Ο Σωκράτης δεν θα είχε… Twitter

ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Οι παρακαταθήκες του μεγάλου Ελληνα φιλοσόφου και η «παθιασμένη» εκστρατεία για τη διάδοση των κλασικών σπουδών

o-sokratis-den-tha-eiche-twitter-561564814

Είναι μεσημέρι Σαββάτου στην Καρδαμύλη. Βρισκόμαστε στο υπέροχο σαλόνι της οικίας Πάτρικ Λη Φέρμορ, με τον ήλιο έξω να δίνει μάχη να ξεπροβάλει μέσα από τα σύννεφα, τη θάλασσα να λαμπυρίζει κατά διαστήματα.

Κάθομαι με την Μπέτανι Χιουζ, δημοφιλέστατη συγγραφέα και πολυβραβευμένη παρουσιάστρια ιστορικών ντοκιμαντέρ. Εκείνο το βράδυ θα κονταροχτυπιόμασταν, μαζί με τρεις ακόμη μονομάχους, σε ρητορικό διαγωνισμό για τον σπουδαιότερο Eλληνα. Η Βρετανίδα ιστορικός είχε επιλέξει ως υποψήφια την Ωραία Ελένη και σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ιδέα, με πρόφαση το «Γεύμα», να αποσπάσω πληροφορίες για την επιχειρηματολογία της.

«Είναι πολλοί οι λόγοι που η Ελένη έχει συνεχίσει να συναρπάζει, ουσιαστικά αδιάλειπτα όλους αυτούς τους αιώνες», μου λέει. «Μπορεί να είναι επειδή εκπροσωπεί τον συνδυασμό του σεξ και της βίας, επειδή είναι η ενσάρκωση της αψεγάδιαστης ομορφιάς, ή επειδή παρέχει άφθονο υλικό για σαγηνευτικές αφηγήσεις με στοιχεία soft πορνογραφίας… Αλλά εγώ πιστεύω ότι ίσως είναι κάτι βαθύτερο, ότι εκπροσωπεί την τεράστια δύναμη αλλά και την αδυναμία της ανθρώπινης κατάστασης, αυτήν την εμμονή να κυνηγάμε τα πράγματα που δεν μπορούμε να έχουμε».

Eνα διαχρονικό χαρακτηριστικό των όσων έχουν γραφεί γι’ αυτήν και του τρόπου με τον οποίο αναπαρίσταται, σημειώνει η Χιουζ, είναι ο μισογυνισμός. «Αυτό ισχύει και στις μέρες μας. Σκεφτείτε εκείνη τη χολιγουντιανή ταινία, την “Τροία”. Ο,τι και αν πιστεύει κανείς για την ηθοποιό, ο χαρακτήρας που παίζει είναι ένα μαλθακό πλάσμα, που παραδίδεται συνεχώς στα δάκρυα – κανείς δεν θα αναγνώριζε την Ελένη σε αυτή την αναπαράσταση! Ειδικά στην εποχή μας, είναι μια σημαντική χαμένη ευκαιρία να έχεις στα χέρια σου μια ιστορία με έναν τέτοιο κεντρικό χαρακτήρα, έναν από τους πιο επιδραστικούς στα χρονικά της λογοτεχνίας, και να μην την παρουσιάζεις ως μια δυνατή γυναίκα».

Από τη μυθική Ελένη, η συζήτηση μεταφέρεται στον Σωκράτη, η δίκη του οποίου αποτέλεσε το θέμα ενός ακόμη βιβλίου της πληθωρικής Χιουζ («The Hemlock Cup: Socrates, Athens and the Good Life»). Διερωτώμαι πώς θα αντιμετώπιζε τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Θα είχε λογαριασμό στο Twitter; «Σίγουρα όχι! Είχε αλλεργία στον γραπτό λόγο. Οπως λέει στον “Φαίδρο” του Πλάτωνα, τα γραπτά είναι πάντα ορφανά γιατί δεν έχουν τον πατέρα τους μαζί τους να τα προστατεύει». Στις ημέρες δόξας της διαδικτυακής οχλαγωγίας, συχνά εμπνευσμένης από άκρως επιλεκτικές αναφορές σε κάτι που το αντικείμενο της εκάστοτε δολοφονίας χαρακτήρα έγραψε κάπου, κάποτε, η επιφυλακτική στάση του δείχνει αλλόκοτα προφητική. H Χιουζ μιλάει και για την εχθρότητα του μεγάλου φιλοσόφου απέναντι στην «κακοήθη θεά της πειθούς», της χειραγώγησης της γνώμης μέσω σοφιστειών, φημολογίας και ψευδών ειδήσεων. «Μας είδε να ερχόμαστε, 100%», λέει.

Κατάσταση πολιορκίας

Ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο ως διαφθορέας της αθηναϊκής νεολαίας. Στη σημερινή εποχή, οι κλασικές σπουδές εν γένει, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ρεύμα «προοδευτικής» σκέψης που επιχειρεί με αντίστοιχη λογική να τις ακυρώσει. Στο όνομα μιας στρεβλής σύλληψης της «κοινωνικής δικαιοσύνης» και της καταπολέμησης του ρατσισμού, οι εκπρόσωποι του ρεύματος αυτού έχουν αποδυθεί σε μια εκστρατεία αναστολής της λειτουργίας των Τμημάτων Κλασικών Σπουδών στα αμερικανικά πανεπιστήμια, ώστε να μη διαφθείρουν τα μυαλά των φοιτητών. Ρωτώ τη Χιουζ, η οποία στο Ηνωμένο Βασίλειο ηγείται της αντίθετης προσπάθειας –να επεκταθεί η διδασκαλία τους στο δημόσιο σχολείο– πώς βλέπει αυτό το φαινόμενο.

«Είναι απίστευτο. Η ιδέα ότι μπορείς να αφανίσεις τα θεμέλια της δυτικής λογοτεχνίας και ότι από το κενό αυτό θα προκύψει η ηθική μας ανύψωση… Δεν λέω ότι τα κλασικά έργα παρέχουν αναγκαστικά ηθικά πρότυπα. Αλλά ας πάρουμε τη Σαπφώ, για παράδειγμα. Θα δίδασκα τη Σαπφώ σε όλα τα σχολεία. Οταν ως έφηβος ξαφνικά πλημμυρίζεσαι από αισθήματα αγάπης, πόθου και άγχους, αλλάζεις σωματικά και ψυχολογικά –η Σαπφώ καταπιάνεται ευθέως με όλα αυτά, 2.600 χρόνια πριν–, τη φωτιά που νιώθεις να σιγοκαίει κάτω από το δέρμα σου, την ανάγκη σου να επικοινωνήσεις με την Αφροδίτη… Πόσο χρήσιμο θα ήταν για κάθε παιδί να τα διαβάσει αυτά, να νιώσει ότι δεν είναι μόνο του, ότι μια γυναίκα από μια εντελώς άλλη κουλτούρα, σχεδόν τρεις χιλιετίες πριν, ένιωθε τα ίδια πράγματα;».

Οταν τη ρωτώ πώς εξελίσσεται η δική της εκστρατεία για τη διάδοση των κλασικών σπουδών, μιλάει με ενθουσιασμό («είμαι παθιασμένη με το θέμα αυτό», λέει). «Πάει καταπληκτικά! Είχαμε θέσει ως στόχο όταν ξεκινήσαμε, πριν από δέκα χρόνια, να φτάσουμε τα 1.000 δημόσια σχολεία και σχεδόν τον έχουμε φτάσει. Η αλήθεια είναι ότι παραβιάζαμε ανοιχτές θύρες – το ήθελαν οι καθηγητές, οι γονείς, οι μαθητές, όλοι! Αρα η προσπάθεια έχει υπάρξει πάρα πολύ θετική, χαρμόσυνη…».

Εντοπίζει τις αιτίες της παρακμής της διδασκαλίας των κλασικών σε «ένα συνδυασμό περικοπών και προκαταλήψεων». Το επιχείρημα εναντίον τους εστιαζόταν στο ότι ήταν ένα αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται μόνον οι ελίτ. «Αυτό όμως ήταν ένα εντελώς άστοχο επιχείρημα. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο κάτι γίνεται ελιτίστικο είναι αν περιορίσεις την πρόσβαση σε αυτό μόνο στις ελίτ», τονίζει.

Η Χιουζ έχει γυρίσει όλη την Ελλάδα κινηματογραφώντας σειρά ιστορικών ντοκιμαντέρ για το BBC, το Channel 4, το History Channel και άλλα κανάλια. Εχει ασχοληθεί με την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία, τους Σπαρτιάτες, τον Σωκράτη, τον Μινωικό Πολιτισμό, αλλά και μυθικά μέρη και χαρακτήρες (Ατλαντίδα, Αφροδίτη, Ωραία Ελένη).
Η αρχή της πανδημίας τη βρήκε στα τέλη των γυρισμάτων για το «A Greek Odyssey», μια σειρά έξι επεισοδίων που ακολουθεί την πορεία του Οδυσσέα από την Τροία μέχρι την Ιθάκη. «Πήγαμε σε 24 νησιά, από τη Λέσβο, την Ικαρία και τους Φούρνους έως τη Δήλο και τη Μύκονο, αλλά και την Κέρκυρα στο Ιόνιο. Την τελευταία ημέρα των γυρισμάτων, τραβούσαμε τα τελευταία πλάνα, με κυκλαδίτικα ειδώλια. Μόλις που προλάβαμε, πριν κλείσουν όλα. Και το πρώτο πράγμα που έκανα μετά το lockdown ήταν αυτό το ντοκιμαντέρ για τη “Γαία”, το οποίο θα κυκλοφορήσει ακριβώς πριν από τη Διάσκεψη για το Κλίμα (COP26) στη Γλασκώβη. Με το που εμφανίζεται, στον Ησίοδο, η Γαία λέει πως θα ήθελε να ανακουφιστεί από το άχθος του ανθρώπινου είδους. Ηδη από τότε! Αρα είχα έναν αρχαιοελληνικό προστατευτικό δακτύλιο γύρω από τη φρικτή εμπειρία της COVID…».

Στο νεότερο ντοκιμαντέρ, όπως εξηγεί, επιχείρησε μεταξύ άλλων να διερευνήσει τον βαθμό στον οποίο οι Αρχαίοι είχαν δίκιο όταν έλεγαν ότι η Γαία είναι ένα έμβιο ον. «Το ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστήμη, όντως νιώθει και αντιλαμβάνεται και ανταποκρίνεται».

Για τα γυρίσματα του «A History of Mother Earth: Gaia Uncovered», όπως είναι ο πλήρης τίτλος του ντοκιμαντέρ, η Χιουζ βρέθηκε, μεταξύ άλλων, στην Εύβοια και στη Θάλασσα του Μαρμαρά. «Υπήρχε ένα οικολογικό κίνημα εκεί (στην Εύβοια) το οποίο θέλαμε να καλύψουμε», λέει. «Λίγο αφού πήγαμε εκεί ξέσπασαν οι φοβερές φωτιές του περασμένου καλοκαιριού. Η Θάλασσα του Μαρμαρά, στην οποία επίσης είχαμε πάει για γυρίσματα, πνιγόταν στη θαλάσσια βλέννα. Αποφασίσαμε να κλείσουμε την ταινία με πλάνα από τις φωτιές στην Εύβοια. Αυτό που λένε οι ελληνικοί μύθοι είναι ότι η Γαία πάντα φανερώνει την αλήθεια. Οι Δελφοί ιδρύθηκαν για τη λατρεία της. Δεν λέει ποτέ ψέματα, ούτε μιλάει με γρίφους. Το μήνυμά της είναι σαφές. Ισως είναι καιρός να το ακούσουμε».

Οι παιδικές επιρροές

Η δική της συνάντηση με την αρχαιότητα δεν ήταν προϊόν προνομιούχου ανατροφής. «Οι γονείς μου ήταν ηθοποιοί – θαυμάσιοι άνθρωποι, σχεδόν πάντα άνεργοι», θυμάται. «Δεν πηγαίναμε λοιπόν πολυτελείς διακοπές στο εξωτερικό. Πηγαίναμε –και περνούσαμε πολύ ωραία– σε μια παγωμένη παραλία στις νότιες ακτές της Αγγλίας. Καθόμασταν τυλιγμένοι με αδιάβροχα και κουβέρτες και ένα θερμός με τσάι και εγώ διάβαζα τα ιστορικά μυθιστορήματα της Μέρι Ρενότ. Πρέπει να ήμουν 11 ή 12 ετών… Ηταν μια τρομερή γυναίκα – ανοιχτά λεσβία τη δεκαετία του 1940. Το επίθετό της γράφεται σαν το αμάξι, αλλά άλλαξε την προφορά γιατί εξοργίστηκε που η Renault συνεργάστηκε με τους ναζί στον πόλεμο. Διάβαζα, λοιπόν, τα βιβλία της και σκεφτόμουν ότι αυτός είναι ένας κόσμος που θα ήθελα πραγματικά να καταλάβω».

H συνάντηση

Βρεθήκαμε με την Μπέτανι Χιουζ στην οικία Πάτρικ Λη Φέρμορ ως καλεσμένοι στο νεότευκτο Φεστιβάλ της Καρδαμύλης, στο οποίο ήμαστε και οι δύο ομιλητές. Κουβεντιάσαμε τρώγοντας μια νοστιμότατη τυρόπιτα με μανιτάρια συνοδεία σαλάτας, προσφορά των διοργανωτών του φεστιβάλ (η συνδαιτυμόνας μου είναι χορτοφάγος). Στον διαγωνισμό για τον σπουδαιότερο Ελληνα ή Ελληνίδα το ίδιο βράδυ αγωνιστήκαμε τίμια, δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας, αλλά τόσο η Ελένη όσο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος (ο δικός μου υποψήφιος) έπεσαν ηρωικά απέναντι στο διαχρονικό μεγαλείο του Αριστοφάνη.

o-sokratis-den-tha-eiche-twitter2

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 11 Ο χαρακτήρας και οι στόχοι της παιδείας – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Θ 1.3-2.1 – Απαντήσεις στις ενδεικτικές δραστηριότητες.

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Ποιος πρέπει να είναι ο χαρακτήρας της παιδείας σύμφωνα με τον Αριστοτέλη;

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ο χαρακτήρας της παιδείας πρέπει να είναι δημόσιος.

Ο Αριστοτέλης συσχετίζει κατηγορηματικά την παιδεία με το κράτος: τα θέματα της παιδείας και η φροντίδα γι’ αυτά πρέπει να ανήκουν στην αρμοδιότητα του κράτους και να ρυθμίζονται με νόμους γι’ αυτό δεν μπορεί να μορφώνει ο καθένας τα παιδιά του όπως θέλει. “Αφού κανείς πολίτης δεν πρέπει να πιστεύει ότι ανήκει στον εαυτό του, αλλά αντίθετα ότι όλοι οι πολίτες ανήκουν στην πόλη” θα πρέπει η φροντίδα για το κάθε μέλος της πόλης να είναι κοινή και συνταιριασμένη με τη φροντίδα για το σύνολο.

Το άριστο πολίτευμα έχει επίκεντρο την παιδεία, που είναι ο θεσμός που θα καλλιεργήσει την αρετή και θα διαμορφώσει τον σπουδαίο άνθρωπο (αντίθετο του ανδραποδώδους) ο οποίος είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι στον πολιτικό βίο συμβαίνει η αυτοπραγμάτωση του εγώ, αφού το εγώ υπάρχει σε σχέση με τον άλλον.

  1. Ποιες ενδεχόμενες στοχοθεσίες του εκπαιδευτικού συστήματος αναφέρει ο Αριστοτέλης; Ποια είναι τα πιθανά γνωστικά αντικείμενα που συνδέονται με τις συγκεκριμένες στοχοθεσίες;

Στοχοθεσίες:

  • η αρετή ή ευτυχία,

οὔτε πρὸς ἀρετὴν οὔτε πρὸς τὸν βίον τὸν ἄριστον

  • η ανάπτυξη του πνεύματος ή η καλλιέργεια της ψυχής,

πρὸς τὴν διάνοιαν πρέπει μᾶλλον ἢ πρὸς τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος

  • η χρηστικότητα της γνώσης ή η αυταξία της

τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν βίον ἢ τὰ περιττά

Παρά το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι ο σκοπός της παιδείας πρέπει να είναι ηθοπλαστικός και η εκπαιδευτική διαδικασία να υπηρετεί τα “τείνοντα πρός ἀρετήν”, ωστόσο θα ήταν ακριβέστερο αν θα λέγαμε ότι ο Αριστοτέλης αποδέχεται ένα συνδυασμό παιδευτικών σκοπών με κυρίαρχο όμως τον ηθικοποιητικό. Έτσι η παιδεία χρειάζεται να διδάσκει τα χρήσιμα υπό όρους (δηλαδή να μην οδηγούν και να μην αξιοποιούνται σε μισθωτή εργασία) και να αναπτύσσει το πνεύμα και την καλαισθησία, αλλά όλα αυτά να κατατείνουν στην διάπλαση του ήθους (τό ζητεῖν πανταχοῦ τό χρήσιμον ἥκιστα ἁρμόττει τοῖς μεγαλοψύχοις καί τοῖς ἐλευθερίοις) (Πολιτικά, 1338 α 2-4)

Για το πρόγραμμα σπουδών ο Αριστοτέλης ακολουθώντας την παράδοση προβλέπει τα «γράμματα και γυμναστικήν και μουσικήν και τέταρτον ἔνιοι γραφικήν . Τα γράμματα δηλαδή η ανάγνωση, η γραφή, στοιχεία γραμματικής αριθμητικής, γεωμετρίας και αστρονομίας, διδάσκονται για την πρακτική τους χρησιμότητα στην ζωή των ανθρώπων, η γυμναστική, επειδή συμβάλλει στην ανδρεία, η μουσική επειδή μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να αξιοποιεί δημιουργικά το χρόνο του, και η ιχνογραφία για την αναζήτηση του ωραίου στην καθημερινότητα.

Τέλος σύμφωνα με τον Αριστοτέλη τρεις αρχές πρέπει να διέπουν κάθε εκπαιδευτικό πρόγραμμα: η μεσότητα, το δυνατό (εφικτό) και το πρέπον. Η τριπλή αυτή βάση της παιδείας σε συνδυασμό με τον ηθικοποιητικό σκοπό της, να καλλιεργεί δηλαδή στον άνθρωπο την αρετή, ώστε να κατακτήσει τον άριστο βίο, υπαγορεύει ένα πρόγραμμα σπουδών που οδηγεί σε συγκρότηση, πολυμερούς προσωπικότητας. Το αριστοτελικό παιδευτικό πρότυπο σκοπεύει στη διαμόρφωση εκείνου του ήθους που θα οδηγήσει και το μέρος και το όλον στην ευδαιμονία καθώς η ποσότητα της παιδείας καθορίζει την ποιότητα της συμμετοχής με τη σειρά της καθορίζει την ποιότητα του πολιτεύματος. Διαγράφεται ήδη μια “δημοκρατική” αντίληψη της πολιτικής με “αριστοκρατική” όμως θεώρηση.

  1. Για ποιους λόγους είναι δύσκολο, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, να υπάρξει μια κοινή αντίληψη για την ενδεδειγμένη παιδεία που πρέπει να έχουν οι νέοι;

καὶ γὰρ τὴν ἀρετὴν οὐ τὴν αὐτὴν εὐθὺς πάντες τιμῶσιν, ὥστ’ εὐλόγως διαφέρονται καὶ πρὸς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς

Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί οφείλονται στο ότι όλοι τιμούν την αρετή, ο καθένας όμως δίνει διαφορετικό περιεχόμενο σε αυτή και επομένως, διαφοροποιείται και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να ασκείται. Παρόμοιο προβληματισμό είχε διατυπώσει και ο Πλάτωνας στον διάλογο Λάχης (Λάχης 190 b 7), όπου αναφέρει: «Αν δεν ξέρουμε καν τι είναι η αρετή, με ποιον τρόπο θα συμβουλέψουμε κάποιον πώς να την κατακτήσει πιο εύκολα;».

  1. Αφού στην πρώτη παράγραφο του αποσπάσματος ο Αριστοτέλης καταγράφει πιθανές εκπαιδευτικές εκδοχές, στη δεύτερη παράγραφο καταθέτει ορισμένες δικές του προτάσεις. Ποιες είναι αυτές;

«Η σκέψη του Αριστοτέλη, όπως αναπτύσσεται στους στίχους 1337 b 4-20, επιχειρεί να δώσει τα όρια ανάμεσα στη γνώση που προάγει συνολικά τον άνθρωπο και σε εκείνη που τον “υποδουλώνει” από μια άποψη. Ειδικότερα φαίνεται ότι δεν αποδοκιμάζει καμιά διάσταση γνώσης (χρήσιμη, αναγκαία, επιστημονική και ηθικοπλαστική), απορρίπτει όμως τη μονοδιαστατικότητα της παρεχόμενης γνώση και μάλιστα της πρακτικά / επαγγελματικά προσανατολισμένης. Προβάλλει ένα πρότυπο παρεχόμενης γνώσης που συνθέτει στοιχεία χρησιμότητας, αναγκαιότητας και επιστημονικής αλήθειας, με κυρίαρχο τον ηθικοπλαστικό προσανατολισμό. Αντίθετα με τους “βάναυσους”, δηλαδή με τους ανθρώπους που διαθέτουν τη γνώση και την κατασκευαστική ικανότητά τους στην υπηρεσία των άλλων με αμοιβή, στοιχείο δουλικότητας κατά τον Αριστοτέλη.

Χρειάζεται να δούμε ότι ο Αριστοτέλης διακρίνει τη γνώση από την κοινωνική λειτουργία της. Η γνώση που οδηγεί επαγγελματική εξειδίκευση στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και της μισθωτής εργασίας, δεν αναιρεί την αλλοτρίωση της εργασίας με την άσκηση της οποίας συνδέεται. Την αλλοτριωτική – αλλοτριωμένη σχέση γνώσης και χρήματος την καταδικάζει και στα Ηθικά Ευδήμεια 1243 b 22 όπου υποστηρίζει ότι “ἐπιστήμη και χρήματα οὐχ ἑνί μετρεῖται”, επίσης Ηθικά Νικομάχεια 1164 b 2. Και με την ευκαιρία των παιδευτικών στόχων ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να αναφερθεί στην αλλοτριωμένη εργασία την οποία συνδέει με τη μισθωτή εργασία και με τον εξοντωτικό σωματικά και μηχανικό της χαρακτήρα που υποβιβάζει ψυχοπνευματικά τον άνθρωπο σε ανδράποδο.» (Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου Αριστοτέλης Πολιτικά τ. β’  σελ. 346-7 ΤΟ ΒΗΜΑ)

Βάναυσος, ος, ον (ἐκ του βαῦνος =κάμινος, αὔω= ανάβω φωτιά) : κυρίως ἐργαζόμενοι διά τοῦ πυρός, μηχανικός, ο σιδηρουργός, ἀγροῖκος, ἄνευ αἰσθήματος.  / οἱ βάναυσοι: ἡ τάξις τῶν μηχανικῶν ἐργατῶν / τέχνη βάναυσος: μηχανική ἐργασία, ταπεινή τέχνη. H. Lidell R. Scott τ. Α’

«Στόχος των ανθρώπων είναι να βρουν την καλύτερη δυνατή μορφή διακυβέρνησης, και αυτή η μορφή είναι το πολίτευμα που δίνει τις μεγαλύτερες δυνατότητες ευδαιμονίας. Η ευδαιμονία εξαρτάται όμως πρωταρχικά από την αρετή και δευτερευόντως μόνο από τα υλικά αγαθά, ενώ η αρετή εξαρτάται με τη σειρά της από τρεις παράγοντες: τη φύση, τη συνήθεια (το έθος) και την έλλογη διαβίωση (τον λόγον).

Η εκπαίδευση (παιδεία) αφορά τους δύο τελευταίους παράγοντες και ποικίλλει ανάλογα με το αν οι λειτουργίες της αρχής (των αρχόντων) και της υπακοής (των αρχομένων) προβλέπεται να είναι σταθερές ή εναλλασσόμενες. Συνήθως δεν υπάρχουν άτομα τόσο αδιαμφισβήτητα ανώτερα από τους υπόλοιπους πολίτες, ώστε να κατέχουν μόνιμα τις θέσεις των αρχόντων. Πρέπει λοιπόν οι πολίτες να εκπαιδεύονται ώστε να δίνονται πρώτα καλοί υπήκοοι και κατ επέκταση καλοί κυβερνήτες. […]

Οι πολίτες ενός τέτοιου κράτους δεν θα υποχρεωθούν ποτέ να κερδίσουν τη ζωή τους, και γι’ αυτό η επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση δεν τους είναι αναγκαία. Αυτό που χρειάζεται είναι να εκπαιδευτούν έτσι ώστε να γίνουν καλοί στρατιώτες και υπήκοοι και αργότερα καλοί κυβερνήτες. Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζοντας στο κράτος έναν άμεσα ηθικοπλαστικό ρόλο και όχι απλώς ένα ρόλο εξάλειψης των πιθανών εμποδίων για την ευζωία των πολιτών είναι φυσικό να δίνει στην ηθική διαπαιδαγώγηση μεγαλύτερη έμφαση απ’ ό,τι συνηθίζουμε σήμερα.» (W. D. Ross Αριστοτέλης σελ. 382, 384.ΜΙΕΤ)

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Με τα δύο ρηματικά επίθετα στην πρώτη περίοδο ο Αριστοτέλης διατυπώνει μια δεοντολογία. Τι ακριβώς προτείνει; Έχει πολιτικό χαρακτήρα η πρότασή του για την παιδεία;

Τα Πολιτικά του Αριστοτέλη είναι ένα έργο πολιτικής θεωρίας. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα: ποια θέση έχουν τα θέματα παιδείας  και εκπαίδευσης (περιεχόμενο σπουδών, δημόσιος και ιδιωτικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης κ.ά.) μέσα σε ένα τέτοιο έργο;

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η παιδεία είναι πολιτικό θέμα και σε αυτό συνηγορούν οι ακόλουθοι λόγοι:

α) Η παιδεία έχει μεγάλη σημασία για το πολίτευμα και έχει θετική επίδραση στη λειτουργία της πόλης (αν η παιδεία στοχεύει στην αρετή, αυτή οδηγεί στην ευδαιμονία των πολιτών, που είναι ύψιστος στόχος της πόλεως). Αν λοιπόν παραμεληθεί η παιδεία, βλάπτεται το πολίτευμα.

β) Το κράτος είναι αυτό που πρέπει να ρυθμίζει με σχετικούς νόμους τα θέματα της παιδείας.

γ) Όλοι οι πολίτες ανήκουν στο κράτος, επομένως η παιδεία του καθενός είναι υπόθεση του κράτους.

δ)Σύμφωνα με τα παραπάνω οι πολιτικοί και οι νομοθέτες είναι υποχρεωμένοι να δείχνουν ενδιαφέρον για τα θέματα της παιδείας.

Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι η παιδεία είναι ένα θέμα κατεξοχήν πολιτικό και εύλογα το συγκεκριμένο έργο πραγματεύεται τα δια ζητήματα που την αφορούν.

  1. Επειδή ο φιλόσοφος θεωρεί καθοριστικό το τέλος του εκπαιδευτικού συστήματος, την απώτερη στόχευσή του, ξεκινά την προσέγγισή του με αυτό. Τα ενδεχόμενα τέλη της εκπαίδευσης έχουν χαρακτήρα πρόσκαιρο και τοπικό (ελληνικό, αθηναϊκό) ή διαχρονικό και υπερτοπικό;

«ἡ δὲ πόλις κοινωνία τίς ἐστι τῶν ὁμοίων, ἕνεκεν δὲ ζωῆς τῆς ἐνδεχομένης ἀρίστης. ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶν εὐδαιμονία τὸ ἄριστον, αὕτη δὲ ἀρετῆς ἐνέργεια καὶ χρῆσίς τις τέλειος, συμβέβηκε δὲ οὕτως ὥστε τοὺς μὲν ἐνδέχεσθαι μετέχειν αὐτῆς τοὺς δὲ μικρὸν ἢ μηδέν, δῆλον ὡς τοῦτ᾽ αἴτιον τοῦ γίγνεσθαι πόλεως εἴδη καὶ διαφορὰς καὶ πολιτείας πλείους· [1328b] ἄλλον γὰρ τρόπον καὶ δι᾽ ἄλλων ἕκαστοι τοῦτο θηρεύοντες τούς τε βίους ἑτέρους ποιοῦνται καὶ τὰς πολιτείας. ἐπισκεπτέον δὲ καὶ πόσα ταυτί ἐστιν ὧν ἄνευ πόλις οὐκ ἂν εἴη·» Πολιτικά 1328 a35-b 3.

Μετάφραση: “Η πόλη είναι κοινωνία όμοιων ανθρώπων με σκοπό την κατά το δυνατόν άριστη ζωή. Επειδή μάλιστα η ευδαιμονία είναι υπέρτατο αγαθό, ορίζεται δε ως τέλεια ενέργεια και χρήση της αρετής και έχει συμβεί έτσι ώστε άλλοι ενδεχομένως να έχουν αρκετό μερίδιό της και άλλοι αντίθετα μικρό ή καθόλου, γίνεται φανερό ότι αυτό αποτελεί αίτιο της ύπαρξης πολλών και διαφορετικών πόλεων και περισσότερων πολιτευμάτων. Γιατί οι άνθρωποι, ο καθένας χωριστά, κυνηγώντας το αγαθό αυτό με άλλον τρόπο και με άλλα μέσα, διαφοροποιούν τους τρόπους ζωής τους και τα πολιτεύματα.” (Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου Αριστοτέλης Πολιτικά τ. β’  σελ. 153 ΤΟ ΒΗΜΑ)

” Η σύνδεση αρετής ευδαιμονίας και πολιτευμάτων στο σημείο αυτό δείχνει το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη για την ανθρωπολογική διάσταση της πολιτικής και προβάλλει έναν άλλο λόγο εξήγησης της ποικιλίας των πόλεων και των πολιτευμάτων. Αυτή οφείλεται στην αναζήτηση της ευδαιμονίας από τους ανθρώπους, οι προϋποθέσεις της οποίας δεν είναι ίδιες για όλους, πράγμα που οδηγεί σε ηθική ανισότητα. Στις γραμμές αυτές διαφαίνεται η άποψη ότι ανάλογα με την ηθική ωριμότητα των ατόμων, διαμορφώνονται και οι πολιτικές συνθήκες που εγγυώνται τη μορφή ζωής – το αγαθό που επιζητούν τα άτομα αυτά. Επιπρόσθετα η παιδεία, η οποία από τη μια οργανώνεται από την πόλη και από την άλλη οδηγεί στην αρετή, παίζει σημαντικό ρόλο στην κατάκτηση του αγαθού. Συνάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι η ηθική ανισότητα που είδαμε πιο πάνω διαμορφώνει αντίστοιχα πολιτεύματα τα οποία με τη σειρά τους σχηματίζουν ανάλογα ποιοτικά συστήματα παιδείας. Τελικά μπορεί ο στόχος της παιδείας, η ευδαιμονία, να είναι ίδιος για όλους, δηλαδή υπερτοπικός, το αν όμως επιτυγχάνεται εξαρτάται απ’ την ηθική ποιότητα των πολιτευμάτων και των πολιτών μιας πόλεως.”  (Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου Αριστοτέλης Πολιτικά τ. β’  σελ. 314 ΤΟ ΒΗΜΑ)

          3. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ένας φιλόσοφος σαν τον Αριστοτέλη μπορεί να ταράζεται όταν προσεγγίζει ως μελετητής την εκπαιδευτική πραγματικότητα της εποχής του; Έχει κάτι αλλάξει σήμερα;

Στο κείμενο διαβάζουμε την φράση: «Ἐκ τῆς ἐμποδὠν παιδεἰας ταραχώδης η σκέψις». Όταν δηλαδή, εγκύψει κάποιος στα θέματα της παιδείας βρίσκεται ενώπιον πολύπλοκων προβλημάτων και ακούει να εκφράζονται αντικρουόμενες απόψεις με αποτέλεσμα η εξέταση των θεμάτων που άπτονται της παιδείας να δημιουργεί ταραχή και σύγχυση.

Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται από τις ποικίλες στοχοθεσίες που αναφέρονται στο κείμενο και δείχνουν ότι κάθε πολίτης έχει την δική του γνώμη με αποτέλεσμα η σύνθεση να καθίσταται αδύνατη:

Π.χ. οι φράσεις:

νῦν γὰρ ἀμφισβητεῖται περὶ τῶν ἔργων…. Οὐ γὰρ ταὐτὰ πάντες ὑπολαμβάνουσι …. οὔτε πρὸς ἀρετὴν οὔτε πρὸς τὸν βίον τὸν ἄριστον, οὐδὲ φανερὸν πότερον πρὸς τὴν διάνοιαν πρέπει μᾶλλον ἢ πρὸς τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος·… δῆλον οὐδὲν πότερον ἀσκεῖν δεῖ τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν βίον ἢ τὰ τείνοντα πρὸς ἀρετὴν ἢ τὰ περιττά.  

φανερώνουν την πολυπλοκότητα του προβλήματος και τη σύγχυση που προκαλείται από τις διιστάμενες απόψεις που εκφέρονται διαρκώς με αποτέλεσμα ακόμα και ένας σοβαρός μελετητής και διανοητής, όπως ο Αριστοτέλης να δυσκολεύεται να οργανώσει ένα καθολικά  αποδεκτό και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Δυστυχώς το ίδιο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί και από τη μελέτη της σημερινής εκπαίδευσης, αφού ειδικά στην Ελλάδα πέρα από τις βασικές γραμμές που ακολουθούνται διαχρονικά, όπως η διάκριση της ανθρωπιστικής από την τεχνοκρατική παιδεία με βαθμιαία ενίσχυση της δεύτερης, πραγματοποιούνται συνεχείς αλλαγές σχεδόν κάθε διετία – τριετία, οι οποίες ανατρέπονται με κάθε κυβερνητική μεταβολή, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αξιολογηθεί αξιόπιστα καμία τέτοια αλλαγή ή μεταρρύθμιση. Επιπλέον αυτές εφαρμόζονται ανάποδα δηλαδή στην κορυφή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στο Λύκειο, και όχι από τις μικρότερες τάξεις προς τις μεγαλύτερες. Αν κάποιος μάλιστα συμπεριλάβει τις μικροκομματικές και συντεχνιακές σκοπιμότητες τον κομματισμό, τον λαϊκισμό … ταραχώδης η σκέψις!

          4. Θα συμφωνούσατε με την άποψη ότι ο Αριστοτέλης θεωρεί την ελευθερία ορισμένων πολιτών ένα αμετάβλητο δεδομένο; Πώς συνδέει την ελευθερία με την παιδεία;

Στην εποχή του Αριστοτέλη υπήρχε θεσμοθετημένη διαφορά ανάμεσα σε ελεύθερους και δούλους. Στην πραγματικότητα αυτή η διάκριση δημιουργούσε δυο παράλληλους κόσμους, όπου στον κόσμο των ελευθέρων παρέχονταν κοινωνικές, πνευματικές και πολιτικές ελευθερίες, καθώς και η δυνατότητα οικονομικής ανάπτυξης, ενώ αντίθετα οι δούλοι βίωναν μια παγιωμένη κατώτερη ζωή.  Η λέξη ελευθερία βέβαια διακρίνει τον ελεύθερο πολίτη από τον δούλο, τον οποίο ο φιλόσοφος θεωρούσε «ἔμψυχον ὄργανον» (λέξη που χρησιμοποιείται και για τα μέλη του ανθρώπινου σώματος, όπως το χέρι), που εργάζεται για το όφελος του δεσπότη. Κάθε δούλος αποτελεί ένα εργαλείο που αντικαθιστά περισσότερα εργαλεία. Δεσπότης και δούλος αποτελούν ένα είδος οργανικής ενότητας. (ο Αριστοτέλης προσπαθεί να ερμηνεύσει τη δουλεία ως φυσικό φαινόμενο). W. Kullmann «Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη ΜΙΕΤ»  σελ. 67.

Στο χωρίο, όμως, που εξετάζουμε ο Αριστοτέλης προχωρεί στην ουσία της έννοιας ελεύθερος ξεπερνώντας την θεσμική διάκριση. Ο ελεύθερος νομικά άνθρωπος οφείλει με τη βοήθεια της παιδείας να υψώνεται πνευματικά και ηθικά, αξιοποιώντας όλες τις ελευθερίες που του παρέχονται. Με αυτή την έννοια η ποιότητα της παιδείας ενισχύει την ποιότητα της ελευθερίας. Μιλώντας, βέβαια, γενικότερα συνειδητοποιούμε ότι η παιδεία ελευθερώνει τον άνθρωπο από την άγνοια, τις δεισιδαιμονίες, την εξάρτηση από τη φύση, το φόβο και την υποταγή. Αυτό τεκμηριώνεται ιστορικά, αφού η διάχυση της γνώσης και της πνευματικής ανάπτυξης οδήγησε στη ραγδαία επιστημονική και κοινωνική εξέλιξη των τελευταίων αιώνων.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 10 Η αλληγορία του σπηλαίου: οι φιλόσοφοι – Απαντήσεις στις Ενδεικτικές δραστηριότητες (επιλογή)

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Για ποιον λόγο η προσέγγιση του Αγαθού παρομοιάζεται με θέαση και ανάβαση (ἰδεῖν τε τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν); Μπορείτε να συνδυάσετε την απάντησή σας και με την πλατωνική θεωρία των Ιδεών;

α) θέαση : ἰδεῖν

Σύμφωνα με την έννοια της περιαγωγής η παιδεία θα βοηθήσει την ψυχή να στραφεί ολόκληρη προς το Αγαθό ώστε να το θεάται. Με αυτόν τον τρόπο γνωρίζει την αλήθεια και έτσι συνδέεται και αποκτά εμπειρία με το αληθινό Όν.

β) ανάβαση: ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν

Η επίτευξη της θέασης του Αγαθού μέσω της παιδείας απαιτεί πολύχρονη επίπονη και κοπιώδη προσπάθεια που πολλές φορές συνοδεύεται από θυσίες, όπως τη στέρηση υλικών αγαθών και κοινωνικά αποδεκτής ήρεμης ζωής.

Η ανηφορική αυτή πορεία αισθητοποιείται και μέσα στο μύθο, αφού ο πρώην δεσμώτης θα ακολουθήσει ανηφορική πορεία από το βάθος της σπηλιάς στην έξοδο προς το φως.

Σύμφωνα με την θεωρία των ιδεών έχουμε συνηθίσει, να θεωρούμε τα απτά αντικείμενα που μας περιβάλλουν ως πραγματικά ενώ δεν είναι. Ή μάλλον ενώ αυτά είναι απλώς «έκτυπα» και «είδωλα» – δηλαδή κακέκτυπα και λιγότερο πραγματικά ομοιώματα των αμετάβλητων και αιώνιων «ιδεών». Αυτές οι ιδέες, όπως τις ορίζει ο Πλάτων, είναι οι μόνιμες για μας πραγματικές, από τις οποίες κατασκευάζονται (με κάποιον τρόπο) ατελή και φθαρτά απτά αντίγραφα. Για παράδειγμα, κάθε καρέκλα, στον οικείο για μας κόσμο των αντικειμένων, είναι απλώς απομίμηση ή «σκιά» της ιδεατής καρέκλας.

Αυτές οι ιδεατές καρέκλες δεν αποτελούν για τον Πλάτωνα σχήμα λόγου, αλλά αντικείμενα περισσότερο «πραγματικά» από τις εγκόσμιες απομιμήσεις του, αφού είναι και τελειότερα και καθολικά. Επειδή όμως οι ατελείς αισθήσεις μας είναι «εκ παίδων» παγιδευμένες στον κόσμο των ειδώλων, είμαστε τυφλοί ως προς τον κόσμο των ιδεών. Το πνεύμα μας είναι δέσμιο των απομιμήσεων, τις οποίες έτσι εκλαμβάνουμε ως πραγματικότητα. Είμαστε φυλακισμένοι σε ένα σπήλαιο ειδώλων.

Εν τούτοις, δεν έχουν χαθεί τα πάντα, γιατί, μολονότι ο άνθρωπος είναι αλυσοδεμένος, η φιλοσοφία μπορεί να τον ελευθερώσει. Αρκεί μόνο να της το επιτρέψουμε και αυτή θα αναλάβει να μας τραβήξει έξω από την σπηλιά του ζόφου και της άγνοιας, προς το φως της αληθινής ύπαρξης. Αυτή είναι η ανάβαση από τον αισθητό κόσμο προς τον νοητό. Προς στιγμήν μπορεί να αποδοκιμάσουμε εκείνο που τότε θα δούμε, όντας προσκολλημένοι στην «πραγματικότητα» των αισθητών πραγμάτων και αρνούμενοι την αλήθεια των φιλοσοφικών ιδεατών. Αλλά, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσουμε να βλέπουμε καθαρά και μάλιστα να προσεγγίζουμε την υπέρτατη ιδέα των ιδεών, η οποία είναι η ιδέα του αγαθού (αρετής). Φυσικά, ο Πλάτων, ως φιλόσοφος, ορίζει το αγαθό ως γνώση.

Με αυτό τον τρόπο συνδέεται η θέαση και η ανάβαση με την θεωρία των ιδεών.

  1. Σε δύο σημεία του κειμένου γίνεται αναφορά στον εξαναγκασμό αφενός των φιλοσόφων, αφετέρου των πολιτών. Αφού τα εντοπίσετε, να σχολιάσετε τη θέση του Πλάτωνα και να προβληματιστείτε ως προς το σκεπτικό με το οποίο νομιμοποιεί τον εξαναγκασμό αυτό.

«Ἡμέτερον δὴ ἔργον, ἦν δ’ ἐγώ, τῶν οἰκιστῶν τάς τε βελτίστας φύσεις ἀναγκάσαι …. μὴ ἐπιτρέπειν αὐτοῖς ὃ νῦν ἐπιτρέπεται.»

Η παιδεία είναι η καθοδήγηση του θείου στοιχείου που ενυπάρχει στον άνθρωπο προς την αληθινή περιοχή του όντος και προϋποθέτει την αποκάθαρση της ψυχής από τις γήινες της επιθυμίες. Το έργο αυτό της αποκάθαρσης και της καθοδήγησης μόνο οι φιλόσοφοι που έχουν υψωθεί στην ενόραση του αγαθού μπορούν να το αναλάβουν. Γι’ αυτό δεν θα τους επιτραπεί να μείνουν στην μακαριότητα των θείων ενοράσεων τους, αλλά θα αναγκαστούν να κατέβουν στο σπήλαιο, δηλαδή στην ατελή πολιτεία των απαίδευτων,  να πάρουν στα χέρια τους την εξουσία και να γίνουν άρχοντες της.

Η άριστη πολιτεία έχει το δικαίωμα να ζητήσει αυτήν την υπηρεσία από τους φιλοσόφους, γιατί κι’ αυτή επιβλέπει και προστατεύει την ανάπτυξη της φιλοσοφικής τους ιδιοφυίας. Έπειτα από όλα αυτά η πόλη θα ευτυχίσει να έχει άρχοντες που δεν θα θεωρούν την άσκηση της αρχής ως μέσο για πλουτισμό και για εξυπηρέτηση των προσωπικών τους συμφερόντων, πράγμα που γίνεται στις υπάρχουσες πολιτείες αλλά ως θυσία και απαραίτητη υπηρεσία για την εξασφάλιση της κοινής για όλη την πόλη ευδαιμονίας. (Γεωργούλης Πολιτεία, σελ. LIII)

Στο συγκεκριμένο χωρίο υπολανθάνει  ο παρακάτω συλλογισμός:

Α’ Ό,τι συντελεί στην κοινή ευδαιμονία είναι δίκαιο

Β’ Ο εξαναγκασμός των φιλοσόφων συντελεί στην κοινή ευδαιμονία

ΑΡΑ Ο εξαναγκασμός των φιλοσόφων είναι δίκαιος.

Με αυτόν τον συλλογισμό απαντά ο Σωκράτης στην ένσταση του Γλάυκωνα ότι είναι άδικο για τους φιλοσόφους να τους εξαναγκάσουμε να ζουν χειρότερα, ενώ μπορούν να ζουν καλύτερα, δηλαδή να αναλάβουν διοικητικές μέριμνες ενώ μπορούν να απολαύσουν τη θέα του Αγαθού και του Είναι.

συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ

Σε αυτό σημείο του κειμένου ο Πλάτωνας αναφέρεται στην κοινωνική λειτουργία του νόμου, ο οποίος επιδιώκει στην συναρμογή των πολιτών είτε με την πειθώ, την διαλογική δηλαδή καθοδήγηση κάθε μέλους της πολιτείας, ώστε να αποδεχθεί τη θέση του μέσα στην πολιτεία που εξασφαλίζει και την ατομική και τη συλλογική ευδαιμονία μέσω της δικαιοσύνης και της αρμονίας.

Η “ανάγκη”, δηλαδή ο εξαναγκασμός και η βία θα χρησιμοποιηθούν προς εκείνους τους πολίτες που δεν έχουν αυτογνωσία, δεν γνωρίζουν δηλαδή τα όριά τους και αρνούνται να ενταχθούν, να λειτουργήσουν και να συνυπάρξουν αρμονικά με τα άλλα μέλη της κοινωνίας.

6. Το χρέος των φιλοσόφων

(ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ & ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ Ο.Π.Α.Σ. σελ. 252 -255)
α. Ποιοι είναι οι «φιλόσοφοι» που ο Πλάτων έχει στο μυαλό του; Σίγουρα δεν αναφέρεται στους γνωστούς στο αθηναϊκό κοινό φιλοσόφους, όπως οι σοφιστές και οι φυσικοί φιλόσοφοι σύμφωνα με το πρότυπο του Εμπεδοκλή και του Αναξαγόρα, αλλά στους φιλοσόφους που έχουν σχηματίσει μία ομάδα γύρω από τον ίδιο στην Ακαδημία. Η ομάδα αυτή προέρχεται από τους «Σωκρατικούς», αλλά διαφέρει λόγω της ιδιόρρυθμης μορφής της φιλοσοφικής της γνώσης, η οποία μάλιστα νομιμοποιείται με την επιδίωξή τους να κυβερνήσουν. Η γνώση αυτή αποτελείται από την επίγνωση ορισμένων αντικειμενικών και απόλυτων αξιών από άποψη ηθικής και πολιτικής (η δικαιοσύνη, το όμορφο, το καλό), δηλαδή από τις ιδέες ή τις μορφές που πρέπει να διαμορφώσουν τον σκοπό και τα θεμέλια της μεμονωμένης ηθικής δράσης και της πολιτικής της διάστασης. Σύμφωνα με τους Πλατωνικούς, οι αξίες αυτές δεν υπόκεινται στην υποκειμενική κρίση ενός ατόμου ή μίας
ομάδας, αλλά υπάρχουν αυτές καθαυτές, ανεξάρτητα από τη βούληση ατόμων ή πλειοψηφιών σε συνελεύσεις.
Vegetti, M. (2018), «Πλάτων», Storia della Filosofia a cura di Umberto Eco e Ricardo Fedriga,
μτφρ. Β. Πατίκα, Η Ιστορία της Φιλοσοφίας επιστημονική επιμέλεια Umberto Eco Ricardo
Fedriga τ.1. Αθήνα (Ελληνικά Γράμματα), σσ.242-244.

β. Επιβλητική εικόνα για τον δρόμο του ανθρώπου ο οποίος προχωρεί για να γνωρίση την αλήθεια της ύπαρξης, η παρομοίωση της σπηλιάς. Διακρίνονται 5 βαθμίδες. Οι τέσσερις πρώτες είναι παράλληλες με τους αναβαθμούς της γνώσης του ΣΤ΄ βιβλίου (εικασία, πίστις, διάνοια, νόησις) – α) μέσα στη σπηλιά βλέπουν μόνο σκιές – δόξα, β) απελευθέρωση από τα δεσμά – βλέπουν τη φωτιά, γ) έξω από τη σπηλιά βλέπουν τα πράγματα στο φως του ήλιου, δ) θέαση του ήλιου, της ιδέας του αγαθού, ε) ξαναγυρνούν φωτισμένοι στη σπηλιά για να απελευθερώσουν τους άλλους. Η επιστροφή αντιστοιχεί στην ηθική αναγκαιότητα, που  αναγκάζει το φιλόσοφο να περάσει από την ευτυχία του θεωρητικού βίου στον ενεργητικό
βίο της πολιτειακής ζωής. Οι δύο έννοιες που είναι αυστηρά χωρισμένες στη διανόηση του 5ου αιώνα, εμφανίζονται στον Πλάτωνα σε μιαν καινούρια ιδιότυπη σύνδεση. 
Lesky, Α. (1990), Geschichte der griechischen Literatur, μτφρ. Αγ. Τσοπανάκης, Ιστορία της
Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Θεσσαλονίκη (Κυριακίδη), σ. 733.

γ. Γι’ αυτό, η υποχρέωση του φιλοσόφου να αφιερώσει τα καλύτερα χρόνια της σταδιοδρομίας του στο τραχύ έργο της διακυβέρνησης, με όλες τις μικρές ή μεγάλες λεπτομέρειές του, αποτελεί απλώς την άλλη όψη της πεποίθησης ότι χωρίς «ηρωικό» χαρακτήρα δεν φτάνει κανείς στις ύπατες βαθμίδες της επιστήμης. Ο φιλόσοφος αποτελεί κατ’ ανάγκη ιεραπόστολο, ενεργεί ως ελάσσων Θεία Πρόνοια. Βάσει των Σωκρατικών αρχών, το Καλό έλκει στην υπηρεσία του όποιον το θεάται. Παράγοντας που καθιστά αποτελεσματικότερη
την κοινωνική δραστηριότητα των «φιλοσόφων» είναι ότι αυτή δεν επιδιώκεται ως αυτοσκοπός, όπως συμβαίνει σήμερα στην περίπτωση των καλοπροαίρετων αλλά ανιαρών εκείνων προσώπων που αναλαμβάνουν «κοινωνική δράση» σαν να γίνονται δακτυλογράφοι ή μηχανικοί.
Taylor, A. E. (1990), Plato: the man and his work, μτφρ. Ι. Αρζόγλου, Πλάτων. Ο άνθρωπος και
το έργο του. Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.), σ. 344.

δ. Η εικόνα του σπηλαίου συμπυκνώνει το νόημα του αγώνα του ανθρώπου να λυτρωθεί από τα δεσμά της φαινομενικότητας, που τον κρατούν εγκλωβισμένο στην άγνοια και την πλάνη, και να ορθωθεί στο φως της αλήθειας. Η λύτρωσή του είναι δύσκολη, είναι μια συνεχής ανοδική και επίμοχθη πορεία γεμάτη δυσυπέρβλητα εμπόδια και αναγκασμούς. Σ’ αυτήν ωστόσο, ο φωτισμένος άνθρωπος γίνεται παιδευτής και συμπαραστάτης του άλλου στον αγώνα της απελευθέρωσής του. Ο φωτισμένος, αυτός που κατορθώνει να φτάσει στο φως της αλήθειας, αισθάνεται το χρέος να κατέβει και πάλι στο χώρο του δεσμωτηρίου, για να
γίνει με κίνδυνο της ζωής του ελευθερωτής των άλλων. Η πολιτεία είναι αυτός ο δεσμός, το χρέος της κατάβασης, ώστε οι δεσμώτες συμπολίτες να μπορέσουν να γίνουν κι αυτοί πολίτες της άνω πολιτείας, που τη φωτίζει το φως της αλήθειας. […] Ο φιλόσοφος φτάνοντας στο νοητικό αυτό ύψος, δεν περιορίζεται στη θεωρία της απόλυτης ομορφιάς,  καταυγασμένος από το μακάριο φως των ιδεών. Είναι ο ήρωας, που χωρίς να τρέφει καμιάν ιδιαίτερη αγάπη στην εξουσία, έχει βαθειά αίσθηση της αποστολής του, γι’ αυτό κατεβαίνει
στο σκοτεινό μέρος, για να ανυψώσει τους σκιαμαχούντες μέσα στις έκπτωτες πολιτείες από τον ύπνο τους στην εγρήγορση της αληθινής πολιτείας. Θυσιάζει σε μεγάλο βαθμό τη θεωρητική του ζωή για μία σκληρή ζωή πρακτικής αναμέτρησης με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει κυβερνώντας την πολιτεία.
Μιχαηλίδης, Κ. (1998), Πλάτων. Λόγος και Μύθος. Αθήνα (Παπαδήμας), σσ. 82, 87.

ε. Όσα λέγονται εδώ για την υπεροχή των φιλοσόφων και την καταλληλότητά τους να ασκήσουν κυβερνητικό έργο ανάγονται περισσότερο στην ηθική σφαίρα και στις αξίες που αυτοί έχουν ενστερνιστεί παρά στην καθαρή γνώση. Το κείμενο μας αφήνει την εντύπωση ότι το κέντρο βάρους πέφτει λιγότερο σε αυτή καθαυτή τη γνώση του αγαθού και περισσότερο στα ηθικά επακόλουθά της. Δεν διευκρινίζει πώς ακριβώς αυτή η απόλυτη γνώση σχετίζεται με τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Πιστεύω ότι η συνάφεια της ιδέας του Αγαθού με το «πολιτικό» περιεχόμενο του διαλόγου έρχεται ως φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι για την ψυχή το άγγιγμα του Αγαθού αποτελεί την κατάληξη μιας μακράς γνωστικής διεργασίας που την κρατάει, την ψυχή, στραμμένη στην τελειότητα και σε διαρκή επιδίωξη να ενεργοποιήσει μέσα της και γύρω της ό,τι ανώτερο υπάρχει. 
Σκουτερόπουλος, Ν. (2002), Πλάτων Πολιτεία. Εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, ερμηνευτικά σημειώματα. Αθήνα (Πόλις), σσ. 866-867.

στ. Το ίδιο το κράτος είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα και η κυβέρνησή του είναι το αποτέλεσμα της φύσης του. Επειδή είναι εκπαιδευτικό σύστημα, θα πρέπει να καθοδηγείται από τη γνώση· και επειδή η μόνη αληθινή γνώση είναι η φιλοσοφία, θα πρέπει να καθοδηγείται από φιλοσόφους. […] Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να τεθεί τέρμα στην ανικανότητα και στον φατριασμό των αδαών και πλεονεκτών πολιτικών. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί το κράτος να αποκτήσει το πλέον επιθυμητό πράγμα: κυβερνήτες που θα κυβερνούν με σοφία, επειδή τα μάτια τους θα έχουν δει την αλήθεια, και χωρίς πλεονεξία, επειδή θεωρούν το αξίωμά τους όχι ως προνόμιο αλλά ως καθήκον και βάρος που θα πρέπει να σηκώνουν για τον καλό των συμπολιτών τους.
Barker, E. (2007), Greek Political Theory, μτφρ. Κ. Κολλιόπουλος, Ο πολιτικός στοχασμός στην
αρχαία Ελλάδα. Ο Πλάτων και οι καταβολές του. Αθήνα (Ποιότητα), σσ. 434-435.

 

  1. Θεωρείτε ότι ως προς τις αξίες της δημόσιας ζωής υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στην ιδεατή πλατωνική πολιτεία και στις πρώτες πόλεις στον πρωταγόρειο μύθο;

Ο Πρωταγόρας προβάλλει ως συστατική αξία της κοινωνικής οργάνωσης τη δικαιοσύνη, η οποία περιέχει την αιδώ και την δίκη του μύθου. Έτσι και στην ιδεατή πολιτεία του Πλάτωνα  η δικαιοσύνη προβάλλεται ως ο καθοριστικός παράγοντας που μεταμορφώνει τη φαύλη πολιτεία της σύγχρονής του πραγματικότητας σε ιδανική. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή η δικαιοσύνη συμπυκνώνει τις αξίες της σοφίας, της ανδρείας και της σωφροσύνης, την οποία αναφέρει και ο Πρωταγόρας (ἣν δεῖ διὰ δικαιοσύνης πᾶσαν ἰέναι καὶ σωφροσύνης) ως στοιχείο της πολιτικής αρετής.  Ο νόμος και οι εκτελεστές του, δηλαδή οι φύλακες επίκουροι και οι φιλόσοφοι βασιλείς, εφαρμόζουν τις αξίες αυτές σε κάθε πλευρά της κοινωνικής και πολιτικής ζωής (οργάνωση, διαδικασίες, καταμερισμός εργασίας) με αποτέλεσμα τη συνολική ευδαιμονία της πολιτείας.

Γιατί δεν μαθαίνουμε Ιστορία

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ακόμη θυμάμαι την έκπληξη του φίλου Μισέλ Γκερέν, όταν έμαθε ότι στο ελληνικό σχολείο Ιστορία διδάσκουν οι φιλόλογοι. Hταν τότε, αρχές δεκαετίας του ενενήντα, μορφωτικός σύμβουλος της γαλλικής πρεσβείας και διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου. Φιλόσοφος με κλασική παιδεία. Αναφέρω το έργο του: «Νίτσε, ο ηρωικός Σωκράτης». Αγαπούσε τον ελληνικό πολιτισμό, όπως όλοι οι σοβαροί Eυρωπαίοι φιλόσοφοι, και χάρη στη θητεία του στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών γνώρισε και εκτίμησε την Ελλάδα του καιρού μας. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είναι δυνατόν μια χώρα που η Ιστορία είναι το βασικό πολιτισμικό της κεφάλαιο να μην έχει προβλέψει ώστε η μέση εκπαίδευση να έχει το «ανθρώπινο δυναμικό» για να τη διδάξει στα παιδιά της.

Αυτά τη δεκαετία του ενενήντα. Σχεδόν μισόν αιώνα αργότερα η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Σήμερα, στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, Ιστορία εξακολουθούν να διδάσκουν οι φιλόλογοι. Oμως, φιλόλογος είναι και ο καθηγητής Γαλλικής ή Αγγλικής. Και το ευφυές «σύστημα» –ο Θεός να το κάνει σύστημα– της ελληνικής πολιτείας θεωρεί ότι αν κάποιος είναι καθηγητής Γαλλικής και του περισσεύουν ώρες διδασκαλίας, για να τις συμπληρώσει μπορεί να διδάσκει Ιστορία. Δεν μπορεί να διδάσκει Φυσική ή Μαθηματικά εννοείται. Γιατί; Μα είναι φιλόλογος.

Κατηγορούμε τη νέα γενιά για δύο αμαρτήματα. Το πρώτο είναι η αδυναμία κατανόησης κειμένου. Εγραψα γι’ αυτό πριν από δύο Κυριακές και θα επανέλθω. Το δεύτερο είναι η αδυναμία κατανόησης της Ιστορίας. Είναι αλληλένδετα. Η Ιστορία είναι κείμενο. Αν δεν έχεις τον εξοπλισμό για να κατανοήσεις ένα κείμενο, δεν μπορείς να κατανοήσεις και την Ιστορία.

Η αυτοψία μου περιορίστηκε στο βιβλίο με τα «Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας» που διδάσκεται στη Γ΄ τάξη Γενικού Λυκείου. Αν δεν κάνω λάθος, είναι στην εξεταστέα ύλη των Πανελληνίων Εξετάσεων. Δεν είμαι ιστορικός, δεν είμαι εκπαιδευτικός, όμως είμαι αναγνώστης. Και θα μιλήσω ως αναγνώστης που απολαμβάνει την ανάγνωση κειμένων Ιστορίας, όσο απολαμβάνει και την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι το ύφος. Οσες αλήθειες κι αν μεταφέρει ένα κείμενο, αν του λείπει το «ύφος» δεν μπορεί να αγγίξει τη σκέψη σου. Και τα κείμενα του βιβλίου που διδάσκει την Ιστορία των διακοσίων ετών στους εφήβους είναι κείμενα χωρίς ύφος. Μια μηχανική καταγραφή γεγονότων και προσώπων. Ο μόνος τρόπος για να τα προσεγγίσεις είναι να τα αποστηθίσεις. Πόσα ονόματα κομμάτων, πόσα ονόματα ιερέων πρέπει να αποστηθίσει ο δεκαεφτάχρονος για να αποδείξει ότι ξέρει Ιστορία; Μπουχτίζει και μόλις περάσει τις εξετάσεις τα ξεχνάει. Και μετά λέμε εμείς ότι οι νέοι μας δεν μαθαίνουν Ιστορία. Και πού να τη μάθουν, αφού δεν τους τη διδάσκουμε;

Διάβασα το κεφάλαιο περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων. Θαύμασα την ταύτιση των ετεροχθόνων με τους πρόσφυγες. Οι «ετερόχθονες», που τους ονομάζει «πρόσφυγες» το βιβλίο, ήταν οι εκπρόσωποι του μορφωμένου ελληνισμού που αποκλείστηκε από τους «αυτόχθονες» αγωνιστές. Ο συγγραφέας του καταγράφει τη σύγκρουση, χωρίς να βοηθήσει τον αναγνώστη του, έφηβο μαθητή, να αντιληφθεί τις συνέπειές της. Ομως, σύμφωνα με το βιβλίο της Ιστορίας, το σημαντικότερο στο σύγχρονο έθνος είναι το προσφυγικό. Απ’ τους ετερόχθονες, που τους βαφτίζει πρόσφυγες, περνάει στους Μικρασιάτες, που είναι πρόσφυγες. Ο,τι μένει στο μυαλό του εφήβου είναι ότι η Ελλάδα είναι χώρα προσφύγων. Ο πρόσφυγας λειτουργεί σαν πλατωνική ιδέα. Οι ετερόχθονες, όπως ο Παπαρρηγόπουλος, δεν είχαν σχέση με τους πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής, τον Βενέζη για παράδειγμα. Ομως οι πρόσφυγες είναι της μόδας.

Μια ιστορική αφήγηση κατακερματισμένη. Αυτή είναι η εντύπωση του βιβλίου της Γ΄ Λυκείου. Οπου ο μαθητής δεν μπορεί να σχηματίσει μια ενιαία αντίληψη για τη «Νεοελληνική Ιστορία». Σωστή ή λάθος ποιος θα το κρίνει; Σημασία έχει να αποκτήσει μιαν ενιαία αντίληψη για να μπορεί να την κρίνει όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την αναίρεσή της. Προς το παρόν οφείλει να αρκεστεί στη συλλογή κειμένων που του προσφέρει το εγχειρίδιο. Κοινώς, σε μια συλλογή αποστήθισης ονομάτων κομματαρχών και μητροπολιτών από όπου λείπει το συνεκτικό νήμα, αυτό που λέμε Ιστορία. Ας γραφούν καινούργια βιβλία. Βιβλία που στοχεύουν στον έφηβο αναγνώστη τους και όχι στον πανεπιστημιακό, που γράφει για να αποδείξει ότι είναι συγγραφέας.

Ο μεγάλος ανατροπεύς

ΑΠΟΨΕΙΣ

Αν και δεν έχω καλή μνήμη, την ομιλία τη θυμάμαι ακόμα. Ανακαλώ και τον ακριβή τίτλο της: «Ακίνδυνος και επικίνδυνος Χριστός». Η κεντρική ιδέα της σώζεται μέσα μου σαν φλόγα που σιγοκαίει. Ηταν αρχές της δεκαετίας του 1980, παραμονές Χριστουγέννων, στο Καρπενήσι. Ημουν φοιτητής. Ομιλητής ήταν ο π. Δοσίθεος Κανέλλος, σήμερα ηγούμενος της Ιεράς Μονής Τατάρνας. Οι περισσότεροι ίσως τον γνωρίζουν από το δημοφιλές βιβλίο του καλογηρικής μαγειρικής, άλλοι από τα θεολογικά βιβλία του. Λίγοι είχαν τη χαρά να τον γνωρίσουν από τα παιδικά τους χρόνια. Ανήκω σε αυτούς. Σε ένα συντηρητικό περιβάλλον, ο π. Δοσίθεος έλαμπε με το πνεύμα του (με τριττή σημασία: πνοή, πνευματικότητα, χιούμορ) και τις πράξεις του. Τα κηρύγματά του ήταν ασυνήθιστα: στερούνταν διδακτισμού, ήταν οξυδερκή και αισθαντικά. Ακούγοντάς τον, ήταν αδύνατον να μη θέσεις το ερώτημα: Πώς πρέπει να ζω;

Δεν είχα σκεφτεί, μέχρι τότε, τη διάκριση μεταξύ «ακίνδυνου» και «επικίνδυνου» Χριστού. Εκτοτε, δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου. Δεν είμαι θεολόγος, αλλά, για να παραφράσω ελαφρώς τον Βίτγκενσταϊν, δεν μπορώ να αποφύγω να σκέπτομαι θεολογικά-φιλοσοφικά. Η ομιλία του π. Δοσιθέου ήταν ο καταλύτης. Αργότερα προστέθηκε η απαραίτητη διανοητική επεξεργασία.

Ο ακίνδυνος Χριστός είναι το ψυχολογικό καρύκευμα της τακτοποιημένης ζωής. Αυτός ο Χριστός είναι ιδεολογικό συμπλήρωμα πνευματικής διατροφής, μια άνωθεν εξουσία για την ηθική νομιμοποίηση επίγειων εξουσιών, μιντιακή κατασκευή για μαζική κατανάλωση «αγάπης», ηθικό προκάλυμμα της υπολογιστικής ζωής. Ο Χριστιανισμός που αντιστοιχεί στον ακίνδυνο Χριστό είναι κρατική θρησκεία, ευσεβιστική πρακτική, ιδεολογικό στήριγμα των εξουσιαστών, εξαργυρώσιμη μετά θάνατον επιταγή, πυλώνας της ιδεολογίας «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, συμφέροντα» και συμβολικώς απονεκρωμένα έθιμα. Ενα πράγμα δεν είναι: πυξίδα αυθεντικής ζωής.

Ο επικίνδυνος Χριστός είναι ανατρεπτικός. Απαιτεί εξουθενωτική αφοσίωση. Ζητάει η σχέση μας μαζί Του να είναι τέτοια που να μας προσδιορίζει εσαεί («μείνατε εν εμοί», Ιωάννης, ΙΕ΄, 4). Η διαρκής μαθητεία κοντά Του συνιστά διά βίου εκπαίδευση, παρατηρεί ο Ρόουαν Γουίλιαμς, πρώην αρχιεπίσκοπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Ο μαθητής βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση: τελεί εν αναμονή του έκτακτου – ασυνήθιστου – και πρέπει να είναι έτοιμος γι’ αυτό. Η διαρκής μαθητεία τον μεταμορφώνει εσωτερικά. Η εγρήγορσή του τον κάνει να ρωτάει διαρκώς: τι μου προσφέρει ο Χριστός μέσα από τον συνάνθρωπό μου;

Να ακολουθείς τον Ιησού σημαίνει να συναναστρέφεσαι αυτούς που ο ίδιος προτιμάει: τους αδύναμους, τους αποκλεισμένους, τους περιφρονημένους. Τον πρόσφυγα που εκλιπαρεί τη βοήθειά σου, τα ανθρώπινα «σκουπίδια» που οι πολλοί αποστρέφονται, τον «περίεργο» Αλλο που ζητάει την αποδοχή σου. Σε αυτούς δίνεις ακόμη κι όταν σε προδίδουν, όπως ο επίσκοπος Μυριήλ χαρίζει στον Γιάννη Αγιάννη τα κηροπήγια που του είχε κλέψει, χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση – «ουκ έχουσι ανταποδούναι σοι» (Λουκάς, ΙΔ΄, 14). Μαθαίνεις να αγαπάς τον πλησίον, ακόμη και τον εχθρό, μη ανταποδοτικά, δηλαδή αυθυπερβατικά. Δεν μπορώ να σκεφθώ κάτι πιο ανατρεπτικό.

Ο Χριστός είναι ακίνδυνος όταν ανοίγουμε το σπίτι μας μόνο σε αυτούς που επιλέγουμε. Γίνεται επικίνδυνος όταν πρέπει να κάνουμε χώρο για τον απρόσκλητο επισκέπτη.

Η διαρκής υπέρβαση του εγώ χάριν του Αλλου ξεβολεύει – ανασκάπτει διαρκώς την ύπαρξη. Δεν μπορείς να πεις «δώσαμε, δώσαμε», «δεν χωράμε άλλους πρόσφυγες», «είναι ευθύνη άλλων», «χτύπα τη διπλανή πόρτα», «έκανα ό,τι έπρεπε». Δεν μπορείς να κλειστείς στην εγωτική αυτάρκειά σου. «Υπάρχω άρα οφείλω», γράφει ο Στέλιος Ράμφος. Αυτή η οφειλή είναι υπαρξιακή: μετέχοντας στο δώρο της ζωής, έχω, άνευ όρων και προϋποθέσεων, ευθύνη για τον συνάνθρωπό μου και την κτίση. Ακόμα κι αν τηρώ τις χριστιανικές εντολές, δεν έχω εκπληρώσει την οφειλή μου. Οι εντολές δεν παύει να είναι λεκτικά σχήματα που με καθοδηγούν, αλλά η εκτέλεσή τους δεν εξαντλεί την ηθική ευθύνη μου απέναντι στον Αλλο. Θα την εξαντλούσαν αν ήμουν ρομπότ ή αλγόριθμος, όχι ένσαρκο, έλλογο ον.

Οι ηθικοί κώδικες μου υποδεικνύουν κατεύθυνση, αλλά η δράση θα είναι δική μου, εν τόπω και χρόνω. Εγώ πρέπει να κάνω κάθε φορά το άλμα, να νιώσω τον τρόμο της αβεβαιότητας, να στροβιλιστώ στο κενό, να διακινδυνεύσω. Για να το κάνω όπως ο επιδέξιος ακροβάτης, πρέπει η διαρκής μαθητεία μου στον Δάσκαλο να με έχει προετοιμάσει: να πασχίζω για την αλλοκεντρική εγρήγορση και ευαισθησία, να επιδιώκω διαρκώς την πνευματική μου ανακαίνιση.

Ο Χριστός είναι ακίνδυνος όταν ανοίγουμε το σπίτι μας μόνο σε αυτούς που επιλέγουμε. Γίνεται επικίνδυνος όταν πρέπει να κάνουμε χώρο για τον απρόσκλητο επισκέπτη. Προσευχόμαστε να έλθει ο Χριστός κοντά μας, αλλά, όταν ξαφνικά έλθει –ξένος, ταλαιπωρημένος και καταφρονημένος–, τότε είμαστε έτοιμοι να τον υποδεχθούμε; Αυτό το ενοχλητικό ερώτημα έθεσε ο π. Δοσίθεος πριν από 40 χρόνια. Οσο κι αν η τακτοποιημένη μου ζωή τείνει να το απωθεί, ακούω ακόμη τον διεγερτικό αντίλαλό του.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 8: Η αλληγορία του σπηλαίου: οι δεσμώτες – ΠΛΑΤΩΝ, Πολιτεία 514a-515c – Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Το σπήλαιο και οι συμβολισμοί του

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Με βάση τις πληροφορίες του πλατωνικού αποσπάσματος να περιγράψετε το σκηνικό του σπηλαίου και να καταγράψετε τη θέση και τις κινήσεις των δεσμωτών μέσα στο σπήλαιο.

 

Το σπήλαιο έχει είσοδο που βλέπει στο φως και το πλάτος του ανοίγματος ταυτίζεται με το πλάτος του σπηλαίου.

Για να προχωρήσει κανείς προς το εσωτερικό της σπηλιάς ακολουθεί κατηφορική πορεία ώσπου να φτάσει στο βάθος της. Στο κατώτερο σημείο του σπηλαίου είναι δεμένοι οι δεσμώτες οι οποίοι έχουν στραμμένο το σώμα τους προς το τοίχωμα- τέρμα του σπηλαίου που αποτελεί και το τέλος της κατηφορικής οδού.

Οι δεσμώτες βρίσκονται εκεί από παιδιά, (άρα δεν έχουν εμπειρίες από άλλο τόπο) δεμένοι στα πόδια και στον αυχένα, ώστε να μη μπορούν να στρέψουν το κορμί τους ούτε το κεφάλι τους προς άλλη κατεύθυνση παρά μόνο προς το βάθος του σπηλαίου. Οι δεσμώτες βλέπουν μόνο τις σκιές που σχηματίζονται από τα αντικείμενα που μεταφέρονται κατά μήκος ενός τοιχίου που βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς και σε μια  φωτιά που καίει πίσω τους και προς τα πάνω.

Σε περίπτωση ακόμη που μιλούν θα συζητούν για τις σκιές που θα τις θεωρούν αληθινά όντα. Επιπλέον θα ακούνε ομιλίες που προέρχονται από αυτούς που μεταφέρουν τα ομοιώματα και θα σχηματίζουν την εντύπωση ότι μιλούν οι σκιές.

  1. Να εντοπίσετε όλες τις αναφορές στις αισθήσεις των δεσμωτών. Ποιο είναι κάθε φορά το αντικείμενο της αίσθησης (το αισθητό);
  • Όραση

ὥστε μένειν τε αὐτοὺς εἴς τε τὸ πρόσθεν μόνον ὁρᾶν,

οἴει ἄν τι ἑωρακέναι ἄλλο πλὴν τὰς σκιὰς τὰς ὑπὸ τοῦ πυρὸς εἰς τὸ καταντικρὺ αὐτῶν τοῦ σπηλαίου προσπιπτούσας;

Τί δὲ τῶν παραφερομένων; οὐ ταὐτὸν τοῦτο;

οὐ ταῦτα ἡγῇ ἂν τὰ ὄντα αὐτοὺς νομίζειν ἅπερ ὁρῷεν;

Οι δεσμώτες είναι αναγκασμένοι να βλέπουν μόνο μπροστά προς το βάθος της σπηλιάς. Το αντικείμενο της όρασης είναι οι σκιές των αντικειμένων που μεταφέρονται.

  • Ακοή

Ὅρα τοίνυν παρὰ τοῦτο τὸ τειχίον φέροντας ἀνθρώπους σκεύη … οἷον εἰκὸς τοὺς μὲν φθεγγομένους, τοὺς δὲ σιγῶντας τῶν παραφερόντων.

Τί δ’ εἰ καὶ ἠχὼ τὸ δεσμωτήριον ἐκ τοῦ καταντικρὺ ἔχοι; ὁπότε τις τῶν παριόντων φθέγξαιτο, οἴει ἂν ἄλλο τι αὐτοὺς ἡγεῖσθαι τὸ φθεγγόμενον ἢ τὴν παριοῦσαν σκιάν;

Οι δεσμώτες ακούν κάποιες ομιλίες είτε δικές τους είτε από αυτούς που μεταφέρουν τα αντικείμενα και νομίζουν ότι οι σκιές, που προβάλλονται στο βάθος της σπηλιάς και τις οποίες τις θεωρούν αληθινά όντα, μιλούν.

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Να σχολιάσετε την απάντηση που δίνει ο Σωκράτης, όταν ο Γλαύκων αμφισβητεί την ύπαρξη των δεσμωτών: Ὁμοίους ἡμῖν, ἦν δ’ ἐγώ. Πώς θα σχολιάζατε τη χρήση α΄ πληθυντικού προσώπου από τον Σωκράτη;

 Ὁμοίους ἡμῖν: Η ομοιότητα με την κατάσταση των δεσμωτών της σπηλιάς έχει κοινό όρο τον από γνωσιολογική άποψη ανυποψίαστο άνθρωπο που αποδέχεται άκριτα τη φαινομενολογία των πραγμάτων και με βάση αυτά διαμορφώνει τις πεποιθήσεις του.

Ο κόσμος των δεσμωτών στηρίζεται στα εμπειρικά δεδομένα στα οποία δεν πρέπει να έχουμε καμία εμπιστοσύνη, γιατί ο αισθητός κόσμος είναι συνεχώς μεταβαλλόμενος και ασταθής. Ο άνθρωπος, για να συλλάβει την αισθητή πραγματικότητα, χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του, αυτές όμως είναι υποκειμενικές και αποτελούν πηγή πλάνης. Παρόμοια επειδή ο άνθρωπος βασίζεται στην ασαφή και χαοτική πραγματικότητα της καθημερινής του εμπειρίας, έτσι οργανώνει και την κοινωνική του και πολιτική του ζωή.

Το α’ πληθυντικό λοιπόν εκφράζει  τη μετοχή όλων των συνομιλητών του Σωκράτη σε αυτήν την ατερμάτιστη και πεπλανημένη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον λόγο (το λογιστικόν) αλλά παρασύρεται από τα πάθη (θυμοειδές) αλλά και από τα ένστικτα (επιθυμητικόν)

  1. Να ερμηνεύσετε τους συμβολισμούς της αλληγορίας: σπήλαιο, δεσμώτες, αλυσίδες, φως. Μπορείτε να τους συνδέσετε με την πλατωνική θεωρία των Ιδεών;

Το σπήλαιον εξεικονίζει την ασαφή και χαοτική πραγματικότητα της καθημερινής μας εμπειρίας με την οποία είναι όλοι ο άνθρωποι εξοικειωμένοι. Είναι ο κόσμος της αίσθησης (εικόνας) και της ανθρώπινης γνώμης (της δόξας).

Οι δεσμώτες αντιστοιχούν στην  κατάσταση του ανθρώπου που πιστεύει στις σκιές ώς πραγματικότητα, του ανθρώπου που είναι δεμένος με τα αισθητά φαινόμενα, με τις δόξες και με το γίγνεσθαι.

Οι αλυσίδες: είναι τα δεσμά που τον κρατούν προσκολλημένο και καθηλωμένο στο σκοτάδι της άγνοιας και της απατηλής αισθητικής πραγματικότητας. Αυτά μπορεί να είναι οι αισθήσεις αλλά και οι αβασάνιστα αποδεκτές και κληρονομημένες αντιλήψεις που στηρίζονται όχι στην αληθινή γνώση αλλά σε εντυπώσεις καθοδηγημένες από τα πάθη και τα ένστικτα.

¨Οι εικόνες δεν είναι κάτι απλό, που μόνο ψυχαγωγεί και στερεώνει είδωλα και μύθους, που αποκαλύπτει και ανακουφίζει· παράλληλα μεταφέρουν στερεότυπα, προκαταλήψεις, ιδεοληψίες, ακόμη και τυφλώνουν πνευματικά, έτσι ώστε να μη θέλεις να δεις πραγματικά. Είναι το παράθυρο, αυτή η ιδεολογική οπτική αναπηρία, στη χειραγώγηση της οπτικής πληροφορίας, στον έλεγχο της πραγματικότητας, που δεν συνοδοιπορεί πάντα με τα είδωλά της. Και το πιο κοινό βλέμμα εισάγει θέσεις. Ολοι, ηθελημένα ή αθέλητα, γινόμαστε δράστες και θύματα ενός οφθαλμοκεντρισμού που μοιάζει, ενίοτε, να εγκλωβίζει τον νου σε ένα σκοτεινό σπήλαιο όπως εκείνο του Πλάτωνα, όπου οι αλυσοδεμένοι φυλακισμένοι είναι σε θέση να βλέπουν στον τοίχο να περνούν μόνο οι σκιές της πραγματικής ζωής τους. Οπως και στο σπήλαιο, υπάρχουν λύσεις, έξοδοι στο φως. Ο Ηλιος είναι πάντα εκεί. Ενας κόσμος κατανοητός όσο και ακατανόητος.¨( από το άρθρο: Πολιτισμός της εικόνας ή βλέπω, άρα υπάρχω της Τασούλας Καραϊσκάκη στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Όλο το άρθρο εδώ )

 

Το φως: το εντός του σπηλαίου φως που προέρχεται από τη φωτιά που καίει και φωτίζει τα αντικείμενα που βρίσκονται εντός του σπηλαίου (τα σκεύη, τους παραφέροντες). Είναι η πηγή γνώσης που αντιστοιχεί στην γνωσιολογική κατάσταση της πίστεως, δηλαδή η γνώση που μπορούμε να αποκτήσουμε με τις αισθήσεις στον κόσμο των αισθητών.

Όλα τα παραπάνω αναπαριστούν τον κόσμο των αισθητών, των ορωμένων, τον οποίο  όλοι ο άνθρωποι τον θεωρούμε πραγματικό.

Όμως σε αντίθεση με αυτόν υπάρχει ο κόσμος των ιδεών, ο κόσμος της νόησης και της αλήθειας. Οι ιδέες αποτελούν τα πρότυπα των αισθητών αντικειμένων. Αυτές αποτελούν το σταθερό κριτήριο αλήθειας όλων των ηθικών αλλά και των γνωσιολογικών κρίσεων. Λειτουργούν ως απόλυτες ηθικές αξίες  βάσει των οποίων κρίνεται η ανθρώπινη συμπεριφορά, θεμελιώνουν ένα κράτος δικαίου. Δίνουν το μέτρο της αλήθειας στις κρίσεις των ανθρώπων.

«Τα αισθητά αντικείμενα «μετέχουν»  στις αντίστοιχες ιδέες και «μιμούνται» τις αντίστοιχες ιδέες. Η «μετοχή» και η «μίμηση» είναι οι δύο τρόποι επικοινωνίας αισθητών και νοητών. Η μετοχή είναι μια λογική σχέση, η σχέση μερικού και επιμέρους. Η μίμηση είναι μια σχέση ιεραρχική, η σχέση πρωτοτύπου και αντιγράφου, υποδείγματος και εικόνας.

Το αγαθό είναι η ανώτερη Ιδέα αλλά και η προϋπόθεση της ύπαρξης και της γνώσης των άλλων ιδεών.»

«Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι» Κάλφας Β.  Ζωγραφίδης Γ. ΤΟ ΒΗΜΑ σελ. 130,132

«Πλάτων Πολιτεία» τ. Γ’ Θ. Μαυρόπουλος ΤΟ ΒΗΜΑ σελ. 1150-1 ,1166-1167

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ 2025

Απαντήσεις στα ερωτήματα Β1 και Β2 των Πανελλαδικών εξετάσεων 2025

Α. ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ Πλάτωνος Πολιτεία (514a-515c)

Β1. Ποιος είναι ο βασικός εκφραστικός τρόπος, με τον οποίο ο Πλάτωνας παρουσιάζει το θέμα του μύθου και πώς αυτός συνδέεται με την έλλειψη παιδείας και την κατάσταση των δεσμωτών; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές από το κείμενο.

H αλληγορία του σπηλαίου, όπως αναπτύσσεται στην αρχή του Ζ΄ βιβλίου της Πολιτείας, αναφέρεται, στην επίδραση που ασκεί η παιδεία στην ανθρώπινη φύση, στην υποχρέωση που έχει ο ορθώς πεπαιδευμένος, δηλαδή ο φιλόσοφος, να φωτίσει τους συνανθρώπους του, αλλά και γενικότερα στην αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο που συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας και στον κόσμο της νόησης.

Με το ρήμα «ἀπείκασον» ο Σωκράτης μάς εισάγει στην παρομοίωση ή μεταφορά του σπηλαίου: παρομοιάζει τον κόσμο με σπηλιά και τους ανθρώπους με δεσμώτες. Όταν, όμως, η παρομοίωση ή η μεταφορά δεν περιορίζεται σε μια έννοια ή φράση, αλλά εκτείνεται σε μεγαλύτερο τμήμα του κειμένου ή σε μια ενότητα ή και σε ολόκληρο το έργο, όπως συμβαίνει στη δική μας περίπτωση, τότε ονομάζεται αλληγορία. Η αλληγορία, επομένως, είναι ένας εκφραστικός τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας άλλα λέει και άλλα εννοεί. Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή μεταφορά ή παρομοίωση. Ο Πλάτωνας τη χρησιμοποιεί για να κάνει πιο κατανοητές δύσκολες φιλοσοφικές έννοιες και για να κερδίσει την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

ἀπεικάζω: Απομιμούμαι, απεικονίζω, παρουσιάζω μέσα από μια παραβολή/σύγκριση. Η χρήση του συγκεκριμένου ρήματος στην αρχή της αφήγησης, που είναι γνωστή ως ο «(πλατωνικός) μύθος του σπηλαίου», σηματοδοτεί την έναρξη ενός λόγου αλληγορικού. Μια αλληγορία συνεπάγεται πως όσα λέγονται έχουν και ένα άλλο επίπεδο σημασιών, πως οι λέξεις, οι έννοιες και οι περιγραφές έχουν πέρα από την κυριολεκτική τους και μια συμβολική σημασία

Με τον αλληγορικό μύθο του σπηλαίου παρουσιάζονται οι φιλοσόφοι – βασιλείς,  οι οποίοι κρίνονται ως οι πλέον ενδεδειγμένοι άρχοντες για τη διακυβέρνηση της πόλης –κράτους. Το ζητούμενο της φιλοσοφικής αναζήτησης / συζήτησης είναι να δειχθεί ότι μόνο ο σωστά πεπαιδευμένος, ο φιλόσοφος, είναι σε θέση να κυβερνήσει την πόλη με σύνεση αποβλέποντας στην ευδαιμονία όλων. Ποιος όμως μπορεί να γίνει φιλόσοφος –βασιλιάς; Αυτός που διαθέτει «τη βέλτιστη φύση» και δέχεται την άριστη παιδεία, απαντά ο Σωκράτης. Ακριβώς, η αλληγορία του σπηλαίου αναφέρεται στην επίδραση που ασκεί η Παιδεία στην ανθρώπινη φύση και ειδικότερα στη διαμόρφωση του φιλοσόφου – άρχοντα και κατ’ επέκταση στην ποιότητα της πολιτικής κοινωνίας.

παιδεία καὶ ἀπαιδευσία: Με τις λέξεις αυτές ορίζεται μια πρώτη θεματική για τον μύθο του σπηλαίου: ο Πλάτων θα μιλήσει αλληγορικά περί παιδείας (και έλλειψη παιδείας). Στην Πολιτεία γενικότερα η αναφορά στην παιδεία γίνεται πάντα σε σύνδεση με την ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών. Στον μύθο του σπηλαίου, ειδικότερα, η αναφορά στην παιδεία έχει και γνωσιολογικό περιεχόμενο: πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την αλήθεια, και μάλιστα το αληθινά υπαρκτό;

Στην παραστατική εικόνα των αλυσοδεμένων μέσα στην υπόγεια σπηλιά, παρουσιάζεται ο άνθρωπος της δόξας, της πλάνης. Ο άνθρωπος, που εκλαμβάνει ως κάτι πραγματικό τη θέα της σκιάς των πραγμάτων, αγνοεί την αλήθεια και είναι ανίκανος για ουσιαστική βοήθεια προς το σύνολο. Η εικόνα των αλυσοδεμένων αισθητοποιεί τον άνθρωπο της εικασίας, της δόξας, τον δέσμιο της πλάνης. Αυτός ο άνθρωπος μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει, αφού αδυνατεί να υπηρετήσει τόσο το ιδιωτικό όσο και το δημόσιο καλό.

Οι δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου μπορούν να βλέπουν και να ακούν, χωρίς όμως να έχουν σαφή αντίληψη της πραγματικότητας, αφού είναι παγιδευμένοι σε ό,τι αντιλαμβάνονται με αυτές τις δύο κύριες αισθήσεις. Μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά και να αντικρύζουν οτιδήποτε απεικονίζεται στον τοίχο του σπηλαίου, χωρίς την παραμικρή υποψία για ό,τι συμβαίνει γύρω τους. Ακούν τις δικές τους ομιλίες και τις ομιλίες αυτών οι οποίοι κρύβονται πίσω από το τοιχίο μεταφέροντας αντικείμενα, και τις αποδίδουν στις σκιές που βλέπουν με τα μάτια τους. Γι’ αυτόν τον λόγο βρίσκονται σε πλήρη άγνοια και πλάνη. (τοὺςγὰρτοιούτουςπρῶτον ….σπηλαίου προσπιπτούσας;)

Συγκεκριμένα, στο κείμενο εντοπίζονται οι εξής συμβολισμοί:

  • Η σπηλιά:είναι η αισθητή πραγματικότητα, η πολιτική κοινωνία, στην οποία δεν κυβερνούν οι πεπαιδευμένοι, οι φιλόσοφοι.
  • Οι δεσμώτες:είναι οι άνθρωποι που ζουν μέσα στο σκοτάδι της αμάθειας και θεωρούν ότι οι σκιές είναι τα πραγματικά όντα.
  • Οι σκιές – οι ήχοι:είναι τα δεδομένα της αίσθησης που οι αλυσοδεμένοι εκλαμβάνουν ως αληθινή πραγματικότητα «ἄν τι ἑωρακέναιἄλλοπλὴντὰςσκιὰς». Πιστεύουν πως η μόνη πραγματικότητα είναι ό,τι βλέπουν ή ακούν, ό,τι τους δίνει η αίσθηση. Η στάση τους για την πραγματικότητα μπορεί να αποδοθεί με τον όρο «αφελής εμπειρισμός» και η γνωστική τους κατάσταση με τον όρο «εικασία». Οι ήχοι που συνδέονται με τις σκιές αφορούν το δεδομένο της αίσθησης το οποίο και εμπιστεύεται το υποκείμενο έχοντας τη χαμηλότερη ποιότητα γνώσης (εικασία). Έτσι οι δεσμώτες συνδέουν τους ήχους με τις σκιές που βλέπουν και πιστεύουν ότι παραγωγοί των ήχων είναι οι σκιές.
  • Οι αλυσίδες:είναι οι αισθήσεις που μας κρατούν δέσμιους και δεν μας αφήνουν να αντιληφθούμε την πραγματικότητα με τη βοήθεια της λογικής και υπό το φως του ορθού λόγου.

Όλα τα παραπάνω αναπαριστούν τον κόσμο των αισθητών, των ορωμένων, τον οποίο  όλοι ο άνθρωποι τον θεωρούμε πραγματικό.

Β2.Στην πρώτη παράγραφο του παράλληλου κειμένου να εντοπίσετε μία ομοιότητα και στη δεύτερη παράγραφο μία διαφορά ως προς το περιεχόμενο σε σχέση με το διδαγμένο κείμενο του Πλάτωνα. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας αναφέροντας τα αντίστοιχα χωρία των δύο κειμένων.

Α. Ομοιότητα:

  1. Εγκλωβισμός των ανθρώπων: Στο σπήλαιο οι άνθρωποι είναι καθηλωμένοι λόγω των αλυσίδων: «ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσμοῖς καὶ τὰ σκέλη καὶ τοὺς αὐχένας, ὥστε μένειν τε αὐτοὺς εἴς τε τὸ πρόσθεν μόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ ἀδυνάτους περιάγειν». Οι αισθήσεις εξαπατούν τον άνθρωπο, ο οποίος νομίζει ότι γνωρίζει το αληθινό.

Παρόμοια στην α΄ § του παράλληλου κειμένου αναφέρεται :«Στο τέλος, το Κόμμα θα ανακοίνωνε ότι δύο και δύο έκαναν πέντε, κι εσύ θα έπρεπε να το πιστέψεις. Αργά ή γρήγορα θα το ισχυρίζονταν και αυτό, ήταν αναπόφευκτο. Η λογική του ισχυρού το απαιτούσε.» Οι πολίτες δηλαδή είναι αναγκασμένοι να ευθυγραμμιστούν με την προπαγάνδα του κόμματος, έστω κι αυτή καταργούσε την καθημερινή και την πιο απλή ανθρώπινη εμπειρία. (Στην περίπτωση αυτή ο εγκλωβισμός προκύπτει από ένα εξωτερικό παράγοντα, το κόμμα, και όχι από τον ίδιο τον άνθρωπο.)

  1. Ψευδής πραγματικότητα: Η αρχική κατάσταση του ανθρώπου, κατά τον Πλάτωνα, είναι η δέσμευση και η παραμονή του στο σκοτάδι της αμάθειας. Σε αυτή τη φάση οι άνθρωποι κυριαρχούνται από την πλάνη των αισθήσεων σε γνωσιολογικό επίπεδο. Ζώντας στο σκοτάδι του σπηλαίου έχουν άγνοια για το τι προκαλεί τις σκιές:«ἄν τι ἑωρακέναι ἄλλο πλὴν τὰς σκιὰς». Βλέπουν τις σκιές των υλικών αντικειμένων που είναι πίσω τους, και νομίζουν ότι γνωρίζουν την αλήθεια. Έτσι, παραμένουν δέσμιοι των ψευδαισθήσεών τους, δεν αντιλαμβάνονται πως ζουν στην απόλυτη πλάνη. Συνεπώς ο αισθητός κόσμος κατά τον Πλάτωνα είναι απατηλός και ψευδής.

Την ίδια ιδέα διακρίνουμε στην α΄ § του παράλληλου κειμένου κυρίως στο σημείο: «Η φιλοσοφία του Κόμματος σιωπηρά αρνιόταν όχι μόνο την εγκυρότητα της εμπειρίας, αλλά και την ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας.» όπου το Κόμμα επιβάλλει μια νέα πραγματικότητα, η πίστη στην οποία από την πλευρά των πολιτών τού εξασφαλίζει τον έλεγχο της κοινωνίας και του κράτους .

Β. Διαφορά

  1. Πλάτωνας: οι αισθήσεις παραπλανούν- ο αισθητός κόσμος είναι ψεύτικος.

Ο κόσμος των δεσμωτών στηρίζεται στα εμπειρικά δεδομένα στα οποία δεν πρέπει να έχουμε καμία εμπιστοσύνη, γιατί ο αισθητός κόσμος είναι συνεχώς μεταβαλλόμενος και ασταθής. Ο άνθρωπος, για να συλλάβει την αισθητή πραγματικότητα, χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του, αυτές όμως είναι υποκειμενικές και αποτελούν πηγή πλάνης. Παρόμοια επειδή ο άνθρωπος βασίζεται στην ασαφή και χαοτική πραγματικότητα της καθημερινής του εμπειρίας, έτσι οργανώνει και την κοινωνική του και πολιτική του ζωή.

Όργουελ: οι αισθήσεις αποτελούν πηγή αλήθειας- ο αισθητός κόσμος αντιμετωπίζεται ως αληθινός.

Ο Ουίνστον προκειμένου να αντισταθεί στην κομματική προπαγάνδα, και να διατηρήσει την ανεξαρτησία της σκέψης του, διατυπώνει καθαρά ότι εξακολουθεί να πιστεύει σε αυτά που ακούσει και βλέπει, την απλή καθημερινή πραγματικότητα: «Ο υλικός κόσμος υπάρχει, οι νόμοι του δεν αλλάζουν. Οι πέτρες είναι σκληρές, το νερό είναι υγρό, τα ελεύθερα αντικείμενα πέφτουν προς το κέντρο της γης»

  1. Οι δεσμώτες του Πλάτωνα είναι παθητικοί – συμβιβασμένοι και δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν από μόνοι τους την κατάστασή τους.

Ο δεσμώτης είναι παραδομένος και βολεμένος στις αισθήσεις του και στον κόσμο που αυτές πλάθουν. Αντικρύζουν στην αρχή κάποια σκιώδη πραγματικότητα και τόσο συνηθίζουν σε αυτή, ώστε χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και εξαναγκασμός (θα αναγκαζόταν) για να αντικρύσουν σε πρώτη φάση το φως της φωτιάς που βρίσκεται πίσω τους και πιο ψηλά.

Ο Ουίνστον αντίθετα συνειδητοποιεί την παγίδα που έχει στηθεί από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό του κόμματος«Το Κόμμα σού έλεγε να απορρίπτεις τη μαρτυρία των αυτιών και των ματιών σου. Ήταν η τελική και σημαντικότερη εντολή του. Η καρδιά του Γουίνστον βούλιαξε στη σκέψη της τεράστιας δύναμης που παρατασσόταν εναντίον του,» και αισθάνεται αδύναμος απέναντί του, παρόλα αυτά, αγωνίζεται να μην απορροφηθεί από το ρεύμα του ψεύδους και να διατηρήσει την λογική του αυτονομία, στόχος συμπίπτει με τον αγώνα για ελευθερία: «Ελευθερία είναι η ελευθερία να λες ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Αν αυτό θεωρηθεί ως δεδομένο, όλα τα άλλα ακολουθούν».

“3. Συμβολισμοί του σπηλαίου (ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ & ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ Ο.Π.Α.Σ. σελ. 246-249)
α. Οι σκιές, που βλέπουν οι φυλακισμένοι, είναι καθρεφτίσματα, για αυτούς, όμως, αποτελούν τη μόνη υπαρκτή πραγματικότητα. Η σκηνή συμβολίζει την εμπειρία από τις αισθήσεις, την οποία πολλοί άνθρωποι και ανάμεσά τους οι περισσότεροι από τους σοφιστές θεωρούν σαν το μοναδικό τρόπο προσέγγισης του πραγματικού.[…] Αλλά το παιχνίδι των σκιών είναι ασφαλώς πραγματικό, ώστε να υπάρχει μια «επιστήμη» των φαινομένων. […] Πάνω στο δρόμο σκοντάφτουμε πρώτα στις μαριονέτες. Πρόκειται για κατασκευασμένα αντικείμενα. Ορισμένα είναι ομοιώματα έμψυχων όντων. Και οι δικές τους σκιές είναι που προβάλλονται πάνω στον τοίχο. Είμαστε στο στάδιο της αισθητής μορφής, ένα στάδιο στο οποίο οι εικασίες μας μετασχηματίζονται σε γνώμες. Πίσω από το χαμηλό τοίχο ανακαλύπτουμε αυτούς που χειρίζονται τις μαριονέτες και κάνουν τις μορφές να ελίσσονται. Είναι οι μαθηματικοί, «αυτοί που πραγματεύονται για τη γεωμετρία και την αριθμητική και για καθετί παρόμοιο, καθιερώνουν υποθετικά το περιττό και το άρτιο, τα γεωμετρικά σχήματα, τα τρία είδη των γωνιών και άλλα παρόμοια, σύμφωνα με το αντικείμενο της έρευνας. Μιλούν για όλα αυτά, σαν για πράγματα γνωστά». Βρισκόμαστε στο δεύτερο σκαλοπάτι των φυσικών επιστημών. Οι χειριστές μαριονετών μαθηματικοί έχουν απαλλαγεί από τη μαγεία των σκιών. Οργανώνουν οι ίδιοι το παιχνίδι των σκιών και οικοδομούν γενικά διαγράμματα γεωμετρικής ή αριθμητικής τάξεως. […] Έτσι επιστήμονας της δεύτερης βαθμίδας είναι ακόμα ο αστρονόμος, που δεν περιορίζεται στην παρατήρηση της σχετικής θέσης των πλανητών, αλλά είναι ικανός να αποδείξει τη δομή του σύμπαντος μελετώντας και προσδιορίζοντας την κίνησή τους.[…] Περάσαμε από την προσεκτική παρατήρηση του αλυσοδεμένου φυλακισμένου, χαμηλότερο βαθμό της φυσικής επιστήμης, στη χρησιμοποίηση και στην κατασκευή διαγραμμάτων, που επιτρέπουν τη σύνθεση της εμπειρίας, την κατανόηση και την επανάληψή της. […] Συνεχίζουμε την ανάβασή μας προς τη μεγάλη αναμμένη φωτιά, προς το νοητό φως, που είναι η γλώσσα, σαν συμβολικό σύνολο, όπου εκφράζεται το αίνιγμα του κόσμου.[…] Η φωτιά είναι ο λόγος, η λογική, κοινή σε όλους, αλλά που την αγνοούν πολλοί, παρούσα μέσα στη γλώσσα. Αυτή είναι δίχως άλλο το αίνιγμα του κόσμου, αλλά τέτοιο που κάνει τον κόσμο κατανοητό. Αυτή η φωτιά φωτίζει καθετί που είναι μέσα στο σπήλαιο, αλλά φωτίζει μόνο το σπήλαιο.[…] Το φως του Αγαθού, ήλιος των ιδεών, εισχωρεί κατά κύματα μέσα στο σπήλαιο, που είναι ανοικτό στο ήλιο «σε όλο του το πλάτος» αλλά οι άνθρωποι δεν μπορούν να το δουν. Οι ίδιοι οι χειριστές των μαριονετών διακρίνουν μόνο τη μεγάλη φωτιά που ανάβει ψηλά και μακριά. Αναφέρονται στο λόγο αλλά η πηγή της λογικής παραμένει κρυμμένη. […] Αυτοί οι φυλακισμένοι «είναι σαν κι εμάς». Αν κάποιος από αυτούς ελευθερωθεί από το σιδερένιο κολάρο που καθηλώνει την προσοχή του στα ενδιαφέροντα των αισθήσεων και στραφεί, κυριευμένος από την υποψία πως υπάρχει κάτι άλλο εκτός από γελοίες ανταύγειες, θα επιχειρήσει την κοπιαστική ανάβαση, που θα τον ανυψώσει ως το άπλετο φως. […] Ο πειρασμός είναι μεγάλος να παραμείνουν εκεί, σε μια εμπειρική ερμηνεία του κόσμου, μια ερμηνευτική τυπικότητα όσων συμβαίνουν μέσα στο σπήλαιο, όπου ζούμε. […] Μα δεν πρέπει να περιορίσουμε την αλληγορία στην εμπειρία αυτή και ακόμη λιγότερο σε μια ατομική απελευθέρωση. Ο φυλακισμένος δραπετεύει, μόνο για να ξαναγυρίσει. Η εμπειρία είναι ο μεγάλος αναγκαίος ελιγμός, για να γνωρίσει την προέλευση. Το φως της νόησης είναι πέρα από τη φωτιά, από το λόγο, από τη γλώσσα. Η νόηση είναι υπερβατική. Ξεφεύγει από τα βλέμματα, που θέλουν να τη στερεώσουν.
Jeanniere, A. (2008), Platon, μτφρ. Στ. Βλοντάκης, Πλάτων. Αθήνα (Παπαδήμας), σσ. 170-176.
β. Οι δεσμώτες είναι «όμοιοι με μας» οι γνώσεις τους βρίσκονται στο κατώτατο σκαλοπάτι, στηρίζονται στα απλά δεδομένα των αισθήσεων, η γνώση τους είναι στο στάδιο της δόξας, ανάμεσα στην άγνοια- μη ον και στη νόηση-όν.[…] Στην τρίτη βαθμίδα ανήκουν τα μαθηματικά που τοποθετούνται από τον Πλάτωνα ανάμεσα στη «δόξα» και στη «νόηση»- για δυο λόγους: α) η αριθμητική μπορεί να βοηθήσει στη μεταστροφή της ψυχής «από τη γένεση προς την αλήθεια και την ουσία», εφόσον απομακρύνεται από την εκλαϊκευμένη της μορφή στην «με την καθαρή νόηση θέα της φύσης των αριθμών», εφόσον δεν εισάγει στις προτάσεις της «αριθμούς με σώματα ορατά ή απτά». […] β) Στα μαθηματικά η έρευνα, το ζητείν ξεκινάει από υποθέσεις που δεν προχωρούν προς την «αρχή» (το εν, το αγαθό), αλλά προς το συμπέρασμα, «επί τελευτήν» επειδή «δεν μπορεί να βγει ψηλότερα από τις υποθέσεις…» […]
Παππά, Ε. (1981), Ο Πλάτωνας στην εποχή μας. Αθήνα (Κέδρος), σσ. 214-215.
γ. Ο παραλληλισμός του Πλάτωνος ισοδυναμεί με ριζική αμφισβήτηση του τρόπου λειτουργίας της ανθρώπινης σκέψης. Έχουμε συνηθίσει, λέγει, να θεωρούμε τα απτά αντικείμενα που μας περιβάλλουν ως πραγματικά ενώ δεν είναι. Ή μάλλον ενώ αυτά είναι απλώς «έκτυπα» και «είδωλα» -δηλαδή κακέκτυπα και λιγότερο πραγματικά ομοιώματα των αμετάβλητων και αιώνιων «ιδεών». Αυτές οι ιδέες, όπως τις ορίζει ο Πλάτων, είναι οι μόνιμες για μας πραγματικότητες, από τις οποίες κατασκευάζονται (με κάποιον τρόπο) ατελή και φθαρτά απτά αντίγραφα. […] Επειδή όμως οι ατελείς αισθήσεις μας είναι «ἐκ παίδων» παγιδευμένες στον κόσμο των ειδώλων, είμαστε τυφλοί ως προς τον κόσμο των ιδεών. Το πνεύμα μας είναι δέσμιο των απομιμήσεων, τις οποίες έτσι εκλαμβάνουμε ως πραγματικότητα. Είμαστε φυλακισμένοι σε ένα σπήλαιο ειδώλων. Εν τούτοις, δεν έχουν χαθεί τα πάντα, γιατί, μολονότι ο άνθρωπος είναι αλυσοδεμένος, η φιλοσοφία μπορεί να τον ελευθερώσει. Αρκεί μόνο να της το επιτρέψουμε και αυτή θα αναλάβει να μας τραβήξει έξω από την σπηλιά του ζόφου και της άγνοιας, προς το φως της αληθινής ύπαρξης. Προς στιγμήν μπορεί να αποδοκιμάσουμε εκείνο που τότε θα δούμε, όντας προσκολλημένοι στην «πραγματικότητα» των αισθητών πραγμάτων και αρνούμενοι την αλήθεια των φιλοσοφικών ιδεατών. Αλλά, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσουμε να βλέπουμε καθαρά και μάλιστα να προσεγγίζουμε την υπέρτατη ιδέα των ιδεών, η οποία είναι η ιδέα του αγαθού (αρετής). Φυσικά, ο Πλάτων, ως φιλόσοφος, ορίζει το αγαθό ως γνώση.»
Macrone, Μ. (1998). Eureca, μτφρ. Ε. Ξύδια, Εύρηκα! Συνοπτική ιστορία της ανθρώπινης γνώσης. Αθήνα (Καπόπουλος), σσ. 146-8.

4. Η θεωρία των Ιδεών και η Ιδέα του Αγαθού(ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ & ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ Ο.Π.Α.Σ. σελ. 249 -251)
α. ΙΔΕΑ (ἰδέα, εἶδος): Στα ελληνικά οι όροι αυτοί έχουν τη ρίζα «ιδ», από την οποία παράγονται λέξεις που συγγενεύουν με το ὁράω (βλέπω). Αντίθετα με τη σύγχρονη σκέψη, όπου η «ιδέα» υποδηλώνει, κυρίως, το περιεχόμενο της υποκειμενικής δραστηριότητας της σκέψης, στην αρχαία σκέψη ο όρος αναφέρεται πρωτίστως στην ορατή πλευρά των πραγμάτων, στη «μορφή» τους, με την έννοια του σχήματός τους. Εφόσον η μορφή και το σχέδιο παραμένουν σταθερά, ανεξάρτητα από τη μεταβολή των ατόμων μέσα στο χρόνο (η μορφή του αλόγου είναι αναγνωρίσιμη σε οποιοδήποτε επιμέρους άλογο, και ανεξάρτητα από το αν είναι νέο ή γέρικο), η ἰδέα κατέληξε να σημαίνει (κυρίως από τον Πλάτωνα και μετά) την ουσιαστική και αμετάβλητη μορφή, της οποίας τα επιμέρους άτομα, που γίνονται αντιληπτά μέσω των αισθήσεων, είναι αντίγραφα ή αναπαραγωγές. Αυτή η ουσιαστική μορφή είναι, κατά συνέπεια, μη εμπειρική (μη υλική και, επομένως, μη αντιληπτή διά των αισθήσεων). Το όργανο που μας επιτρέπει να την αντιληφθούμε δεν είναι πλέον, όπως στην αρχή, η όραση, αλλά η νόηση, που μπορεί να διακρίνει το ουσιαστικό, το μόνιμο, το αμετάβλητο, κάτω από τη μεταβολή των αισθητών σχημάτων. Η αρχαία σκέψη θα χωριστεί αργότερα σε δύο παρατάξεις: αυτούς που θεωρούσαν τις ιδέες αντικείμενα που υπάρχουν αυτόνομα, ανεξάρτητα τόσο από τη νόηση όσο και από τα αντικείμενα που τις αναπαράγουν εμπειρικά (Πλάτων), και εκείνους που τις θεωρούσαν «μορφές» που υπάρχουν μόνο μέσα στα ίδια τα αντικείμενα, αποτελώντας τον κανόνα τους και την αρχή της τάξης τους (Αριστοτέλης). Vegetti, Μ. (2000), Filosofia Antica, μτφρ. Γ. Δημητρακόπουλος, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας. Αθήνα (Τραυλός), σ. 159.
β. Ο ήλιος στον ορατό τόπο είναι ανάλογο της ιδέας του Αγαθού στον νοητό (τόσον ο ήλιος όσον και η ιδέα του Αγαθού είναι οι ανώτατες αντικειμενικότητες στη σφαίρα τους). Όπως ο ήλιος δίνει φως, έτσι η ιδέα του Αγαθού δίνει αλήθεια. Όπως το μάτι βλέπει μόνον το φως, έτσι ο νους κατανοεί μόνον το «φως» της αλήθειας. Επομένως το μάτι αναπαριστά τη νοητική δύναμη. Και όπως το μάτι είναι το πιο συγγενικό με τον ήλιο από τα όργανά μας, έτσι η νόηση είναι το πιο συγγενικό με την ιδέα του Αγαθού. Ταυτόχρονα όμως, όπως ο ήλιος δεν ταυτίζεται με το μάτι ή με τη δύναμη του οράν, έτσι και η ιδέα του Αγαθού δεν ταυτίζεται με τη νοητική δύναμη. Και όπως ο ήλιος καθιστά ορατά όχι μόνον τα άλλα πράγματα, αλλά και τον εαυτό του, έτσι και η ιδέα του Αγαθού καθιστά νοητά όχι μόνον τις άλλες ιδέες, αλλά και την ίδια.
Σκουτερόπουλος, Ν. (2002), Πλάτων Πολιτεία. Εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, ερμηνευτικά σημειώματα. Αθήνα (Πόλις), σσ. 859-860.
γ. Στην Πολιτεία, ωστόσο, βλέπουμε ότι υπάρχει μια «Ιδέα του Καλού» που, για τα αντικείμενα της γνώσης και την ίδια τη γνώση, είναι ό, τι ο ήλιος για τα ορατά αντικείμενα και την όραση. Στη συνέχεια δίνεται η εξήγηση ότι, όπως ο ήλιος ενεργεί με δυο τρόπους και δημιουργεί τα χρώματα που βλέπουμε και αποτελεί την πηγή της οπτικής δύναμης του ματιού, έτσι και το Καλό: εφοδιάζει όλα τα αντικείμενα της επιστημονικής γνώσης με το «είναι», την ουσίαν τους, και ταυτόχρονα τα καθιστά γνώσιμα. Καθώς ο ήλιος δεν είναι ούτε τα χρώματα που βλέπουμε ούτε το μάτι που βλέπει, έτσι και το Καλό είναι κάτι ανώτερο από το «είναι». Αργότερα μαθαίνουμε ότι οι επιστήμες έχουν ιεραρχική σειρά, που κορυφώνεται με την κατανόηση αυτού του υπερβατικού «αγαθού».[…] Το Καλό, άρα, κατέχει ανώτερη θέση μεταξύ των Ιδεών.
Taylor, A. E. (1990), Plato: the man and his work, μτφρ. Ι. Αρζόγλου, Πλάτων. Ο άνθρωπος και το έργο του. Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.), σ. 335.
δ. Η θεωρία των Μορφών ή Ιδεών […] αποτελεί σημαντικότατο μεθοδολογικό εύρημα γιατί καθιστά δυνατή την καθαρή επιστημονική γνώση όσο και την γνώση που θα μπορούσε να αφορά τον κόσμο των μεταβαλλόμενων πραγμάτων, για τα οποία δεν μπορούμε να αποκτήσουμε, άμεσα καμία γνώση παρά μονάχα δοξασία. Γίνεται έτσι δυνατό να διερευνηθούν τα προβλήματα μιας μεταβαλλόμενης κοινωνίας και να συγκροτηθεί μια πολιτική επιστήμη. […] Στον κοινωνικό χώρο, ανοίγει ένα δρόμο προς κάποιο είδος κοινωνικής μηχανικής και κάνει δυνατή τη διαμόρφωση εργαλείων για την αναχαίτηση της κοινωνικής αλλαγής, αφού εισηγείται τη σχεδίαση μιας «άριστης πολιτείας», τόσο πολύ όμοιας με τη Μορφή ή Ιδέα μιας πολιτείας ώστε να μην μπορεί να παρακμάσει. Popper, K. (1980), The Open Society and its Enemies, μτφρ. Ε. Παπαδάκη, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, τ. Ι. Αθήνα (Δωδώνη), σ. 76.
ε. Η πλατωνική Ιδέα του Αγαθού είναι πρακτικά κενή. Δεν μας δίνει καμιά ένδειξη για το τι είναι αγαθό, με μία ηθική έννοια, δηλ. για το τι θα ’πρεπε να πράττουμε. […] το Αγαθό κατέχει την ύψιστη θέση στο βασίλειο των Μορφών ή Ιδεών, είναι ένα είδος υπερ-Ιδέας από την οποία εκπηγάζουν και προσλαμβάνουν την ύπαρξή τους οι Ιδέες. […] Αν η Έβδομη Επιστολή είναι αυθεντική, τότε έχουμε στο έργο αυτό του Πλάτωνα (314b-c) μια άλλη δήλωση του Πλάτωνα ότι το δόγμα του για το Αγαθό δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί· γιατί λέει για το δόγμα του: «Δεν επιδέχεται έκφραση όπως άλλοι κλάδοι μάθησης».
Popper, K. (1980), The Open Society and its Enemies, μτφρ. Ε. Παπαδάκη, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, τ. Ι. Αθήνα (Δωδώνη), σ. 449.”

Η πλατωνική αλληγορία του σπηλαίου και ΜΜΕ

Το παρακάτω διασκευασμένο κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Αλέξη Παπάζογλου, Καθημερινή Φιλοσοφία 5 Μαθήματα από την εποχή μας (Κλιματική αλλαγή, fakenews, λαϊκισμός, θεωρίες συνωμοσίας, Brexit) εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2020, σελ. 11-14.

H πιο γνωστή αλληγορία στην ιστορία της φιλοσοφίας, η αλληγορία στο Ζ΄ βιβλίο της Πολιτείας αποτελεί κάτι σαν τον ιδρυτικό μύθο της Δυτικής φιλοσοφίας. Η αλληγορία του Πλάτωνα για τη φιλοσοφία είναι ιδιαίτερα κολακευτική για τους φιλοσόφους που εμφανίζονται απελευθερωμένοι από τις ψευδαισθήσεις της καθημερινής ζωής. Παρά το γεγονός πως λίγοι σύγχρονοι φιλόσοφοι ενστερνίζονται τη θεωρία του Πλάτωνα περί απατηλής φύσης του κόσμου της καθημερινότητας, η πεποίθηση πως η φιλοσοφία μπορεί και βλέπει τον κόσμο υπό ένα διαφορετικό φως εξακολουθεί να δεσπόζει.

Ο τοίχος του δικού μας σπηλαίου είναι οι οθόνες των υπολογιστών κινητών/τηλεοράσεων, στις οποίες κοιτάμε σαν δεσμώτες πολλές ώρες κάθε μέρα αυτήν την ακατάπαυστη ροή ειδήσεων, τη συνεχή παροχή πληροφοριών. Αυτή η διαρκής εναλλαγή εικόνων έκανε τον Πλάτωνα να πιστεύει πως ο κόσμος της καθημερινότητας δεν ήταν πεδίο γνώσης, αλλά μόνο γνώμης.

Η φιλοσοφία, όμως, ισχυριζόταν ο Πλάτωνας, δεν προσφέρει μια ακόμη άποψη περί του κόσμου, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: μάς βοηθά να τον κατανοήσουμε πραγματικά. Η επικαιρότητα μπορεί να μην φαντάζει εκ πρώτης όψεως ως πρέπον αντικείμενο φιλοσοφικής αναζήτησης· έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε ότι η φιλοσοφία έχει να κάνει με οικουμενικές και αιώνιες αλήθειες για τον κόσμο και τον άνθρωπο.

Όμως, υπάρχει και η άλλη θεώρηση της φιλοσοφίας: αυτή που δεν τη θέλει αποκομμένη από το γίγνεσθαι της ιστορίας, αλλά ως το κάτοπτρο μέσα από το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε την εποχή μας. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, Γερμανό φιλόσοφο του 19ου αιώνα, η φιλοσοφία αποτελεί την αποκρυστάλλωση κάθε ιστορικής περιόδου στο πεδίο της σκέψης. Τα γεγονότα της επικαιρότητας κρύβουν πίσω τους φιλοσοφικά ερωτήματα, η εξερεύνηση των οποίων μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα την καθημερινότητά μας. Η φιλοσοφία έχει κάτι ενδιαφέρον και σημαντικό να μας πει για τη ζωή που ζούμε καθημερινά, για αυτά που διαδραματίζονται μπροστά στις οθόνες μας.

Τη συμβολική αξία της εικόνας για τη σημερινή εποχή γλαφυρά απεικονίζουν τα λόγια του Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραµάγκου, τιμημένου µε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998, σε συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα «ΒΗΜΑ», «βιβλία», Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 1998, απαντώντας στην ερώτηση δημοσιογράφου για το πού εντοπίζει την επικαιρότητα της εικόνας της Σπηλιάς σήμερα, εφόσον την έχει επιλέξει ως βάση ενός μυθιστορήματός του: «Στον μύθο της σπηλιάς του Πλάτωνα ανακάλυψα κάτι που στη σημερινή κοινωνία είναι σχεδόν αυταπόδεικτο: ποτέ, µα ποτέ, από την εποχή του Πλάτωνα ως σήμερα, η ανθρωπότητα δε ζούσε τόσο κοντά σε αυτό που περιέγραψε ο Έλληνας φιλόσοφος. Φανταστείτε τι θα έγραφε σήμερα ο Πλάτωνας, αν έβλεπε ότι βλέπουμε ολοένα και λιγότερο την πραγματικότητα και αφοσιωνόμαστε περισσότερο στις εικόνες της πραγματικότητας ή, ακόμη χειρότερα, σε αυτό που σήμερα αποκαλείται εικονική πραγματικότητα. Σήμερα, μάλιστα, βρισκόμαστε σε σπηλιά. Ο Πλάτωνας έλεγε ότι πρέπει να βγούμε από τη σπηλιά και να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα».

Μυρτώ Ρήγου: Η κατασκευή του ομοιώματος από την πραγματικότητα της τηλεόρασης. [απόσπασμα]

Ἄτοπον, ἔφη, λέγεις εἰκόνα καὶ δεσμώτας ἀτόπους. Ὁμοίους ἡμῖν.

(Πολύ παράδοξη είναι η εικόνα και αλλόκοτοι οι δεσμώτες σου.

 Και μ’ όλα ταύτα, όμοιοι με εμάς)

Πλάτων, Πολιτεία, 515α

Το εδάφιο 515α του Πλάτωνα, το οποίο επιθέτω στο κείμενο που ακολουθεί, συνοψίζει, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, το περιεχόμενο του τίτλου του Συνεδρίου: Η «κατασκευή»  της πραγματικότητας και τα ΜΜΕ. Πράγματι είμαστε οι άτοποι δεσμώτες μιας εικόνας άτοπης (Ἄτοπον, ἔφη, λέγεις εἰκόνα καὶ δεσμώτας ἀτόπους): της πραγματικότητας όπως κατασκευάζεται όχι πλέον στο σπήλαιο αλλά στην οθόνη της τηλεόρασης. Αυτή η κατασκευή είναι μια ειδωλοποιία. Η ηλεκτρονική εικόνα σήμερα, όπως το ομοίωμα στο πλατωνικό σπήλαιο, δεσμεύει τον θεατή, τον ακινητοποιεί, τον καθιστά «δεσμώτη» σ’ ένα ανάλογον του πλατωνικού σπηλαίου, που είναι ο δέκτης της τηλεόρασης. Θα επιχειρήσω εδώ να επαναθέσω, μέσα από τη μεταφορική ανάγνωση του πλατωνικού μύθου, το πρόβλημα της συσχέτισης του ομοιώματος και της πραγματικότητας, του αντίτυπου και του προτύπου. Ο ίδιος ο μύθος επιτρέπει αυτό τον συσχετισμό αφηγούμενος ότι το πρότυπο (οι Ιδέες, ο νοητός κόσμος ) είναι η αλήθεια και το αντίτυπο (τα φαινόμενα, ο πραγματικός κόσμος) ο μύθος. Ο μύθος διηγείται την ίδια μυθική του λειτουργία εφόσον εξηγεί την πραγματικότητα να επαναλαμβάνεται ad infinitum σύμφωνα με ορισμένα πρότυπα και παραδειγματικές πράξεις ηρώων και θεών. Αν ο Πλάτων παράδοξα επιλέγει να μιλήσει για το πρότυπο και το ομοίωμα, για την αλήθεια και το ψέμα, για την παιδεία και την απαιδευσία, για την γνώση και την άγνοια, μέσα από μια μυθοπλασία, δηλαδή την εικόνα της αλήθειας, τότε τι συμβαίνει όταν η μυθοπλασία που γίνεται πραγματικότητα, δηλαδή η τηλεόραση, τοποθετεί την αλήθεια στη σκηνή της για να την αποκαλύψει;[…]

Στην απαιδευσία του σπηλαίου εμφανίζονται αντίγραφα και ομοιώματα εξαιτίας της κατανομής φωτός και σκιών («ορατότητες»)1 σε μια οθόνη που παγιδεύει το βλέμμα. Αλλά και ο άλλος μύθος, η τηλεόραση, διαταράσσει την όραση εμφανίζοντας το ψευδές ως αληθές, διαβάλλει τους λόγους και τα γεγονότα, δημιουργεί ομοιώματα, φαντάσματα, σκιές, ίδια με τα ομοιώματα που παράγουν με τη βοήθεια της φωτιάς οι θαυματοποιοί στο βάθος του σπηλαίου – πρωτόγονη οθόνη προβολής των φαντασιώσεών τους – υποκλέπτοντας έτσι τη διορατικότητα των δεσμωτών τους. Το κοινό είναι πάντα δεσμώτης ακόμη και όταν με μια συσκευή στο δέκτη του που τον σφυγμομετρεί του δίνεται η εντύπωση ότι αυτό επιλέγει. Απομένει η τελευταία ερώτηση: τι είναι το ομοίωμα; Ένα ομοίωμα, όπως το ορίζει ο Πλάτων, είναι μια εικόνα χωρίς ομοιότητα ως προς το πρότυπο στηριγμένη στην ανομοιότητα, μια κόπια της κόπιας. Ο Πλάτων προσπαθεί να διακρίνει τις πιστές κόπιες-εικόνες από τα άπιστα ομοιώματα – φαντάσματα που κατακρημνίζονται στην ανομοιότητα. Θέλει να εξασφαλίσει το θρίαμβο του αντιγράφου πάνω στο ομοίωμα. Αλλά τι προς ημάς; Ζούμε στην εποχή των εικόνων, είμαστε μέστα στην υστέρα όπου προβάλλονται με υστεροβουλία σε τεράστιες εικόνες πιστά ή άπιστα αντίγραφα της πραγματικότητας. Γιατί θα πρέπει να περιφρονήσουμε ένα θέαμα που μας γοητεύει ακόμη και αν ειναι φαντασμαγορικό, αισθητό; Ας μην ξεχνάμε ότι ο φιλόσοφος-παιδαγωγός που απελευθερώνει τον δεσμώτη, ζητώντας του, με τίμημα την όρασή του, να ξεχωρίσει φαντάσματα και πραγματικότητα, τον απομαγεύει για να τον μεταστρέψει από την γοητεία της μαγείας στην γοητεία της αυθεντίας. Πρέπει όμως κι αυτός ο καθοδηγητής αν θέλει τον εαυτό του χωρίς πρωταρχικά φαντάσματα να εφεύρει μια άλλη πραγματικότητα ιδανική: τις Ιδέες, το Συνέδριο.   Δεν πρέπει να λησμονούμε ακόμη το τέλος του δεσμώτη που επιστρέφει στο σπήλαιο για να αποκαλύψει την αλήθεια. Έχει την ίδια μοίρα με το ομοίωμα του Σωκράτη, τον μαινόμενο Σωκράτη που είναι προορισμένος να διαμελισθεί από τις Μαινάδες του αθηναϊκού δικαστηρίου. Η αποδέσμευση από την αποπλάνηση είναι ο ίλιγγος του φιλοσόφου. Είναι ασφαλώς και ο ίλιγγος του τηλεθεατή-δεσμώτη στο ομώνυμο χιτσκοκικό θρίλερ όπου το ομοίωμα της πρωταγωνίστριας αντικαθιστά το ομοίωμα. Ή η αποπλάνηση της τηλεόρασης είναι τόσο πραγματική (trivial) ώστε το βλέμμα του τηλεθεατή, το οποίο ζητεί την αποπλάνηση, να επιθυμεί την έκτασή του πέραν της διάκρισης φαινομενικότητας και πραγματικότητας αλήθειας και απάτης προς όφελος μιας άλλης διάστασης, του ομοιώματος; […]

1Πώς εννοώ τις «ορατότητες»; Δεν αφορούν μια συγκεκριμένη εικόνα της τηλεόρασης, αλλά είναι η εικόνα της τηλεόρασης: το πολυαισθητηριακό συμβάν (απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις) εικόνων, χρωμάτων, φωτεινότητας, ήχων, κατανομής σωμάτων, τρόπoυ λήψεως, το οποίο βλέπουμε σε ένα άλλο φάσμα που εκτείνεται από το βιντεοκλίπ ως τη στατικότητα μιας εκπομπής σ’ ένα χάρτινο στούντιο της ΕΡΤ.

Από τον συλλογικό τόμο: Η «κατασκευή» της πραγματικότητας και τα Μέσα μαζικής Ενημέρωσης, Τμήμα επικοινωνίας και μέσων ενημέρωσης ΕΚΠΑ, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Το νέο βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ για την επανάσταση του 1821 – Αποκλειστική προδημοσίευση

ΒΙΒΛΙΟ

to-neo-vivlio-toy-mark-mazaoyer-gia-tin-epanastasi-toy-1821-apokleistiki-prodimosieysi-561641605

«Ο ξεσηκωμός του 1821 ήρθε προς το τέλος μιας πεντηκονταετίας επαναστάσεων, που είχε ξεκινήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες με την αποτίναξη της αποικιακής εξουσίας, και συνεχίστηκε με την ανατροπή της μοναρχίας στη Γαλλία, αλλά και την απελευθέρωση της Αϊτής. Oταν ξεσηκώθηκαν οι Eλληνες, οι ισπανικές αποικίες της νότιας Αμερικής πολεμούσαν για την ανεξαρτησία τους και μεγάλο μέρος της νότιας Ευρώπης ήταν ανάστατο. Τα αμερικανικά κινήματα ανεξαρτησίας είχαν το πλεονέκτημα ότι χωρίζονταν μ’ έναν ωκεανό από τους καταπιεστές τους, αλλά οι Ευρωπαίοι επαναστάτες δεν είχαν την ίδια τύχη και οι εξεγέρσεις στην Ισπανία, τη Σικελία, τη Νάπολη και το Πεδεμόντιο συντρίφτηκαν εύκολα. Μόνο οι Eλληνες συνέχισαν να πολεμούν και, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, επικράτησαν».

Το απόσπασμα αυτό προέρχεται από τον πρόλογο του Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του «Η Ελληνική Επανάσταση», που στα ελληνικά παραδίδεται στην κυκλοφορία αύριο, 20 του μηνός, από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια (μετάφραση: Κώστας Κουρεμένος, επιμέλεια: Κώστας Λιβιεράτος). Στις σελίδες που ακολουθούν οι αναγνώστες της «Κ» θα έχουν την ευκαιρία να διαβάσουν τον πρόλογο στην ολότητά του. Πρόκειται για εκτενή, και αποκλειστική, προδημοσίευση από ένα πόνημα εξέχουσας σημασίας. Βεβαίως, ο Μαρκ Μαζάουερ δεν χρειάζεται συστάσεις στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και ιδίως στους φιλίστορες. Ο Βρετανός ιστορικός (γενν. το 1958) έχει μακρά παράδοση ερευνητικής ενασχόλησης με την ιστορία της Ευρώπης, ειδικότερα με την Ελλάδα και τον βαλκανικό χώρο. Από την εποχή του κλασικού, πλέον, «Η Ελλάδα του Χίτλερ» ή του εξίσου πολυσυζητημένου «Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων», όπως και του άλλου σημαντικού έργου του «Σκοτεινή ήπειρος. Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας» (όλα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια), ο Μαρκ Μαζάουερ ανατέμνει το θέμα του πολυπρισματικά: οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις, π.χ. ενός πολέμου, μιας οικονομικής κρίσης ή του κλυδωνισμού των δημοκρατικών θεσμών, διαπλέκονται με τις ευρύτερες πολιτισμικές πτυχές, συχνά μέσα από μια συγκριτική μελέτη της πορείας διαφορετικών χωρών και κοινωνιών. Ερευνα, αφήγηση και στοχασμός είναι το βασικό τρίπτυχο της προσέγγισης του Μαζάουερ.

Στεκόμαστε σε κάποιες αποστροφές προς το κλείσιμο του προλόγου: «Δεν ήταν τόσο οι νίκες που χάρισαν στους Eλληνες την ανεξαρτησία τους όσο η άρνησή τους ν’ αποδεχτούν την ήττα» και «Eχει λοιπόν σημασία να πάμε πέρα από τους ήρωες, όχι για να ισχυριστούμε πως είχαν πήλινα πόδια, αλλά για να δώσουμε μια πληρέστερη εικόνα των δυνάμεων που έθεσε σε κίνηση ο ξεσηκωμός και που τον ώθησαν με τη σειρά τους προς τα εμπρός».

Πράγματι: επιτέλους «να πάμε πέρα από τους ήρωες», ακριβώς επειδή εκεί υπάρχει ακόμη ανεξερεύνητο έδαφος όχι μόνον για να κατανοήσουμε τι συνέβη, αλλά και ποιοι είμαστε.

i-epikratisi-ton-ellinon-apenanti-se-kathe-provlepsi2

Ο Βρετανός ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ έχει μακρά παράδοση ερευνητικής ενασχόλησης με την ιστορία της Ευρώπης, ειδικότερα με την Ελλάδα και τον βαλκανικό χώρο. (ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΧΑΡΗΣ ΑΚΡΙΒΙΑΔΗΣ)

to-neo-vivlio-toy-mark-mazaoyer-gia-tin-epanastasi-toy-1821-apokleistiki-prodimosieysi0
«Η Ελληνική Επανάσταση», από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 

Περί Ελλήνων, Τούρκων και ηρώων

Τι εβουλήθη, Κύριοι, να κάμη; Tι έκαμε ο λαός της Ελλάδος κατά το έτος 1821; Το κηρύττω με συντομίαν. Ηθέλησε να θεμελιώση βασιλείαν ελληνικήν. Διατί; Τρέχω εις την εκκλησίαν να το μάθω. Φυλλολογώ τα θεία βιβλία, και τι ευρίσκω; Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα, καθ’ ομοίωσίν του· και τον έστησε κυριάρχην της γης, των ζώων, των φυτών, κ.τ.λ. Τι δηλοί, κύριοι, το κατ’ εικόνα; (…) η εξουσία έχει κύρος, το κράτος αρετήν, αν θεμελιώνεται η βασιλεία εις τα θεία προσόντα της εικόνος (…) Αν λείψη η χάρις της εικόνος, λείπει η βασιλεία του ανθρώπου, το σκήπτρον μαραίνεται εις τα χέρια του κρατούντος. – Την βασιλείαν της εικόνος ήθελε να αναγορεύσει ο λαός της Ελλάδος εις ταις δακρύχαραις και ηρωικαίς εκείναις ημέραις.

Γεώργιος Τσερτσέτης, 1855

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Η ανηλεής δημοφιλία τηλε-αστέρων

ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι παλιό το περιστατικό στη Μεγάλη Βρετανία, σύμφωνα με το οποίο αστυνομικός κόβει κλήση σε υπουργό για παράβαση του ορίου ταχύτητας. Χρονολογείται ως συμβάν και αναπαράγεται σε διάφορες εκδοχές κάθε φορά που θέλουμε να σχολιάσουμε την ελληνική πραγματικότητα της «επωνυμίας», υπαρκτής ή επινοημένης. Το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ (ρε);» παραμένει ακατάλυτο. Οι μόδες έρχονται και παρέρχονται, αλλιώς ντυνόταν, αλλιώς συμπεριφερόταν, αλλού κυκλοφορούσε, ο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ», από τη μεταπολίτευση (για να βάλουμε ένα όριο) μέχρι σήμερα. Η ουσία όμως και το περιεχόμενο δεν μεταβάλλονται. Μπορεί να μετατοπίζονται, να αυξάνονται και να πληθύνονται οι κάθε μορφής «διάσημοι» και «δημοφιλείς», έχει προστεθεί, πλέον, και ένας μεγάλος αριθμός από influencers, από περσόνες των σόσιαλ μίντια, με τους δικούς τους «ακολούθους» ο καθένας, η δομή όμως της «αναγνωρισιμότητας» ελάχιστα διαφέρει. Και η αλήθεια είναι ότι αυτός ο διαγκωνισμός, από την υπερπληθώρα «διασημοτήτων», καθιστά τον αγώνα και την αγωνία για διάκριση ακόμη πιο ακραία.

Καμιά φορά δεν χρειάζεται κάποιος να συστηθεί. Και μόνο από το ύφος ή τον τρόπο που κινείται σε ένα χώρο δηλώνει ότι διαφέρει από τους υπόλοιπους.

Σε αυτόν τον φανταχτερό κόσμο των μίντια, των σταρ, των διασκεδαστών, των τηλεοπτικών αστέρων, των πολιτικών που αντιλαμβάνονται την πολιτική ως θέαμα, των ανθρώπων και των παρατρεχάμενων της σόου μπιζ, κ.ο.κ., η λάμψη, πού και πού, διαλύεται απότομα και επιθετικά. Ο ανελκυστήρας από τα ρετιρέ στα υπόγεια χαλάει ξαφνικά, διαλύονται τα φρένα του.

Πρόσφατα η σοσιαλμιντιακή και τηλεοπτική επικαιρότητα προσέκρουσε σε έναν εκ των συνεργατών της εκπομπής Ράδιο Αρβύλα, με καταγγελίες για κακοποιητική συμπεριφορά (ανάρτησε υλικό με σεξουαλικό περιεχόμενο σε ιστοσελίδα πορνογραφίας, με την πρώην σύντροφό του, παρά τη θέλησή της). Αλλος τηλεπαρουσιαστής, εις βάρος του οποίου εκκρεμεί από τον περασμένο Απρίλιο κακουργηματική δίωξη για σκηνοθετημένες, σύμφωνα με την έρευνα, επιθέσεις στο σπίτι του στον Διόνυσο, μπαινοβγαίνει στη φυλακή. Ο,τι δημοσιοποιείται γύρω από αυτές τις υποθέσεις, όζει.

Οι προαναφερόμενοι απασχολούν το τελευταίο διάστημα την επικαιρότητα. Εχουν προηγηθεί και θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Το ερώτημα που τίθεται είναι διπλής όψης: πώς εγκαθίστανται οι άνθρωποι αυτοί στο επίκεντρο του δημόσιου βίου και πώς προσλαμβάνει το φιλοθεάμον κοινό τη δημοφιλία.

Από πού αντλούν οι άνθρωποι αυτοί την εξουσία τους, τα άτυπα προνόμιά τους, ποιος σφραγίζει το «ελευθέρας» που ανεμίζουν, ποιος υπογράφει τη «λευκή» επιταγή τους;

Πώς ένας κόσμος βουτηγμένος στην αυταρέσκεια, χωρίς έργο –χωρίς ιδιότητα, επί της ουσίας– χωρίς ούτε τη, σεβαστή καθόλα, σφραγίδα του entertainer, περιφέρεται, αυθαιρετεί, κάνει ό,τι γουστάρει, χωρίς να αναχαιτίζεται από κανέναν άλλον παρά μόνο από τον ίδιο του τον εαυτό, από τα λάθη του; Από πού αντλούν οι άνθρωποι αυτοί την εξουσία τους, τα άτυπα προνόμιά τους, ποιος σφραγίζει το «ελευθέρας» που ανεμίζουν, ποιος υπογράφει τη «λευκή» επιταγή τους;

Στη νωπή –θα μείνει νωπή όσα χρόνια κι αν περάσουν– τραγωδία στο Μάτι, με τους 102 νεκρούς, πρώην δήμαρχος αντιμετωπίστηκε προνομιακά γιατί «αυτός με τα κανάλια τα ‘χει καλά», όπως αποκαλύφθηκε να λέγεται στις ενδοεπικοινωνίες της Πυροσβεστικής («Κ», 5/5/2019).

Προφανώς δεν είναι κανείς τόσο αφελής να πιστεύει ότι ο δρόμος προς την κάθαρση περνάει (μόνο τουλάχιστον) μέσα από την τιμωρία. Οτι ο επιρρεπής στην όποια διαπλοκή ή συγκάλυψη θα το σκεφτεί διπλά αν ξέρει ότι η πράξη του θα βρει απέναντί της τον νόμο. Εξάλλου, όλες οι απεχθείς συμπεριφορές δεν υπάγονται στον ποινικό κώδικα.

Αρα; Πώς θωρακίζεται η κοινωνία απέναντι στην αδράνεια, στην απενεργοποίηση του κριτηρίου, των ανακλαστικών εκείνων που επιτρέπουν να γυρίσουμε τον διακόπτη στο φτηνό και αγοραίο; Ερώτημα παλιό και αναπάντητο. Δεν είναι μόνο οι τηλε-αστέρες. Τα μεγάφωνα του Διαδικτύου πολλαπλασιάζουν, πλέον, τον θόρυβο του ό,τι να ‘ναι.

Εκτός, όμως, από τις προσωπικές αντιστάσεις του καθενός, υπάρχει και η δημόσια σφαίρα, στην οποία εκκολάπτονται και αναπαράγονται όχι μόνο τα ωφέλιμα αλλά και τα δηλητηριώδη και βλαπτικά. Στο σημείο αυτό επιστρέφουμε πάντα στη βάση: στα υποδείγματα της πολιτικής, στην αισθητική της εκάστοτε εξουσίας, στο κύρος των θεσμών. Κάθε ολίσθημα γεννά την απαξίωση που τρέφει τον ανορθολογισμό. Απότοκό του, η ανηλεής δημοφιλία.

Ακμή και παρακμή Ι

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ακμή και η παρακμή των πολιτισμών έχουν μεγάλη διάρκεια μέσα στον χρόνο, στη μικρή όμως διάρκεια του βίου των επιφανών είναι επεισόδια που εναλλάσσονται. Ο εικοστός αιώνας των Ελλήνων είναι μοιρασμένος σε επιτυχίες, ιδίως κατά την πρώτη δεκαπενταετία, και σε τραγικά λάθη έπειτα. Η κατανομή δεν είναι ισομερής. Πρώτα ο Ελευθέριος Βενιζέλος με το μεταρρυθμιστικό του έργο και τη μεγέθυνση της χώρας του 1910-1914. Τον διαδέχεται ο Μεγάλος Διχασμός, τον οποίο προκαλεί η διελκυστίνδα ανάμεσα στον ιδιοφυή πολιτικό και στον ελλειπτικό μονάρχη. Ο πρώτος ήταν προϊόν μιας διεθνούς ρευστότητας που άφηνε ανοιχτή τη διακύβευση ενός μεγάλου εδαφικού κέρδους έναντι της παντελούς απώλειας. Ο δεύτερος εισέπραξε την ευεργεσία του πρωθυπουργού να τον αποκαταστήσει στην κορυφή του στρατεύματος μετά την αποπομπή του από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο το 1909. Ο Κωνσταντίνος ως βασιλιάς φρόντισε να υπονομεύσει τον ευεργέτη του, Βενιζέλο.

Το κίνημα του 1916 στη Θεσσαλονίκη ήταν το απαραίτητο βήμα του Βενιζέλου για την επαναφορά της χώρας στη σωτήρια επιλογή συμμαχίας με την τριπλή Συνεννόηση. Η Ελλάδα, χάρη στην επιλογή αυτή, κατάφερε να διασώσει τα κέρδη της από τους Βαλκανικούς πολέμους και να προσθέσει τη Θράκη στην επικράτειά της.

Οι εκλογές του 1920 θα φέρουν στη χώρα την παρακμή. Η νίκη των αντιβενιζελικών θα επαναφέρει έναν άρρωστο μονάρχη στον θρόνο, ο οποίος πριν από τρία χρόνια παρακαλούσε τον γυναικαδελφό του, Κάιζερ, να του επιτρέψει να συμπολεμήσουν κατά των Αγγλογάλλων και των ελληνικών δυνάμεων στο μακεδονικό μέτωπο, υπέρ της Βουλγαρίας. Οι κυβερνήσεις των αντιβενιζελικών (με μοναδική εξαίρεση του Ν. Στράτου) υπήρξαν υπόδειγμα παρακμιακής διαχείρισης της μικρασιατικής περιπέτειας, υπό την πίεση των ξένων δυνάμεων. Η εκτέλεση των ηγετών του αντιβενιζελισμού στέρησε τη χώρα από αξιόπιστο αντιπολιτευτικό κόμμα και καταδίκασε την πολιτική του Μεσοπολέμου σε σειρά βενιζελικών στρατιωτικών ανωμαλιών.

Ο εικοστός αιώνας των Ελλήνων είναι μοιρασμένος σε επιτυχίες, ιδίως κατά την πρώτη δεκαπενταετία, και σε τραγικά λάθη έπειτα.

Η δικτατορία του Μεταξά ήταν εν μέρει ευθύνη των δύο πολιτικών παρατάξεων του Διχασμού, αλλά κυρίως έργο του Γεωργίου Β΄, που μόλις είχε αποκατασταθεί στον θρόνο από το κίνημα του Κονδύλη και ένα νόθο δημοψήφισμα. Μέρος της ευθύνης έφερε και ο Βενιζέλος, γιατί το κίνημά του το 1935, αντί να αποκλείσει την παλινόρθωση, την επέσπευσε.

Μοναδική στιγμή ακμής του λαϊκού ενστίκτου ήταν η βραχύβια δόξα ενός ενωμένου, επιτέλους, έθνους τον Οκτώβριο του 1940. Μολονότι η Κατοχή, που ακολούθησε με δριμύτητα, έφερε ως συνέπειά της τον τραγικό Εμφύλιο, εκείνη η στιγμή ηθικού μεγαλείου στα βουνά της Αλβανίας αποτέλεσε μοναδικό κληροδότημα ευψυχίας στους κατοπινούς Ελληνες.

* Ο κ. Θάνος Μ. Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ, αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

«Κάθε γιατρός θα μπορούσε να είναι ιερέας» – Του Δημήτρη Λινού

ΑΠΟΨΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΝΟΣ*

Τα λόγια του τίτλου ανήκουν στον καθηγητή της Νευροχειρουργικής στην Ιατρική Σχολή του Stanford, Stefan Mindea, μετά τη χειροτονία του σε ορθόδοξο ιερέα, την περασμένη χρονιά. Σήμερα πραγματοποιεί δύσκολες νευροχειρουργικές επεμβάσεις, στην πατρίδα του τη Ρουμανία, ενώ τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες εορτές λειτουργεί ως ιερέας σε ορθόδοξο ναό κοντά στο νοσοκομείο του.

Πριν από λίγα χρόνια, ο Ρώσος καθηγητής της Χειρουργικής και ακαδημαϊκός Yuri Shevchenko (που είχε διατελέσει και υπουργός Υγείας της Ρωσίας την περίοδο 1998-2002) χειροτονήθηκε ιερέας, χωρίς να διακόψει τα ακαδημαϊκά και ιατρικά του καθήκοντα. Κάθε Σάββατο ή Κυριακή, ο πατήρ Γεώργιος (όπως μεταφράζεται στην εκκλησιαστική ρωσική παράδοση το όνομα Yuri) προΐσταται της Θείας Λειτουργίας στον ναό του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται μέσα στο Εθνικό Ιατρικό και Χειρουργικό Κέντρο Pirogov.

Είναι αρκετοί σήμερα οι γιατροί σε όλο το κόσμο που υπηρετούν συγχρόνως και την Ιατρική και την Εκκλησία.

Ποια όμως είναι αυτή η Εκκλησία που υπηρετούν; «Είναι οι άνθρωποι οι ζώντες, οι οποίοι έρχονται ή μπορεί να μην έρχονται στους ναούς ή έρχονται ίσως και μετά πηγαίνουν στην αμαρτία; Εκκλησία είναι όσοι δεν έρχονται ποτέ και κάθε μέρα είναι στα καφενεία, στις δουλειές τους;», ρωτάει ο γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης στο βιβλίο «Θεία Λατρεία: προσδοκία και όρασις Θεού». Και απαντάει με ξεκάθαρο λόγο. «Βεβαίως Εκκλησία είναι και αυτοί».

Πολλοί διερωτώνται τι προσφέρει σήμερα η Εκκλησία. Την απάντηση μας τη δίνει ο ακαδημαϊκός, μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας στο βιβλίο του «Η κτίση ως ευχαριστία». Εκεί μας λέει: «Η Εκκλησία δεν προσφέρει στον κόσμο ένα σύστημα ηθικών κανόνων, αλλά μια αγιασμένη κοινωνία, μια ζύμη που θα ζυμώσει τη δημιουργία όχι με την επιβολή των ηθικών προσταγών της, αλλά και με την αγιαστική της παρουσία». «Ο λόγος του Χριστιανισμού δεν είναι φωνή, αλλά ζωντανή παρουσία. Μια παρουσία που ενσαρκώνεται κατεξοχήν στη Θεία Λειτουργία».

«Η εξωτερική περιβολή του κλήρου ως έχει σήμερον, ουδέν έχει το κοινόν ούτε προς την ουσίαν της ιεροσύνης, ούτε προς την αρχαίαν πράξιν της Εκκλησίας…».

Τι γίνεται όμως στη Θεία Λειτουργία; Την απάντηση θα την πάρουμε πάλι από τον γέροντα Αιμιλιανό: «Οταν κάνουμε Λειτουργία, κάνουμε μια δεξίωση, ένα δείπνο. Καλούμε ως συνδαιτυμόνες τους Αγίους της Εκκλησίας μας, καλούμε τον πατέρα μας τον κεκοιμημένο, τον παππού μας, τον προπάππου μας, τα πρόσωπα τα αγαπητά που έφυγαν, καλούμε τους αγγέλους. Και έρχεται ο ίδιος ο Χριστός και μας παραθέτει το σώμα του και το αίμα του. Ο Χριστός κατά βάθος κάνει τη Λειτουργία και εμείς όλοι γύρω του. Εις το πρόσωπο και τα ρούχα του ιερέως εμφανίζεται ο Χριστός». Και συνεχίζει «ως δώρα προσφέρουμε άρτο και οίνο. Προσφέρουμε τον εαυτό μας, προσφέρουμε τις δυσκολίες μας, τους πόνους μας, τους κόσμους μας, τα παιδιά μας».

Αν, λοιπόν, η Εκκλησία είναι όλοι ανεξαρτήτως οι άνθρωποι, χωρίς ηθικούς σχιζοφρενικούς «κανόνες», και ο ιερέας μεσολαβεί στην «κάθοδο του ουρανού στη γη, γεμίζοντας τη γη με φως, χάρη και χαρά, και κάνει τη Λειτουργία μια γιορτή, μια πανήγυρη, από την οποία οι πιστοί επιστρέφουν στο κόσμο χαρούμενοι και χαρισματούχοι», τότε εξηγείται γιατί γιατροί σε όλο τον κόσμο γίνονται και ιερείς. Η ανταπόκριση θα ήταν μεγαλύτερη στη χώρα μας αν δεν υπήρχε η απόφαση της Ιεράς Συνόδου του 1855 που επέβαλε, χάριν ομοιομορφίας προς τους μοναχούς, τα ράσα εκτός του ναού και στους έγγαμους κληρικούς, μια παράδοση που δεν ίσχυε μέχρι τότε. Βέβαια ήδη από το Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινουπόλεως (Μάιος – Ιούνιος 1923) ισχύει ότι «η εξωτερική περιβολή του κλήρου ως έχει σήμερον, ουδέν έχει το κοινόν ούτε προς την ουσίαν της ιεροσύνης, ούτε προς την αρχαίαν πράξιν της Εκκλησίας, αλλά είναι αποτέλεσμα μακράς εξελίξεως και ποικίλων παραγόντων».

Αν και στις περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες της Αμερικής και της Ευρώπης οι ιεράρχες και ιερείς δεν φορούν ράσα εκτός ιερατικών τους καθηκόντων, στην Ελλάδα ισχύει αυτό μόνο για τους εθελοντές ιερείς. Σύμφωνα με τον καθηγητή του Κανονικού Δικαίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Ν. Μαγγιώρο: «Για τους εθελοντές ιερείς δεν προβλέπεται μισθός από το Δημόσιο, αλλά μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αμισθί, ενώ κατ’ εξαίρεση για αυτούς επιτρέπεται να μη φορούν τα ράσα όταν βρίσκονται στις κύριες εργασίες τους».

Πολλοί φωτισμένοι Ιεράρχες κατά καιρούς μίλησαν για την επέκταση του κανόνα αυτού και σε όλους τους έγγαμους ιερείς. Ετσι, περισσότεροι γιατροί και άλλοι επιστήμονες στην Ελλάδα θα μπορούσαν ευκολότερα να γίνουν και ιερείς.

* Ο πρωτοπρεσβύτερος Δημήτρης Λινός είναι ομότιμος καθηγητής Χειρουργικής του ΕΚΠΑ, lecturer στο Harvard Medical School και διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής του Ομίλου «Υγεία».

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση