οι μηχανισμοί παρακολούθησης που αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν για να περιορίσουν την εξάπλωση της COVID-19 θα διατηρηθούν και μετά το πέρας της πανδημίας;
– Τα contact tracing apps που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν νομίζω πως έχουν λόγο να παραμείνουν. Η διελκυστίνδα παίζεται στα λογισμικά αναγνώρισης προσώπων, στο predictive policing, στα βιομετρικά δεδομένα. Νομίζω πως αν η πανδημία έκανε κάτι καλό είναι ότι ευαισθητοποίησε λίγους ανθρώπους παραπάνω σε σχέση με τις θετικές διαστάσεις των σχετικών τεχνολογιών. Χωρίς αυτά τα αδιανόητα εργαλεία, τις βάσεις δεδομένων, τις επεξεργαστικές δυνατότητες, την ταχύτητα, νομίζω πως ούτε η ανάπτυξη του εμβολίου ούτε η διαχείριση της πανδημίας θα είχαν επιτευχθεί στον βαθμό που επιτεύχθηκαν.

– Ομως, ενώ οι ιδιωτικές εταιρείες –στη Δύση τουλάχιστον– γνωρίζουν πλέον πιο πολλά για εμάς από ό,τι οι ίδιες οι κυβερνήσεις, οι υπέρμαχοι των προσωπικών ελευθεριών εξακολουθούν να διαδηλώνουν κατά των κυβερνήσεων. Γιατί συμβαίνει αυτό;
– Επειδή είναι οι κυβερνήσεις που θα έπρεπε να ελέγχουν αυτές τις εταιρείες. Θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να τους βάζουν όρια, αλλά δυσκολεύονται. Ομως έτσι λειτουργεί η δημοκρατία, είναι διαγκωνισμός εξουσιών.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων