Η Σμύρνη πριν από την καταστροφή

Ανατομία της παρουσίας του ελληνικού κράτους στη Μικρά Ασία μέσα από μια επιλογή προξενικών εγγράφων

ΓΕΝΙΚΟΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝ ΣΜΥΡΝΗ
Προξενικά έγγραφα 1833-1912
Πρόλογος – επιστημονική εποπτεία: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης
Εισαγωγή – επιμέλεια – σχόλια: Δημήτρης Καμούζης
Εκδ.: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 2025, σελ. 910

Η έκδοση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, με έγγραφα του γενικού προξενείου της Σμύρνης από το 1833 έως το 1912, είναι πολύτιμο απόκτημα για όσους ενδιαφέρονται και ερευνούν την Ιστορία, όχι μόνον της Σμύρνης αλλά του μικρασιατικού ελληνισμού γενικότερα. Η Σμύρνη, το δεύτερο σημαντικότερο εμπορικό λιμάνι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνιστά μια περίπτωση ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, με την ανάπτυξη του λιμανιού, συγκέντρωσε το εμπόριο και την οικονομική ζωή της δυτικής Μικράς Ασίας, προσελκύοντας Ελληνες από τη μικρασιατική ενδοχώρα, αλλά και από το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο, οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν οικονομικά στην περιοχή διατηρώντας την ελληνική τους υπηκοότητα. Στον 20ό αιώνα η πόλη γνώρισε πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη, με έντονη πνευματική και κοινωνική ζωή.

Οι υποθέσεις που απασχολούν τις προξενικές αρχές της περιοχής της Σμύρνης από το 1840 μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα αφορούν προξενικές υποθέσεις: περιπτώσεις επιβολής φόρου επιτηδεύματος σε Ελληνες πολίτες, συλλήψεις, φυλακίσεις, ανακρίσεις, δίκες, αυθαιρεσίες και βιαιοπραγίες εις βάρος Ελλήνων, σχετικά διαβήματα στις οθωμανικές αρχές, σχέσεις με άλλες προξενικές και τοπικές αρχές και άλλα στοιχεία πολύ χρήσιμα για να αποτιμήσει κανείς τις συνθήκες διαβίωσης στην περιοχή. Οι πίνακες με τη ναυτιλιακή κίνηση σε λιμάνια της περιοχής, που παρατίθενται από τους αρμόδιους προξένους, συνιστούν στοιχεία πολύτιμα για τη μελέτη της εμπορικής κίνησης μεταξύ των ελληνικών παραλίων και της Μικράς Ασίας. Χρήσιμα στοιχεία για την εκεί ελληνική παρουσία μπορεί να αντλήσει ο ερευνητής από τους καταλόγους Ελλήνων υπηκόων, αλλά και από τις αναφορές σχετικά με τη διεξαγωγή της οθωμανικής απο γραφής το 1905.

Στον 20ό αιώνα ο ρόλος των προξένων προσλαμβάνει μια νέα πολιτική χροιά. Ο εμπορικός και πολιτικός ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών δυνάμεων, αλλά και η δυναμική των εξελίξεων στην ίδια την αυτοκρατορία, καθιστούν τα προξενεία στα μεγάλα εμπορικά κέντρα, όπως είναι τα λιμάνια της Σμύρνης και Θεσσαλονίκης, κέντρα πολιτικής επιρροής.

Η Σμύρνη πριν από την καταστροφή-1Το 1908 η νεοτουρκική επανάσταση σηματοδότησε νέα εποχή για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και για τον ελληνισμό που ζούσε στην επικράτειά της. Οι βουλευτικές εκλογές έφεραν τους προξένους στο επίκεντρο των πολιτικών δρώμενων. Από τις προξενικές αναφορές μπορεί να παρακολουθήσει κανείς πτυχές των διεργασιών για την εκλογή Ελλήνων βουλευτών από τη Σμύρνη στην οθωμανική βουλή, διαπραγματεύσεις, διαφοροποιήσεις αλλά και αντιπαλότητες στο πλαίσιο της ίδιας της ελληνικής κοινότητας. Αποκαλυπτικές είναι οι αναφορές του γενικού προξένου Αρμάνδου Ποτέν, ο οποίος κλήθηκε να διαχειριστεί τις πολιτικές αντιπαραθέσεις αλλά και τον ανελέητο εμπορικό αποκλεισμό που επιβλήθηκε από τους νεότουρκους στο ελληνικό εμπόριο και στους Ελληνες πολίτες εξαιτίας του Κρητικού Ζητήματος από το 1909 μέχρι το 1911.

Είναι πάντα σκόπιμο, όταν διαβάζονται διπλωματικές αναφορές, όπως και τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα και τα απομνημονεύματα πρωταγωνιστών ιστορικών γεγονότων, να λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του συντάκτη, η γενικότερη εμπειρία του και το πνεύμα της εποχής. Πολύ χρήσιμα στο πνεύμα αυτό είναι τα βιογραφικά στοιχεία των προξένων που υπηρέτησαν στη Σμύρνη και παραθέτει, μεταξύ άλλων, στην εισαγωγή ο επιμελητής Δημήτρης Καμούζης.

Τα έγγραφα, προσεκτικά επιλεγμένα, σταματούν στο 1912. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δημιούργησαν νέα δεδομένα που επηρέασαν αποφασιστικά την παρουσία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία. Η ένταση της βαλκανικής σύγκρουσης ενίσχυσε τις εθνικές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των κοινοτήτων, ριζοσπαστικοποίησε την τουρκική ηγεσία και προετοίμασε το έδαφος για την ανάφλεξη που έφερε ο Μεγάλος Πόλεμος. Με την κατάρρευση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η μοίρα του μικρασιατικού ελληνισμού συναρτήθηκε από την αντιπαράθεση ανάμεσα στο ελληνικό και στο αναδυόμενο τουρκικό κράτος.

*Η κ. Αικατερίνη Μπούρα είναι πρέσβειρα ε.τ.

Ο Θουκυδίδης ανάμεσά μας

Οσες φορές και να τον διαβάσεις, κάτι νέο σου μαθαίνει. Οσες φορές και να τον συναντήσεις, πάντα κάτω από μια λέξη, από μια συνοπτική περιγραφή, κάτι σου έχει διαφύγει. Οσο και να πέρασαν οι αιώνες τον ακούς να μιλάει, άλλοτε με επιθετική ευθύτητα, άλλοτε με υπαινικτικό τρόπο, για την εποχή μας. Σαν να ζει ανάμεσά μας. Τον ανακαλείς στη σκέψη και συνομιλείς μαζί του.

Τα πολεμικά γεγονότα του τελευταίου δεκαημέρου και οι πόλεμοι της εποχής σε εξέλιξη σε οδηγούν σε μια συνάντηση με τη δύναμη, το δίκαιο, τη θέληση του ισχυρού, τη θέση ότι «οι άνθρωποι από φυσική αναγκαιότητα επιβάλλουν πάντοτε την κυριαρχία τους στον ασθενέστερο», την επίκληση αυτού του «φυσικού νόμου», τη διαπίστωση ότι όποιος διαθέτει τη δύναμη πράττει με τον ίδιο τρόπο. Η δύναμη έχει τον τελευταίο λόγο, το δίκαιο υπάγεται στον ισχυρό και ορίζεται από αυτόν.

Λένε οι Αθηναίοι στους Μηλίους: «…και εμείς αλλά και εσείς πρέπει να θέσουμε ως στόχο αυτό που θεωρούμε δυνατό, αφού και εμείς και εσείς ξέρετε ότι κατά την ανθρώπινη λογική και κρίση μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και τα δύο μέρη διαθέτουν ίση ισχύ και ότι οι δυνατοί πράττουν αυτό που τους επιτρέπει η δύναμή τους και τότε οι αδύναμοι υποχωρούν και υποτάσσονται».

Η Μήλος θα απορρίψει την πρόταση των Αθηναίων να τεθεί υπό την ηγεμονία τους και θα ακολουθήσει η καταστροφή της. Αυτή η μοναδική φορά που στην Ιστορία του ο Θουκυδίδης παραθέτει διαλογικά μια υπόθεση αποτελεί συμπύκνωση όλου του προβληματισμού που τη διαπνέει και, όπως σημειώνει ο Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, η αποτύπωση αυτή της αντίθεσης δύναμης και δικαίου είναι «ένα αριστούργημα πολιτικού στοχασμού».

Τις τελευταίες ημέρες γέμισαν οι οθόνες από σκηνές πολέμου. Μαζί και οι ατέλειωτες υποθέσεις και συζητήσεις για τις πιθανές εξελίξεις, τους κινδύνους, την εξάπλωση, την πυρηνική απειλή. Δεν γνωρίζω αν στο Ιράν έχουν συναντηθεί με τον προβληματισμό του Θουκυδίδη και αν αυτό που αποτελεί ιδεολογικό συμπλήρωμα για την εκεί εξουσία αφήνει χώρο για παρόμοιες αναζητήσεις.

Η επέμβαση των ΗΠΑ έδωσε τέλος και στις συζητήσεις και στην απειλή. Προσωρινά όλα, θα μας έλεγε, αφού αυτό που σήμερα μοιάζει οριστικό, μια δύναμη θα το αμφισβητήσει και μια νέα απειλή θα φανεί.

Η μεταπολεμική Δύση διανύει μακρά περίοδο ειρήνης. Σε δημοκρατικό πλαίσιο σταθερό και μια ευμάρεια πρωτόγνωρη στην ανθρώπινη διαδρομή. Η Ευρώπη των δύο παγκοσμίων πολέμων απομακρύνθηκε στον δρόμο της από το ενδεχόμενο της απειλής και από την αναγκαιότητα της εγρήγορσης και της προπαρασκευής.

Οι καιροί άλλαξαν και καθυστερημένα θυμάται σήμερα αυτή την προϋπόθεση της δύναμης για την αντοχή της στον χρόνο.

Οταν έφτασε στις Συρακούσες και στη Σικελία η είδηση ότι οι Αθηναίοι στο μέσο του Πελοποννησιακού πολέμου ξεκίνησαν εκστρατεία για την κατάληψή της, πολλοί αμφέβαλλαν για την αλήθεια αυτής της απειλής. Ο Ερμοκράτης με πάθος υποστήριξε ότι η απειλή είναι υπαρκτή και ότι η καλύτερη άμυνα είναι αυτή που ετοιμάζεται με πλήρη συνείδηση.

Και όπως γράφει ο Θουκυδίδης για κάθε μελλοντικό ενδιαφερόμενο – μικρή ή μεγάλη χώρα – ο Ερμοκράτης είπε στους Συρακούσιους: «Ξέρω καλά ότι οι εχθροί βρίσκονται ήδη στο πέλαγος και σε λίγο θα είναι εδώ».

Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.

Και αν ξαφνικά καταρρεύσει το διαδίκτυο;

Η Ισπανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Έσθερ Πανιάγουα βρέθηκε στην Αθήνα και κουβεντιάσαμε μαζί της για το πρόσφατο σοκαριστικό μπλακ άουτ της Ιβηρικής και την εξάρτησή μας από το ίντερνετ.

«Το πρόβλημα έγκειται στη μεγάλη εξάρτησή μας από την τεχνολογία γενικότερα, αλλά και πιο συγκεκριμένα από μια χούφτα μεγάλων εταιρειών. Μια συντονισμένη επίθεση προς αυτές και μόνο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια σχεδόν ολική κατάρρευση του διαδικτύου», αναφέρει η Έσθερ Πανιάγουα, συγγραφέας του βιβλίου Error 404 – Έτοιμοι για έναν κόσμο χωρίς ίντερνετ (εκδ. Καστανιώτη). «Η εξάρτησή μας δεν είναι μόνο προσωπική και συναισθηματική, αλλά και συστημική, καθώς όλα ή σχεδόν όλα όσα χρησιμοποιούμε είναι πλέον συνδεδεμένα στο διαδίκτυο. Ακόμα κι αν κάποιος δεν είναι συνδεδεμένος, θα επηρεαστεί σε μια ενδεχόμενη κατάρρευση του διαδικτύου, λόγω του φαινομένου του ντόμινο».

«Το πρόβλημα έγκειται στη μεγάλη εξάρτησή μας από την τεχνολογία γενικότερα, αλλά και πιο συγκεκριμένα από μια χούφτα μεγάλων εταιρειών».

Η Πανιάγουα, βραβευμένη δημοσιογράφος και συγγραφέας, ήρθε στην Ελλάδα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της στα ελληνικά, σε μετάφραση Δήμητρας Παπαβασιλείου, και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Λογοτεχνία Εν Αθήναις». Όπως μου είπε η ίδια για το πόνημά της, «δεν αφορά την τεχνολογία, αλλά την κοινωνία, επειδή όλα όσα συμβαίνουν στην ψηφιακή σφαίρα είναι κοινωνικά, είναι ζητήματα δημοκρατίας. Και, δυστυχώς, δεν αποφασίζουμε εμείς πώς θα αναπτυχθεί ο ψηφιακός χώρος. Η διακυβέρνηση του διαδικτύου δεν είναι καθόλου δημοκρατική».

Ολική κατάρρευση

Τα νέα που φέρνει η Ισπανίδα από τη χώρα της δεν είναι ιδιαίτερα χαρμόσυνα. Στο ερώτημα αν η Ισπανία ήταν έτοιμη, όταν τον περασμένο Απρίλιο κατέρρευσε το ηλεκτρικό δίκτυο και το ίντερνετ, η απάντησή της είναι κατηγορηματική: «Ούτε κατά διάνοια». Στο πρόσφατο μπλακ άουτ της Ιβηρικής χερσονήσου, όλοι την έψαχναν για να πει δυο λόγια. «Μου τηλεφωνούσαν οι πάντες, έγινα κάτι σαν σελέμπριτι…» μου λέει, αλλά ήταν πλέον αργά. Οι αρχές δεν είχαν φροντίσει να πάρουν πολύ βασικές προφυλάξεις απέναντι σε αυτό το τόσο πιθανό ενδεχόμενο, και το πλήρωσαν ακριβά. Ακολούθησε το χάος. Ένας κανονικός εφιάλτης. Μια ολική κατάρρευση.

Και αν ξαφνικά καταρρεύσει το διαδίκτυο;-1Φαντάζομαι ότι το πιο συχνό ερώτημα που της απευθύνουν είναι το «τι κάνουμε;». «Πράγματι», μου απαντά, «η αλήθεια είναι όμως ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να το αποτρέψουμε, να το μετριάσουμε όταν συμβεί, και να είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό. Σε ατομικό επίπεδο πρέπει να μειώσουμε την εξάρτησή μας από το διαδίκτυο. Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τον οδηγό επιβίωσης για καιρούς έκτακτης ανάγκης, κάποιοι γελούσαν. Κι εγώ, πριν από την έρευνα για το βιβλίο, ήμουν αρκετά σκεπτική. Τώρα όμως έχω φροντίσει να είμαι προετοιμασμένη, έχω για παράδειγμα πάντα μετρητά στο σπίτι. Η κατάρρευση του διαδικτύου έχει συμβεί, και θα ξανασυμβεί. Αυτό είναι βέβαιο. Κάθε μέρα γινόμαστε όλο και πιο ευάλωτοι απέναντι σε ένα τέτοιο κατακλυσμιαίο γεγονός. Την επόμενη φορά πρέπει να είμαστε πιο έτοιμοι.

»Εκτός όμως από το προσωπικό επίπεδο, μπορούμε να κάνουμε πολλά και σε συλλογικό. Πρέπει να ανακτήσουμε τη γνώση των παλιών ανθρώπων που δούλευαν με χαρτί και μολύβι. Οι άνθρωποι αυτοί φεύγουν σταδιακά από τη ζωή και παίρνουν μαζί τους την πολύτιμη αυτή γνώση. Μπορούμε, επίσης, να είμαστε λιγότερο εξαρτημένοι από τη συνδεσιμότητα, όχι μόνο παίρνοντας μέτρα κυβερνοασφάλειας, αλλά και αποφεύγοντας να συνδέουμε τα πάντα στο διαδίκτυο, όπως για παράδειγμα κάποιες κρίσιμες υποδομές. Ας συνδέουμε μόνο ένα μέρος τους. Οι υπηρεσίες υγείας για παράδειγμα είναι τόσο κρίσιμες, που μπορεί μια κατάρρευσή τους να είναι καταστροφική για τη χώρα. Πρέπει να υπάρχει ένα τουλάχιστον εφεδρικό σχέδιο που να εξετάζει πολλά πιθανά σενάρια, γιατί, όπως είδαμε στο μπλακ άουτ που συνέβη στην Ισπανία, το σενάριο της ολικής συσκότισης δεν είχε προβλεφθεί».

Συλλογική φαντασία

Η Πανιάγουα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί τεχνοφοβική. Ανήκει άλλωστε σε μια γενιά που μεγάλωσε ονλάιν. Προς επίρρωσιν, αμέσως μόλις συναντηθήκαμε, μου ζήτησε να βγάλουμε μια σέλφι. Απλώς, ως καλή δημοσιογράφος, ξέρει να διατυπώνει καίριες ερωτήσεις. Η ίδια δεν χάνει την ευκαιρία να εκφράζει την πίστη της ότι μπορεί να υπάρξει ένα καλύτερο διαδίκτυο, μια καλύτερη ΤΝ, ένας καλύτερος κόσμος. Αρκεί να κινητοποιηθούμε και να το διεκδικήσουμε. «Το μέλλον ή, μάλλον, τα πιθανά μέλλοντα», όπως γράφει στο διαφωτιστικό βιβλίο της, «δεν χρειάζονται κρυστάλλινες σφαίρες, ούτε γκουρού που να επιχειρούν να τα προβλέψουν. Χρειάζονται συλλογική φαντασία, ώστε να επινοηθούν και να εξιστορηθούν».

Η σιωπηλή λογοκρισία και η αφανής Ορθοδοξία στην ψηφιακή εποχή

Στην ψηφιακή εποχή, ο έλεγχος της πληροφορίας δεν γίνεται με απαγορεύσεις, αλλά με φίλτρα. Η λογοκρισία δεν είναι κραυγαλέα — είναι σιωπηλή. Και ίσως το πιο χαρακτηριστικό της θύμα δεν είναι κάποιο πολιτικό ρεύμα ή ριζοσπαστική ιδεολογία, αλλά η ίδια η φωνή του Ιερού — η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση.

Η Νέα Μορφή Λογοκρισίας

Στον παραδοσιακό κόσμο, η λογοκρισία ήταν ρητή: η εκάστοτε μορφή εξουσίας απαγόρευαν ένα κείμενο, ένα βιβλίο, μια φωνή. Στην ψηφιακή κοινωνία, όμως, η απαγόρευση γίνεται πιο έξυπνη: ο λόγος δεν καταστέλλεται, απλώς δεν φτάνει πουθενά.
Οι αλγόριθμοι των μεγάλων τεχνολογικών πλατφορμών ελέγχουν τι προβάλλεται, τι κρύβεται, τι θεωρείται “σχετικό”, “επίκαιρο”, “ελκυστικό”. Έτσι, η λογοκρισία δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας κρατικής εντολής, αλλά ενός τεχνολογικού μηχανισμού που λειτουργεί με βάση εμπορικά, ιδεολογικά ή πολιτισμικά κριτήρια. Ο λόγος που δεν “πουλά”, που δεν προκαλεί, που δεν ανταποκρίνεται στα πρότυπα της αλγοριθμικής αγοράς, απλώς σιωπά.

Ο Αποκλεισμός της Ορθοδοξίας

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ορθοδοξία — με την εσωτερικότητα, τη μυσταγωγία, τη λιτότητα και τη βαθιά υπαρξιακή της γλώσσα — δεν έχει θέση. Δεν είναι “ελκυστική”, δεν είναι “viral”, δεν παράγει εικόνα, σκάνδαλο, θέαμα. Δεν προσφέρεται εύκολα για τον ρυθμό της κοινωνίας της πληροφορίας. Και γι’ αυτό, παραγκωνίζεται χωρίς επίσημη απαγόρευση. Ορθόδοξες φωνές, ακόμα κι όταν προσπαθούν να μιλήσουν ψηφιακά (σε YouTube, άρθρα, podcast, social media), συχνά δεν προβάλλονται, δεν ενισχύονται, ή ακόμα και λογοκρίνονται για λόγους “πολιτικής ορθότητας”. Η ορθόδοξη θεολογία, που μιλά για σωτηρία, ταπείνωση, άσκηση, μετάνοια, δεν συμβαδίζει με το κυρίαρχο αφήγημα της αυτοπραγμάτωσης, της ταχύτητας και της αισθητικής ευδαιμονίας.

Από τη Λογοκρισία στην Απουσία

Αυτός ο αποκλεισμός δεν είναι επίθεση. Είναι απλώς απουσία. Η Ορθοδοξία δεν πολεμιέται, αλλά αδρανοποιείται μέσα στον κυκεώνα πληροφορίας. Δεν είναι ότι την αρνούνται — είναι ότι κανείς δεν τη βλέπει. Αυτό είναι ίσως πιο ύπουλο από την απαγόρευση. Διότι η απαγόρευση γεννά αντίδραση, αλλά η απουσία γεννά λήθη.

Η Αντίσταση του Ιερού

Η Ορθοδοξία δεν μπορεί — και δεν πρέπει — να “παίξει το παιχνίδι” του ψηφιακού εντυπωσιασμού. Δεν χρειάζεται να γίνει προϊόν. Η σιωπηλή μαρτυρία της, η ζωντανή εμπειρία της κοινότητας και της προσευχής, η πνευματική βαρύτητα του λόγου της, είναι ήδη μορφές αντίστασης στην εποχή της λήθης και της διάχυσης.

 Ίσως τελικά, όπως η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να είναι πραγματικά “ελεύθερη”, έτσι και η φωνή του Θεού δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από συστήματα που έχουν ως θεό την ταχύτητα και το συμφέρον. Ο κόσμος της πληροφορίας είναι και κόσμος της εξουσίας. Αν θέλουμε η Ορθοδοξία να έχει λόγο και παρουσία σε αυτόν τον νέο ψηφιακό κόσμο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν “ακούγεται”, αλλά ότι δεν της “δίνεται μικρόφωνο”.

Η απάντηση όμως δεν είναι να φωνάξει πιο δυνατά, αλλά να παραμείνει αληθινή στον εαυτό της. Διότι εκεί όπου οι άλλοι χτίζουν δίκτυα, η Ορθοδοξία συνεχίζει να χτίζει καρδιές.

Αρθρο της Ελεάννας Βλαστού στην «Κ»: Η λογική ως πράξη αντίστασης

Διόρθωσε ό,τι άκουσε στο auto-cue και πέρασε στην Ιστορία ως αντιστασιακή. Η παρουσιάστρια του BBC Μαρτίν Κρόξαλ πριν από λίγες μέρες σε ζωντανή μετάδοση συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με ό,τι της είπαν να πει

Διόρθωσε ό,τι άκουσε στο auto-cue και πέρασε στην Ιστορία ως αντιστασιακή. Η παρουσιάστρια του BBC Μαρτίν Κρόξαλ πριν από λίγες μέρες σε ζωντανή μετάδοση συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με ό,τι της είπαν να πει. Τη στιγμή που παρέθετε οδηγίες για τη σωστή προφύλαξη των ευάλωτων ομάδων από τον καύσωνα, που στην Ελλάδα θα το λέγαμε ζεστές μέρες και θα το προσπερνούσαμε, αναφέρθηκε σε ηλικιωμένους, άτομα με προϋπάρχουσες παθήσεις και «άτομα που εγκυμονούν». Στο τελευταίο γούρλωσε τα μάτια, ανασήκωσε ελαφρώς το ένα φρύδι και το διόρθωσε σβέλτα… «γυναίκες».

Είναι η πρώτη φορά που ακούω εδώ και δέκα χρόνια –όσα ζω τουλάχιστον στην Αγγλία– τον εθνικό ραδιοτηλεοπτικό σταθμό να χρησιμοποιεί μια γλώσσα κανονική, απορρίπτοντας, έστω εκουσίως, μια γλώσσα ουδέτερη ως προς τα φύλα που, εν τέλει, είναι αδύναμη γιατί είναι ακατανόητη. Και δεν ήμουν η μόνη που το παρατήρησα. Η συγγραφέας (του Χάρι Πότερ) Τζ. Κ. Ρόουλινγκ έσπευσε να αποκαλέσει την Κρόξαλ τη νέα αγαπημένη της παρουσιάστρια. Το ίδιο έκανε και η πρώην τενίστρια Μαρτίνα Ναβρατίλοβα και άλλοι 50.000 που τους κέρδισε ως ακολούθους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το κανάλι δεν επέπληξε τη δημοσιογράφο, δεν θα μπορούσε άλλωστε, έχει την υποστήριξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τον Απρίλιο, εάν δεν το έχετε παρακολουθήσει, αποφασίστηκε ότι ο νομικός προσδιορισμός «γυναίκα» αναφέρεται στο βιολογικό φύλο. Μόλις πριν από έναν χρόνο, όμως, το τοπίο ήταν άλλο. Ο παρουσιαστής του προγράμματος Today στο Radio 4 δέχτηκε τεράστια επίπληξη επειδή αθέτησε τους κανονισμούς του σταθμού, όταν μιλώντας για το σκάκι αναφέρθηκε στις τρανς γυναίκες και συμπλήρωσε εξηγώντας στο ακροατήριο, «με άλλα λόγια άνδρες».

Οφείλουμε να είμαστε καλοί. Αλλά δεν χρειάζεται να είμαστε και ηλίθιοι. Τα πράγματα μπορούν να συμβαδίσουν, να είμαστε καλοί και έξυπνοι ταυτόχρονα.

Στην ουσία όμως η πράξη της παρουσιάστριας ήταν σημαντική, γιατί αποδεικνύει ότι κάτι μάθαμε με τα χρόνια και κάπου καταλήγουμε. Διαγνώσαμε ότι όταν προσπαθούμε να καταπιέσουμε αλήθειες, ποτέ δεν λειτουργεί. Εμπεδώσαμε επίσης ότι σε κάθε απόπειρα λεκτικού μασκαρέματος του προφανούς, κάποιος στα άκρα καρπώνεται και κεφαλαιοποιεί. Ο Τραμπ στην Αμερική και ο Φάρατζ στην Αγγλία.

Ο διχαστικός Αμερικανός πρόεδρος κατάφερε να συσπειρώσει το 79% των Αμερικανών πολιτών, τον Φεβρουάριο, όταν έδωσε εντολή να κοπούν οι επιδοτήσεις σε όποιο αθλητικό πρόγραμμα επιμένει να επιτρέπει τον συναγωνισμό γυναικών ή κοριτσιών με τρανς γυναίκες ή κορίτσια. Σκεφτείτε, ο άνδρας που είχε δηλώσει ότι πιάνει τις γυναίκες από τα γεννητικά όργανα μετατράπηκε σε υπέρμαχο φεμινιστή, εύκολα, χωρίς κόπο, επειδή υποστήριξε το λογικό. Ναι, μπορεί να επιλέγει να ζει ο καθένας όπως θέλει, το σεβόμαστε, αλλά τα σπορ δεν είναι μεικτά. Και συνένωσε, έστω για μια φορά, ένα ολόκληρο έθνος.

Κάτι αντίστοιχο, με άλλα λόγια, είπε και η παρουσιάστρια του BBC. «Φυσικά οφείλουμε να είμαστε καλοί. Αλλά δεν χρειάζεται να είμαστε και ηλίθιοι. Τα πράγματα μπορούν να συμβαδίσουν, να είμαστε καλοί και έξυπνοι ταυτόχρονα».

* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.

O εφιάλτης του ολοκληρωτισμού

Η κινηματογραφική μεταφορά του «1984» του Οργουελ και η «ελπιδοφόρος» ανατροπή στο φινάλε

«Εκείνος που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον· εκείνος που ελέγχει το παρόν ελέγχει και το παρελθόν». Η διάσημη φράση του Τζορτζ Οργουελ από το «1984» εμφανίζεται πρώτη στην οθόνη, πριν η υποβλητική εναρκτήρια σκηνή μάς εισαγάγει στην –διά χειρός Μάικλ Ράντφορντ– κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου. Εκείνος την επέλεξε ως προμετωπίδα της ταινίας του πιθανότατα διότι εκεί, μέσα σε λίγες λέξεις, ενσωματώνεται μεγάλο μέρος όσων ο Οργουελ θέλησε να εκφράσει μέσα από το έργο του. Πρόκειται δε για μια διατύπωση που σήμερα, στην εποχή όπου η έννοια της «αλήθειας» αμφισβητείται καθημερινά, μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Το φιλμ του Ράντφορντ γυρίστηκε το 1984, θέλοντας προφανώς να συγχρονιστεί με τον τίτλο του δυστοπικού οράματος του Οργουελ, ο οποίος ως γνωστόν έγραψε το μυθιστόρημα στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Στις τρεισήμισι δεκαετίες που μεσολάβησαν υπήρξε άλλη μια κινηματογραφική μεταφορά –του Μάικλ Αντερσον, 1956–, η Σοβιετική Ενωση ανήλθε και παρήκμασε, ενώ Βρετανία και ΗΠΑ κινούνταν (πλέον) στις ράγες των Μάργκαρετ Θάτσερ και Ρόναλντ Ρέιγκαν αντιστοίχως. Ο ψυχροπολεμικός τρόμος ποτίζει τα πλάνα της ταινίας του Ράντφορντ, ο οποίος πάντως προσπαθεί σταθερά να μείνει πιστός στις βασικές θεματικές του βιβλίου. Στο σενάριο, το οποίο συνέγραψε μέσα σε τρεις εβδομάδες, θέλησε, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, να δημιουργήσει «μια ταινία επιστημονικής φαντασίας φτιαγμένη το 1948».

Ενα έντονα ατμοσφαιρικό έργο

Πράγματι, βλέποντας κανείς το φιλμ ανακαλεί π.χ. τα τοπία του βομβαρδισμένου Λονδίνου κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την εικονογραφία των ναζιστικών συγκεντρώσεων (στις αντίστοιχες του οργουελικού κόμματος) ή τη ζοφερή καθημερινότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η τελευταία δεν διαφέρει τρομερά από εκείνη του Ουίνστον Σμιθ (Τζον Χαρτ), ενός κατώτερου δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος εργάζεται στο υπουργείο Αλήθειας του επινοημένου κράτους της Ωκεανίας. Το καφκικό περιβάλλον και ο διαρκής έλεγχος της Αστυνομίας Σκέψης, που περιορίζει κάθε έκφραση ατομικότητας, οδηγούν τον Ουίνστον στην αντίδραση, η οποία βρίσκει την πιο ξεκάθαρη μορφή της στον έρωτά του για την Τζούλια (Σουζάνα Χάμιλτον). Οι δυο τους κάνουν μια βόλτα στην εξοχή, το μοναδικό μέρος στην ταινία που αποπνέει κάποια αίσθηση ειρήνης και ελευθερίας, ενώνονται σωματικά και ταυτόχρονα δημιουργούν τον δικό τους πνευματικό – συναισθηματικό θύλακο, ενάντια στους περιορισμούς που επιβάλλει το καθεστώς στις ερωτικές σχέσεις. Η ερμηνεία του σεξ ως επαναστατική πράξη μοιάζει σίγουρα γοητευτική, ειδικά μέσα στο περιβάλλον του θατσερικού συντηρητισμού –και των αντίρροπων σε αυτόν δυνάμεων– όπου γυρίστηκε η ταινία. Από την άλλη, ο ίδιος ο Οργουελ ήταν ούτως ή άλλως αρκετά μπροστά από την εποχή του, οπότε μπορούμε άνετα να του «πιστώσουμε» και τη συγκεκριμένη τολμηρή επιλογή.

Μέσα σε ένα εμφανώς εφιαλτικό περιβάλλον, ίσως η πιο ψυχοφθόρα (και για τον θεατή) πτυχή του κινηματογραφικού «1984» είναι αυτή των συνεχών ανακοινώσεων – ενημερώσεων – μηνυμάτων, που ακούγονται σχεδόν αδιάκοπα από μεγάφωνα και τηλεοπτικούς δέκτες, με στόχο να διαπεράσουν τη συνείδηση του δέκτη. Η κρατική προπαγάνδα, βασικό γνώρισμα όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αποκτά εδώ τη διάσταση βασανιστηρίου· ένας διαρκής βομβαρδισμός του μυαλού με γεγονότα και νούμερα στατιστικής, που μοιάζουν μακρινά όσο και ο πλανήτης Αρης σε σχέση με τις ζωές των πρωταγωνιστών. Επίσης, το «κακό» προσωποποιείται στη μορφή του Εμάνουελ Γκόλντσταϊν, πρώην ηγετικής φιγούρας του Κόμματος, που χαρακτηρίστηκε αντεπαναστάτης και εχθρός της Ωκεανίας – η ομοιότητα τόσο της ιστορίας του όσο και της εικόνας του με αυτή του Λέοντος Τρότσκι, σίγουρα δεν είναι τυχαία. Οπως αναφέραμε και παραπάνω, η χειραγώγηση των ειδήσεων, αλλά και της ίδιας της Ιστορίας, όπως τη συνέλαβε ο Οργουελ και την ερμήνευσε η ταινία του Ράντφορντ, θυμίζει πολλά και από τη δική μας σύγχρονη πραγματικότητα, ανεξαρτήτως αν η «δουλειά» γίνεται πλέον με πολύ πιο σύγχρονα μέσα.

Το μάτι της διαρκούς παρακολούθησης

Επειτα υπάρχει το κομμάτι της παρακολούθησης. Ο Μεγάλος Αδελφός στην ταινία (και στο βιβλίο) είναι πανταχού παρών, μέσα από τις οθόνες που μεταδίδουν το πρόσωπό του σταθερά, ώστε όλοι –προλετάριοι, υπάλληλοι και αξιωματούχοι– να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ότι τους επιβλέπει και τους καθοδηγεί. Το ακίνητο πρόσωπό του φέρνει προφανώς στον νου τα πορτρέτα του Χίτλερ, του Στάλιν ή διαβόητων δικτατόρων της Ιστορίας, τα οποία τοποθετούνταν παντού, περίπου εν είδει θρησκευτικών εικόνων. Ο Μεγάλος Αδελφός του Οργουελ, ωστόσο, δεν έμεινε εκεί. Με τα χρόνια ο όρος έγινε συνώνυμος της έννοιας της παρακολούθησης, ενώ το 1999 ο Ολλανδός τηλεοπτικός παραγωγός Τζον ντε Μολ δημιούργησε το «Big Brother», το πιο διάσημο ίσως ριάλιτι σόου της μικρής οθόνης, το οποίο τοποθετεί τους παίκτες μέσα σε ένα σπίτι, όπου τα πάντα καταγράφονται από κάμερες. Δυόμισι δεκαετίες αργότερα –και ενώ έχει μεσολαβήσει η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου– ζούμε σε έναν κόσμο όπου ψηφιακά μάτια παρακολουθούν ουσιαστικά τα πάντα, ενώ τα «έξυπνα» κινητά μας τηλέφωνα αποδεικνύονται διαβολικά ικανά στο να μας παρουσιάζουν πληροφορίες, διαφημίσεις κ.λπ. γύρω από θέματα για τα οποία μόλις συζητούσαμε με τον διπλανό μας. Ολα αυτά ήταν μάλλον δύσκολο να τα προβλέψει ο Οργουελ, ωστόσο η ταινία του Ράντφορντ, γυρισμένη σε μια εποχή όπου τόσο οι κάμερες όσο και οι προσωπικοί υπολογιστές γίνονται όλο και πιο διαδεδομένοι, αποπνέει μια χαρακτηριστικά άβολη αίσθηση διαρκούς παρακολούθησης. Από την άλλη, την ίδια χρονιά ο Ρίντλεϊ Σκοτ γυρίζει ένα διαφημιστικό με αφορμή την κυκλοφορία του υπολογιστή Macintosh της Apple, διατρανώνοντας πως «το 1984 δεν θα είναι όπως το “1984”».

Η χειραγώγηση των ειδήσεων, όπως τη συνέλαβε ο Οργουελ και την ερμήνευσε η ταινία του Ράντφορντ, θυμίζει πολλά και από τη δική μας σύγχρονη πραγματικότητα, ανεξαρτήτως αν η «δουλειά» γίνεται πλέον με πολύ πιο σύγχρονα μέσα.

Ολα τα παραπάνω στοιχεία (Αστυνομία Σκέψης, καταπίεση, προπαγάνδα, παρακολούθηση κ.λπ.) συνθέτουν μια πραγματικότητα που, ακόμη και σήμερα, ορίζεται ως «οργουελική». Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε παρόμοιου είδους δυστοπίες, τις οποίες συχνά συναντάμε και σε σύγχρονες εκδοχές της ποπ κουλτούρας, όπως στα μυθιστορήματα «Η ιστορία της θεραπαινίδας» της Μάργκαρετ Ατγουντ, «Τα παιδιά των ανθρώπων» της Π. Ντ. Τζέιμς και «V for Vendetta» του Αλαν Μουρ – και τα τρία έχουν αποκτήσει τις τηλεοπτικές – κινηματογραφικές εκδοχές τους. Συγκρίσεις βέβαια μπορούν να γίνουν και με το παρελθόν. Το 1932, δεκαεπτά χρόνια πριν από το «1984», κυκλοφόρησε ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Αλντους Χάξλεϊ, ένα μυθιστόρημα που επίσης έχει χαρακτηριστεί προφητικό για τις μετέπειτα εξελίξεις. «Το ότι στην πραγματικότητα η πολιτική της βίαιης καταπίεσης μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον, μου μοιάζει αμφίβολο. Προσωπικά πιστεύω ότι η άρχουσα ολιγαρχία θα βρει λιγότερο κοπιαστικούς και σπάταλους τρόπους να κυβερνά και να ικανοποιεί τον πόθο της για εξουσία, κι αυτοί οι τρόποι θα μοιάζουν με εκείνους που περιέγραψα στον “Θαυμαστό καινούργιο κόσμο”», σημειώνει ο Χάξλεϊ σε επιστολή του προς τον Οργουελ, αφού διάβασε το δικό του βιβλίο.

Αστυνομία Σκέψης, καταπίεση, περιορισμός κάθε έκφρασης ατομικότητας, προπαγάνδα, παρακολούθηση κ.λπ. συνθέτουν μια πραγματικότητα που, ακόμη και σήμερα, ορίζεται ως «οργουελική».

Πίσω στην ταινία, ο Μάικλ Ράντφορντ και οι συνεργάτες του επιλέγουν ένα κάπως πιο ελπιδοφόρο φινάλε από εκείνο του βιβλίου. Στο τελευταίο, ο… αναμορφωμένος πλέον Σμιθ πίνει υπάκουα το τζιν του, έχοντας αποκηρύξει την Τζούλια και παραιτηθεί από κάθε ανατρεπτική ενέργεια. Η τελευταία του σκέψη είναι ότι αγαπά τον Μεγάλο Αδελφό. Κάτι παρόμοιο μοιάζει να συμβαίνει και στο φιλμ, ωστόσο λίγο πριν από το τέλος ο ήρωας παίρνει το βλέμμα του από τον ηγέτη για να το στρέψει, δακρυσμένος, κάπου αλλού· «σ’ αγαπώ», ακούμε τη φωνή του να ψιθυρίζει και καταλαβαίνουμε ότι στο πιο μύχιο καταφύγιο του μυαλού του βρίσκεται ακόμη η αγαπημένη του.

Η τελευταία λάμψη ενός αστέρα

Ενας δευτερεύων αλλά πολύ σημαντικός χαρακτήρας του «1984» είναι αυτός του Ο’ Μπράιαν. Υψηλόβαθμο στέλεχος του Κόμματος, αρχικά δημιουργεί την εντύπωση στον Σμιθ ότι πρόκειται επίσης για «εγκληματία σκέψης», όπως εκείνος, αν όχι για μυστικό πράκτορα του ίδιου του Γκόλντσταϊν. Οπως όμως θα διαπιστώσει αργότερα με τον πιο οδυνηρό τρόπο, αυτό ήταν απλώς ένα προσωπείο προκειμένου ο Ο’ Μπράιαν να τον παγιδεύσει και τελικά να τον υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια για να τον σωφρονίσει. Στην ταινία τον ρόλο του μειλίχιου ανακριτή – βασανιστή υποδύεται ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, σε αυτή που έμελλε να είναι και η τελευταία ερμηνεία της καριέρας του, αφού έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες πριν από την κυκλοφορία της ταινίας.

O εφιάλτης του ολοκληρωτισμού-1
Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον στα γυρίσματα της ταινίας «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» στο Λονδίνο. [ASSOCIATED PRESS]

Ο επτάκις υποψήφιος για Οσκαρ Βρετανός ηθοποιός ανέλαβε τον ρόλο ως… αντικαταστάτης του Πολ Σκόφιλντ, ο οποίος έσπασε το πόδι του λίγο πριν από την έναρξη της παραγωγής. Εφτασε μάλιστα από το σπίτι του στην Αϊτή έξι εβδομάδες αφότου είχαν ξεκινήσει τα γυρίσματα, ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε να απαιτήσει η φόρμα εργασίας, με την οποία είναι ντυμένος ο χαρακτήρας του, να ραφτεί sur mesure για εκείνον στην περίφημη Σάβιλ Ρόου του Λονδίνου. Δεν ήταν άλλωστε κανένας τυχαίος. Δοξασμένος τόσο στο σινεμά («Μπέκετ», «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» κ.ά.) όσο και στο θεατρικό σανίδι, όπου θεωρείται από τους κορυφαίους σαιξπηρικούς ερμηνευτές του 20ού αιώνα, ο Μπάρτον υπήρξε αστέρας ολκής και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με κασέ που ξεπερνούσε το ένα εκατ. δολάρια τη δεκαετία του 1960. Εξίσου διάσημος ήταν και για την πολύκροτη σχέση του με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, την οποία παντρεύτηκε δύο φορές, παίρνοντας και ισάριθμα διαζύγια από το 1964 μέχρι το 1976.

*Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Καθορισμός εξεταστέας ύλης για το έτος 2026 για τα μαθήματα που εξετάζονται πανελλαδικά για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αποφοίτων Γ ́ τάξης Ημερήσιου Γενικού Λυκείου και Γ ́ τάξης Εσπερινού Γενικού Λυκείου


Φόρτωση PDF…

Ο Πλάτων, το θρίλερ στις Συρακούσες και η «Πολιτεία»

Το νέο βιβλίο του μεταφρασμένου και στα ελληνικά James Romm παρακολουθεί την πολυετή και αμφιλεγόμενη εμπλοκή του Πλάτωνα με το τυραννικό καθεστώς της ελληνικής πόλης-κράτους στη Σικελία.

Εικονογράφηση που απεικονίζει τον Πλάτωνα να επισκέπτεται τον Διονύσιο τον Νεότερο στις Συρακούσ

ΣΤΟ ΝΕΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ που έχει τίτλο “Plato and the Tyrant: The Fall of Greece’s Greatest Dynasty and the Making of a Philosophic Masterpiece” («Ο Πλάτωνας και ο τύραννος: Η πτώση της μεγαλύτερης δυναστείας της Ελλάδας και η δημιουργία ενός φιλοσοφικού αριστουργήματος»), ο Αμερικανός καθηγητής κλασσικής φιλολογίας James Romm (βιβλία του οποίου για τον Σενέκα και τον Ηρόδοτο έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά) επαναφέρει τη γήινη διάσταση του μεγάλου φιλόσοφου της αρχαιότητας. Όπως σημειώνει, ο άνθρωπος Πλάτων και η φιλοσοφία του έχουν «συγχωνευτεί» τόσο στη λαϊκή όσο και στην ακαδημαϊκή φαντασία. «Μια αιθέρια φιγούρα έχει πάρει μορφή, ένας πλατωνικός Πλάτωνας», γράφει χαρακτηριστικά. Στόχος του είναι να διαλύσει αυτόν τον μύθο του «πλατωνικού Πλάτωνα» εμβαθύνοντας στη ζωή του ανθρώπου, με όλα τα ελαττώματα και τα λάθη της. Το κεντρικό θέμα του Ρομ είναι η μνημειώδης συμβολή του Πλάτωνα στην πολιτική θεωρία με το έργο του «Πολιτεία». Στα τμήματα φιλοσοφίας, αυτό το αριστούργημα μελετάται συχνά απομονωμένο από το πλαίσιο στο οποίο γράφτηκε. Όμως, όπως δείχνει ο Ρομ στο βιβλίο του, η σκέψη του Πλάτωνα ήταν σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη από την πολυετή εμπλοκή του με το τυραννικό καθεστώς της ελληνικής πόλης-κράτους των Συρακουσών.

Στις αρχές του τέταρτου αιώνα π.Χ., πολλές από τις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας είχαν αρχίσει να γίνονται δημοκρατίες. Οι Συρακούσες, που βρίσκονταν στη νοτιοανατολική Σικελία, ήταν μια ιδιαίτερη εξαίρεση: Στην εξουσία βρισκόταν ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος, ένας ισχυρός και αυταρχικός άνδρας που εκμεταλλευόταν τους φόβους των πολιτών για το γειτονικό βασίλειο της Καρχηδόνας προκειμένου να δικαιολογήσει τις δικτατορικές πολιτικές του. Ο Πλάτων επισκέφθηκε την αυλή του τυράννου τη δεκαετία του 380 π.Χ. και φαίνεται ότι τον πρόσβαλε με κάποιο τρόπο, υπονοώντας πιθανώς ότι δεν ήταν ενάρετος ηγέτης. Οι αφηγήσεις για την επακόλουθη αναχώρηση του Πλάτωνα διαφέρουν – ορισμένοι σχολιαστές φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι ο Διονύσιος πούλησε ως σκλάβο τον Πλάτωνα ως τιμωρία για την αυθάδειά του. Το βέβαιο είναι ότι ο Πλάτων επέστρεψε στην Αθήνα, προηγουμένως όμως είχε δημιουργήσει έναν βαθύ δεσμό με τον γαμπρό του βασιλιά, τον Δίωνα.

«Στις Συρακούσες», παραδέχεται ο Ρομ, ο Πλάτωνας «έκανε ηθικούς συμβιβασμούς» και «διέπραξε σφάλματα κρίσης». Αλλά γιατί αυτό να αποτελεί δυσφήμιση; Μήπως δείχνει απλώς ότι είναι δυνατόν να είμαστε ταυτόχρονα αξιαγάπητα ανθρώπινοι και συγχρόνως να έχουμε την πρόθεση να ξεπεράσουμε τους ανθρώπινους περιορισμούς μας μέσω της φιλοσοφίας;

Όταν ο γιος του Διονυσίου του πρεσβύτερου, Διονύσιος ο νεότερος, ανέλαβε την εξουσία το 367 π.Χ., ο Δίων κάλεσε τον Πλάτωνα στις Συρακούσες για να διδάξει φιλοσοφία στον νέο ηγεμόνα. Στην αρχή, ο Πλάτων πίστευε ότι η αποστολή του ήταν πολλά υποσχόμενη, αλλά τα πράγματα δεν άργησαν να στραβώσουν: Ένα χρόνο μετά την άφιξη του Πλάτωνα, ο Δίωνας εξορίστηκε, υποτίθεται για συνεργασία με κατασκόπους στην Καρχηδόνα. Μετά την εξορία του φίλου του, γράφει ο Ρομ, «ο Πλάτωνας διαπίστωσε ότι η δική του θέση στην αυλή γινόταν ιδιαίτερα επισφαλής καθώς όσοι υποπτεύονταν τον Δίωνα, υοποτεύονταν και στον Πλάτωνα πιστεύτοντας ότι οι δύο άνδρες συνωμοτούσαν για να εκθρονίσουν τον Διονύσιο».

Πλάτων να επισκέπτεται τον Διονύσιο τον Νεότερο στις Συρακούσες
Το εξώφυλλο του βιβλίου Plato and the Tyrant: The Fall of Greece’s Greatest Dynasty and the Making of a Philosophic Masterpiece

Ο Πλάτωνας επέστρεψε στην Αθήνα λίγο μετά την αναχώρηση του Δίωνα, αλλά επέστρεψε στις Συρακούσες για άλλη μια φορά το 361 π.Χ., κατόπιν εντολής του Διονυσίου του Νεότερου. Η κατάσταση είχε επιδεινωθεί δραματικά κατά την απουσία του: ο Διονύσιος γινόταν όλο και πιο ασταθής και διψασμένος για εξουσία, και οι συγκρούσεις με τον φιλόσοφο που είχε διορίσει η αυλή του συμβαίνανε με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα. Παρά τις προσπάθειές του, ο Πλάτωνας απέτυχε να πείσει τον πρώην μαθητή του για τα πλεονεκτήματα της φιλοσοφίας και της εγκράτειας, και σύντομα εγκατέλειψε τις Συρακούσες, αφήνοντας τον Δίωνα να πολεμήσει τον Διονύσιο (και ακολούθως αρκετούς άλλους διεκδικητές της εξουσίας) για τον έλεγχο της πόλης. «Η είσοδός του στην πρακτική φιλοσοφία ήταν μια κολοσσιαία αποτυχία», καταλήγει ο Ρομ.

Γιατί επέστρεψε στις Συρακούσες ο Πλάτωνας; Σύμφωνα με τον Ρομ, ήταν αφοσιωμένος στην πραγμάτωση της θεωρίας που ανέπτυξε στην «Πολιτεία», την οποία έγραφε καθώς ταξίδευε μεταξύ Αθήνας και Συρακουσών. Ένας από τους κεντρικούς ισχυρισμούς του βιβλίου είναι ότι η ιδανική πολιτεία συνδυάζει ένα αυταρχικό κράτος με έναν φιλοσοφικά φωτισμένο ηγέτη. Όπως εξηγεί στο κείμενο το φερέφωνο του Πλάτωνα, δηλαδή ο χαρακτήρας του Σωκράτη, «μόνο αν οι φιλόσοφοι γίνουν βασιλιάδες στις πόλεις, ή αν αυτοί που τώρα ονομάζονται βασιλιάδες και ηγεμόνες ασκήσουν πραγματικά και πλήρως τη φιλοσοφία… θα υπάρξει παύση των προβλημάτων για τις πόλεις ή, νομίζω, και για το ιδιο το ανθρώπινο γένος».

Υπάρχουν διαφωνίες για σχεδόν όλα όσα σχετίζονται με τα ταξίδια του Πλάτωνα στις Συρακούσες, από την αιτία θανάτου του Διονυσίου του Πρεσβύτερου (πιθανώς από φυσικά αίτια, πιθανώς δολοφονία, πιθανώς προϊόν δηλητηρίασης από αλκοόλ) μέχρι τους δεσμούς του Πλάτωνα με τον Δίωνα (οι οποίοι μπορεί να ήταν ή να μην ήταν ρομαντικοί). Υπάρχουν ακόμη και φήμες ότι ο Διονύσιος ο Νεότερος ήταν ερωτευμένος με τον Πλάτωνα και εξόρισε τον Δίωνα από ζήλια. Το βιβλίο του Ρομ είναι συνεπώς ένα είδος διανοητικού θρίλερ: τα ερμηνευτικά πυροτεχνήματα του καταδεικνύουν τον βαθμό στον οποίο το έργο του μελετητή μπορεί να μοιάζει με αυτό του ντετέκτιβ.

«Στις Συρακούσες», παραδέχεται ο Ρομ, ο Πλάτωνας «έκανε ηθικούς συμβιβασμούς» και «διέπραξε σφάλματα κρίσης». Αλλά γιατί αυτό να αποτελεί δυσφήμιση; Μήπως δείχνει απλώς ότι είναι δυνατόν να είμαστε ταυτόχρονα αξιαγάπητα ανθρώπινοι και συγχρόνως να έχουμε την πρόθεση να ξεπεράσουμε τους ανθρώπινους περιορισμούς μας μέσω της φιλοσοφίας; «Ποτέ μην αγγίζετε τα είδωλά σας: η επιχρυσωμένη τους επιφάνεια θα κολλήσει στα δάχτυλά σας», είχε γράψει κάποτε ο Φλομπέρ. Μερικές φορές όμως ίσως είναι πιο σοφό (καθώς και πιο γόνιμο φιλοσοφικά) να σπρώχνουμε τα είδωλά μας από τα βάθρα τους, κι ας λερώσουμε τα χέρια μας.

Με στοιχεία από The Washington Post

Τι κάνει έναν καθηγητή άριστο; – Διάλογος στο «Βήμα»

21/06/2025

Με αφορμή το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας, οι Θεοδόσης Π. Τάσιος, /Μ/αρία Ευθυμίου και Βασίλης Κάλφας συζητούν για τον καλό δάσκαλο

Τη διάρκεια μιας συζήτησης που ξεκινά με την ανάγκη οριοθέτησης της παρεξηγημένης αριστείας, ο πολυπράγμων ομότιμος καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 96 ετών σήμερα, Θεοδόσης Π. Τάσιος, κοιτάζει με το χαρακτηριστικό περιπαικτικό βλέμμα του τους συνομιλητές του, την ιστορικό Μαρία Ευθυμίου και τον φιλόσοφο Βασίλη Κάλφα (αμφότεροι ομότιμοι καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης αντίστοιχα) και σκαρφίζεται τον τέλειο ορισμό της έννοιας: «Δεν υπάρχει κανένα σύστημα που δεν θέλει να επιβιώσει. Και ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει, ξέρετε, είναι να γίνεται διαρκώς καλύτερο απ’ ό,τι ήταν πριν» λέει.

Η συνάντηση οργανώνεται με αφορμή τη φετινή επιλογή του καθηγητή ή καθηγήτριας ΑΕΙ που θα βραβευθεί από την επιτροπή «σοφών» που εκπροσωπούν το περίφημο Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας, το οποίο θεσπίστηκε από το Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ) στη μνήμη των πανεπιστημιακών Βασίλη Ξανθόπουλου και Στέφανου Πνευματικού, δολοφονηθέντων το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου του 1990 στο Ηράκλειο Κρήτης, την ώρα που επιτελούσαν το λειτούργημά τους.

Μαρία Ευθυμίου: «Το Βραβείο Ξανθόπουλου – Πνευματικού δίδεται κάθε χρόνο σε έναν άριστο συνάδελφό μας. Και αγωνία μας, φυσικά, πάντα είναι να είναι πραγματικά άριστος διδάσκαλος ο επιλεγείς».

Βασίλης Κάλφας: «Εχουμε αρκετές υποψηφιότητες κάθε χρόνο, αλλά θεωρούμε ότι ισχύουν και όλες οι παλαιότερες. Το βραβείο πάντως φέτος θα δοθεί στις ανθρωπιστικές σπουδές».

Β.Κ.: «Κατά τη γνώμη μου, πάντως, δεν γίνεται να είναι κάποιος καλός δάσκαλος αν δεν είναι καλός επιστήμονας στον τομέα του».

Θ.Τ.: «Το αντίστροφο όμως;».

Β.Κ.: «Το αντίστροφο γίνεται κατά κόρον».

Θ.Τ.: «Μπορείς να είσαι θαυμάσιος επιστήμονας και να είσαι κακός δάσκαλος; Ναι, σαφέστατα!».

Μ.Ε.: «Στον κανονισμό μας υπάρχει μια ωραία διατύπωση επ’ αυτού. Ποιος είναι ο καλός δάσκαλος, ο καλός καθηγητής; Αυτός που είναι αφοσιωμένος, που εμπνέει τον φοιτητή, που τον οδηγεί σε καινούργια πεδία. Που τον συμπαρασύρει στη χαρά της γνώσης. Και επίσης που είναι ο ίδιος πρότυπο. Γιατί ο καθηγητής δεν είναι μόνο δάσκαλος γνώσεων, είναι και δάσκαλος ήθους. Και στάσης ζωής».

Θ.Τ.: «Πάντως, στο βρετανικό σύστημα υπάρχει η φράση «Πρόσεχε, δάσκαλε! Εσύ είσαι το ζωντανό πρότυπο». Πρότυπο για τον μαθητή, για τον φοιτητή. Η διδασκαλία είναι θέμα ηθικό, είναι θέμα προτεραιοτήτων, θέμα αξιών. Θα πρέπει να αισθάνεσαι ηδονή από το ότι ο φοιτητής θα κερδίσει. Να μοιραστείς την ηδονή του άλλου.

Και αυτή η ηδονή να είναι συγκρίσιμη με την ηδονή της επιστημονικής ανακάλυψης, για να σε τραβήξει ώστε να προετοιμάσεις σωστά το μάθημα. Να σκέφτεσαι: έχω, στην πραγματικότητα, δυο ωρίτσες μέσα στο αμφιθέατρο. Τι να χωρέσει; Πρέπει να ξέρω τι θα πω ακριβώς, πώς θα το πω. Πότε θα αλλάξω ύφος, πότε θα πω το ανέκδοτο, πότε θα κάνω ερωτήσεις αφύπνισης. Ολο αυτό είναι βαρύ, απαιτητικό. Θέλει ώρες προετοιμασίας, θέλει κέφι, θέλει ταλέντο. Αυτά τα προφανή, όμως, δεν είναι γνωστά στον κόσμο και ενδεχομένως να μην είναι γνωστά και μέσα στα πανεπιστήμια, τολμώ να πω».

Β.Κ.: «Πολλοί ρωτούν αν το να είσαι καλός δάσκαλος μαθαίνεται».

Μ.Ε.: «Εγώ δεν πιστεύω ότι μαθαίνεται. Νομίζω ότι το να διδάσκεις είναι ροπή, είναι έρωτας. Είναι αυτό που λέγανε οι αρχαίοι ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς έρωτα. Και είναι μια συνεχής αναμέτρηση με τον εαυτό σου. Οταν μπαίνεις σε μια αίθουσα, είτε με λίγα είτε με περισσότερα άτομα, επικοινωνείς συνέχεια με αυτά. Παρακολουθείς τα μάτια τους παρακολουθώντας, ταυτοχρόνως, και τον εαυτό σου, ώστε να αντιληφθείς πότε δεν κατάλαβαν καλά. Και να σκέφτεσαι: «Στάσου! Να το πω αλλιώς! Πώς να τους κερδίσω;». Αυτό δεν μπορεί να σου το διδάξει κανένας. Είσαι μόνος στο παιχνίδι μέσα στο γήπεδο. Και πρέπει να σου αρέσει, αλλιώς μπορεί να γίνει βασανιστήριο».

Β.Κ.: «Η διδασκαλία δεν είναι μόνο υποχρέωση. Λέμε, «πρέπει να κάνεις καλά τη δουλειά σου» και εννοούμε να χαίρεσαι να κάνεις αυτή τη δουλειά. Και εμείς είμαστε πραγματικά τυχεροί γιατί έχουμε κάνει το χόμπι μας δουλειά. Υπάρχουν κάποιοι ωστόσο που δεν ενδιαφέρονται για το μάθημα υποστηρίζοντας ότι η έρευνα είναι αυτή που έχει την κυρίως σημασία, όχι η διδασκαλία. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για δασκάλους που «τους έχει ξεβράσει η τάξη». Δεν είναι εύκολο να μπεις σε μια τάξη, είτε είναι δημοτικό είτε είναι πανεπιστήμιο, να κάνεις σωστά τη δουλειά σου και να πάρεις χαρά».

Θ.Τ.: «Να πάρεις χαρά! Αυτό είναι το βασικό! Και αυτό βέβαια είναι αριστοτελικό. Να αποκαλύψω εδώ κάτι. Οταν ο κ. Κάλφας συνταξιοδοτήθηκε, μου είπε σε μια ιδιωτική μας συνομιλία «όλα καλά τώρα, αλλά, βρε παιδί μου, μου λείπει. Μου λείπει η επαφή με τους φοιτητές«. Αν δεν παίρνεις χαρά από αυτό, κόψε το σβέρκο σου και πήγαινε να πεις «παιδιά, εγώ δεν κάνω για αυτή τη δουλειά«».

Β.Κ.: «Πάντως να πούμε εδώ πως υπάρχουν συνάδελφοι που χαίρονται να «κόβουν» τους φοιτητές ή φοιτήτριες στις εξετάσεις και δεν αντιλαμβάνονται ότι αν κόψεις το 90% των φοιτητών και φοιτητριών σου, εσύ έκανες λάθος, εσύ φταις. Κάτι στο μάθημά σου δεν πήγε καλά».

Μ.Ε.: «Δεν είναι απλό το θέμα αυτό. Γιατί υπάρχει και η άλλη πλευρά: οι καθηγητές που δεν είναι καθόλου αυστηροί είτε γιατί λαϊκίζουν είτε διότι δεν θέλουν να έχουν πολλά γραπτά την επόμενη περίοδο – οπότε βαθμολογούν περισσότερο από όσο αξίζουν τους φοιτητές τους.

Οσο δε η παιδεία – η πρωτοβάθμια και, κυρίως η δευτεροβάθμια – παύει να είναι απαιτητική τόσο και οι καθηγητές και καθηγήτριες των πανεπιστημίων παραλαμβάνουν άτομα τα οποία έχουν μεγάλα κενά και δεν μπορούν να προσαρμοσθούν στις νέες πραγματικότητες. Και που, εξ αυτού, δεν μπορεί παρά να κοπούν στις εξετάσεις. Το ότι στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση παίρνουν συχνά υψηλούς βαθμούς χωρίς να το αξίζουν, αυτό έχει δημιουργήσει παρανόηση στο μυαλό των νεαρών παιδιών. Πιστεύουν ότι είναι επαρκείς, χωρίς ωστόσο ποτέ να αναμετρηθούν με την επάρκεια ή την ανεπάρκειά τους».

Β.Κ.: «Αυτά, πράγματι, είναι προβλήματα που επηρεάζουν και τη δικιά μας δουλειά. Το δημοτικό σχολείο είναι, νομίζω, σε καλό επίπεδο. Ο άρρωστος, κατά τη γνώμη μου, είναι η μέση παιδεία, και αυτό το υφίσταται τελικά το πανεπιστήμιο. Και, δεύτερον, υπάρχουν πανεπιστήμια διαφορετικών ταχυτήτων: άλλα που είναι σε υψηλό επίπεδο και άλλα που δεν έχουν πια καθόλου φοιτητές. Ειδικά για πολλά επαρχιακά τμήματα η πρόβλεψή μου είναι ότι σε λίγο θα κλείσουν.

Εδώ θέλω να συμπληρώσω ότι είναι έγκλημα στην Ελλάδα η εγκατάλειψη της επαγγελματικής εκπαίδευσης με το κλείσιμο των ΤΕΙ, την ίδια ώρα που, βάσει έρευνας, μεγάλος αριθμός των εισερχομένων στα πανεπιστήμια δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να σπουδάσουν, παρά το κάνουν αυτό απλά για την κοινωνική καταξίωση. Στην αγορά εργασίας ωστόσο υπάρχουν δουλειές που χρυσοπληρώνονται, αν και δεν είναι πανεπιστημιακού επιπέδου. Οποιος έχει ψάξει να βρει τεχνίτη για οποιαδήποτε δουλειά το γνωρίζει. Το να στέλνουμε στο πανεπιστήμιο να σπουδάσει ένα παιδί που δεν αγαπάει τα γράμματα δεν έχει κανένα νόημα».

Θ.Τ.: «Επιτρέψτε μου εδώ να παρέμβω επειδή το θέμα με αγγίζει προσωπικά καθώς είμαι, από δεκαετίες, αγωνιστής της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Και συνυπογράφω αυτά που είπε ο κ. Κάλφας. Βέβαια πρέπει να πω ότι τα ΤΕΙ, εδώ και πολύ καιρό, είχαν πάψει να έχουν τον ρόλο για τον οποίο ιδρύθηκαν και είχαν γίνει οιονεί πανεπιστήμια.

Επομένως, είναι ηλίθιοι όπως φαίνεται (ειρωνικά) οι Γερμανοί, οι οποίοι στηρίζουν το 40% της εκπαίδευσής τους στις επαγγελματικές σχολές – με την υποστήριξη, μάλιστα, όλων των αριστερών κομμάτων της χώρας. Διότι στην Ελλάδα είχαμε και τούτο το περίεργο: η δήθεν Αριστερά (διότι υπάρχει η πραγματική Αριστερά και η δήθεν Αριστερά) για χρόνια ήταν κατά της επαγγελματικής εκπαίδευσης και υπέρ του ότι πρέπει να σπουδάσουν στα πανεπιστήμια όλοι οι νέοι. Επρόκειτο για πολιτική μυωπία και ημιμάθεια, την οποία πληρώνει ο λαός υπέρ του οποίου υποτίθεται ότι αγωνίζονταν οι ανεύθυνες εκείνες φωνές».

Μ.Ε.: «Στην Ελλάδα, ως κοινωνία, το είχαμε πάντως πάντα αυτό το αίτημα, «να μάθει γράμματα το παιδί»».

Θ.Τ.: «Εάν ο στόχος είναι η οικονομική βελτίωση του λαού και η ανάπτυξη της χώρας, τότε η λύση δεν είναι να σπουδάσεις φιλόλογος και να μη βρίσκεις δουλειά, αλλά να αποκτήσεις μια ρωμαλέα επαγγελματική μόρφωση σε δημόσια σχολή. Ας πάρουν γενναίες αποφάσεις οι πολιτικοί και ας δοθεί ένα χρονικό διάστημα για να προαχθεί η ιδέα της επαγγελματικής μόρφωσης, και η κοινωνική αποδοχή θα ακολουθήσει».

Μ.Ε.: «Για να επιστρέψουμε στο βραβείο μας, να πούμε ότι αυτό το βραβείο έχει κύρος, έχει κρατηθεί ψηλά. Και η αφετηρία του είναι ιερή. Θα μου πείτε, έτσι κι αλλιώς είναι ιερό, αφού έχει τέτοιο περιεχόμενο και τέτοιον στόχο. Αλλά, επειδή θεσπίσθηκε στη μνήμη δύο διδασκόντων που έχασαν τη ζωή τους, τα μέλη της αρχικής επιτροπής που είχε συσταθεί – επιστήμονες υψηλοτάτου επιστημονικού και ηθικού επιπέδου – αισθάνθηκαν ότι είχαν μια ιερή αποστολή.

Ετσι αισθανόμαστε κι εμείς σήμερα. Και αυτό νομίζω ότι μας βοηθάει στο έργο μας. Γιατί κάθε φορά που πρέπει να αποφασίσεις σε ποιον από τους πολλούς άριστους θα δώσεις το βραβείο, αναμετριέσαι με τον εαυτό σου, με τα κριτήριά σου. Με τα οράματά σου. Με το βαθύτερο νόημα της έννοιας «διδασκαλία» για την οποία βραβεύεις».

Θ.Τ.: «Θέλω εδώ να πω ότι εκείνοι οι οποίοι, τελικά, δεν επιλέγονται για το βραβείο δεν σημαίνει ότι απέτυχαν. Αυτό ρητώς γράφεται – και τηρείται – μέσα στην επιτροπή. Γιατί, πολλές φορές, οι διαφορές μεταξύ των προτεινομένων είναι μικρές καθώς πρόκειται για λεπτή και περίπλοκη κρίση ποιοτήτων πολλαπλών επιπέδων. Αρα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι αν έχω πέντε πολύ καλούς προτεινόμενους και διαλέξω έναν, οι τέσσερις έχουν αποτύχει. Καθόλου!».

Μ.Ε.: «Εγώ νομίζω ότι οι κοινωνίες αδιόρατα, πολλές φορές όχι εκπεφρασμένα, δημιουργούν κλίμακα δικών τους αξιών για το τι είναι μέτριο, τι λίγο, τι πολύ, τι άριστο, τι ξεχωριστό. Και από εκεί και πέρα, σιωπηλά αλλά σταθερά, δημιουργείται η έννοια της αριστείας. Που φαίνεται στα δύσκολα: όταν αναζητάς τον καλύτερο γιατρό για ένα σοβαρό σου θέμα υγείας, τον καλύτερο δικηγόρο για ένα σοβαρό σου νομικό ζήτημα, τον καλύτερο μηχανικό για μία σου κατασκευαστική ανάγκη…. Ρωτάς πολλούς και οι απαντήσεις συγκλίνουν, τελικά, σε λίγα, ελάχιστα ονόματα. Αυτοί, συνεπώς, θεωρούνται από την κοινωνία οι άριστοι. Οι καλύτεροι».

Β.Κ.: «Νομίζω πως πιο σημαντικό είναι να ασχοληθεί ο κόσμος με πράγματα που του αρέσουν στη ζωή του και όχι με την τυπική αριστεία, δηλαδή το ποιος πήρε τον καλύτερο βαθμό – που δεν ενδιαφέρει, πρακτικά, κανέναν. Οπότε καλύτερα θα ήταν να μπορούσαμε εμείς, ως δάσκαλοι, να προσανατολίσουμε – ειδικά οι δάσκαλοι των μικρότερων ηλικιών του δημοτικού – τα παιδιά σε πράγματα που αγαπάνε. Τότε θα είχαμε λύσει, νομίζω, και το θέμα της αριστείας».

Θ.Τ.: «Και τι είναι ο άριστος; Ο υπερθετικός τού καλός. Του καλύτερος. Καλύτερος όμως από ποιον ή από τι ή από πότε ή γιατί; Ερωτήματα εγκάρσια προς την κλίμακα καλός, καλύτερος, άριστος. Ως προς τι; Γιατί; Από ποιον κ.τ.λ.

Ας μείνουμε στο μαθησιακό κομμάτι. Εγώ νομίζω ότι ο αρνητικός σχολιασμός ξεκίνησε από μια παρερμηνεία που είχε γίνει, προ ετών, εν σχέσει με τις εξετάσεις που επιβάλλονται σε πολύ μικρές ηλικίες. Και, πράγματι, εξετάσεις σε μικρές ηλικίες δεν είναι παιδαγωγικά σωστές, όμως σε σχετικώς μεγαλύτερες ηλικίες δεν πρέπει να αποκλείονται διότι είναι δοκιμές κοινωνικού βίου.

Δεν υπάρχει κανένα σύστημα που δεν θέλει να επιβιώσει. Και ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει, ξέρετε, είναι να είναι καλύτερο απ’ ό,τι ήταν πριν. Το να μην εξελίσσεσαι είναι η αρχή του θανάτου σε όλα τα φυσικά – επομένως και στα κοινωνικά και στα μαθησιακά συστήματα.

Είναι εύλογο να υπάρχει μια διάθεση του μαθητή να είναι καλύτερος από τον εαυτό του. Τώρα, αν είναι καλύτερος από τον άλλον, αυτό εγώ προσωπικώς δεν θα το θεωρούσα αναγκαίο. Αρα, αν η αριστεία έγκειται εις το να παίρνω μεγαλύτερο βαθμό από τον διπλανό μου, δεν νομίζω ότι βοηθάει και πολύ. Αλλά αν παίρνω συνεχώς υψηλότερους βαθμούς από αυτούς που έπαιρνα μέχρι χθες και εάν και το σύστημα της βαθμολόγησης είναι ακριβές και αξιόπιστο, τότε αυτό αποτελεί εξωτερική αναγνώριση μιας πορείας την οποία ένδον θέλω να ακολουθήσω και που πρέπει να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να το κάνουν.

Το ότι πολλά παιδιά σήμερα όχι μόνο δεν ακούνε αυτόν τον λόγο, αλλά φαίνεται ότι ακούνε άλλον λόγο, αυτό συνιστά οξύτατο εθνικό πρόβλημα. Αντί για το ερώτημα «τι γνώμη έχουμε για την αριστεία» πρέπει να ρωτήσουμε «τι γνώμη έχουμε για την εχθρότητα προς την κατεύθυνση της αριστείας». Και είναι βαρύ εάν η εχθρότητα προς την αριστεία συμπαρασύρει, στους απαιτητικούς καιρούς μας, νέους ανθρώπους».

Η κυρία Μαρία Ευθυμίου είναι ιστορικός, ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της επιτροπής του ΙΤΕ για το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας εις μνήμην Β. Ξανθόπουλου – Στ. Πνευματικού.

Ο κύριος Βασίλης Κάλφας είναι ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ο κύριος Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Τη συζήτηση επιμελήθηκε η Μάρνυ Παπαματθαίου.

Η Μικρασιατική Καταστροφή με τα μάτια ενός στρατιώτη – Οι μύθοι που καταρρίπτει

05.06.202504:49

ΤΟ ΒΗΜΑ

Η Μικρασιατική Καταστροφή με τα μάτια ενός στρατιώτη – Οι μύθοι που καταρρίπτει

Η τελευταία φάση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η κατάρρευση και η Καταστροφή με τα μάτια του στρατιώτη Ιωάννη Μαργαριτόπουλου

Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο στη σειρά Ιστορία / testimonianza των εκδόσεων Ο Μωβ Σκίουρος η μαρτυρία του Ιωάννη Μαργαριτόπουλου για τη στρατιωτική θητεία του με τίτλο Με μια χαρά.

Ο Ιωάννης Μαργαριτόπουλος (1902-1940), θεσσαλός αγρότης από τη Βαμβακού (Κάτω Δερεγκλί) Φαρσάλων, κατατάχθηκε τον Οκτώβριο του 1921 στο σώμα του Ιππικού και συμμετείχε στη β´ φάση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Με μια χαρά. Η στρατιωτική θητεία του Ιωάννη Μαργαριτόπουλου, Μικρά Ασία και Ελλάδα 1921–1924

Επιμέλεια – εισαγωγή Δημήτρης Παναγιωτόπουλος και Αλέξανδρος Μακρής

Εκδόσεις Μωβ Σκίουρος, 2025,σελ. 216, τιμή 16 ευρώ

Η μαρτυρία του έχει ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα. Η αφήγησή του αποτελεί μια ακτινογραφία των εξελίξεων της τελευταίας φάσης της πολεμικής δεκαετίας 1912-1922 και των αμέσως επόμενων ταραγμένων χρόνων, ως την ανακήρυξη της Β´ Ελληνικής Δημοκρατίας (1924). Το γεγονός ότι ο συγγραφέας έλαβε ανώτερη παιδεία όντας απόφοιτος της Εμπορικής Σχολής Βόλου ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό τη συγκρότηση και την αξία της συγγραφής του (όπως και το ότι έλαβε τον βαθμό του λοχία).

Ο Ιωάννης Μαργαριτόπουλος εξιστορεί τα γεγονότα με τρόπο άμεσο και ανεπιτήδευτο. Η ακρίβεια και η καθαρή ματιά του βασίζονται στο ημερολόγιο που κρατούσε όσο υπηρετούσε ως έφεδρος στο Ιππικό. Ο συγγραφέας μένει στην ουσία των πραγμάτων, χωρίς πλατειασμούς και περιττές λεπτομέρειες. Σκοπός του είναι να δώσει στον αναγνώστη τη γενική εικόνα βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα προσωπικά του βιώματα, σαν ένας νέος Ξενοφώντας και έγκριτος πολεμικός ανταποκριτής.

Οι μαρτυρίες (οργανικό κομμάτι της Προφορικής Ιστορίας) βεβαίως πρέπει να διαβάζονται προσεκτικά, με κριτικό βλέμμα, καθώς περιέχουν υποκειμενικές κρίσεις και προσωπικά συναισθήματα. Η ανάγνωσή τους δεν υποκαθιστά την επιστημονική ιστορία και την αρχειακή έρευνα, αλλά τη συμπληρώνει και την εμπλουτίζει, προκειμένου να σχηματίσουμε μια πιο σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα για το παρελθόν. Το στοιχείο αυτό επισημαίνουν και οι επιμελητές στην αναλυτική και εμπεριστατωμένη εισαγωγή τους, η οποία συμπληρώνει την εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση.

Καταρρίπτοντας μύθους

Το όλο βιβλίο του Μαργαριτόπουλου διαβάζεται απολαυστικά, απνευστί, και αποτελεί ένα πραγματικό κόσμημα («μαργαριτάρι») στη μακρά πλειάδα των προσωπικών αφηγήσεων (μαρτυριών, αναμνήσεων, απομνημονευμάτων, ιστορικών μελετών κ.λπ.) που άφησαν πίσω τους οπλίτες και αξιωματικοί της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ο ιστορικός πρέπει να σταθεί σε ορισμένα σημεία με ειδικό βάρος και ξεχωριστή σημασία: Ο αφηγητής επιβεβαιώνει ότι η τουρκική αντεπίθεση της 13ης Αυγούστου 1922 δεν αναμενόταν από κανέναν στην ελληνική Στρατιά Μικράς Ασίας.

Ο Μαργαριτόπουλος μάλιστα βίωσε την τουρκική κίνηση αντιπερισπασμού στην κοιλάδα του Μαιάνδρου λίγες ημέρες πριν από τη γενική αντεπίθεση στο Αφιόν Καραχισάρ. Ο ίδιος δεν πίστευε ότι το ελληνικό μέτωπο θα κατέρρεε αλλά θα συμπτυσσόταν στο ύψος της Φιλαδέλφειας. Τεκμηριώνεται επομένως για άλλη μια φορά ότι ο τουρκικός αιφνιδιασμός ήταν πλήρης.

Η μαρτυρία του Μαργαριτόπουλου καταρρίπτει επίσης μια σειρά από μύθους που στοιχειώνουν ακόμη τον νου των Ελλήνων (Μικρασιατών στην καταγωγή και μη) και δηλητηριάζουν τη δημόσια συζήτηση για την Καταστροφή του 1922. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας επιβεβαιώνει ότι ο ελληνικός στρατός υποχωρώντας κάλυψε την αποχώρηση των αμάχων ομογενών και εν γένει των χριστιανών, όπως συνέβη, λ.χ., στον μεγάλο συγκοινωνιακό κόμβο του Ουσάκ όπου κατοικούσαν πολυάριθμοι Ελληνες Ορθόδοξοι και Αρμένιοι.

Οι αξιωματικοί έδιδαν προτεραιότητα στα γυναικόπαιδα πριν επιβιβαστούν οι ίδιοι στα τρένα που οδηγούσαν στη Σμύρνη. Το δεύτερο σημείο στο οποίο οφείλουμε να σταθούμε είναι η άρνηση των ελλήνων κατοίκων της Σμύρνης και των γύρω κωμοπόλεων (Κορδελιού, Μπουρνόβα, Μενεμένης, Κασαμπά, Αλατσάτων κ.λπ.) να εγκαταλείψουν τη Μικρά Ασία. Οι Σμυρνιοί δεν φαντάζονταν ποτέ ότι οι Τούρκοι θα τους κακομεταχειρίζονταν, αντιθέτως πίστευαν ότι είχαν τον τρόπο «να τους κάνουν καλά» (σ. 117), κι ένιωθαν μάλιστα ανακουφισμένοι που οι έλληνες πολεμιστές έφευγαν οριστικά από εκεί.

Είναι πράγματι (άγνωστο εν πολλοίς) γεγονός ότι οι Σμυρνιοί υποδέχθηκαν τη στρατιά του Κεμάλ με τα εξαπτέρυγα, θεωρώντας ότι έτσι επιστρέφουν στο οθωμανικό status quo ante. Η (με τα σημερινά μάτια και το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης) αφέλειά τους οφείλεται στο ότι η πόλη της Σμύρνης και η ευρύτερη περιοχή της (σαντζάκι) δεν έγιναν στόχος του ανθελληνικού διωγμού το 1914, που έπληξε κυρίως την αγροτική ενδοχώρα του βιλαετίου της.

Η αξιοπιστία της μαρτυρίας του Ιωάννη Μαργαριτόπουλου για την άρνηση των Σμυρνιών να φύγουν φαίνεται από το ότι ο ίδιος αναφέρεται με κάθε ειλικρίνεια στις βιαιοπραγίες που διέπραξαν οι έλληνες στρατιώτες (πυρπολήσεις πόλεων, χωριών και οικισμών, βιασμούς, αθρόες θανατώσεις τούρκων αμάχων κ.ά.) κατά την πορεία της υποχώρησής τους από το μέτωπο.

Εξαιρετικές επίσης είναι οι επισημάνσεις του για την αδημονία της Στρατιάς του Εβρου για επίθεση στη Θράκη τον Μάιο του 1923 και την απογοήτευση που ένιωσαν οι στρατιώτες της όταν δεν δόθηκε ποτέ το σύνθημα της προέλασης. Τα υπόλοιπα όμως τα αφήνουμε στο κριτικό μάτι του αναγνώστη…

Ο κ. Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση