«ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ»

Ο Θουκυδίδης παραδίδει τη συγγραφή του ως «κτήμα εσαεί». Δεν ήταν κάνα ψώνιο ο άνθρωπος. Και η αξία του έργου, στα χρόνια του, δεν μετριόταν με τις πωλήσεις ή τις καλές κριτικές. Αν εξαιρέσουμε τις τραγωδίες και τις κωμωδίες που συμμετείχαν στους δραματικούς αγώνες. Οσο ζούσε το έργο του δεν είχε δημοσιευθεί, δεν το είχαν αναλάβει οι αντιγραφείς και οι βιβλιοπώλες της Αθήνας. Ο,τι έγραψε το έγραψε στην απομόνωση των κτημάτων του στη Σκαπτή Υλη, εξόριστος από την πόλη του. Κατά μία εκδοχή το έργο του το δημοσίευσε ο Ξενοφών που το πήρε όταν τον επισκέφθηκε επιστρέφοντας από την εκστρατεία των Μυρίων. Αυτός συνέχισε την αφήγηση του Θουκυδίδη που διακόπτεται απότομα. Πάντως χρειάζεται πολύ θάρρος και αυτοπεποίθηση να χτίζεις έναν ολόκληρο κόσμο, εξόριστος από τον δικό σου, και μάλιστα να θεωρείς πως αυτός ο κόσμος που έφτιαξες θα διαρκέσει «εσαεί». Η απάντηση βρίσκεται σε μια άλλη τοποθέτησή του. Αυτά που γράφει ισχύουν «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή». Αυτή η μεγάλη φιλοσοφική αλήθεια είναι, πέρα από όλα τα υπόλοιπα, η σημαντικότερη παρακαταθήκη της σκέψης του. Η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει.

Αναλογισθείτε μόνον την υπόσχεση του Διαφωτισμού, ο οποίος πίστευε ότι με την παιδεία ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να βελτιώνεται και να αποβάλλει το υπόβαθρο των ενστίκτων του. Αναλογισθείτε την κομμουνιστική ιδεολογία που υποσχέθηκε την κατασκευή ενός «νέου ανθρώπου», ο οποίος ζώντας σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις θα είχε απαλλαγεί από όλα τα ελαττώματα της ύπαρξής του. Αναλογισθείτε τέλος τη μεγάλη αισιοδοξία που φύτρωσε μέσα στα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κυρίαρχη πίστη ήταν ότι αυτό δεν πρόκειται να ξανασυμβεί, διότι ο άνθρωπος διδάχθηκε από τα λάθη του. Ογδόντα χρόνια μετά, η προοπτική ενός ακόμη Παγκοσμίου Πολέμου έχει μπει στον δημόσιο λόγο, όπως και η χρήση των πυρηνικών, τα οποία υποτίθεται υπήρχαν για να μη χρησιμοποιηθούν. Αυτό τουλάχιστον το ξέρουμε: όταν κάτι αρχίσει και συζητιέται χωρίς να θεωρείται σκανδαλώδες, όταν εμφανισθεί ως εναλλακτική «λύση» στα παρόντα αδιέξοδα δεν αργεί να πραγματοποιηθεί. Σαν τον αυτόχειρα που αρχίζει και σκέφτεται την αυτοκτονία ώσπου να την πραγματοποιήσει. «Εως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή».

Πώς ήταν η Ευρώπη στο τέλος του 20ού αιώνα και πώς είναι σήμερα; Την κυβερνούσαν ακόμη πολιτικοί οι οποίοι επειδή είχαν ζήσει τον πόλεμο την θεωρούσαν κατάκτηση. Σήμερα την κυβερνούν πολιτικοί οι οποίοι, σαν εκείνους τους απηρχαιωμένους συνδικαλιστές, παλεύουν να συντηρήσουν τα κεκτημένα τους τα οποία τα θεωρούν δεδομένα. Απομακρυσμένοι από το αίσθημα των κοινωνιών δεν μπορούν να καταλάβουν για ποιον λόγο ενισχύονται όλο και περισσότερο οι δυνάμεις που επιδιώκουν τη διάλυσή της. Από την τρομακτική «Εναλλακτική για τη Γερμανία» ώς τη Γαλλία της Λεπέν.

Στο τέλος του 20ού αιώνα η Δύση αισιοδοξούσε πως ο υπόλοιπος κόσμος είναι καταδικασμένος να υιοθετήσει τον πολιτισμό της. Από την ανεξιθρησκεία ώς τη δημοκρατία. Ωσπου ήρθε η 11η Σεπτεμβρίου για να δείξει πως τίποτε δεν έχει τελειώσει. Ακολούθησαν οι σταυροφορίες εναντίον της τρομοκρατίας και η ψευδαίσθηση πως αν το Ιράκ ή το Αφγανιστάν γίνονταν δημοκρατίες το Ισλάμ θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει. Οχι μόνον δεν υποχώρησε αλλά έγινε πιο επιθετικό. Οι βομβιστές αυτοκτονίας συνέχισαν το έργο τους με στόχο να προκαλέσουν ανασφάλεια στις δυτικές κοινωνίες. Η πρόσφατη σφαγή στο Μαγδεμβούργο είναι η προβολή στο μέλλον μιας Ευρώπης παραδομένης σ’ έναν πόλεμο συμμοριών που εχθρεύονται τη δημοκρατία της. Ισλαμιστές εναντίον νεοναζί με θύματα τον άμαχο πληθυσμό. «Εως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή».

Μπορεί η Ρωσία να κατέλαβε την Κριμαία το 2014, όμως μέχρι να εισβάλει με όλη της τη δύναμη στην Ουκρανία κανείς δεν πίστευε ότι η κατάσταση θα εξελιχθεί σε απειλή πολέμου εναντίον της Δύσης. Η προχθεσινή δήλωση του Μεντβέντεφ δεν χωράει πολλές ερμηνείες. «Γι’ αυτό η Ευρώπη πρέπει να τιμωρηθεί με όλα τα διαθέσιμα μέσα: πολιτικά, οικονομικά και διάφορες υβριδικές στρατηγικές. Πρέπει επίσης να ενθαρρύνουμε οποιεσδήποτε καταστροφικές διαδικασίες εντός της Ευρώπης».

Το Ισραήλ, από συστάσεώς του, πολεμά για την επιβίωσή του. Με μεγάλο ανθρώπινο κόστος απονεύρωσε τους τρομοκράτες της Χεζμπολάχ και της Χαμάς. Ομως ο πόλεμος δεν τέλειωσε. Και όλοι ξέρουμε πως αν σταματήσει θα ακολουθήσει ένα διάλειμμα ώς τον επόμενο πόλεμο. Ακριβώς όπως τα περιγράφει ο Θουκυδίδης. «Εως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή».

Επί τη ευκαιρία το έργο του κυκλοφορεί (αρχαίο κείμενο και μετάφραση) από τις εκδόσεις Πόλις. Υπάρχει και η μετάφραση του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκδόσεις Μεταίχμιο. Και η παλιότερη του Αγγελου Βλάχου στις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας».

Καλή χρονιά παρ’ όλ’ αυτά.

Η τέχνη ως έκφραση ή πρόκληση;

11.12.202413:36

Οι συμβολικές ρήξεις και η παιγνιώδης διάσταση

Εκφραση, ανάγκη, αναπαράσταση, επιτέλεση, αποτελούν πηγές και λειτουργίες της Τέχνης που αναγνωρίζονται ήδη από τις απαρχές της στις παλαιογραφίες των σπηλαίων του Λασκό, στοιχεία που δεν παύουν να τη συνοδεύουν στα χιλιάδες χρόνια που μεσολαβούν από τότε. Στη μακρά αυτή πορεία θα προστεθούν νέες διαστάσεις, από την εξύμνηση του μεγαλείου του ηγεμόνα ως την αυταξία της ίδιας της Τέχνης χωρίς άλλη αναφορά στο περιβάλλον της. Μπορεί παρ’ όλα αυτά να διακρίνει κανείς μία σαφή διαχωριστική γραμμή, με τρόπο που υπερβαίνει άλλες, προηγούμενες, στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα.

Η ρήξη του μοντερνισμού με το παρελθόν γίνεται σαφέστερα αισθητή στον Μεσοπόλεμο, μαζί με τις υπόλοιπες ανατροπές των βεβαιοτήτων, κοινωνικών, οικονομικών, επιστημονικών, που επέρχονται μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, έχει συντελεστεί όμως νωρίτερα. Η σύγχρονη τέχνη, όπως επισημαίνει ο μείζων γερμανοαμερικανός ιστορικός Πίτερ Γκέι στο βιβλίο του Modernism. The Lure of Heresy (εκδ. Random House, 2007), αμφισβητεί τις πρότερες ορθοδοξίες ως «αστικές και βαρετές».

Ως απόρροια της θεώρησης αυτής έρχεται η ηθελημένη απόσταση από τα καθιερωμένα: μεταξύ άλλων, η διάλυση της φόρμας, η απόρριψη της αναπαράστασης, η υπονόμευση της πλοκής, η ατονικότητα. Το μήκος της απόστασης, μάλιστα, είναι σημαντικό – η χειραφέτηση από την κατεστημένη τέχνη απαιτεί συμβολικές ρήξεις και παρόμοιες χειρονομίες αποκτούν ουσία όταν είναι ακραίες, όχι όταν ακολουθούν το μέτρο. Ο ντανταϊσμός και άλλες συναφείς εκφάνσεις εισάγουν, πολύ περισσότερο από ό,τι παρόμοιες σποραδικές εμφανίσεις της ανά εποχές, την πρόκληση στον ορίζοντα της Τέχνης. Η πρόκληση στη σκέψη και στις αισθήσεις είναι για τον καλλιτέχνη του 20ού και του 21ου αιώνα προγραμματικό μέρος του έργου του.

Από μια άλλη πλευρά, ωστόσο, η αποστασιοποίηση του μοντερνισμού από τα ως τότε παραδεκτά θέτει και ένα καταστατικό ερώτημα για το τι είναι η ίδια η Τέχνη. Στο πλαίσιο της σύγχρονης υπέρβασης των κλασικών κανόνων, το εύρος των απαντήσεων είναι απεριόριστο, εξ ου και μία μπανάνα κολλημένη με ταινία σε έναν τοίχο μπορεί να αποτιμηθεί ως καλλιτεχνικό έργο εφόσον ο ιταλός δημιουργός Μαουρίτσιο Καταλάν τη δηλώνει ως τέτοια. Μία από τις διαχρονικές διστάσεις της Τέχνης, άλλωστε, ήταν και θα είναι εκείνη της παιγνιώδους στάσης έναντι των πραγμάτων.

Τέχνη για να βλέπεται και τέχνη μόνο για να συζητιέται

Του Αντώνη Κωτίδη

To κομμάτι της σύγχρονης τέχνης που ο ταξινομικός οίστρος αποκαλεί «Εννοιολογική» (αντί του ορθού «Εννοιακή») φέρει, αναπόφευκτα, τη σφραγίδα της εποχής μας όπως κάθε τέχνη διαχρονικά. Το εικαστικό πεδίο της σύγχρονης τέχνης έχει συμπεριλάβει τον πραγματικό χώρο, τα εκφραστικά μέσα περιλαμβάνουν το πραγματικό σώμα του καλλιτέχνη, το πραγματικό αντικείμενο, τον άυλο ψηφιακό χώρο και τελευταία την τεχνητή νοημοσύνη. Τα περισσότερα από αυτά η σύγχρονη τέχνη τα προσάρτησε από τον ντανταϊσμό της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, αλλά καθώς οι ντανταϊστές ήταν εκτός θεσμών αγοράς η «συνάφεια» περιορίζεται εκεί.

Πολλά έργα της σύγχρονης τέχνης με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σημαντικές συνθέσεις στις οποίες ο δημιουργός επεξεργάζεται τις έννοιες που θέλει να εκφράσει. Εχουν μορφή, στυλ και εκφραστικό περιεχόμενο. Υπάρχουν όμως και εκείνα που ο δημιουργός τους προτείνει μόνο την έννοια χωρίς κανένα άλλο στοιχείο. Δείγματος χάριν, ο Σάι Τουόμπλι που έγραψε το «Ο Οδυσσέας και η Κίρκη» (2007) σε ένα χαρτί από μπλοκάκι τσέπης και το κόλλησε με σελοτέιπ πάνω σε έναν άδειο τοίχο. Τα υπόλοιπα επαφίενται στον θεατή.

Στις μέρες μας έχουν εκλείψει όλοι ανεξαιρέτως οι φράχτες. Ο Γιόζεφ Μπόις, από τους πιο επιδραστικούς εικαστικούς μεταπολεμικά και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, δογμάτισε εδώ και πολλά χρόνια: «Είμαστε όλοι καλλιτέχνες».

Είναι αλήθεια ότι η ιδιότητα του καλλιτέχνη, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν συμβάδισε ούτε με σπουδές ούτε με κάποιο κριτήριο αποδοχής. Είναι γνωστό ότι ο ρόλος της τέχνης υπήρξε ανέκαθεν υπαγορευμένος από τη λογική της συναλλακτικής της αξίας με χρηματοδότες την Εκκλησία, την αριστοκρατία και την αστική τάξη. Στην εποχή μας η ιδιότητα του καλλιτέχνη έχει καθολική νομιμοποίηση, όχι από το δόγμα Μπόις, αλλά με μόνο κριτήριο το αν φέρνει χρήματα, δημοσιότητα, ισχύ. Δεν έχει σημασία αν τα μπαλόνια που φούσκωσε ο Μαντσόνι και έχουν την ένδειξη «Η ανάσα του Μαντσόνι» στη δεκαετία του ’60 ή οι κονσέρβες που περιέχουν τα κακά του με την ένδειξη «Σκατό του Μαντσόνι» (1961) είναι ή δεν είναι τέχνη – εκείνο που έχει σημασία είναι ότι πωλούνται σε τιμές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ως τέχνη. Και σίγουρα είναι προσοδοφόρες επενδύσεις όπως δείχνει η πορεία των διαδοχικών τους μεταπωλήσεων τόσο για τους οίκους δημοπρασιών όσο και για τους πελάτες τους.

Ασφαλώς δεν είναι όλα τα εννοιακά έργα έτσι. Μη λησμονούμε ότι η έννοια είναι το κύριο συστατικό κάθε τέχνης ανεξάρτητα από τον όρο με τον οποίο ταξινομούμε τα ρεύματά της. Αλλωστε, όλα όσα ανέφερα παραπάνω είναι έργα της σύγχρονης τέχνης με την επιστημονική σημασία του όρου. Στην κυριολεκτική σημασία του σύγχρονος (= που δημιουργείται στις μέρες μας), ανεξάρτητα από το στυλ, εξακολουθούν να παράγονται και σήμερα έργα που δεν είναι ούτε πορδές, ούτε χαρτάκια στον τοίχο, ούτε αέρας κοπανιστός, ούτε καν μπανάνες που μπορούν να φαγωθούνε. Και είναι και πιο οικονομικά.

Ο κύριος Αντώνης Κωτίδης είναι ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τέχνη εν μέσω διανοητικής αναρχίας

Του Δημήτρη Σωτάκη

Ομολογουμένως, η προσπάθειά μου να εξηγήσω πώς ακριβώς φιλτράρεται μέσα μου αυτή η ασαφής ορμή που πασχίζει να δημιουργήσει κάθε φορά κάτι νέο – ένα καινούργιο γραπτό, μια καινούργια ιδέα – αποτελεί μονίμως έναν υπαρξιακό πονοκέφαλο για τον οποίο μάλλον δεν υπάρχει παυσίπονο.

Στην πραγματικότητα, έχω την αίσθηση ότι κάθε καλλιτεχνικό έργο σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ανθρωπότητας αναζητεί έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο για να μπορέσει να υπάρξει, να γίνει εύληπτο, ορατό και στο τέλος να επιβιώσει μέσα σε μια χαοτική συνθήκη, χωρίς σαφείς κανόνες, αρχή μέση και τέλος.  Κατ’ αρχάς αισθάνομαι ότι ειδικά σήμερα έχει αποκλειστεί η πιθανότητα μιας σχετικής έστω ομοφωνίας γύρω από την ίδια την έννοια της Τέχνης, γύρω από ένα καλλιτεχνικό έργο που διψάει να αποκτήσει μια ταυτότητα, μια στέρεη βάση, μια αυτονομία.

Εχω την ισχυρή εντύπωση ότι ο κάθε δημιουργός λειτουργεί με κύριο άξονα έναν προσωπικό αυτισμό, μια αυνανιστική σχεδόν επιθυμία να γίνει κατανοητός, να κατακτήσει έναν χώρο μέσα στον οποίο θα αισθανθεί ασφαλής, έχοντας την αίσθηση (ή κάποτε την ψευδαίσθηση) ότι μπορεί να σταθεί στα πόδια του περικυκλωμένος από ένα θολής κρίσης κοινό που τον επιβλέπει.

Και ο καλλιτέχνης δεν έχει μόνο να ανησυχεί για όλα αυτά, μα και για διάφορες περιφερειακές παραμέτρους που σχετίζονται με ό,τι αποκαλείται – καταχρηστικά ή μη – Τέχνη.

Πώς πρέπει να βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε αυτό το πλαίσιο; Υπόκειται η Τέχνη σε στοιχειώδη κριτήρια; Αρκεί η δυναμική της να προκαλεί μια αισθητική συγκίνηση;

Θα τολμήσουμε να την ερμηνεύσουμε κάπως αλλιώς μετά από αιώνες δημιουργίας και θεωρητικές προσεγγίσεις ή μήπως να ανατρέξουμε για άλλη μία φορά στην γνωστή προσέγγιση του Τολστόι, ότι απλώς (αλλά και σοφά ειπωμένο) «Η Τέχνη είναι ένα μέσον επικοινωνίας των ανθρώπων… οι ανώτερες ιδέες είναι εκείνες που εμψυχώνουν τον άνθρωπο και μπορούν να τον κάνουν να νιώσει πως είναι αδελφός με τους συνανθρώπους του και γιος του Θεού».

Και θέλω εδώ να υπογραμμίσω ότι σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, επικρατεί ενός είδους διανοητική αναρχία σε ό,τι αφορά εν γένει τις θεωρίες περί Τέχνης, τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι απερίγραπτα πολλά και πάντα χωρίς απάντηση. Είναι βλαπτική ή ωφέλιμη η μεγάλη πληθώρα καλλιτεχνικών έργων;

Πόσο προδίδω τον πυρήνα της καλλιτεχνικής δημιουργίας εκμεταλλευόμενος εμπορικά ένα έργο μου; Τι σημαίνει πλέον η «επιτυχία» μιας καλλιτεχνικής δουλειάς και πώς αυτή αντανακλά στη ρεαλιστική ζωή του δημιουργού;

Στον δικό μου λογοτεχνικό κόσμο, είμαι βέβαιος ότι η γενιά μου και πρωτίστως οι ομότεχνοί μου – με εξαιρέσεις – αντιμετωπίζουν το καλλιτεχνικό έργο ως ένα copy paste μοτίβο έργων που κυριάρχησαν επί χρόνια στο υποσυνείδητό τους, κυριαρχεί η επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι Τέχνη είναι η αναπαραγωγή μιας φόρμας, μιας ατμόσφαιρας που θα καθιστούσε το έργο αξιόπιστο, όμως στην πραγματικότητα δημιουργείται ένα υφολογικό μωσαϊκό χωρίς πραγματική πρόθεση και ταυτότητα.

Και κυρίως χωρίς μια νέα ηθική της Τέχνης, που θα μπορούσε εν δυνάμει να οδηγήσει τη συζήτηση σε νέα μονοπάτια. Εχω ωστόσο την πεποίθηση ότι τα πράγματα είναι απλούστερα. Αν κανείς θέλει να «υπάρχει», αν επιθυμεί να χαρτογραφήσει έναν καλλιτεχνικό τόπο βρισκόμενος μέσα του, οφείλει πρωτίστως να απαγκιστρωθεί από την αγωνία του κύρους που θα ήθελε να περιβάλλει τη δουλειά του, να απεγκλωβιστεί από το βάρος της ιστορικής καλλιτεχνικής μνήμης και να εργαστεί από ένα σημείο «μηδέν», έχοντας μια σαφή πρόθεση σε σχέση με τη φύση και το πνεύμα του έργου του.

Τι μπορεί να συμβεί διαφορετικά; Να χαθεί μέσα σε έναν μάταιο λαβύρινθο με ερωτήματα που από τη φύση τους τίθενται για να μην απαντηθούν, τα οποία άλλωστε αμφιβάλλω αν πρέπει να απαντώνται από τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Το ποιες προκλήσεις κρύβει η Τέχνη, πώς μπορεί να εκτιμηθεί και τι συμβολίζει από την ώρα που θα έρθει σε επαφή με τους αποδέκτες της, κρίνω ότι δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο διερεύνησης του ιδίου.

Ο κύριος Δημήτρης Σωτάκης είναι συγγραφέας.

Από την Τζοκόντα στην μπανάνα

Της Αννας Γρίβα

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Οργουελ την εποχή των ψηφιακών μέσων

27.11.202416:45

Το «1984», το 2024 και οι τεχνολογίες επιτήρησης

Τον κόσμο του 1984 τον έχουμε επισκεφθεί επανειλημμένα στα 75 χρόνια που μας χωρίζουν από την πρώτη έκδοσή του, τον Ιούνιο του 1949. Ελάχιστα καλυμμένη εκδοχή της Σοβιετικής Ενωσης, αρχέτυπο ολοκληρωτικού κράτους άνευ ρητού ιδεολογικού επιχρίσματος, ατελής απόπειρα επιστημονικής φαντασίας, δυστοπία ολκής, το μυθιστόρημα του Τζορτζ Οργουελ έγινε αντικείμενο πλήθους ερμηνειών και εμπλούτισε τη δυτική κουλτούρα με εικόνες και έννοιες από τον «Μεγάλο Αδελφό» και τη «νέα ομιλία» ως τον διαρκή πόλεμο. Οσοι ωστόσο το θεωρούσαν χρονικά εντοπισμένο στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ιστορικά επίκαιρο στην εποχή του αλλά προορισμένο να υποχωρήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μοιάζουν να διαψεύδονται από την τροπή της διεθνούς πολιτικής στις αρχές του 21ου.

Η επιστροφή των αυταρχικών ηγετών σήμερα δεν διακρίνεται οπωσδήποτε τόσο από τις ωμές τακτικές βίας του «Θαλάμου 101» (αν και έχουν κι αυτές την αξία τους) όσο από τους εκλεπτυσμένους χειρισμούς που προσιδιάζουν στη χρήση των μέσων μαζικής επικοινωνίας που μνημονεύει ο Οργουελ. Και χωρίς αμφιβολία είναι η όλη ατμόσφαιρα της μόνιμης παρακολούθησης, της διαρκούς διαφάνειας του εαυτού που γεφυρώνει το χάσμα με τα δικά μας χρόνια των ψηφιακών τεχνολογιών επιτήρησης.

Η ιδιωτικότητα η οποία στο 1984 ακυρώνεται από τις πανταχού παρούσες οθόνες, σήμερα εκχωρείται στα κοινωνικά μέσα από εμάς τους ίδιους, όπως συχνά παρατηρείται. Πρόκειται για παρατήρηση που ισχύει, όπως ισχύει και το γεγονός ότι μια τέτοια εκχώρηση προκύπτει εντός ενός γενικότερου πλέγματος τεχνικών με τη δυνατότητα να αποσπούν μέσω λογισμικού ό,τι δεν παραχωρείται: τα big data ως δεδομένα στα οποία χαρίζουμε πρόσβαση, από τη μια πλευρά, τα μεταδεδομένα και οι απόηχοι που κυβερνητικοί και ιδιωτικοί οργανισμοί αποσπούν εν αγνοία μας, από την άλλη. Αυτό το εκτεταμένο πλέγμα του «καπιταλισμού της επιτήρησης» (surveillance capitalism, «κατασκοπευτικού καπιταλισμού» στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Σοσάνα Ζούμποφ) συνιστά μια γνήσια οργουελιανή σκιά στον σύγχρονο κόσμο μετατρέποντας την επαγγελία ελευθερίας των νέων τεχνολογιών σε δυνητικά αόρατα δεσμά.

Γιατί εν τέλει η υπονόμευση του αισιόδοξου αρχικού οράματος της θραύσης των μονοπωλίων και της παγκόσμιας διασύνδεσης καταλήγει με τη στρέβλωση αυτή στο σημείο ακριβώς της σύλληψης του 1984: πώς μοιάζει ένας κόσμος διάβρωσης της ηθικής και φαλκίδευσης της δημοκρατίας.

Πολλοί Μεγάλοι, αμέτρητοι Μικροί Αδελφοί

Της Λίλιαν Μήτρου

Αν στο (μακρινό;) 1984 και στις δεκαετίες που ακολούθησαν ο φόβος και η καταγγελία της επιτήρησης εκφραζόταν με αναφορά στον «Μεγάλο Αδελφό», σήμερα το ζήτημα της παρακολούθησης τίθεται πολυδιάστατα και με διαφορετικούς όρους. Δραστική, αν όχι καθοριστική, υπήρξε η επίδραση των νέων τεχνολογιών. Ηδη από τις αρχές του 21ου αιώνα διανύουμε μια νέα φάση με την υπολογιστική υποδομή να εντάσσεται πλέον στο περιβάλλον της καθημερινότητας. Το Διαδίκτυο, τα δεδομένα μεγάλης κλίμακας, οι «έξυπνες συσκευές», η τεχνητή νοημοσύνη δεν αλλάζουν μόνο τον τρόπο που εργαζόμαστε, επικοινωνούμε, ζούμε. Οδηγούν σε νέες μορφές ιχνηλάτησης των δραστηριοτήτων, των συμπεριφορών, των συνηθειών και της προσωπικότητάς μας. Τα εγγενή χαρακτηριστικά των τεχνολογιών και των πλατφορμών του Διαδικτύου (ψηφιοποίηση, διαθεσιμότητα, διατηρησιμότητα, δημόσιος χαρακτήρας των προφίλ στα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα) δεν υποστηρίζουν μόνο την επικοινωνία και αλληλεπίδραση αλλά και τη διεισδυτική και συνεχή παρακολούθηση αυτών.

 

Το κράτος όλο και περισσότερο αξιοποιεί το τεράστιο πληροφοριακό απόθεμα για να εξορύξει πληροφορία, ώστε – μέσω του συνδυασμού δεδομένων και της παραγωγής προφίλ – να ανακαλύπτει ή να συνάγει γεγονότα, μοτίβα ή συσχετίσεις που υπόσχονται την αποτελεσματικότερη επιβολή του νόμου και την αντιμετώπιση κινδύνων ως προς τη δημόσια ασφάλεια.

Η διαθεσιμότητα δεδομένων και υπολογιστικής/επεξεργαστικής ισχύος επέτεινε τις δυνατότητες χρήσης της πληροφορίας, δρομολογώντας τη μετάβαση από την παρακολούθηση ενός περιορισμένου, στοχευμένου κύκλου «υπόπτων» στη μαζική και αδιάκριτη επιτήρηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υποχρεωτική διατήρηση δεδομένων επικοινωνίας όλων των συνδρομητών «για την περίπτωση που θα χρειαστούν για τη διαλεύκανση εγκλημάτων», μια πολιτική την οποία περιόρισε δραστικά το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, επικαλούμενο δυσανάλογο περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η μαζικότητα της επιτήρησης συνδέεται άρρηκτα με την κυρίαρχη αντίληψη στη διακυ βέρνηση των «κοινωνιών της διακινδύνευσης» που – εύλογα – εστιάζει στην έγκαιρη και αποτελεσματική διάγνωση κινδύνων. Η ανάγκη να αντιμετωπιστούν ασύμμετρες, υβριδικές και καινοφανείς απειλές και το δυναμικό των νέων τεχνολογιών οδηγούν (αναπόφευκτα;) σε επιτήρηση που δεν αποσκοπεί πλέον μόνο στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων κινδύνων αλλά στην πρόληψη.

Αν η βιντεοεπιτήρηση αποτέλεσε το «σύμβολο» της παρακολούθησης, τεχνολογίες όπως τα συστήματα γεωγραφικού εντοπισμού, οι αισθητήρες ή τα συστήματα (βιομετρικής) αναγνώρισης προσώπου αλλάζουν ποιοτικά την έκταση και την ένταση της επιτήρησης. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν συμβάλλει απλώς στην ενίσχυση των δυνατοτήτων παρακολούθησης αλλά επιτρέπει πολύ πιο διεισδυτικές μορφές επέμβασης στην προσωπικότητα και τα δικαιώματα των προσώπων, καθώς μπορεί να διαγνώσει «συναισθήματα», να αναλύσει συμπεριφορικά μοντέλα και να προβαίνει σε προγνώσεις.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η πρόσφατη Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη απαγορεύει την προβλεπτική αστυνόμευση, ενώ επιτρέπει τη βιομετρική αναγνώριση προσώπων στον δημόσιο χώρο μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Ομως η παρακολούθηση δεν αφορά μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, το κράτος. Το «Panopticon» δεν εξελίχθηκε απλώς σε «Cyber-panopticon». Το Διαδίκτυο και τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα κατέστησαν ο «τόπος» ενός συμμετοχικού, κοινωνικού πανοπτισμού, ενός «Omniopticon», όπου πολλοί (ή και όλοι!) μπορούν να «βλέπουν» πολλούς (ή και όλους!). Αυτή η εξέλιξη καθιστά την παρακολούθηση (αποδεκτή;) «κανονικότητα», ενταγμένη στην καθημερινότητα του μέσου ανθρώπου.

Τα δεδομένα που απαιτούνται για τη χρήση νέων τεχνολογιών επιτήρησης ή προκύπτουν από αυτήν παράγονται από τα ίδια τα πρόσωπα κατά τις καθημερινές, κυρίως διαδικτυακές, δραστηριότητές τους. Το smartphone είναι ίσως το πιο προφανές και ισχυρό εργαλείο παραγωγής και καταγραφής δεδομένων.

Οι πυλωροί, οι μεγάλες πλατφόρμες και τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα, συγκροτούν ένα πυκνό πλέγμα παρακολούθησης για την άντληση δεδομένων και την κατάρτιση προφίλ των «χρηστών» που συμμετέχουν σε αυτό με τον διαμοιρασμό των δεδομένων τους, συνήθως ως «αντάλλαγμα» στις υπηρεσίες που λαμβάνουν. Ο «καπιταλισμός της πληροφορίας» βασίζεται και στοχεύει στην ανάλυση, πρόγνωση, χειραγώγηση και διαμόρφωση της ανθρώπινης, κυρίως καταναλωτικής, συμπεριφοράς κατά τρόπο ώστε να εξάγεται κέρδος αλλά και να διαμορφώνονται κοινωνικές και πολιτικές τάσεις και στάσεις, με επιπτώσεις ενίοτε στον πυρήνα των δημοκρατικών διαδικασιών.

H λογοτεχνία συχνά δίνει μορφή στους συλλογικούς φόβους μας. Οι αγωνίες μας επιτείνονται, όταν γινόμαστε «αντικείμενο» παρακολούθησης χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε το περιβάλλον, τις πληροφορίες (μας) και συνεπώς τη ζωή μας. Σήμερα, ο Τζορτζ Οργουελ θα επιχειρούσε να προειδοποιήσει για ένα μέλλον ίσως ζοφερό, σίγουρα δυσχερώς προδιαγνώσιμο αλλά – πιθανότατα – θα αναφερόταν σε πολλούς Μεγάλους και αμέτρητους Μικρούς Αδελφούς.

Η κυρία Λίλιαν Μήτρου είναι καθηγήτρια του Τμήματος Μηχανικών Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Στον κόσμο της «διπλής σκέψης»

Της Κατερίνας Σχινά

Αν υπάρχει ένα μυθιστόρημα του περασμένου αιώνα που όχι μόνο άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου αλλά ανανοηματοδοτήθηκε ανά τις δεκαετίες καθώς κάθε εποχή διασταυρωνόταν και αναμετριόταν με τις προφανείς ή και υπόρρητες ιδέες που το διαπερνούν, αυτό είναι το 1984 του Τζορτζ Οργουελ. Κορυφαίο δείγμα πολιτικής δυστοπικής μυθοπλασίας, το βιβλίο δάνεισε στην αγγλική γλώσσα όρους που καθιερώθηκαν σύντομα στην καθομιλουμένη, ενέπνευσε ταινίες, τηλεοπτικές εκπομπές, θεατρικά έργα, ένα μπαλέτο, μια όπερα, ένα άλμπουμ του Ντέιβιντ Μπόουι, απομιμήσεις, παρωδίες, συνδέθηκε με τους πλέον ετερόκλητους πολιτικούς χώρους, από το κίνημα των Μαύρων Πανθήρων ως την αντικομμουνιστική Birch Society, ερμηνεύτηκε με ποικίλους τρόπους, απαγορεύτηκε, αμφισβητήθηκε.

Σήμερα, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά από την πρώτη του έκδοση από τους Secker and Wartburg, το 1984 έχει γίνει ένα όργανο «με το οποίο μετράμε τη θερμοκρασία της παγκόσμιας πολιτικής», όπως χαρακτηριστικά λέει ο ιστορικός και διευθυντής του Ιδρύματος Οργουελ Τζιν Σίτον. Και καθώς στις μέρες μας η θερμοκρασία αυτή ανεβαίνει επικίνδυνα, το βιβλίο όχι μόνο έχει ξεφύγει από τη σφαίρα της φαντασίας παύοντας να αποτελεί μια προειδοποιητική αλληγορία, αλλά μοιάζει με την πραγματικότητα ενδεδυμένη το ρούχο της μυθοπλασίας και όχι το αντίστροφο.

Το βασικό θέμα που διαπερνά το 1984 αφορά ασφαλώς την παρακολούθηση, την επιτήρηση, την επιστασία, την κατάργηση της ιδιωτικότητας. Μπορεί η τεχνολογία που περιγράφεται στο βιβλίο να είναι ξεπερασμένη, κάνοντάς μας πότε πότε να χαμογελάμε με τη χειροτεχνική της αφέλεια, ωστόσο η «πανοπτική» οθόνη από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει ο Γουίνστον έχει σήμερα κατακερματιστεί στις δεκάδες οθόνες που αποτελούν παραπλήρωμα της σύγχρονης ζωής – των κινητών τηλεφώνων, των tablets, των υπολογιστών –, έχει συνδεθεί με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη συλλογή δεδομένων, έχει καταργήσει τον ιδιωτικό χώρο, το προσωπικό άβατο, το καθ’ εαυτόν. Και μάλιστα με τη συναίνεσή μας. Το «Υπουργείο Αλήθειας» του 1984 είναι σήμερα το Facebook, η Google, η καλωδιακή τηλεόραση. «Εχουμε γνωρίσει τον Μεγάλο Αδελφό και είναι εμείς» – για να χρησιμοποιήσω τη φράση του βιβλιοκριτικού Τζορτζ Πάκερ.

Εχει ειπωθεί και γραφτεί σε όλους τους τόνους ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Οργουελ παρουσιάζει τη χειραγώγηση της πληροφορίας, τη δημιουργία μιας νέας γλώσσας, την άρνηση της αντικειμενικής, γεγονοτικής αλήθειας έχει ανατριχιαστικές ομοιότητες με σύγχρονες ελεγκτικές εκφάνσεις της επικοινωνίας οι οποίες επιβάλλουν έννοιες και όρους που συμβάλλουν στην απόκρυψη της αλήθειας, στην αναδιαμόρφωση αμφιλεγόμενων ιδεών, στη δημιουργία ασάφειας.

Οι ευφημισμοί (επιεικής χαρακτηρισμός) που χρησιμοποιούνται στην εταιρική, την πολιτική, τη διαφημιστική γλώσσα είναι απλώς μια διολίσθηση προς τη διαβόητη «Newspeak», τη «Νεογλώσσα» του Οργουελ και τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα: λέξεις όπως «αναδιάρθρωση» (απολύσεις), «εξορθολογισμός» (περιορισμός του κόστους), «συνέργειες» (συγχωνεύσεις) συσκοτίζουν το περιεχόμενο των εταιρικών αποφάσεων προσδίδοντάς τους θετική χροιά· φράσεις όπως οι προσφιλείς στον Τραμπ «εναλλακτικά γεγονότα» ή fake news (ψευδείς ειδήσεις) διασαλεύουν την αντίληψη της πραγματικότητας, συχνά για να υπονομεύσουν την αλήθεια των γεγονότων και την ακεραιότητα της κριτικής· όροι όπως «παράπλευρες απώλειες» (θάνατοι αμάχων) ή «αναβαθμισμένη ανάκριση» (βασανιστήρια) και βέβαια η διαβόητη κατά Πούτιν «ειδική στρατιωτική επιχείρηση για την αποστρατιωτικοποίηση και αποναζιστικοποίηση της Ουκρανίας» (απρόκλητη εισβολή) εξωραΐζουν ή συγκαλύπτουν την αποτρόπαιη πραγματικότητα του σύγχρονου πολέμου.

Τέλος, η τυραννία της πολιτικής ορθότητας που οδηγεί σε λογοκριτικά και αυτολογοκριτικά φαινόμενα προκρίνοντας αντί της αμεσότητας στον λόγο τη χρήση διφορούμενων ή ευάρεστων στο αυτί διατυπώσεων, καταστέλλει ή ακυρώνει τον ειλικρινή διάλογο. Και έτσι, η επιτήρηση παρουσιάζεται ως προστασία, ο πόλεμος ως ανθρωπιστική παρέμβαση ή ειρηνευτική αποστολή, η κλιματική κρίση ως ευκαιρία, η εργασιακή επισφάλεια ως ευελιξία και η ανισότητα ως αξιοκρατία.

Το πλέον ανησυχητικό, ωστόσο, και στο βιβλίο του Οργουελ και στον ρευστό, αλλόκοτο, δυσερμήνευτο κόσμο μας, είναι η τάση του σύγχρονου ανθρώπου να προσχωρήσει στη «διπλή σκέψη», να αποδεχθεί, δηλαδή, μια σαφώς ψευδή δήλωση ως αλήθεια, ή και δύο αμοιβαία αντιφατικές απόψεις ως σωστές, συχνά σε αντίθεση με τις δικές του αναμνήσεις ή την αίσθηση της πραγματικότητας. Να θεωρήσει απολύτως θεμιτή την εναλλαξιμότητα μαύρου/άσπρου, αληθούς/ψευδούς, πρόθυμος να πιστέψει ότι δύο και δύο δεν κάνουν απαραίτητα τέσσερα, όταν του λένε ότι κάνουν πέντε. Να ψηφίζει τους χειραγωγούς του, να παραδίδεται στα διακινούμενα από το Διαδίκτυο ψεύδη. Το ανησυχητικό είναι όταν η ανελευθερία γίνεται εκούσια.

Η κυρία Κατερίνα Σχινά είναι κριτικός και μεταφράστρια.

Η ανάγκη αλγοριθμικού γραμματισμού

Του Χαράλαμπου Τσέκερη

Συνέχεια ανάγνωσης

«Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί»

«Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. 3:16 ). «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε»

Κοινωνία

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. 3:16 )

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε·

Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε»

Κεντρική αλήθεια και σταθερός άξονας σκέψεως και ζωής όλων των πιστών Χριστιανών παραμένει η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ότι: · Οπως σταθερά ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, πιστεύουμε στον Ιησού Χριστό «τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων·… Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα». Κατά την υπέροχη σύνοψη του Μ. Αθανασίου «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Τα Χριστούγεννα φανερώνουν δύο φάσεις της θείας οικονομίας: πρώτον την έλευση του Υιού και Λόγου του Θεού στην ιστορία της ανθρωπότητος, δεύτερον τον σκοπό της, που είναι η κατά χάριν θέωση του ανθρώπου· επίσης ότι ο μόνος τρόπος της πραγματοποιήσεως αυτού του σκοπού είναι ο δρόμος της αγάπης.

Ο σαρκωθείς Χριστός, ο αληθής «ἄρχων εἰρήνης», δεν «ἐφανερώθη ἐν σαρκί» ως εξουσιαστής με ανθρώπινη δύναμη, γνώση και ισχύ. Ο άπειρος και απρόσιτος Θεός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση στην πληρότητά της, επισημαίνοντας την απέραντη αξία του ανθρώπου. Αυτό που καταξιώνει το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο δεν είναι η καταγωγή, η φυλή, οι γνώσεις, οι ικανότητές του, αλλά το γεγονός ότι είναι άνθρωπος.

Ο προσδιορισμός «ἐν σαρκί» περιλαμβάνει οτιδήποτε υλικό και πνευματικό, το οποίο συνιστά τον άνθρωπο. Στο πρόσωπο του Χριστού περιχωρείται η θεία και η ανθρώπινη φύση ατρέπτως. Πρόκειται για ένα Γεγονός που αποτελεί τη βάση της χριστιανικής αποκαλύψεως, που στηρίζει κάθε χριστιανική αξία και πρόταση.

Τα Χριστούγεννα διαλαλούν πασίχαρα ότι «Οὕτως (τόσο πολύ, με αυτόν τον τρόπο) γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ιω. 3:16). Και ακόμη ότι ο Υιός του Θεού σαρκούμενος φανερώνει το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Η κορυφαία αυτή δεσποτική εορτή της του Θεού Γεννήσεως φωτίζει την καρδιά με γαλήνη, παρηγοριά, αισιοδοξία, διάθεση γενναιοδωρίας. Κυρίως, όμως, αποκαλύπτει ότι ο Θεός είναι αγάπη. Η χριστιανική αγάπη δεν είναι μια αόριστη συναισθηματική έξαρση, αλλά μια στάση ζωής με εκφράσεις στην καθημερινότητα. Πρόκειται για ένα θείο φως που λάμπει στην όλη ύπαρξη. Τις ακτίνες του εκφραστικά τις προσδιορίζει ο Απ. Παύλος: «Η αγάπη μακροθυμεί, επιζητεί το καλό. H αγάπη δεν φθονεί. H αγάπη δεν κομπάζει, δεν επαίρεται, δεν φέρεται άπρεπα, δεν επιδιώκει το δικό της συμφέρον, δεν παροξύνεται, δεν μνησικακεί, δεν χαίρεται με την αδικία, αλλά συγχαίρει με την αλήθεια. Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. (Α΄ Κορ. 13:4-7).

Ο Δημιουργός και Κύριος του σύμπαντος, δεν είναι μια απρόσωπη ενέργεια, σοφία, δύναμη, που προσεγγίζεται με διανοητικές ικανότητες του εγκεφάλου. Είναι Θεός προσωπικός που αγαπά και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή σχέση μαζί του. Μια σχέση που εξυψώνει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη.

Ο Θεός, στον οποίο έχουμε στηρίξει τη ζωή μας, δεν εγκατέλειψε την ανθρωπότητα, που ταλαιπωρείται από τον εγωισμό και την εχθρότητα. Παραμένει ο Εμμανουήλ, «ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν», χαρίζοντας νόημα και πληρότητα στη ζωή. Με την ταπείνωση, η οποία συνυφαίνεται πάντα με την αγάπη, αντιτάσσεται στην αλαζονεία, στην παντοτινή ρίζα κάθε κακού, στην πλεονεξία, επιθετικότητα, φονικές συγκρούσεις, ολέθριες συρράξεις. Στην ιδιότυπη σκληρή εποχή μας, που σε πολλές περιοχές λυσσομανά το μίσος και η βία, οι χριστιανοί, πιστοί στον φανερωθέντα εν σαρκί Αρχοντα της ειρήνης, πάντοτε να αντιστεκόμαστε, με όλες μας τις δυνάμεις ψυχικές και σωματικές, όπου και όσο μπορούμε.

Η Εκκλησία δεν περιορίζεται σε απλούς συλλογισμούς· εορτάζει με τρόπο δοξαστικό αυτά τα γεγονότα και με ύμνους τα υπομνηματίζει. «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστός ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε». Οσοι πιστοί οφείλουμε αυτές τις εορταστικές ημέρες να υψωθούμε σε μια ζωή δοξολογίας και αγάπης.

Αδελφοί μου, υπενθυμίζω: Ο,τι πιο ωραίο είναι να αγαπάς, έστω κι αν κουράστηκες, όσο κι αν πονάς. Ο,τι πιο υπέροχο είναι ν’ αγαπάς, να αγαπάς αληθινά «ἐν Χριστῷ». «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει, καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ιω. 4:16).

Ευλογημένα Χριστούγεννα, με ειρήνη και ελπίδα το νέο έτος 2025.

Ο χρόνος και η φθορά στην ποίηση του Καβάφη

Ο Στέλιος Ράμφος για τον Αλεξανδρινό

ο-χρόνος-και-η-φθορά-στην-ποίηση-του-καβ-563362591

«Σαν αφθαρσία μέσα μας. Ο χρόνος του Καβάφη» τιτλοφορείται το νέο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου που κυκλοφορεί εντός αυτής της εβδομάδας από τις εκδόσεις Αρμός.

Οπως σημειώνει ο συγγραφέας στο προοίμιο: «Το βιβλίο περιλαμβάνει, συμμορφωμένες σε κείμενα, τις σημειώσεις τριάντα διαλέξεων για τον Καβάφη στο Ιδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη, κατά τη διάρκεια του 2023, ενενήντα χρόνια από τον θάνατό του και προς τιμήν του.

»Με έτρωγε το ερώτημα πώς γίνεται όταν διαβάζουμε Καβάφη να συγκινούμαστε αλλά να μην καταλαβαίνουμε ακριβώς γιατί, οπότε με την ευκαιρία των διαλέξεων προσπάθησα να απαντήσω. Στάθηκα στο ζήτημα του χρόνου, όχι σαν θεωρητική αντίληψι του Καβάφη αλλά σαν δομικό στοιχείο των ψυχικών του παραστάσεων και της ποιητικής του, παράγοντα μιας εσωτερικής διατάσεως που πηγάζει από την “ιδέα” κάθε ποιήματος, παραμερίζοντας τα λυρικά συναισθήματα με προέλευσι ποικίλες εικόνες και εντυπώσεις. Εξ ου και η πυκνή διασταύρωσι παρατηρήσεων ή αυτοσχολίων του στις εκ μέρους μου αναγνώσεις των ποιημάτων.

»Το στοίχημα που έβαλε και κέρδησε ο Καβάφης ήταν η εσωτερική θέασι της ζωής με υπόβαθρο την σκέψι. Η οικουμενική αναγνώρισι του έργου του οφείλεται σε μια πεζότητα μεταπλασμένη από τον χρόνο του έργου του σε λεπτότητα που δεν την παίρνει ο άνεμος».

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

Ο χρόνος και η φθορά στην ποίηση του Καβάφη-1

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Χθὲς περπατῶντας σὲ μιὰ συνοικία

ἀπόκεντρη, πέρασα κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι

ποὺ ἔμπαινα σὰν ἤμουν νέος πολύ.

Ἐκεῖ τὸ σῶμα μου εἶχε λάβει ὁ Ἔρως

μὲ τὴν ἐξαίσια του ἰσχύν.

Καὶ χθὲς

σὰν πέρασ’ ἀπ’ τὸν δρόμο τὸν παληό,

ἀμέσως ὡραΐσθηκαν ἀπ’ τὴν γοητεία τοῦ ἔρωτος

τὰ μαγαζιά, τὰ πεζοδρόμια, ἡ πέτρες,

καὶ τοῖχοι, καὶ μπαλκόνια, καὶ παράθυρα·

τίποτε ἄσχημο δὲν ἔμεινεν ἐκεῖ.

Καὶ καθὼς στεκόμουν, κ’ ἐκύτταζα τὴν πόρτα,

καὶ στεκόμουν, κ’ ἐβράδυνα κάτω ἀπ’ τὸ σπίτι,

ἡ ὑπόστασίς μου ὅλη ἀπέδιδε

τὴν φυλαχθεῖσα ἡδονικὴ συγκίνησι.

Περπατῶντας», «πέρασα», «στεκόμουν», «ἐκύτταζα», «ἐβράδυνα», ὅλα τοῦτα τὰ παρατατικὰ ῥήματα ὀρθώνονται ἀπέναντι στὸ δεδομένο, τὸν ἐμπειρικὸ ἀγωγὸ τῆς μνήμης, τὸ σπίτι στὸ ὁποῖο «ἔμπαινε» ὁ ποιητὴς σὰν ἦταν νέος καὶ εἶχε λάβει ἐκεῖ τὸ σῶμα του ὁ Ἔρως μὲ τὴν ἐξαίσια του ἰσχύν.

Τὰ εἰκοσιπέντε σχεδὸν χρόνια ποὺ χωρίζουν τὴν κατακλεῖδα τοῦ σχολίου στὸν ῾Ράσκιν ἀπὸ τὸ ποίημα, βεβαιώνουν ὅτι ἡ μεταμόρφωσι τοῦ κόσμου ἀπὸ τὰ δουλεμένα αἰσθήματα ἦταν κάτι σὰν ἔμμονη ἰδέα τοῦ Καβάφη. Ἰδέα μὲ αἰσθητικὲς προεκτάσεις, καθὼς ἀνάγει σὲ πρωταγωνιστικὸ παράγοντα τοῦ καβαφικοῦ τρόπου τὴν κατάστασι, ποὺ ἐξηγεῖ τὴν πυκνὴ παρουσία τῶν οὐσιαστικῶν καὶ τῶν ῥημάτων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιδεικτικὴ ἀπουσία τῶν τυπικῶν ἐπιθέτων στὰ ἔργα του.

Τὸ ποίημα καταγράφει τὴν χρονικὴ στιγμή (Χθές) ὁπότε ὁ ποιητὴς περπατῶντας σὲ μιὰ συνοικία ἀπόκεντρη, περνᾷ κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ σύχναζε πολὺ νέος καὶ εἶχε καταλάβει τὸ σῶμα του γιὰ πρώτη φορὰ ἡ ἡδονικὴ ἐξουσία (ἰσχύς) τοῦ ἔρωτα. Καὶ χθές, ἐπαναλαμβάνει ἐμφατικά, μπαίνοντας στὸν δρόμο ποὺ ὡδηγοῦσε στὸ σπίτι, μεταμορφώθηκε τὸ πᾶν, ἀμέσως ὡραΐσθηκαν ἀπ’ τὴν γοητεία τοῦ ἔρωτος (ἀπὸ τὸ αἴσθημα ποὺ ἐκλύει ἡ διεγερμένη μνήμη) τὰ μαγαζιά, τὰ πεζοδρόμια, οἱ πέτρες, οἱ τοῖχοι, τὰ μπαλκόνια, τὰ παράθυρα τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ εὐτελῆ καθ’ ἑαυτά, εἶχαν μετουσιώσει σὲ καλλονὴ τὴν αἰσθητικὴ οὐδετερότητα ἕως ἀσχήμια τους. Μάλιστα σὰν κοντοστάθηκε καὶ κοίταζε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, ἔνοιωσε νὰ διαπερνᾷ τὴν ὑπόστασί του κάτι πέρα ἀπὸ τὴν ὑλικότητά της, νὰ πάλλεται ἀπὸ τὴν ἔντασι τῆς ἡδονῆς ποὺ χρόνια τώρα ἡ μνήμη διατηροῦσε ζωντανὴ ἐπάνω του, σὰν φύλακας ἀκοίμητος τοῦ χρόνου – ἑνὸς χρόνου ὁ ὁποῖος περνᾷ μέν, ἀλλὰ δὲν χάνεται.

Δημιουργεῖ λοιπὸν ὁ Καβάφης ὡρισμένη κατάστασι –καὶ κατ’ ἐπέκτασιν διάθεσι– ὅπου τὸ ὑποκείμενο τοῦ ποιήματος ξαναβρίσκει τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο εἶχε γνωρίσει ἐρωτικὲς ἐξάρσεις, μιὰ συγκυρία ἀποκαλυπτικὴ τῆς θέσεώς του στὸν κόσμο καὶ στὸν χρόνο. «Καθίστημι» θὰ πῇ ἑδραιώνομαι, ἐνῷ τὸ ἀφῃρημένο του οὐσιαστικό, «ἡ κατάστασι», σημαίνει τὴν σταθερὴ τάξι, τὸ καθεστώς, μιὰ σχέσι μὲ τὸν χῶρο ἡ ὁποία ψυχικὰ προεκτείνεται σὲ σχέσι μὲ τὸν χρόνο. Ὁ Καβάφης περιγράφει τὴν ἴδια τὴν «κατάστασι», ἀλλὰ δὲν χρησιμοποιεῖ τὴν λέξι ἐπειδὴ θέλει νὰ καταθέσῃ τὸ βίωμα καὶ νὰ κρατήσῃ τὴν σκέψι.

Ἀξιοπρόσεκτο στὴν «κατάστασι» τοῦ ποιήματος εἶναι ἡ παράστασί της. Ἡ παράστασι διαθέτει ἀφ’ ἑαυτῆς ῥηματικὴ ἐνέργεια ἡ ὁποία ὑποκαθιστάμενη στὸ ἐπίθετο ἀναβαθμίζει τὸ πρόχειρο καὶ κοινότοπο σὲ οὐσιῶδες. Ἡ μνημονικὴ εἰκόνα συνδέει τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις μὲ τὸν χρόνο, τὶς τρέπει δηλαδὴ σὲ ψυχικὲς ποὺ δένονται μὲ τὸ συναίσθημα. Ἔτσι, κυριευμένη ἡ σκέψι ἀπὸ τὴν γοητεία, τὴν μαγγανεία τοῦ ἔρωτα, ὡραΐζει μεταμορφωτικὰ τοὺς δρόμους, τὰ πεζοδρόμια, τὰ μπαλκόνια, τὰ παράθυρα, τὰ τρέπει σὲ συμβολισμοὺς τοῦ χρόνου ποὺ ἀναγεννοῦν τὰ βιώματα, κάτι ἀνέφικτο ἐὰν ἦταν ἀφ’ ἑαυτῶν «ὡραῖα». Ὁ χρόνος τοῦ ποιήματος (χθές) ἑνώνει ἐπάνω του τοὺς ἀπόηχους τῆς μνήμης καὶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀφαιρεῖ τὴν φθορὰ τῆς χρήσεως ἀπὸ τὸν ὑλικὸ χῶρο. Ὑπόκειται σὲ φθορὰ τὸ ἀμνημόνευτο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἰσοπεδώνει ὁ χρόνος, ἐνῷ ἡ μνήμη τῶν περασμένων σὰν βίωμα, διαρκεῖ.

ο-χρόνος-και-η-φθορά-στην-ποίηση-του-καβ-563024155
Στὸ ποίημα ὁ Καβάφης ἐκχωρεῖ τὴν συγκίνησι, ἀναγνωρίζει πηγὴ τῆς συγκινήσεως τὴν ὄσμωσι τῶν πραγμάτων μὲ τὸν χρόνο, ὅπως περνᾷ στὴν σκέψι καὶ στὸ αἴσθημα. «Περπατῶντας», «πέρασα», «στεκόμουν», «ἐκύτταζα», «ἐβράδυνα», ὅλα τοῦτα τὰ παρατατικὰ ῥήματα ὀρθώνονται ἀπέναντι στὸ δεδομένο, τὸν ἐμπειρικὸ ἀγωγὸ τῆς μνήμης, τὸ σπίτι στὸ ὁποῖο «ἔμπαινε» ὁ ποιητὴς σὰν ἦταν νέος καὶ εἶχε λάβει ἐκεῖ τὸ σῶμα του ὁ Ἔρως μὲ τὴν ἐξαίσια του ἰσχύν. Τώρα τὸ αἰσθητὸ σπίτι μὲ τὴν πόρτα του γυρίζουν σὲ βίωμα, τὸ ὁποῖο σὰν ῥεῦμα ἠλεκτρικὸ μεταδίδει τὴν ἡδονικὴ συγκίνησι ποὺ φύλασσε ἡ μνήμη στὴν σύνολή του ὑπόστασι, στὸ σῶμα καὶ στὸ πνεῦμα. Γιατὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα ἦσαν ἡ αἰτία τῶν στεκόμουν κ’ ἐκύτταζα «τὴν πόρτα» καὶ στεκόμουν κ’ ἐβράδυνα «κάτω ἀπ’ τὸ σπίτι», στοιχείων καθαρὰ ὑλικῶν τὰ ὁποῖα ἀφύπνιζαν μὲ τὴν ἀναβιωμένη εἰκόνα τους στὸν ἐκστατικὸ περιπατητὴ τὴν φυλαχθεῖσα ἡδονικὴ συγκίνησι. Ἡ μνήμη ἀναβαπτίζει τὸ οἰκεῖο καὶ καθημερινὸ διατηρῶντας τὴν ἀμεσότητά του στὴν ἐσωτερικὴ πραγματικότητα μὲ τὴν συγκίνησι ποὺ προκαλεῖ ὡς διάρκειά του. Διάρκεια εἶναι ἡ πληρότης τοῦ χρόνου ἀπὸ τὶς τροπές του, ἀντίθετα πρὸς τὶς καθηλώσεις του. Ἐξ οὗ καὶ στὴν «ἀπόκεντρη συνοικία» τῆς περιγραφῆς ὁ χῶρος ἀπὸ λιμνασμένος μεταρσιώνεται σὲ χρόνο ἀνατάσεως.

Στὸ ποίημα πρωταγωνιστεῖ ἡ μνημονικὴ συνθήκη σὰν πνευματικὴ κατάστασι, ὄχι σὰν ἐνθύμησι τῆς «ἡδονικῆς συγκινήσεως». Δὲν ἐνδιαφέρουν τὰ ἀλλοτινὰ συμβάντα ὡς γεγονότα, ἀλλὰ τὰ αἰσθήματα ποὺ ἀφ’ ἑαυτῶν διαρκοῦν στὸν «ὡραϊσμὸ» τοῦ ἀπὸ παλιὰ γνωρίμου περιβάλλοντος, ὡραϊσμὸ ὁ ὁποῖος ἐπέχει θέσι ἀλλαγῆς τοῦ χρόνου. Δὲν εἶναι πιὰ ὁ χῶρος ἐκεῖνο ποὺ ἡ μνήμη του ὑπερτερεῖ, εἶναι ἡ χρόνωσί του στὴν διάρκεια τοῦ αἰσθήματος ὡς συγκινήσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περιδιάβασι τοῦ περιπατητῆ παίζει ἀσήμαντο ῥόλο στὴν μετέωρη, τὴν κατ’ εὐφημισμόν δρᾶσι τοῦ ποιήματος – διαμορφώνει τὸ πολὺ ἕνα πλαίσιο γιὰ τὴν ἔκλυσι τοῦ αἰσθήματος. Ὅλα ὑπηρετοῦν τὴν μορφοπλαστικὴ ἔκφρασι τοῦ αἰσθήματος, ποὺ ἀναχωνεύει μέσα του ῥεμβαστικὰ τὸ ἐμπειρικό. Ἡ μνήμη ὡς βιωμένος χρόνος διαπερνᾷ τὰ πράγματα καὶ ἀναγεννᾶται μαζί τους διαρκῶς· ἡ ἐνέργεια τοῦ ποιήματος περνᾷ στὸ πεδίο τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν σειρά του ἀντὶ νὰ ἀτενίζῃ τὰ αἰσθητά, τὰ ὁραματίζεται. Κοιτάζοντας τὴν πόρτα ὁ περιπατητὴς ποιητὴς «στεκόταν» καὶ «ἐβράδυνε», καθυστεροῦσε κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι, ἐνῷ ἡ ὕπαρξί του σύνολη «ἀπέδιδε», παλλόταν στὴν μνημονικὴ ἡδονικὴ συγκίνησι ποὺ τὸν κυρίευε σὰν δυνατὸ νέο παρόν.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ενας γενναίος, νέος κόσμος με κλειστά κινητά

Εάν ήμουν κριτικός εστιατορίων, για κάθε τρία κινητά τηλέφωνα που θα ανίχνευα πάνω σε τραπέζια θα έκοβα και μία μονάδα. Με αυτά και με αυτά, θα έλεγα, ωραίο το φαγητό, συμπαθητική και η ατμόσφαιρα, αλλά η συνολική βαθμολογία είναι, λυπάμαι, 2/10. Απλά πράγματα.

Καθόμουν σ’ ένα εστιατόριο στο Παρίσι – σε αυτή την πόλη συχνά τρώω μόνη. Βρίσκω μεγάλη απόλαυση να είναι ένας μόνος σε μια πόλη. Eίτε για διακοπές είτε για έρευνα –μάλιστα– να το χρησιμοποιείτε, αντί για διακοπές. Σε κάθε περίπτωση, όπου και να ‘ναι ένας, πρέπει να γευματίσει. Και το τραπέζι του ενός έχει το προνόμιο του καλύτερου τραπεζιού. Γιατί τον έναν δεν τον τοποθετούν στη μέση μιας αίθουσας ή στη μέση του αίθριου χώρου, αλλά περιφερειακά. Και όταν βολεύεσαι, οι υπόλοιποι θαμώνες μοιάζει να είναι εκεί για να υποδυθούν για χάρη σου. Μια παράσταση που ξεκινάει ή βρίσκεται σε εξέλιξη και προσπαθείς να αντιληφθείς την πλοκή.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η χιλιοπαιγμένη παράσταση λειτουργούσε αρμονικά. Χωρίς προσποιήσεις, χωρίς κάποιο έντυπο μαζί μου, ούτε τη διακριτικότητα ενός βιβλίου για ανάγνωση, απροκάλυπτα παρατηρούσα τους υπόλοιπους – τα ρούχα, τις κινήσεις, κυρίως τον τρόπο που μιλούν μεταξύ τους. Εκανα συνάψεις και όταν δεν τα κατάφερνα γέμιζα τα κενά με τις δικές μου υποθέσεις. Ετσι ωραία περνούσα, σαν βρισκόμουν στη σκηνή, όπου όλοι συμμετέχουμε με τον τρόπο μας, παρέα με την αδιακρισία μου, χωρίς να ενοχλείται κανείς και χωρίς κανείς να μου δίνει σημασία.

Δεν με ενοχλεί τίποτα στα εστιατόρια. Ούτε τα παιδιά που ουρλιάζουν, διαλύοντας μεμιάς την ατμόσφαιρα, ούτε τα ζευγάρια σε περιπτύξεις που πιστεύουν ότι προσθέτουν στην ατμόσφαιρα. Είμαι νηφάλια. Δεν με ενοχλούν ούτε τα σκυλιά που περιφέρονται γρυλίζοντας, αφήνοντας μυρωδιές και τρίχες, ναι ούτε αυτό, με έχουν πείσει οι Αγγλοι ότι ενδυναμώνουν το ανοσοποιητικό. Δεν μου χαλούν τη διάθεση ούτε τα ελαφρώς γερμένα τραπέζια, ούτε ο ασφυκτικά στενός χώρος, ούτε η απεριόριστη, περιττή επιλογή του καταλόγου.

Είμαι πιο στωική και από μοναχή με τις συρρικνωμένες μερίδες και τις εκτοξευμένες τιμές τους, με τα ανάλατα πιάτα, με τον σερβιτόρο που ρωτάει επίμονα εάν όλα είναι καλά, με τον σερβιτόρο που με αγνοεί ανένδοτα όταν τον χρειάζομαι. Αντιμετωπίζω με ψυχραιμία το «μόλις τελείωσε» το πιάτο που ήθελα να παραγγείλω και την ερώτηση «μετρητά ή καρτούλα;». Με τον αριθμό της «καρτούλας», άλλωστε, έκανα την κράτηση σε ένα μέρος που έπειτα από μιάμιση ώρα θα μου πουν να φύγω, γιατί δεν έχω άλλους πέντε μαζί ώστε να δικαιούμαι το τραπέζι για ένα μισάωρο παραπάνω. Τίποτα δεν με πειράζει, εκτός από ένα πράγμα, με μία εξαίρεση που με διαλύει: τα κινητά τηλέφωνα, εκτός εάν είστε γιατροί.

Γιατί ο εθισμός σε αυτά ευθύνεται για το ότι η ατμόσφαιρα των εστιατορίων έχει μεταβληθεί. Οι συζητήσεις πάσχουν από αρρυθμία, στις κινήσεις λείπει η αρμονία, στα πρόσωπα απουσιάζει η συγκέντρωση, τα βλέμματα ποτίζουν με απάθεια.

Ο ρυθμός των συζητήσεων είναι διακοπτόμενος, το τέμπο απορρυθμισμένο. Ενα τηλέφωνο ηχεί, ένα άλλο δονείται, μια ανάλγητη παύση μεσολαβεί. Κάποια παλάμη μηχανικά αποζητά με αγωνία τη βολικότητα της συσκευής, την ανασύρει από το τραπέζι, από την τσέπη, από την τσάντα. Μετά κάποιος γράφει, κάποιος σκρολάρει, άλλος φωτογραφίζεται, μια άλλη νωθρή σιωπή παρεμβαίνει και αυτό είναι. Η συζήτηση ποτέ δεν επανέρχεται, η παθητικότητα θριαμβεύει, η ενέργεια διαλύεται και εξατμίζεται από τον χώρο, όλοι είναι παρόντες αλλά απόντες. Γιατί όταν είσαι στο κινητό, σημαίνει ότι είσαι αλλού.

Οι ιστορικοί του μέλλοντος μπορεί να μην καταγράψουν την αλλαγή στην ατμόσφαιρα των εστιατορίων, οι κοινωνιολόγοι θα σημειώσουν, όμως, πότε έπαψε ο δυτικός κόσμος να έχει ενεργή κοινωνική συμμετοχή.

Και όταν είσαι αλλού σημαίνει ότι δεν σέβεσαι ούτε την παρέα, ούτε όσους δουλεύουν εκεί, ούτε το μέρος που είναι φτιαγμένο για να σε φιλοξενεί. Είναι τόσο αντικοινωνικός τρόπος συμπεριφοράς. Απαγορεύονται τα κινητά στα σχολεία, όμως κυκλοφορούν ελεύθερα σε χώρους όπου επίσης δεν θα έπρεπε.

Οι ιστορικοί του μέλλοντος μπορεί να μην καταγράψουν την αλλαγή στην ατμόσφαιρα των εστιατορίων, οι κοινωνιολόγοι θα σημειώσουν όμως πότε έπαψε ο δυτικός κόσμος να έχει ενεργή κοινωνική συμμετοχή. Εχουμε αρχίσει να έχουμε ομοιότητες με το δυστοπικό μυθιστόρημα του Αλντους Χάξλεϊ. Στον «Γενναίο νέο κόσμο», γραμμένο το 1932, ο συγγραφέας αναφέρεται σε ένα οπιοειδές ναρκωτικό, με δράση ειρηνική, που προσφέρεται στις μάζες. Το περιγράφει ως ένα ηρεμιστικό που λειτουργεί εκκρίνοντας συναισθήματα ευφορικής χαράς ως αποζημίωση της πληκτικής ζωής.

Η κάθε εποχή έχει το ναρκωτικό της· στην εποχή μας είναι τα κινητά τηλέφωνα. Κάτι σαν πιπίλες για ενηλίκους. Ενας παρωδικός περισπασμός από την πείνα, τη δίψα, την επαφή, το κίνητρο. Αντί να καταβάλλουμε προσπάθεια και ενεργητικότητα για να κάνουμε τους εαυτούς μας πιο ελκυστικούς για όσους βρίσκονται δίπλα μας, αποτραβιόμαστε στην ασφάλεια του φαντασιακού διαδικτυακού κόσμου.

Καταφεύγουμε στην άμεση ικανοποίηση, που παράγει παρωδική ευφορία και παγιδεύει σε έναν φαύλο κύκλο οξυμένης πλήξης, σκοτώνει την περιέργεια, ακυρώνει τη ζωτικότητα. Μουδιάζει, στο τέλος, τόσο ώστε να αποφεύγουμε τη δυσκολία των συναναστροφών που απαιτούν καλλιέργεια (δηλαδή όλων) και καταλήγουμε στην κοινωνική οκνηρία. Μιας κοινωνίας πολύ επαναπαυμένης στην απάθειά της.

Ο ήρωας στο βιβλίο του Χάξλεϊ λέει κάτι που μου αρέσει: «Δεν θέλω βολή, θέλω Θεό, θέλω ποίηση, θέλω κίνδυνο, θέλω ελευθερία, θέλω καλοσύνη, θέλω αμαρτία», θέλει δηλαδή το προφανές, μια διάδραση με τα ανθρώπινα, μια διαπραγμάτευση με την πραγματική ζωή.

*Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας.

Μιχάλης Γκανάς (1944-2024): Ενας ποιητής μέσα από τα τραγούδια του

12.11.202415:55

Ο σπουδαίος ποιητής που ύμνησε την αγάπη και δεν φοβήθηκε τον θάνατο.

Ο Μιχάλης Γκανάς, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές των τελευταίων ετών, πέθανε την Τρίτη 12 Νοεμβρίου. Από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, ο Μιχάλης Γκανάς άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του, όχι μόνο με τα ποιήματά του, αλλά και με τους στίχους του, που μελοποιήθηκαν από κορυφαίους συνθέτες και «ζωντάνεψαν» με τις ερμηνείες των τραγουδιστών.

Στο βιβλίο του «Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς» (εκδόσεις Μελάνι) γράφει την εξής αφιέρωση «στον κόσμο του ελληνικού τραγουδιού, οφειλέτης». Το ελληνικό τραγούδι χρωστάει στον Μιχάλη Γκανά, με κομμάτια όπως από το «Σουμιτζού» του Νίκου Ξυδάκη (1983) μέχρι το «Για των ματιών σου το χρώμα», με την Ελευθερία Αρβανιτάκη (2001).

Στο Σου Μιτζού κάποια βραδιά

έχασα όλα τα κλειδιά
και γύρευα λιμάνι
Δυο γιαπωνέζοι θυρωροί,
αμφιβολία δε χωρεί
με πήραν για χαρμάνη

Και πες, πες, πες
και ψου, ψου, ψου
κάποια βραδιά στου Σου Μιτζού,
σε πέντε κι έξι γλώσσες
Α, είδαν πως ήμουν πονηρός,
και πριν να γίνουνε καπνός
μου κάνανε τις κλώσες

Δεν είχα όρεξη που λες,
να μάθουν όλες οι φυλές
πως ήμουν λυπημένος
Βρήκα στο μπαρ ένα Ρωμιό,
πήγα να ξομολογηθώ
μα ήτανε πιωμένος.

«Σουμιτζού», στίχοι Μ. Γκανάς, μουσική Ν. Ξυδάκης (1983)

Σε αυτά να προσθέσουμε τα : «Μικρός Τιτανικός», «Τα κορμιά και τα μαχαίρια», «Του πόθου τ’ αγρίμι», «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια», «Καράβια στη στεριά», «Κι αν σε θέλω».

Κι αν σε θέλω κι αν με θέλεις τίποτα δε βγαίνει
στο μεσαίο το κατάρτι είμαστε δεμένοι

Με τα χέρια στον αέρα μόνη σου χορεύεις
και με δένεις και με λύνεις κι όλο με μπερδεύεις
με τα πόδια μεθυσμένα και χωρίς τις γόβες
σ’ ένα έργο δίχως τέλος όλο κάνεις πρόβες

Κι αν σε θέλω κι αν με θέλεις τίποτα δε βγαίνει
στο μεσαίο το κατάρτι είμαστε δεμένοι

Με τα χέρια σηκωμένα κάπου θες να φτάσεις
μιαν αόρατη κορδέλα προσπαθείς να πιάσεις
με τα μάτια σου κλεισμένα μέσα μου κοιτάζεις
σαν ολάνοιχτο βιβλίο πάλι με διαβάζεις

«Κι αν σε θέλω», στίχοι Μ. Γκανάς, τραγούδι Γ. Νταλάρας

Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από σημαντικούς συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης και ο Ara Dinkjian.

Απ’ τη ζωή μου δε θα βγεις ποτέ,
ζωή δική μου και ζωή μου δυο φορές,
χαρά στη λύπη μου και λύπη στις χαρές,
πώς να ξεχάσω, πώς να ξεχάσω…

Τα μεγάλα μάτια που με χάιδεψαν,
τα ζεστά σου χέρια που με άγγιξαν
και τα τόσα λόγια που δεν πρόλαβα,
σε βαθύ πηγάδι θα το πω, πόσο σ’ αγαπώ.

Απ’ το κορμί μου δε θα βγεις ποτέ,
δικό μου σώμα και κορμί μου δυο φορές,
χαρά στον πόνο μου και τραύμα στις χαρές,
πώς να ξεχάσω, πώς να ξεχάσω…

«Πώς να ξεχάσω», στίχοι Μ. Γκανάς, μουσική Μ. Θεοδωράκης

Άλλα ακούστηκαν πολύ, άλλα λιγότερο και μερικά καθόλου. Το ποια ακούστηκαν πολύ ή πια λιγότερο δεν έχει μεγάλη σημασία. Σημασία έχει, ότι «έγραψαν», σε έναν κόσμο που θέλει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές, πίσω από τις λέξεις.

Από τις στάχτες του Εμφυλίου, στην ποίηση και το τραγούδι

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Και αν λέγαμε «ΝΑΙ» το 1940;

Του Νίκου Χαλαζιά*

Συζητώντας για το ΄Επος του ’40, φίλος έθεσε καλόπιστα το ερώτημα: «Και γιατί άραγε να αντισταθούμε στους Ιταλούς και (αργότερα) στους Γερμανούς; Τι κέρδισε ο ελληνικός λαός; Χάθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές, χώρια οι υλικές καταστροφές και η κατάρρευση της οικονομίας. Τι θα μας πείραζε αν αφήναμε τους Ιταλούς να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της χώρας,  όπως μας ζήτησε με το τελεσίγραφό του ο Μουσολίνι;».

Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα δόθηκε από τον Πρωθυπουργό της Χώρας, τον Ιωάννη Μεταξά, στις 30 Οκτωβρίου στη συνομιλία που είχε με τους εκδότες και διευθυντές των αθηναϊκών εφημερίδων. Εκεί, ο δικτάτορας παραθέτει το σκεπτικό του και παρουσιάζει την πολιτική του έναντι της ιταλικής απειλής.

Αναφέρει ότι είχε καταβάλει κάθε προσπάθεια για να αποφύγει τον πόλεμο, με τρόπο που δεν θα αντιστρατευόταν τα εθνικά συμφέροντα. Συνειδητοποιεί, όμως, ότι η Νέα Τάξη του Χίτλερ επιφυλάσσει δεινά στη χώρα.

«Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πως καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τον τόπον από αυτόν έστω και διά παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικότερα συμφέροντα του Εθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Αξονος μού εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την «Νέαν Τάξιν». […] Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς διά την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως «ασήμαντοι» εμπρός εις τα «οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα» τα οποία θα είχεν διά την Ελλάδα η Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν».

Ποιες ήταν οι «θυσίες» που ζητούσε ο Άξονας;

«…μας εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς (Αλεξανδρούπολη) Δηλαδή θα έπρεπε διά να αποφύγωμεν τον πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… (!) με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον.».

Παρά, λοιπόν, τα όσα λέγονται για την δήθεν ηττοπάθεια του Μεταξά, ο Έλληνας πρωθυπουργός, διδαγμένος από τα δεινά του Εθνικού Διχασμού, «διαβάζει» άριστα την πραγματικότητα και παίρνει τις σωστές αποφάσεις, ακολουθώντας, όπως λέει, όχι την πολιτική του Βασιλιά Κωνσταντίνου, αλλά την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Συντάσσεται με την Αγγλία πεπεισμένος ότι «αυτός ο πόλεμος είναι για την ελευθερία και τον πολιτισμό». Είναι εκπληκτική η πρόβλεψή του για την προσάρτηση της Δωδεκανήσου: «Ξέρω με βεβαιότητα, ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη. Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα, ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος, αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον στας εφημερίδας, ανακοινωθέν από το Υπουργείον Εξωτερικών. Λοιπόν επιθυμώ να σας τονίσω τούτο: Εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας διά τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές…».

Συνεπώς το ΟΧΙ δεν ειπώθηκε εν θερμώ. Ήταν καταστάλαγμα μιας ώριμης θεώρησης των πραγμάτων, σύμφωνο με την ιστορία και τις παραδόσεις του Έθνους μας. Ο Μεταξάς είναι σαφής προς τους δημοσιογράφους:

«Μη νομίσητε ότι η απόφασις του OXI πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μη φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. ΄H ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνη διά να τον αποφύγωμε. Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι’ όλων των μέσων».

Όλα όσα αναφέρθηκαν, δίνουν μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα «γιατί να αντισταθούμε;».

Πέρα όμως από τη ρεαλιστική ανάγνωση της πραγματικότητας, με το ΟΧΙ που είπε ο Μεταξάς, εξέφρασε τη θέληση και την ψυχική διάθεση του Ελληνικού λαού (από τις ελάχιστες στιγμές στη νεότερη ιστορία μας που το πνεύμα της ηγεσίας ταίριαξε με το ήθος και την ψυχή αυτού του λαού). Αν σκύβαμε το κεφάλι στους Ιταλούς θα ’ταν σα να διαγράφαμε την ιστορία μας, τις θυσίες των προγόνων μας, την παράδοση των αγώνων για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Και πιστεύει κανείς πως μπορεί ένας λαός να επιβιώσει χωρίς ιστορική μνήμη, χωρίς συνείδηση ταυτότητας και αίσθηση χρέους; Μπορεί ένα έθνος να σταθεί ταπεινωμένο, ηθικά κατησχυμμένο και ψυχικά εξανδραποδισμένο;

Είναι ακριβώς, όπως λέει ο Νίκος Σβορώνος, «η ηθική ενότητα με τη γλώσσα, με τα ήθη και έθιμα, η συνείδηση της ταυτότητάς του που επέτρεψε σ’  αυτό τον λαό να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς οι οποίοι ήταν κατακτητές του». Τη διαχρονική συνέχεια αυτής της παράδοσης αποτύπωσε, λοιπόν, ο πόλεμος του 1940 και η Αντίσταση επί Κατοχής. Όπως αναφέρει ο κορυφαίος ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι, οι Έλληνες «στον πόλεμο για την ανεξαρτησία τους και στα πρόσφατα κινήματα Αντίστασης κατά των ξένων εισβολέων πραγματοποίησαν πράξεις ηρωισμού τόσο υψηλές, όσο τα κατορθώματα των προγόνων τους στον Μαραθώνα και στις Θερμοπύλες». Οι Κατσιμήτρος, Δαβάκης, Φριζής και Αλεξ. Διάκος, οι Κασλάς, Κωστάκης και Δουράτσος, οι ανώνυμοι μαχητές της Πίνδου, του Ρούπελ και του Ελ Αλαμέιν, οι αντάρτες στα βουνά, οι θαλασσομάχοι και όσοι πάλεψαν στα αστικά κέντρα επί Κατοχής, όλοι τους δεν φάνηκαν κατώτεροι των Μαραθωνομάχων, των ηρώων του 1821, των Μακεδονομάχων και των ευζώνων του 1912-13.

Αυτός ο τόπος που μας έλαχε να ζούμε, είναι ποτισμένος με το αίμα χιλιάδων Ελλήνων πάλαι τε και επ’ εσχάτων. Αυτό το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα κανενός κατακτητή, καταπώς λέει ο Ελύτης. Δεν μπορούσαν, λοιπόν, οι Έλληνες του ’40 να φανούν επιλήσμονες του χρέους και να σκύψουν το κεφάλι. Γιατί, απλούστατα, δεν θα ήταν Έλληνες!

  • Ο Νίκος Χαλαζιάς είναι Φιλόλογος.

Μεσίστια η επέτειος, τσουρούτικη η γιορτή

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
*Θεόδωρος Παντούλας27.10.2024 • 19:56

Κάθε φορά που κοντοζυγώνει η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου με ζώνουν τα φίδια. Σκέφτομαι το οπτικοακουστικό υλικό που θα κυκλοφορήσει στα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης», στο οποίο οι μαθητές θα απαντούν άλλα αντί άλλων σχετικά με τον εορτασμό, και… δαιμονίζομαι. Παλιότερα τους έκανα χάζι τους νεολαίους, υποθέτοντας ότι παίρνουν στο ψιλό τους ρεπόρτερ. Μετά βεβαιώθηκα ότι είναι τωόντι άγευστοι της γιορτής και ανυποψίαστοι του περιεχομένου της.

Και κοντά στα σχολιαρούδια πολλοί νταβραντισμένοι ενήλικοι που, έχοντας δυσανεξία σε οτιδήποτε ούτως ειπείν εθνικό, στρογγυλεύουν με δικολαβισμούς την αποστροφή τους βρίσκοντας παρωχημένες τις παρελάσεις (τις συγκεκριμένες) ή θεωρώντας καλύτερο να γιορτάζουμε τη λήξη του πολέμου και όχι το ξεκίνημά του!

Εχουν τα δίκια τους οι άνθρωποι. Οι πόλεμοι είναι, πράγματι, αγριευτικές καταστάσεις και οι παλιοί ήσαν ακάτεχοι από τις σημερινές μετωνυμίες των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων», χώρια ότι δεν είχαν και κουμπιά να πατήσουν. Εφ’ όπλου λόγχη, δηλαδή με σώμα με σώμα, έγραφαν ιδίαις χερσί και εκ του σύνεγγυς τις εποποιίες τους. Μολαταύτα οι κοινωνίες που σέβονται τον εαυτό τους και τη διαδρομή τους στον χρόνο τιμούν όσους αγωνίστηκαν – πάντως όχι για να απλώνουμε εμείς μερακλίδικα τις αρίδες μας. Θέλω να πω ότι η απόδοση τιμών δεν είναι μια επετειακή ρητορεία. Είναι μια ανανεούμενη δέσμευση των επιγόνων ότι θα σταθούν ισοϋψείς με τους προγόνους. Είναι δέσμευση ότι θα πουν κι αυτοί, σαν έρθει η δική τους ώρα, τα δικά τους «όχι».

Δεν είναι προφανέστατα η δική μας περίπτωση αυτή. Εμείς ως πολιτεία παριστάμεθα αγγαρεμένοι από το πρωτόκολλο σε ξέπνοες εκδηλώσεις κι ως κοινωνία οι περισσότεροι ανησυχούμε αν βγαίνει τριημεράκι με την αργία κολλητή για να εκδράμουμε στις ανά την επικράτεια εξοχικές ταβέρνες.

Αυτές οι συμπεριφορές, που δεν θεωρώ ότι έχει κάτι υπερβολικό η λιγόλογη περιγραφή τους, μπορεί να είναι κάπως στενάχωρες για ορισμένους, αλλά κατά την κρίση μου είναι καθ’ όλα δικαιολογημένες και συγγνωστές. Οι Ελληνες του 1940 δεν παλαντζάρισαν. Νέτα σκέτα είπαν «όχι». Είπαν «όχι» σε μια υπέρτερη δύναμη και με αψηφισιά χαμογελώντας, ναι χαμογελώντας, όπως βλέπουμε στα επίκαιρα της εποχής, πήραν τα βουνά και έδειξαν μες στη σκοτεινιά πώς «απελπίζοντας την απελπισιά» περπατιέται ο δρόμος της τιμής και της ελευθερίας. Κάποιοι από αυτούς, περισσότερο ή λιγότερο σακατεμένοι, επέστρεψαν νικημένοι νικητές από τα καταράχια και κάποιοι άλλοι έμειναν για πάντα αδιάβαστοι, αλλά όχι άκλαυτοι, στα βουνά της βορείου Ηπείρου. Οι δικοί τους –γονείς, αδέρφια και παιδιά, αρραβωνιάρες και σύζυγοι– έκτοτε βαθιανασαίναν κι είχαν να διαχειριστούν τη χηρεία, την ορφάνια και τη διά βίου αναπηρία να σου λείπει ο άνθρωπός σου. Εντούτοις δεν βλαστήμησαν ούτε τη ζωή ούτε την κακή τους τύχη. Βάλανε πλάτη και φρόντισαν να μη μαγαριστεί το ψωμί που τάιζαν τα παιδιά τους. Οι αγέρωχοι αυτοί αρχοντάνθρωποι που, ασχέτως ηλικίας και φύλου, ανδροπατούσαν ήσαν δικοί μας άνθρωποι. Κοντινοί μας. Ησαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Ησαν οι συγγενείς κι οι φίλοι τους.

Η απόδοση τιμών δεν είναι μια επετειακή ρητορεία. Είναι μια ανανεούμενη δέσμευση των επιγόνων ότι θα πουν κι αυτοί, σαν έρθει η δική τους ώρα, τα δικά τους «όχι».

Εμείς πάλι είμαστε φτερά στον άνεμο. Τα φερσίματά τους αυτά μας φαίνονται exotique και ακατανόητα. Οχι απλώς επειδή δεν βρίσκουμε λόγους να εγκαταλείψουμε τη βολή μας, αλλά επειδή λέμε σε όλα «ναι» πριν καν διατυπωθεί κάποιο ερώτημα για την περιστολή της. Ξεσκολίσαμε για να γίνουμε μανατζαραίοι μιας δανειοδίαιτης ανάπτυξης κι όχι καντηλανάφτες μιας μνήμης ιερής.

Με όλα τα προηγούμενα θέλω να πω ότι η ευθύνη για τον πλημμελή εορτασμό δεν βαραίνει ούτε την ιστορικά απαίδευτη πιτσιρικαρία ούτε τους συναισθηματικά σπαγκοραμμένους εθνοφοβικούς, αλλά όλους εμάς τους επιλήσμονες. Κι αφού εμείς λησμονήσαμε πως «είμαστε από καλή γενιά», ποια περηφάνια καταγωγής να έχουν οι υπόλοιποι για τους προμάχους της ελευθερίας;

Το ερώτημα κατά πού πάει μια κοινωνία που δεν ξέρει πούθε έρχεται δεν είναι καθόλου ρητορικό. Αλλά πολύ φοβούμαι ότι και φέτος θα προσπεραστεί ως τέτοιο. Ας είναι. «Ο καθείς και τα όπλα του», έλεγε ο ποιητής. Εμείς παντελώς παροπλισμένοι δεν ανακατευόμαστε με αυτά. Σταθερή και αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητά μας παραμένει να μας βάλουν καλό βαθμό οι «οίκοι αξιολόγησης».

*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

«ΘΑΡΡΟΣ» 25 Οκτωβρίου 1945: Η Μεσσηνία θα εορτάση μεγαλοπρεπώς την ιστορικήν επέτειον της 28ης Οκτωβρίου

«ΘΑΡΡΟΣ» 25 Οκτωβρίου 1945: Η Μεσσηνία θα εορτάση μεγαλοπρεπώς την ιστορικήν επέτειον της 28ης Οκτωβρίου

Επί τη επετείω της 28ης Οκτωβρίου, ημέρας καθ’ ην σύσσωμος ο ελληνικός λαός απέκρουσεν την εχθρικήν εισβολήν επί του πατρώου εδάφους, αρνηθείς να παραδώση και σπιθαμήν έστω της ιεράς ελληνικής γης εις τους εχθρούς επιδρομείς δια του ιστορικού «ΟΧΙ», οι απανταχού Έλληνες θέλουσιν εορτάση την ημέραν ταύτην εις ανάμνησιν των ευκλεών στιγμών καθ’ ας ήρθησαν εις το ύψος των ενδόξων προγόνων των, δειχθέντες άξιοι απόγονοι των Μαραθωνομάχων.

Η εορτήν ταύτην, συμφώνως και προς διαταγήν της ελληνικής κυβερνήσεως, θα διαρκέση επί 4ήμερον.

Κατά πληροφορίας εκ της υπαίθρου Μεσσηνίας εξαιρετικαί γίνονται προετοιμασίαι εις όλας τας Κοινότητας του Νομού μας δια τον εορτασμόν της Εθνικής Επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940. Εις όλα ανεξαιρέτως τα χωριά θα ψαλούν την προσεχή Κυριακήν, ημέραν της εορτής, επιμνημόσυνοι δεήσεις υπέρ των πεσόντων κατά τον Ελληνο-Ιταλικόν Πόλεμον Ελλήνων και θα γίνουν κατάλληλοι ομιλίαι εις τον Λαόν και τους μαθητάς των σχολείων, δια των οποίων θα εξαίρεται η σημασία του Αλβανικού Έπους και της ηρωικής αντιστάσεως της Ελλάδος κατά του Ιταλού Επιδρομέως.

Ιδιαιτέρως μεγαλοπρεπής θα είναι ο εορτασμός και εις την πόλιν μας. Εις την εορτήν θα μετάσχη ολόκληρος ο λαός με επικεφαλής τους ηρωικούς αναπήρους και τα θύματα του πολέμου 1940 – 41. Το απόγευμα δε εις την πλατείαν Βασιλέως Γεωργίου Β΄ θα εκφωνηθή ο πανηγυρικός της ημέρας και θα χορευθούν υπό φουστανελλοφόρων και μαθητριών με στολάς Αμαλίας εθνικοί χοροί. Εις την πρωινήν δοξολογίαν εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ θα χοροστατήση, δια πρώτην φοράν, και ο αναμενόμενος να φθάση εις την πόλιν μας μέχρι της αύριον ή του Σαββάτου νέος Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος.

Την Παρασκευήν και το Σάββατον θα σημαιοστολισθή η πόλις και θα γίνουν μαθητικαί και υπαλληλικαί συγκεντρώσεις κατά τας οποίας διάφοροι ομιληταί θ’ αναπτύξουν την σημασίαν της ιστορικής επετείου.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση