Ο δοκιμιογράφος Χρήστος Μαρσέλλος μιλάει για την ελληνική κοινωνία και τον δρόμο του Ιωάννη, τον οποίο αυτή ακολουθεί
Ο Χρήστος Μαρσέλλος έχει ολοκληρώσει σπουδές φιλοσοφίας στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Eχει στο ενεργητικό του μεταφράσεις έργων, μελέτες και άρθρα φιλοσοφίας. Δύο οι πιο πρόσφατες αυτοτελείς δημοσιεύσεις: «Δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» (εκδ. Περισπωμένη, 2019) και «Η έβδομη σφραγίδα. Ινα τι;» (Περισπωμένη, 2020). Στη συζήτησή μας, αναφέρεται στην ιδιοσυγκρασία του μεταφραστή και στοχαστή και αναπτύσσει, σε αδρές γραμμές, τους δύο διαφορετικούς δρόμους που πήρε η χριστιανική πίστη και πώς οι κατευθύνσεις αυτές –από τη μια μεριά Παύλος, Αυγουστίνος, Λούθηρος και από την άλλη Ιωάννης– συγκλίνουν ή αποκλίνουν στον σύγχρονο κόσμο μας, επηρεάζοντας καθοριστικά τις ζωές μας, δηλαδή τις αποφάσεις μας.
– Η μητρική σου γλώσσα είναι η ελληνική, μεταφράζεις από τρεις διαφορετικές γλώσσες. Ποια σε συγκινεί περισσότερο;
– Μόνο με τα ελληνικά έχω βαθιά σχέση. Αν και γαλλικά μπορώ να γράψω πολύ καλά και κάθε φορά που προσπαθείς να πετύχεις ύφος αποκτάς μια πιο εσωτερική σχέση με τη γλώσσα.
– Το ύφος είναι το σημαντικό; Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ύφος και στο περιεχόμενο;
– Στο ανώτερο επίπεδο σκέψης δεν ξεχωρίζουν. Η πραγματική σκέψη είναι ενσαρκωμένη. Δεν είναι θέμα καλλιέπειας· μέσα από την προσπάθεια για το ύφος βρίσκει κανείς τη δική του φωνή.
– Η φωνή του καθενός επηρεάζεται από την κουλτούρα του;
– Το θέμα της γλώσσας είναι μικρογραφία –ή ανακεφαλαίωση– του θέματος της παράδοσης. Είναι αυτό που έλεγε ο Κίρκεγκωρ «επανάληψη», και ο Χάιντεγγερ το μετέφερε από την ατομική ψυχολογία στη σχέση με την Ιστορία. Η επανάληψη είναι ανάληψη (του εαυτού) εκ νέου, όχι επανάληψη του ίδιου πράγματος. Μπορεί κανείς να αλλάξει τον εαυτό του, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει εαυτό. Αλλάζει λοιπόν αναλαμβάνοντας το παρελθόν του, ατομικό και ιστορικό, αναδημιουργώντας το. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τη γλώσσα.
– Αν όμως η ατομική φωνή πνίγεται στην ομαδική συνείδηση; Στα κείμενά σου –μελέτες, άρθρα ή επίμετρα των μεταφράσεων τις οποίες εκπονείς– αγγίζεις ακροθιγώς το παραπάνω θέμα που θα μπορούσε κάποιος να ονομάσει «ελληνικό πρόβλημα».
– Ο καλός είναι καλός χωρίς να σκέφτεται τι να κάνει για να γίνει καλός, και μάλιστα επειδή δεν το σκέφτεται. Ομοίως Ελληνας δεν είναι όποιος σκέφτεται τι να κάνει που να ’ναι ελληνικό. Εχει κανείς απλώς να σκεφτεί· και το να σκεφτεί πραγματικά προϋποθέτει ανάληψη και όχι απώθηση του ποιος είναι. Στη μίμηση του άλλου το πρόβλημα είναι η μίμηση, όχι ο άλλος. Η επανάληψη, η ανάληψη αυτού που είμαστε, και σε ατομικό και σε ιστορικό επίπεδο, είναι η μόνη αυθεντικότητα που μπορούμε να έχουμε. Εχω προσπαθήσει όμως να δείξω τις διαφορετικές τιμές που παίρνει η επανάληψη σε σχέση με τα, κατά Κίρκεγκωρ, τρία στάδια της ζωής. Στο αισθητικό στάδιο δεν υπάρχει επανάληψη. Στην καλύτερη περίπτωση περιέχει εμπειρίες που τις λέμε ανεπανάληπτες, στη χειρότερη είναι μια κατάσταση ασυνειδησίας. Στο ηθικό υπάρχει μια επανάληψη που είναι αντοχή στη φθορά του χρόνου. Του αντιστοιχεί η παράδοση ως συντήρηση. Οι κίνδυνοί του είναι οι δύο μορφές απελπισίας που διακρίνει ο Κίρκεγκωρ: να θέλεις να είσαι ή να μη θέλεις να είσαι ο εαυτός σου. Αλλά τότε τι; Δεν είμαστε μπροστά στην αρχή του αποκλειομένου τρίτου; Οχι, γιατί υπάρχει το τρίτο στάδιο, το πνευματικό, όπως το ονομάζει, όπου θυσιάζεις τα πάντα για να τα ξανακερδίσεις. Εδώ τελειώνει η συντήρηση και αρχίζει η δημιουργία. Εμείς, ως ελληνική κοινωνία, καθηλωθήκαμε επί πολύ στο δεύτερο στάδιο, επειδή οι καταβολές μας είναι ιωαννικές. Στον Ευαγγελιστή Ιωάννη το αποφασιστικό ήταν η αδελφότητα των πιστών. Ψάχνουμε μια ομάδα μέσα στην οποία να αισθανόμαστε καλά. Ενώ ο Κίρκεγκωρ ανήκει στην παράδοση που βγαίνει από τον Απόστολο Παύλο και περνάει μέσα από τον Αυγουστίνο και τον Λούθηρο. Είναι περισσότερο εξατομικευτική.
– Σε αυτές τις δύο μεγάλες κατευθύνσεις που αποκλίνουν, μπορεί να υπάρξει διάλογος;
– Βεβαίως. Αλλά στα άκρα τους. Γενικά στα θρησκευτικά φαινόμενα υπάρχουν δύο πλευρές. Η πνευματική και η κοινωνιολογική. Η κοινωνιολογική πλευρά είναι στατιστική. Είναι το τι συμβαίνει σε μεγάλους αριθμούς ανθρώπων, όπου δεν υπάρχουν οι πνευματικές παραδόσεις καθαρές, αλλά ανακατεμένες με αλλότρια στοιχεία, παραμορφωμένες και προσαρμοσμένες στον μέσο όρο. Εκεί ο διάλογος είναι δύσκολος.
– Στο πνευματικό επίπεδο υπάρχει διάλογος;
– Δεν υπάρχει τίποτα που να χωρίζει απολύτως πνευματικούς ανθρώπους διαφορετικών παραδόσεων.

– Αυτό που μας ενδιαφέρει όμως είναι τα ατομικά και κοινωνικά αποτελέσματα της πνευματικότητας. Στην κρίσιμη στιγμή τι θα γίνει; Τότε που οι άνθρωποι επιλέγουν με κριτήριο τις εδραιωμένες, εσωτερικά, αξίες τους;






































